home Άρθρα Ξινό Νερό Φλώρινας
Ξινό Νερό Φλώρινας

Η πρώτη μας γνωριμία με το «Ξινό νερό» ήταν, πολλά χρόνια πριν, στις ετικέτες της πορτοκαλάδας και λεμονάδας. Θυμάμαι ακόμη τα μικρά γυάλινα, χαριτωμένα μπουκαλάκια, με το γευστικό περιεχόμενο, μια γεύση ζωηρή και σπιρτόζικη, τόσο διαφορετική από τις άλλες. Την εποχή όμως εκείνη ήταν δυσεύρετα, τα είχαμε εντοπίσει σε κάποια καφενεδάκια και παντοπωλεία της Θεσσαλονίκης – δεν υπήρχαν τότε Super Markets – και, όποτε μπορούσαμε, τα προμηθευόμασταν από τις κάσες. Ουδέποτε βέβαια μας είχε προβληματίσει ο λόγος για τον οποίο το προϊόν αυτό διέφερε στη γεύση από άλλα ομοειδή. Γενικά και αόριστα το αποδίδαμε στη χρησιμοποίηση, ως πρώτης ύλης, κάποιου νερού με ιδιαίτερες γευστικές ιδιότητες, αυτού του αινιγματικού «ξινού νερού», που αναφερόταν στην ετικέτα.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, έμελλε να απομυθοποιηθεί το μυστήριο αυτού του νερού χωρίς ωστόσο, να χάσει τίποτε από τη γοητεία του.
Ήταν τότε που το ανακαλύψαμε, αυτούσιο και χωρίς προσμίξεις, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στον ομώνυμο οικισμό του Ξινού Νερού Φλώρινας. Το πιο εκπληκτικό όμως ήταν, ότι το νερό με την τόσο ιδιάζουσα υπόξινη γεύση έρεε από κάθε βρύση και πηγή του οικισμού. Απεναντίας, το γνωστό σε όλους μας «γλυκό νερό», που συναντάμε στις πηγές όλης της χώρας, ήταν, στις πηγές που αναβλύζουν από το υπέδαφος του οικισμού, ανύπαρκτο! Σε όσες βρύσες και αν το επιχειρήσαμε, πάντα το νερό είχε την ίδια υπόξινη, χαρακτηριστική γεύση, που το διαφοροποιεί τόσο πολύ από το γνωστό σε όλους μας νερό.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Ξινό Νερό Φλώρινας
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Φλώρινα

Η πρώτη μας γνωριμία με το «Ξινό νερό» ήταν, πολλά χρόνια πριν, στις ετικέτες της πορτοκαλάδας και λεμονάδας. Θυμάμαι ακόμη τα μικρά γυάλινα, χαριτωμένα μπουκαλάκια, με το γευστικό περιεχόμενο, μια γεύση ζωηρή και σπιρτόζικη, τόσο διαφορετική από τις άλλες. Την εποχή όμως εκείνη ήταν δυσεύρετα, τα είχαμε εντοπίσει σε κάποια καφενεδάκια και παντοπωλεία της Θεσσαλονίκης – δεν υπήρχαν τότε Super Markets – και, όποτε μπορούσαμε, τα προμηθευόμασταν από τις κάσες. Ουδέποτε βέβαια μας είχε προβληματίσει ο λόγος για τον οποίο το προϊόν αυτό διέφερε στη γεύση από άλλα ομοειδή. Γενικά και αόριστα το αποδίδαμε στη χρησιμοποίηση, ως πρώτης ύλης, κάποιου νερού με ιδιαίτερες γευστικές ιδιότητες, αυτού του αινιγματικού «ξινού νερού», που αναφερόταν στην ετικέτα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, έμελλε να απομυθοποιηθεί το μυστήριο αυτού του νερού χωρίς ωστόσο, να χάσει τίποτε από τη γοητεία του.

Ήταν τότε που το ανακαλύψαμε, αυτούσιο και χωρίς προσμίξεις, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στον ομώνυμο οικισμό του Ξινού Νερού Φλώρινας. Το πιο εκπληκτικό όμως ήταν, ότι το νερό με την τόσο ιδιάζουσα υπόξινη γεύση έρεε από κάθε βρύση και πηγή του οικισμού. Απεναντίας, το γνωστό σε όλους μας «γλυκό νερό», που συναντάμε στις πηγές όλης της χώρας, ήταν, στις πηγές που αναβλύζουν από το υπέδαφος του οικισμού, ανύπαρκτο! Σε όσες βρύσες και αν το επιχειρήσαμε, πάντα το νερό είχε την ίδια υπόξινη, χαρακτηριστική γεύση, που το διαφοροποιεί τόσο πολύ από το γνωστό σε όλους μας νερό.

 

ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

 

Σύμφωνα με τον θρύλο και την παράδοση το Ξινό Νερό ήταν γνωστό από την αρχαιότητα, όχι μόνον για την όξινή του γεύση αλλά και για τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Σ’ ένα παλιό δημοσίευμα στην εφημερίδα «Καθημερινή», ο Γιάννης Χρυσάφης αναφέρει σχετικά: «Το χωριό αυτό ήταν γνωστό από την εποχή της Τουρκοκρατίας με το όνομα «Εξή-Σου», που σημαίνει Ξινό Νερό. Αυτό το όνομα διατηρήθηκε μέχρι σήμερα. Και η ονομασία δεν είναι τυχαία. Ένα θαυματουργό, ένα ιαματικό μεταλλικό νερό, γνωστό για τις θεραπευτικές του ιδιότητες από τα βάθη των αιώνων, έκανε το Ξινό-Νερό ονομαστό σ’ όλη την Μακεδονία αλλά και σ’ όλη την Ελλάδα. Η πηγή βρίσκεται σε υψόμετρο 670 μέτρων στο ομώνυμο χωριό, μόλις 5 χιλιόμετρα έξω από το Αμύνταιο. Στο μέρος αυτό το καλοκαίρι κυριαρχεί η δροσιά. Και τη δροσιά αυτή έρχεται να επαυξήσει η ευλογία ενός νερού μοναδικού, που χαρίζει την αναζωογόνηση στον περαστικό ξένο και τη διαρκή υγεία και ευεξία στους κατοίκους της γύρω περιοχής.

Γιατί οι Ξινονερίτες, αν και δεν έχουν πλούσια εισοδήματα, είναι όλοι τους γεροδεμένοι και υγιέστατοι. Στητούς, ψηλόκορμους και γεροδεμένους τους βλέπουμε στη μικρή πλατεία του χωριού να περιδιαβάζουν δίνοντας την εντύπωση αληθινών Μακεδόνων, απογόνων της εποχής του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Και πραγματικά, η ιστορία της πηγής με τις θαυματουργές ιδιότητες φθάνει ως εκείνα τα ηρωικά χρόνια. Εδώ κοντά οι αρχαιολόγοι τοποθετούν την πατρίδα της Ευρυδίκης, της γιαγιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σ’ αυτές τις πλαγιές πέρασε ένα μεγάλο μέρος των παιδικών του χρόνων ο μεγάλος κατακτητής του αρχαίου κόσμου κι απ’ τα λείδωρα νάματα της πηγής του Ξινού Νερού τόνωσε τον οργανισμό του προετοιμάζοντάς τον  στη σκληρή ζωή του πολέμου και της δοξασμένης του εκστρατείας.

Η φήμη του ιαματικού νερού διατηρήθηκε και αργότερα. Στη Βυζαντινή εποχή άνθρωποι που έπασχαν από στομαχικά νοσήματα, αρθριτικά, νεφρίτιδες και άλλες ασθένειες προσέτρεχαν στην πηγή. Και αυτό συνεχίσθηκε στα χρόνια της Τουρκικής κατοχής ως την απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1912, οπότε ένα μεγάλο μέρος ανθρώπων εξακολούθησε να συρρέει στο Ξινό Νερό, για να υποβληθεί στην ευεργετική ποσιθεραπεία. Το γεγονός αυτό έφτασε ως τα αυτιά του Αρχιστράτηγου των συμμαχικών στρατευμάτων στη Μακεδονία κατά τον Α! Παγκόσμιο Πόλεμο, Φρανσέ ντ’ Εσπραί, ο οποίος, μετά από υποδείξεις διασήμων Γάλλων υγειονομικών και υδρολόγων, διέταξε την ευρύτατη χρήση του νερού αυτού από τα στρατεύματα της Μακεδονίας. Ο μεγάλος αυτός στρατηγός δεν περιορίσθηκε στη διαταγή του αλλά και εγκατέστησε πλησίον του στρατηγείου του ένα εμφιαλωτήριο για την επιστημονικότερη και αποδοτικότερη χρησιμοποίηση του Ξινού Νερού, εφάμιλλου, καθώς υποστήριζε, των πλούσίων μεταλλικών νερών της Γαλλίας.

Τις αποτελεσματικές θεραπευτικές ιδιότητες του Ξινού Νερού για πάμπολλες παθήσεις του στομάχου, των νεφρών και του ήπατος, χάρις στα πολύτιμα μεταλλικά στοιχεία που περιέχει, είχαν επισημάνει παλαιότερα διακεκριμένοι ΄Ελληνες και ξένοι επιστήμονες. Από τους Έλληνες, να τι γράφει στο περιοδικό «Ακαδημαϊκή Ιατρική» ο πλέον ειδικός και διαπρεπής επιστήμων για τα θέματα αυτά, Ευγένιος Α. Φωκάς, τακτικός καθηγητής της Υδροθεραπευτικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών: «Η όξινος ιδιότης του Ξινού Νερού, προκαλούσα ευχάριστον συναίσθημα και η παρουσία εις κανονικάς αναλογίας των αλάτων ασβεστίου και μαγνησίου, τοποθετεί το ύδωρ τούτο εις την κατηγορίαν των λίαν ενδιαφερόντων επιτραπεζίων υδάτων. Εκτός της ευχάριστον αυτού γεύσεως παρέχεται λόγω της ειδικής του σύνθεσεως, και ειδικότερον λόγω της παρουσίας ελευθέρου ανθρακικού οξέος, η δυνατότης, δια της συχνής χρησιμοποιήσεώς του, της ευχερούς αναμεταλλώσεως του οργανισμού ως προς το μαγνήσιον και το ασβέστιον, στοιχείων τόσο πολύτιμων και δια την δομήν της ζώσης ύλης καθώς και δι’ ένα μεγάλον αριθμόν χημικών επεξεργασιών, αι οποίαι λαμβάνουν χώραν εις τον οργανισμόν».

Αυτά ανέφερε στην «Ακαδημαϊκή Ιατρική» του τεύχους 5, Μαίου 1958 ο καθηγητής Φωκάς. Και ολοκληρώνει ο Γιάννης Χρυσάφης : «Δηλαδή το Ξινό Νερό, που ας διευκρινισθεί δεν είναι καθόλου ξινό αλλ’ απεναντίας έχει μια ευχάριστη γεύση και αφήνει ένα αίσθημα δροσιάς στον οργανισμό, δεν είναι νερό μόνον των αρθριτικών, των νεφροπαθών ή των λιθιασικών. Και οι υγιείς έχουν την ανάγκη του, αφού επενεργεί προληπτικά σ’ ένα πλήθος ασθενιών, που πήραν στην εποχή μας τόσο τεράστια έκταση. Γιατί μεταξύ των μεταλλικών στοιχείων αυτού, το ασβέστιον, το μαγνήσιον και το κάλλιον είναι τα απαραίτητα συστατικά ως την ζωήν των όντων και ακριβώς στο Ξινό Νερό βρίσκονται στις αναλογίες εκείνες που τα χρειάζεται ο άνθρωπος και μάλιστα ο άνθρωπος των πόλεων».

Μετά λοιπόν από όλα αυτά, όταν ερωτηθήκαμε στο καφενείο του χωριού, «με τι νερό προτιμάμε να συνοδεύσουμε τον καφέ μας, με γλυκό ή με ξινό», η απάντησή μας ήταν αυτονόητη.

Στην πρόσφατη ιστορία του Ξινού Νερού και στις ενέργειες που ακολούθησαν για την αξιοποίησή του, αναφέρεται το 1957 σε εκτενές άρθρο ο Δικηγόρος Φλώρινας Χρήστος Αλτίνης. Από το άρθρο αυτό σταχυολογούμε μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία: «Ολίγα έτη προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μερικοί κάτοικοι του χωρίου εκινήθησαν δραστηρίως γύρω από το ζήτημα της εκμεταλλεύσεως του ξινού νερού, με τα πενιχρά των όμως μέσα δεν ηδυνήθησαν να συγκινήσουν τους αρμοδίους και να κινήσουν το ενδιαφέρον του κράτους. Το μόνον που επέτυχαν ήτο να γίνει μία επίσημος εκ μέρους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ανάλυσις του νερού, η οποία εχαρακτήριζε το ξινό νερό ως «μεταλλικόν ύδωρ», περιέχον άφθονον ασβέστιον και ανθρακικόν οξύ και έπειθε πάντα έχοντα, έστω και στοιχειώδη μόρφωσιν εις τον τομέα της υγείας, περί της σοβαρότητος και της ανάγκης της ευρείας κυκλοφορίας του.

Το θέμα της εκμεταλλεύσεως του ξινού νερού ανεκινήθη εκ νέου μετά το έτος 1950. επικεφαλής της νέας κίνησεως ετέθη ο πρώην υπουργός και πολιτευτής του Νομού Φλωρίνης Γ. Μόδης, ο οποίος προσεπάθησε να δώσει εις αυτό σάρκα και οστά, επέτυχε δε τελικώς την δια Β. Διατάγματος παραχώρησιν της εκμεταλλεύσεως του νερού, εκ μέρους του Δημοσίου εις την Κοινότητα Ξινού Νερού, δια μίαν 25ετίαν. Ευθύς μετά την δημοσίευσιν του ανωτέρω Β. Διατάγματος οι εκπρόσωποι της Κοινότητος Ξινού Νερού εκινήθησαν δια την άνευ περαιτέρω επιβραδύνσεως εκμίσθωσιν της εκμεταλλεύσεως του μεταλλικού νερού. Και επί τέλους, την 3ην Ιουνίου 1957, υπεγράφη η σύμβασις της εκμισθώσεως του ξινού νερού, δι’ ης την εκμετάλλευσιν αυτού ανέλαβεν ο πλειοδοτήσας εις την δημοπρασίαν Αλέξανδρος Χωναίος».

Μετά τη λήξη της σύμβασης με τον Χωναίο εκδήλωσε το ενδιαφέρον της και η Κοινοτική Επιχείρηση του οικισμού, η οποία από τον Αύγουστο του 1992 ανέλαβε την παραγωγή και εκμετάλλευση του Ξινού Νερού και των παραγώγων τον προϊόντων (πορτοκαλάδα, λεμονάδα, βυσινάδα, γκαζόζα και σόδα).

Τέλος, μετά την εφαρμογή του Νόμου του Καποδίστρια και την υπαγωγή της Κοινότητας του Ξινού Νερού στον Δήμο Αμυνταίου, η επιχειρηματική δραστηριότητα γύρω από το Ξινό Νερό πέρασε την 1.1.1999 στην Δημοτική Επιχείρηση του Δήμου Αμυνταίου με απασχόληση μόνιμου προσωπικού 20 ατόμων.

Πολύ πρόσφατα συνήφθη μια σημαντική – όπως αναμένεται – συμφωνία ανάμεσα στη Δημοτική Επιχείρηση και στην εταιρεία «Ευάγγελος Τσάνταλης Α.Ε», που ήδη έχει αναλάβει μέσω του δικτύου της την ευρύτατη διακίνηση του εμφιαλωμένου Ξινού Νερού. Η σπανιότητα, ωστόσο, των υπόλοιπων θαυμάσιων προϊόντων, με τις μοναδικές ιδιότητες και γεύση, εξακολουθεί να υφίσταται. Ας ελπίσουμε, πως σύντομα θα υπάρξει η δυνατότητα να τα βρίσκει κανείς σε όλη την Ελλάδα.

 

ΣΤΟ «ΞΙΝΟ ΝΕΡΟ»

ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΞΕΝΩΝΑ «ΚΟΝΤΟΣΩΡΟΣ»

 

Για χρόνια πολλά διαβαίναμε από τις παρυφές του οικισμού Ξινό Νερό, άλλοτε με προορισμό τις Πρέσπες και τη Φλώρινα και άλλοτε την Καστοριά και το Νυμφαίο, χωρίς ποτέ να ξεστρατίσουμε – έστω για λίγο – προς το όμορφο χωριό. Τελικά αυτό συνέβη τρία περίπου χρόνια πριν. Το αρχικό όμως κίνητρο της γνωριμίας μας υπήρξε κυρίως – γαστρονομικό. Εμπνευστής και υπαίτιος ήταν ο καλός μας φίλος απ’ το Σκλήθρο, Νίκος Τσαφκόπουλος.

Τα λόγια του ήταν ιδιαίτερα παρακινητικά:

«Εκτός από την ταβέρνα «Ο Θωμάς», του φίλου μας Νίκου Πασπάλη στο Σκλήθρο, υπάρχει ακόμη μία εξίσου γνωστή ταβέρνα στην περιοχή.

Θα σας ενδιέφερε να τη γνωρίσετε;

Πριν καν ακούσει την απάντησή μας σ’ αυτή τη  – ρητορική μάλλον – ερώτηση, συνέχισε ο Νίκος: «Είναι η ταβέρνα του Νίκου Κοντοσώρου στο Ξινό Νερό, που, εκτός των άλλων, ειδικεύεται στην παραδοσιακή κουζίνα της περιοχής».

Το ίδιο βράδυ είμαστε στο Ξινό Νερό, καθισμένοι μπροστά στο αναμμένο τζάκι του Νίκου Κοντοσώρου. Δεν μπορώ να θυμάμαι μετά από τρία χρόνια την ποικιλία των πιάτων που γέμισαν το τραπέζι μας και εντυπωσίασαν τη γεύση μας. Ούτε όμως μπορώ να ξεχάσω τις ψητές πιπεριές με μελιτζάνες και ντομάτες, τους κεφτέδες με σπιτικές χυλοπίτες στο φούρνο και το χοιρινό με διάφορα λαχανικά στο πήλινο, ψημένο στο φούρνο.

Ευχάριστη έκπληξη ήταν επίσης το περιβάλλον της ταβέρνας, μια αίθουσα όμορφη, με χαρούμενους χρωματισμούς, διακοσμητικά ξύλα και τουβλάκια και πολύ μεγάλη άνεση στη διαρρύθμιση του χώρου, κάτι εξαιρετικά σπάνιο σε αίθουσες εστίασης.

«Θεωρώ το φαγητό πολύ σημαντική λειτουργία στη ζωή του ανθρώπου», είχε πει τότε ο Νίκος. «Θέλω οι φίλοι μου να αισθάνονται άνετα, σαν να είναι στην τραπεζαρία του σπιτιού τους».

Πολλές φορές ξαναπήγαμε από τότε. Πάντα ο Νίκος φρόντιζε να μας εκπλήσσει με νέες ντόπιες γεύσεις. Έτσι στο τέλος αρχίσαμε να μαθαίνουμε και τις παράξενες τοπικές ονομασίες των διαφόρων εδεσμάτων. Για παράδειγμα, «Τατσένες» είναι οι ψητές πιπεριές με μελιτζάνες και ντομάτα, «Άϊβαρ» είναι η κόκκινη ψητή πιπεριά τσιγαρισμένη και αλεσμένη, που αλείφεται σε ψημένες φέτες ψωμιού, «Ράσαλ» είναι το λάχανο τουρσί, χοντροκομμένο σε πήλινο με λεμόνια, «Σουτ μακάλο» είναι τα κεφτεδάκια τηγανιτά με σάλτσα από αλεύρι και ζωμό από κότα ή βοδινό, «Σέλτσκο» είναι το χοιρινό με διάφορα λαχανικά σε πήλινο που ψήνεται στο φούρνο.

Ο κατάλογος συνεχίζεται μακρύς και γεμάτος γευστικές εκπλήξεις, θα ήταν ματαιοπονία να προσπαθήσω να τον εξαντλήσω. Δεν θάπρεπε πάντως να παραλείψω να αναφέρω τις νοστιμότατες «τσιγαρίδες», το κοτόπουλο σε πήλινο με στραγγιστό γιαούρτι, μανιτάρια και κασέρι, τις τραχανόσουπες και γιδόσουπες, καθώς και τις εκπληκτικές σε ποικιλία και γεύση πίτες και ανάμεσά τους την τραχανόπιτα, καλαμποκόπιτα, κρεατόπιτα, πρασόπιτα, σπανακόπιτα, όλες ψημένες στον ξυλόφουρνο.

Για τα κρεατικά της ώρας δεν χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη αναφορά, όλα είναι ντόπια, άριστης ποιότητας και επιλέγονται προσωπικά από τον Νίκο Κοντοσώρο.

Ένα εξίσου σημαντικό στοιχείο που συμβάλλει στην ποιότητα και γεύση της κουζίνας είναι η συμμετοχή των φρέσκων και βιολογικά καλλιεργημένων κηπευτικών από τον λαχανόκηπο του Νίκου. Εδώ, κυρίαρχη είναι η παρουσία της κυρίας Πολυξένης, της μητέρας του. με την καθημερινή φροντίδα και τις γνώσεις της η άξια γυναίκα έχει δημιουργήσει έναν λαχανόκηπο – μοντέλο, που είναι συναρπαστική εμπειρία να τον περιεργάζεται κανείς. Ανακαλύπτουμε λοιπόν, φυτεμένα σε άψογη διάταξη, αρχικά τις ονομαστές κόκκινες πιπεριές Φλώρινας σε μεγάλη αφθονία και αμέσως μετά ντομάτες, μελιτζάνες, καυτερές πιπεριές, σέλινα, παντζάρια, κολοκυθάκια, καρότα, αντίδια, πράσα, μαρούλια, σκόρδα, κρεμμύδια, μαϊντανό, άνηθο, βασιλικό και, ποιος ξέρει, τι άλλο. Τον χώρο των καταπράσινων ζαρζαβατικών κοσμούν με την παρουσία τους πολύχρωμα λουλούδια, ενώ πίσω ακριβώς από τον λαχανόκηπο έχει δημιουργήσει ο Νίκος ένα μικρό ησυχαστήριο, ένα πέτρινο σπιτάκι, με τζάκι, ξυλόφουρνο και μεγάλο τραπέζι, για κάποιες ιδιαίτερες χειμωνιάτικες στιγμές με τσίπουρο δικής του παραγωγής, κρασάκι και συντροφιά αγαπητών του φίλων. Πολύ μερακλής ο Νίκος στο κρασί συνεχίζει την μεγάλη οινική παράδοση της περιοχής, φιλοξενώντας μια πλουσιότατη κάβα στην ταβέρνα του, με 160 τουλάχιστον εκλεκτά και αποκλειστικά Ελληνικά κρασιά.

Όλα αυτά είχαμε την ευκαιρία να τα απολαύσουμε ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που βρήκαμε το χρόνο να διανυκτερεύσουμε κάποιες στιγμές στον ξενώνα του Νίκου και να απαλλαγούμε έτσι από το άγχος της άμεσης επιστροφής στη Θεσσαλονίκη.

Την ίδια ποιότητα, ενδιαφέρον και μεράκι που έχει ο φίλος μας στην κουζίνα του, διαπιστώνουμε – μοιραία – και στον ξενώνα του. Τις πρώτες εντυπώσεις κερδίζει ο κήπος με το γκαζόν, τα λουλούδια και τα ξύλινα τραπεζάκια, που χαρίζουν απολαυστικές στιγμές για καφέ ή ποτό κατά την θερινή περίοδο. Ακολουθεί μια πολύ όμορφη αίθουσα υποδοχής και πρωινού, όπου μπορούν επίσης να σερβιριστούν καφέδες και ποτά. Ο δεύτερος όροφος ανήκει αποκλειστικά στα έξι δωμάτια του ξενώνα, που είναι τόσο ευρύχωρα, ώστε θα μπορούσαν να είναι και περισσότερα. Ο Νίκος όμως δεν θέλησε – για κάποια δωμάτια επί πλέον – να θυσιάσει την άνεση των επισκεπτών του. Όλα έχουν ξύλινα δάπεδα, διακριτική διακόσμηση, πολύ καλή επίπλωση από ξύλο μασίφ, πολυκουζινάκι με ευρύχωρο ψυγείο, αυτόνομη θέρμανση και τηλεόραση. Δύο απ’ αυτά διαθέτουν επί πλέον και τζάκι. Η διαμονή στον ξενώνα του Κοντοσώρου είναι στ’ αλήθεια μια πολύ ευχάριστη εμπειρία.

Έχοντας λοιπόν ως ορμητήριο μας τη φιλόξενη αυτή γωνιά, ξεκινάμε να γνωρίσουμε τον οικισμό του Ξινού Νερού. Είναι χτισμένος ελαφρά αμφιθεατρικά, σε υψόμετρο 650 περίπου μέτρων, στους πρόποδες ενός χαμηλού λοφίσκου, κάτω από το εργοστάσιο εμφιάλωσης. Σ’ όλο τον ανατολικό και νότιο ορίζοντα απλώνεται η μεγάλη πεδιάδα του Αμυνταίου, με τους θαυμάσιους αμπελώνες και τις εκτεταμένες καλλιέργειες καλαμποκιών, σιτηρών και τριφυλλιών. Στα δυτικά δεσπόζουν οι  δασοσκέπαστες απολήξεις του όρους Βέρνον.

Η περιήγηση μέσα στον οικισμό είναι ένας ευχάριστος και ξεκούραστος περίπατος, αφού απουσιάζουν σημεία με έντονες κλίσεις. Αρκετά σπίτια είναι όμορφα νεοκλασικά, διώροφα και χτισμένα στις αρχές του 20ου αιώνα.

Δυστυχώς κάποια απ’ αυτά είναι ακατοίκητα ή ερειπωμένα. Τα περισσότερα σπίτια του οικισμού είναι σύγχρονες κατοικίες, με όλα βέβαια τα γνωστά πρακτικά πλεονεκτήματα αλλά και όλες τις ατέλειες εξωτερικής εμφάνισης που χαρακτηρίζουν γενικά τις σύγχρονες κατοικίες.

Η δόμηση στο σύνολό της δεν είναι ιδιαίτερα πυκνή, πολλά σπίτια έχουν αυλές και περιποιημένους λαχανόκηπους, κάτι που συναντάται σε μεγαλύτερο βαθμό στις παρυφές του οικισμού. Ένα θέαμα ιδιαίτερα γραφικό, που το συναντούμε συχνότατα στον περίπατό μας, είναι οι μεγάλες αρμαθιές με τις πορφυρόχρωμες παραδοσιακές πιπεριές της Φλώρινας, που κρέμονται από τα μπαλκόνια και στεγνώνουν για τον χειμώνα. Οι πιπεριές αυτές είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στην περιοχή και δεν λείπουν από κανένα σπίτι.

Πολλά δέντρα, πλατείες, παρκάκια, πέτρινες βρύσες και ήσυχες γωνιές είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά του οικισμού του Ξινού Νερού.

Εκείνο όμως το κτίριο που αιχμαλωτίζει το βλέμμα μας και επιβάλλεται με την παρουσία του στην κεντρική πλατεία του χωριού, είναι το Δημοτικό Σχολείο. Πρόκειται για ένα ογκώδες τριώροφο οικοδόμημα με ορθογωνική κάτοψη, που προβάλλει κυριαρχικά πάνω από τις στέγες των υπόλοιπων σπιτιών.

Συνδυάζει στοιχεία αναγεννησιακά και μπαρόκ, με οριζόντιες κορνίζες, αέτωμα στην κύρια όψη, ψευδοπαραστάσεις και ορθογώνια παράθυρα. Είναι γενικά ένα κομψοτέχνημα αρχιτεκτονικής και δίκαια έχει κριθεί διατηρητέο μνημείο στις 04/08/98 με απόφαση του Τμήματος Νεωτέρων Μνημείων της Διεύθυνσης Λαϊκού Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού. Συναρπαστικό είναι και το χρονικό ανέγερσης του σχολείου, όπως διασώθηκε από τις διηγήσεις των παλιών. Μια Κυριακή του 1906 λοιπόν, μετά τη θεία Λειτουργία, ο Γιάννης Ουζούνης ή Χατζής μαζί με άλλους επιτρόπους της εκκλησίας, πήραν την απόφαση να χτίσουν ένα σχολείο. Όλοι οι κάτοικοι αγκάλιασαν την ιδέα με ενθουσιασμό και, σ’ ένα τραπεζομάντηλο που απλώθηκε στην πλατεία, συγκεντρώθηκαν οι πρώτες προσφορές. Ήταν η αρχή, το πρώτο σημαντικό βήμα. Ακολούθησαν οικονομικές ενισχύσεις και προσφορές από τον Σύλλογο Ξινομεριτών του Οχάιο της Αμερικής, από κατοίκους του χωριού που ζούσαν και εργάζονταν στην Κωσταντινούπολη και από την εκκλησία, που εκποίησε μεγάλο μέρος της κτηματικής της περιουσίας. Ως κτίστες χρησιμοποιήθηκαν τεχνίτες που κατάγονταν από ένα χωριό του Μοναστηρίου κοντά στο Μεγάροβο. Η ανέγερση ξεκίνησε το 1907 και ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Στα πρώτα χρόνια το σχολείο λειτούργησε ως Ελληνικό και Βουλγαρικό.

Φεύγοντας οι Τούρκοι το 1912 με την απελευθέρωση της Φλώρινας πυρπόλησαν το σχολείο, με αποτέλεσμα να καταστραφεί μεγάλο μέρος του κτιρίου, που αποκαταστάθηκε το 1914 από τους κατοίκους. Το σχολείο λειτούργησε διαδοχικά ως διθέσιο, τριθέσιο, τετραθέσιο και, από το 1980 μέχρι και σήμερα, εξαθέσιο.

 

ΣΤΙΣ ΕΞΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΑΣΗ

ΤΟΥ ΞΙΝΟΥ ΝΕΡΟΥ

 

Η μεγάλη πεδινή περιοχή που περιλαμβάνεται ανάμεσα στο Αμύνταιο, το Ξινό Νερό και το Σκλήθρο έχει πολλές ομορφιές και ιδιαιτερότητες με κυρίαρχη την υδάτινη παρουσία των τριών γραφικότερων μικρών λιμνών της Φλώρινας και πιο συγκεκριμένα της Λίμνης Πετρών, της Ζάζαρης και Χειμαδίτιδας.

Επειδή γι’ αυτή την περιοχή έχουμε σ’ ένα βαθμό αναφερθεί σε προηγούμενα τεύχη, δεν θα επεκταθούμε προς το παρών περισσότερο.

Άλλωστε οι λίμνες αυτές είναι εύκολα προσβάσιμες σε κάθε επισκέπτη. Θα θέλαμε όμως για λίγο να περιγράψουμε τις εμπειρίες μας από την αθέατη δασική χώρα, που εκτείνεται στα βορειοδυτικά και δυτικά του οικισμού.

Με ξεναγό μας τον Νίκο Κοντοσώρο επιχειρούμε την πρώτη μας περιήγηση ανηφορίζοντας στα δυτικά, έξω από το χωριό. Μετά από ελάχιστα χιλιόμετρα βατού χωματόδρομου, εγκαταλείπουμε τις ανοιχτές λοφώδεις εκτάσεις και διεισδύουμε σε δάσος. Κινούμαστε ανηφορικά, στην άκρη ενός μεγάλου φαραγγιού, που βαθιά στην κοίτη του κυλάει ένα ρέμα με πλούσια ροή. Η περιοχή είναι κατάφυτη με βελανιδιές, πλατάνια, γάβρους, αγριοφουντουκιές, φράξους, πουρνάρια και πυκνή θαμνώδη βλάστηση. Λίγο αργότερα εμφανίζονται και οξιές. Ήταν αδύνατον, όταν ξεκινούσαμε από τις λοφώδεις εκτάσεις του Ξινού Νερού, να φαντασθούμε ότι μετά από λίγη ώρα θα βρισκόμασταν χαμένοι σε μια τέτοια αφθονία και ποικιλία βλάστησης.

Ο δρόμος όμως σταδιακά μεταβάλλεται, χάνει την πετρώδη σύστασή του και, μετά τις πρόσφατες βροχές, γίνεται λασπωμένος και ολισθηρός, ακατάλληλος για συμβατικά αυτοκίνητα. 7 περίπου χιλιόμετρα μετά τον οικισμό συναντάμε δίπλα στο δρόμο ένα καταφύγιο. Είναι ένα όμορφο κτίσμα που συνδυάζει την πέτρα, το ξύλο και την λαμαρινένια σκεπή που είναι χαρακτηριστική σ’ όλο το Νυμφαίο. Μπροστά εκτείνεται ένας θαυμάσιος χώρος αναψυχής με κιόσκι, ψησταριά, γρασίδι και οπωροφόρα δέντρα. Δυστυχώς το οίκημα φέρει φανερά ίχνη φθοράς και εγκατάλειψης. Μετά την καλύβα ο δρόμος εξελίσσεται σε υπερβολικά

 

 

 

 

 

Δύσβατο και μας υποχρεώνει να επιστρέψουμε.

Ξεκινάμε και πάλι από το χωριό με κατεύθυνση Δ-ΒΔ και ανηφορίζουμε σε δρόμο πετρώδη και αξιόπιστο, με αραιή βλάστηση από κέδρα, βελανιδιές και αγριοφουντουκιές. Καθώς κερδίζουμε υψόμετρο η θέα γίνεται πανοραμική προς όλη την πεδιάδα του Αμύνταιου, τη Λίμνη των Πετρών και στο βάθος τον ορεινό όγκο του Βερμίου. Στα 1,7 χλμ. στρίβουμε δεξιά, ενώ στα 4χλμ. συναντάμε ανηφορικά τσιμεντοστρωμένα τμήματα δρόμου. Στα 5,4 χλμ. μια πινακίδα μας παραπέμπει αριστερά προς την κεραία του ΟΤΕ, εμείς συνεχίζουμε ευθεία στην πινακίδα που μας δείχνει την κατεύθυνση προς Φλάμπουρο και Φλώρινα. Ήδη βρισκόμαστε σε υψόμετρο 900 περίπου μέτρων, τα δρυοδάση με τα ζωηρά φθινοπωρινά χρώματα εναλλάσσονται με τα καταπράσινα πευκοδάση. Παντού κυριαρχεί υγρασία φοβερή, το έδαφος είναι σκεπασμένο με δρυόφυλλα και αναρίθμητα αγριοκυκλάμινα , που και που ξεπροβάλλουν μανιτάρια. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με βαριά σύννεφα, αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να απολαμβάνουμε την γνήσια φθινοπωρινή ατμόσφαιρα.

Στο σημείο που έχουμε ήδη συναντήσει την πινακίδα για Φλάμπουρο και Φλώρινα, ένα τμήμα του δρόμου κατευθύνεται προς τα δεξιά. Είναι μια κατηφορική διαδρομή μέσα από συνεχές δρυοδάσος, που μετά από 5,5 χλλμ. (11,2 συνολικά από τον ξενώνα) καταλήγει πάνω από ένα γιγαντιαίο λιγνιτορυχείο. Είναι τα εγκαταλελειμμένα ορυχεία της Βεύκης, ένα τοπίο σεληνιακό, που δεν μοιάζει καθόλου με τις ειδυλλιακές

 

 

 

 

 

εικόνες των δασών, που μόλις διασχίσαμε.

Η αναπάντεχη αυτή σκληρότητα του τοπίου που αντικρύζουμε γίνεται ακόμη πιο έντονη, από κάποια τεράστια παρατημένα μηχανήματα και τον καπνό που εξακολουθεί να αναδύεται από τη βραδεία καύση του ορυκτού. Μοναδικά σημεία που γλυκαίνουν κάπως τη μελαγχολία της εικόνας είναι οι κοιλότητες του εδάφους, που μετά τις τελευταίες βροχές έχουν κατακλυσθεί από νερά και μας δημιουργούν την ψευδαίσθηση μικρών λιμνών.

Να όμως που μια άλλη λιμνούλα, αληθινή αυτή, προβάλλει λίγο πιο πάνω, ως αισθητικό αντιστάθμισμα στα ορυχεία του λιγνίτη. Είναι μια λιμνούλα που σχηματίστηκε τα τελευταία χρόνια σε μια χαράδρωση εδάφους, ανάμεσα σε πυκνά δάση δρυός, μετά την κατασκευή μικρού φράγματος σ’ ένα σημείο της χαράδρας.

Με γενική κατεύθυνση από ΒΑ προς ΝΔ, η λιμνούλα είναι μακρόστενη, με ορατό μήκος ενός σχεδόν χιλιομέτρου και πλάτος που κυμαίνεται γύρω από τα 100 μέτρα. Το ένα της άκρο ξεκινάει από τις υψηλότερες παρυφές του ορυχείου και είναι απόλυτα προσιτό, ενώ το άλλο άκρο εξαφανίζεται μέσα σε αδιαπέραστο δρυοδάσος, που άλλωστε καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα από την περίμετρο της λίμνης.

Απρόσμενη και πανέμορφη ζωντανή παρουσία είναι ένας τεράστιος σταχτοτσικνιάς, που αφού μας ανέχεται για λίγο, αποφασίζει να εξαφανισθεί με αργό, αρχοντικό πέταγμα σε απρόσιτα σημεία της λίμνης.

Παίρνοντας το ανηφορικό δρόμο επιστρέφουμε στο σημείο της διασταύρωσης προς Φλάμπουρο.

Η σήμανση προς Φλώρινα και Φλάμπουρο είναι συνεχής, πράγμα πολύ ασυνήθιστο για οδικές αρτηρίες που χρησιμοποιούνται κατά κανόνα από τους ντόπιους. Ο δρόμος είναι βατός, τους θερινούς ιδιαίτερα μήνες δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα κανένα αυτοκίνητο. Η διαδρομή είναι υπέροχη, περνάει διαρκώς από απέραντα δρυοδάση.

7,3 χλμ. από τη διασταύρωση και 13 συνολικά από τον ξενώνα, μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια του Φλάμπουρου. Η παρουσία του μέσα σ’ αυτή τη δασική απεραντοσύνη μας καταπλήσσει, περιμέναμε ν’ αντικρύσουμε ένα απ’ αυτά τα απόμακρα και τόσο γνώριμα ορεινά χωριά, με αραιά σπιτάκια και ελάχιστα ίχνη ζωής.

Βρισκόμαστε αντίθετα μπροστά σ’ έναν μεγάλο οικισμό, με ωραία και περιποιημένα σπίτια, σχολείο επιβλητικό και εκκλησία με υπέροχο καμπαναριό, κατασκευασμένο από σκουρόχρωμη πέτρα πελεκητή. Κάποια καφενεδάκια είναι ανοιχτά, οι άνθρωποι ανταποδίδουν το χαιρετισμό μας με εγκαρδιότητα.

Ο καιρός, μετά από πολύωρες αμφιταλαντεύσεις αποφασίζει να μας δείξει το γελαστό του πρόσωπο και μας επιτρέπει να καθίσουμε στο καφενεδάκι της πλατείας δίπλα σε φλαμουριές και έλατα. Το τσιπουράκι που ακολουθεί είναι λιτό αλλά από τα ωραιότερα. Αυγουλάκια απ’ το χωριό, ντομάτες και τυράκι. Δεν χρειαζόμαστε τίποτε περισσότερο. Δυστυχώς τη μέρα αυτή ο ξενώνας «Λιόμι» είναι κλειστός κι έτσι δεν έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε.

Με νότια σχεδόν κατεύθυνση βγαίνουμε από τα τελευταία σπίτια του χωριού και ανηφορίζουμε για το Νυμφαίο. Είναι μια άγνωστη σε μας δασική διαδρομή, που πολύ σύντομα αποδεικνύεται από τις ωραιότερες. Ο δρόμος είναι καλός, η σήμανση πυκνή και διαρκής.

Στα 3,7 χλμ. από το σχολείο του Φλάμπουρου στρίβουμε δεξιά για το Νυμφαίο. Σ’ αυτό το σημείο ο δρόμος είναι επίπεδος και λασπωμένος, ιδιαίτερα δύσκολος για συμβατικά αυτοκίνητα.

Εδώ βρίσκεται και το τεράστιο ιδιωτικό δάσος «Ραδόσι», ένα τμήμα 2800 στρεμμάτων του οποίου, έχει πωληθεί το 1962 στην Κοινότητα Ξινού Νερού. Μετά από λίγο το υψόμετρο ξεπερνάει τα 1000 μέτρα, εμφανίζονται ήδη τα πρώτα δέντρα οξιάς.

Αιφνίδια ο καιρός μεταβάλλεται. Χωρίς ίχνος νέφωσης στον ουρανό, χάνεται ο ήλιος. Μια πυκνή ομίχλη καλύπτει το δάσος, τις οξιές, τα ξερόφυλλα του δρόμου. Η ατμόσφαιρα του φθινοπώρου γίνεται ποιητική, αποκτάει μια ασύλληπτη ομορφιά. Λίγο πριν φτάσουμε στο Νυμφαίο διαλύεται λίγο η ομίχλη. Ευτυχώς!

Γιατί διαφορετικά δεν θ’ αντικρύζαμε το σπάνιο θέαμα του λύκου πάνω στο δρόμο. Το περήφανο ζώο μας ατένισε για ένα δευτερόλεπτο και ύστερα εξαφανίστηκε στον κατήφορο του δάσους της οξυάς με απίστευτη ταχύτητα.

Ήταν η τρίτη συνάντησή μου με λύκο στο φυσικό του περιβάλλον.

Περνάμε από τις εγκαταστάσεις του «Αρκτούρου» και συνεχίζουμε στο στενό πλακόστρωτο, που μας φέρνει κατευθείαν στην πλατεία του φημισμένου οικισμού, 12 χιλιόμετρα ακριβώς από το σχολείο του Φλάμπουρου.

Κρύο στο Νυμφαίο, αναμμένο τζάκι και ζεστός καφές. Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε για τον κάμπο, η ομίχλη διαλύεται οριστικά, μπροστά μας προβάλλει η Λίμνη Ζάζαρη, ήλιος λαμπρός, ζέστη, τα μπουφάν δεν μας είναι πια απαραίτητα.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Η τελευταία βραδιά στου Κοντοσώρου παίρνει τη μορφή ενός μικρού γλεντιού. Το τζάκι έχει ανάψει από νωρίς, έρχονται στην παρέα φίλοι παλιοί και αγαπητοί, ο Τάκης Βογλίδης, που προσφέρει εναλλακτικές μορφές τουρισμού στην περιοχή και ο οινολόγος και οινοπαραγωγός Γιάννης Χατζής. Φέρνει ο Τάκης ένα καλάθι μανιτάρια που τα έχει μαζέψει το πρωί από το βουνό. Τα ετοιμάζει ο Νίκος με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους. Όταν στο τέλος έρχονται τα ψητά στη θράκα, όλοι ομολογούμε, πως δεν έχουμε φάει νοστιμότερα μανιτάρια. Φέρνει ο Γιάννης στο τραπέζι τα υπέροχα κρασιά του και ο Νίκος μερικές από τις πιο παραδοσιακές του γεύσεις.

Εμείς δυστυχώς, εκτός από την παρουσία μας δεν έχουμε κάτι άλλο να προσφέρουμε. Ίσως μόνον την ευγνωμοσύνη μας σ’ αυτούς τους ωραίους ανθρώπους για τις αξέχαστες στιγμές.

back-button
next-button
ksino-nero-flwrinas ksino-nero-flwrinas_1 ksino-nero-flwrinas_2-scaled ksino-nero-flwrinas_3 ksino-nero-flwrinas_4 ksino-nero-flwrinas_5 ksino-nero-flwrinas_6 ksino-nero-flwrinas_7 ksino-nero-flwrinas_8 ksino-nero-flwrinas_9 ksino-nero-flwrinas_10-scaled ksino-nero-flwrinas_11 ksino-nero-flwrinas_12 ksino-nero-flwrinas_13 ksino-nero-flwrinas_14 ksino-nero-flwrinas_15-scaled ksino-nero-flwrinas_16-scaled ksino-nero-flwrinas_17-scaled
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories