home Άρθρα Βελβεντό Κοζάνης: Φυσική ομορφιά και πολιτισμός
Βελβεντό Κοζάνης: Φυσική ομορφιά και πολιτισμός

Παραλίμνιο λοιπόν ή βουνίσιο το Βελβεντό;  Ό,τι και να πει κανείς είναι κοντά στην πραγματικότητα. Το μόνο που δεν μπορεί να διαπιστώσει με την πρώτη ματιά ο περαστικός είναι το επίπεδο πολιτισμού και κουλτούρας, τα φιλόξενα αισθήματα των κατοίκων αυτού του τόπου. Όπως επίσης η καλαισθησία, η φιλοπονία και η εμμονή τους στην καθαριότητα και τάξη, που θα ζήλευαν όχι μόνον Ελληνικοί αλλά και κάθε οικισμός ή πόλη στην Ευρώπη. Ας γνωρίσουμε λοιπόν το σύγχρονο Βελβεντό, έναν τόπο όπου αξίζει να ζει κανείς και που, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, μπορεί δίκαια να καυχιέται για τη μοναδική ποιότητα και ποικιλίες των ροδακίνων του.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Βελβεντό Κοζάνης: Φυσική ομορφιά και πολιτισμός
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Κοζάνη

ΦΥΣΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 

Οι δύο λιγόωρες επισκέψεις στο παρελθόν μας είχαν αφήσει την ανάμνηση μιας μικρής, νοικοκυρεμένης κωμόπολης της επαρχίας. Που η ταυτότητα και ο χαρακτήρας της ισορροπούσαν αρμονικά ανάμεσα στον εντυπωσιακό ορεινό όγκο των Πιερίων και την νωχελική υδάτινη μάζα της τεχνητής λίμνης του Αλιάκμονα. Παραλίμνιο λοιπόν ή βουνίσιο το Βελβεντό; Ό,τι και να πει κανείς είναι κοντά στην πραγματικότητα. Το μόνο που δεν μπορεί να διαπιστώσει με την πρώτη ματιά ο περαστικός είναι το επίπεδο πολιτισμού και κουλτούρας, τα φιλόξενα αισθήματα των κατοίκων αυτού του τόπου. Όπως επίσης η καλαισθησία, η φιλοπονία και η εμμονή τους στην καθαριότητα και τάξη, που θα ζήλευαν όχι μόνον Ελληνικοί αλλά και κάθε οικισμός ή πόλη στην Ευρώπη. Ας γνωρίσουμε λοιπόν το σύγχρονο Βελβεντό, έναν τόπο όπου αξίζει να ζει κανείς και που, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, μπορεί δίκαια να καυχιέται για τη μοναδική ποιότητα και ποικιλίες των ροδακίνων του.

 

ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΠΡΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟ

 

Η διάσχιση των Ν και Δ παρυφών των Πιερίων αποτελούσε από χρόνια μια από τις αγαπημένες μας βουνίσιες διαδρομές. Αρχίζει ουσιαστικά από τον οικισμό των Φωτεινών, 20 περίπου χλμ. από την έξοδο της πόλης της Κατερίνης προς Ελασσόνα. Από τα Φωτεινά μια πινακίδα δείχνει 42 χλμ. δεξιά προς Καταφύγι και αμέσως μετά ο δασικό δρόμος εισχωρεί στην μήκους πολλών χιλιομέτρων χαράδρα του Μορνιώτικου ποταμού. Βρισκόμαστε σε περιβάλλον εξαιρετικού φυσικού κάλλους με βαλανιδιές, γάβρους, βαθύσκιωτα πλατάνια, καστανιές, πεύκα και οξιές, πλαγιές καλυμμένες με ζούγκλα αδιαπέραστη, στο βάθος της κοίτης κρυστάλλινο νερό με πλούσια ροή, καταρράκτες και λιμνούλες. Επανέρχονται μνήμες από κολύμπι μοναδικής ομορφιάς σ’ αυτά τα παγωμένα αλλά θεϊκά νερά. Να κι ένα μονότοξο πέτρινο γεφυράκι έξω από το δρόμο, με μονοπάτι που συνέδεε παλιά τον – μέχρι πριν λίγα χρόνια ξεχασμένο  οικισμό της Μόρνας. Αυτό το άλλοτε οικιστικό φάντασμα  εξελίσσεται ήδη σε προνομιακό βουνίσιο θέρετρο, κυκλωμένο από δάσος.

Στην όχθη του ποταμού, αθέατο ένα ταβερνάκι, που τις μέρες που λειτουργεί, αποτελεί μια αληθινή εμπειρία.

Στο δρόμο πηγές με εξαίσιο νερό, μυστικές διαδρομές προς το ορεινό Λιβάδι Ολύμπου, τεχνητή λίμνη με φράγμα, δρόμος καλός με ανηφόρες και στροφές, σε κάθε βήμα και μια έκπληξη, μια εναλλαγή. Οι εργασίες διαπλάτυνσης του δρόμου συνεχίζονται. Η μελλοντική ασφαλτόστρωσή του θα συνδέσει γρήγορα το Βελβεντό με την Κατερίνη και την Εθνική Οδό. Στα πρανή αγριοφράουλες σε απίστευτη αφθονία. Πιο πάνω μεγάλες συγκεντρώσεις ορχι-δεών, από τις πιο μεγαλόπρεπες που έχουμε δει ποτέ.

Προβάλλει η Φτέρη, ορεινό χωριό σε υψόμετρο 1200 μέτρων. Χάνεται ο ήλιος, ξεσπάει μπόρα φοβερή, κίτρινα ρυάκια ξεχειλίζουν απ’ το δρόμο. Η καταιγίδα καταλαγιάζει και φεύγει προς τον Όλυμπο, έτσι απρόσμενα όπως ήρθε. Φρεσκοπλυμένη και δροσερή η φύση λαμπυρίζει και πάλι στις ακτίνες του ήλιου.

32 χλμ. μετά τα Φωτεινά ο δρόμος διχάζεται: 12 χλμ. δεξιά προς Καταφύγι και 16 χλμ. αριστερά κατηφορικά προς Βελβεντό. Η μικρή πόλη ξεπροβάλλει χαμηλά σαν ένα συμπαγές οικιστικό σύνολο από κόκκινα κεραμίδια κυκλωμένα από το πράσινο της φύσης.

Στην είσοδο της πόλης μας υποδέχεται το “ΑΓΝΑΝΤΙ”. Χτισμένος ο ωραίος ξενώνας  ανατολικά του Βελβεντού αγναντεύει από υψόμετρο 500 μέτρων, τις δασωμένες πλαγιές των Πιερίων, τον κάμπο και τη λίμνη. Οι χώροι είναι κομψοί, λειτουργικοί, με προσεγμένη επίπλωση. Μας καλωσορίζουν ο Θανάσης Πα-πανίκος και ο γιος του Βαγγέλης, ενώ όλη η οικογένεια συνεισφέρει στη λειτουργία και στις καλές υπηρεσίες του ξενώνα. Μεγάλο πλεονέκτημα για την ξενοδοχειακή υποδομή της περιοχής θα είναι και η αύξηση της δυναμικότητας της μονάδας με επέκτασή της και στο γειτονικό κτίριο, που θα λειτουργήσει τους προσεχείς μήνες. (Τηλ. 24640 49002)

Απέναντι από την ταράτσα με την ανεμπόδιστη θέα ο ήλιος βάφει χρυσοκόκκινα τα νερά της λίμνης και γρήγορα χάνεται πίσω απ’ τα βουνά. Η νυχτερινή δροσιά γίνεται αισθητή. Οι υψηλές θερμοκρασίες του Ελληνικού καλοκαιριού πολύ δύσκολα φτάνουν ως εδώ.

– Καλωσορίσατε στον τόπο μας, λέει μετά από λίγο ο Μανώλης Στεργίου, Δήμαρχος Βελβεντού. Μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου οποτεδήποτε και για οτιδήποτε,

 

Παρελθόν χαμένο στον χρόνο

Μαγεύτηκε η νύμφη “Βενδώ” από την ομορφιά του τόπου, έριξε από ψηλά τα βέλη της και, όπου έπεσαν αυτά, σχημάτισαν την περιοχή του Βελβεντού. Αν και συναρπαστικός βέβαια ο μύθος, δεν αποτελεί επαρκές τεκμήριο της ετυμολογίας του τόπου. Κατά τον Βελβεντινό καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Αντ. Ι. Θαβώρη (1) η ονομασία προέρχεται από το λατινικό τοπωνύμιο Beneventum που παράγεται από την λατινική φράση Bonus eventus” = Καλή τύχη, μοίρα. Ο καθηγητής μάλιστα υποστηρίζει, ότι σωστότερος είναι ο τύπος “Το Βελβεντό”, (στο ουδέτερο δηλαδή), που είναι η απόδοση στην νεοελληνική του ιδιωματικού τύπου “του Βιλβιντό“, που διασώθηκε στην προ-φορική παράδοση των κατοίκων από γενιά σε γενιά.

Ανεξάρτητα πάντως από την ετυμολογία του ονόματος, το βέβαιο είναι, ότι “κάπου στα μέσα της 5ης π.Χ χιλιετίας, μια μικρή ομάδα ανθρώπων, επέλεξε για κατοίκηση ένα από τα παραποτάμια πλατώματα κατά μήκος του Αλιάκμονα. Εκεί δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός σημαντικού οικισμού, η ζωή του οποίου διατηρήθηκε για 3000 περίπου χρόνια. Η θέση ονομάζεται σήμερα “Βασιλάρα Ράχη”. Από τις ανασκαφικές έρευνες ήρθαν στο φως πήλινα αγγεία, λίθινα και οστέϊνα εργαλεία, αγνύθες (υφαντικά βάρη), σημαντικά οικοδομικά λείψανα και τμήματα πλίνθινων τοίχων. Πρόκειται για  λαμπρό δείγμα ενός πολιτισμού, με οικισμούς και νεκροταφεία, που χρονολογούνται ήδη από το 6500 π.Χ, από την Πρώιμη Νεολιθική Περίοδο δηλαδή, και του οποίου το μεγαλύτερο τμήμα έχει καλυφθεί από τα νερά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου”. (2)

Μαρμάρινες στήλες με επιγραφές, εργαλεία καθημερινής χρήσης, κοσμήματα και νομίσματα μαρτυρούν την αδιάκοπη κατοίκηση στην περιοχή καθ’ όλη τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων. Πολλά απ’ αυτά τα αντικείμενα αποτελούν μια μικρή αλλά αξιόλογη αρχαιολογική συλλογή, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Μορφωτικού Ομίλου Βελβεντού, ο οποίος έχει νόμιμη άδεια κατοχής, με προοπτική την έκθεση σε ειδικό χώρο.

Στην ευρύτερη περιοχή άκμασε το βασίλειο της Ελιμιώτιδας, που υπαγόταν στην Άνω Μακεδονία και απλωνόταν στη σημερινή περιφέρεια των Νομών Γρεβενών και Κοζάνης (εκτός από την επαρχία Πτολεμαΐδας που ήταν η αρχαία Εορδαία). (3)

Στα βυζαντινά χρόνια η ζωή συνεχίστηκε, όπως αποδεικνύεται από κεραμεικά, ίχνη παλαιοχριστιανικών βασιλικών αλλά και από τον βυζαντινό ναό του 12ου αιώνα του Αγ. Μηνά.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας συνέρρευσαν στο Βελβεντό κάτοικοι από πολλές περιοχές. Ήδη από τον 18ο αιώνα ο τόπος είχε την τύχη να διατηρήσει αρκετά προνόμια, αφού δόθηκε ως “Μαλικανές”, δώρο δηλαδή στη “Βαλιδέ – Χανούμ”, την εκάστοτε μητέρα του Σουλτάνου.

Την Άνοιξη του 1806 επισκέπτεται το Βελβεντό ο Γάλλος Πρόξενος και περιηγητής POUQUEVILLE. Για τους Βελβεντινούς γράφει, ότι “δεν είναι σπάνιο να βρίσκει κανείς να κάθουνται γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι 20 κι ως 30 άτομα απ’ το ίδιο αίμα, που λατρεύουν τον ίδιο Θεό, μιλούν το ίδιο γλωσσικό ιδίωμα, ασκούν επαγγέλματα ειρηνικά και προσφέρουν στον ταξιδιώτη τον πίνακα των πατριαρχικών ηθών, που ο τύπος τους έχει χαθεί απ’ τη γριά Ευρώπη. Γεροδεμένοι, δουλευτάρηδες, διψασμένοι για μάθηση, οι Βελβεντινοί έχουν χτίσει σκολειά που τα κρατούν μ’ έξοδα της κοινότητας… Εκεί οι νιοί σπουδάζουν τη γλώσσα του

Το συναρπαστικό παρόν του Βελβεντού

Δίπλα στον ξενώνα ξεκουράζεται το βλέμμα στις καταπράσινες επιφάνειες του καλοκουρεμένου γρασιδιού. Είναι τα γήπεδα των υπερσύγχρονων αθλητικών εγκαταστάσεων του Δήμου, ελκυστικός χώρος προετοιμασίας ομάδων στο υγιεινό περιβάλλον του βουνού. Λίγο πιο πάνω είναι η θέση “Μετόχι“, στη σκιά αιωνόβιων πλατανιών. Ανεπτυγμένη ανάμεσά τους σε πολλαπλά επί-πεδα η ομώνυμη επιχείρηση, προσφέρει από το πρωί ως αργά τη νύχτα καφέ και φαγητό, στους πρόποδες ακριβώς των Πιερίων.

Κατηφορίζουμε πλάι στο γήπεδο το δρόμο προς το κέντρο. Σε κάθε βήμα συναντάμε το αξιοθαύμαστο επίπεδο του σύγχρονου Βελβεντού. Ωραίες μονοκατοικίες με μεγάλες αυλές, γρασίδι και λουλούδια, περιποιημένα περιβολάκια. Παντού απλοχωριά, αραιή και χαμηλή δόμηση. Εδώ ο ανθρώπινος παράγοντας είναι φιλοξενούμενος του φυσικού περιβάλλοντος και όχι καταπατητής του.

Δεν είναι όμως ωραία μόνον τα περίχωρα. Την ίδια ευχαρίστηση δοκιμάζουμε περιδιαβαίνοντας τις πλακόστρωτες πλατείες, τους δρομίσκους και τα στενά του λαβυρινθώδους οικοδομικού ιστού του Βελβεντού. Νοικοκυροσύνη και τάξη, οικήματα γραφικά, ανάμεσά τους αρκετά παραδοσιακά πετρόχτιστα. Κα-θαριότητα υποδειγματική. Είναι θέμα τιμής και πολιτισμού για τον Βελβεντινό να διατηρεί την καθαριότητα, όχι μόνον των ιδιωτικών του χώρων αλλά και των δημόσιων, της πόλης όπου καθημερινά ζει. Και απ’ ό,τι φαίνεται, αυτή η φιλοσοφία επηρεάζει και τους περισσότερους επισκέπτες. Όταν ο δρόμος είναι πεντακάθαρος, σαν το σαλόνι του σπιτιού σου, δεν πετάς κάτω το τσιγάρο, ψάχνεις να βρεις την πλησιέστερη σταχτοθήκη.

Ο Δάσκαλος Νίκος Τσιουκαρδάνης, Αντιδήμαρχος Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, μας ξεναγεί στις ομορφιές του Βελβεντού. Η λέξη “επιβλητική” είναι πολύ φτωχή για να περιγράψει την κεντρική εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου. Τρίκλιτη βασιλική του 1804, διατηρεί το αυθεντικό της δάπεδο, με λευκές μαρμαρόπλακες στο μεσαίο και πλάκες γρανίτη στα άλλα δυο κλίτη. Οι κολώνες ανάμεσά τους – 14 συνολικά – αποτελούνται από μονοκόμματους κορμούς δέντρων. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος είναι κορυφαίος και μετά την ολοκλήρωση των καθαρισμών από τη συσσωρευμένη καπνιά δυο αιώνων, θ’ αποκαλυφθεί σ’ όλο του το μεγαλείο. Ο επιτάφιος είναι ελαιογραφία του Χαρίστου Ε. Τσιουκαρδάνη, φιλοτεχνημένη το 1931. Εκείνο όμως που κάνει την εκκλησία μοναδική είναι το τέμπλο της. Με επιβλητικές διαστάσεις (πάνω από 15 μ. μήκος και τουλάχιστον 5,50 ύψος) και ξυλογλυπτική τέχνη απαράμιλλης ποιότητας είναι ένα από τα εντυπωσιακότερα τέμπλα Ελληνικού Ορθόδοξου Ναού.

Δεν υστερεί σε μεγαλοπρέπεια το 5ώροφο κα-μπαναριό του 1873, όλο από λαξευτό πωρόλιθο και με πολλά ίχνη από σφαίρες του εμφυλίου. Στην πλακόστρωτη πλατεία της εκκλησίας δεσπόζει το εκπληκτικής αρχιτεκτονικής πε-τρόχτιστο Αρρεναγωγείο, κτίσμα του 1905 από ομογενείς της Ρουμανίας. Από το φθινόπωρο του 2005 φιλοξενεί προσωρινά το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Ν. Κοζάνης, ώσπου να στεγάσει την μόνιμη αρχαιολογική και βυζαντινή συλλογή του Μορφωτικού Ομίλου Βελβεντού.

Έξω από την πλατεία της εκκλησίας ορθώνεται η παραδοσιακή κατοικία του υπέργηρου και αγαπητότατου στους Βελβεντινούς γιατρού Ιπποκράτη Παπαγεωργίου. Δυστυχώς απέναντί του ένα ημιτελές τσιμεντένιο 3ώροφο (που αρχικά ήταν 5ώροφο) αποτελεί παραφωνία. Η αισθητική τάξη αποκαθίσταται αμέσως πιο κάτω με το έξοχο αρχοντικό του 1867. Με το αυθεντικό του λουλακί χρώμα, περίτεχνο σαχνισί και ξύλινα φουρούσια, αποτελεί αληθινό μνημείο οικιστικής αρχιτεκτονικής του Βελβεντού. Λίγο πιο πάνω βρίσκεται και το εξαιρετικό ξενοδοχείο “Εννέα Μούσες“, σε πετρόχτιστο ανακαινισμένο αρχοντικό.

Τα αξιοθέατα στην περιοχή είναι πολλά. Σημαντικότερο ανάμεσά τους το μεγαλειώδες 12θέσιο Δημοτικό Σχολείο Βελβεντού αλλά και το Κέντρο Παιδικής Χαράς του Δήμου με αναψυκτήριο, βρύση με παγωμένο τρεχούμενο νερό, παντού γρασίδι και θαυμάσιες κατα-σκευές ψυχαγωγίας των παιδιών.

Καύχημα, ωστόσο, για τον πολιτισμό του τό-που αποτελεί το Λαογραφικό Μουσείο Βελβεντού. Στεγάζεται στην οικία Κώστα, αρχοντικό του 19ου αιώνα, που κηρύχθηκε διατηρητέο από την 4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων. Μετά από προσπάθειες 17 ετών και πολλαπλές χρηματοδοτήσεις το αρχοντικό μετατράπηκε σ’ ένα από τα γοητευτικότερα και πληρέστερα  Λαογραφικά Μουσεία στην Ελλάδα. Όπως γράφει ο Δήμαρχος Μανώλης Στεργίου: “Το Λαογραφικό Μουσείο Βελβεντού δεν δείχνει απλώς αντικείμενα. Διηγείται ιστορίες. Ιστορίες που για άλλους είναι η δική τους ζωή, για άλλους είναι η ζωή των για-γιάδων και των παππούδων τους και για άλλους είναι μια ζωή πολύ διαφορετική και από τη δική τους και από των γιαγιάδων και των παππούδων τους. Γιατί έτσι πρέπει να είναι τα μουσεία. Να λένε ιστορίες. Να διηγούνται παραμύθια. Αυτές οι ιστορίες και τα παραμύθια μιλάνε για τον τόπο μας με τη μακρά ιστορία. Έξι χιλιάδες τόσα χρόνια. Για τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων, επώνυμων και ανώνυμων” .

Στο τέλος της ξενάγησης ο Δήμαρχος μας χαρίζει το Βιβλίο του Λαογραφικού Μου-σείου, μια έκδοση εκπληκτική, αντάξια της σημαντικότητας του χώρου. Στην πρώτη σελίδα γράφει με ιδιόχειρη αφιέρωση: “Στον Θεόφιλο και στην Άννα για το Πανόραμά τους”.

Τη Δ είσοδο του Βελβεντού κοσμούν ο ναΐσκος του Αγ. Μηνά και, σε μικρή απόσταση, η εκκλησία του Αγ. Νικολάου. Με πλάτος 2 και μήκος λιγότερο από 6 μέτρα, ο μονόχωρος ναΐσκος του 12ου αιώνα είναι το μοναδικό βυζαντινό μνημείο του Βελβεντού. Κατά την Ξανθή Σαββοπούλου – Κατσίκη: “Λείψανα αρχιτεκτονικών μελών, που είτε είναι εντοιχισμένα στις νεώτερες τοιχοποιΐες του ναού είτε βρίσκονται στον αυλόγυρο, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο μικρός ναός είναι κτισμένος στη θέση κτιρίου ή ναού παλαιοχριστιανικών χρόνων”.

Ο κυρ. Τάσος μας ανοίγει τον ναΐσκο. Από τον 12ο αιώνα σώζονται στον ανατολικό τοίχο οι παραστάσεις του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της Μεταμόρφωσης του Χριστού. Οι υπό-λοιπες τοιχογραφίες, με αρκετές φθορές, χρονολογούνται στον 15ο αιώνα.

Πολύ μεγαλύτερη είναι η μεταβυζαντινή εκκλησία του Αγ. Νικολάου, του 16ου αιώνα. Είναι μονόχωρη με ξύλινο χαγιάτι στη νότια πλευρά, που αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο των εκκλησιών της εποχής της Τουρκοκρατίας. Δίρριχτη στέγη από  πυκνά και χοντρά ξύλινα δοκάρια καλύπτει την εκκλησία. Ολόκληρη η εξωτερική επιφάνεια του δυτικού τοίχου είναι καλυμμένη από τοιχογραφίες. Αριστερά της δυτ. εισόδου υπάρχει επιγραφή, που αποτελεί ιστορικό μνημείο από μόνη της. Ο ζωγράφος Νικόλαος εξιστορεί, ότι τον Απρίλιο του 1588 χιόνισε και κάηκαν τα αμπέλια και οι σοδειές, και, ως αποτέλεσμα, το σιτάρι και το κρασί ήταν ακριβά. Εξιστορεί επίσης ότι δεν πληρώθηκε για τα χρώματα, όταν ανακλήθηκε η παραγγελία για ένα έργο του.

Το εσωτερικό της εκκλησίας είναι κατάγραφο από τοιχογραφίες του 1588, που δυστυχώς είναι καλυμμένες από καπνιά. Εντυπωσιακό είναι το επιχρυσωμένο τέμπλο. Επιγραφή στη βάση του σταυρού αναφέρει, ότι είναι ευγενική προσφορά του Γεωργίου Μουτάφη και της συζύγου του το 1591. “Πρόκειται για το πα-λαιότερο γνωστό μέχρι σήμερα χρονολογημένο τέμπλο και από τα πιο σημαντικά στον Ελλαδικό χώρο”.(4)

Σε απόσταση 3,4 χλμ. από τον Αγ. Νικόλαο στρίβουμε σε αγροτικό δρόμο αριστερά και μετά από 500 μ. ανακαλύπτουμε δίπλα σε κτήματα ροδακινιών τον ναό του Αγ. Δημητρίου Γρατσιάνη. Είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, χαμηλό κτίσμα από αργολιθοδομή. Σε αντίθεση με το λιτό εξωτερικό του, οι εσωτερικοί τοίχοι του ναού κοσμούνται από πολλές τοιχογραφίες, οι σημαντικότερες των οποίων ανάγονται στο β’ μισό του 16ου αιώνα. Θαυμάσιο είναι επίσης και το ξυλόγλυπτο, επιχρυσωμένο τέμπλο.

Κοντά στον Αγ. Δημήτριο βρίσκεται το κτήμα με τις ροδακινιές της οικογένειας του Νίκου Κουκόλη, τεχνολόγου γεωπόνου και υπάλληλου στο Κ.Ε.Π. Παρατηρούμε με θαυμασμό την άψογη εικόνα του οπωρώνα, το έδαφος κάτω από τα δέντρα που θυμίζει καλοκουρεμένο γρασίδι και μας εντυπωσιάζει η ποιότητα και η γεύση νεκταρινιών και ροδακίνων.

Με έκταση 15000 στρεμμάτων, γόνιμο έδαφος και άφθονα νερά, ο ημιορεινός κάμπος του Βελβεντού είναι μια εξαιρετική δενδροκομική περιοχή, ανάμεσα στις πλαγιές των Πιερίων και στη Λίμνη του Αλιάκμονα. Το σύνολο της παραγωγής ροδακίνων και νεκταρινιών, που θεωρούνται από τα κορυφαία στην Ελλάδα, είναι πιστοποιημένο από τον AGROCERT, σύμφωνα με το Σύστημα Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Παραγωγής, που εγγυάται φρούτα με την λιγότερη δυνατή επιβάρυνση από υπολείμματα φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων. Σε μικρότερη έκταση καλλιεργούνται επίσης  αμπέλια, μήλα, δαμάσκηνα και κυδώνια. Σχεδόν κάθε οικογένεια του Βελβεντού έχει τα δικά της φρούτα, περισσότερα ή λιγότερα και σπάνια λείπει από τα σπίτια το εξαιρετικό κρασί και τσίπουρο.

Οι καλλιεργητές είναι συνεταιρισμένοι στους δυο αγροτικούς συνεταιρισμούς, τον μεγαλύτερο και αρχαιότερο “Α.Σ.Ε.Π.Ο.Π.”, που συστάθηκε το 1958 και αριθμεί 700 μέλη και την “ΔΗΜΗΤΡΑ”, που λειτουργεί από το 1987 και αριθμεί 400 μέλη. Σ’ αυτούς παραδίδονται τα φρούτα που διακινούνται στις αγορές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Από το 1985 λειτουργεί επίσης ο Αγροτικός Βιοτεχνικός Συνεταιρισμός, με 116 μέλη, γυναίκες αποκλειστικά της τοπικής κοινωνίας, που μεταποιούν νωπά φρούτα σε γλυκά, μαρμελάδες και κομπόστες. Όλα είναι χειροποίητα, εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης, φτιαγμένα με παραδοσιακές συνταγές, χωρίς ουσίες συντηρητικές και χρωστικές.

Από 7 – 9 του Ιούλη πραγματοποιήθηκε η 2η ΓΙΟΡΤΗ ΡΟΔΑΚΙΝΟΥ στο Βελβεντό. Ημερίδα για το ροδάκινο, εναλλακτικές διαδρομές και περιηγήσεις, γευσιγνωσία και δωρεάν διάθεση ροδακίνων, πλήθος επισκεπτών. Να μια θαυμάσια πρωτοβουλία που μόνον θετικά αποτελέσματα έχει για τον τόπο.

Βράδυ στο “Μετόχι”, προσκεκλημένοι από τον Δήμαρχο. Γιορτάζονται τα 20 χρόνια του Τμήματος Ζωγραφικής του Μορφωτικού Ομίλου Βελβεντού, ένα κύτταρο πολιτισμού με δανειστική βιβλιοθήκη 8000 περίπου τίτλων, μηνιαία εφημερίδα “Το Βελβεντό’, που εκδίδεται ανελλιπώς από το 1964, θεατρικά τμήμα-τα ενηλίκων και παιδιών, μουσική σχολή, μπάντα και χορευτικά τμήματα και ποικίλες άλλες δραστητιότητες, που καλύπτουν όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού.

Ο τεράστιος πολυχώρος, στεγασμένος και υπαίθριος, είναι ασφυκτικά γεμάτος. Είναι αθρόα η συμμετοχή των Βελβεντινών σ’ αυτό το πολιτιστικό γεγονός, που συνδυάζεται απαραίτητα με ντόπιο κρασί και τσίπουρο, καλό φαγητό και αργότερα με γλέντι και χορό. Μια κοινωνία ανθρώπων, που, όπως έλεγε πριν δυο αιώνες ο POUQUEVILLE είναι “δουλευτάρηδες” αλλά και ξέρουν να δίνουν νόημα στην καθημερινότητά τους .

Περιπλανήσεις στα ορεινά

 

Χαράματα. Αθέατος ακόμα ο ήλιος πίσω από την κορυφογραμμή των Πιερίων. Ξύλινο κιόσκι θέας, υψόμετρο 650 μέτρα, 2,5 χλμ. από το Μετόχι στον δασικό δρόμο που οδηγεί στο Καταφύγι. Η πρωινή  ψύχρα μας αιφνιδιάζει. Σαν να μην είναι καλοκαίρι. Αγναντεύουμε το κοιμισμένο ακόμα Βελβεντό, την νοτισμένη ατμόσφαιρα του κάμπου και της λίμνης. Επιτέλους, οι πρώτες ακτίνες φωτίζουν τ’ αντικρινά υψώματα κι ύστερα, ελευθερωμένες από τον όγκο του βουνού, ξαπλώνονται με ταχύτητα στη λίμνη, στην κοιλάδα, στις κόκκινες σκεπές, φτάνουν ως εμάς. Ξεκίνημα μέρας ωραίο, σ’ έναν ωραίο τόπο. Που το κάνουν ακόμα πιο γλυκό οι τουλούμπες του Ζανδέ.

Με τον Νίκο Κουκόλη ξεκινάμε για τα ορεινά ανηφορίζοντας Ν προς Παλαιογράτσανο.

9 χλμ. μετά το Βελβεντό μπαίνουμε στην πλατεία του χωριού. Πετρόχτιστη εκκλησία Αγ. Νι-κολάου του 1857, όπως και το τριώροφο επιβλητικό καμπαναριό. Υψόμετρο 900 μέτρα, πλατάνια, έλατα, αστείρευτη πηγή βουνίσιου νερού. Ταβερνούλα στην πλατεία, ανοιχτή καθημερινά. Πανέμορφο χωριό, πέτρινα σπίτια, πεντέξι στεγασμένα με σχιστόπλακες, δέντρα, λουλούδια, περιβολάκια, θέα μαγευτική. Οι μόνιμοι, ωστόσο, κάτοικοι δεν ξεπερνάνε τους 30.

Με κατεύθυνση ΝΔ διασχίζουμε το χωριό και, φτάνουμε στον λόφο του Προφήτη Ηλία. Αφή-νουμε το βλέμμα μας να πλανηθεί σε κάθε ση-μείο του ορίζοντα. Με χοντρούς πέτρινους τοί-χους το εκκλησάκι είναι μικροσκοπικό, οι εξωτερικές του διαστάσεις δεν ξεπερνούν τα 4 x 5 μέτρα. Ωστόσο, το λιτότατο εξωτερικό του κρύβει έναν απρόσμενο τοιχογραφικό διάκοσμο, με μεγάλο πλούτο θεμάτων, που διατηρούνται σε ικανοποιητική κατάσταση, απαιτούνται όμως εργασίες συντήρησης για προστασία από την υγρασία. “Σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται πάνω από την είσοδο, οι τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν το 1539, παρόντος του ιερομόναχου Μακαρίου”. (6)

Ακούγονται κουδουνάκια προβάτων που ανηφορίζουν στον λοφίσκο. Τιτιβίσματα πουλιών. Περνάμε, χαμηλότερα, από το παλιό Δημοτικό σχολείο του χωριού. Διώροφο, χτισμένο με πε-λεκητή πέτρα, στον όροφο διακοσμητικά του-βλάκια πάνω απ’ τα παράθυρα. Μικρή χορταριασμένη αυλή και θέα μοναδική. Χώρος για μάθηση και σκέψη δημιουργική. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 επικρατεί απόλυτη σιωπή.

Να, όμως, που μερικά χιλιόμετρα μετά, μέσα στο δάσος, ξανακούγονται τιτιβίσματα. Αυτή τη φορά όχι μόνο πουλιών αλλά και παιδιών. Δεκάδες τρέχουν εδώ κι εκεί, παίζουν, κου-νιούνται στις κούνιες, χαίρονται τη φύση. Μια φύση απαράμιλλη με τα πευκοδάση των Πιερίων, που περιβάλλουν την κατασκήνωση της Μονής Αγ. Τριάδας. Μας καλοδέχονται ο Παναγιώτης Κουρούς και ο Αρχιμανδρίτης της Μητροπόλεως Κοζάνης Αυγουστίνος Μύρου, Δρ. θεολογίας και φιλολογίας.

300 μ. μετά, σε εξαίσιο φυσικό περιβάλλον, βρίσκεται η Μονή της Αγίας Τριάδος, εγκαταλελειμμένη πια, που, σύμφωνα με την παρά-δοση ιδρύθηκε τον 15ο αιώνα. Σώζονται η δυτική πτέρυγα και το Καθολικό, με ψηφιδωτό βοτσαλωτό δάπεδο, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη ευρύτατες εργασίες ανάπλασης.

Από την πρώτη κιόλας μέρα ατενίζαμε ψηλά, στα ΒΔ του Βελβεντού, τον οικισμό της Αγ. Κυριακής, την παλιά “Σκούλιαρη“. Για πρώτη φορά φτάνουμε βράδυ, μετά από διαδρομή ανηφορική με αλλεπάλληλες στροφές. Βρισκόμαστε ξαφνικά μπροστά σε πλατειούλα στρωμένη με γρασίδι, δέντρα, θέα μοναδική στα Πιέρια και στον κάμπο. Ταβερνούλα, τραπεζάκια διάσπαρτα στο χόρτο. Κόσμος πολύς, φωνακλάδικος και χαρούμενος, με γκλίτσα στο χέρι οι γεροντότεροι. Μας κερνάνε τα καφεδάκια, η ταβερνιάρισσα μας προσφέρει τα νεκταρίνια. Άνθρωποι γελαστοί, φιλόξενοι, επιμένουν να μοιραστούμε μαζί τους το ευωδιαστό ντόπιο τσίπουρο. Δίπλα η μεγάλη πέτρινη εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, με μαρμάρινο λιθανάγλυφο στην κόγχη του Ιερού και χρονολογία 1888. Στο υψόμετρο των 1000 μέτρων η ψύχρα είναι ανοιξιάτικη. Καμιά δεκαριά κυρούλες κάθονται δίπλα – δίπλα στο πεζουλάκι της εκκλησίας, ο τοίχος τις προφυλάσσει απ’ τον αέρα.

-Γιατί εσείς, κυράδες μου, μακρυά από τα τσίπουρα και τις παρέες των αντρών;

-Ε, να μην πούμε κι εμείς τα δικά μας; Να μην κουτσομπολέψουμε λιγάκι; μου απαντάνε.

Με το φως της μέρας ξαναπαίρνουμε το δρόμο για την Αγ. Κυριακή. Τρία περίπου χλμ. πριν απ’ το χωριό παρακάμπτουμε σε ανηφορικό χωματόδρομο δεξιά προς την παλιά εκκλησία της Αγ. Κυριακής. Την εντοπίζουμε σε μικρό οροπέδιο στο χείλος του χαοτικού γκρεμού του φαραγγιού της Λάφιστας. Λιτό το εκκλησάκι, με χοντρούς τοίχους, κτίσμα του 1749 χωρίς ιδιαίτερη αρχιτεκτονική.

Από την πλατεία της Αγ. Κυριακής ξεκινάμε μια άγνωστη, ως τώρα, δασική διαδρομή, που αργότερα διακλαδίζεται δεξιά προς Καταφύγι και αριστερά με περίπλοκους δρόμους προς Ελατοχώρι, Δάσκιο και Ριζώματα.

Πλησιάζει δειλινό, σκορπάει γλυκύτατο φως ο ήλιος στις πυκνοδασωμένες με πεύκα πλαγιές των Πιερίων. 3,5 χλμ. μετά την Αγ. Κυριακή συναντάμε δεξιά πινακίδα προς Αγ. Αθανάσιο και 100 μ. μετά πετρόχτιστη πηγή του Κυνηγετικού Συλλόγου Βελβεντού με μοναδικό βουνίσιο νερό. Από το οροπέδιο της εκκλησούλας, στα 1150 μ., η κάτοψη της λίμνης θυμίζει φιορδ. Συνεχίζοντας συναντάμε την βασική διασταύρωση και στρίβουμε δεξιά. Δασική πεύκη και μαυρόπευκα, αυχένας σε υψόμετρο 1500 μέτρων, μεγάλες υλοτομήσεις και οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ορχιδεών που έχουμε συναντήσει ως τώρα.

25 περίπου χλμ. μετά την Αγ. Κυριακή (δρόμος μόνον για 4 x 4) φτάνουμε στον οικισμό του Καταφυγίου, απλωμένο σε μεγάλη έκταση, σε υψόμ. από 1300 – 1350 μέτρα.

Λόγω του υψομέτρου, της γύρω φύσης και της θέσης του, θα μπορούσε να είναι ισάξιο με τα γραφικότερα ορεινά χωριά της Ελβετίας και της Αυστρίας. Δυστυχώς οι νεώτεροι οικιστές δεν απέφυγαν την άναρχη δόμηση και την απομάκρυνση από την αρχιτεκτονική του παράδοση, που στις αρχές του 20ου αιώνα είχε να επιδείξει “περί τα 600 πέτρινα στερεά δίπατα και τρίπατα σπίτια”. (7)

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς πρωτοκατοικήθηκε το  Καταφύγι. Πιθανολογείται η αρχή του 18ου αιώνα, όταν οι κατατρεγμένοι από τους  Τούρκους κάτοικοι της Γριτσιάνης, “κατέφυγαν” αρχικά στο Κεφαλόκαρδο και στη συνέχεια στο Καταφύγι.

Διασχίζουμε το χωριό. Μεγάλα οικήματα με πολύ τσιμέντο, αλλά και μια ευχάριστη έκπληξη Ο καινούργιος και πολύ ωραίος ξενώνας 3* Παυσανίας Palace (τηλ. 6972 699185). Φτάνου-με στο κέντρο, Εδώ επιβάλλεται με τον πέτρινο όγκο του το Δημοτικό Σχολείο, πρότυπο σ’ όλη τη Δ. Μακεδονία σε επιβλητικότητα, καλαισθησία, όσο και συ-στηματική λειτουργία από τις αρχές του 19ου αιώνα ως το 1943, όταν οι Γερμανοί έκαψαν ολοσχερώς το Καταφύγι.

Μας υποδέχονται ο Νίκος Κορδώνης, Αντιπρόεδρος του Μορφωτικού Συλλόγου Καταφυγίου και η Άννα Γκάτζιου, Δασκάλα και Γεν. Γραμματέας του Συλλόγου.

-Θα λέγαμε ότι είναι το μόνο σχολείο στην Ελλάδα, που μένει κλειστό το Χειμώνα και λειτουργεί το καλοκαίρι, λέει ο Νίκος. Όχι φυσικά ως σχολείο αλλά ως πολιτιστικό κέντρο με Λαογραφικό Μουσείο, βιβλιοθήκη, αίθουσες ψυχαγωγίας και εκδηλώσεων. Κάθε καλοκαίρι μαζεύονται 150-200 μικρά και μεγάλα παιδιά, τα “Χελιδονάκια του Καταφυγίου“, που τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο πραγματοποιούν 15 εκδηλώσεις.

Ρίχνω μία ματιά στην δανειστική βιβλιοθήκη του Σχολείου. Η έκπληξή μου είναι μεγάλη, όταν ανακαλύπτω τρία από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού, που έχουν από χρόνια εξαντληθεί. (Ήδη τα “Χελιδονάκια του Καταφυγίου” έχουν στην διάθεσή τους την πλήρη σειρά του περιοδικού ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ).

Αποχαιρετάμε την Άννα και τον Νίκο, που με καταγωγή από την Τσαριτσάνη Ελασσόνας, αλλά γαμπρός στο Καταφύγι, το αισθάνεται σαν δεύτερη πατρίδα του.

Να μας ξανάρθετε με περισσότερο χρόνο, λέει ο Νίκος. Να πιείτε τσίπουρο και να περάσετε τη νύχτα κάτω απ’ τις κορυφές των Πιερίων. Εγώ έρχομαι στο Καταφύγι για να απαλύνω τις οδύνες μου και να διευρύνω τις ηδονές μου.

Κατηφορίζουμε προς τα απομεινάρια του σπιτιού, χαμένα μέσα στα αγριόχορτα, του ήρωα του Καζαντζάκη, του θρυλικού ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ. Γιώργος ήταν το πραγματικό του όνομα και γεννήθηκε στο Καταφύγι το 1865. “Ο Ζορμπάς του Καταφυγίου, έλεγε λίγη ώρα πριν ο Νίκος Κορδώνης, ίσως να ήταν διαφορετικός, να έμοιαζε και να μην έμοιαζε με τον ήρωα του Καζαντζάκη, να υπήρχε και να μην υπήρχε στην ερμηνεία του Άντονυ Κουήν. Απόγονος όμως του Οδυσσέα, του Προμηθέα και του Σίσυφου ενσάρκωνε με το θερμό ταμπεραμέντο και τις υπαρξιακές του ανησυχίες την “τρέλλα” της ψυχής και την αγωνία για την αναζήτηση της ουτοπίας. Τη μονομανία του Έλλη-να, το μεγαλείο του ή την καταστροφή του”

Ήδη βρίσκεται “εν τω τελειούσθαι” η ανέγερση του “Μουσείου Ζορμπά”, που χρηματοδοτείται από τον Δήμο Βελβεντού, Εκεί θα συγκεντρωθεί όλο το ιστορικό υλικό, που σημάδεψε τη ζωή του Γιώργου Ζορμπά, του ταπεινού Μακεδόνα, που μαζί με τον Όμηρο, τον Μπέρξονα και τον Νίτσε, “αφήκε βαθύτερα τ’ αχνάρια του” στην ψυχή του Καζαντζάκη.

Στο καταφυγιώτικο μονοπάτι

Εκεί κοντά στο σπίτι του Ζορμπά είναι η “Ταβέρνα της Όλγας“. Νομίζουμε αρχικά πως μπαίνουμε σε κήπο. Και είναι στ’ αλήθεια κήπος. Με την μεγάλη του κερασιά, στα μέσα Ιούλη φορτωμένη. Με ολοζώντανο γρασίδι. Με μια ομορφιά κι ένα πλούτο λουλουδιών, που σπάνια συναντάει κανείς. Μόνον από τις καρέκλες και από τον κόσμο καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε στο χώρο της ταβέρνας.

Γρασίδι, λουλούδια κι αντίκρυ οι δασωμένες πλαγιές και οι γυμνές κορυφές των Πιερίων, που φιλοφοξούν ν’ αποκτήσουν το δικό τους Χιονοδρομικό Κέντρο. “Κάπως έτσι πρέπει νάναι η παράδεισος”, θάλεγε αν ήταν δίπλα μας ο Ζορμπάς και δεν θα διαφωνούσε ο Καζαντζάκης.

Μα να που κι ο παράδεισος έχει τις ατέλειές του. Εκατοντάδες πεύκα κοκκινίζουν στις πλαγιές, άρρωστα, ετοιμοθάνατα, ανάμεσα στα άλλα τα υγιή, τα καταπράσινα. Τα χτύπησε  αρρώστεια, εδώ και χρόνια. Η φύση αργεί μα στο τέλος εκδικείται την αφροσύνη των ανθρώπων, την αλόγιστη ρύπανση και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Θα τρόμαζαν αν τά βλεπαν έτσι τα πεύκα τους οι πρώτοι εκείνοι Καταφυγιώτες υλοτόμοι. Που είχαν κάνει την υλοτομία τρόπο ζωής και επιβίωσης. Που απόκτησαν φήμη σ’ όλη την Ελλάδα. Και ξενιτεύονταν μακρυά. Έφευγαν παρέες-παρέες μετά τα Φώτα. Τους ξεπροβόδιζε όλο το χωριό και έστηνε για το μισεμό τους ολόκληρο “γιορτάσι“. Επέστρεφαν τον Δεκαπενταύγουστο ή τα επόμενα Χριστούγεννα. Κόβονταν τότε χω-ρίς “διαχειριστικό πρόγραμμα” τα δέντρα, πιότερα ίσως απ’ όσα θάπρεπε. Μα τα δάση δεν αρρώσταιναν.

Έρχεται η στιγμή να γνωρίσουμε το “Καταφυγιώτικο Μονοπάτι“, ένα από τα πολλά και θαυμαστά αυτής της περιοχής των Πιερίων. Είναι η θρυλική στράτα που συνέδεε άλλοτε Καταφύγι με Βελβεντό και σύμφωνα με την παράδοση χρονολογείται από το 1600.

Σύντροφοι στην πεζοπορία μας τα μέλη του Ορειβατικού Συλλόγου Βελβεντού Χρήστος, Νατάσα και Δημήτρης, Ξεκινάμε έξω από το νεκροταφείο του χωριού. Σε τρία λεπτά αρχίζουν τα “καγκέλια” και το παμπάλαιο λιθόστρωτο. Πέτρες βαθειά μέσα στη γη, όχι πελεκημένες με το μεράκι και την τέχνη των χεριών των Ζαγορίσιων αλλά κροκάλες τα-πεινές, διάσπαρτες. Έχουν όμως κι αυτές την γοητεία τους, το στρογγύλεμα απ΄ το χρόνο κι απ΄ τα πέταλα τόσων ζώων που τις λείαναν.

Μαζί μας ξεκινάει να κατηφορίζει και το Φαράγγι της Λάφιστας. Στην κοίτη του νερό, φτάνει ο ήχος του ως τ΄αυτιά μας σαν μουρμούρισμα. Πλαγιές με κέδρα και πεύκα. Στην κοί-τη, δίπλα στο νερό, θεριεύουν τεράστιες ιτιές.

Αδιάκοπος κατήφορος. Φυσάει αεράκι. Αν και μεσημέρι, είναι ευχάριστα. Το μονοπάτι αντί-στροφα θα ήταν γολγοθάς. Εξωκκλήσι Α. Παρασκευής, φτάνουμε στην κοίτη. Το πέτρινο γεφύρι, το παλιό, ρημάχτηκε απ’ το χρόνο. Ανέλαβε πιο κάτω η νέα γέφυρα να ενώσει το φαράγγι. Το κατάστρωμα της τσιμεντένιο και γερό αλλά άχαρο. Στο πέτρινο υπόβαθρο σώζεται μαρμάρινη εντοιχισμένη πλάκα με χρονολογία 1908.

Για λίγο αρχίζει ανήφορος. Μόνο για λίγο. Όσο να ιδρώσουμε. Ύστερα κατηφορίζουμε ελαφρά μέσα σε δάσος. Τέλειο μονοπάτι, μοσχοβολάει θυμάρι, στα πλαϊνά ξεμυτίζουν από τα χόρτα ευωδιαστές αγριοφράουλες. Περπατάμε στην σκιά, αληθινή ευτυχία μες το απομεσήμερο. Τα δέντρα ολόγυρά μας είναι ποικίλα και πυκνά, φράξοι, σφενδάμια, βαλανιδιές και άσπροι γαύροι, ανάμεσά τους και μερικοί σπάνιοι μαύροι. Πού και πού φυτρώνει από το χώμα καλντερίμι.

Φτάνουμε στα “Τζάκια“. Ο τόπος πήρε τ’ όνο-μά του από κάποιες πέτρες κρυμμένες μες το δάσος, που θυμίζουν καμινάδες, κάτι σαν  τα “Μπουχάρια” στο Μικρολίβαδο Κοζάνης. Για πρώτη φορά ξανοίγει ο ορίζοντας, αγναντεύουμε τη λίμνη αστραφτερή και ήρεμη. Να κι ένας καταρράκτης, μεγάλος και αφρισμένος στο βάθος της χαράδρας.

Lilium πορφυρόχρωμα, λεπτεπίλεπτα και αιθέρια, συντροφεύουν τα βήματά μας, κοσμούν το μονοπάτι. Μετά τη σκιά βγαίνουμε σε ξέφωτο. Για πρώτη φορά αντικρίζουμε χαμηλά το Βελβεντό. Κάτω δεξιά το μυστηριώδες φαράγγι του “Σκεπασμένου“, αδιαπέραστο απ’ ανθρώπου μάτι, κρύβει καλά την υδάτινη πορεία του, απρόσιτη στους αμύητους, γεμάτη καταρράκτες, λιμνούλες και παγίδες.

Κρανιές και βατόμουρα, τμήμα ωραίου καλντεριμιού, βγαίνουμε στο “Φόρο“, όπου παλιά οι Τούρκοι εισέπρατταν από τους αγωγιάτες φόρο διέλευσης.

Τελευταίο τμήμα πιά. Κέδρα και πουρνάρια, άπνοια και ζέστη. Στο εκκλησάκι του Αη Γιώργη λιγόλεπτη ανάπαυλα. Συναντάμε τον Θολόλακκα, που πιο κάτω αλλάζει το όνομά του σε Ξερόλακκα. Είναι ο χείμαρος, που σαν βρέξει δυνατά, κατεβάζει θολό νερό ψηλά απ’ τα Πιέρια και, πριν γίνουν φράγματα από πέτρα, προξενούσε πολλές καταστροφές.

Τερματίζουμε στο Μετόχι, γοητευμένοι, σχεδόν 3.30 ώρες αφότου ξεκινήσαμε. Κάποιος με το κεφάλι κάτω θα χρειαστεί πολύ λιγότερο. Μα θα χάσει όλη τη μαγεία του Καταφυγιώτικου Μονοπατιού που ξανοίγεται μπροστά του.

Φαράγγι “Σκεπασμένο”

 

Αν θέλετε στο φαράγγι συντροφιά, έρχομαι μαζί σας, λέει ο Γιάννης.

Ξεκινάμε από το Μετόχι με κατεύθυνση ΒΑ. Στα 2,6 χλμ. φτάνουμε μπροστά στο χώρο στάθμευσης. Το φαράγγι οφείλει το όνομά του στα σκεπασμένα κανάλια, που κατασκεύασαν οι Βελβεντινοί στη δεκαετία του ’50, για να μεταφέρουν στον κάμπο το νερό. Αρχίζει η μαγευτική διαδρομή, που πρόσφατα έγινε πλακόστρωτο μονοπάτι από το Δήμο Βελβεντού. Δίπλα μας καναλάκι με ασίγαστο νερό, δέντρα πυκνά όλων των ειδών. Διακρίνουμε κατατοπιστικές πινακιδούλες πάνω στους κορμούς, “Πλατάνι”, “Άγριο Σπαράγγι”, “Φράξος”, “Οστριά”. Βαδίζει κανείς και ταυτόχρονα μαθαίνει.

Φτάνουμε με υγιεινό περίπατο στη θέση “Σκε-πασμένο” σε ωραίο χώρο αναψυχής. Αμέσως μετά η θέση “Πίστα”. Πλατάνια και αδιαπέ-ραστη σκιά, παιδική χαρά, παγκάκια, τραπέ-ζια, ψησταριές.

-Εδώ οι παλιοί συναντιόταν για τα πάρτυ τους, για χορό και γνωριμίες, λέει ο Γιάννης. Να και το στρογγυλό τσιμεντάκι που ήταν η πίστα του χορού.

Η “διαδρομή για όλους” παίρνει τέλος, αρχίζουνε τα δύσκολα. Αρχικά μονοπάτι απότομο σε χώμα ολισθηρό, πιο πάνω συνεχίζει στα ρι-ζά ενός βράχου, με συρματόσχοινο που βοηθάει στα πιασίματα. Σ’ ένα 5λεπτο φτάνουμε σε καταρράκτη με λινούλα.

“200 μέτρα πιο πάνω τα ψέματα τελειώνουν, λέει ο Γιάννης. Το φαράγγι της Λάφιστας δεν αστειεύεται, απαιτεί εξαιρετική φυσική κατά-σταση και εμπειρία σε αναρριχήσεις και κα-ταρριχήσεις φαραγγιών. Είναι μια μόνιμη ανά-βαση ως το Καταφύγι, εμείς την λέμε “Γολγοθά” και μας παίρνει 5-6 ώρες. Είναι ωστόσο μια εμπειρία μοναδική μέσα στο παγωμένο νερό, στους αλλεπάλληλους καταρράκτες και στις λίμνες”.

Επιστρέφουμε. Αγναντεύουμε τον μεγάλο καταρράχτη. Καθώς ρεμβάζουμε στο κιόσκι έρχεται και μας βρίσκει ο Δήμαρχος, κάθεται μαζί μας. Μεσημέρι πιά. Στο χώρο στάθμευσης υπάρχει μια καντίνα. Απέναντι το εκκλησάκι της Αγ. Τριάδας, ένα από τα 80! στην περιοχή του Βελβεντού. Μαζεύεται μια παρέα και χτίζει ένα ξωκκλήσι. Το φροντίζει μέσα κι έξω, κάνει πανηγυράκι στη μνήμη του Αγίου κι ύστερα αρχίζει το γλέντι κι ο χορός, τα μεζεδάκια και το τσίπουρο. Με τόσα εκκλησάκια όλη η χρονιά είναι πανηγύρι. Το συγκεκριμένο της Αγ. Τριάδας είναι πολύ περιποιημένο. Λουλούδια, γρασίδι, τραπεζάκια, καρέκλες, κουζίνα, τουαλέτα, δύο – τρία δωματιάκια. Μπροστά στο αυλάκι κυλάει το νερό με δυνατή ροή. Μια φτερωτή εκμεταλλεύεται τη δύναμη του νερού και την μετατρέπει σε δωρεάν περιστροφική κίνηση μιας σούβλας με κεμπάπ. Η τέλεια οικολογική εκμετάλλευση της ενέργειας και ο τέλειος μεζές.

Ψηφιδωτά, βέργες και καράβια

 

Γνωρίζουμε επιτέλους και τον δεύτερο Αντιδήμαρχο τον Κώστα Κουρτέλη. Μας πήρε μέρες ως να συναντηθούμε. Όχι γιατί είναι ακριβοθώρητος μα γιατί είναι πολυάσχολος. Ξυπνάει απ’ τα χαράματα και νοιάζεται για όλα όσα συμβαίνουν στο Δήμο Βελβεντού. Μας παρακαλεί να μην τα γράψουμε αυτά. Μα πώς να τα αποφύγεις; Τα ξέρει όλος ο κόσμος.

Στη μία από τις δύο πλατειούλες, ο Βασίλης Παπαγόρας έχει στήσει από το 1998 το “Εν Βελβεντώ”, το ταβερνάκι του. Και τι δεν έχει αυτό το μαγαζί: Όλο το γευστικό μεράκι του Βασίλη και όλη τη μαγειρική εμπειρία της μαμάς-Ευτέρπης. Έχει όμως κρεμασμένο στον τοίχο κι ένα καράβι ξύλινο, φτιαγμένο από χέ-ρι ανθρώπου που ήξερε τι φτιάχνει.

-Είναι έργο του Γιάννη Δαλαμπή λέει ο Βασίλης. Καλλιτέχνης, φτιάχνει κι άλλα ωραία πράγματα.

Ψάχνουμε και τον βρίσκουμε

-Θα σας δείξω τη δουλειά μου, λέει ο Γιάννης. Όχι όμως στο χώρο του εργαστηρίου. Εκεί είναι άδυτο.

Το σεβόμαστε. Τον ακολουθούμε μέσα από δρομάκια πλακοστρωμένα, φτάνουμε στο σπίτι, μας περνάει στο σαλόνι. Στους τοίχους κορνιζωμένα ψηφιδωτά με μορφές αγίων. Περιεργαζόμαστε από κοντά τις λεπτεπίλεπτες ψηφίδες, αυτά τα χρωματιστά απειράριθμα κομματάκια, τόσο σοφά και υπομονετικά συνταιριασμένα μεταξύ τους, που δη-μιουργούν σχήματα και φωτοσκιάσεις, δίνουν έκφραση στα πρόσωπα. Η ζωγραφική είναι τέχνη υψηλή, οπωσδήποτε, μα το ψηφιδωτό είναι πάθος, αφοσίωση, μανία.

Πηγαινοέρχεται ο Γιάννης στο ισόγειο, άλλοτε φέρνει καράβια, άλλοτε βέργες σκαλισμένες, άλλοτε ψηφιδωτό πούφτιαξε πρώτο, το 1995. Παιδεύεται με τα δρομολόγια μα διατηρεί του εργαστηρίου του το άβατο. Να και δύο βέργες έξοχα σκαλισμένες, ολόϊσες σαν λαμπάδες.

-Ωραίες βέργες βγάζει η κρανιά, λέω του Γιάννη.

-Δεν είναι κρανιά αλλά γκορτσιά (αγριοαχλαδιά).

-Μα, απ’ όσο ξέρω, δεν κάνει ίσια βέργα αυτό το δέντρο.

-Τις κράταγα 6 χρόνια με σιδερένια υποστηλώματα, έτσι γίνανε ίσιες, απαντάει ο φίλος μας και χαρίζει τη μία στην Άννα.

(Την ώρα που γράφω τούτες τις γραμμές, περνάω τα δάχτυλά μου πάνω από τα βαθιά και ωραία της σκαλίσματα, ενθύμιο παντοτινό από τον Γιάννη Δαλαμπή).

 

Ψαρεύοντας στη Λίμνη

 

74 τετ. χλμ υδάτινης επιφάνειας. Μια τεράστια τεχνητή λίμνη, που δημιουργήθηκε το 1974 μετά την τιθάσσευση των νερών του Αλιάκμονα από το φράγμα Πολυφύτου. Εδώ και η Γέφυρα των Σερβίων. Με μήκος 1372μ. και πλάτος 13,5 είναι η μεγαλύτερη στα Βαλκάνια μετά την γέφυρα Ρίου Αντίρριου. Πενήντα μέτρα πάνω από τη Λίμνη δολώνουν οι ψαράδες τα καλάμια τους. Υπάρχουν όμως κι οι επαγγελματίες ψαράδες με τις βάρκες. Ανήκουν στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Πολυφύτου και ο Χάρης Μπουντιός είναι γραμματέας του Συλλόγου, και ο μοναδικός από το Βελβεντό πλήρους απασχόλησης. Ρίχνουμε μαζί του τα δίχτυα πριν το ηλιοβασίλεμα. Έχει κυματισμό αρκετό για λίμνη.

-Αύριο πρωί θάναι μπουνάτσα, λέει ο Χάρης. Σας περιμένω στις 6 να σηκώσουμε τα δίχτυα.

Είμαστε ξύπνιοι από τις 5. Ψηλά στο βουνό χαράζει η μέρα, μα τα νερά της λίμνης είναι μισοσκότεινα. Κάποιες σιλουέτες σταχτοτσικνιάδων διαγράφονται ακίνητες στα βράχια. Καθώς πλησιάζουμε πετούν. Να και μερικοί αργυροπελεκάνοι στ’ ανοιχτά.

-Μην ανησυχείτε, λέει ο Χάρης. Μόλις αρχίσουμε να σηκώνουμε τα δίχτυα θάρθουν δίπλα μας.

Το δίχτυ ανεβαίνει, τα πουλιά πλησιάζουν. Το πρώτο ψάρι είναι “πρικί“, μεγάλο σχεδόν 300 γραμμάρια. Ακολουθούν κέφαλοι, πεταλούδες και πλατίκες. Ξεχωρίζει ο Χάρης τα καλά και τ’ άλλα τα πετάει στα πουλιά. Σωστό πανηγύρι, μαζεύονται πάνω από 10 δίπλα από τη βάρκα. Πιάνουν τα ψάρια στον αέρα, τα κατεβάζουν με ευκολία, όσο μεγάλα κι αν είναι. Να κι ένας ωραίος κυπρίνος, πλησιάζει το κιλό, αδελφικό είδος με γριβάδι σε ευγενέστερη έκδοση. Τα δίχτυα τελειώνουν, η ψαριά είναι καλή όλοι είναι ικανοποιημένοι.

-Το μεσημέρι σας περιμένω στο μαγαζί για ένα κρασάκι, λέει ο φίλος μας.

Καφέ-Πιτσαρία “LA PLAZA”, στην πλακόστρωτη πλατεία. Με τραπεζάκια κάτω από τα δέντρα. Στα πιάτα καλοψημένα ολόφρεσκα πρικιά. Τα ονομάζουν και “τσιπούρα της λίμνης“. Μαζί και μια πιατέλα με φέτες γουλιανού. Γεύση εξαίσια, ισάξια με ξιφία.

-Πόσος ήταν ο μεγαλύτερος που έπιασες; ρωτάω το Χάρη.

-115 κιλά, μου απαντάει.

Επίλογος

 

-Οκτώβρη με Νοέμβρη, σαν σφίξουν τα κρύα, σας περιμένουμε στα τσίπουρα, μας λέει ο Δήμαρχος. Ο τόπος καθημερινά είναι ένα απέραντο καζάνι, ευωδιάζουν από παντού το φρέσκο τσίπουρο και οι νόστιμοι μεζέδες. Θα γνωρίσετε ένα άλλο Βελβεντό. Μη το χάσετε.

-Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε Δήμαρχε για νάρθουμε κοντά σας.

 

Ευχαριστίες

 

Τον Δήμαρχο Βελβεντού Μανώλη Στεργίου και τους Αντιδημάρχους Νίκο Τσιουκαρδάνη και Κώστα Κουρτέλη. για όλα όσα έκαναν για μας.

Επίσης τους Νίκο Κουκόλη, Γιάννη Δαλαμπή, Χάρη Μπουντιό, Βασίλη Παπαγόρα, Νίκο Κορδώνη, Άννα Γκάτζιου, τους φίλους του Ορειβατικού Συλλόγου, τον Αρχιμαδρίτη Αυγουστίνο Μύρου, τις κυρίες του Μορφωτικού Συλλόγου Βελβεντού, τους επιχειρηματίες του Βελβεντού και όσους με κάθε τρόπο βοήθησαν το έργο μας.

Τα ροδάκινα και νεκταρίνια, τα υπέροχα κρασιά από τα κτήματα Βογιατζή και Ζανδέ, οι ονομαστές τουλούμπες Ζανδέ,  τα νοστιμότατα τοπικά εδέσματα (σαρμάδια, λαχανοντολμάδες, πίτες, λουκάνικο) παραμένουν μια αξέχαστη γευστική ανάμνηση.

Πάνω απ΄ όλα όμως διατηρείται η έντονη αύρα της φιλοξενίας και του πολιτισμού αυτού του τόπου.

 

Πηγές

 

(1) Αντ. Ι. Θαβώρη, “ΤΟ ΒΕΛΒΕΝΤΟ. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΤΥ-ΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ” (ΣΤ’ Τόμος ΜΑΚΕΔΟΝΙ-ΚΩΝ, Θεσ/νίκη 1964).

(2) Αρετή Χονδρογιάννη – Μετόκη, “ΒΑΣΙΛΑ-ΡΑ ΡΑΧΗ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ“.

(3) Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, “ΓΡΕΒΕΝΑ“, University Studio Press, Θεσ/νίκη 2006.

(4) Κυριάκου Σιμόπουλου “ΞENOI TΑΞΙΔΙΩ-ΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ”, Αθήνα 1975.

(5) Ξανθή – Σαββοπούλου Κατσίκη, “ΒΕΛ-ΒΕΝΤΟ, ΕΡΓΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑ-ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ”, Βελβεντό 1997.

(6) Ξ. Σ. Κατσίκη, ΟΠ.Π.

(7) Κλεάνθη Κ. Νάστου, “ΚΑΤΑΦΥΓΙ ΠΙΕ-ΡΙΩΝ ΚΟΖΑΝΗΣ”, Θεσ/νίκη1971.

back-button
next-button
velvento-kozanis velvento-kozanis_1 velvento-kozanis_2 velvento-kozanis_4 velvento-kozanis_5 velvento-kozanis_6 velvento-kozanis_7 velvento-kozanis_8 velvento-kozanis_9 velvento-kozanis_10 velvento-kozanis_11 velvento-kozanis_12 velvento-kozanis_13
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories