home Άρθρα Β’ ΜΕΡΟΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ – Χερσόνησος Αχιλλείου
Β’ ΜΕΡΟΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ – Χερσόνησος Αχιλλείου

Σε συνέχεια του ταξιδιού μας στη νοτιοδυτική Μαγνησία (τεύχος 119, Άνοιξη 2019), θα εστιάσουμε σε τέσσερα κομβικά σημεία: Σημεία που κατά τη γνώμη μας επικεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον τόσο από αισθητικής και αρχαιολογικής, όσο και από φυσικής άποψης. Αυτά τα σημεία είναι: H άγνωστη χερσόνησος του Αχιλλείου με το ακρωτήρι Σταυρός ή Ποσειδώνιο, η κορυφή Τραγοβούνι, ο αρχαιολογικός χώρος του Αντρώνα, με τα ερείπια της σπουδαίας ακρόπολης και τους πολύ εντυπωσιακούς αρχαίους τάφους και τέλος ο παμπάλαιος κι εγκαταλειμμένος ημιορεινός Οικισμός του Αχιλλείου με το παράξενο όνομα Χαμάκω.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Δημήτρης Ευαγγελόπουλος
Β’ ΜΕΡΟΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ – Χερσόνησος Αχιλλείου
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Μαγνησία

Μια που αρχίσαμε το οδοιπορικό μας από τη θάλασσα ας συνεχίσουμε από εκεί. Από τη θάλασσα που απολήγει η χερσαία ζώνη της Μαγνησίας και στην οποία έλαβαν χώρα δυο σημαντικά γεγονότα. Το ένα είναι η πρώτη αψιμαχία του περσικού στόλου με τα ελληνικά πλοία, όταν οι Πέρσες (κατά τον Ηρόδοτο) αποτόλμησαν διερευνητική έξοδο από τον όρμο των Αφετών (;), στο πέλαγος και βρήκαν απέναντί τους λίγα σπαρτιάτικα καράβια, με αποτέλεσμα να οπισθοχωρήσουν πριν εξαπολύσουν την τελική τους επίθεση στα ανοιχτά του Αρτεμισίου (ναυμαχία του 481 π.Χ.). Η πρώτη αυτή συνάντηση έγινε στα ανοιχτά του κάβου Σταυρός (Ποσειδώνιο ακρωτήριο – απόληξη της χερσονήσου) που ονομαζόταν έτσι, καθώς στον κάβο εκείνο θρυλείται ότι υπήρχε ιερό αφιερωμένο στον Ποσειδώνα.

Το δεύτερο γεγονός που σχετίζεται με το ακρωτήρι αφορά το περίφημο άγαλμα του Δία (πολλοί λένε ότι απεικονίζει τον Ποσειδώνα) που φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας και είναι ένα από τα τελειότερα έργα γλυπτικής του αρχαίου κόσμου. Το άγαλμα αυτό πρέπει να πούμε ότι βρέθηκε με την υπόδειξη του ακριβούς σημείου ναυαγισμού του, στα 150 μέτρα έξω από το ακρωτήρι Ποσειδώνιο, από τον Αυστριακό Alfons Hohauser.

Το άγαλμα βρέθηκε και ανασύρθηκε από Τρικεριώτες σφουγγαράδες με την υπόδειξη του Alfons.

Αφετηρία μας θα είναι το νησάκι της Παναγιάς (των Τρικέρων), από όπου θα επιχειρήσουμε να πιάσουμε την άκρη του θαλάσσιου νήματος – ταξιδιωτικού μας, από το τέλος προς την αρχή.

Μόλις έχουμε κατηφορίσει από το μοναστήρι της Παναγίας, χώρο διαμονής μας, όπου αφενός υπήρξε ο καταυλισμός των εξόριστων γυναικών και αφετέρου ο τόπος που είχε κατασκευάσει ο Alfons ειδικά καταλύματα, μέσα στο μοναστήρι, για να φιλοξενεί υψηλούς καλεσμένους από όλον τον κόσμο.

Το ταχύπλοο του φίλου Κώστα Μπαρτζιάλη, που παρόλο καμπίσιος αποδείχθηκε θαλασσόλυκος, μας έφερε οκτώ ναυτικά μίλια πορεία στα πρόθυρα του Ποσειδώνιου κάβου. Πριν φτάσουμε εκεί διαπλεύσαμε τον κάβο των Τρικέρων, τα χωρικά ύδατα του οποίου παρέπλεαν μια μαούνα που μετέφερε νερό στο νησί και ένα αγωνιστικό κανό, με έναν μοναχικό κωπηλάτη.

Σχετικά εύκολα προσεγγίσαμε τον ολοπέτρινο κάβο του Ποσειδώνα. Από εδώ και πέρα αρχίζει η γεωφυσική ιστορία της χερσονήσου, που καταλήγει στο ψαροχώρι του Αχιλλείου.

Ολόκληρος ο αλίμενος και απρόσορμος κάβος αποτελείται από σκληρό ασβεστόλιθο με αιχμηρές σχιστόπλακες, που τις ποικίλουν πουρνάρια, αγριλιές και θαμνόφυτα της μεσογειακής χλωρίδας. Χαμηλά και πίσω από τον κάβο κάνει την ήπια εμφάνισή του το Αργυρόνησο που σφραγίζει την έξοδο του Ευβοϊκού φωτίζοντας τον δίαυλο με τον φάρο του. Από την ανατολική της πλευρά η χερσόνησος αποκαλύπτει μια σειρά από γραφικές παραλίες και αραιά σπίτια. Αντίθετα η δυτική ακτογραμμή είναι εντελώς άκτιστη και ακατοίκητη.

Στην επόμενη επίσκεψή μας – χρονικά προγενέστερη – θα πάρουμε από το Βόλο την Εθνική Οδό για τη Λαμία. Θα βγούμε στην έξοδο των Αγίων Θεοδώρων με κατεύθυνση προς Αχίλλειο και Γλύφα. Θα χρειαστεί να διανύσουμε οκτώ χιλιόμετρα ωσότου πιάσουμε θάλασσα. Είμαστε πια στον βαθύ φυσικό όρμο του Αχιλλείου.

Αριστερά μας αποκαλύπτεται μια πολύ ενδιαφέρουσα πλημμυρισμένη περιοχή γεμάτη υγρολίβαδα, η οποία απολήγει στην παραλία Λιχούρα του Πτελεού, κάτω από το Κάστρο, όπου είχαμε φτάσει στο προηγούμενο τεύχος.

Ανηφορίζοντας στο λοφάκι, δυτικά του Αχιλλείου, παρατηρούμε από την κορυφή του την πανέμορφη και διαδαλώδη μορφολογία του όρμου, με τους παράκτιους οικισμούς, – ψαροκάλυβα, παλιά τρεχαντήρια, σούδες, υγρολίβαδα – και το εντυπωσιακό κάστρο του Πτελεού.

Στο Αχίλλειο θα κάνουμε στάση, γιατί το ψαροχώρι αξίζει μια παραπανίσια ματιά, αλλά η ατμόσφαιρά του προσφέρει και μια γαλήνια νότα, ιδιαίτερα ελκυστική. Τον Οικισμό του Αχιλλείου τον χαρακτηρίζει μια περίεργη ιστορική διαδρομή, καθόσον αφορά την κατοίκησή του και τις μετακινήσεις των ανθρώπων που τον κατοίκησαν. Οι άνθρωποι αυτοί μια εγκατέλειπαν τον παράλιο οικισμό εξαιτίας των πειρατών και μια επανέρχονταν για να ξανακτίσουν τα καλύβια τους. Αλλά αυτή την ιστορία θα την αφήσουμε για το τέλος.

Θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε την εκκλησία της Παναγίας Ξενίας που είναι κτισμένη στην κορυφή ενός λόφου που αποκαλούν Εξοχικό. Στον εντοπισμό της θα μας βοηθήσει ο Χρίστος Αθανασίου από τους Αγίους Θεοδώρους που διαθέτει τη γραφικότερη ταβέρνα στην περιοχή.

Αφού κάνουμε και μιαν επίσκεψη στο πολύ ενδιαφέρον Ναυτικό Μουσείο του Αχιλλείου θα πάρουμε το δρόμο που φεύγει για τη Γλύφα. Θα διανύσουμε μιαν απόσταση χιλίων τριακοσίων μέτρων, όταν δεξιά μας θα δούμε μιαν ευτελή πινακιδούλα κρεμασμένη σε ελαιόκλαδο που γράφει “Άγιοι Ανάργυροι».

Από αυτό το σταυροδρόμι, χωματόδρομος οδηγεί στον παλιό Οικισμό του Αχιλλείου, τη Χαμάκω(*). Εμείς όμως θα συνεχίσουμε το οδοιπορικό μας για τη χερσόνησο που πρέπει πρώτα να διασχίσουμε και θα επιστρέψουμε για την ανάβαση στη Χαμάκω.

Έτσι σε άλλα χίλια εξακόσια μέτρα, σύνολο τρία χιλιόμετρα περίπου από το Αχίλλειο θα βρεθούμε σε μια διασταύρωση και θα στρίψουμε αριστερά για τον Φανό και την αρχαιολογική ζώνη του Αντρώνα, εγκαταλείποντας το δρόμο για τη Γλύφα.

Θα διασχίσουμε μια εκτεταμένη κοιλάδα και αμέσως μετά θα αρχίσουμε να κατηφορίζουμε προς τη θάλασσα. Λίγο πριν την καινούρια διασταύρωση για Γλύφα – Φανό και Αγία Παρασκευή θα σταματήσουμε για να πάρουμε ένα όχι και τόσο διακριτό μονοπάτι, που τραβάει τον ανήφορο μεσ’ από τραχιά πουρνάρια τέμνοντας εγκάρσια το βουνό προς την κορυφή του.

Αλλά γιατί να βαδίσουμε αυτό το δύσβατο μονοπάτι; Τι το ιδιαίτερο έχει; Διαθέτει, αγαπητοί μου, ένα πανίσχυρο όπλο: Την υπερθέαση ενός εκτεταμένου, πανέμορφου και ιστορικού κομματιού της κεντρικής Ελλάδας.

Θα χρειαστεί μιαν ολόκληρη ώρα για να διολισθήσουμε μέσα από παλιούρια, λαδανιές, μικροπούρναρα και βράχια. Πλησιάζοντας όμως την κορυφή των 639 μέτρων, μια τεράστια λεκάνη θαλασσινών δρόμων και δαντελένιων ακτογραμμών θα κάμει μεγαλειώδη και πανηγυρική εμφάνιση στην οθόνη των ματιών μας.

Ολόκληρο το Τραγοβούνι πρώτα – πρώτα, όμοια ράχη καμήλας με δυο ήβους. Πρασινωπό και λιγόδεντρο. Ύστερα η αντικρυνή ακτοσειρά της Εύβοιας, με τους Ωραιούς απέναντί μας, το Νέο Πύργο και τον Άγιο, αριστερά τα Κανατάδικα και πιο ψηλά την Ιστιαία. Πίσω τους η κορυφογραμμή του Τελέθριου όρους και ανοιχτά, έξω από τον δίαυλο των Τρικέρων, το ούριο πέλαγος, η Σκιάθος και η Σκόπελος. Αριστερότερα, μετά το μπουγάζι και τον ύφαλο του Λευτέρη εντυπωσιακός μας αποκαλύπτεται ο πέτρινος όγκος του Τισαίου και πιο αριστερά του ο Παγασητικός με το Πήλιο από πάνω του. Αν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή λαμπυρίζει ο Βόλος, στο μυχό του Παγασητικού κι ακόμη ακόμη από πάνω του ο Κίσσαβος και οι λευκές πανοπλίες του Ολύμπου.

Κάτω από την κορυφή, στην αριστερή πλαγιά του Τραγοβουνιού διαγράφονται οι κοντυλένιοι και γραφικοί όρμοι του Αχιλλείου και του Πτελεού κι απ’ την απέξω μεριά του η δαντελωτή και κατάφυτη ακτογραμμή του Αγίου Δημητρίου.

Ώρες μπορείς να χαζεύεις στο Τραγοβούνι στροβιλίζοντας χαλαρά το κεφάλι προς όλες τις κατευθύνσεις με ξεδιπλωμένες και αχόρταγες τις κεραίες των αισθήσεων. Όμως πρέπει να κατηφορίσουμε, γιατί είναι πολλά αυτά που μας περιμένουν.

Συνεχίζοντας το ταξίδι μας με το αμάξι, από το σημείο που το αφήσαμε, θα χρειαστεί να διανύσουμε 3,5 χιλιόμετρα ακόμη από τη στροφή του αρχαιολογικού χώρου. Επειδή δεν είναι εύκολο να την εντοπίσουμε, οδηγούμε προσεκτικά και στρίβουμε σε ένα δρομάκι μέσα από παμπάλαιες ελιές για να φτάσουμε ύστερα από 100 μέτρα μπροστά σε συρματοπλεγμένο χωράφι. Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα Νεκροταφεία της μυκηναϊκής περιόδου. Αναγκαζόμαστε να πηδήσουμε τη σιδερόπορτα και να διασχίσουμε μιαν απόσταση τριάντα μόλις μέτρων, γεμάτη αγκάθια και παλιούρια.

Εδώ βέβαια δεν είναι  αρχαία πόλη αλλά το Νεκροταφείο. Είναι σκεπαστό και προστατεύει αρκετούς τάφους μικρών διαστάσεων επειδή οι νεκροί ενταφιάζονταν σε συνεσταλμένη στάση. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν δυο παρόμοιους ταφικούς κύκλους μέσα στους οποίους υπήρχαν 18 ορθογώνιοι τάφοι.

Ξαναγυρίζουμε στον ασφάλτινο δρόμο για να ξαναβγούμε στρίβοντας πάλι δεξιά, σε άλλα εννιακόσια μέτρα για να κατηφορίσουμε προς τον Φανό, τον μικρό παραθαλάσσιο οικισμό που βρίσκεται πάνω στο όριο της ακρόπολης και του αρχαιολογικού χώρου του Αντρώνα (**). Απόσταση τετρακόσια μέτρα, από την άσφαλτο ως τη θάλασσα.

Εκεί μπροστά μας αποκαλύπτεται μια μικρή, αλλά θαυμάσια αμμουδερή παραλία που γλύφει τα θεμέλια μιας παμπάλαιας γαλιάγριας (λιοτρίβι). Δεξιά από το πάρκιν ανηφορίζει η πυκνοβλαστημένη είσοδος του αρχαίου Οικισμού, της Ακρόπολης και του παραθαλάσσιου τείχους της. Αυτή είναι η ομηρική “αγχίαλος αντρώνα”, όπως αναφέρεται από τον ποιητή στον στίχο Β 697 της Ιλιάδας.

“Οι δ’ είχον… αγχίαλόν τ’ Αντρώνα” (Εκείνη που κατείχαν τον παραθαλάσσιο Αντρώνα). Εδώ, λοιπόν, βρισκόταν η περίφημη και μεγάλη πόλη του Αντρώνα. Θα περιηγηθούμε στα τείχη που διατηρούνται σε χαμηλή θεμελίωση πλην καλογραμμένα και ζώνουν μια έκταση καθόλου ευκαταφρόνητη. Απλώς δεν έχει κανένας ποτέ ασχοληθεί σοβαρά με αυτήν την αρχαία πόλη.

Από τη μεριά που τα τείχη πέφτουν κατακόρυφα στο γιαλό φαίνονται πεσμένες ως εκεί οι γκρεμισμένες λιθόπλακες που τις βρέχει το κύμα. Κάποιος έγραψε με μαύρο μαρκαδόρο σε μια από αυτές τη φράση “Αρχαίος Αντρών” και σε παραδιπλανή “θίν’ αλός”.

Θα περπατήσω πάνω στα βράχια και στους λιθώνες του τείχους για καμιά πενηνταριά μέτρα και θα βρεθώ μπροστά σε ένα φυσικό τείχος από αμμοχάλικη μάζα. Μάλιστα στις επιφάνειες αυτού του προστατευτικού τείχους έχουν ανοιχτεί  – προφανώς από τα αρχαία χρόνια – μικρά σπηλιαράκια, λίγο πάνω από τη θάλασσα για ν’ αγναντεύει ο κάθε ερημίτης το δίαυλου του Ευβοϊκού.

Γυρίζω πίσω και συνεχίζω την πορεία μου με το αμάξι, κατά μήκος της παράλληλης με τη θάλασσα οδικής αρτηρίας.

Στα 900 μέτρα από τον Φανό σταματά η άσφαλτος και συνεχίζει χωματόδρομος. Αμέσως μετά μια δεξιά παρακαμπτήριος οδηγεί στην Αγία Παρασκευή. Είναι ένα παμπάλαιο εκκλησάκι λίγα μέτρα πάνω από τη θάλασσα, στη ρίζα από το Τραγοβούνι, πνιγμένο στις μουριές, με ένα παλιό μαγγανοπήγαδο και μια τουλούμπα να το διακοσμούν.

Επιστροφή ξανά στο οδικό χωμάτινο κύκλωμα. Από την Αγία Παρασκευή ως τα όρια του Αγίου Δημητρίου θα χρειαστώ άλλα δυο χιλιόμετρα. Κι άλλα δυο ως την εξαιρετικά σπουδαία ταβέρνα-ουζερί του Δρόσου.

Στη μέση του δρόμου που έχει ξαναγίνει άσφαλτος, υπάρχει ένα όμορφο πηγάδι – σε όλη την περιοχή αφθονούν τα μαγγανοπήγαδα. Πριν αρχίσουμε πρέπει να επισημάνουμε πως δίπλα από το ουζερί απλώνονται δυο παλιές πανέμορφες ξύλινες αποβάθρες και λίγο πιο πέρα ένας υπέροχος αμμουδερός γιαλός.

Θα προχωρήσουμε για άλλα δυόμιση χιλιόμετρα (και συνολικά 16,7 χιλιόμετρα από το Αχίλλειο) για να τερματίσει το οδικό δρομολόγιο μας στην πανέμορφη ακτή με το ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου. Από εκεί θα πάρουμε έναν υποτυπώδη χωμάτινο δρομίσκο ανηφορίζοντας με τα πόδια και σε εκατόν πενήντα μέτρα θα φτάσουμε σε ένα εξαίσιο μπαλκόνι, από το οποίο βλέπουμε το Αργυρόνησο και το δίαυλο των Τρικέρων. Από εδώ ξεκινούμε δυο μονοπάτια με διαφορετικές κατευθύνσεις. Το ένα κινείται βόρεια και τραβερσάρει τη χαμηλή πλαγιά του Τραγοβουνιού μέσα από πολύ δύσβατη και πυκνή βλάστηση, για να φτάσει -ίσως- στον κάβο Σταυρό (Ποσειδώνιο).

Παίρνοντας το άλλο φαρδύ μονοπάτι κατηφορίζουμε ως τον κάβο του Αϊ-Δημήτρη, απέναντι ακριβώς από το Αργυρόνησο. Στο τέρμα του μονοπατιού που κατεβαίνει στα βράχια του ανατολικού όρμου αποκαλύπτεται μια εκπληκτική καβάνζα αμμουδιάς.

 

Το Αργυρόνησο

Το Αργυρόνησο, είναι ένα μικρό ιδιόκτητο νησάκι, στην έξοδο του Ευβοϊκού, που απέχει μισό μίλι από τη χερσόνησο του Αγίου Δημητρίου κι είναι κατάφυτο από ελιές, πεύκα, κυπαρίσσια και πρινάρια. Στην ανατολική του άκρη βρίσκεται ο Φάρος που λειτουργεί πλέον με φωτοβολταϊκά. Με ειδική άδεια τον επισκεφθήκαμε μόνο για να φωτογραφίσουμε το κτίσμα και τον κλωβό του Φάρου.

 

Ο θρύλος της Χαμάκως

Επιστρέφουμε από τα ίδια στο Αχίλλειο και σταματάμε στη διασταύρωση για τους Άγιους Ανάργυρους. Ποια ήταν η Χαμάκω, τι όνομα ήταν αυτό και κυρίως πού βρισκότανε ή εν πάση περιπτώσει πώς μπορούσε κανείς να την προσεγγίσει κι από πού, για να δει αν αληθεύουν οι συνθήκες γύρω από την κατοίκηση, την ιστορία και τη διαχρονική ταυτότητα;

Ο Δημήτρης, καθηγητής στο Λύκειο Αγριάς Βόλου, φίλος και συνοδοιπόρος τα τελευταία χρόνια, από καιρό με τσίγκλιζε για την περίφημη “καλλιγόστρατα” (***) που από τους Αγίους Θεοδώρους οδηγεί στον εγκαταλειμμένο οικισμό της Χαμάκως.

Αλλά και ο γνωστός άγγλος περιηγητής του 18ου αιώνα Leake, ο οποίος περιόδευσε την περιοχή της νοτιοδυτικής Μαγνησίας και έφτασε όχι μόνο στον χώρο που ήταν εγκατεστημένη η Κοινότητα των Χαμακιωτών αλλά ψηλώθηκε και ως τη Μεγάλη Ράχη, όπου σήμερα βρίσκονται οι κεραίες της τηλεφωνίας, επλάνεψε το βλέμμα του για να γράψει: “Καμιά εικόνα στην Ελλάδα δεν μπορεί να δώσει πιο εκπληκτική εντύπωση από αυτή την ποικιλία των διαφορετικών επιφανειακών και δαντελωτών ακτών”.

Αυτό με ταρακούνησε. Καπάκι όμως ήρθε κι έδεσε το πολύ αξιόλογο βιβλίο του Αλμυριώτη ερευνητή Βίκτωρα Κοντονάτσιου “Μνήμη Χαμάκως” που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2018.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο βρήκα τα πάντα γι’ αυτόν τον θρυλικό Οικισμό του Αχιλλείου, αλλά εκείνο που αναζητούσα δεν υπήρχε πουθενά. Πού βρισκότανε αυτός ο Οικισμός, σε ποια κατεύθυνση και κυρίως ποιο δρόμο θα έπρεπε να πάρει κάποιος που θα ήθελε να τον επισκεφθεί.

Οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνθηκα στους Αγίους Θεοδώρους μπορεί να γνώριζαν τη θέση του Οικισμού, αλλά η βοήθειά τους ήταν λειψή και ατελέσφορη. Χρειάστηκε ξανά η συντονισμένη βοήθεια του Χρίστου Αθανασίου, και λέω συντονισμένη γιατί συνέδραμε στον εντοπισμό του εγκαταλειμμένου Οικισμού ο γνωστός δορυφόρος της παγκόσμιας οπτικής κατασκοπείας, από την οθόνη του οποίου μπορέσαμε να δούμε το ακριβές σημείο της Χαμάκως. Πήραμε λοιπόν τον ήπιο χωματόδρομο που κινείται ανάμεσα από ελαιοκτήματα και με κατεύθυνση καθαρά νότια και λίγο ανηφορική, μας ανέβασε στη ράχη ενός μαλακού λόφου.

Στα 600 μέτρα από τη στροφή αγνοούμε το δεξιό παρακλάδι του χωματόδρομου συνεχίζοντας ευθεία. Απότομος ανήφορος στη συνέχεια και αντικατάσταση των ελαιοκτημάτων με μια ζώνη από πουρνάρια, κουμαριές και σχίνα.

Στα χίλια εννιακόσια μέτρα αγνοούμε τον αριστερό κλάδο και στα δύο διακόσια βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίεργη διασταύρωση ακολουθώντας το αριστερό σκέλος του τσιμεντόδρομου.

Αφού περάσουμε και από την τελευταία διασταύρωση στα δυο εφτακόσια μέτρα, θα διαγράψουμε μια καμπύλη τροχιά τραβερσάροντας έναν περιμετρικό άξονα γύρω από τον εισόδιο λόφο για να φτάσουμε μπροστά σε μια σιδερένια περίφραξη που φράζει την είσοδο κάθε εισβολέα στον οικιστικό χώρο της Χαμάκως.

Εδώ να σημειώσω πως υπάρχει ένας πολύ όμορφος και δυνατός θρύλος γύρω από τον περίφημο Φράχτη του Οικισμού, που διέσωσε και αναπαρήγαγε λογοτεχνικά η εξαιρετική πένα του Κοντονάτσιου. Θρυλείται λοιπόν πως στα παλιά χρόνια, κατά την αρχική εγκατάσταση των Χαμακιωτών στον τόπο αυτό, ένας ιερομόναχος πρόκρινε εφτά σημεία στην περίμετρο του χωριού στα οποία εγκατέστησε παλούκια με κανατάκια για να σημάνει τα όρια του υπό ίδρυση Οικισμού, μα κυρίως να αφήνει απ’ έξω όλες τις ασθένειες και τα δαιμόνια.

Θα ξεθηλυκώσουμε το μανταλάκι και θα περάσουμε όμορφα κι ωραία σε μια γαλήνια λάκα, γύρω από την οποία σχηματίζονται δυο ρεματιές.

Πάνω στο φρύδι της ράχης βρίσκεται ο Αϊ-Νικόλας. Είναι ένα λιτό εκκλησάκι που αποτελεί τον εισόδιο ζωντανό φράχτη του άφαντου και παλαιότατου Οικισμού της Χαμάκως. Οι πληροφορίες λένε πως πρόκειται για μονύδριο ή μετόχι της παλαιότατης μονής του Αγίου Νικολάου, που χάνεται στα βάθη των χρόνων, ίσως πιο παλιό και από το χρόνο κτίσης και ίδρυσης της Χαμάκως, πριν δηλαδή το 1210.

Δίπλα από το εκκλησάκι διατηρούνται τα ερείπια των κελιών του μετοχίου.

Όμως πίσω και πέρα από αυτό το θρησκευτικό λείψανο δε διακρίνουμε τίποτε άλλο, εκτός από μια ογκώδη κι εμφανώς ανακατασκευασμένη εκκλησία, που βρίσκεται καμιά διακοσαριά μέτρα ψηλότερα. Από εκεί και πέρα τίποτα. Μα υπήρξε εδώ ποτέ οικισμός; Υπήρξε ζωή, κοινωνία, οργάνωση, σπίτια, ασχολίες, διοικητικό καθεστώς που να μαρτυράει τη διαμονή ανθρώπων που ενοίκησαν τον παράξενο αυτό τόπο;

Κι όμως! Εδώ μέσα σε αυτή την καλά οργανωμένη λάκα που σφραγίζεται ολόγυρα από λόφους, χαράδρες, πλαγιές και γούπατα, κάποτε λειτουργούσε ένας πολύ δυναμικός ανθρώπινος οργανισμός που έμεινε στην ιστορία με το πολύ περίεργο όνομα Χαμάκω.

Η Χαμάκω ιδρύθηκε γύρω στο 1210 μ.Χ. και λειτούργησε ως οργανωμένος Οικισμός για περίπου εφτακόσια χρόνια, μέχρι να εγκαταλειφθεί οριστικά, το 1920.

Οι άνθρωποι που ήρθαν να εγκατασταθούν εδώ δεν απάρτισαν τυχαία την ομάδα σύμπηξης οικιστικού ιστού, αλλά είχαν κοινή καταγωγή και παρελθόν. Προέρχονταν από μια πόλη που υπήρχε από τα αρχαία χρόνια και η οποία αποκαλούνταν Ν ι κ ό π ο λ η. Η έδρα της βρισκόταν κοντά στο σημερινό χωριό του Αχιλλείου.

Φεύγοντας οι παλιοί Νικοπολίτες από τα παραθαλάσσια εδάφη, προφανώς για λόγους προστασίας από πειρατές και κουρσάρους που λυμαίνονταν τη Μεσόγειο, ήρθαν κι έχτισαν τη Χαμάκω, εδώ ψηλά, πίσω από τα βουνά και τους λόφους, για να μείνουν εφτακόσια χρόνια και βάλε, ώσπου να εκλείψει οριστικά ο κίνδυνος και η απειλή των πειρατικών επιθέσεων.

Τι έκαμαν λοιπόν ύστερα από εφτακόσια χρόνια οι παλιοί Νικοπολίτες; Επέστρεψαν στην ιστορική τους έδρα, δηλαδή την παλιά Νικόπολη, ιδρύοντας τη νέα τους οικιστική βάση που της έδωσαν το όνομα Αχίλλειο.

Ανηφορίζοντας το στενό δρομάκι από τον Άγιο Νικόλαο συναντούμε την παλιά εκκλησία των Αγίων Αναργύρων που την επιστέφουν λίγα κυπαρίσσια.

Στο πίσω μέρος της εκκλησίας σώζεται σε καλή κατάσταση η κόγχη, στο κυκλικό τμήμα της οποίας είναι εγχάρακτες τέσσερεις μορφές με θαυμάσια αποτύπωση.

Παράλληλα με την εκκλησία συνεχίζει ο χωμάτινος δρομάκος που ανηφορίζει πάνω σε σύρραχο αποκαλύπτοντας σειρά ολόκληρη ερειπίων από κτίσματα μιας άλλης εποχής.

Είναι ελαφρά δασωμένη η περιοχή και τα ερείπια φαντάζουν εξωπραγματικά ως αναδύονται μέσα από τα πουρνάρια. Τα παλιά αυτά κτίσματα, κατέχουν την ολόραχη γραμμή αφήνοντας δεξιά και αριστερά χώρους για λειτουργικές δραστηριότητες. Αλώνια, χώρους εκγύμνασης, παζάρια.

Δεξιά σχηματίζεται μια βραχώδης ρεματιά, ενώ από αριστερά η πλαγιά αφήνει περιθώρια καλλιεργήσιμου εδάφους για σιτηρά και λαχανικά.

Γυρίζοντας το βλέμμα προς την κατωφερική διάταξη του παλιού Οικισμού, διακρίνω στο βάθος και στην κορυφή του πρώτου λόφου της περιοχής κάποιο εντυπωσιακό πέτρινο κτίσμα που φέρνει σε φρούριο ή φρυκτωρία.

Αποφασίζουμε να το προσεγγίσουμε επιστρέφοντας κατά μήκος της ράχης του Οικισμού. Επιστρέφουμε διασχίζοντας ένα μαλακό ταπέτο ανοιξιάτικης χλόης με πλήθος αγριολούλουδα και βότανα.

Πλησιάζοντας την κορυφή του λόφου επισημαίνουμε δυο πράγματα: Πρώτο, την εκπληκτική θέση του λόφου, από την κορυφή του οποίου η θέα που απλώνεται σε όλο το βάθος του ορίζοντα, αποκαλύπτει το γιατί επέλεξαν εκείνοι οι άνθρωποι αυτό το γεωγραφικό σημείο να κατοικήσουν.

Εμπρός και αριστερά μας αποκαλύπτεται όλη η θαλάσσια ζώνη του Αχιλλείου και του Πτελεού και δεξιά μας ο δίαυλος του βόρειου Ευβοϊκού, ενώ στη μέση ορθώνεται εντυπωσιακός ο βραχώδης κώνος του Τραγοβουνίου.

Και πίσω μας σε χαμηλή και αδιόρατη θέση το ανάπτυγμα της Χαμάκως, έτσι ώστε να μη φαίνεται από πουθενά. Αλλά να παρατηρεί η ίδια όλα τα τεκταινόμενα των απρόσκλητων μουσαφιραίων.

Το δεύτερο που παρατηρούμε έρχεται σε αντίφαση με τις πληροφορίες που διαβάζουμε σχετικά με την ταυτότητα του κτίσματος. Είναι ανεμόμυλος ή όχι; Η προσωπική διαπίστωση και η εμπειρία μας από ανάλογες κατασκευές σε άλλα μέρη της Ελλάδας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπήρχε φρυκτωρία, τα παλιά χρόνια, η οποία μεταλλάχθηκε σε φρουριακό παρατηρητήριο. Η εσωτερική του διάσταση και χωροθεσία δεν οδηγεί στην ύπαρξη ανεμόμυλου καθώς δεν υφίστανται αρχιτεκτονικά μέλη τέτοιας λειτουργικότητας.

Εδώ ολοκληρώθηκε η διάσχιση της χερσονήσου του Αγίου Δημητρίου.

Πρέπει όμως να εξηγήσουμε ότι η ανάβαση στην κορυφή Τραγοβούνι, η επίσκεψη στη Χαμάκω, η περιήγηση του αρχαίου Αντρώνα, η διάπλευση του διαύλου των Τρικέρων μαζί με την προσέγγιση του Κάβο-Σταυρός, καθώς και η αποβίβαση στο Αργυρόνησο, για τη φωτογράφιση του Φάρου, έγιναν σε διαφορετικούς χρόνους. Έτσι κι αλλιώς η αποκάλυψη της χερσονήσου είναι – και θεωρείται – μια από τις πιο συναρπαστικές περιπέτειες στην άγνωστη Ελλάδα.

(*) Άγνωστη η ετυμολογία της λέξης, όπως άγνωστο και αν ήταν Χαμάκ, Χαμάκω ή Χαμάκου.

(**) Ερίζεται αν το όνομα της λέξης Αντρώνα είναι θηλυκό ή αρσενικό.

(***) Προέρχεται από τη λέξη καλλήγι που θα πει υπόδημα.

back-button
next-button
xersonisos-axilleiou xersonisos-axilleiou_1 xersonisos-axilleiou_2 xersonisos-axilleiou_3 xersonisos-axilleiou_4 xersonisos-axilleiou_5 xersonisos-axilleiou_6 xersonisos-axilleiou_7 xersonisos-axilleiou_8 xersonisos-axilleiou_9 xersonisos-axilleiou_10 xersonisos-axilleiou_11 xersonisos-axilleiou_12 xersonisos-axilleiou_13 xersonisos-axilleiou_14 xersonisos-axilleiou_15 xersonisos-axilleiou_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories