home Άρθρα Υγρότοποι Κοτυχίου – Στροφιλιάς
Υγρότοποι Κοτυχίου – Στροφιλιάς

Με συνολική έκταση που ξεπερνάει τα 140.000 στρέμματα, οι Υγρότοποι Κοτυχίου Στροφιλιάς είναι ένα ζωντανό μουσείο φυσικής ιστορίας με χαρακτηριστικά, που στον Ελλαδικό χώρο είναι μοναδικά. Γιατί εδώ συνυπάρχουν ταυτόχρονα Λιμνοθάλασσες, Έλη και Βαλτοτόπια, Καλαμιώνες, Δάση Κουκουναριάς, Χαλεπίου Πεύκης και Δρυός, Αναρριχητικά πεδία και Ασβεστολιθικά βουνά, απέραντοι Αμμόλοφοι και Θερμά Λουτρά.

Υπάρχουν ακόμη Αλυκές, Διβάρια με ψάρια και χέλια, καθώς και ο μοναδικός -στην Δυτ. Πελοπόννησο- πληθυσμός τσακαλιών. Ανάμεσα α’ αυτά τα οικοσυστήματα τρέφονται, αναπαράγονται και φωλιάζουν αναρίθμητα, κάθε είδους πουλιά. Σ’ έναν τόπο με ήπιο κλίμα, που τον δροσίζουν ή τον θερμαίνουν οι ανάσες του Ιουνίου. Φυσιολάτρες, πεζοπόροι, φωτογράφοι, παρατηρητές πουλιών αλλά και όλη η οικογένεια θα βρουν εδώ έναν αληθινό παράδεισο, με διαφορετικά -κάθε εποχή του χρόνου- συναρπαστικά χαρακτηριστικά.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή ,Αλέξης Καννάς ,Ν. Πάρχας ,Γ. Πάρχας ,Α. Γούλα ,Γ. Ρεκλός
Υγρότοποι Κοτυχίου – Στροφιλιάς
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ, Ηλεία

Ο δρόμος διαγράφεται επίπεδος μπροστά μας. Με βαρετές ευθείες και μηδενικές υψομετρικές διαφορές. Ολόγυρα το βλέμμα συναντάει μόνον θερμοκήπια και χωράφια, αδιάφορα χωριά. Βρισκόμαστε στα ΒΔ της Πελοποννήσου, στην διαδρομή από την Πάτρα προς τον Πύργο. Εδώ δεν “ευχόμαστε να ‘ναι μακρύς ο δρόμος“. Μας ενδιαφέρει μόνον ο προορισμός μας, η “Ιθάκη“. Μια Ιθάκη, ωστόσο, που δεν φαίνεται πουθενά.

Ας κάνουμε υπομονή, λέω στην Άννα. Όλες οι πληροφορίες συμφωνούν, πως πάμε να συναντήσουμε ένα οικοσύστημα ξεχωριστό, όχι μόνον για την Ελλάδα μα για ολόκληρη την λεκάνη της Μεσογείου.

– Μήπως είναι υπερβολή;

Τις επόμενες μέρες διαπιστώσαμε, πως δεν ήταν υπερβολή. Οι υγρότοποι στην ευρύτερη περιοχή Κοτυχίου – Στροφυλιάς αποδείχθηκαν ένας τόπος πραγματικά μοναδικός. Και αποδείχθηκε επίσης, πως ακόμη και το πιο “άνευρο” – φαινομενικά – τοπίο στην Ελλάδα, μπορεί να κρύβει εκπλήξεις και ιδιαιτερότητες, που είναι αδύνατον να προβλέψει κανείς. Εξίσου δύσκολο ήταν να προβλέψουμε, ότι μέσα στο καταχείμωνο και μάλιστα σ΄έναν, – θεωρητικά – θερινό προορισμό, θα βρίσκαμε ένα κατάλυμα σε πλήρη λειτουργία και – κυρίως – με τόσο υψηλού επιπέδου υπηρεσίες.

Καθώς φτάνουμε, λοιπόν, στο ύψος των Λεχαινών εγκαταλείπουμε την Εθνική οδό Πάτρας – Πύργου και κατευθυνόμαστε προς την ιστορική παραθαλάσσια Κυλλήνη, την αφετηρία των καραβιών για τα αντικρινά Ιόνια νησιά. Δύο χιλιόμετρα πριν από την Κυλλήνη συναντάμε στο πλάι του δρόμου έναν υπέροχο κήπο με καλοκουρεμένο γρασίδι και λουλούδια. Εδώ βρίσκονται τα “Fragos Garden studios“. Είναι τα έξι μονόχωρα και δίχωρα, άριστα εξοπλισμένα διαμερίσματα, που λειτουργούν από το 2001.

Μας υποδέχεται με περίσσια εγκαρδιότητα ο οικοδεσπότης μας, ο Κώστας Φραγκοπανάγος. Νέος άνθρωπος αλλά με 15χρονη ήδη θητεία στον χώρο του τουρισμού ο Κώστας, έχει κατευθύνει σε δυο – κυρίως – άξονες τις προσπάθειές του : στην άριστη φιλοξενία και εξυπηρέτηση των επισκεπτών του και στην πλήρη ενημέρωσή τους για τις περιηγητικές δυνατότητες της ευρύτερης περιοχής.

Αισθανθείτε σαν στο σπίτι σας, καταλήγει ο Κώστας. Και απολαύστε όσο μπορείτε περισσότερο τις μοναδικές ιδιαιτερότητες αυτού του τόπου.

Ιδιαιτερότητες που αρχίσαμε ν ‘ανακαλύπτουμε ήδη από το επόμενο πρωί.

ΦΟΡΕΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΥΓΡΟΤΟΠΩΝ ΚΟΤΥΧΙΟΥ -ΣΤΡΟΦΥΛΙΑΣ

Για την εγκυρότερη γνωριμία μας με την περιοχή απευθυνόμαστε στο Κέντρο Πληροφόρησης του Φορέα Διαχείρισης Υγροτόπων Κοτυχίου – Στροφυλιάς. Βρίσκεται στο κέντρο του χωριού Λάππας, σε απόσταση 33,5 χιλιομέτρων από το κατάλυμά μας προς την Πάτρα. Η περιοχή αρμοδιότητα του φορέα καλύπτει μια έκταση 143.000 στρεμμάτων. Η προστατευόμενη περιοχή απλώνεται από τα “Μαύρα Βουνά” του Αράξου στο βορρά ως την Αλυκή Λεχαινών στον νότο. Είναι μια λωρίδα γης μήκους 30 χιλιομέτρων και κυμαινόμενου πλάτους από 0,5 έως 4 χιλιόμετρα, που ορίζεται από την Εθνική Οδό Πατρών – Πύργου ανατολικά ως το θαλάσσιο μέτωπο του Ιονίου Πελάγους στα δυτικά. Εκτός από τα Μαύρα Βουνά στο ακρωτήριο Άραξος, με 240 μέτρα και τον λόφο στο ακρωτήριο Κουνουπέλι με, 47 μέτρα, όλη η υπόλοιπη περιοχή είναι πεδινή, με μεγάλα τμήματα μηδενικού υψομέτρου που συμβάλλουν στην δημιουργία υγροτόπων.

Σκοπός της λειτουργίας του Φορέα Διαχείρισης είναι η προστασία των ενδοαιτημάτων (1) της προστατευόμενης περιοχής και συγκεκριμένα των υγροτόπων, των αμμόλοφων και του δάσους κουκουναριάς της Στροφυλιάς, του πιο εκτεταμένου δάσους κουκουναριάς στην Ελλάδα. Παράλληλα με την προστασία, στόχος του φορέα είναι και η ενημέρωση για την οικολογική σημασία της περιοχής, η ευαισθητοποίηση των πολιτών και η υλοποίηση προγραμμάτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, ξενάγησης και οικοτουρισμού. Προτεραιότητες είναι η διατήρηση και ενίσχυση της Κουκουναριάς (Pinus pinea), η παρακολούθηση στις λιμνοθάλασσες της ποιότητας του νερού, καθώς και η προστασία στην παραλιακή ζώνη των αμμολόφων.

Ως προς το κλίμα της περιοχής θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως πολύ ήπιο, χωρίς ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι ή ιδιαίτερα χαμηλές τον χειμώνα, ενώ και η βροχόπτωση μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική.

Συνοδευόμενοι από την βιολόγο του Φορέα Διαχείρισης, Βασιλική Ορφανού, κατευθυνόμαστε ΒΔ του Λάππα για την πρώτη μας περιήγηση στην περιοχή. 3 χιλιόμετρα μετά συναντάμε το “Μετόχι”, τον πλησιέστερο προς την προστατευόμενη περιοχή οικισμό. Τελείως επίπεδο χωριό, χωρίς ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, με μονοκατοικίες, μαντριά και αρκετή ακαταστασία στο περιβάλλον. Βόρεια του χωριού απλώνεται η Λιμνοθάλασσα του Πρόκοπου. Στα ακίνητα νερά καθρεφτίζεται το Δάσος Κουκουναριάς, σιλουέττες πουλιών, τα αντικρινά Μαύρα Βουνά. Πολλά κρωξίματα πουλιών, πτήσεις χαμηλές, κίνηση και ζωή. Είναι πολύ κοντά η λιμνοθάλασσα, συνορεύει με το Β – ΒΔ άκρο του χωριού. Αρκετές βαρκούλες, με μήκος που δεν ξεπερνάει τα 3 μέτρα, κείτονται παροπλισμένες στη χορταριασμένη ακρολιμνιά.

Μετά το Μετόχι συνεχίζει ο δρόμος και περνάει παράλληλα με μια εκτεταμένη βαλτώδη περιοχή. Είναι το Έλος της Λάμιας.

….

ΤΟ ΕΛΟΣ ΤΗΣ ΛΑΜΙΑΣ

Το Έλος της Λάμιας, είναι ένας ρηχός βάλτος, που χωρίζεται από την Λιμνοθάλασσα του Προκοπίου με τον δρόμο. Όταν υπάρχουν πολλές βροχοπτώσεις τα δύο οικοσυστήματα επικοινωνούν, με δύο σωλήνες που υπάρχουν κάτω από τον δρόμο. Το σύστημα επικοινωνίας με την θάλασσα γίνεται μέσω του Αύλακα “Κέντρου”, μήκους 5.000 μέτρων, που αποστραγγίζει τον καλαμιώνα της Λάμιας, διατρέχοντας το δάσος Στροφυλιάς παράλληλα με την ακτογραμμή. Κατά την χειμερινή περίοδο και την καλοκαιρινή μετανάστευση, που τα εδάφη είναι συνήθως πλημμυρισμένα, η περιοχή αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες θέσεις τροφοληψίας και ανάπαυσης για τα διαχειμάζοντα και μεταναστευτικά παρυδάτια πουλιά. Από τον Μάιο – κυρίως – με την υποχώρηση των υδάτων, το αλίπεδο Λάμιας – Μετοχίου αποτελεί μια από τις σημαντικότερες θέσεις φωλιάσματος για το Νεροχελίδονο (Glareola pratincola).

Ως προς την ονομασία του, το Έλος της Λάμιας οφείλει το όνομά του σ’ έναν θρύλο, που ήθελε τον βάλτο να είναι τόπος κατοικίας ενός ξωτικού, της «Λάμιας», που με τις δυνατές φωνές του στοίχειωνε τα βράδια του καλαμιώνες.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι ηχηρές αυτές κραυγές ανήκαν στον Ήταυρο (Botaurus stellaris), έναν ερωδιό, που άλλοτε φώλιαζε εκεί σε μεγάλους αριθμούς.

Περνάμε δίπλα από μια χαρακτηριστική αιωνόβια βαλανιδιά, στην θέση “Μεγάλη Βαλανιδιά”. Ήδη όμως στο οπτικό μας πεδίο κυριαρχεί το περίφημο Δάσος της Στροφυλιάς, με τους εντυπωσιακούς, ερυθρωπούς κορμούς των Κουκουναριών. Το ασφάλτινο οδόστρωμα εξελίσσεται μπροστά μας ανασηκωμένο σε πολλά σημεία. Το φαινόμενο δεν οφείλεται σε κατασκευαστική κακοτεχνία αλλά στις επιφανειακές ρίζες πολλών δεκάδων πελώριων κουκουναριών, που δεσπόζουν δίπλα στο δρόμο.

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΣΤΡΟΦΥΛΙΑΣ

Στο ΒΔ τμήμα της προστατευόμενης περιοχής βρίσκεται το περίφημο Δάσος της Στροφυλιάς. Είναι το πιο εκτεταμένο δάσος Κουκουναριάς (Pinus pinea) σε όλη την Ελλάδα και ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη, με συνολική έκταση 22.000 στρεμμάτων. Καλύπτει μια παραλιακή δασική λωρίδα μέσου πλάτους περίπου 1250 μέτρων, με μικρά ή μεγάλα ξέφωτα και διάκενα. Σε διάφορα σημεία υπάρχουν λιμνάζοντα νερά και κανάλια φυσικά ή τεχνητά, που συντελούν στον σχηματισμό μια αλληλουχίας υγρών και χερσαίων βιοτόπων, με γλυκά και υφάλμυρα νερά. Η αλληλουχία αυτή δημιουργεί ένα οικοσύστημα μεγάλης βιοποικιλότητας. Το Δάσος της Στροφυλιάς απαρτίζεται από τρία κυρίαρχα είδη δέντρων, την Κουκουναριά, την Χαλέπιο Πεύκη (Pinus halepensis) και την Ήμερη Βαλανιδιά (Quercus macrolepis). Από τα είδη αυτά, η Χαλέπιος Πεύκη καταλαμβάνει την μεγαλύτερη έκταση και εμφανίζεται αμιγής, κυρίως κατά μήκος της αμμώδους παραλίας και των θινών. Στα εσωτερικά τμήματα του δάσους σχηματίζονται μεικτές συστάδες με κυρίαρχο είδος την Κουκουναριά. Τέλος, στο ανατολικό τμήμα του δάσους εμφανίζεται σε πολύ μικρή έκταση και η Ήμερη Βαλανιδιά, σχηματίζοντας αμιγείς ή μικτές συστάδες με την Κουκουναριά.

Η Κουκουναριά, με τον γνωστό, πολύ νόστιμο καρπό της, είναι πολύ ευαίσθητο είδος, με περιορισμένη μεσογειακή εξάπλωση, Προτιμά τα αμμώδη ή αμμοαργιλώδη εδάφη και γι’ αυτό απαντάται σε πεδινές εκτάσεις κοντά στη θάλασσα. Στην Στροφυλιά, το μεγαλύτερο τμήμα των κουκουναριών βρίσκεται προστατευμένο πίσω από τις συστάδες χαλεπίου πεύκης που φυτρώνουν ως τη θάλασσα. Μ’ αυτό τον τρόπο προστατεύονται από τους ισχυρούς ανέμους και την αλατότητα του θαλάσσιου νερού. Η πλειοψηφία των κουκουναριών της Στροφυλιάς έχουν ηλικία 100-200 ετών και σχηματίζουν πελώριες ομπρέλες με εντυπωσιακούς κορμούς. Τα τελευταία όμως χρόνια η κουκουναριά αντιμετωπίζει προβλήματα φυσικής αναγέννησης και γι’αυτό η αναπαραγωγή της υποβοηθείται με την φύτευση νεαρών δενδρυλλίων.

Άλλα είδη που φύονται σε μικρότερους αριθμούς είναι η Γκορτσιά (Pyrus amygdaliformis), η Τσικουδιά (Pistacia terebinthus), το Θαμνόκερδο (Juniperus phoenica), το Πουρνάρι (Quercus coccifera) καιο Φράξος (Fraxinus augustifolius). Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο Δάσος Στροφυλιάς βρίσκουν καταφύγιο χερσαίες χελώνες, αλεπούδες, νυφίτσες, δενδροποντικοί και πολλά πουλιά όπως ο Κούκος, ο Νανόμπουφος, οι Φυλλοσκόποι και άλλα. Ακόμη, το ζωντανό και νεκρό ξύλο των δέντρων αποτελεί ένα μικρό ενδιαίτημα για ποικιλία εντόμων και μανιταριών, που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανακύκλωση της ύλης του δάσους.

Διασχίζοντας ένα απίστευτα θεαματικό τμήμα του δάσους Στροφυλιάς, φτάνουμε στα ξύλινα οικοτουριστικά σπιτάκια, στις χορταριασμένες όχθες της λιμνοθάλασσας του Πρόκοπου. Ειδυλλιακός τόπος, με ξύλινα γεφυράκια, πλούσια βλάστηση και ακίνητα νερά, με αντανακλάσεις των δέντρων, του ουρανού και των Μαύρων Βουνών. Σε κάποια σημεία ίπτανται σμήνη κουνουπιών.

ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΠΡΟΚΟΠΟΣ

Μετά το Μετόχι ξαναβρισκόμαστε πλάι στον Πρόκοπο. Η Λιμνοθάλασσα Πρόκοπος οριοθετείται βόρεια από τα Μαύρα Βουνά και δυτικά από το Δάσος Στροφυλιάς. Στα δυτικά και νότια, επίσης, αποτελεί την απόληξη του υγροτοπικού συστήματος Μετοχίου-Λάμιας. Έχει έκταση περίπου 1500 στρέμματα και μέσο βάθος από 0,5-1,5 μέτρα. Το μεγαλύτερο βάθος, εμφανίζεται σε τρεις ενδιάμεσες λιμνούλες, τις “Παλάδες“, με έκταση 120 στρέμματα, την “Χειροβολιά”, με 200 στρέμματα και την  “Μικρολίμνη” με 30 στρέμματα. Ο Πρόκοπος αποτελεί, στην ουσία, λίμνη γλυκού νερού, που έχει συνδεθεί μόνιμα με την θάλασσα μέσω ενός καναλιού, μήκους 1.870 μέτρων. Το 2004 έγιναν έργα διαπλάτυνσης και εκβάθυνσης του καναλιού με στόχο την αύξηση της ροής εισόδου θαλασσινού νερού.

Η Λιμνοθάλασσα του Πρόκοπου δέχεται τα νερά του ποταμού “Λαρισσού”, που αποχετεύει τα επιφανειακά νερά και τα στραγγιστικά νερά του αρδευτικού δικτύου “Πηνειού”. Στην λιμνοθάλασσα του Πρόκοπου, όπως και στις υπόλοιπες, ασκείται ιχθυοκαλλιέργεια Eκτατικής Μορφής”. (2) Εμφανίζεται όμως και το φαινόμενο της λαθροθηρίας, που τις περισσότερες φορές συμπίπτει με την επίσημη κυνηγετική περίοδο, από τις 20 Αυγούστου ως το τέλος Φεβρουαρίου. Το είδος που αποτελεί τον βασικό στόχο των λαθροκυνηγών είναι η “Φαλαρίδα”, γνωστή στην περιοχή ως “μπάλιζα” ή “μαυρόκοτα” (Fulica atra). Η λαθροθηρία κατά την εαρινή μετανάστευση αποτελεί σοβαρότατο πρόβλημα για την ορνιθοπανίδα της περιοχής. Τα κοπάδια των υδρόβιων πουλιών, τρομαγμένα από το κυνήγι στους υγροτόπους, καταφεύγουν στη θάλασσα. Η πολύωρη παραμονή τους όμως στην θάλασσα, όπου δεν μπορούν να τραφούν, εξαντλεί τα πουλιά. Εγκαταλείπουμε για λίγο τα μηδενικά υψόμετρα και τα νερά και κατευθυνόμαστε λίγο βορειότερα, στα “Μαύρα Βουνά”. Στους πρόποδες βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Πέτρου. Ένας στενός, ελικοειδής χωματόδρομος, κατάλληλος – κυρίως – για 4Χ4, ανηφορίζει στην πλαγιά των Μαύρων Βουνών. Τερματίζει 850 περίπου μέτρα πιο πάνω, στο πετρόχτιστο ξωκκλήσι της Παναγιάς, κουρνιασμένο στους βράχους του βουνού. Η θέα, από την περίοπτη αυτή θέση, είναι κορυφαία προς τον στεριανό και πελαγίσιο ορίζοντα και, βέβαια, στην Λιμνοθάλασσα του Πρόκοπου, στο κανάλι προς την θάλασσα, στην αχανή ακτογραμμή με τις αμμοθίνες και στην σκουροπράσινη λωρίδα του Δάσους της Στροφυλιάς.

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΒΟΥΝΑ

Τα Μαύρα Βουνά βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της προστατευόμενης περιοχής και αποτελούν  οικολογική συνέχεια της Λιμνοθάλασσας του Πρόκοπου και του Δάσους της Στροφυλιάς. Καλύπτονται από αραιά δάση ήμερης βαλανιδιάς, από χαμηλή βλάστηση αείφυλλων – πλατύφυλλων και από φρύγανα. Το όνομά τους το πήραν εξαιτίας της χαρακτηριστικής μαύρης όψης της βλάστησης, όταν τα παρατηρεί κανείς από μακριά. Χαρακτηριστικοί θάμνοι που φύονται στα Μαύρα Βουνά είναι ο σχίνος, το θαμνοκυπάρισσο, η αγριελιά, η γκορτσιά και η κουτσουπιά, ενώ από τα φρύγανα απαντάται η ασφάκα.

Το ομορφότερο όμως φυτικό είδος, που κοσμεί με την παρουσία του τους τραχείς ασβεστολιθικούς βράχους και τις πλαγιές είναι η περίφημη “Κενταύρια του Nieder”, (Centaurea niederi) ενδημικό είδος, που απαντάται μόνον στα Μαύρα Βουνά και στα στενά της Κλεισούρας, στο Μεσολόγγι. Τα Μαύρα Βουνά είναι οι κύριοι τροφοδότες του δάσους με γλυκό νερό και αποτελούν καταφύγιο για μικρά θηλαστικά και είδη ερπετών, καθώς και θέσεις φωλιάσματος κάποιων αρπακτικών ειδών.

Ψηλά στους βράχους ακούγονται θυμωμένες φωνές πουλιών. Είναι ένα ζευγάρι “Βραχοκιρκίνεζων” (Falco tinnunculus), που προσπαθούν να διώξουν μια “Γερακίνα” (Buteo buteo), που διαγράφει κύκλους κοντά στη φωλιά τους.

Τις ώρες του δειλινού μπορεί ν’ακούσει κανείς και τις φωνές από ένα ζευγάρι “Μπούφων”, ubo bubo), παρατηρεί ο Γιώργος Πάρχας, (3) λίγο πριν βγουν για το νυχτερινό τους κυνήγι ποντικιών και άλλων μικρών θηλαστικών.

Με μέγιστο ύψος 240 μέτρων και με ασβεστολιθικά πετρώματα συμπαγή, τα Μαύρα Βουνά αποτελούν αναρριχητικό πεδίο πολύ δημοφιλές. Κατά σύμπτωση, στη διάρκεια της παραμονής μας στην περιοχή, έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μερικούς αναρριχητές να σκαρφαλώνουν στους κάθετους ασβεστολιθικούς βράχους των βουνών. Ο ήχος του ηλεκτρικού τρυπανιού και οι χτύποι των σφυριών υποδηλώνουν το “αρμάτωμα” κάποιων αναρριχητικών διαδρομών.

Στο βόρειο τμήμα της Λιμνοθάλασσας του Πρόκοπου, κάτω ακριβώς από τους πρόποδες των Μαύρων Βουνών, διακρίνουμε μερικά σκαλοπάτια. Καταλήγουν στην ρηχή λιμνοθάλασσα, σ΄έναν χώρο που οριοθετείται με τσιμεντένιο τοίχο. Σ’ αυτό τον χώρο βρίσκονται υπαίθρια Ιαματικά Λουτρά, με θειούχες ενώσεις. Κατά την θερινή περίοδο αρκετοί επωφελούνται από την ιαματική δράση των λουτρών.

Σε μια φυσικά οχυρή θέση των Μαύρων Βουνών βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος του Τείχους Δυμαίων. Κτίστηκε γύρω στο 1250 π.Χ. και δεσπόζει σ’ όλη την γύρω περιοχή. Κατά την μυθολογία το έκτισε ο Ηρακλής, στον αγώνα του κατά του Αιγεία, βασιλέα των Ηλείων. Κατά την γερμανική κατοχή το τείχος χρησιμοποιήθηκε για την εγκατάσταση αντιαεροπορικών.

Θα ΄πρεπε τέλος να αναφέρουμε, ότι υπάρχει μια λατομική ζώνη έκτασης 1350 στρεμμάτων στις ΝΑ υπώρειες των Μαύρων Βουνών. Τα Μαύρα Βουνά εντάσσονται στην Α’ Ζώνη Προστασίας της Φύσης και κατά συνέπεια απαιτείται η κατάργηση της λατομικής ζώνης, ως δραστηριότητας ασύμβατης με τους σκοπούς προστασίας της περιοχής.

Στα Αγριολούλουδα των Μαύρων Βουνών, εκτός από την Κενταύρια του Nieder, πρέπει να αναφέρουμε και την “Πετροραγία” (Petrorraghia graminea), ενδημικό κι αυτό, που φύεται στους ασβεστολιθικούς βράχους, ανάμεσα στις συστάδες των φρυγάνων. Εκτός από τα σπάνια αυτά είδη συναντάμε ακόμη ανεμώνες, ασφόδελους, ίριδες, κρόκους, ορχιδέες και πολλά άλλα.

Συνεχίζοντας μερικά χιλιόμετρα βόρεια των Μαύρων Βουνών φτάνουμε στην λιμνοθάλασσα του Άραξου ή Πάππα ή Καλογριάς.

Η λιμνοθάλασσα αυτή έχει σχηματιστεί στο εσωτερικό τμήμα του ΒΔ άκρου της Πελοποννήσου, του Ακρωτηρίου Άραξου ή Κάβου Πάππας. Αποτελεί το βόρειο όριο της προστατευόμενης περιοχής. Νότια και δυτικά συνορεύει με τα Μαύρα Βουνά, ενώ βόρεια  και ανατολικά διαχωρίζεται από τον Πατραϊκό κόλπο από μια φαρδιά αμμώδη λουρονησίδα, με τρία στόμια προς τη θάλασσα. Η έκταση της λιμνοθάλασσας είναι 4.500 στρέμματα. Το κεντρικό της τμήμα έχει βάθος μεγαλύτερο από 1 μέτρο, το μέσο βάθος είναι 2,5 μ. και το μέγιστο βάθος 3,4μ. Στο βόρειο και νοτιοανατολικό άκρο υπάρχουν ρηχά αλμυρά έλη. Η λιμνοθάλασσα, όπως και οι υπόλοιπες της περιοχής, λειτουργεί με την έννοια του εκτατικού ιχθυοτροφείου, ενώ το βόρειο τμήμα της βρίσκεται μέσα στην στρατιωτική ζώνη του Ναυτικού Οχυρού Άραξου.

Από ορνιθολογικής άποψης η Λιμνοθάλασσα Καλογριάς παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά: είναι σε άμεση γειτνίαση με το υγροτοπικό σύστημα του Μεσολογγίου, από το οποίο απέχει σε ευθεία γραμμή μόλις 14 χιλιόμετρα. Αυτό επιτρέπει καθημερινές επισκέψεις από το Μεσολόγγι ειδών όπως οι Κορμοράνοι, (Phalacrocorax carbo) τα Ποταμογλάρονα (Sterna hirundo) και τα Γελογλάρονα (Gelochelidon nitotica). Χάρη στην ύπαρξη της στρατιωτικής ζώνης, η πρόσβαση στο βόρειο τμήμα της περιοχής είναι από περιορισμένη έως μηδενική. Έτσι η περιοχή είναι απαλλαγμένη, τόσο από την λαθροθηρία όσο και από κάθε είδους όχληση, που προέρχεται από αναψυχικές ή παραγωγικές δραστηριότητες. Εξαιτίας αυτής της συνολικής ηρεμίας, σ’ αυτή την περιοχή επιβιώνει ο μοναδικός πληθυσμός Τσακαλιού, της δυτικής Πελοποννήσου. Τέλος, λόγω του μεγάλου της βάθους, συγκριτικά με τις άλλες, η Λιμνοθάλασσα του Άραξου προτιμάται κυρίως από βουτηχτάρια και δεν φιλοξενεί μεγάλους αριθμούς υδρόβιων και παρυδάτια πουλιά. Αυτά περιορίζονται στα ρηχά έλη, στις παρυφές. Εκεί κατά την μετανάστευση εμφανίζονται καλές πυκνότητες κυρίως ερωδιόμορφων πουλιών.

Έχοντας ολοκληρώσει την γνωριμία μας με τα βόρεια όρια της προστατευόμενης περιοχής, επιστρέφουμε στα Μαύρα Βουνά και κατευθυνόμαστε ανατολικά στην παραλία Καλογριά. Την εποχή τούτη είναι ερημική η περιοχή. Την θερινή περίοδο όμως το μέγεθος της τουριστικής υποδομής προοιωνίζεται πραγματικό συνωστισμό. Στην αμμουδερή παραλία εκβάλλει το κανάλι από την Λιμνοθάλασσα του Πρόκοπου. Με μέσο πλάτος γύρω στα 10 μέτρα το κανάλι εμφανίζει έντονη ροή νερού από τον Πρόκοπο στην θάλασσα. Είναι η ώρα της άμπωτης.

Η παραλία της Καλογριάς καλύπτεται από λεπτή άμμο, ενώ για πολλές δεκάδες μέτρων είναι ο πυθμένας εξαιρετικά ρηχός, ιδανικός για μικρά παιδιά. Μεγάλο είναι το πλάτος της αμμουδιάς. Μια αμμουδιά που τερματίζει 200 μέτρα βόρεια (δεξιά) του καναλιού, ενώ νότια συνεχίζει τουλάχιστον για 10 χιλιόμετρα, ως το ακρωτήριο Κουνουπέλι. Σ’ αυτή την απέραντη λωρίδα εκτείνονται οι «θίνες»

Το οικοσύστημα των «θινών»  

Το συναντάμε βγαίνοντας από το μεικτό δάσος Χαλεπίου πεύκης και Κουκουναριάς, με κατεύθυνση προς την παράκτια ζώνη της περιοχής. Οι θίνες σχηματίζονται από θαλάσσια άμμο που μετακινείται με την βοήθεια των δυτικών ανέμων και των κυμάτων του Ιονίου. Η συσσώρευση αυτή του ανέμου προσδίδει στους αμμόλοφους την χαρακτηριστική κυματοειδή τους μορφή, με κατεύθυνση από τον βορρά προς τον νότο. Η συνολική έκταση των αμμόλοφων είναι περίπου 2.000 στρέμματα, μπορούν να φτάσουν σε ύψος τα 10 μέτρα, ενώ το πλάτος τους κυμαίνεται από 20-500 μέτρα.

Οι θίνες αποτελούν έναν τύπο παράκτιου οικότοπου, που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για ολόκληρο το οικοσύστημα των υγροτόπων και του δάσους. Οι θίνες αποτελούν φυσικό φίλτρο και αντιπλημμυρικό φράγμα για το αλμυρό νερό, απορροφούν την ενέργεια των κυμάτων, αποτρέπουν τη διάβρωση της παράκτιας ζώνης και προσφέρουν προστασία για την άγρια πανίδα και χλωρίδα. Εδώ ευδοκιμεί το περίφημο Κρίνο της θάλασσας (Pan cratium maritimum), η Αμμοφίλα (Ammophila arenaria) και ο Γαλακτίτης (Galactites tomentosa). Τα είδη αυτά είναι έτσι προσαρμοσμένα, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν το αφιλόξενο περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από δυνατούς ανέμους και υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι και άμμο.

Τέλος, στις αμμουδερές παραλίες πλήθος ειδών φωλιάζουν, γεννούν και αναζητούν την  τροφή τους, από τα παρυδάτια πουλιά που τσιμπολογούν ασπόνδυλα, μέχρι την απειλούμενη χελώνα Caretta caretta, που εναποθέτει τα αυγά της μέσα στην άμμο το καλοκαίρι.

ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΚΟΥΝΟΥΠΕΛΙ

Με οδηγούς μας τον Γιώργο Πάρχα και την Ανδρομάχη Γούλα εγκαταλείπουμε τις κεντρικές οδικές αρτηρίες και εισχωρούμε στον λαβύρινθο των δασικών δρόμων που αναπτύσσονται στα υγρολίβαδα, στους καλαμιώνες, στα σκιερά σημεία του Δάσους Στροφυλιάς. Ξαφνικά βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα θέαμα απολύτως απρόσμενο και παράξενο. Στην άκρη του δάσους δύο νέοι άντρες ξεφορτώνουν από ένα αγροτικό αυτοκίνητο λεπτές φέτες γυαλιού και τις τοποθετούν, τη μία πάνω στην άλλη, με ύψιστη προσοχή. Μας χαιρετούν με μια απλή κίνηση του χεριού τους και συνεχίζουν. Κάνουμε μια βόλτα και ξαναπερνάμε μετά από λίγη ώρα. Αυτό που βλέπουμε, μας αφήνει εμβρόντητους. Συναρμολογημένες οι φέτες του γυαλιού, έχουν αποκτήσει την μορφή ενός Κούρου!

Ήρεμος και χωρίς άγχος πια ο Μπάμπης Οικονομόπουλος ο δημιουργός του κούρου, δεν έχει κανένα πρόβλημα να μας μιλήσει για το έργο του.

-Αυτό που βλέπετε είναι το ομοίωμα του Κούρου Βολομάνδρας (4). Αποτελείται από 583 φέτες γυαλιού, πάχους η κάθε μία 3 χιλιοστών, που του δίνει ένα συνολικό ύψος 1,75μ. Το βάρος του φτάνει τα 780 κιλά! Κι αν ρωτάτε για το χρόνο της κατασκευής του, μαζί με το τρίψιμο με γυαλόχαρτο έφτασε σχεδόν τον μισό χρόνο.

-Και γιατί έφερες τον Κούρο εδώ;

-Για να τον φωτογραφίσω στις συνθήκες της συγκεκριμένης περιοχής.

Ο Γιώργος Πάρχας προτείνει να συνεχίσουμε για Κουνουπέλι, μέσω μιας αθέατης δασικής διαδρομής. Που μας επιφυλάσσει μια συναρπαστική αλληλουχία οικοσυστημάτων και εικόνων. Διασχίζουμε αρχικά εκτεταμένο δρυοδάσος με ξερόφυλλα καφετιά. Δεν είναι καθόλου συνηθισμένο να συναντάει κανείς στο επίπεδο της θάλασσας δρυοδάσος. Μετά από λίγο αρχίζει το Δάσος Στροφυλιάς. Είναι μια πορεία ανάμεσα στα μοναδικής ομορφιάς δέντρα κουκουναριάς. Εισχωρούμε στους εκτεταμένους βαλτότοπους της Λάμιας. Φωνές και τιτιβίσματα διαφόρων πουλιών, εικόνες μυστηριακές, μια ζούγκλα χαμηλού ύψους μέσα στο βάλτο, που δείχνει αδιαπέραστη. Στο φως του ήλιου χρυσίζουν οι Καλαμιώνες (Phragmites australis) και τα Ψαθιά (Τypha sp.)

ΟΙ ΚΑΛΑΜΙΩΝΕΣ ΠΡΟΚΟΠΟΥ-ΛΑΜΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΤΥΧΙΟΥ

Η προστατευόμενη περιοχή Κοτυχίου-Στροφυλιάς διαθέτει το πλέον εκτεταμένο σύστημα καλαμιώνων στην Πελοπόννησο αλλά και στην ΝΔ Ελλάδα, μιας και το υγροτοπικό σύστημα του Μεσολογγίου δεν διαθέτει καλαμιώνες. Η συνολική έκτασή τους ανέρχεται σε 5.800 στρέμματα, που κατανέμονται σε 1921 στον Πρόκοπο, 1453 στην Λάμια και 2425 στο Κοτύχι. Ο καλαμιώνας του Πρόκοπου είναι ο μοναδικός με ανοιχτή δομή και μωσαϊκότητα Τα χαρακτηριστικά αυτά ευνοούν την τροφοληψία και φωλεοποίηση  πολλών προστατευόμενων ειδών. Η υπερβολική όμως πύκνωση των καλαμιώνων Λάμιας και Κοτυχίου έχει μειώσει κατά πολύ τα διαθέσιμα ενδιαιτήματα. Έτσι αναλήφθηκε από το πρόγραμμα LIFE και υλοποιήθηκε ένα πιλοτικό έργο δημιουργίας ανοικτών εκτάσεων νερού και νησίδων στους καλαμιώνες του Κοτυχίου και της Λάμιας. Στόχος είναι να επωφεληθούν οι Βαλτόπαπιες αλλά και όλα τα είδη ερωδιών που διαχειμάζουν και σταθμεύουν στην περιοχή και ιδιαίτερα ο Ήταυρος.

Μετά τις τελευταίες δυνατές βροχές κάθε λακκούβα του δασικού δρόμου έχει μεταβληθεί σε νερόλακκο. Κάποιων το βάθος δεν είναι ευκαταφρόνητο. Ευτυχώς ο πυθμένας δεν είναι λασπωμένος γιατί το οδόστρωμα είναι σκληρό. 5 Χιλιόμετρα διαρκεί η ποικιλόμορφη, απρόσμενα ωραία διαδρομή. Στο Κουνουπέλι μας υποδέχεται ένας ευρύτατος αμμουδερός όρμος με πολύ ρηχό, φιλικό βυθό. Στην κορυφή του ακρωτηρίου, στο ΒΑ τμήμα του βράχου, σώζονται τα ερείπια ενός μικρού κάστρου της εποχής της Φραγκοκρατίας. Βρίσκονται εδώ επίσης οι εγκαταστάσεις ενός παράκτιου παλιού πυροβολείου. Δίπλα στη θάλασσα, εγκαταλελειμμένα πια, σώζονται και τα παλιά Λουτρά Υρμίνης. Από τα θεμέλια του βράχου αναβλύζει συνεχώς θειούχο νερό, που εκβάλλει κατ’ ευθείαν στη θάλασσα, δύσοσμο και χλιαρό. Μια εμπνευσμένη ανάπλαση και αξιοποίηση των παλιών ενοικιαζομένων δωματίων και των εγκαταστάσεων των λουτρών είναι βέβαιο, ότι θα ήταν πολύ σημαντικό έργο για την συνολική περιοχή.

ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΚΟΤΥΧΙΟΥ

Τελευταίο οικοσύστημα στην μεγάλη περιοδεία μας είναι η Λιμνοθάλασσα Κοτυχίου, στο νότιο άκρο της προστατευόμενης περιοχής. Είναι η μεγαλύτερη λιμνοθάλασσα της Πελοποννήσου με έκταση περίπου 7,500 στρεμμάτων και βάθος από 40 εκατοστά έως 1 μέτρο. Διαχωρίζεται από το Ιόνιο πέλαγος με μια στενή λουρονησίδα μήκους 4,5 περίπου χιλιομέτρων, πλάτους 30 και ύψους από την θάλασσα 3 μέτρων. Εννέα χείμαροι τροφοδοτούν την λιμνοθάλασσα με γλυκό νερό από τις βροχοπτώσεις καθώς και τα νερά από τα κανάλια στράγγισης και υπερχείλισης του αρδευτικού δικτύου του φράγματος Πηνειού. Κι αυτή η λιμνοθάλασσα, όπως και οι προηγούμενες,  εκμεταλλεύεται  παραγωγικά ως εκτατικό ιχθυοτροφείο, με τις παραδοσιακές μεθόδους ιχθυοσύλληψης, τα «Διβάρια»

Η ανοιχτή έκταση νερού της λιμνοθάλασσας αποτελεί το κύριο ενδιαίτημα μιας ποικιλίας προστατευόμενων ειδών πουλιών, σε τέτοιες συγκεντρώσεις, που καθιστούν υγρότοπο διεθνούς σημασίας το Κοτύχι.

ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ

Τρεις μέρες ολόκληρων περιηγήσεων μοιάζει χρόνος μηδενικός γι αυτήν την απαράμιλλη σε φυσικό κάλλος, ποικιλομορφία και οικολογικό ενδιαφέρον περιοχή. Που αποτελεί έναν αληθινό παράδεισο για φυσιολάτρες, πεζοπόρους, φωτογράφους, παρατηρητές πουλιών, για όλη την οικογένεια. Είναι ένα ζωντανό μουσείο φυσικής ιστορίας, που διαθέτει έναν συνδυασμό οικοτόπων, στον Ελλαδικό χώρο μοναδικό. Που περιλαμβάνει ταυτόχρονα λιμνοθάλασσες, έλη και βαλτοτόπια, δάση Κουκουναριάς, Χαλεπίου Πεύκης και Δρυός, ασβεστολιθικά βουνά, απέραντους αμμόλοφους και θερμά λουτρά. Ανάμεσα σ’ αυτά τα οικοσυστήματα βρίσκει ξεκούραση και τροφή, αναπαράγεται και φωλιάζει μια εκπληκτική ορνιθοπανίδα από χιλιάδες, κάθε είδους, πουλιά. Όλα αυτά σ’ έναν τόπο με ήπιο κλίμα, που τον δροσίζουν ή τον θερμαίνουν οι ανάσες του Ιονίου. Για να συμπληρώσουμε, ωστόσο, τις συνολικές εντυπώσεις μας απ’ τον τόπο, ακολουθούμε τις πολύτιμες υποδείξεις του οικοδεσπότη μας Κώστα, για μερικές πρόσθετες περιηγήσεις εκτός της προστατευόμενης περιοχής. Και πρώτα στην διπλανή μας Κυλλήνη. Απ’ το λιμάνι της οποίας έχουμε τόσες φορές ταξιδέψει για τ’ αντικρικά αγαπημένα Ιόνια νησιά. Πάντα όμως βιαστικοί και διαβατικοί. Με νου και μάτια μόνο για τα νησιά. Χωρίς ν’ αφιερώσουμε ούτε τον ελάχιστο χρόνο για μια χαλαρή περιδιάβαση στην πόλη ή στην απλοχωριά του

λιμανιού. Κι ύστερα να περπατήσουμε  ξεκούραστα λίγο πιο έξω ακόμη, στην πλευρά του ακρωτηρίου. Εκεί όπου διατηρούνται τα κατάλοιπα του αρχαίου παρελθόντος της πόλης. Μιας πόλης, η ύπαρξη της οποίας μαρτυρείται από τους προϊστορικούς χρόνους σύμφωνα με τις αναφορές του Ομήρου (5) Αυτό άλλωστε επιβεβαιώθηκε από τις έρευνες Γάλλων αρχαιολόγων στην περιοχή, που έφεραν στο φως παλαιολιθικά εργαλεία Μεσοελλαδικών και Υστεροελλαδικών χρόνων.

Κατά τους ιστορικούς Χρόνους η Κυλλήνη υπήρξε το σημαντικότερο εμπορικό και πολεμικό λιμάνι της Ήλιδος. 200 περίπου μέτρα μετά το σύγχρονο λιμάνι, εξακολουθούν να διακρίνονται τα υπολείμματα από τις εκτεταμένες προβλήτες του αρχαίου λιμανιού, ιδιαίτερα στις μπουνάτσες. Με μήκος αρκετών δεκάδων μέτρων, οι πέτρινοι τοίχοι εξέχουν μερικά εκατοστά, σαν ευθύγραμμοι σκόπελοι πάνω στο νερό. Οι αποστάσεις τους ποικίλλουν, από 50 περίπου ως 100 μέτρα από την ακτή.

Αμέσως μετά βρίσκουμε έναν ελαφρά ανηφορικό, χορταριασμένο δρομίσκο προς το εσωτερικό. Σ’ ένα 5 λεπτο μας βγάζει στην ράχη του ακρωτηρίου. Εδώ συναντάμε τα σημαντικά ερείπια του Φράγικου κάστρου της Γλαρέντζας, που κατέστρεψε το 1430 ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος για να μην καταληφθεί και χρησιμοποιηθεί στρατηγικά από τους Τούρκους. Συναντάμε επίσης, τον ερειπωμένο Φράγκικο καθεδρικό ναό της Γλαρέντζας, που χρονολογείται στον 13ο αιώνα.

Το υψηλότερο σημείο του κάστρου είναι μόλις 30 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η κάθετη Δ-ΒΔ πλευρά είναι εκτεθειμένη στα κύματα του πουνέντε και του μαΐστρου. Μεγάλα τμήματα της τοιχοποιΐας έχουν-κατά την καταστροφή του κάστρου- καταπέσει στην ακτή και είναι έρμαιο των κυμάτων στους αιώνες.. Λίγο πιο πέρα, σχηματίζεται στην ακτή, η μικροσκοπική αγκαλιά της αμμουδίτσας «Καυκαλίδα». Μερικές εκατοντάδες μέτρα απέναντί μας, στην κορυφή μιας νησιδούλας, ορθώνει το αγέραστο παράστημά του ο Φάρος της Καυκαλίδας(6)

Δειλινό στο Κάστρο της Γλαρέντζας. Βαρειά σύννεφα και μαΐστρος δυνατός. Αραιές σταγόνες βροχής κι ένας ήλιος που χαμηλώνει κοντά στον φάρο με δρόμο χρυσαφί. Η ατμόσφαιρα, οι στιγμές, δεν μπορούν με λόγια ν’ αποδοθούν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εκτός από τους υγρότοπους της Στροφυλιάς και του Κοτυχίου υπάρχουν και πολλά άλλα αξιοθέατα στην γύρω περιοχή: τα ρωμαϊκά και σύγχρονα λουτρά της Κυλλήνης, το σπίτι του Ανδρέα Καρκαβίτσα στα Λεχαινά, ο βυζαντινός ναός της Παλαιοπαναγιάς στην Μανωλάδα, η περίφημη βυζαντινή Μονή Βλαχερνών και Αγίας Ελεούσας στην Λυγιά. Πιστεύουμε ότι σ’ ένα επόμενο τεύχος θα μπορέσουμε να παρουσιάσουμε τις περιηγητικές δυνατότητες του τόπου όπως τους αξίζει. Προς το παρόν θα περιοριστούμε σε μια σύντομη αναφορά στην κοντινή Ανδραβίδα.

Στην κεντρική πλατεία της κωμόπολης δεσπόζει ο Φράγικος ναός της Αγίας Σοφίας. Το μνημείο αποτελεί ένα από τα ελάχιστα κατάλοιπα που δηλώνουν ότι η Ανδραβίδα υπήρξε κάποτε η πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Χτίστηκε από Δομινικανούς μοναχούς, πιθανότατα στα μέσα του 13ου αιώνα και έχει μεγάλη σημασία για την μελέτη της γοτθικής αρχιτεκτονικής στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Αν και σώζεται μόνον το τμήμα του ιερού και μερικά σπαράγματα του υπόλοιπου κτίσματος, το μνημείο μας εντυπωσιάζει με τους ογκώδεις λαξευτούς πωρόλιθους και την φρουριακή του αρχιτεκτονική.

Δύο ευγενέστατες κυρίες έχουμε την τύχη να γνωρίσουμε στην Ανδραβίδα: την Αγγέλα Τζιούμα Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου και πρώην Γυμνασιάρχη και την εκπαιδευτικό Ευγενία Χαντζή. Μαζί τους περιηγούμαστε μεγάλο τμήμα της Ανδραβίδας, ανακαλύπτουμε, εκτός από τις σύγχρονες, αδιάφορες κατοικίες, και αρκετές του 19ου αιώνα, καθώς και νεοκλασσικές εξαιρετικής αρχιτεκτονικής. Με την δική τους μεσολάβηση επισκεπτόμαστε τους υποδειγματικούς στάβλους του Κώστα Κοτσάφτη  που συνεχίζει την μακρόχρονη οικογενειακή παράδοση στην εκτροφή και εκπαίδευση αλόγων. Θαυμάζουμε τα πανέμορφα άλογα του Κώστα και τον τρόπο με τον οποίο εκτελούν τα παραγγέλματα του. Ιδιαίτερα θαυμάζουμε τα άλογα της φυλής Ήλιδας ή Ανδραβίδας, με το περήφανο παράστημα και τους ερυθρόφαιους χρωματισμούς(7)

Η τελευταία ανάμνησή μας από την Ανδραβίδα έμελλε να είναι γαστρονομική. Ήταν μια εξαίσια αγκιναρόπιτα, που είχαν την ευγενή καλοσύνη να παρασκευάσουν οι φίλες μας, με βασικές πρώτες ύλες άγριες αγκινάρες και άλλα άγρια χόρτα του τόπου τους.

Μου φαίνεται ότι θα ξαναρθείτε μια μέρα, λέει ο οικοδεσπότης μας ο Κώστας, καθώς μας κατευοδώνει.

Δεν νομίζω ότι έχουμε πολλούς λόγους να διαφωνήσουμε μαζί του.

 

back-button
next-button
ugrotopoi-kotuxiou-strofilias ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_1 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_2 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_3 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_5 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_7 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_8 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_9 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_10 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_13 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_15 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_16 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_17 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_18 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_19 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_20 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_22 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_25 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_28 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_29 ugrotopoi-kotuxiou-strofilias_37
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories