home Άρθρα Τσίφτης
Τσίφτης

Ο τσίφτης έχει ίσως τη μεγαλύτερη εξάπλωση αρπακτικoύ στον κόσμο. Είναι ιδιαίτερα κοινωνικός σε σχέση με τα άλλα γεράκια, καθώς σχηματίζει ομάδες και μαθαίνει ο ένας από τον άλλον. Αποδημητικός ή επιδημητικός, κυνηγός ή πτωματοφάγος αποτελεί κατά γενική ομολογία ένα από τα πιο επιτυχημένα αρπακτικά στον κόσμο. Αυτός είναι ο τσίφτης, συνώνυμο του πανέξυπνου και καπάτσου ανθρώπου πλέον, καθόλου τυχαίο φυσικά.

Κείμενο: Νάσος Ναλμπάντης
Φωτογραφίες: Νάσος Ναλμπάντης
Τσίφτης
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΘΡΑΚΗ, Έβρος

Ο τσίφτης είναι είδος γερακιού που ανήκει στην οικογένεια των ικτίνων. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι milvus migrans. Το πρώτο συνθετικό της σημαίνει στα λατινικά χαρταετός ενώ το δεύτερο μεταναστευτικό. Η ελληνική ονομασία τσίφτης προέρχεται από την αλβανική λέξη qift που σημαίνει γεράκι.

Τον συναντάμε σε όλες τις ηπείρους, εκτός της Αμερικής. Η εξάπλωσή του δεν είναι συνεχής.  Η παρουσία του ανά περιοχή αφορά όλα τα είδη σε σχέση με τη μετανάστευση: επιδημητικός, καλοκαιρινός ή διαχειμάζον επισκέπτης και αποδημητικός, ανάλογα με το κλίμα και την περιοχή.

Οι πληθυσμοί που ζουν στις εύκρατες περιοχές τείνουν να είναι μεταναστευτικοί, ενώ εκείνοι των τροπικών είναι επιδημητικοί. Οι πληθυσμοί της βόρειας Ευρώπης και της κεντρικής Ασίας κινούνται προς τις τροπικές περιοχές κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί διαχειμάζουν συνήθως στην υποσαχάρια περιοχή και σπάνια κάποια άτομα φτάνουν μέχρι τη νότια Αφρική. Η απόσταση που μπορεί να διανύσουν κατά τη μετανάστευση είναι συνήθως από 4.000 ως περισσότερα από 8.000 χιλιόμετρα. Μεμονωμένα άτομα διαχειμάζουν στη νοτιοδυτική και νοτιοανατολική Ευρώπη, στην Ελλάδα και τη Σικελία.

Ο Τσίφτης είναι μετρίου μεγέθους αρπακτικό που έχει σαν κύριο γνώρισμα τη διχαλωτή ουρά. Παρ’ όλο που η διχάλα της ουράς του είναι μικρότερη από του Ψαλιδιάρη, είναι εμφανή, τον χαρακτηρίζει και τον κάνει να ξεχωρίζει από τα πρώτα ξαδέρφια του, τους Κίρκους.

Το χρώμα του φτερώματός του είναι σκούρο καφέ. Το κεφάλι και ο λαιμός είναι αρκετά πιο ανοιχτόχρωμα από το υπόλοιπο σώμα. Οι φτερούγες του είναι πιο ανοιχτόχρωμες και αρκετά πιο μακριές σε σχέση με τον κορμό του, γεγονός που του προσδίδει κομψότητα. Τα ρουθούνια του και η κάτω γνάθος είναι κίτρινα, η άνω γνάθος είναι μαύρη. Τα πόδια του είναι κίτρινα και τα νύχια του μαύρα. Συχνά γυροπετάει, χρησιμοποιώντας τον αέρα, με κίνηση που θυμίζει χαρταετό, γεγονός στο οποίο οφείλεται και η αγγλική ονομασία του γένους, Kite. Τα νεαρά άτομα έχουν πιο ανοιχτόχρωμο κεφάλι και στήθος. Αποκτούν το φτέρωμα των ενηλίκων μετά τα 5-6 χρόνια ζωής τους. Είναι μικρότερος από τον συγγενικό του Ψαλιδιάρη. Εκτός από μια μικρή διαφορά βάρους, τα φύλα είναι παρόμοια. Το μήκος του σώματός κυμαίνεται από 46-58 εκατοστά, με άνοιγμα πτερύγων 128-155 εκατοστά. Το βάρος του αρσενικού είναι από  500 έως 620 γραμμάρια ενώ το μεγαλύτερο θηλυκό από 850 έως 950 γραμμάρια.

Ο Τσίφτης είναι ένα καθαρά ημερόβιο αρπακτικό. Όταν αναπαράγεται, το θηλυκό μένει στη φωλιά και το αρσενικό αναζητά την τροφή. Εκτός αυτής της περιόδου, σχηματίζει ομάδες και στέκετε σε δέντρα, όπου μπορούν να συγκεντρωθούν έως και αρκετές εκατοντάδες πουλιά. Είναι κοινωνικός ως είδος και καθόλου χωροκτητικός. Οι τσίφτες απαντώνται συχνά να γυροπετάνε σαν γύπες στα θερμικά ρεύματα καθώς ψάχνουν για τροφή, αλλάζοντας κατευθύνσεις εύκολα. Είναι καιροσκόποι άρπαγες και συχνά συλλαμβάνουν πουλιά, νυχτερίδες και τρωκτικά. Η σύλληψη θηραμάτων κατόπιν καταδίωξης είναι αρκετά σπάνια, αλλά συμβαίνει, αν και συνήθως προτιμούν νεκρά ζώα αλλά και κάθε εύκολη λεία.

Το είδος της τροφής του  τσίφτη εξαρτάται από το φυσικό περιβάλλον του. Οι πληθυσμοί κοντά σε νερό επιλέγουν κυρίως μικρά ζώα και ψάρια. Σε υγροβιότοπους στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη τα ψάρια μπορεί να φθάσουν στο 80% της συνολικής τροφής, ενώ το υπόλοιπο συμπληρώνουν μικρά πτηνά και θηλαστικά. Σπάνια έχει παρατηρηθεί να ψαρεύει, όπως ο Ψαραετός. Σε ηπειρωτικό περιβάλλον κυνηγά είδη της οικογένειας τού περιστεριού και κορακοειδή, μικρά θηλαστικά αλλά και μεγάλα έντομα, γαιοσκώληκες και σαλιγκάρια. Επίσης, συχνά παρενοχλεί άλλα πουλιά, κυρίως γλάρους, υδρόβια ή πελαργούς, για να τους κλέψει τη λεία ή να τους αναγκάσει να την εξεμέσουν. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρόκειται πιθανότατα για το πιο επιτυχημένο αρπακτικό στον κόσμο, από οικολογική άποψη, αφού είναι κυριολεκτικά παμφάγο, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να σκοτώσει μεγάλα θηράματα. Στην Αυστραλία οι τσίφτες προσελκύονται από τον καπνό και τις πυρκαγιές, κυνηγώντας με επιτυχία θηράματα που προσπαθούν να ξεφύγουν από τη φωτιά. Επιστήμονες παρατήρησαν τη μοναδική συμπεριφορά του τσίφτη να προκαλεί εξάπλωση των πυρκαγιών μαζεύοντας πυρωμένα κλαδιά και ρίχνοντάς τα πάνω σε ξερά χόρτα.

Στη χώρα μας η κατασκευή φωλιάς ξεκινάει από τα τέλη Απριλίου. Το ζευγάρι φτιάχνει τη φωλιά του σε δένδρα κοντά στο νερό και γεννά στα μέσα Μαΐου. Συνήθως χρησιμοποιούνται παλαιότερες φωλιές από κορακοειδή ή υδρόβια, που τις επιδιορθώνουν τοποθετώντας πρόσθετα υλικά, μεταξύ των οποίων και σκουπίδια έντονου χρώματος. Μετά την επιλογή συντρόφου το αρσενικό δημιουργεί σταθερό δεσμό με το θηλυκό. Τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό λαμβάνουν μέρος στην κατασκευή της φωλιάς. Η γέννα αποτελείται από 2 ή 3 και σπανίως εώς 5 αυγά. Η επώαση γίνεται από το θηλυκό και διαρκεί 25-38 ημέρες. Μετά την εκκόλαψη το αρσενικό φροντίζει για την εύρεση τροφής, ενώ το θηλυκό μένει στη φωλιά και αναλαμβάνει το τάισμα των νεοσσών. Στις 40 ημέρες βγαίνουν έξω από τη φωλιά και αρχίζουν να πετούν ύστερα από περίπου 42 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι επιθετικοί ο ένας προς τον άλλον, ενώ συχνά ο μικρότερος μπορεί να θανατωθεί. Τα νεαρά πουλιά είναι σε θέση να αναπαραχθούν μετά το δεύτερο έτος της ηλικίας τους. Τα τελευταία τριάντα χρόνια ο πληθυσμός του μειώθηκε σημαντικά και σήμερα πλέον φωλιάζει σε λίγες μόνο περιοχές στη Θράκη, τη Μακεδονία, τη δυτική Θεσσαλία και μάλλον και στην Ήπειρο. Ο αναπαραγωγικός  στην Ελλάδα πληθυσμός υπολογίζεται σε 20-30 ζευγάρια και δυστυχώς δείχνει τάσεις περαιτέρω μείωσης. Έτσι, αντίθετα με την καλή κατάσταση του παγκόσμιου πληθυσμού, στην Ελλάδα κατατάσσεται στα κινδυνεύοντα είδη.

Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι φαίνεται να είναι οι εκχερσώσεις των παρυδάτιων και άλλων δασών, οι συνεχιζόμενες επεμβάσεις στους υγρότοπους, και το κυνήγι. Φαίνεται πάντως ότι το είδος απειλείται κυρίως από την υποβάθμιση των πεδινών δασών και υγρότοπων και τα δηλητηριασμένα δολώματα. Μεγάλο ρόλο στη μείωση του πληθυσμού έχουν τα τοξικά υπολείμματα σε σκουπιδότοπους, όπου συχνά τρέφεται, τα φυτοφάρμακα και η μείωση της τροφής του. Τέλος, είναι λυπηρό στη χώρα μας να παρουσιάζει συνεχή μείωση, γεγονός που πρέπει να διερευνηθεί και να αντιμετωπισ

back-button
next-button
tsiftis- tsiftis-_1 tsiftis-_2-scaled tsiftis-_3 tsiftis-_4
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories