home Άρθρα Ζαγοροχώρια: Η αθέατη ομοφιά του Δίλοφου
Ζαγοροχώρια: Η αθέατη ομοφιά του Δίλοφου

-Τώρα, νομίζω, είμαι έτοιμος να σε καλοδεχτώ και να σε φιλοξενήσω, ακούγεται από το τηλέφωνο η φωνή του Γιώργου Κονταξή. Ξεκίνα και έλα.
Δεν χρειάστηκε να το επαναλάβει. Δύο μέρες μετά ξεκινούσα για το Δίλοφο.
Φίλος παλιός και από τους καλύτερους ο Γιώργος. Με μακρά θητεία σε νευραλγική θέση στον ΕΟΤ Ιωαννίνων. Με βαθιά γεύση του νομού του αλλά και όλης της Ηπείρου. Γνώση όχι μόνον θεωρητική, από τους χάρτες και την καρέκλα του γραφείου του. Μα, πρώτα και κύρια εμπεδωμένη, ύστερα από ατελείωτες περιπλανήσεις και αναζητήσεις στη γη του τόπου του. Με συντροφιά τη φωτογραφική του μηχανή και την αγάπη του για φαράγγια και βουνά, ποτάμια και ρυάκια, χωριά και καλντερίμια, μοναστηράκια και γεφύρια. Μόλις το περασμένο καλοκαίρι στην Πρέβεζα μου είχε ανακοινώσει την μεγάλη του απόφαση. Να δημιουργήσει έναν ξενώνα στο Ζαγόρι με προδιαγραφές παλιού αρχοντικού. Ωστόσο, ένα από τα πιο ευχάριστα σημεία της είδησης ήταν ο τόπος που είχε επιλέξει: το μικροσκοπικό και αθέατο Δίλοφο.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Σπύρος Βαγγελάκης
Ζαγοροχώρια: Η αθέατη ομοφιά του Δίλοφου
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: Ζαγοροχώρια

-Τώρα, νομίζω, είμαι έτοιμος να σε καλοδεχτώ και να σε φιλοξενήσω, ακούγεται από το τηλέφωνο η φωνή του Γιώργου Κονταξή. Ξεκίνα και έλα.

Δεν χρειάστηκε να το επαναλάβει. Δύο μέρες μετά ξεκινούσα για το Δίλοφο.

Φίλος παλιός και από τους καλύτερους ο Γιώργος. Με μακρά θητεία σε νευραλγική θέση στον ΕΟΤ Ιωαννίνων. Με βαθιά γεύση του νομού του αλλά και όλης της Ηπείρου. Γνώση όχι μόνον θεωρητική, από τους χάρτες και την καρέκλα του γραφείου του. Μα, πρώτα και κύρια εμπεδωμένη, ύστερα από ατελείωτες περιπλανήσεις και αναζητήσεις στη γη του τόπου του. Με συντροφιά τη φωτογραφική του μηχανή και την αγάπη του για φαράγγια και βουνά, ποτάμια και ρυάκια, χωριά και καλντερίμια, μοναστηράκια και γεφύρια. Μόλις το περασμένο καλοκαίρι στην Πρέβεζα μου είχε ανακοινώσει την μεγάλη του απόφαση. Να δημιουργήσει έναν ξενώνα στο Ζαγόρι με προδιαγραφές παλιού αρχοντικού. Ωστόσο, ένα από τα πιο ευχάριστα σημεία της είδησης ήταν ο τόπος που είχε επιλέξει: το μικροσκοπικό και αθέατο Δίλοφο.

 

ΣΤΟ ΔΙΛΟΦΟ ΚΑΙ ΠΑΛΙ

Τα πιο πολλά Ζαγοροχώρια δεν χρειάζεται να τα ψάξει κανείς, τα συναντάει πάνω στο δρόμο του. Ή τ’ αντικρίζει σκαρφαλωμένα σε πλαγιές, να διαλαλούν από μακρυά την ομορφιά τους. Υπάρχουν όμως και κάποια – ελάχιστα – κρυμμένα ανάμεσα σε λόφους και βουνά, με περισσή ταπείνωση και σεμνότητα. Σαν νάθελαν ν’ αποφύγουν του περαστικού τη αδιάκριτη ματιά. Έτσι χτισμένο είναι το Δίλοφο, σε ξέφωτο ανάμεσα σε λόφους, τόσο κοντά στον κεντρικό δρόμο μα και τόσο αθέατο. Μόνον μια πινακίδα αποκαλύπτει την ύπαρξή του. Αν την αγνοήσει κανείς, δεν πρόκειται να το δει ποτέ. Ίσως μόνον από πολύ μακρυά, από τις πλαγιές του Μιτσικελιού στα δυτικά.

Όταν για πρώτη φορά – πριν μερικές δεκαετίες – αντίκρισα το Δίλοφο, ένιωσα μια πρωτόγνωρη οικειότητα. Μικρό και συμμαζεμένο, με ανθρώπινες διαστάσεις και κλίσεις ομαλές, έμοιαζε με φωλιά ή με κάποιο φίλο απ’ τα παλιά, που άπλωνε τα χέρια του για να με καλωσορίσει στην αγκαλιά του. Μια αγκαλιά νοτισμένη από τη φθινοπωριάτικη βροχή, πλατειούλα στρωμένη από τα φύλλα του γιγάντιου πλάτανου, καφενεδάκι σφαλισμένο και καλντερίμια βουβά και γλιστερά, χωρίς ανθρώπους. Μόνον δυο-τρεις καμινάδες που καπνίζουν, μαρτυρούσαν πίσω απ΄ τους πετρότοιχους την ύπαρξη ζωής. Αυτή η διάχυτη μελαγχολία, ωστόσο, έκακνε πιο αγαπητό το χωριουδάκι, του χάριζε μια ηρεμία και μια γλυκύτητα που ίσως δεν θάχε, αν ήτανε ηλιόλουστο και γεμάτο με ανθρώπους.

Στα χρόνια τα πολλά που ακολούθησαν, ελάχιστες φορές ξαναγύρισα στο Δίλοφο. Ακόμα κι αυτοί που συμπαθείς, ξεχνιούνται, όταν δεν βρίσκονται στο δρόμο σου. Μα το Δίλοφο ήταν πάντα εκεί, μικρό, χαριτωμένο και όμορφο. Παρά το πέρασμα του «πανδαμάτορα» χρόνου, αυτό κάθε φορά μου φαινόταν ομορφότερο. Το ίδιο ένιωσα και στα μέσα του Σεπτέμβρη αυτού του χρόνου…

 

«ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΔΙΛΟΦΟΥ»

– Ο Γιώρογς σας παρακαλεί να τον συγχωρέσετε, που τούτη τη στιγμή απουσιάζει από την υποδοχή σας. Ξεκίνησε μόλις από Γιάννενα και σε λίγη ώρα θα είναι εδώ.

Με τα λόγια αυτά ο Μανώλης Διαμαντόπουλος μας σφίγγει εγκάρδια το χέρι και μοιράζεται τις αποσκευές μας ως τον ξενώνα. Αφήνουμε το αυτοκίνητο στον άνετο χώρο στην είσοδο του Δίλοφου και παίρνουμε τον φαρδύ λιθόστρωτο δρόμο που ανηφορίζει ελαφρά. Στο μισόφωτο του απόβραδου ρίχνω γύρω μου μια φευγαλέα ματιά. Παντού οικείες εικόνες. Το εντυπωσιακό τετραώροφο πετρόχτιστο μας υποδέχεται πρώτο-πρώτο από τα σπίτια του χωριού. Στιβαρό σαν φρούριο και ψηλό σαν πύργος εποπτεύει απ’ τα σιδερόφρακτα παράθυρά του όλη την περιοχή και εξετάζει με προσοχή φρουρού κάθε επισκέπτη, ντόπιο ή ξένο. Ένα λεπτό μετά κατηφορίζουμε το παμπάλαιο καλντερίμι, αυθεντικό και χαρακτηριστικό ζαγορίσιας τεχνικής, που μας φέρνει στην πλατεία. Το Αρχοντικό είναι κοντά μας, δεν μας χωρίζουν παρά μερικές δεκάδες μέτρα ωραίου καλντεριμιού.

Φτάνοντας στην είσοδο αναγνωρίζω αμέσως το κτίριο, που τόσο με είχε εντυπωσιάσει με την πρόσοψη και τα διαδοχικά παράθυρα του δευτέρου ορόφου του ήδη από την αρχική γνωριμία με το Δίλοφο.

Εξακολουθεί να παραμένει όπως το ήξερα μόνο που τώρα, με τη συντήρηση των χρωμάτων και κάποιες άλλες βελτιώσεις, είναι ακόμη ομορφότερο. Πώς να φανταζόμουν τότε, ότι μετά από τόσα χρόνια θα στέγαζε τους κοινούς οραματισμούς και το μεράκι δύο πρώτων εξαδέλφων, του Γιώργου Κονταξή και του Αντώνη Σιόντη. Και, πολύ περισσότερο, ότι θα βίωνα κάποτε τη φιλοξενία στο εσωτερικό του.

Πίσω απ’ τον ψηλό μαντρότοιχο μας υποδέχεται αρχικά μια μικρούλα και χαριτωμένη αυλή, με ωραίο πλακόστρωτο δάπεδο και πετρόχτιστα πεζούλια, τυπική εικόνα αύλειου χώρου ζαγορίσιας κατοικίας. Περνάμε στο εσωτερικό του αρχοντικού, στον υπέροχο χώρο υποδοχής. Η θερμοκρασία του εξωτερικού περιβάλλοντος έχει ήδη χαμηλώσει, μια αύρα παρελθόντος και αρχοντιάς είναι διάχυτη παντού. Περιεργαζόμαστε για λίγο τους χοντρούς πέτρινους τοίχους, από 50 έως 80 εκατοστά, τα παλιά αντικείμενα και έπιπλα, τις αυθεντικές πλάκες στο δάπεδο. Ετοιμαζόμαστε να εισχωρήσουμε από την επόμενη είσοδο στην αίθουσα πρωινού, όταν ακούγεται από πίσω μας μια γνώριμη φωνή.

-Μια και κοιτάτε με τόση προσοχή, μην παραλείψετε να δείτε την ταυτότητα του σπιτιού, την πέτρα με τη χρονολογία της γέννησής του.

Αμέσως μετά ανοίγει ο Γιώργος Κονταξής την αγκαλιά του. Πάντα χαμογελαστός, πάντα πληθωρικός και ανοιχτόκαρδος, προικισμένος μ’ αυτή την σπάνια ιδιότητα, που από την πρώτη στιγμή τον κάνει αγαπητό ακόμα και σε αγνώστους. Ακολουθώ την κατεύθυνση που μου υποδεικνύει με το χέρι του και εύκολα εντοπίζω, εντοιχισμένη δίπλα στην είσοδο της αίθουσας πρωινού, μια στενόμακρη σκούρα πέτρα τοποθετημένη οριζόντια ανάμεσα στις άλλες. Χαραγμένη επάνω της είναι η γνωστή – με τις παραλλαγές της – παράσταση με τα αρχικά του Ιησού Χριστού κι έναν σταυρό, σύμβολα δηλωτικά της βαθιάς θρησκευτικής πίστης και ευλάβειας των παλιών νοικοκυραίων. Στο κατώτερο τμήμα της πέτρας μαγνητίζει το βλέμμα και το νου η συγκλονιστική χρονολογία 1633! Ουδέποτε όσα χρόνια περιπλανιέμαι στην Ελλάδα έχω αντικρίσει τόσο παλιά χρονολογία αποτυπωμένης σε κατοικία. Σε κάποια σημεία της χώρας, που επέζησαν από τις καταστροφές στα χρόνια της τουρκοκρατίας, θα υπάρχουν πιθανότατα και παλιότερες χρονολογίες. Απλά δεν τη γνωρίζω και δεν τις έχω επισημάνει ως τώρα πουθενά.

-Είναι στ’ αλήθεια γοητευτικό να βρίσκεσαι μπροστά σ’ ένα τόσο απόμακρο παρελθόν, μου λέει ο Γιώργος. Και να φανταστείς, ότι αυτή η ταπεινή πέτρα – ντοκουμέντο, λίγο έλειψε να παραπέσει από τους τεχνίτες που έκαναν τα έργα της αναστήλωσης. Δύο άλλες πέτρες, που βρέθηκαν επίσης, φέρουν χρονολογίες 1721 και 1864 πληροφορώντας μας για τις τρεις χρονικές περιόδους οικοδόμησης και επέκτασης της οικίας. Αυτή η τελευταία χρονολογία είναι βεβαιωμένη χρονική αφετηρία της ιδιοκτησίας της οικογένειας των Αναγνωστόπουλων, που βέβαια προϋπήρχαν στο χωριό.

Περισσότερες πληροφορίες για την ιστορική αυτή οικογένεια του Δίλοφου (παλιά ονομασία «Σωποτσέλι», που στα σλάβικα σημαίνει «τόπος με πολλά νερά») μας δίνει ο Ι. Λαμπρίδης στην περίφημη δίτομη ιστορία του: «Προς ανακαίνισιν της επ’ ονόματι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου μεγαλοπρεπούς εκκλησίας συνήνεγκεν (το 1857) ιδίως ο Ιω. Δημ. Αναγνωστόπουλος γρόσια 2000. Το δε παρά την εκκλησίαν ταύτην ωραίον παρεκκλήσιον ιδρύσατο (το 1867) δια γροσίων 3500 ο Ιω. Αναγνωστόπουλος. Και το κωδωνοστάσιον (1859) ο έτερος υιός του Αναγνωστόπουλου, ο Δημήτριος. Το δε υψηλότατον και ευρυχωρότατον Σχολείον, αλλ’ ουχί και καλώς διηρημένον, ανήγειρεν (1855) ο Ιω. Δ. Αναγνωστόπουλος δια γροσίων 85.000».

Ολοκληρώνοντας την αναφορά του για την οικογένεια ο Λαμπρίδης προσθέτει λίγο πιο κάτω: «Ο αοίδιμος Δημ. Αναγνωστόπουλος από μεν του 1862-1872 εχορήγει ετησίως υπέρ της Σχολής γρόσια 1500 και υπέρ των ιερέων της κοινότητος γρόσια 250. από δεν τον 1872-1874 υπέρ της Σχολής 3.500 και υπέρ των ιερέων γρόσια 500. Ο Ιω. Δημ. Αναγνωστόπουλος αφιέρωσεν υπέρ της Σχολής (1855) γρόσια 40.000! Μικρόν δε προ του θανάτου αυτού (1874) ο Δημ. Ιω. Αναγνωστόπουλος, ο βαθύπλουτος και άπαις ούτος της Ηπείρου ανήρ, διέθετο υπέρ μόνων των εκπαιδευτικών της κοινότητος τούτης καταστημάτων ετησίως εικοσάφραγκα 500, παραγγείλας την αξιόλογον αυτού σύζυγου Πηνελόπιν – ην κατέλιπε κληρονόμου και εκτελεστήν της διαθήκης αυτού – ίνα χορηγή ταύτα ετησίως από της προσόδου των εν Βραΐλα κτημάτων εκείνου».

-Στα χρόνια εκείνα κάθε χωριό της Ηπείρου, και ιδιαίτερα του Ζαγοριού, είχε τους ευεργέτες του σχολιάζει ο Γιώργος. Γι’ αυτό υπάρχουν τόσο πολλά και σημαντικά έργα, που θαυμάζουμε, αντί να τα επαυξάνουμε συμπληρώνω.

-Πριν περάσουμε στην αίθουσα καθιστικού και εστίασης, ας δούμε λίγο τα δωμάτια, προτείνει ο φίλος μας.

Μια εξαιρετικής κατασκευής πέτρινη σκάλα που έχει παραμείνει αναλλοίωτη, οδηγεί από τον χώρο υποδοχής στον όροφο με τα υπνοδωμάτια. Στη σύντομη διαδρομή μας θαυμάζουμε πάνω στον τοίχο μια τοιχογραφία του 1864, που διασώθηκε και συντηρήθηκε από ειδικό συντηρητή.

Στον όροφο αναπτύσσονται συνολικά πέντε δωμάτια, δυο «χειμερινά» και τρία «θερινά». Κανένα δεν είναι ίδιο με τα υπόλοιπα. Το άνοιγμα κάθε πόρτας μας επιφυλάσσει μια διαφορετική συναρπαστική εικόνα με έξοχα εναλλασσόμενους χρωματικούς τόνους στους τοίχους, κρεββάτια από μασίφ ξύλο ή χειροποίητο σίδερο από Γιαννιώτες τεχνίτες και, πάντα, εξαιρετική διακόσμηση και επίπλωση. Αν και καθένα έχει τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα, όλα έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά: αισθητική υψηλότατου επιπέδου, σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια, κεντρική θέρμανση, ωραίο μπάνιο, ψυγείο και τηλεόραση. Όλα, εκτός από ένα λίγο μικρότερο, έχουν μεγάλες διαστάσεις και εκπληκτικά πέτρινα τζάκια, διακοσμημένα με ζωγραφική αυθεντικών μοτίβων ζαγορίσιων. Τρία από τα δωμάτια έχουν κάποιους τοίχους με έξοχη εμφανή λιθοδομή και ξυλοδεσιές, που δημιουργούν ένα σύνολο εξαιρετικά παραδοσιακό και γραφικό. Σε δυο δωμάτια υπάρχουν μικρά παράθυρα και φεγγίτες οροφής, απ’ όπου, το διάχυτο φως που εισχωρεί, τους προσδίδει μια ατμόσφαιρα ιδιαίτερα ρομαντική.

Κάποιο από τα δωμάτια της πρόσοψης διαθέτει ένα μικρό όμορφο μπαλκόνι, που τους χαρίζει άμεση θέα στην πλατεία και σε τμήμα του χωριού με τους κατάφυτους λοφίσκους, καθώς επίσης και στον ευρύτατο ορίζοντα που καταλήγει στις δασωμένες πλαγιές του Μιτσικελιού. Εξαιρετικά προνομιούχο και ευρύχωρο είναι το γωνιακό δωμάτιο της πρόσοψης, με έξι μεγάλα παράθυρα και σπάνιο τριπλό προσανατολισμό σε ανατολή, νότο και δύση.

Κατεβαίνουμε τη σκάλα γοητευμένοι. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει ωραιότερη ιστορική συνέχεια για το παμπάλαιο αρχοντικό των Αναγνωστόπουλων. Και ούτε για το πανέμορφο Δίλοφο θα μπορούσε να δημιουργηθεί συναρπαστικότερο κατάλυμα.

-Δεν τελειώσαμε όμως ακόμη, λέει ο Γιώργος. Σα χαρούμε το γεγονός της άφιξής σας στο ισόγειο.

Ο χώρος εστίασης είναι μια υπέροχη αίθουσα με ανθρώπινες διαστάσεις. Η  εικόνα της είναι προέκταση και συμπλήρωμα του ιστορικού χαρακτήρα του σπιτιού.

Αυθεντικοί πέτρινοι τοίχοι φρουριακής κατασκευής, πλακόστρωτο δάπεδο, μεγάλο πέτρινο τζάκι, βαριά τραπέζια από μασίφ ξύλο ντόπιου πεύκου, φωτισμός διακριτικός, λιτή αλλά φινετσάτη διακόσμηση με μικρές βιτρίνες που τις διακοσμούν παλιά αντικείμενα. Σε μια κορνίζα είναι συγκεντρωμένα όλα τα παλιά και τεράστια σιδερένια κλειδιά που ανοίγουν τις πόρτες του σπιτιού. Έχουμε ξαφνικά την αίσθηση, ότι ζούμε σε μιαν άλλη εποχή.

Στο μεταξύ ο Μανώλης ετοιμάζει καπουτσίνο. Είναι κορυφαίας ποιότητας, σερβιρισμένος σε εξίσου ωραίο σερβίτσιο. Για αρκετά λεπτά ο Γιώργος είναι εξαφανισμένος στην κουζίνα. Κάποια στιγμή φτάνει ως εμάς μια εξαίσια εωδιά. Δεν έχω καμιά αμφιβολία, είναι πίτα, η πιο πατροπαράδοτη έκφραση της ηπειρώτικης κουζίνας. Αντί όμως για μια πίτα που όλοι περιμένουμε να δούμε, ο Γιώργος απιθώνει στο τραπέζι τρεις! Μια κοτόπιτα, μια «λαχανόπιτα» (χορτόπιτα) και μια «κασόπιτα» ή «αλευρόπιτα», την παραδοσιακή ζαγορίσια πίτα με ζυμάρι, τυρί, βούτυρο και αυγά.

-Μη χορτάσετε μ’ αυτές, απλά δοκιμάσετε, λέει ο φίλος μας και γεμίζει τα ποτηράκια μ’ ένα εκλεκτό σπιτίσιο τσίπουρο.

Νιώθουμε ήδη χορτάτοι, ο Γιώργος όμως ξαναμπαίνει στην κουζίνα. Λίγο αργότερα νέες μυρωδιές, πιο γαργαλιστικές αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Είναι χωριάτικο λουκάνικο από ντόπιο παραγωγό, που ισάξιό του είχα πολλά χρόνια να δοκιμάσω. Το τσιπουράκι αποσύρεται, εμφανίζεται μια κανάτα με κόκκινο μπρούσκο κρασί της περιοχής,, που συναγωνίζεται σε άρωμα και γεύση πολλά επώνυμα εμφιαλωμένα κρασιά. Τελειώνουν τα λουκάνικα και χαλαρώνουμε στις θέσεις μας, ο Γιώργος όμως μας επαναφέρει σε εγρήγορση με μια ποικιλία  από εκλεκτά ντόπια τυριά. Μάταια ως αργά το βράδυ προσπαθούμε με περιπάτους στην πλατεία και στα καλντερίμια να εξουδετερώσουμε έστω και τμήμα του λουκούλειου δείπνου μας…

 

ΠΕΖΟΠΟΡΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗ

Το πρωινό του Γιώργου είναι υπέροχος σε ποικιλία και ποιότητα. Περιλαμβάνει σπιτικές μαρμελάδες με φρούτα εποχής, μέλι εξαιρετικό που παράγει ο Μανώλης, κέικ σπιτικό, ντόπια τυριά, πίτα, ομελέτα με χωριάτικα αυγά και αν επιθυμεί ο επισκέπτης, τραχανά για τα κρύα χειμωνιάτικα πρωινά. Απολαμβάνω τον θαυμάσιο καφέ φίλτρου και παρακολουθώ τα πιάτα που γεμίζουν το τραπέζι, αγγίζοντας ελάχιστα. Μετά το δείπνο της προηγούμενης βραδιάς ελάχιστη θέση υπάρχει για οτιδήποτε άλλο. Είναι κάτι, που μετά από λίγο το εισπράττω άμεσα. Καθώς ανηφορίζουμε ελαφρά προς την έξοδο του χωριού, αισθάνομαι βαρύς και αργώ να προσαρμοστώ.

Σύντροφος και οδηγός στην πεζοπορική διαδρομή που έχουμε αποφασίσει είναι ο Μανώλης, ένας πολυτάλαντος νέος άνθρωπος, που μετά τις σπουδές και ποικίλες αναζητήσεις, έχει επιλέξει ως τόπο μόνιμης κατοικίας του το Δίλοφο. Εδώ, εκτός από τη συνεργασία του με τον Γιώργο, επιδίδεται στις από χρόνια αγαπημένες του ενασχολήσεις, σπηλαιολογία, ορειβασία, διάσχιση φαραγγιών. Άριστος γνώστης των μονοπατιών του Ζαγοριού, έχει τη δυνατότητα να συνοδεύει τους επισκέπτες του ξενώνα σε μερικά από τα θεαματικότερα σημεία της ευρύτερης περιοχής. Παράλληλα επιδίδεται στην μελισσοκομία και στην βιολογική καλλιέργεια πατάτας, άριστα προϊόντα που μπορεί να προμηθευτεί ο επισκέπτης του ξενώνα.

Ανηφορίζουμε το καλντερίμι, περνάμε από το προαύλιο της εκκλησίας της Θεοτόκου και σε τρία λεπτά βγαίνουμε έξω απ’ το χωριό, δίπλα στα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Ιωαννίδη. Ξέφωτο με μεγάλες βαλανιδιές, χωματόδρομος και μετά από 200 περίπου μέτρα φτάνουμε σε στάνη και στρίβουμε δεξιά. Αριστερά ο χωματόδρομος διασχίζει ωραίο δρυοδάσος και μετά από κυκλική διαδρομή 3 χιλιομέτρων καταλήγει στην άσφαλτο, κοντά στην είσοδο του χωριού.

Μετά από μερικές δεκάδες μέτρα συναντάμε στα δεξιά του δρόμου θαυμάσιο κωνοειδές αλώνι και λίγο πιο πάνω, στην κορυφή λοφίσκου, το πέτρινο ξωκκλήσι του Αϊ-Γιάννη, ένα από τα 9 συνολικά εκκλησάκια του χωριού. Η θέα είναι ήδη υπέροχη προς την αρχή του φαραγγιού του Βίκου και την νότια γυμνή πλευρά της Αστράκας. Διακρίνονται ακόμη, σκαρφαλωμένα στις πλαγιές τους, το Βραδέτο, το Καπέσοβο, το Μονοδέδρι και η Βίτσα. Κατευθυνόμαστε προς την Βίτσα κατηφορίζοντας τον παλιό χωματόδρομο. Αναγνωρίζουμε στο έδαφος συχνές εμφανίσεις περιττωμάτων αρκούδας, που την εποχή αυτή ελκύονται από τα κράνα κυρίως που υπάρχουν στην περιοχή. Οι αρκούδες δεν είναι καθόλου σπάνιες στο Ζαγόρι για τους ντόπιους, ήδη ο Μανώλης έχει ανάλογες εμπειρίες. Δυστυχώς εξακολουθούν να παραμένουν αόρατες για μας.

Κάποια στιγμή περιβάλλει χαμηλότερα το Κουκούλι και λίγο αργότερα συναντάμε τσιμεντένιο φρεάτιο νερού και διακλάδωση δρόμου χωρίς σήμανση.

– Αν θέλουμε μια σύντομη διαδρομή, μπορούμε να στρίψουμε δεξιά και να φτάσουμε στο Γεφύρι του Κόκκορου και στην άσφαλτο, λέει ο Μανώλης. Η πιο μακρινή αλλά και θεαματικότερη διαδρομή κατευθύνεται αριστερά προς Βίτσα. Η επιλογή είναι δική σου.

Επιλέγω φυσικά την δεύτερη.

Φράξοι, γάβροι, λεπτοκαριές και βαλανιδιές, κρανιές, σφενδάμια, πεύκα και σποραδικά έλατα συναντάμε στο πέρασμά μας. Βλάστηση πυκνή και πολυποίκιλη. Κάτω χαμηλά στα Β-ΒΑ, εμφανίζεται στο βάθος του φαραγγιού το επιβλητικό Γεφύρι του Μίσσιου, που συνδέει το Κουκούλι με την Βίτσα. Για αρκετά λεπτά κατηφορίζουμε απότομα σε σαθρό έδαφος, με κυρίαρχο πέτρωμα τον φλύσχη.

– Δεν θα ήθελα αυτή τη διαδρομή να την έκανα αντίστροφα, λέω στον Μανώλη.

Στο τέρμα της άγριας κατηφόρας συναντάμε φρεάτιο νερού και μια παλιά, αδιόρατη σήμανση, με κόκκινο βελάκι ξεθωριασμένο από το χρόνο, που μας κατευθύνει δεξιά σε κοίτη μικρορρέματος.

– Εδώ είναι ένα κομβικό σημείο της διαδρομής, σχολιάζει ο Μανώλης. Αν συνεχίσουμε αριστερά το μονοπάτι που διακρίνεται πλάι στην κοίτη θα καταλήξουμε μετά από μεγάλη και δύσκολη πορεία στην Δ είσοδο της Βίτσας. Αν όμως κινηθούμε δεξιά, στην κατεύθυνση του αόρατου βέλους, θα φτάσουμε πολύ γρηγορότερα στο ΝΑ τμήμα του χωριού. Εκεί βρίσκεται η αφετηρία της περίφημης «Σκάλας της Βίτσας», του παμπάλαιου αυτού καλντεριμιού, που συνέδεε άλλοτε τη Βίτσα και το Κουκούλι μέσω του γεφυριού του Μίσσιου. Μια σωστή σήμανση είναι σ’ αυτό το σημείο απαραίτητη. Δυστυχώς ελάχιστο ενδιαφέρον δείχνουν οι φορείς για την ασφαλή πληροφόρηση Ελλήνων και ξένων φυσιολατρών και πεζοπόρων.

Για 200 περίπου μέτρα βαδίζουμε σε κοίτη κακοτράχαλη, κατάξερη και βυθισμένη στη σκιά. Από κάποιο σημείο – χωρίς σήμανση και με μόνη την εμπειρία του Μανώλη, αφήνουμε το ρέμα και συναντάμε αριστερά ένα ξέφωτο με χαρακτηριστικό βραχώδες έδαφος. Ανηφορίζουμε την ήπια πλακοσκέπαστη πλαγιά, το ξέφωτο τελειώνει και μπαίνουμε σε δρυοδάσος με ωραίο μονοπάτι. Εδώ συναντάμε χαμηλά ερείπια τοίχων με καλοφτιαγμένη ξερολιθιά και μετά από λίγο χωματόδρομο που προέρχεται από τη Βίτσα. Από κάποια σημεία του αμιγούς δρυοδάσους προβάλλουν τεράστια καβάκια, πιο ανοιχτόχρωμα από τις βαλανιδιές και πολύ υψηλότερα. Είναι μια διαδρομή ξεκούραστη και ειδυλλιακή.

Μετά το δάσος αρχίζει πετρώδες μονοπάτι. Η βλάστηση μεταβάλλεται κυριαρχούν τώρα κέδρα, πουρνάρια και σφενδάμια. Φτάνουμε σε σημείο με ανοιχτή θέα προς το Ν τμήμα της Βίτσας, που προβάλλει μέσα σε πυκνή βλάστηση. Μερικές ανάσες και αμέσως μετά κατηφορίζουμε το μονοπάτι με ίχνη παλιού καλντεριμιού ανάμεσα σε δρυοδάσος. Σε 3 λεπτά συναντάμε επιτέλους – κίτρινη πινακίδα με κατευθύνσεις προς τρεις προορισμούς: Δεξιά (Α) προς τη Χαράδρα του Βίκου (και το γεφύρι του Μίσσιου) σε 15 λεπτά, πίσω μας (Ν) προς το Δίλοφο, στον υπερβολικά αισιόδοξο και μάλλον ανέφικτο χρόνο των 35 λεπτών και τέλος αριστερά (Β) προς τη Βίτσα σε 25΄.

Κατηφορίζουμε προς τη Βίτσα. Κοίτη ρέματος, για 20 μέτρα δεξιά και αμέσως μετά αριστερά ανηφορικά. Εδώ τα κόκκινα βέλη αφθονούν σε πέτρες και κορμούς γάβρων, ούτως ή άλλως όμως το μονοπάτι είναι εμφανές. Συνεχής ανάβαση, για λίγο χωματόδρομος, ζέστη και άφθονος ιδρώτας. Σε 20΄ από την κοίτη του ρέματος και σε 1 ώρα και 15΄ συνολικά από το Δίλοφο, φτάνουμε στο λευκό, λιθόστρωτο κατάστρωμα του καλντεριμιού της Βίτσας, μερικές εκατοντάδες μέτρα κάτω απ΄ το χωριό.

Ξεκουραζόμαστε για λίγο και αποθαυμάζουμε τη θέα. Κατηφορίζουμε το φαρδύ καινούργιο καλντερίμι, που σ’ ένα 5λεπτο παραδίδει τη σκυτάλη στο παρελθόν, στο εκπληκτικό παμπάλαιο καλντερίμι. Με σοφή κατασκευή, άψογες κλίσεις και ξεκούραστη ελικοειδή πορεία στην απότομη πλαγιά, θάπρεπε να αποτελεί – όπως βέβαια και η περίφημη «Σκάλα του Βραδέτου» – αληθινό σεμινάριο μαστοριάς και εμπειρίας των παλιών μαστόρων προς τους σύγχρονους.

Σε μερικά λεπτά συναντάμε αριστερά μας το εξωκκλήσι του Αγ. Νικολάου.

– Εδώ επιβάλλεται μια στάση, λέει ο Μανώλης.

Μια πλακόστρωτη σκάλα καταλήγει μετά από μερικές δεκάδες μέτρα στο χείλος του γκρεμού. Κάτω από τα πόδια μας χάσκει μια ιλιγγιώδης κατακόρυφη πλαγιά και μετά το υπερθέαμα του Φαραγγιού του Βίκου και η κάτοψη του Γεφυριού του Μίσσιου. Σ’ ένα 10λεπτο φτάνουμε στο επιβλητικό μονότοξο και πανύψηλο γεφύρι. Θαυμάζουμε για λίγο την περίτεχνη κατασκευή του και συνεχίζουμε στο θαυμάσιο δασοσκέπαστο μονοπάτι πλάι στην κοίτη του φαραγγιού. Είναι μια πανέμορφη διαδρομή, με θεαματικές βραχώδεις πλαγιές, που εξέχουν με εντυπωσιακούς σχηματισμούς πάνω από το πράσινο του δάσους. Εντύπωση μου προκαλεί η άφθονη ρίγανη, ακόμα και σ’ αυτή την προχωρημένη εποχή. Σ’ ένα 5λεπτο συναντάμε αριστερά μας το παλιό καλντερίμι που ανηφορίζει προς το Κουκούλι, πάμε χωρίς καμιά ιδιαίτερη σήμανση. Η αδιαφορία προς την φυσική και αρχιτεκτονική μας κληρονομιά συνεχίζεται.

Μισή ώρα αργότερα, με υπέροχες εικόνες που εναλλάσσονται συνεχώς, καταλήγουμε στην άσφαλτο, μπροστά στο ονομαστό Γεφύρι του Κόκκορου. Ακολουθεί για ένα τέταρτο περίπου μια ελαφρά ανηφορική διαδρομή στο πλάι του δρόμου, που με το θόρυβο και τα καυσαέρια των αυτοκινήτων, μοιάζει πολύ άχαρη μετά από τόσες ώρες στη φύση και στα γαλήνια μονοπάτια. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, όπου υπάρχει ή γνωστή και εμφανής πινακίδα του «Αρκούδα», στρίβουμε σ’ ένα μονοπάτι δεξιά (Δ) προς το φαράγγι. Εδώ, αθέατο κάτω από τα δέντρα και την πυκνή θαμνώδη βλάστηση, φωλιάζει ένα πανέμορφο μονότοξο γεφύρι με πέτρινο εικονοστάσι. Αποτελεί κι αυτό ένα από τα περάσματα αρκούδας, όπως διαπιστώνουμε από τα γνωστά μας πειστήρια. Ξεκουραζόμαστε για λίγο στην ευεργετική σκιά, πριν πάρουμε τον τελικό ανήφορο για Δίλοφο.

– Το ήξερες αυτό το γεφυράκι; με ρωτάει ο Μανώλης.

Ομολογώ την άγνοιά μου. Έχω περάσει αναρίθμητες φορές με το αυτοκίνητο απ’ αυτή τη διαδρομή, και το γεφυράκι απέχει μόλις 100 μέτρα από το δρόμο. Καμιά ένδειξη, καμιά πινακίδα δεν αποκαλύπτει την ύπαρξή του. Άλλο ένα αθέατο μνημείο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Δυστυχώς τα πυκνά φυλλώματα απαγορεύουν κάθε απόπειρα φωτογράφισης. Μόνον το χειμώνα με τα γυμνά κλαδιά κάποια πιθανότητα ν’ αποκαλύψει το γεφυράκι το ωραίο του τόξο.

Ξεκινάμε αργά το πιο κοπιαστικό ως τώρα τμήμα της διαδρομής, έναν απότομο γολγοθά μέσα σε πυκνό δρυοδάσος, χωρίς σήμανση και με σαθρό έδαφος, που διαρκεί ένα 20λεπτο. Αμέσως μετά συναντάμε ρεματάκι με δυο μονοπάτια, που από διαφορετική κατεύθυνση καταλήγουν στο χωριό. Παίρνουμε το αριστερό και μετά από λίγο φτάνουμε σε ωραίο ξέφωτο του δάσους. Στο έδαφος κυριαρχούν κυκλάμινα και κρόκοι και πάνω από αυτό πυκνές κρανιές φορτωμένες με καρπούς. Είναι παράξενο, πως έχουν ακόμα διαφύγει από την παρατηρητικότητα και την εμπειρία της αρκούδας.

Επωφελούμαστε λοιπόν και μαζεύουμε μερικά ώριμα κράνα, που είναι από τα νοστιμώτερα φρούτα του δάσους.

Μια πολύ ευχάριστη εικόνα προβάλλει απέναντί μας, το Δίλοφο. Περνάμε δίπλα από το κοιμητήριο με τον περίτεχνο λιθόκτιστο περίβολο, ύστερα από την παλιά θολωτή πετρόχτιστη πηγή με αμφισβητούμενο όμως πόσιμο νερό, ανηφορίζουμε για λίγο ένα στενό καλντεριμάκι και φτάνουμε στο επίπεδο της πλατείας, δίπλα στον ξενώνα. Καθώς τα αποθέματα νερού είχαν εξαντληθεί από ώρα, είναι το μόνο αυτή τη στιγμή που επιζητούμε. Ολοκληρώνουμε έτσι μετά από 5 ώρες χαλαρής πορείας και με πολλές στάσεις (καθαρός χρόνος περίπου 3,5 ώρες) μια υπέροχη κυκλική διαδρομή γύρω από το Δίλοφο, που μας χάρισε μια μεγάλη ποικιλία φυσικού περιβάλλοντος και αρχιτεκτονικών μνημείων του παρελθόντος.

 

ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΠΙΤΙΑ

ΚΑΙ ΣΤΑ ΚΑΛΝΤΕΡΙΜΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

 

Μετά την μεγάλη και συναρπαστική πορεία χαλαρώνουμε το βράδυ στο καταπληκτικό εστιατόριο-καφέ «Λίθος», πάνω από την πλατεία. Εδώ, απολαμβάνουμε ως αργά τις υπέροχες γεύσεις και την μεγάλη ποικιλία, που μας προσφέρουν πλουσιοπάροχα. Μια απαλή μουσική κι ένα ευχάριστο αεράκι συνοδεύουν τις ώρες μας, που μετά τη ζέστη και την κούραση είναι το ωραιότερο τελείωμα της μέρας. Το άλλο μήνα το δροσερό μπαλκόνι θα δώσει τη θέση του στην χειμωνιάτικη αίθουσα με το τζάκι, τη ζεστασιά και την ωραία διακόσμηση.

Το επόμενο πρωί ξεκινάμε να γνωρίσουμε στις λεπτομέρειές του το χωριό. Η αρχή βέβαια γίνεται από τον χώρο στάθμευσης στην είσοδο. Εδώ δεσπόζει ένα εντυπωσιακό τετραόροφο, που με ύψος 13,5 μ. θεωρείται το υψηλότερο του Ζαγοριού. Όπως λένε οι ντόπιοι, το μεγάλο ύψος του κτιρίου οφείλεται στην απαίτηση μιας Κουκουλιώτισσας που ήρθε νύφη το Δίλοφο και ήθελε από τα παράθυρα της ν’ αντικρίζει το χωριό της. Το οίκημα είναι χτισμένο με πελεκητή πέτρα και με την στιβαρή του κατασκευή θυμίζει πύργο. Στην πρόσοψη φέρει πολλά σιδερόφρακτα παράθυρα, από τα οποία απουσιάζουν τα μπαλκόνια. Χτίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Γιώργο Μακρόπουλο, έμπορο στη Μ. Ασία, την δισέγγονη του οποίου παντρεύτηκε ο Σωτήρης Λουμίδης, της γνωστής οικογένειας που έγινε συνώνυμη με τον ελληνικό καφέ.

Από τη θέση αυτή έχουμε ωραία εικόνα του χωριού αλλά και ανοιχτή θέα προς την οροσειρά της Τύμφης και τις πλαγιές του Μιτσικελιού.

Η ιστορική αφετηρία του Δίλοφου, ως ενιαίου οικισμού, ανάγεται στον 16ο αιώνα και συγκεκριμένο στα 1583, όταν τα τρία γειτονικά χωριά «Πιτούρνα» (τόπος καμμένος κατά τον Λαμπρίδη), «Ζλάροβο» (τοποθεσία γεμάτη λάκκους) και «Πετρίτσα» συνενώθηκαν και δημιούργησαν το «Σωποτσέλι», το μετέπειτα Δίλοφο.

Περιγράφοντας το φυσικό του περιβάλλον ο Λαμπρίδης αναφέρει: «Κείται δε η κατάρυτος και κατάφυτος αύτη κωμόπολις επί λόφων, παραφυάδων του Μιτσικέλι πλησίον αμπελώνων και περικαλύπτεται υπό δένδρων και θάμνων. Έχει δε οικίας ως επί το πλείστον μικράς και διαστήματα μεταξύ τούτων πολύ μικρά, οδούς δε εστρωμένας κατά το πλείστον. Οι κάτοικοι δε ταύτης διακρίνονται ιδίως επί φιλοξενία».

Κάτω από τη θέση στάθμευσης ξεκινάει ένα στενό καλντερίμι, που περνάει δίπλα σε κήπους και κατάφυτες αυλές. Ακολουθώντας πορεία ημικυκλική από το κάτω τμήμα του χωριού, καταλήγει μετά από λίγο στην πλατεία. Όλη αυτή η περιοχή είναι καλυμμένή με καρυδιές, κερασιές, μηλιές, βατομουριές και πολλές κουφοξυλιές, κατάφορτες με τσαμπιά μαύρων καρπών. Ο Μανώλης, που ειδικεύεται στην αναγνώριση και στην χρήση των βοτάνων μας λέει, ότι αυτοί οι καρποί μετά από κατάλληλη επεξεργασία, μπορούν να χρησιμοποιηθούν με μέλι, ως σιρόπι κατά΄του κρυολογήματος.

Αθέατα κάτω από τα δέντρα κήπων και περιβολιών φωλιάζουν παλιά πηγάδια που εξακολουθούν να έχουν νερό. Έτσι άλλωστε προέκυψε και η παλιά ονομασία «Σωποτσέλι» του χωριού, που σημαίνει τόπος με πολλά νερά. Εκτός από μερικά ερειπωμένα, τα πιο πολλά σπίτια σ’ αυτό το σημείο του χωριού είναι συντηρημένα και κατοικήσιμα.

Από το σπίτι του Λουμίδη αρχίζει η οδός 21ης Φεβρουαρίου, ο κεντρικός δρόμος του χωριού. Είναι ένα φαρδύ καινούριο καλντερίμι, κατασκευασμένο στα πρότυπα των παλιών αλλά με μεγάλες διαφορές στο τελικό αποτέλεσμα. Μερικές δεκάδες μέτρα μετά ανηφορίζει στ’ αριστερά ένα παμπάλαιο καλντερίμι, που περνάει μπροστά από την είσοδο του αρχοντικού και καταλήγει στο δρυοδάσος, πάνω απ΄ το χωριό.

Μετά από λίγο τελειώνει ο καινούργιος δρόμος και διχάζεται σε δυο παμπάλαια καλντερίμια. Το πρώτο είναι φαρδύ και περίτεχνης κατασκευής, το ωραιότερο στο Δίλοφο. Η πολυτέλεια της αρχιτεκτονικής του είναι δικαιολογημένη, αφού είναι ο κεντρικός δρόμος πρόσβασης προς την πλατεία του χωριού. Το δεύτερο είναι στενότερο και ταπεινότερο, ανηφορίζει λοξώς αριστερά και οδηγεί στον πάνω μαχαλά. Εδώ βρίσκεται και η είσοδος του ωραίου εστιατορίου «Λίθος». Καθώς ανηφορίζουμε αυτό το καλντερίμι, αποκαλύπτονται χαμηλά εξαιρετικές εικόνες του χωριού, ενώ η πλαγιά στο άνω τμήμα καλύπτεται από πυκνό δρυοδάσος. Είναι ένας έξοχος συνδυασμός ωραίας φύσης από τη μια πλευρά και ζαγορίσιας αρχιτεκτονικής από την άλλη. Εδώ, χτισμένο με εξαίρετη λιθοδομή, βρίσκεται το υψηλότερο σπίτι του χωριού, σε υψόμ. 900 περίπου μέτρων. Η θέα είναι κορυφαία στην κάτοψη του Δίλοφου, Β-ΒΑ στο Κουκούλι, πιο πίσω στο Καπέσοβο και πιο πάνω ακόμη στο Βραδέτο.

Αμέσως μετά το καλντερίμι μετατρέπεται σε μονοπάτι ανάμεσα σε πλούσιο φυσικό περιβάλλον με φράξους, σφενδάμια και κρανιές. Ένα όμορφο γεφυράκι διακρίνεται μετά βίας μέσα στη βλάστηση. Κάποια σπίτια του πάνω μαχαλά, μεγάλες καρυδιές και μετά από λίγο βρισκόμαστε στο Δ-ΒΔ άκρο του χωριού, στο ωραίο ξέφωτο από όπου είχαμε ξεκινήσει την πορεία με τον Μανώλη. Καρυδιές, βαλανιδιές, ένα πετρόχτιστο πηγάδι και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Ιωαννίδη.

Συναντάμε ήδη το παλιό και θαυμάσιο καλντερίμι της ΒΔ εισόδου του χωριού, που περνάει μπροστά από την είσοδο του παλιού Παρθεναγωγείου, την εκκλησία της Θεοτόκου, του ξενώνα του Γιώργου και καταλήγει στον πλατεία. Το πάλαι-ποτέ επιβλητικό Παρθεναγωγείο κάηκε εδώ και πολλά χρόνια. Το μόνο που απομένει σήμερα είναι η είσοδος και ένα μικρό τμήμα στην ΒΑ γωνία, όπου με δυσκολία διακρίνονται μέσα στους κισσούς οι σιδεριές από αψιδωτά παράθυρα και η έξοχη τοιχοποιία με πελεκητή πέτρα.

Συνεχίζουμε ελαφρά κατηφορικά περνώντας ανάμεσα από καλοδιατηρημένα σπίτια με ωραία αρχιτεκτονική. Προβάλλει απέναντί μας, ψηλότερο από κάθε άλλο κτίσμα, το επιβλητικό καμπαναριό της εκκλησίας, πετρόχτιστο, τετραόροφο και με χρονολογία κτητορικής επιγραφής 1852. Εδώ, στη  συμβολή δύο καλντεριμιών, βρίσκεται και η μεγάλων διαστάσεων εκκλησία της Θεοτόκου, χτισμένη με πελεκητή πέτρα αρχικά το 1857. Το 1896 έγινε παρανάλωμα του πυρός και ανοικοδομήθηκε εκ νέου το 1899. Όλη η Ν πλευρά καλύπτεται από εξωνάρθηκα με αψίδες και κολώνες. Εδώ βρίσκεται και ο πλακόστρωτος αύλειος χώρος, με το παλιό παρεκκλήσι και ωραία θέα στο χωριό. Η Δ είσοδος φέρει στο υπέρθυρο μικρή τοιχογραφία της Παναγίας με τον Χριστό. Εδώ υπάρχει μακρύς θολωτός διάδρομος που οδηγεί στο καμπαναριό και στην Β έξοδο του ναού. Περνώντας μπροστά από τον ξενώνα του Γιώργου, φτάνουμε ήδη στην πλατεία έχοντας ολοκληρώσει μια περιμετρική περιήγηση του Δίλοφου, που, με συνεχές βάδισμα, απαιτεί χρόνο λιγότερο από τέταρτο.

Η πλατεία είναι πλακόστρωτη και πανέμορφη. Στο κέντρο της επιβάλλεται καταλυτικά με τη γιγάντια παρουσία του ένας πλάτανος, που η πιθανότερη χρονολογία της γέννησής του ανάγεται στα πρώτα χρόνια οίκησης του χωριού, πάνω από 4 αιώνες πριν. Τα πολυπλόκαμα κλαδιά με τα πλούσια φυλλώματα καλύπτουν προστατευτικά όλο τον χώρο της πλατείας, ως τις τελευταίες της άκρες. Ο πελώριος κορμός είναι μαυρισμένος και σχεδόν χωρισμένος στα δύο από τη δράση των κεραυνών. Το υπέροχο όμως δέντρο εξακολουθεί να είναι ακμαίο και ν’ αντέχει στο πέρασμα του χρόνου.

Το μόνο ανθρώπινο έργο που μπορεί να συναγωνισθεί σε όγκο και μεγαλοπρέπεια αυτό το μνημείο της φύσης, είναι το παλιό Αρρεναγωγείο. Είναι η περίφημη «Αναγνωστοπούλειος Σχολή, που ορθώνεται σε απόσταση μόλις 10 μέτρων Δ-ΝΔ του πλάτανου. Με την σκούρα πελεκητή πέτρα, τις ογκώδεις διαστάσεις και την αυστηρή αρχιτεκτονική γραμμή, θυμίζει περισσότερο κτίσμα μοναστηριακό, παρά κάποιο χαρούμενο και ανάλαφρο σχολικό κτίριο. Ο πειθαρχημένος αρχιτεκτονικός χαρακτήρας τονίζεται ακόμη περισσότερο από τα 16 ισομεγέθη και σιδερόφρακτα παράθυρα και την απουσία οποιουδήποτε διακοσμητικού στοιχείου στην πρόσοψη.

Στα Β και Α της πλατείας οι μεγάλοι όγκοι είναι ανύπαρκτοι, οι ανθρώπινες διαστάσεις επανέρχονται. Μικρή πλατειούλα με ωραίο πέτρινο πηγάδι, οικήματα χαμηλά, ανοιχτοί ορίζοντες. Εδώ και το ταβερνάκι – καφενείο «Σωποτσέλι», που ξεπέρασε τον αιώνα, αφού πρωτολειτούργησε το 1901. Στα σκιερά τραπεζάκια του απολαμβάνουν το κρασάκι τους αρκετές παρέες. Μαζί τους κι εμείς, με τα ωραία ντόπια κρεατικά που μας προσφέρουν ο Θανάσης και η Χριστίνα.

Προσκαλούμε στη συντροφιά μας την κυρία Κλειώ Μηλιώτη, γεννημένη στο Δίλοφο, με άντρα και μητέρα επίσης από το Δίλοφο. Η μητέρα της είχε σπουδάσει στο Παρθεναγωγείο, σώζεται μάλιστα και το τελάρο στο οποίο είχε μάθει να κεντά. Η Κλειώ πρόλαβε όρθιο το κτίριο του Παρθεναγωγείου, η ίδια όμως τελείωσε το Δημοτικό στο Αρρεναγωγείο την περίοδο 1943-44. θυμάται όλα τα ονόματα των δασκάλων της, τα 42 παιδιά και βέβαια την αυστηρότητα και το ξύλο, που ήταν το συνηθέστερο μέσον σωφρονισμού. Ο Γιώργος την ρωτάει, αν μπορούμε να επισκεφτούμε το σπίτι της. Η καλή κυρούλα δεν έχει καμία αντίρρηση.

Στο σκοτεινό και χαμηλοτάβανο υπόγειο σώζεται κάδος από ρόμπολο χωρητικότητας 2000 οκάδων για το κρασί της οικογένειας. Υπάρχουν επίσης πολλά παλιά αντικείμενα και σκεύη και ένα ξύλινο αμπάρι, όπου φυλασσόταν το σιτάρι. Στο κάτω μέρος υπάρχουν δυο μικρά ανοίγματα με πορτούλες, που ανοίγοντάς τες η οικογένεια έπαιρνε όση ποσότητα χρειάζεται. Περνάμε στον δεύτερο όροφο. Εδώ κυριαρχούν τα δυο «μαντζάτα» με τα τζάκια και τα «μπάσια» τους, την θαυμάσια ξύλινη «μισάντρα» για τα βαριά ρούχα της οικογένειας. Διασώζεται ένα υπέροχο ξυλόγλυπτο ταβάνι και οι ζωγραφισμένοι τοίχοι, ενώ το ξύλινο πάτωμα είναι αυθεντικό. Το σπίτι χρονολογείται από το 1880, όπως διαπιστώνουμε από την χαραγμένη χρονολογία στην λαμαρίνα του τζακιού. Μοιάζει σαν να το άγγιξε ελάχιστα ο χρόνος, η κυρία Κλειώ το διατηρεί σε άριστη κατάσταση. Πριν φύγουμε, η καλή κυρούλα δεν παραλείπει να μας κεράσει ένα ποτηράκι εκπληκτικό δικό της τσίπουρο.

Επιστρέφοντας στην πλατεία μια άλλη συμπαθής Διλοφιώτισσα είναι στη συντροφιά, η κυρία Αθηνά. Λεπτούλα και μικρόσωμη, γεννημένη το 1920, διατηρείται σε θαυμάσια κατάσταση, είναι αεικίνητη και εξακολουθεί να δουλεύει, όπως άλλωστε σ’ όλη της τη ζωή. Ούτε αυτή πρόλαβε σε λειτουργία το Παρθεναγωγείο, αποφοίτησε όμως από το Αρρεναγωγείο, που αριθμούσε στα χρόνια της πάνω από 50 παιδιά. Σήμερα στο Δίλοφο δεν μένουν παραπάνω από 15 μόνιμοι κάτοικοι.

-Ήταν καλή τότε η ζωή κυρά-Αθηνά;

-Πολύ καλύτερη από σήμερα. Υπήρχε φτήνεια, αγαθά της γης, οι ξενιτεμένοι έφερναν πολλά λεφτά και κυρίως από την Αίγυπτο, όπου είχαν ζαχαροπλαστεία και φούρνους. Ζούσαμε όμορφα, είχαμε τους χορούς και τα πανηγύρια μας, τ’ αμπέλια και τα κρασιά μας, είχε ζωντάνια και κόσμο το χωριό. Ενώ σήμερα…

Ο ουρανός καλύπτεται από σύννεφα. Παίρνει να φυσάει ένα αεράκι, πάνω απ’ τα κεφάλια μας ακούγεται γλυκά το θρόισμα των φύλλων. Κάποια απ’ αυτά, ξερά και καφεκίτρινα, γλιστρούν απ’ τα κλαδιά τους, παρασύρονται για λίγο εδώ κι εκεί απ’ τον αέρα κι ύστερα ακουμπάνε μαλακά στις πλάκες της πλατείας. Το φθινόπωρο στο Δίλοφο δεν αργεί.

Νωρίς το απόγευμα έρχεται η κυρία Αλίκη Εμμανουηλίδου, το γένος «Βακόλα». Θυμάται κι αυτή τα παλιά αγνά χρόνια με τα πανηγύρια, τους χορούς και τα πεζούλια γύρω στην πλατεία, όπου φλερτάρουν οι νέοι της εποχής. Θυμάται ακόμη τον τότε Πρόεδρο του χωριού, τον Πέτρο Ζέρβα, που «ευτύχησε» να πεθάνει όρθιος στην αγκαλιά της γυναίκας του, χορεύοντας στην πλατεία.

Συνοδευόμενη από το γιο της και τη νύφη της μας υποδέχεται στο θαυμάσιο σπίτι της, μερικές δεκάδες μέτρα πάνω απ’ την πλατεία. Χαριτωμένη πλακόστρωτη αυλή με μεγάλες ορτανσίες, κουζινούλα με το τυπικό επιδαπέδιο τζάκι, τις πιατοθήκες τοίχου και τα παλιά σκεύη, το φουρνάκι και τον πέτρινο νιπτήρα. Απέναντι είναι η «κρεβάτα» με σπάνιο ξύλινο πάτωμα, όλο ζωγραφισμένα με υπέροχα μοτίβα, κυρίως λουλούδια. Τα χρώματα έχουν βέβαια ξεθωριάσει αλλά είναι αυθεντικά. Παλιές οικογενειακές φωτογραφίες στους τοίχους, που κάποτε ήταν κι αυτοί ζωγραφισμένοι.

Με μερικά σκαλοπάτια φτάνουμε στο μαντζάτο, με τη μισάντρα, τα μπάσια, το τζάκι και όμοια ζωγραφισμένο πάτωμα, που επαναλαμβάνεται και στο μικρότερο μαντζάτο. Από εδώ όμως λείπει το τζάκι, θύμα ενός μεγάλου κλαδιού του πλάτανου, που κατέπεσε από τον δεύτερο κεραυνό το 1963. δίπλα είναι η αποθηκούλα, με αθέατη στο δάπεδό της την «γκλαβανή», την είσοδο δηλαδή της καταπακτής που οδηγεί στο κατώι.

Με εσωτερική σκάλα που διατηρείται σε άριστη κατάσταση οδηγούμαστε στο «νοντά», ένα εκπληκτικό δωμάτιο με έξοχη ξυλόγλυπτη οροφή, περίτεχνο τζάκι και τοίχους κατάγραφους από Χιονιαδίτες ζωγράφους το 1885, όπως αναφέρεται στη σχετική επιγραφή.

Καθώς κατεβαίνουμε, παρατηρούμε στην κορυφή της σκάλας μια σκοτεινή εσοχή. Εκεί ήταν ένας κλειστός χώρος που χρησιμοποιείτο για την φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειας.

Περνάμε τελευταία στο κατώι, όπου μας υποδέχονται αρχικά δυο μεγάλοι κάδοι και τρία βαρελάκια. Στους επόμενους τρεις χώρους υπάρχουν πολλά βαρελάκια, άφθονα παλιά εργαλεία και σκεύη, ενώ εδώ καταλήγει και η μικρή κρυφή σκάλα της γλαβανής. Μια πόρτα του κατωγιού επικοινωνεί κατευθείαν με την πλατεία. Μέσα σε λίγα λεπτά έχουν περάσει από τα μάτια μας, έστω και αχνά, οι διαδοχικές εικόνες από τους χώρους του παλιού αρχοντικού και ο τρόπος ζωής μιας άλλης εποχής.

Καρυδάκι γλυκό από τα  χέρια της κυρίας Αλίκης, δροσερό νερό και αποχαιρετάμε τους φιλόξενους ανθρώπους. Φεύγοντας από το μεγάλο αρχοντικό παρατηρούμε την εγχάρακτη χρονολογία 1838 και τα ωραία στοιχεία της αρχιτεκτονικής του: μικρά καμπύλα πέτρινα φουρούσια κάτω από τις στέγες, περίτεχνη λιθοδομή, πολλά σιδερόφρακτα παράθυρα και το τόσο προνοητικό κοίλωμα του τοίχου που εξέχει στο καλντερίμι, ενδεικτικό της ευαισθησίας των κτητόρων, για να μην χτυπούν στον τοίχο τα φορτία των υποζυγίων.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αργά το απόγευμα, όπως ήταν αναμενόμενο από ώρα, αρχίζει να βρέχει δυνατά. Κάτω από τις χοντρές σταγόνες το Δίλοφο αποκτάει μιαν άλλη όψη, ρομαντική και γοητευτική, όπως τότε που το πρωτογνώρισα. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά οι επίπεδες πλάκες των στεγών μεταβάλλονται σε μικρές γυαλιστερές επιφάνειες, το πυκνό δάσος προβάλλει ολόδροσο. Λίγη ώρα αργότερα καταλαγιάζει η μπόρα. Απομένουν μερικά θεαματικά σύννεφα στον γαλάζιο ουρανό. Πριν πέσει η νύχτα.

Ανοίγει ο Γιώργος ένα μπουκάλι εκλεκτό κρασί από την πλούσια κάβα του.

– Καλό χειμώνα, φίλοι μου.

– Καλό σου χειμώνα, Γιώργο.

 

back-button
next-button
dilofo dilofo_1 dilofo_2 dilofo_3 dilofo_4 dilofo_5 dilofo_6 dilofo_7 dilofo_8 dilofo_9 dilofo_10 dilofo_11 dilofo_12 dilofo_13
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories