home Άρθρα Ζίτσα: Οίνος και Ποίηση
Ζίτσα: Οίνος και Ποίηση

Ήταν 12 Οκτωβρίου του 1809 όταν δύο νεαροί  Άγγλοι αριστοκράτες, οι Lord Byron και John Cam Hobhouse που ταξίδευαν από τα Γιάννενα  στο Τεπελένι για να συναντήσουν τον “Λέοντα της Ηπέιρου”, Αλή Πασά,  αντιμετώπισαν μια τρομακτική καταιγίδα. Μια καταιγίδα “αντάξια του Έλληνα Δία”  που είχε σαν αποτέλεσμα να χάσουν τον δρόμο τους  και να αναζητήσουν καταφύγιο στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Το μοναστήρι άλλωστε  προσέφερε όλες τις δυνατότητες για την ανασυγκρότησή τους εν όψει της σπουδαίας αποστολής. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί, ότι το ολιγόωρο πέρασμα της 12ης και η διανυκτέρευση της 25ης Οκτωβρίου στην επιστροφή  του νεαρού Λόρδου Βύρωνα από τη Ζίτσα, αποτέλεσαν κορυφαίο σταθμό για την ως τότε άσημη κωμόπολη. Ο μεγάλος ποιητής-περιηγητής  Byron ανταποδίδοντας πλουσιοπάροχα την φιλοξενία της, εξασφάλισε το εισιτήριο της ευρωπαϊκής της προβολής με μερικές έξοχες σε λυρισμό στροφές της περίφημης ποιητικής δημιουργίας του Childe Harold’s Pilgrimage (Το προσκύνημα του Τσάϊλντ Χάρολντ).

Αυτοί ήταν οι στίχοι…  και είχαν ως αποτέλεσμα η Ζίτσα να περιβληθεί με τέτοια αίγλη που δεν θα μπορούσαν να της δώσουν, δεκάδες ταξιδιωτικών χρονικών και αφηγήσεων. Έτσι η Ζίτσα μονοπώλησε στο εξής το ενδιαφέρον των περιηγητών, το ρεύμα των οποίων προς την Ελλάδα βρισκόταν σε έξαρση λόγω της αναβίωσης του αρχαιολατρικού ζήλου που οφείλετο στον κλασσικισμό του 18ου αιώνα και την έντονη στροφή προς τις κλασσικές σπουδές και την κλασσική αρχαιολογία.
Τρία χρόνια νωρίτερα o  γιατρός και μετέπειτα γενικός πρόξενος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή Πασά, Pouqueville, μας δίνει τις πρώτες πληροφορίες για την Ζίτσα και την ευρύτερη περιοχή.
Στις 4 Φεβρουαρίου του 1806 κι ενώ κατευθυνόταν στα Γιάννενα για να συναντήσει τον Αλή Πασά του αναγγέλθηκε ότι αυτός τον περίμενε στο σεράι του στη Ζίτσα. Ο Pouqueville δίνει μια πολύ εύγλωττη τοπογραφική περιγραφή της περιοχής από το λόφο του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία όπου και φιλοξενήθηκε.
“Το μοναστήρι στέφει την κορυφή ενός στρογγυλού λόφου, από το ύψος του οποίου αποκαλύπτεται η άνω κοιλάδα του Θύαμι, το στενό από το οποίο ο ποταμός μπαίνει στη Θεσπρωτία. Προς το νότο η ματιά εισδύει στα βουνά της Ολύτσικας ως την Πασσαρώνα κι ο ορίζοντας στην ανατολή κλείνεται από την οροσειρά της Πίνδου, στις χαράδρες της οποίας απλώνεται η Περραιβία, κοινά ονομαζόμενη επαρχία Ζαγορίου. Από το ίδιο σημείο κατοπτεύει κανείς τη λεκάνη της Ζίτσας, τη στολισμένη με αμπέλια, που τα κλήματα και τα σπαρτά της την άνοιξη ποικίλλουν ευχάριστα το κόκκινο φόντο ενός ηφαιστειογενούς εδάφους”

Κείμενο: Αντώνης Δήμας
Φωτογραφίες: Σπύρος Βαγγελάκης
Ζίτσα: Οίνος και Ποίηση
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΗΠΕΙΡΟΣ, Σαντορίνη

Ήταν 12 Οκτωβρίου του 1809 όταν δύο νεαροί  Άγγλοι αριστοκράτες, οι Lord Byron και John Cam Hobhouse που ταξίδευαν από τα Γιάννενα  στο Τεπελένι για να συναντήσουν τον “Λέοντα της Ηπέιρου”, Αλή Πασά,  αντιμετώπισαν μια τρομακτική καταιγίδα. Μια καταιγίδα “αντάξια του Έλληνα Δία”  που είχε σαν αποτέλεσμα να χάσουν τον δρόμο τους  και να αναζητήσουν καταφύγιο στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Το μοναστήρι άλλωστε  προσέφερε όλες τις δυνατότητες για την ανασυγκρότησή τους εν όψει της σπουδαίας αποστολής. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί, ότι το ολιγόωρο πέρασμα της 12ης και η διανυ-κτέρευση της 25ης Οκτωβρίου στην επιστροφή  του νεαρού Λόρδου Βύρωνα από τη Ζίτσα, αποτέλεσαν κορυφαίο σταθμό για την ως τότε άσημη κωμόπολη. Ο μεγάλος ποιητής-περιηγητής  Byron ανταποδίδοντας πλουσιοπάροχα την φιλοξενία της, εξασφάλισε το εισιτήριο της ευρωπαϊκής της προβολής με μερικές έξοχες σε λυρισμό στροφές της περίφημης ποιητικής δημιουργίας του Childe Harolds Pilgrimage (Το προσκύνημα του Τσάϊλντ Χάρολντ).

Αυτοί ήταν οι στίχοι…  και είχαν ως αποτέ-λεσμα η Ζίτσα να περιβληθεί με τέτοια αίγλη που δεν θα μπορούσαν να της δώσουν, δεκά-δες ταξιδιωτικών χρονικών και αφηγήσεων. Έτσι η Ζίτσα μονοπώλησε στο εξής το ενδια-φέρον των περιηγητών, το ρεύμα των οποίων προς την Ελλάδα βρισκόταν σε έξαρση λόγω της αναβίωσης του αρχαιολατρικού ζήλου που οφείλετο στον κλασσικισμό του 18ου αιώνα και την έντονη στροφή προς τις κλασσικές σπουδές και την κλασσική αρχαιολογία.

Τρία χρόνια νωρίτερα o  γιατρός και μετέπειτα γενικός πρόξενος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή Πασά, Pouqueville, μας δίνει τις πρώτες πληροφορίες για την Ζίτσα και την ευρύτερη περιοχή.

Στις 4 Φεβρουαρίου του 1806 κι ενώ κατευθυ-νόταν στα Γιάννενα για να συναντήσει τον Αλή Πασά του αναγγέλθηκε ότι αυτός τον περίμενε στο σεράι του στη Ζίτσα. Ο Pouqueville δίνει μια πολύ εύγλωττη τοπογραφική περιγραφή της περιοχής από το λόφο του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία όπου και φιλοξενήθηκε.

Το μοναστήρι στέφει την κορυφή ενός στρογ-γυλού λόφου, από το ύψος του οποίου αποκα-λύπτεται η άνω κοιλάδα του Θύαμι, το στενό από το οποίο ο ποταμός μπαίνει στη Θεσπρω-τία. Προς το νότο η ματιά εισδύει στα βουνά της Ολύτσικας ως την Πασσαρώνα κι ο ορίζοντας στην ανατολή κλείνεται από την οροσειρά της Πίνδου, στις χαράδρες της οποίας απλώνεται η Περραιβία, κοινά ονομαζόμενη επαρχία Ζαγο-ρίου. Από το ίδιο σημείο κατοπτεύει κανείς τη λεκάνη της Ζίτσας, τη στολισμένη με αμπέλια, που τα κλήματα και τα σπαρτά της την άνοιξη ποικίλλουν ευχάριστα το κόκκινο φόντο ενός ηφαιστειογενούς εδάφους”

 

Από το μπαλκόνι του κοινοτικού ξενώνα “Καλ-λιθέα” ταυτίζω το οπτικό μου πεδίο με τις προς νότον και δυσμάς περιγραφές του Pouqueville. Οι ομαλές πλαγιές της Ζίτσας προς τη δύση χρωματίζονται στα χειμωνιάτικα ερυθροκίτρι-να χρώματα των διατεταγμένων με πειθαρχία αμπελιών που διακόπτονται από καφετιά σύ-δεντρα  βελανιδιών και άσπρων κοπαδιών που βόσκουν νωχελικά την μουσκεμένη χλόη του χειμώνα. Ο ρους του Θύαμι αποτυπώνεται στον ουρανό από τα νέφη των υδρατμών του. Ο Ολύτσικας (πιο γνωστός σήμερα ως Τόμαρος) στους πρόποδες του οποίου φωλιάζει η Δωδώνη, αχνοφαίνεται χιονισμένος στο νότο…

 

Πρωί πρωί παίρνω το δρόμο για το ποτάμι. Θυμάμαι πριν χρόνια τον ξεσηκωμό των κατοί-κων της Θεσπρωτίας που είχε προκαλέσει η σκέψη-πρόταση  να μεταφέρονται τα επεξερ-γασμένα λύματα της πόλης των Ιωαννίνων μέσω του πανέμορφου ηπειρώτικου ποταμού στη θάλασσα. Ο Θύαμις (Καλαμάς), το δεύ-τερο σε μήκος ποτάμι της Ηπείρου μετά τον Άραχθο, πήρε το όνομά του από το ρήμα θύω που σημαίνει θυμώνω κάτι που γενικά συμπί-πτει με την συμπεριφορά των ορμητικών νερών του. Πηγάζει από την περιοχή των Δολιανών και μετά από υδάτινη πορεία που πλησιάζει τα 100 χιλιόμετρα εκβάλλει στην περιοχή της Σαγιάδας, στο Ιόνιο. Η σύγχρονη ονομασία του, “Καλαμάς”, οφείλεται στα πολλά καλάμια που φύονται στην περιοχή των πηγών του. Ο μεγάλος διδάσκαλος Αθανάσιος Ψαλλίδας  εκτιμά ότι η αλλαγή της ονομασίας έγινε την εποχή του μεσαίωνα. Το ίδιο ισχυρίζεται και ο Παναγιώτης Αραβαντινός στο βιβλίο του “H περιγραφή της Ηπείρου”  σημειώνοντας ότι “εκλήθη Καλαμάς ένεκεν της πληθύος των πα- ρά των πηγών του εμφυομένων καλαμών“.

Μετά από κατηφορική διαδρο-μή 5 χιλιομέτρων φθάνω στην ταλαιπωρημένη σιδερένια γέ-φυρα του ’70 που ενώνει τη Ζί-τσα με το χωριό Λίθινο. Εν μέσω πλατανιών και πυκνής αναρριχόμενης βλάστησης που θυμίζει Αμαζόνιο, κατεβαίνω τα διαμορφωμένα σκαλιά (προ-σοχή γλυστράει !) που οδηγούν στην κοίτη του ποταμού και την ξύλινη εξέδρα για την παρατή-ρηση ενός γεωλογικού φαινο-μένου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν θαύμα της φύσης. Εκστατικός αντικρύζω το Θεογέφυρο, ένα φυσικό βρά-χινο γεφύρι, μια αψίδα με μή- κος 40 μέτρων, που περνά 20 μέτρα πάνω από το ποτάμι. Σύμφωνα με τους ειδικούς κάποια κατολίσθηση έσπρωξε έναν τεράστιο βράχο στο κέν-τρο της κοίτης του ορμητικού ποταμού με αποτέλεσμα τα νερά να ψάξουν για διέξοδο που με τα χρόνια την βρήκαν διαβρώνοντας το βράχο και δη- μιουργώντας ένα τοξωτό γεφύ-ρι που η φύση φρόντισε να μην διαφέρει και πολύ από τα  περίφημα ηπειρώτικα  γεφύρια. Έτσι με πρωτομάστορα τη φύ- ση το Θεογέφυρο ήταν μέχρι το 1800 – που ο Αλή Πασάς κατα-σκεύασε το γεφύρι στο Ράικο – ο μοναδικός συγκοινωνιακός κόμβος των χωριών της δυτικής όχθης του Καλαμά με τα Γιάννενα, οικονομικό και πολιτικό κέντρο της περιοχής.

Το Θεογέφυρο “τυλίχτηκε” όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις με θρύλους και παραδό-σεις. Σύμφωνα με την επικρατέστερη,  η διέ-λευση του Καλαμά γινόταν από μια πρόχειρη ξύλινη γέφυρα. Κάποια μέρα μια λεχώνα πέ- ρασε στην απέναντι όχθη για να προσευχηθεί και να ανάψει ένα κερί στο μοναστήρι. Η μπόρα που ξέσπασε φούσκωσε το ποτάμι και παρέσυρε την ξύλινη γέφυρα χωρίζοντας τη μάνα από το βρέφος που έπρεπε να θηλάσει. Οι προσευχές της απελπισμένης μητέρας στο Θεό εμφάνισαν στη θέση της ξύλινης γέφυρας έναν τεράστιο βράχο που ένωσε τις όχθες του αφρισμένου ποταμού. Η τρεμάμενη γυναίκα έσπευσε στο χωριό να πει για το συμβάν που οι ντόπιοι απέδωσαν σε θεική παρέμβαση, γι αυτό και ονόμασαν το γεφύρι, Θεογέφυρο.

Λίγο βορειότερα από το Θεογέφυρο ο καταρράκτης της Γλύζιανης εξακολουθεί και σήμερα να αναστατώνει τις αισθήσεις παρά την καταστροφή του εξαιτίας ραγδαίας βροχής στις 6 Δεκεμβρίου του 1879 (ή του 1880) στη διάρκεια της οποίας η πεδιάδα της Βελλάς μετατράπηκε σε απέραντη λίμνη και οι όγκοι των υδάτων υπέσκαψαν το βράχο και βρήκαν δίοδο κάτω από αυτόν.

Γράφει  ο Ελβετός γιατρός Schlafli (Σλάϊφλη) στα 1858:  “Ο θόρυβος του καταρράκτη με ευ- νοϊκό άνεμο και μεγάλη μάζα νερού πρέπει να  ακούγεται από απόσταση δύο ως τρεις ώρες. Μια άθλια ξύλινη γέφυρα που τρέμει σε κάθε βήμα, οδηγεί στα δεξιά του σε δασώδη όχθη, από την οποία φαίνεται η μάζα νερού που, βροντερή και γεμάτη αφρούς, πέφτει σε πλάτος δύο-τριών μέτρων πάνω από ένα ασβεστο-λιθικό τείχος 18-20 μέτρων. Η βλάστηση γύρω, είναι πολύ πλούσια. Μεγαλοπρεπείς πλάτανοι και αμυγδαλιές σκιάζουν τις πλαγιές, ενώ άφθονη χλόη και κισσός σκεπάζουν τους βρά-χους. Για τον ταξιδιώτη που μεγάλωσε με γύρω του τέτοιες σκηνές της φύσης, και που για χρό-νια έπρεπε να τις στερηθεί, η θέα απ’αυτές τις στροβιλίζουσες, πίπτουσες μάζες νερού ενεργεί ζωογόνα και ευεργετικά και είναι ικανή να του ξυπνήσει στην μνήμη του τη μακρινή πατρίδα”.

Και ο Lord Byron αποδίδει ποιητικά τη μαγεία του καταρράκτη της Γλύζιανης .

 

Και το τραχύ αχολόγημα παρέκει του χειμάρρου

μας δείχνει πού γκρεμίζεται κι ο μέγας καταρράχτης

ορμητικός ανάμεσα στους αποτόμους βράχους

που πότε ευφραίνουν την ψυχή και πότε την τρομάζουν.

 

Στις όχθες του Καλαμά και σε απόσταση μόλις 300 μέτρων από το Θεογέφυρο βρίσκεται ο “Νερόμυλος του Αχιλλέα“. Έχει μετατραπεί σε παραδοσιακό εστιατόριο που διατηρεί  αναλ-λοίωτα και ενεργά τα στοιχεία του παλιού μύ- λου που προϋπήρχε. Έτσι ο επισκέπτης μπορεί να δει τις δύο μυλόπετρες, το σύστημα της κί- νησής τους και τις δύο λειτουργικές νεροτριβές με τα μαντάνια που χρησιμοποιούσαν για να μαλακώσουν το νήμα των λεγόμενων βαρειών κουβερτών (φλοκάτες).

Η ψημένη στη σχάρα πέστροφα του Καλαμά που μου προτάθηκε, η πολίτικη σαλάτα και η φρουτώδης “Ντεμπίνα”  ήταν ένας υποδει-γματικός γευστικός συνδυασμός για μεσημε-ριανό γεύμα δίπλα στο ποτάμι.

Το απόγευμα επιστρέφω στη Ζίτσα που σε αντίθεση με πολλά ηπειρώτικα χωριά δεν ερημώθηκε ποτέ. Το χωριό ήταν και παρα-μένει ζωντανό. Μεγαλόπρεπη η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, εν λειτουργία το Ειρηνο-δικείο και το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών στο κτίριο του παλιού Δημοτικού σχολείου. Σή-μερα σαν έδρα του ομώνυμου δήμου αποτελεί το διοικητικό κέντρο 2100 κατοίκων.

Η Ζίτσα στη διάρκεια της τουρκοκρατίας δεν αποτέλεσε ποτέ τσιφλίκι. Απελάμβανε ένα καθεστώς “ελευθερίας” χωρίς αυτό να σημαί-νει ότι οι κάτοικοι δεν φορολογούνταν αγρίως.

Γράφει ο  Hobhouse, συνοδοιπόρος του Βύρω-να στα 1809:

Η Ζίτσα είναι ένα χωριό με 150 σπίτια περίπου και κατοικείται από Έλληνες χωρικούς. Οι κάτοικοί της καλλιεργούσαν μια πλούσια γη, είχαν κοπάδια, κρασί, στάρια, κρέας, δέρματα κι ακόμα γάλα από τα πρόβατα και τα γίδια τους. Όλα έπρεπε να πουληθούν για να βρεθεί ένας τόσο υπερβολικός φόρος. Λιμοκτονούσαν μέσα στην αφθονία. Η δουλειά τους ήταν χωρίς αμοιβή, η ξεκούρασή τους χωρίς ψυχαγωγία. Ακόμη και οι γιορτές της εκκλησίας τους έφευ-γαν χωρίς να τις γιορτάσουν γιατί δεν είχαν την όρεξη ούτε τα μέσα για τις διασκεδάσεις

Και η υποκόμισσα EmilyAnne Strangford πα- ρατηρεί πενήντα χρόνια αργότερα:

Το χωριό είναι γραφικά τοποθετημένο και χα- ριτωμένο, και περηφανεύεται ότι έχει 360 σπί-τια, αρκετές ψηλές εκκλησίες και ένα μεγαλο-πρεπές σχολικό κτίριο, χτισμένο πρόσφατα, ευάερο και καλά εξοπλισμένο...”

Η Μονή Πατέρων δεσπόζει στην κοιλάδα του Καλαμά και  είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πήρε το όνομά της από τους Πατέρες που ασκήτευαν στις σπηλιές γύρω από την Μονή που χτίστηκε το 1590 (η ημερομηνία πιστοποιείται από εντοιχισμένη επιγραφή στο νότιο εξωτερικό τοίχο του Καθολικού) στη θέση “Ασκηταριά“, μια εκπλη-κτική πεδινή έκταση  με πυκνό δάσος αιωνό-βιων βελανιδιών (τώρα δεν υπάρχουν) στην ανατολική όχθη του ποταμού  απέναντι από το χωριό Λίθινο. Από τους δεκάδες ασκητές που έζησαν στις σπηλιές δίπλα στο μοναστήρι οι Δαυίδ, Δαμιανός και Παρθένιος εξασφάλισαν την υστεροφημία τους από μια επιστολή που έστειλαν στον τότε μητροπολίτη Ιωαννίνων Κλήμη ζητώντας την παρέμβασή του έτσι ώστε οι γυναίκες να πάψουν να χρησιμοποιούν το ψιμύθιο. Ήταν η εποχή που οι γυναίκες των Ιωαννίνων άρχισαν να χρησιμοποιούν διάφο-ρες κρέμες και βαφές για το πρόσωπό τους πράγμα το οποίο συζητήθηκε έντονα εκείνο τον καιρό…

Ακόμα κι ο Αλή Πασάς περνώντας από την περιοχή εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της και ζήτησε από τον ηγούμενο να του χαρίσει την κοιλάδα. Ο ηγούμενος παριστάνοντας τον απλό μοναχό αρνήθηκε να υπακούσει προφα-σιζόμενος έλλειψη αρμοδιότητας. Ο Αλής ανα-χώρησε οργισμένος και μετά από μικρό χρο-νικό διάστημα έστειλε άνθρωπο για να ξυλεύ-σει την περιοχή. (Mάλλον τότε αφανίστηκαν και οι αιωνόβιες βελανιδιές).

Το πανέμορφο μοναστήρι κατείχε την περίοδο της ακμής του τεράστια πνευματική και υλική περιουσία. Είχε πλούσια βιβλιοθήκη αλλά και μια τεράστια έκταση που άρχιζε από το Θεο-γέφυρο και κατέληγε στην πηγή Τριάμινα, κάτω από το Σακελλαρικό. Έκταση πεδινή με ποτιστικά χωράφια, λιβάδια, ελαιώνες και πλούσιους αμπελώνες. Εκεί έβοσκαν περισ-σότερα από χίλια κατσίκια και πεντακόσια πρόβατα, εκεί υπήρχαν και τριακόσιες κυψέ-λες σε ειδικό περιτειχισμένο μελισσομάντρι. Ακόμα και το χωριό Λίθινο ανήκε στην Μονή αφού το είχε αγοράσει από Τούρκους αγάδες το 1860. Η φήμη και ο πλούτος της Μονής Πατέρων έφτασαν πολύ μακριά. Είναι χαρα-κτηριστικό, ότι ο μεγαλόπρεπος καθεδρικός ναός του Βουκουρεστίου ήταν το τεσσαρα-κοστό μετόχι της Μονής στην Μολδοβλαχία και ονομάστηκε Σαραντάριον ενώ για την ψυχική τους σωτηρία αφιέρωσαν χρήματα και κτήματα στη Μονή ο τσάρος Αλέξιος Μιχαή-λοβιτς και ο Ρώσος πατριάρχης Νίκων.

Την ακμή ακολούθησε η παρακμή. Το πάλαι ποτέ πλούσιο μοναστήρι που στα 1807 είχε 25 μοναχούς έφτασε στις αρχές του 20ου αιώνα να μην είναι σε θέση να πληρώσει την μισθο-δοσία ενός παπά για να λειτουργεί.

Σύμφωνα με τον Βασίλη Οικονόμου: “Υπαίτιοι για το κατάντημα αυτό είναι οι τελευταίοι ηγού- μενοι γιατί το μοναστήρι μπορούσε να κρατηθεί πολύ καλά με τους τοπικούς πόρους οι οποίοι ήταν υπεραρκετοί. Αλλά αυτοί συνηθισμένοι στην χλιδή και στη σπατάλη καθώς και στην ηγεμονική ζωή που ζούσαν όταν το μοναστήρι είχε εξωτερικούς πόρους, δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις καινούργιες οικονομικές συνθήκες και εξανέμισαν και τους τοπικούς πόρους

Από το 1910 που πεθαίνει ο τελευταίος ηγούμενος Διονύσιος Καρώνης από τη Ζίτσα, το μοναστήρι ερημώνεται και αρχίζει η αδυσώ-πητη μάχη με το χρόνο. Τα κελιά καταρρέουν το 1915, το εξωτερικό περιτείχισμα της δυτικής πλευράς υποχωρεί και το καθολικό υφίσταται σημαντικές ζημιές. Μόλις τα τελευταία χρόνια εγκρίθηκαν κάποιες πιστώσεις και άρχισαν εργασίες συντήρησης του καθολικού, αρχής γενομένης από την στέγη.  Η σημερινή εικόνα της περίφημης Μονής παρά την εγκατάλειψη και τη φθορά λειτουργεί αποτελεσματικά σαν μηχανή του χρόνου. Το διπλό τείχος, οι πολε-μίστρες, η βάση της  καταχύστρας για το καυτό λάδι, τα γκρεμισμένα κελιά, οι εγχάρακτες επι-γραφές που αφορούν την θεμελίωση του ναού και των άλλων κτιρίων, ο σταυροειδής ναός αγιορείτικου τύπου και οι δεσποτικές εικόνες του τέμπλου αποπνέουν χωρίς άλλο το μεγαλείο του μοναστηριού.

 

Τα αμπέλια και το κρασί της Ζίτσας έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στην ιστορική της δια-δρομή, από τον 15ο αιώνα που πρωτοκατοι-κήθηκε η Ζίτσα.

Tα ορεινά αμπέλια στους λόφους και τις πλαγιές δέχονται την αύρα του Ιονίου πελά-γους κάνοντας τους χειμώνες ηπιότερους και τα  καλοκαίρια δροσερότερα, συνθήκες, που σε συνδυασμό με το ασβεστολιθικό έδαφος και το υψόμετρο (700 μέτρα) δημιουργούν άριστες προϋποθέσεις για την καλλιέργεια εξαιρετι-κών ποικιλιών σταφυλιών. Σήμα κατατεθέν της Ζίτσας είναι η γηγενής ποικιλία κρασοστά-φυλων “Ντεμπίνα”, που φέρει την “Ονομασία Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας” (ΟΠΑΠ), και  δίνει ένα θαυμάσιο φρουτώδες αριστο-κρατικό κρασί με λεπτό, φρέσκο άρωμα. Η ευλογία των χωμάτων και των αμπελιών στις εναλλασσόμενες κοιλάδες της ορεινής Ζίτσας έχει σαν αποτέλεσμα την αποτελεσματική καλ-λιέργεια. Καλλιεργούνται επίσης και δυο ερυθρές γηγενείς ποικιλίες σταφυλιών το “Βλάχικο” και το “Μπεκάρι”  αλλά και οι γαλλικές ποικιλίες Cabernet Sauvignon και Chardonnay.

Τη δεκαετία του ’50  καλλιεργούνταν γύρω στα 6000 στρέμματα αμπελιών της ποικιλίας “Ντε-μπίνα” και σε μικρότερο βαθμό κάποιων άλ-λων ερυθρών ποικιλιών.

Η μετανάστευση του κόσμου και μια κατα-στροφική φυλλοξήρα στα μέσα της δεκαετίας του ’50 είχαν σαν συνέπεια τον περιορισμό της παραγωγής.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ξεκινά η συστηματοποίηση των καλλιεργιών με νέους αμπελώνες σε γραμμική διάταξη αλλά και η διάθεση από τη νέα γενιά να συνεχίσει την αμπελουργική παράδοση των προγόνων της.  Σήμερα στη Ζίτσα λειτουργούν τέσσερις οινο-ποιητικές μονάδες.

Επισκέπτομαι το πρότυπο οινοποιείο του κτήματος Γκλίναβος στους πρόποδες του λό- φου του Μοναστηριού της Ζίτσας, του Προ-φήτη Ηλία.

Ο οινοποιός Θωμάς Γκλίναβος και ο οινολό-γος Αντρέας Γκαμπάγιας αναλαμβάνουν την ξενάγησή μου. Το οινοποιείο με κερδίζει με την παραδοσιακή του αρχιτεκτονική και περισσότερο με το μυρωδάτο σκοτεινό κελλάρι με τα δρύινα βαρέλια που χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση των ερυθρών ποικιλιών του κτήματος και του λευκού fume “Λίθινο“.

Η υπέροχη γηγενής “Ντεμπίνα” είναι “υπεύθυ-νη” ανάμεσα σε άλλα για το “Primus” (15000 φιάλες ετησίως) με λαμπερό χρυσοπράσινο χρώμα και λεπτό άρωμα από μήλο, αχλάδι και ροδάκινο. Επίσης για την ομώνυμη “Debina” με το λεπτό άρωμα  από μήλο, αχλάδι και μπανάνα  και για το καπνιστό “Λίθινο” (8000 φιάλες ετησίως) που μένει για τουλάχιστον έξι μήνες σε δρύινα γαλλικά βαρέλια για να αποκτήσει τη γεμάτη γεύση του με άρωματα από μήλο, αχλάδι, βανίλια και μπαχαρικά.

Η ποικιλία “Ντεμπίνα” της Ζίτσας δίνει ακόμη το “Balthazar” που κυκλοφορεί στην αγορά από το 1979, τον λευκό αφρώδη “Byron” (13000 φιάλες ετησίως) αλλά και τον λευκό φυσικό αφρώδη  “Poeme” που παρασκευάζεται  με την κλασσική μέθοδο της Καμπανίας από σταφύλια με καλή οξύτητα.

Οι δύο ερυθρές ποικιλίες “Βλάχικο” και “Μπε-κάρι”  μαζί με την φημισμένη “Aγιωργίτι-κη” δίνουν το βαθύ κόκκινο χρώμα και την δια-κριτική βελούδινη γεύση από βανίλια, κανέλλα και φρούτα του δάσους του “Κόκκινου Βελού-δου” (65000 φιάλες ετησίως). Οι ίδιες ποικιλίες μαζί με “Cabernet Sauvignon” και μικρό ποσοστό “Αγιωργίτικου” μετά από δωδεκάμηνη παλαίωση έχουν σαν αποτέλεσμα το βαθύ κόκκινο χρώμα και την γεμάτη γεύση από βύσ-σινο, ξηρά φρούτα και βανίλια του καταπλη-κτικού ερυθρού “Δρυάδες” (4800 φιάλες ετησίως).

Γνωστός είναι και ο ροζέ ημίξηρος ημιαφρώ-δης οίνος “Κυρά Φροσύνη” με το χρώμα της άγριας φράουλας που παράγεται αποκλειστι-κά από την μίξη των γηγενών ποικιλιών (Ντεμπίνα, λίγο Βλάχικο και Μπεκάρι).

Με την γλυκιά ευφορία του ερασιτέχνη σωμε-λιέ αφήνω το οινοποιείο και παίρνω την ανη-φόρα για το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία που εκτός από την πλούσια ιστορία του  είχε κι αυτό τις διακρίσεις του στο κρασί. Ιστορικές πηγές και μαρτυρίες περιηγητών αναφέρουν ότι οι καλόγεροί του  ήταν δραστήριοι οινο-ποιοί από τον 18ο αιώνα.

Ο Hobhouse, αναφέρει ότι: “ο ηγούμενος Γρηγόριος, μας περιποιήθηκε σε ένα ζεστό δω-μάτιο με σταφύλια κι ένα υπέροχο κρασί, όχι πατημένο με τα πόδια, αλλά ζουληγμένο από το σταφύλι με τα χέρια, ένα λευκό κρασί για το οποίο ήταν πολύ περήφανος“.

Ο αιδεσιμώτατος Thomas Smart Hughes ανα-φέρει: “Η Ζίτσα φημίζεται για ένα πολύ σπου-δαίο και ευώδες είδος άσπρου κρασιού που γίνεται από σταφύλια τα οποία έχουν εκτεθεί για τρείς μέρες στον ήλιο. Προμηθευτήκαμε από το μοναστήρι άφθονη ποσότητα απ’ αυτό το νέκταρ...”

Ο Άγγλος φιλόλογος Georges Ferguson Bowen αναφέρει: “Το κρασί που παράγεται από τους αμπελώνες του μοναστηριού θεωρείται το καλύτερο στην Ήπειρο και είναι στ’ αλήθεια πολύ εύγευστο” ενώ ο Ιταλός ποιητής Giuseppe Regaldi στην επίσκεψή του στη Μονή το 1853 παρατηρεί: “Εκεί παρεσκευάσθη τράπεζα με εν θαυμάσιον ψητόν αρνίον και τον εξαίρετον ξανθόν οίνον Ζίτσας

Χαρακτηριστικότερη όλων είναι η περιγραφή του Pouqueville για τον ηγούμενο Γρηγόριο ένας ενάρετος κληρικός που τον απασχολεί περισσότερο η φροντίδα για τα αμπέλια του: “Η φήμη του πραγματικού πότη είχε διαδοθεί ολόγυρα σε ακτίνα δέκα λευγών, και δεν υπήρ-χε άλλος που να παραβγεί μαζί του στο πιοτό, εκτός από τον ηγούμενο του γειτονικού μονα-στηριού των Πατέρων…

H ξακουστή Μονή του Προφήτη Ηλία θεμε-λιώθηκε το 1653 και βρίσκεται σήμερα σε αρκε-τά καλή κατάσταση. Είχε στο παρελθόν μεγάλη κτηματική περιουσία στη Ζίτσα και στα Γιάννενα, διέθετε δε και πλούσια μετόχια στη Βλαχία. Οι οικονομικές περιπέτειες και ο χρόνος την οδήγη-σαν σε παρακμή (ο τελευταίος μοναχός αναχώ-ρησε το 1958). Ένα μεγάλο μέρος του κτιριακού της ιστού κατέρρευσε, σώθηκε όμως ακέραιο το περίφημο καθολικό, κτίσμα του 16ου αιώνα με εκπληκτικό χρυσοποίκιλτο τέμπλο. Τα τελευταία χρόνια με τις προσφορές των απανταχού Ζιτσαίων επιτελέστηκαν σημαντικές εργασίες αποκατά-στασης της ιστορικής φυσιογνωμίας του χώρου.

Ο υπεύθυνος για τις εργασίες στην Μονή με ξενάγησε στη φωτεινή τράπεζα, σε υπέροχα δω- μάτια φιλοξενίας με τα τζάκια και τα ζωγραφικά πορτρέτα του Λόρδου Βύρωνα, ενώ πιστός στην παράδοση του μοναστηριού δεν παρέλειψε να μου προσφέρει το εξαιρετικό τσίπουρο από τα αμπέ-λια του έτσι  ώστε αγναντεύοντας από τον λόφο να ταυτιστώ απόλυτα με τους στίχους του Βύρωνα που τόσο εύστοχα είχε παρατηρήσει ότι: “εδώ οι μοναχοί δεν τσιγκουνεύονταν την ευθυμία τους

 

Ευχαριστίες:

Ευχαριστούμε τον Δήμο Ζίτσας και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο κ. Νίκο Σιαπατώρη για την φιλοξενία.

 

ΟΙΝΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΖΙΤΣΑΣ

 

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ “ΖΙΤΣΑ”

Τηλ. 26510 / 70961, 26580 / 22297

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΓΚΛΙΝΑΒΟΥ

Τηλ. 26580 / 22212, 6974 070770-2

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΠΡΑΣΣΟΥ Ε.Π.Ε.

Τηλ. 26510 / 61567, 63500

 

ΦΑΓΗΤΟ

Ο Νερόμυλος του Αχιλλέα

Λίθινο Ζίτσας 6936 888556, 6936 509452

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Θόδωρος Κοσμάς, “Η Ζίτσα του 19ου αιώνα όπως την είδαν οι ξένοι περιηγητές“,  1998.

Σπύρος Θέμελης,”Μονή Πατέρων“, 1997.

 

back-button
next-button
zitsa zitsa_1 zitsa_2 zitsa_3 zitsa_4 zitsa_5 zitsa_6 zitsa_7 zitsa_8 zitsa_9 zitsa_10 zitsa_11 zitsa_12 zitsa_13 zitsa_14 zitsa_15 zitsa_16 zitsa_17 zitsa_18 zitsa_19
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories