home Άρθρα XΑΝ Κατασκήνωση Αη Γιάννης Πηλίου: Το Μεγάλο Σαφάρι στο βουνό των Κενταύρων
XΑΝ Κατασκήνωση Αη Γιάννης Πηλίου: Το Μεγάλο Σαφάρι στο βουνό των Κενταύρων

«Όρθιοι παιδιά. Ετοιμαζόμαστε!». Ο Κωνσταντίνος και μερικοί ακόμα παίζουν χαρτιά. Κάποιοι ξαπλώνουν, ενώ κάποιοι άλλοι έχουν κιόλας κοιμηθεί. 9:15 είμαστε και πάλι όλοι σε σειρά. Φεύγοντας ρίχνω μια ματιά μέσα στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Ο παπάς έχει ανοίξει τις πόρτες της, τα καντηλάκια είναι έτοιμα αναμμένα κι εκείνος ψέλνει. Δεν είναι κανείς μέσα.
Ανηφόρα και πάλι. Οι φτέρες φτάνουν μέχρι το λαιμό μας κι ένα πυκνό δάσος οξιάς μας κυκλώνει. Μόλις βγαίνουμε στο δρόμο αντικρίζουμε την ομίχλη, που κινείται νωχελικά μπροστά από τις κορυφές του βουνού. 
«Ε! παιδιά καλύψτε τα κενά!», φωνάζουν οι αρχηγοί και τα παιδιά ανοίγουν το βήμα τους, προσπαθώντας να φτάσουν τον μπροστινό ή την μπροστινή τους. 

Κείμενο: Ντέμη Κουτσοσταμάτη
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
XΑΝ Κατασκήνωση Αη Γιάννης Πηλίου: Το Μεγάλο Σαφάρι στο βουνό των Κενταύρων
Κατηγορίες: Δραστηριότητες
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Μαγνησία

Δε θα ήμουν 10 χρονών και το θυμάμαι σαν να το βλέπω μπροστά μου. Κρέμομαι στα κάγκελα μπροστά απ’ τις σκηνές της κατασκήνωσής, δίπλα μου παιδιά, τριγυρνούν, κάνουν την πλάκα τους. Στο τέλος βρίσκουν κι αυτά μια θέση. Νυχτώνει μετά από μια γεμάτη μέρα. (Έτσι μου φαίνονταν όλες οι μέρες στην κατασκήνωση, σαν μια τεράστια μέρα χωρίς τέλος).

 

«Έ-ε-έρχονται, ε-ε-έρχονται!», φωνάζουμε όλοι μαζί και μετά σωπαίνουμε. Από μακριά βλέπουμε να πλησιάζουν φλόγες και ψηλές σκιές. Στην απόλυτη ησυχία ακούγεται αποφασιστικά ο ύμνος και η κραυγή της κατασκήνωσης και κάθε στίχος αντηχεί δυνατότερα απ’ τον προηγούμενο:

 

«Εμπρός παιδιά να ψάλλουμε του Πήλιου της μορφιές

κι ο ύμνος μας ας ακουστεί στα πέρατα της γης,

πως τέτοια κάλλη αφάνταστα αγνίζουν τις καρδιές

και μπρος το θείο εξυψούν τα μάτια της ψυχής…»

 

Μετά από λίγο οι σκιές μικραίνουν και παίρνουν ξεκάθαρη μορφή. Οι δάδες που κρατούν φωτίζουν τα  πρόσωπά τους, που είναι βαμμένα με κόκκινες και μαύρες μπογιές. Τους κοιτούμε θαμπωμένοι. Θα ‘λεγες πως είναι κάποια άγρια φυλή, που μόλις κατέφτασε απ’ τα βάθη του Νότου.

 

Όταν άρχισαν να διηγούνται την πορεία τους δεν καταλάβαινα και πολλά πράγματα, δεν ήξερα που είναι τα Χάνια, η Πορταριά, η Τσαγκαράδα. Όμως αντιλαμβανόμουν με κάποιον αόριστο τρόπο, πως αυτά τα παιδιά είχαν κατορθώσει κάτι δύσκολο και σημαντικό, που δεν μπορεί να το κάνει ο καθένας. Κάτι ακόμα μου έμεινε από εκείνη την  παρέα, πως αγκάλιαζαν περήφανοι ο ένας τον άλλο, και σφιχτά, σαν πραγματικοί φίλοι.

 

Το βράδυ πήγα για ύπνο με τη σκέψη τους. Ζήλεψα, ήθελα κι εγώ. Μετά από μερικά καλοκαίρια δήλωσα συμμετοχή στο Μεγάλο Σαφάρι και μ’ επέλεξαν ανάμεσα σε πολλά παιδιά. Περπάτησα τρεις μέρες σε μονοπάτια και καλντερίμια, κοιμόμουν στις εκκλησίες, στις πλατείες, έκανα μπάνιο στο παγωμένο ποτάμι, νίκησα την κούρασή μου και μπήκα στην κατασκήνωση αγκαλιά με φίλους, σαν να είχα κατακτήσει τον κόσμο.

 

Αυτήν την ανάμνηση την κρατώ μέχρι σήμερα και μαζί της εκείνο το παιδικό μου συναίσθημα για το Μεγάλο Σαφάρι και τους Σαφαριώτες του.

 

 

Το Ελληνικό Πανόραμα στα μονοπάτια του Μεγάλου Σαφαριού

Πέρασαν πολλά καλοκαίρια από τότε. Ο κόλπος του Παγασητικού φαίνεται χαμηλά, πάντα ίδιος. Κάθε τόσο ανατρέχω σε όσα χρειαζόμαστε για την εκδρομή και διακόπτω τις συζητήσεις μας με την Άννα:

 

  • Πήρες αδιάβροχο;
  • Ναι πήρα. Αδιάβροχο, τρεις αλλαξιές, κάλτσες, μακρύ παντελόνι και μακρυμάνικο. Χρειαζόμαστε κάτι άλλο:
  • Οδοντόβουρτσα και κανένα σαπουνάκι. Πήρα και μαξιλάρι, αφού θα περπατάμε όλη μέρα, τουλάχιστον ας κοιμάμαι καλά.

Αχ Άννα! θα σου αρέσει τόσο πολύ, της λέω σαν να ξέρω ένα μυστικό, που δεν θέλω να φανερώσω.

 

Οδεύουμε προς την κατασκήνωση της ΧΑΝ στον Αϊ Γιάννη, για να βιώσουμε αλλά και να καταγράψουμε την πορεία του περιβόητου Μεγάλου Σαφαριού, της πιο μεγάλης και δύσκολης εκδρομής της κατασκήνωσης. Ο ενθουσιασμός μας είναι μεγάλος: η Άννα για την πρωτόγνωρη εμπειρία που την περιμένει κι εγώ που θα βρεθώ ξανά σε γνώριμα μονοπάτια. Ήδη δέχομαι βροχή τις αναμνήσεις 15 χρόνων, σαν να ταξιδεύω με χρονομηχανή στο παρελθόν.

 

Στα Χάνια ο αέρας ψυχραίνει, καθαρίζει. Το βλέμμα μου κολλά στα φωτάκια των χωριών, που αστράφτουν στις αντικρινές βουνοπλαγιές. Αυτές οι απότομες στροφές με κούραζαν μικρή. Το λεωφορείο πήγαινε σαν τρελό, τρίζανε τα φρένα του και το μπροστινό του μέρος έχασκε στο κενό. Τότε μόνο μια σκέψη με τριγυρνούσε, «θα ήμασταν άραγε στην ίδια σκηνή με τις φίλες μου; Μόλις φτάσουμε να τρέξω να πιάσω το πάνω κρεβάτι!». Πάντα η πρώτη ματιά της κατασκήνωσης απ’ το παράθυρο του λεωφορείου, ήταν ανακουφιστική. Έτσι και τώρα. Όλα είναι όπως παλιά στη «χώρα του ποτέ», όπως την ονομάζει ο παιδικός μου φίλος ο Θανάσης.

 

Βαθιοί και δυσκολοεξήγητοι οι δεσμοί που αποκτά ένα παιδί με την κατασκήνωση. Νομίζω τους αντιλαμβάνεται καλύτερα μεγαλώνοντας. Όταν κοιτάξει μετά από καιρό την κατασκήνωση απ’ το παράθυρο.

 

1η μέρα: Αϊ Γιάννης- Κισσός- Χάνια- Πορταριά

Ενώ εμείς ανεβαίνουμε τις στροφές του βουνού, στην κατασκήνωση τα παιδιά του Μεγάλου Σαφαριού κάνουν τα πράγματά τους, ένα ζεστό μπάνιο και δένουν μια πετσέτα στο κρεβάτι τους, για να τα ξυπνήσουν το πρωί.

 

Στην τραπεζαρία ο ήλιος ανατέλλει κόκκινος ανάμεσα απ’ τα φύλλα των πλατανιών. Τον κοιτούμε καθώς μασουλάμε ανόρεχτα ένα κουλούρι. Ο Θανάσης, οδηγός πια του Σαφαριού, μαζί με το Στέργιο, το συνοδηγό, βάζουν την επίλεκτη ομάδα στη σειρά πορείας και δίνουν στον καθένα έναν αριθμό. Μπροστά οι πιτσιρικάδες και οι πιτσιρίκες ο Αλέξης, η Αλεξία, η Ειρήνη και ο Μπίλυς και πίσω οι μεγαλύτερους, ο Μάξιμος, ο Δημήτρης, ο Χρήστος, η Έλενα, η Μία, ο Αλεξ, η Εμμανουέλα, η Δάφνη, ο Κωνσταντίνος, ο Φώτης, ο Γιάννης, ο Πετρής κι ο Μάριος, κι έπειτα οι υπαρχηγοί, η Σοφία κι ο Κωνσταντίνος Χ., και οι αρχηγοί, η Μαρία, ο Στέλιος κι ο Τζανής. Τα μικρότερα παιδιά είναι μόλις 11 χρονών, ενώ τα  μεγαλύτερα  17. Όλα έχουν ξεχωρίσει ανάμεσα στ’ άλλα για τη συμμετοχή τους στις αθλητικές δραστηριότητες  της κατασκήνωσης. Το νούμερο 25 είμαι εγώ και το 26 η Άννα.

 

Σφίγγουμε τα λουριά των σακιδίων μας και ξεκινάμε για τον Κισσό. Η διαδρομή απότομη και ανηφορική. Τα παιδιά προχωρούν αμίλητα. Ακούγονται μόνο οι ήχοι από τις πατημασιές τους και το ισχνό κελάηδημα των πουλιών. Ευτυχώς έχει συννεφιά και δροσιά. Πίσω μας ξεμακραίνει η παραλία του Αϊ Γιάννη και πλάι μας υψώνονται καταπράσινες βουνοπλαγιές.

 

Όταν βρίσκω ευκαιρία γράφω στο σημειωματάριο μου:

Προχωράμε ασθμαίνοντας και κοιτάμε τις πέτρες του καλντεριμιού. Η μια ανηφόρα διαδέχεται γρήγορα την άλλη. Τα παιδιά κρατούν με τα χέρια τους τα λουριά των σακιδίων για να πάρουν λίγο απ’  το βάρος τους και περπατούν υπομονετικά, ακόμα και τα μικρότερα! Μεγάλη πρόκληση η πρώτη μέρα του Σαφαριού, λένε. Πολύ γυρνάνε πίσω, μα όποιος την καταφέρει δεν έχει να φοβάται τίποτ’ άλλο.

 

«Δεν μπορώ άλλο», λέει η Έλενα, βγαίνει απ’ τη σειρά και σκύβει στα γόνατά της. Οι παροτρύνσεις του Θανάση την κάνουν να παραπονιέται ακόμη περισσότερο. Στο τέλος της λέει: «Αποφάσισε τώρα ή θα έρθεις και δεν θα διαμαρτύρεσαι ή θα γυρίσεις πίσω στην κατασκήνωση». Το σκέφτεται λίγο και μετά λέει «Θα ‘ρθω».

 

Με την Άννα φτάνουμε στον Κισσό με αρκετή καθυστέρηση. Η πρώτη μου έγνοια ήταν να πάω στη βρύση της πλατείας. Έκλεισα τα μάτια κι έπινα. Στην πλατεία τα παιδιά έχουν ήδη βγάλει τα σακίδιά τους, έχουν αλλάξει τις μουσκεμένες μπλούζες τους, που στεγνώνουν παραταγμένες στο πεζούλι, και ξαπλώνουν πάνω στα στρωματάκια. Μόλις μας βλέπουν χειροκροτούν, να μας πειράξουν.

 

Η πλατεία του Κισσού μοιάζει να ίπταται στον ουρανό. Δεν έχεις άλλο μπροστά σου από τη θάλασσα και τον ουρανό. Κι ίπτασαι κι εσύ μαζί με την Αγία Μαρίνα και το ψηλό καμπαναριό της, τα τραπεζάκια από το Σχολαρχείο και  την ωραία βυσσινάδα. Εδώ ερχόμασταν για διανυκτέρευση παλιά κι όταν έπαυαν τα παιχνίδια ακούγαμε τη μουσική απ’ το Σχολαρχείο, Χαρούλα Αλεξίου, Θάνο Μικρούτσικο, Σωκράτη, Θανάση. Νύσταζα αλλά προσπαθούσα να μην κοιμηθώ.

 

«Όρθιοι παιδιά. Ετοιμαζόμαστε!». Ο Κωνσταντίνος και μερικοί ακόμα παίζουν χαρτιά. Κάποιοι ξαπλώνουν, ενώ κάποιοι άλλοι έχουν κιόλας κοιμηθεί. 9:15 είμαστε και πάλι όλοι σε σειρά. Φεύγοντας ρίχνω μια ματιά μέσα στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Ο παπάς έχει ανοίξει τις πόρτες της, τα καντηλάκια είναι έτοιμα αναμμένα κι εκείνος ψέλνει. Δεν είναι κανείς μέσα.

 

Ανηφόρα και πάλι. Οι φτέρες φτάνουν μέχρι το λαιμό μας κι ένα πυκνό δάσος οξιάς μας κυκλώνει. Μόλις βγαίνουμε στο δρόμο αντικρίζουμε την ομίχλη, που κινείται νωχελικά μπροστά από τις κορυφές του βουνού.

 

«Ε! παιδιά καλύψτε τα κενά!», φωνάζουν οι αρχηγοί και τα παιδιά ανοίγουν το βήμα τους, προσπαθώντας να φτάσουν τον μπροστινό ή την μπροστινή τους. Το κενό τότε μετατοπίζεται στον πισινό, που τρέχει τσατισμένος.

 

Στο Χάνι του Ζήση η θέα φτάνει ως τη Σκιάθο. Αφού βάλαμε πιο χοντρά ρούχα για το κρύο παραταχθήκαμε στα τραπέζια του μαγαζιού και περιμέναμε. Όποιο πιάτο εμφανιζόταν είχε πολύ σύντομη «διάρκεια ζωής», ίσα που να πάει ο σερβιτόρος μέχρι την κουζίνα, να φορτώσει τα επόμενα και να ξανάρθει. Δοκιμάσαμε και το παραδοσιακό σπετσοφάι, λουκάνικα με σάλτσα και πιπεριές, σε μικρές ποσότητες όμως, για να μη βαρυστομαχιάσουμε. Εκεί μπροστά από το μαγαζί σ’ ένα μικρό πλάτωμα κοιμηθήκαμε στο χορτάρι, κι όταν έβγαινε από τα σύννεφα ο ήλιος και μας χτυπούσε ήταν ακόμα καλύτερα.

 

Καινούρια σελίδα στο σημειωματάριο:

6:10 φεύγουμε από το Χάνι του Ζήση. Και πάλι οι γνώριμες μυρωδιές της φύσης με τα τρεχούμενα νερά, τα μεγάλα δέντρα και τα βότανα. Ο Κωνσταντίνος Χ. έχει πάρει το σακίδιο της Έλενας για να την ξελαφρώσει και περπατάει με δυο σακίδια, ένα μπρος κι ένα πίσω, και το φαρμακείο. Ένας κινούμενος όγκος από πράγματα. Τα παιδιά όταν δεν τα βλέπουν οι αρχηγοί και οι υπαρχηγοί πίνουν κρυφά νερό από τα παγούρια τους. Τους έχουν πει να πίνουν μόνο στις στάσεις, αλλά ποιος αντέχει μέχρι τότε;

 

Μετά από 900 μέτρα πορείας στην άσφαλτο και μια ώρα μετά το ξεκίνημά μας είμαστε σκαρφαλωμένοι στο Σταυρό, στα 988 μέτρα και ατενίζουμε τη χαράδρα του Βρύχωνα και τα χωριουδάκια του δυτικού Πηλίου. Ο μεγάλος κόκκινος ήλιος που ανέτειλε στην τραπεζαρία της κατασκήνωσης, τώρα τον βλέπουμε να δύει πάνω απ’ το Βόλο.

 

Στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου ξεφορτώνουμε τα πράγματά μας, σα στο σπίτι μας. Τα παιδιά στρώνουνε τους υπνόσακούς τους στη σειρά, τρώνε από ένα σάντουιτς και πέφτουνε μεμιάς για ύπνο. Ορισμένα μισοκοιμούνται ήδη με το σάντουιτς στο στόμα.

 

Πορταριά- Αϊ Λαυρέντης- Αϊ Γιώργης- Πινακάτες- Βιζίτσα- Μηλιές

«Η καμπάνα της εκκλησιάς χτυπούσε ανά μισή ώρα. Εγώ πάντα ξυπνάω εύκολα και την άκουγα», λέει το επόμενο πρωί η Δάφνη. Δεν είχα πάρει χαμπάρι τίποτα. Δεν άκουγα καν το Θανάση που ροχάλιζε στο διπλανό υπνόσακο.

 

Κοιτώ γύρω μου, μερικά παιδιά έχουν σηκωθεί και φτιάχνουν υπνωτισμένα τα πράγματά τους, κάποια άλλα κοιμούνται και το μάγουλό τους σχεδόν ακουμπάει στις πλάκες του δαπέδου. Κάποιοι προσπαθούμε να παρατείνουμε λίγα λεπτά ακόμη την παραμονή μας στην οριζόντια θέση, τα πόδια μας είναι ασήκωτα και αδυνατούν να κουνηθούν ή αρνούνται. Για να μη μιλήσω για την πλάτη… Οι καλημέρες ακούγονται μισές και το χασμουρητό είναι μάλλον η πιο έντονη δραστηριότητα. Αριστερά μου, ο Στέλιος είναι καθισμένος στον υπνόσακό του με το βλέμμα κολλημένο στο άπειρο. Όμως κατέφθασε ο Θανάσης, κρατώντας το λόγο της έγερσης μας: το πρωινό. Κουλούρια, χυμοί, μαρμελάδες, φρούτα, χειροποίητες γαλατόπιτες και κολοκυθόπιτες.

 

Μόλις φάγαμε φορούμε τα σορτσάκια μας, στοιχιζόμαστε  και 8:45 ξεκινάμε και πάλι να ανηφορίζουμε. Κάποια στιγμή το δρόμο μας κόβει νερό, που χύνεται σε ρεματιά. Βάζουμε 4-5 πέτρες για να πατήσουν τα παιδιά και να μην βραχούν. Ήταν όμως μικρές και που να ισορροπήσεις με το βαρίδιο στην πλάτη. Όποιος περνάει απέναντι ενθαρρύνει τους επόμενους. Όλοι τσαλαπατούν στα νερά. Μόνο η Εμμανουέλα κατάφερε να περάσει αλώβητη.

 

Οι σημειώσεις μου λένε:

8:45 εκκίνηση από την Πορταριά

9:30 δεξιά σε  χωμάτινο μονοπάτι, και όλο αριστερά

9.55 δεξιά στη διακλάδωση κι έπειτα πάλι αριστερά.

10.20 έχουμε χαθεί!

 

Καθόμαστε όλοι κάτω από τις καρυδιές ενώ ο Θανάσης με το Στέργιο ανεβοκατεβαίνουν μονοπάτια για να βρουν το σωστό. Τα παιδιά τρώνε κάτι άγουρα μήλα, που κόψανε από ένα χωράφι στη διαδρομή. Κρατούν κι ένα στο σακίδιό τους εφεδρικό. Ο μικρός ο Αλέξης παίζει μόνος του αυτοσχέδια παιχνίδια και δε στέκεται στιγμή. Όλοι οι άλλοι εκμεταλλεύονται  την ευκαιρία για να ξεκουραστούν. Τελικά, 20 λεπτά μετά γυρνάμε πίσω και στρίβουμε δεξιά σε μια ελαφριά κατηφορίτσα. Στις 11:20 βγαίνουμε επιτέλους στο δρόμο.

 

Περπατώντας στην άσφαλτο άρχισαν να φαίνονται οι πρώτοι τραυματίες. Φουσκάλες στα πόδια, πονεμένοι μύες και κυρίως συγκάματα. 3-4 περπατούν με ανοιχτά τα πόδια, συγκεντρώνοντας τα πειράγματα των άλλων.

 

Το ρολόι μου δείχνει 12:25 κι εμείς συνωστιζόμαστε στη βρύση της πλατείας του Αγίου Λαυρεντίου. Γεμίζουμε τα παγούρια με φρέσκο νερό και βρέχουμε πόδια, χέρια, πρόσωπα. Στο τέλος βάζουμε το κεφάλι μας από κάτω. «Το νερό είναι πολύ παγωμένο, θα κρυώσετε!», μας προειδοποιεί μια περαστική γυναίκα που γυρνά απ’ το μπακάλικο. Στη σύντομη στάση μας ο Δημήτρης Μαχαίρας, φίλος του περιοδικού, κερνά σ’ όλους μας χυμό και δροσερό καρπούζι.

 

Το καλντερίμι που ακολουθούμε είναι φτιαγμένο με περίσσια τέχνη, όπως όλα τα καλντερίμια του χωριού. Περνούμε μέσα από την κεντρική πύλη της Ιεράς Μονής και θαυμάζουμε ένα από τα παλιότερα κτίσματα του Πηλίου.

 

Σημειώνω και πάλι, μα με δυσκολία:

Στο μονοπάτι για το ποτάμι τα αγκάθια φτάνουν μέχρι τον ώμο. Σηκώσαμε ψηλά τις κάλτσες και πάλι μας γρατζουνάνε. Μετά από λίγο τα αγνοούμε κυριολεκτικά. Το μονοπάτι είναι ευδιάκριτο, παρά την πνιγηρή του βλάστηση. Προχωρούμε με προσεκτικούς ελιγμούς και ακούμε τον ήχο απ’ το ποτάμι μια να πλησιάζει και μια να χάνεται. Τα παιδιά ενθουσιάζονται, φωνάζουν κλασσικά συνθήματα, «αγόρια ιππότες κορίτσια μαύρες κότες» και γελούν.

 

Ο ήλιος σκαλώνει στα πυκνά κλαδιά των δέντρων. Δεν φτάνει τη μικρή βάθρα του ποταμού και τον καταρράκτη της. Τα παιδιά ακουμπάν λίγο το πόδι τους και μετά στέκονται απέξω και κοιτούν δειλά το νερό. Κάποιοι μπαίνουν μέχρι τη μέση, βγάζουν μια παγωμένη κραυγή και βγαίνουν πανικοβλημένοι. Όσοι βουτάνε όμως μια φορά μπαίνουν και ξαναμπαίνουν. Οι αρχηγοί προτρέπουν τα παιδιά να βουτήξουν, γιατί αυτό είναι και το μόνο μπάνιο καθαριότητας, που κάνουμε σ’ όλη την πορεία.

 

Υπάρχει μια παλιά παράδοση, κάθε χρόνο το Μεγάλο Σαφάρι προσπαθεί να σπάσει το ρεκόρ παραμονής στο ποτάμι. Έτσι οι πιο τολμηροί, η Εμμανουέλα, ο Μάριος, ο Χρήστος, ο Στέργιος, ο Πετρής κι ο Δημήτρης μπαίνουν στο νερό, μετρούν δυνατά τα δευτερόλεπτα και τα σαγόνια τους τρέμουν. Τελικά μένουν 5 ολόκληρα λεπτά στο νερό, σπάζοντας το ρεκόρ και βγαίνουν μουδιασμένοι. Ξεκούραστοι και φρέσκοι μπαίνουμε και πάλι στο μονοπάτι για Άγιο Βλάσιο.

 

Καθώς ανεβαίνουμε βρίσκουμε, κρυμμένο σ’ αυτό το δυσπρόσιτο μέρος ένα άσπρο εκκλησάκι με μερικά παγκάκια στο προαύλιό του. Αρκετή ώρα μετά αντικρίζουμε και πάλι τη θάλασσα και τον ουρανό. Χαμηλά μας φαίνονταν τα επίνεια του βορειοδυτικού Πηλίου.

 

Στο τέλος του χωματόδρομου, συναντάμε ένα κτήμα με καλαμπόκια και κηπευτικά. Δύο παιδιά μπαίνουν μέσα και κόβουν κρυφά μερικές ντομάτες για το μεσημεριανό μας. Μας έχουν μείνει πολύ λίγα χρήματα και γι’ αυτό βρίσκουμε εναλλακτικούς τρόπους να κάνουμε οικονομία.

 

Στις 4:40 βρισκόμαστε στην πλατεία του Αϊ Γιώργη κάτω από τον πυκνό ίσκιο των τριών πλατανιών της. Ο ευγενικός μαγαζάτορας κερνάει σε όλους μας αναψυκτικά για να συνοδεύσουμε το μεσημεριανό μας, ψωμί με ζαμπόν κασέρι και μια ντομάτα.

 

Ο ήλιος καταλάγιασε και το απόγευμα συνεχίσαμε τη διαδρομή για Μηλιές, από την άσφαλτο. Τα παιδιά κάνανε παρέες, μιλάνε και περπατάνε με όρεξη. Όταν έρχεται κάποιο αυτοκίνητο, οι πισινοί προειδοποιούν τους μπροστινούς  με την κωδική ονομασία «Άκρη!». Με την κουβέντα η ώρα περνάει ευχάριστα κι αφήνουμε πίσω μας πολύ δρόμο, δίχως να το καταλάβουμε.

 

Λίγο πριν τις Πινακάτες συναντούμε το νούμερο 27 και 28 της πορείας μας: τη Λουκία και τον Μπίγκι, δύο κουταβάκια ταλαιπωρημένα και παρατημένα στην άκρη του δρόμου. Τα παιδιά τα λυπήθηκαν και τα πήραν μαζί μας. Τα κουβαλούν στα χέρια, στους ώμους, στην πλάτη, πάνω στο σακίδιο και μαλώνουν ποιο θα τα πρωτοκρατήσει:

– Να το πάρω κι εγώ λίγο;

– Όχι το έχω εγώ τώρα.

– Εσύ το κρατάς τόση ώρα!

– Καλά παρ’ το αλλά μετά είμαι ‘γω, και κάνουνε όλα μαζί κύκλο γύρω απ’ αυτόν που τα κρατάει. Αυτό συνέβαινε μέχρι τις Μηλιές, ούτε σειρές, ούτε τίποτα.

 

Διασχίζουμε τις γραφικές Πινακάτες και τα καλοδιατηρημένα παλιά αρχοντικά της Βυζίτσας. Κοντά στο σούρουπο, στρέμματα με χιλιάδες μηλιές προαναγγέλλουν ότι φτάνουμε.

 

Στο δρόμο μια κυρία περνά από δίπλα μας και μας κοιτά απορημένη.

-Πούθε πάτε εσείς?

-Στις Μηλιές πάμε!, λέμε με μια φωνή.

-Περπατάτε πολλές ώρες?

– Δυο μέρες.

-Αχ! να χα τα νιάτα σας.

 

Μηλιές- Τσαγκαράδα- Νταμούχαρη- Αϊ Γιάννης

Το πρωί της τρίτης και τελευταίας μας μέρας σηκωνόμαστε απ’ τα χαράματα. Το βράδυ, μετά από πολύωρες διαπραγματεύσεις με τους μαγαζάτορες, φάγαμε σουβλάκια στην πλατεία του χωριού, όπως προστάζει μια άλλη παράδοση του Σαφαριού. Στην αυλή του Πολιτιστικού Κέντρου πλύναμε τα δόντια μας σ’ ένα λάστιχο κι αποκοιμηθήκαμε, κοιτάζοντας τ’ άστρα.

 

Το πρωί ξυπνήσαμε προτού φέξει. Παρόλα αυτά ζωηρές συζητήσεις είχαν ανάψει γύρω απ’ τα σκυλάκια, γιατί το βράδυ επισκέπτονταν τα κεφάλια των παιδιών. Φάγαμε το πρωινό μας, που περιείχε πάλι νόστιμες χειροποίητες πίτες και ξεκινάμε από την πλατεία των Μηλεών.

 

Σήμερα πρόκειται να διασχίσουμε ένα από τα πιο όμορφα μονοπάτια του Πηλίου, εκείνο που ενώνει τις Μηλιές με τη Τσαγκαράδα. Αυτή η διαδρομή στα παλαιότερα χρόνια ήταν η λεωφόρος της εποχής εκείνης. Σήμερα το καλντερίμι διατηρείται σχεδόν στη μισή διαδρομή, ενώ στην άλλη μισή έχει καταστραφεί κι υπάρχει μονοπάτι ανοιχτό.

 

Η πορεία μας γίνεται ανάμεσα από θαμνώδη βλάστηση μέχρι να μπούμε στο ομορφότερο σημείο της διαδρομής μας, το δάσος της οξιάς. Πανύψηλα δέντρα που κρύβουνε τον ήλιο, ο αέρας ψυχραίνει κι εμφανίζεται ένας άλλος κόσμος, με δικά του χρώματα και ήχους. Πάνω στα πεσμένα φύλλα το φως κυματίζει με την ένταση του αέρα. Δίπλα στα δέντρα τα παιδιά με τα σακίδιά τους μοιάζουν με μικροί εξερευνητές.

 

 

«Στο Ξουρίχτι κάνουν καταπληκτικά κάστανα και γιορτές κάστανου τον Οκτώβρη», μου λέει η Άννα όταν αρχίζουν να φαίνονται τα πρώτα σπίτια του χωριού. Περπατάμε μέσα στους γηραιούς καστανώνες του Ξουριχτιού, σε στενό θαμνώδες καλντερίμι που βγάζει στα πρώτα σπίτια της Τσαγκαράδας.

 

Περνάμε μέσα από το χωριό, θαυμάζουμε τον πλάτανο της Αγίας Παρασκευής έναν από τους μεγαλύτερους του Πηλίου και ακολουθούμε το μονοπάτι για Νταμούχαρη. Πριν μπούμε στα περίφημα «Καγκόλια», το φιδωτό απότομο καλντερίμι που ξετυλίγεται στις άκρες του βουνού, συναντάμε ένα κιόσκι που μας προτρέπει για ένα μικρό διάλλειμα. Επάνω του είναι γραμμένα ονόματα παιδιών της κατασκήνωσης, που είχαν κάνει το Μεγάλο Σαφάρι. Αυτή η τοποθεσία λέγεται «Αγνάντι», τοπωνύμιο που δικαιολογεί απόλυτα την ονομασία του. Η θέα είναι μαγευτική, βλέπει στο Αιγαίο πέλαγος και το σύμπλεγμα των Σποράδων.

 

Κατεβαίνοντας τα «Καγκιόλια» τα πατήματά μας γλιστράνε στα πεσμένα φύλλα και τα πόδια τρέμουν από τη δυσκολία και το βάρος. Η κλίση είναι πολύ κατηφορική. Από ψηλά κοιτούμε τη σκοτεινόχρωμη θάλασσα και δροσιζόμαστε. Όσο μεγαλώνει στα μάτια μας η παραλία με τα ολόλευκα μεγάλα βότσαλα, μεγαλώνει και η λαχτάρα μας, έρχεται βλέπεις η ώρα του φαγητού και της ανάπαυσης.

 

Στη Νταμούχαρη αισθανόμασταν πως πέφτει η αυλαία του Σαφαριού. Κουρασμένοι απ’ το αδιάκοπο περπάτημα ορμήσαμε κατευθείαν στη θάλασσα. Στη γαλήνη του σπιτιού της κυρα- Φωτεινής ετοιμάσαμε την τελευταία σκηνή, την είσοδό μας στην κατασκήνωση, προβάροντας σκετσάκια και τραγούδια. «Έγινα πάλι παιδί», εξομολογείται με ειλικρίνεια η Άννα, που βουτάει κι αυτή από τα βράχια της κυρα- Φωτεινής..

 

Υποδοχή Σαφάρι

Η υποδοχή μας έγινε στην πυρά. Μεγάλες σκιές κι εμείς πλησιάσαμε από μακριά με δάδες στα χέρια, τραγουδώντας αποφασιστικά τον ύμνο και την κραυγή. Εκεί παραταχθήκαμε και αρχίσαμε να διηγούμαστε την πορεία μας, φίλοι μικροί και μεγάλοι. Αναλογιζόμασταν περήφανοι το κατόρθωμά μας, και κυρίως των μικρών παιδιών, που από τη ζωή στα τσιμέντα εξελίχθηκαν σε έμπειρους περιπατητές.

 

Την τελευταία βραδιά στην κατασκήνωση μας φώναξαν όλους στην πυρά να μας απονείμουν αναμνηστικό δίπλωμα για τη συμμετοχή μας στο Μεγάλο Σαφάρι. Καθώς ετοιμάζαμε τα πράγματα της επιστροφής ο Παύλος, παλιός κατασκηνωτής και πατέρας πλέον, έγραψε στο παραπέτο της σκηνής με μαύρο μαρκαδόρο τους στίχους από ένα τραγούδι:

Είναι ωραία τα παλιά, μεγάλα δέντρα
στέκονται δίπλα στο ποτάμι και κοιτάνε…
Δίπλα τους παίζουν τα παιδιά και τραγουδάνε
τα δέντρα ακούνε και δε βγάζουνε κουβέντα…

Κι από κάτω τα ονόματά μας.

 

 

Οι διαδρομές του Μεγάλου Σαφαριού

1η μέρα

Αϊ Γιάννης- Κισσός

Η διαδρομή ξεκινά απ’ τα σκαλοπάτια λίγο πιο ψηλά από το γεφύρι στην είσοδο της κατασκήνωσης. Αφού ανέβουμε τα σκαλιά, περνούμε τον περιφερειακό του Αϊ Γιάννη και βγαίνουμε σ’ ένα καλντερίμι που το κυκλώνουν ελαιόδεντρα. Έπειτα από λίγη ώρα συναντούμε την Ξυρόβρυση. Αριστερά ο δρόμος οδηγεί στον Αϊ Γιαννάκη. Εμείς ακολουθούμε το τσιμεντένιο μονοπάτι ευθεία. Μετά από 15 λεπτά περίπου καταλήγει σε άσφαλτο στο χωριό του Αϊ Δημήτρη. Περπατάμε για λίγο μέσα στο χωριό και φεύγουμε δεξιά σε τσιμεντένιο δρόμο, μπροστά από την ταβέρνα «Ο έρωτας». Ύστερα από 10 λεπτά περίπου συναντάμε κίτρινη πινακίδα που μας κατευθύνει δεξιά σε καλντερίμι που διασταυρώνεται με την άσφαλτο. Από εκεί κι έπειτα ανηφορίζουμε και σύντομα συναντούμε τα πρώτα σπίτια του Κισσού.

 

Κισσός- Χάνια

Το καλντερίμι για τα Χάνια ξεκινά λίγο πάνω από την πλατεία του Κισσού και διαρκεί περίπου 3.30 ώρες,  8 χιλιόμετρα όλο ανηφόρα. Ξεκινάμε αριστερά από τη βρύση. Στα τελευταία σπίτια του χωριού στρίβουμε αριστερά κι έπειτα ακολουθούμε τις κίτρινες πινακίδες. Περπατάμε μέσα σε τεράστιες φτέρες, και σε πυκνό δάσος οξιάς. Ένα μέρος της περνάει από τον καινούριο ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Μετά από 20 λεπτά ξαναβρίσκουμε το καλντερίμι που δίπλα του κυλά ένα μικρό ρυάκι. 20 λεπτά μετά συναντάμε ένα κιόσκι και ξαναβγαίνουμε στο δρόμο κοντά στο χιονοδρομικό και κατευθυνόμαστε προς το χωριό.

 

Χάνια- Πορταριά

Ξεκινάμε από το καλντερίμι που ξεκινά πριν το κτίριο του Ζήση, το οποίο σύντομα στρίβει δεξιά και οδεύει προς ένα μικρό ρέμα. Μετά το ρέμα αρχίζει ασφαλτόδρομος. Τον ακολουθούμε και ετά από 30 περίπου μέτρα συναντάμε διακλάδωση όπου στρίβουμε αριστερά. Βαδίζουμε σε στο χωματόδρομο, αφήνουμε μικρότερο δρόμο στα δεξιά, και καταλήγουμε σε γήπεδα, τα οποία βρίσκονται στ’ αριστερά. Λίγο μετά τα γήπεδα βλέπουμε στα δεξιά μας το μονοπάτι να ανηφορίζει. Το μονοπάτι αυτό έχει στοιχεία καλντεριμιού, περνάει από μικρά ρέματα και καταλήγει στην άσφαλτο, όπου κάνουμε διαγράφουμε δυτική πορεία.

Το κόκκινο βέλος μας κατευθύνει απέναντι από το πλάτωμα με τις κεραίες σε ένα δυσδιάκριτο χωμάτινο μονοπατάκι. Τρία τέταρτα μετά συναντούμε μια επιγραφή που λέει, «Μονοπάτι Ιάσων». Αυτό είναι το όνομα μονοπατιού, που οδεύει περιμετρικά της Πορταριάς. Δεν το ακολουθούμε, κάνουμε μια στάση για νερό στο κιόσκι και συνεχίζουμε στο καλντερίμι. Μετά από 300μ το μονοπάτι χωρίζεται και ακολουθούμε τον αριστερότερο κλάδο μέχρι τα πρώτα σπίτια της Πορταριάς.

 

2η μέρα

Πορταριά- Αϊ Λαυρέντης- Αϊ Γιώργης

Ξεκινάμε ν’ ανηφορίζουμε από το δρόμο μπροστά απ’ την εκκλησία. Ένα τέταρτο αργότερα ακολουθούμε το χωμάτινο μονοπάτι στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Πηγαίνουμε όλο αριστερά και 25 περίπου λεπτά μετά δεξιά στη διακλάδωση. Ένα τέταρτο αργότερα το δρόμο μας κόβει νερό, που χύνεται σε ρεματιά. Από εκεί κι έπειτα πηγαίνουμε και πάλι αριστερά και μετά δεξιά σε μια ελαφριά κατηφορίτσα. Στην επόμενη διχάλα στρίβουμε και πάλι δεξιά, μέχρι που βγαίνουμε στο δρόμο.

 

50 μέτρα περίπου χαμηλότερα βρίσκουμε στην αρχή ενός χωματόδρομου μια πινακίδα αριστερά προς Αϊ Λαυρέντη. Τα κόκκινα σημάδια στις πέτρες είναι αρκετά, για να μας καθοδηγήσουν κατευθείαν στην πλατεία του μοναδικού παραδοσιακού χωριού.

 

Από την κεντρική πλατεία ανηφορίζουμε προς το μοναστήρι του Αγίου Λαυρεντίου, στη ΒΑ είσοδο του χωριού. Έπειτα ακολουθούμε το τσιμεντοστρωμένο δρομάκι πίσω ακριβώς από την Ιερά Μονή, που καταλήγει σε άσφαλτο και βρίσκουμε στο αριστερό μας χέρι πινακίδα για Αϊ Βλάση.

 

ποτάμι

 

Βαδίζουμε για λίγο παράλληλα με την κοίτη του ποταμού. Καθώς ανεβαίνουμε συναντάμε, κρυμμένο σ’ αυτό το δυσπρόσιτο μέρος, τ’ άσπρο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη. Τα πυκνά σημάδια μας οδηγούν, αυτή τη φορά με σιγουριά, στον προορισμό μας, τον Αϊ Γιώργη. Αρκετή ώρα μετά αντικρίζουμε και πάλι τη θάλασσα και τον ουρανό. Χαμηλά μας φαίνονταν τα επίνεια του βορειοδυτικού Πηλίου. Στο τέλος του χωματόδρομου κατηφορίσουμε και πάλι στην άσφαλτο.

 

Πινακάτες- Βιζίτσα- Μηλιές

Διαδρομή από τον κεντρικό δρόμο.

 

3η μέρα

Μηλιές- Τσαγκαράδα

Ξεκινάμε απ’ την πλατεία των Μηλεών, δεξιά, πλάι απ’ τη βιβλιοθήκη. Το καλντερίμι ανηφορίζει ομαλά ανάμεσα απ’ τα σπίτια του χωρίου, και κατευθύνεται ανατολικά. Τρία τέταρτα της ώρας περίπου μετά τις Μηλιές ακολουθούμε έναν αγροτικό δρόμο, που προχωρά όπως πήγαινε και το καλντερίμι. Μετά από λίγα μέτρα, πάνω σε μια αριστερή του στροφή, φεύγουμε προς τα δεξιά και συνεχίζουμε αμέσως πάλι σε καλντερίμι κι έπειτα σε μονοπάτι. Κατευθυνόμαστε προς το βάθος της μικρής ρεματιάς, που είναι λίγα μέτρα μπροστά μας. Γύρω μεγάλες καστανιές και φτέρες σχηματίζουν ένα μικρό δάσος. Συνεχίζουμε προς τ’ ανατολικά και βαδίζουμε με ελαφρά ανηφορική κλίση. Κάποια στιγμή συναντάμε φαρδύ αγροτικό δρόμο. Τον ακολουθούμε για λίγα μέτρα προς τ’ αριστερά, και αμέσως φεύγουμε δεξιά από τον κύριο δρόμο, ανηφορίζοντας λιγάκι σε στενό δασικό δρόμο. Λίγα μέτρα μετά στρίβουμε λίγο προς τ’ αριστερά και συνεχίζουμε λίγα μέτρα κατευθυνόμενοι βόρεια. Έπειτα βρίσκουμε το καλντερίμι, το οποίο ακολουθούμε με κατεύθυνση ανατολική.

 

Η πορεία μας γίνεται ανάμεσα από θαμνώδη βλάστηση μέχρι να μπούμε στο δάσος της οξιάς. Τελικά μπαίνουμε σε δασικό δρόμο και μετά από δέκα λεπτά πορείας, φεύγουμε δεξιά από το δρόμο και ακολουθούμε μονοπάτι, το οποίο στη συνέχεια γίνεται καλντερίμι. Έπειτα συναντούμε μια διασταύρωση. Δεξιά πάει Ξουρίχτι και αριστερά Χάνια. Εμείς ακολουθούμε τον ενδιάμεσο χωματόδρομο, περνώντας μέσα από τους καστανώνες του Ξουριχτίου. Στη δεξιά μας μεριά, πιο χαμηλά, φαίνονται μερικά σπίτια του Ξουριχτίου.

 

Κάποια στιγμή ο αγροτικός δρόμος που ακολουθούσαμε μέχρι τώρα γίνεται τσιμενταρισμένος και κατηφορίζει προς τα δεξιά. Εμείς ακολουθούμε στενότερο αγροτικό δρόμο, που φεύγει προς τ’ αριστερά και φτάνουμε σε μια παλιά βρύση και μια δεξαμενή. Λίγα πλατάνια και κυπαρίσσια υπάρχουν σε τούτο το μέρος, απ’ το οποίο βλέπουμε σχεδόν όλο το Ξουρίχτι. Όσο προχωρούμε, η βλάστηση γίνεται πιο ανεπτυγμένη, κι αρχίζει να στενεύει αρκετά το μονοπάτι-καλντερίμι. Συνεχίζουμε να βαδίζουμε ώσπου, βγαίνουμε τελικά στην κεντρική άσφαλτο, κατηφορίζοντας κάπως απότομα, και βρισκόμαστε έξω από την Τσαγκαράδα.

 

Τσαγκαράδα- Νταμούχαρη

Η διαδρομή ξεκινάει από τη συνοικία της Αγίας Παρασκευής και συγκεκριμένα 150 μέτρα πιο κάτω απ’ τη διασταύρωση με τον κεντρικό δρόμο. Σε μια δεξιά κατηφορική στροφή ξεκινάει καλοδιατηρημένο καλντερίμι, που κατηφορίζει ομαλά ανάμεσα σε σπίτια και διακόπτεται από την άσφαλτο για να συνεχίσει ακριβώς απέναντι. Ένα δάσος από αγριοκαστανιές ρίχνει τη σκιά του στο καλντερίμι λίγο πριν συναντήσει την άσφαλτο και το μικρό εξωκλήσι του Αγ. Ευσταθίου. Το μονοπάτι συνεχίζει απέναντι αλλά πάνω σε τσιμεντόδρομο για λίγα μέτρα και μετά στα δεξιά μας ξαναβρίσκουμε το καλντερίμι και μια ταμπέλα. Κατεβαίνοντας ομαλά περνάμε δεξιά μας ωραία βρύση και αμέσως μετά συναντάμε την πλατεία της Αγ. Κυριακής και την εκκλησία.

 

Το καλντερίμι συνεχίζει ακριβώς πίσω από το καμπαναριό και λίγα μέτρα πιο κάτω διακόπτεται από την άσφαλτο για συνεχίσει διαγώνια αριστερά μας. Στην αρχή το μονοπάτι είναι λίγο κατεστραμμένο, συνεχίζει κατηφορικά σε ρεματιά με ωραία παλιά βρύση και τσιμεντένιο γεφύρι. Το μονοπάτι από το γεφυράκι συνεχίζει ανηφορικά μέχρι να συναντήσει τσιμεντόδρομο. Στρίβουμε δεξιά και ακολουθούμε τον τσιμεντόδρομο για 50 μ. που εξελίσσεται σε χωματόδρομο. Μετά από τη σιδερένια εξώπορτα σπιτιού βρίσκουμε το καλντερίμι στα αριστερά μας, κατηφορίζοντας φθάνουμε στη θέση «Αγνάντι». Το καλντερίμι από αυτό το σημείο κατηφορίζει αριστερά από το κιόσκι, απότομα με στροφές για να καταλήξει στην Νταμούχαρη. Οι ντόπιοι το σημείο αυτό το ονομάζουν «καγκιόλια». Η κατασκευή του καλντεριμιού είναι εντυπωσιακή καθώς και η έντονη κατηφορική του κλίση.

 

Νταμούχαρη- Αϊ Γιάννης

Στον κεντρικό δρόμο Νταμούχαρης- Αϊ Γιάννη, λίγο μετά τη βρύση, βρίσκουμε στα δεξιά μας κίτρινη ταμπέλα στην κορυφή ενός καλντεριμιού. Κατηφορίζουμε μέχρι την άκρη της παραλίας Παπά Νερό και περπατάμε κατά μήκος της.

 

85 χρόνια ΧΑΝ Πήλιο

Το 1924 η ΧΑΝ ίδρυσε στο ΒΑ Πήλιο κάτω από το Μούρεσι, στη μαγευτική τοποθεσία του Αϊ Γιάννη, την πρώτη οργανωμένη κατασκήνωση στην Ελλάδα, εισάγοντας εκείνη την εποχή πρωτόγνωρα προγράμματα προσφοράς προς τους νέους. Πρώτος διευθυντής της ήταν ο Αμερικανός Lois Rees. Το 1934 σταθεροποιεί τη λειτουργία της κατασκευάζοντας σε δικό της χώρο 10 σκηνές ενώ από το 1949 έως και το 1951 κλείνει κατά περιόδους, εξαιτίας του Β’ Παγκοσμίου και Εμφυλίου Πολέμου. Από το 1952 λειτουργεί ακατάπαυστα και το 1992 ανοίγει για πρώτη φορά τις σκηνές της και στα κορίτσια.

 

Συνειδητά η ΧΑΝ αποφάσισε να αποτελέσει εξαίρεση στον κανόνα των κατασκηνώσεων-ξενοδοχείων με τις ανέσεις, που προσφέρονται τα τελευταία χρόνια. Συνέχισε και συνεχίζει την ίδια φιλοσοφία, που έχει ως στόχο την επαφή των παιδιών με τη φύση και την εκμάθηση της ζωής της υπαίθρου σ’ ένα απλό και λιτό περιβάλλον. Μέσα από το πρόγραμμά της δίνει έμφαση στον αθλητισμό, τα ναυαγοσωστικά, τις διανυκτερεύσεις, τη ζωή στην ύπαιθρο, τις ψυχαγωγικές βραδιές. Η ΧΑΝ όλα αυτά τα χρόνια δεν ξέφυγε καθόλου απ’ τις βασικές αρχές της, που στοχεύουν στη συνύπαρξη, τη φιλία, την ομαδικότητα, τη φυσική, πνευματική και ψυχική συνένωση των παιδιών. Οι κατασκηνωτές από την πλευρά τους εξακολουθούν να κουβαλούν ισόβια μέσα τους αυτό τον τρόπο ζωής.

 

Φέτος η κατασκήνωση του Πηλίου γιόρτασε τα 85 χρόνια λειτουργίας της. Χιλιάδες από τα παιδιά που έχει γαλουχήσει, παππούδες σήμερα, την επισκεφτήκαν με τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, σ’ ένα τετραήμερο εορταστικό αντάμωμα στον Αϊ Γιάννη.

 

Ευχαριστώ θερμά το διευθυντή της κατασκήνωσης Γιώργο Πλεξίδα και τον υπεύθυνο προγράμματος της β’ περιόδου Τάσο Βαμβάκη. Ακόμη ευχαριστώ το Θανάση Παυλούδη για τη βοήθειά του.

 

Πηγές

Οδηγός Πηλίου για Περιπατητές, Νίκος Χαράτσης

www.geocities.com

Ανεξερεύνητο Πήλιο, Στέφανος Ψημένος, εκδόσεις road

 

Αφιερωμένο στη Σχολή Στελεχών της Β’ περιόδου 2005.

back-button
next-button
xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_1 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_2 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_4 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_5 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_6 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_7 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_8 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_9 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_10 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_11 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_12 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_13 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_14-scaled xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_15 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_16 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_17 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_17-1 xanth-to-megalo-safari-sto-vouno-twn-kentaurwn_18
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories