home Άρθρα Τσαγκαράδα: Ο τόπος και τα μονοπάτια
Τσαγκαράδα: Ο τόπος και τα μονοπάτια

Είναι αχανής και αθέατη, κατάσπαρτη μέσα στο βουνό. Τα κάλλη της τα κρύβει ζηλότυπα από τον οκνηρό και φυγόπονο επισκέπτη. Μόνον όταν βαδίσεις τα καλντερίμια της ένα – ένα, θα μπορείς να ισχυριστείς ότι γνωρίζεις την Τσαγκαράδα. Μα και πάλι όχι με απόλυτη σιγουριά. Ίσως κάποιο ταπεινό, χορταριασμένο καλντεριμάκι να σου ξεφεύγει, μια παλιά βρύση, ένα ερειπωμένο σπίτι μέσα στους θάμνους και στα δέντρα.
Κάπως έτσι, πριν από χρόνια, μου είχε συστήσει την Τσαγκαράδα ο Κυριάκος Παπαγεωργίου, αυτός ο φανατικός πεζοπόρος και λάτρης του Πηλίου. Πού, μετά από τόσες δεκαετίες αναρίθμητων πορειών και αναζητήσεων, εξακολουθεί ν’ ανακαλύπτει στο Πήλιο άγνωστες γωνιές! 

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Τσαγκαράδα: Ο τόπος και τα μονοπάτια
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Μαγνησία

Είναι αχανής και αθέατη, κατάσπαρτη μέσα στο βουνό. Τα κάλλη της τα κρύβει ζηλότυπα από τον οκνηρό και φυγόπονο επισκέπτη. Μόνον όταν βαδίσεις τα καλντερίμια της ένα – ένα, και μόνον τότε, θα μπορείς να ισχυριστείς ότι γνωρίζεις την Τσαγκαράδα. Μα και πάλι όχι με απόλυτη σιγουριά. Ίσως κάποιο ταπεινό, χορταριασμένο καλντεριμάκι να σου ξεφεύγει, μια παλιά βρύση, ένα ερειπωμένο σπίτι μέσα στους θάμνους και στα δέντρα.

Κάπως έτσι, πριν από χρόνια, μου είχε συστήσει την Τσαγκαράδα ο Κυριάκος Παπαγεωργίου, αυτός ο μέγας, ο φανατικός πεζοπόρος και λάτρης του Πηλίου. Πού, μετά από τόσες δεκαετίες αναρίθμητων πορειών και αναζητήσεων, εξακολουθούσε ν’ ανακαλύπτει στο Πήλιο άγνωστες γωνιές! Ήταν λοιπόν οφθαλμοφανής και αυτονόητη η επισήμανση του φίλου μου. Από κανένα σημείο κοντινό, μακρινό ή αντικρινό δεν μπορεί κάποιος ν’ αγκαλιάσει με τα μάτια σ’ όλη την έκτασή της την Τσαγκαράδα. Δεν ξέρω, βέβαια, ποια εικόνα παρουσιάζει από ψηλά, όταν κάποιος πετάει από πάνω της. Μα και πάλι πιστεύω, πως, έτσι πολύπτυχη και μακρόστενη που είναι, αρνείται να υποταχθεί στο άκοπο βλέμμα του εναέριου θεατή. Αφού είναι αδύνατον λοιπόν να μας αποκαλύψει έτσι απλά τα μυστικά της, ας σκύψουμε με υπομονή και αγάπη στο έδαφός της, χωμάτινο ή λιθόστρωτο, μουσκεμένο από την υγρασία ή στεγνό, καλυμμένο από τη σκόνη του θέρους ή τα ξερόφυλλα του φθινοπώρου. Και μετά, επιστρατεύοντας όλη την εξερευνητική μας διάθεση ας ψάξουμε όλες εκείνες τις μικρές και μεγάλες, τις συναρπαστικές και άγνωστες λεπτομέρειες που συνθέτουν αυτό τον τόσο ιδιαίτερο τόπο, έναν από τους ωραιότερους του Πηλίου και της χώρας, την Τσαγκαράδα. Η μυστηριώδης άγνωστη θα μας ανταμείψει πλουσιοπάροχα. Και θα την αγαπήσουμε ακόμη περισσότερο…

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΑ ΣΤΗ ΝΤΑΜΟΥΧΑΡΗ

 

– Μπορούμε να γνωρίσουμε με τον κλασσικό τρόπο την Τσαγκαράδα, ξεκινώντας από τα μικρά εσωτερικά και ξεκούραστα καλντερίμια, λέει ο Κυριάκος. Εκτός αν…(κάνει μια μικρή παύση γεμάτη σημασία) αισθάνεσαι έτοιμος για το διάσημο μονοπάτι ως την Νταμούχαρη.

Η δικηγορίστικη πονηριά του φίλου μου έπιασε τόπο. Ήταν βέβαιος, ότι μετά από τέτοια εισαγωγή, πολύ δύσκολα θ’ αντιστεκόμουν στον πειρασμό. Άλλωστε γνώριζα από χρόνια την ύπαρξη αυτού του σπουδαίου καλντεριμιού. Κάποτε μάλιστα είχα ανηφορίσει ένα μικρό τμήμα του από την παραλία της Νταμούχαρης προς το εσωτερικό.

– Πόσες ώρες είναι; ρωτάω τον Κυριάκο.

– Ε, τίποτε δεν είναι. Θα κατηφορίζουμε συνεχώς.

Αυτό το τελευταίο στοιχείο ήταν ιδιαίτερα πειστικό. Τέλη του περασμένη Μάη λοιπόν παίρνουμε το δρόμο για την πλατεία της Αγ. Παρασκευής με το διάσημο πλατάνι.  100 περίπου μέτρα πριν, μπροστά στο ξενοδοχείο «Βίλλα των Ρόδων», συναντάμε την αρχή του μονοπατιού. Εξαίρετο παλιό λιθόστρωτο κατηφορίζει ανάμεσα σε σκιερά δέντρα και λουλούδια. Πουλιά και αεράκι δροσερό. Χαμηλά η απεραντοσύνη του Αιγαίου. Να και το Δημαρχιακό Μέγαρο του Δήμου Μουρεσίου. Μπαίνουμε και πάλι σε μονοπάτι. Κρύβεται ο ήλιος κάτω από τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων γκύ και καστανιές. Κάποια δέντρα, ωστόσο, παρουσιάζουν πιο πρακτικό ενδιαφέρον. Είναι μεγάλες κερασιές με τα κλαδιά τους λυγισμένα από το βάρος υπέροχων ξανθών και μαύρων κερασιών. Δύσκολο ν’ αντισταθούμε σε μια γλυκιά δοκιμή. Κάποιες προνομιούχες μονοκατοικίες με πανέμορφες αυλές είναι χτισμένες μέσα στη γαλήνη και ομορφιά αυτού του επίγειου παραδείσου. Εδώ δεν φτάνουν οι θόρυβοι και οχλήσεις του πολιτισμού και τουρισμού. Ο τρόπος ζωής διατηρεί την αύρα του παρελθόντος βελτιωμένου όμως με όλες τις ανέσεις της σύγχρονης εποχής.

Η άσφαλτος διακόπτει για λίγο το μονοπάτι. Μοιάζει με βίαιη παρεμβολή στην ειδυλλιακή στράτα της φύσης. Με άχαρα βήματα στην γκρίζα, λεία επιφάνεια σπεύδουμε να ξαναβγούμε στην αντικρινή πλευρά του δρόμου το τόσο αγαπητό και οικείο λιθόστρωτο καλντερίμι. Παίρνουμε την αριστερή του διακλάδωση, με κατεύθυνση Α-ΒΑ. (Αφήνουμε στα δεξιά μας ένα άλλο κατηφορικό καλντερίμι). Διασχίζουμε δάσος με πλατάνια, πανύψηλες ακακίες και καστανιές. Κάποιες είναι αιωνόβιες με πελώριους κορμούς. Τα δέντρα δεν κρύβουν ολότελα τη θέα. Από ξέφωτα και ανοίγματα αγναντεύουμε τμήματα της Τσαγκαράδας και του Αιγαίου, την Σκόπελο και τη Σκιάθο. Δεν λείπουν και οι αραιοχτισμένες μονοκατοικίες με τις θαυμάσιες αυλές.

Προβάλλει το όμορφο εξωκκλήσι του Αγίου Ευσταθίου πάνω από την άσφαλτο. Την διασχίζουμε για 20 περίπου μέτρα και στρίβουμε δεξιά σε τσιμεντόδρομο ακολουθώντας την σχετική κίτρινη πινακίδα. Με μερικές μικροστάσεις η ξεκούραστη και υψηλού φυσικού κάλλους διαδρομή μας μέχρι εδώ δεν έχει ξεπεράσει τα 20 λεπτά. Το καλντερίμι κατηφορίζει απότομα δίπλα σε αυλές με πανέμορφες ορτανσίες.

– Δεν υπάρχει στην Ελλάδα άλλο χωριό με περισσότερες και ωραιότερες ορτανσίες, λέει ο Κυριάκος, και δεν έχω καμία πρόθεση ν’ αμφισβητήσω την ορθότητα των λόγων του. Ήδη όμως πλησιάζουμε στην συνοικία της Αγίας Κυριακής, που, μετά τις συνοικίες του Αγ. Ταξιάρχη, της Αγ. Παρασκευής και του Αγ. Στεφάνου, είναι η τέταρτη συνοικία της Τσαγκαράδας. Περνάμε δίπλα από το ερειπωμένο αρχοντικό του Φοινικόπουλου, χτισμένο με λαξευτούς γωνιόλιθους το 1878. Μερικά μέτρα πιο κάτω, στα δεξιά του λιθόστρωτου, προβάλλει η μεγαλόπρεπη κρήνη του Δημήτριου Φοινικόπουλου. Είναι κατασκευασμένη με ορθογώνιες πελεκητές πέτρες ακριβώς έναν αιώνα πριν, τον Ιούλιο του 1907. Υπέροχα σκαλισμένο κεφάλι λιονταριού, τριγωνικό αέτωμα και μαρμάρινη κτητορική επιγραφή προσδίδουν στην κρήνη μια αρχοντική λιτότητα ανάμεικτη με τη γοητεία του χρόνου, που έχει απαλύνει τις γωνίες και τις γραμμές της κατασκευής. Το νερό της βρύσης είναι λιγοστό αλλά ωραίο και δροσερό.

Λίγο χαμηλότερα μας υποδέχεται η πλατεία της Αγ. Κυριακής. Είναι περίτεχνα στρωμένη με ορθογώνιες πελεκητές πλάκες πηλιορείτικες. Στο κέντρο της ορθώνεται ένα πανύψηλο αλλά όχι ιδιαίτερα μεγάλης ηλικίας πλατάνι. Σε μιαν άκρη της πλατείας διατηρείται, όρθιο ακόμη, ένα ερειπωμένο μονώροφο κτίσμα που, παρά τη φθορά του χρόνου, εξακολουθεί να αποπνέει μια παράξενη γοητεία.

– Κάποτε ήταν ακμάζον καφενείο, λέει ο Κυριάκος.

Λίγα λεπτά αργότερα συναντάμε τον 80χρονο Παναγιώτη Στεργιόπουλο, που μένει σ’ ένα από τα ελάχιστα κατοικημένα σπίτια της πλατείας.

– Αυτό το ερείπιο που βλέπετε ήταν η μπακαλοταβέρνα του Θωμά Στεργιόπουλου, του πατέρα μου. Κάποτε γνώρισε μεγάλες δόξες και ιδιαίτερα στο πανηγύρι, στις 7 του Ιούλη.

– Τι άλλο θυμάσαι μάστρο- Παναγιώτη απ’ την πλατεία;

– Τον κόσμο, τη ζωντάνια, τα γλέντια, τα μουλάρια που έφερναν ψάρια απ’ τη Νταμούχαρη. Τίποτα πια δεν έχει απομείνει από κείνη την εποχή.

Φέρνω τα μάτια μου ένα γύρω στην πλατεία. Δύο μόνον σπίτια κατοικούνται, μα τούτη την ώρα είναι κι αυτά σιωπηλά. Χωρίς μαγαζιά, χωρίς ανθρώπους η πλατεία είναι βυθισμένη στη μελαγχολία, στην ερημιά. Είναι η μοναδική ανάμεσα στις τέσσερις πλατείες της Τσαγκαράδας με τόση εγκατάλειψη.

Μερικά σκαλοπάτια κάτω απ’ την πλατεία μας οδηγούν στην εκκλησία της Αγίας Κυριακής. Κτίριο μεγάλων διαστάσεων με χρονολογία στο υπέρθυρο 1886. Στις γωνίες των τοίχων και στο Ιερό διακρίνονται οι λαξευτοί γωνιόλιθοι που έχουν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή. Οι υπόλοιπες επιφάνειες του ναού είναι σοβαντισμένες από χρόνια μ’ έναν σοβά σε πολλά σημεία ξεφτισμένο με απαλό χρώμα σωμών, που προσδίδει στο οικοδόμημα μια αίσθηση ρομαντικού νεοκλασσικού αρχοντικού. Σε κάποια σημεία του κτιρίου έχουν γίνει με τσιμέντο ήπιες επεμβάσεις συντήρησης. Μερικά μέτρα μακρυά από το Ιερό ορθώνεται το πετρόχτιστο, πολυώροφο καμπαναριό. Έχει ανεγερθεί το 1869 με εξαίρετη τοιχοποιία, κολονάκια και τούβλινα τοξάκια, βαρειά σιδερένια κλειδιά για δεσίματα των τοίχων κι έναν τρουλίσκο στην κορυφή. Χαρίζουμε στους εαυτούς μας μια λιγόλεπτη στάση στην πλατεία. Δεν είναι στάση ξεκούρασης. Πόσο να κουραστεί κανείς μετά από πεζοπορία μισής ώρας; Είναι περισσότερο μια στάση για ρεμβασμό, για συμμετοχή μας σ’ αυτή την μοναχικότητα, την μόνιμη πια και καθολική ηρεμία της πλατείας, που μόνον στις 7 του Ιούλη και ίσως κάποια ακόμη μέρα του χρόνου ζωντανεύει…

Ξαναβρίσκουμε το καλντερίμι κατηφορικό, πανέμορφο, με περίτεχνα σκαλοπάτια και στροφούλες, βυθισμένο στη σκιά. Πυκνές φτέρες και καστανιές, παμπάλαια πέτρινη βρυσούλα με λιγοστό νερό. Ένα τσιμεντένιο γεφυράκι μας περνάει στην αντικρινή όχθη της ρεματιάς. Για πρώτη φορά από την αρχή της διαδρομής ανηφορίζουμε για μερικά λεπτά και φτάνουμε στην νεότευκτη συνοικία της Τσαγκαράδας, τα Πλατανάκια. Αγναντεύουμε το φαράγγι της Νταμούχαρης, τους οικισμούς Μούρεσι, Αγ. Δημήτριος και Κισσός. Στο βάθος, σκαρφαλωμένο στον απότομο εξώστη του, διακρίνεται το Πουρί με την παραλία Ελίτσα στην ακτή.

Εγκαταλείπουμε την άχαρη σύγχρονη εποχή – και αρχιτεκτονική – και ξαναγυρίζουμε στα παλιά, στο σκιερό, πολύ κατηφορικό και περίτεχνα κατασκευασμένο καλντερίμι, που τόσο πολύ έχουμε συνηθίσει και αγαπήσει. Δεν ξέρω, αν οι παλιοί Πηλιορείτες της περιοχής θεωρούσαν αυτές τις αναγκαστικές πεζοπορίες ως ευχαρίστηση ή ταλαιπώρια. Εμείς, πάντως, που με τις σημερινές συνθήκες ζωής είμαστε τόσο στερημένοι από τη φύση, το θεωρούμε αληθινό προνόμιο να κατευθύνουμε τα βήματά μας σ’ ένα τέτοιο καλντερίμι.

Μετά το δάσος ξαναβγαίνουμε στο φως. Αποκαλύπτεται η παραλία Παπά-νερό και οι κόλποι του Αη-Γιάννη. Η βλάστηση χαμηλώνει, γίνεται θαμνώδης με πουρνάρια, μυρτιές, δάφνες, φυλίκια, σπάρτα και αγριελιές. Κάτω από το κιόσκι συνεχίζει το αμιγές καλντερίμι της Νταμούχαρης, αυτή η παμπάλαια λίθινη στράτα που ένωνε το εσωτερικό της Τσαγκαράδας με τις ακτές. Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε, ωστόσο, 100 περίπου μέτρα μετά το κιόσκι, σε ια κλειστή δεξιά στροφή, ο Κυριάκος σταματάει.

– Σε πειράζει να ταλαιπωρηθείς μερικά λεπτά;

Γιατί να με πειράζει; Μετά από τόσα χρόνια που γνωρίζω τον Κυριάκο έχω πεισθεί, πως όταν προτείνει κάτι, αξίζει οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη ταλαιπωρία. Ο φίλος μου λοιπόν εγκαταλείπει προσωρινά το καλντερίμι, εισχωρεί αριστερά μέσα στα πουρνάρια και ανοίγει δρόμο με τα χέρια του σ’ ένα έδαφος δύσβατο και δυσπρόσιτο, που κάποτε πρέπει να ήταν μονοπάτι, μα τώρα πια έχει κλείσει από χρόνια. Ένα πεντάλεπτο σχεδόν κρατάει η μάχη με αγκαθωτούς θάμνους και πουρνάρια, γεμίζουν τα χέρια μας γρατζουνιές. Πρώτη φορά έχω ακολουθήσει σε τόσο αφιλόξενο τόπο τον Κυριάκο. Μα και πρώτη φορά αντικρύζουν τα μάτια μου μια τέτοια απρόσμενη, τέτοια μοναδική εικόνα της Νταμούχαρης. Καμιά θέα από οποιοδήποτε άλλο σημείο της διάσημης ακτής δεν μπορεί να συγκριθεί με τούτη την ανεπανάληπτη κάτοψη, την τόσο καλά κρυμμένη μέσα σ’ αυτό τον αγριότοπο.

– Αυτή είναι η μυστική θέα της Νταμούχαρης, λέει ο Κυριάκος  και προσθέτει: «Άλαλα τα χείλη των ευσεβών».

– Και χαλάλι οι τόσες γρατζουνιές, συμπληρώνω εγώ.

Στο καλντερίμι της Νταμούχαρης και πάλι. Κατηφορικό, ελικοειδές, υπέροχο, με παμπάλαιους λίθους φυτεμένους βαθειά μέσα στη γη. Δύο ώρες μετά την αναχώρησή μας από την Αγία Παρασκευή φτάνουμε στην ακτή, με πολλές όμως ενδιάμεσες στάσεις που ξεπερνούν τη μισή ώρα συνολικά.

– Να τηλεφωνήσω να έρθουν να μας πάρουν, λέει ο Κυριάκος. Εκτός εάν…

– Εκτός εάν τι; τον ρωτάω.

– Να, αν θέλεις να συνεχίσουμε την παράκτια διαδρομή προς την παραλία της Φακίστρας και τους γκρεμούς του Κρυφού Σχολειού. Δεν είναι μακρυά.

Ανηφορίζουμε μερικές εκατοντάδες μέτρα το καλντερίμι και σε κάποιο σημείο λοξεύουμε αριστερά σ’ ένα στενό μονοπάτι μέσα σε πουρνάρια. Σε μισό λεπτό φτάνουμε σε ξύλινο κιόσκι θέας, πάνω απ’ τη βραχώδη ακτή. Κατηφορίζουμε για μερικές εκατοντάδες μέτρα έναν χωματόδρομο που, φτάνοντας σε μια ρηχή ρεματιά, μετατρέπεται σε μονοπάτι σηματοδοτημένο στους βράχους με κόκκινη μπογιά. Διασχίζουμε θαμνώδη βλάστηση με μόνιμο σύντροφο τον ήχο των κυμάτων στους βράχους της ακτής. Περνάμε δίπλα από το εξωκκήσι του Αγ. Αντωνίου κι ένα λεπτό αργότερα από του Αγ. Αθανασίου. Η στέγη του, καθώς κι ένα τμήμα των τοίχων έχουν καταρρεύσει. Η αρχική θαμνώδης βλάστηση έχει ήδη μετατραπεί σε πυκνή ζούγκλα από πουρνάρια, άριες και ρείκια, χρυσόξυλα, αγριοκαστανιές αλλά και ελιόδεντρα, που αν και απεριποίητα, είναι φορτωμένα με καρπό. Σημαντική είναι και η παρουσία των κουμαριών, που είναι ολάνθιστες με τα λευκά τους ανθάκια αλλά ταυτόχρονα και φορτωμένες με άγουρα κίτρινα ή ώριμα κόκκινα, νοστιμώτατα κούμαρα. Με ελάχιστη υψομετρική διαφορά το μονοπάτι μας είναι ξεκούραστο, σκιερό και πολύ ευχάριστο. Κάποια στιγμή φαρδαίνει λίγο, γίνεται χωματόδρομος. Ένα σχεδόν χιλιόμετρο μετά ο δρομίσκος συναντιέται στ’ αριστερά του μ’ ένα καινοργιοφτιαγμένο καλντερίμι. Με χαλαρό ρυθμό έχουμε χρειαστεί ένα 40λεπτο από την Νταμούχαρη μέχρι εδώ.

– Ας κάνουμε μια παράκαμψη ως τη βραχοσπηλιά της Παναγιάς της Μεγαλομάτας, λέει ο Κυριάκος.

Κατηφορίζει με πολύ έντονη κλίση το καλντερίμι. Λίγο αργότερα γίνεται χωμάτινο μονοπάτι και στο τελευταίο του τμήμα ακολουθεί για μερικά μέτρα την δύσβατη κοίτη ενός στεγνού μικρορρέματος. Τα κύματα που ακούγονταν, αθέατα μέχρι τώρα, αποκαλύπτονται μερικές δεκάδες μέτρα παρακάτω να σκάζουν αφρισμένα στους αφιλόξενους βράχους και στις επικίνδυνες ξέρες του κολπίσκου. Ακριβώς από πάνω, στο χείλος του γκρεμού, είναι χαραγμένο ένα στενό και επίφοβο μονοπάτι. Στο τελευταίο του τμήμα η προστατευτική σιδεριά έχει ξηλωθεί και χάσκει στο γκρεμό. Πρέπει και πάλι να τοποθετηθούν σταθερά στηρίγματα, γιατί αυτά τα τρία περίπου μέτρα στην ολισθηρή και ελαφρώς επικλινή επιφάνεια του βράχου είναι επικίνδυνα.

Το μονοπάτι μας οδηγεί αρχικά σε υπερυψωμένη βραχοσπηλιά με φτωχό σταλακτιτικό διάκοσμο και τοιχαλάκι με ξερολιθιά. Αμέσως μετά μερικά σκαλοπάτια μας φέρνουν στο εσωτερικό του σπηλαιώδους εξωκκλησιού της Παναγιάς της Μεγαλομάτας. Εδώ βρέθηκε παλιά η ομώνυμη εικόνα που φυλάσσεται σήμερα στην Τσαγκαράδα. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση σ’ αυτό το απόκοσμο ησυχαστήριο ζούσε στα χρόνια της σκλαβιάς ένας καλόγερος ερημίτης, που μάθαινε λίγα κολυβογράμματα σ’ όσα Τσαγκαραδιωτόπουλα είχαν τη θέληση και τον τρόπο να φτάσουν μέχρι εκεί. Ο σχετικός θρύλος τελειώνει αναφέροντας, πως τούτο τον καλόγερο τον σκότωσαν κάποτε οι ληστοπειρατές που πάτησαν το κονάκι του, εξοργισμένοι που δεν βρήκαν τους θησαυρούς που περίμεναν να βρουν. (1)

Η ανηφορική επιστροφή ως την αρχή του καλντεριμιού διαρκεί σχεδόν 6 λεπτά. Μερικές δεκάδες μέτρα μετά ο χωματόδρομος τερματίζει σ’ ένα μικρό ασφάλτινο πλάτωμα. Βρισκόμαστε πάνω από την περίφημη παραλία της Φακίστρας. Για να φτάσουμε όμως ως εκεί πρέπει να κατηφορίσουμε, τουλάχιστον για ένα 10λεπτο, το πολύ κατηφορικό καινούργιο καλντερίμι και μετά το μονοπάτι. Στο τέρμα είναι βέβαιο πως θ’ αποζημιωθούμε απόλυτα γι’ αυτή τη μικρή ταλαιπωρία. Μας περιμένει μια θαυμάσια αμμουδιά, διάφανα νερά κι ένα συνολικό τοπίο εκπληκτικό. Και μάλιστα χωρίς τις συνθήκες συνωστισμού που επικρατούν στις διάσημες πηλιορείτικες παραλίες.

Η αδυναμία προσέγγισης του αυτοκινήτου ως την ακτή έχει αποδειχθεί σωτήρια για την προστασία της Φακίστρας από τα πλήθη των ρυπαινόντων τουριστών.

Με τις διάφορες μικροστάσεις και παρεκκλίσεις έχουμε ξεπεράσει τις 4 ώρες αφότου ξεκινήσαμε από την συνοικία της Αγ. Παρασκευής. Αν και πολύωρη η διαδρομή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε δύσκολη, ούτε κουραστική. Η συνολική εμπειρία από τα τόσα ποικίλα και πανέμορφα τοπία είναι μοναδική. Και δεν αλλοιώνεται καθόλου από τα τελευταία λίγα χιλιόμετρα του ανηφορικού ασφαλτόδρομου που από τη Φακίστρα μεσολαβεί ως την Τσαγκαρα΄δα. Αν μας περίσσευε ο χρόνος δεν θα διστάζαμε να κάναμε ξανά και ξανά αυτή την εκπληκτική διαδρομή.

 

ΣΥΝΤΟΜΕΣ, ΩΡΑΙΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

 

Το μονοπάτι του Ξουριχτιού

 

Είναι πολύ δύσκολο ν’ αποφανθούμε ποια εποχή του χρόνου είναι το Πήλιο ομορφότερο. Η φθινοπωρινή του εικόνα, ωστόσο, είναι η πιο θεαματική, ρομαντική, ονειρική. Είναι η εποχή της χρωματικής έκρηξης της φύσης, που αποτυπώνεται στα πολυποίκιλα φυλλοβόλα δέντρα, τα χρυσόξυλα, τα πλατάνια, τις οξυές και βαλανιδιές και ακόμη τις κερασιές, καστανιές και καρυδιές.

Αυτή την εποχή, πρώτο δεκαήμερο του Νοέμβρη, επισκεπτόμαστε και πάλι την Τσαγκαράδα. Επιλέγουμε αρχικά να μείνουμε στο παραδοσιακό κατάλυμα Θαλλώ. Βρίσκεται πάνω στο δρόμο Βόλου – Τσαγκαράδας, στο ενδιάμεσο περίπου των συνοικιών Αγ. Στεφάνου και Αγ. Παρακευής. Αυτό ήταν το πατρικό σπίτι του Θοδωρή Μπρίντζη, καθηγητή Φυσικής στο Λύκειο Τσαγκαράδας. Χτισμένο στο α΄ μισό του 20ου αιώνα, το οίκημα μετατράπηκε τα Χριστούγεννα του 2004 από τον Θοδωρή, σ’ έναν μικρό, υπέροχο ξενώνα 5 δωματίων.

Πλακόστρωτος ο αύλειος χώρος με έλατα, πλατάνια και καρυδιές, είναι μια προέκταση της φύσης του Πηλίου. Τραπέζια με πλάκα πειλιορείτικη, καμέλιες, ορτανσίες και κρεβατίνα κληματαριάς. Δίπλα στο δάσος και στον ορίζοντα η γαλανή επιφάνεια του Αιγαίου.

Ο Θοδωρής και η Ελένη μας υποδέχονται στην μικρή αίθουσα καθιστικού και πρωινού με το αναμμένο τζάκι, την κομψή επίπλωση, τα χειροποίητα χαλιά και φωτιστικά. Δύο από τα δωμάτια έχουν τζάκι, ενώ όλα αποπνέουν μια αίσθηση λεπτού γούστου και αρχοντιάς. Είναι ένα ζεστό και φιλόξενο κατάλυμα προσεγμένο σε όλες τις λεπτομέρειες.

Με ορμητήριο λοιπόν τη Θαλλώ ξεκινάμε την περιπλάνησή μας στα μονοπάτια και καλντερίμια της Τσαγκαράδας. Είναι μαζί μας και ο Θανάσης Παντές, ιδεολόγος φυσιολάτρης και πεζοπόρος. Τα τελευταία χρόνια προσφέρει υπηρεσίες εναλλακτικού τουρισμού σε ελληνικό και διεθνές κοινό στις περιοχές κυρίως των Μετεώρων, του Ζαγοριού και του Πηλίου.

Ξεκινάμε από την είσοδο του χωριού. Εδώ, δίπλα στην πινακίδα με την ένδειξη «Τσαγκαράδα», υπάρχει και μια μικρότερη, που σηματοδοτεί την κατεύθυνση προς «Παλιό Γεφύρι». Ένα πανέμορφο στενό καλντεριμάκι κατηφορίζει από την άσφαλτο και σε τρία – τέσσερα λεπτά φτάνει στην κοίτη της ρεματιάς, που αργότερα εξελίσσεται στο Φαράγγι του Μυλοποτάμου, το βαθύτερο του Πηλίου. Ανάλογα με την ανομβρία που επικρατεί, η ρεματιά έχει ικανοποιητική ροή νερού. Ωραίο μονότοξο, πέτρινο γεφύρι, πολύχρωμα πλατάνια και καταπληκτικά σκλήθρα με πανύψηλους, ευθυτενείς κορμούς. Στην αντικρινή όχθη κιόσκι με βρυσούλα. Τόπος καταπληκτικός για όλη την οικογένεια. Ανηφορίζουμε στην άσφαλτο και βρίσκουμε αμέσως το καλντερίμι προς το Ξουρίχτι. Για ένα πεντάλεπτο ανήφορος συνεχής. Παμπάλαιο το καλντερίμι, εξαφανισμένο σε πολλά σημεία κάτω από παχύ στρώμα ξερόφυλλων καστανιάς. Αργότερα γίνεται επίπεδο και χωμάτινο με ωραία θέα στην Τσαγκαράδα και στο Αιγαίο.

Σε 25 περίπου λεπτά από την αρχή της διαδρομής φτάνουμε σε μικρό πλάτωμα με υψόμετρο 500 μέτρων. Θέα στο Ξουρίχτι, καινούργιο ξύλινο κιόσκι, πηγή με άφθονο βουνίσιο νερό που ρέει σε μικρή στρόγγυλη πισίνα. Ωραίος τόπος ρεμβασμού και ξεκούρασης, δεν λείπουν όμως και τα σκουπίδια, δείγμα αδιάψευστο του «πολιτισμού» των Νεοελλήνων. 40 μέτρα μετά ανηφορίζει δεξιά το καλντερίμι προς Μηλιές. Διασχίζουμε κτήματα με μηλιές, κερασιές και καστανιές. Βυθίζονται τα βήματά μας στο μαλακό χαλί της φύσης, στα πολύχρωμα ξερόφυλλα. Αίσθηση μοναδική, δεν συγκρίνεται με κανένα χειροποίητο χαλί. Η «εξέλιξη» όμως παραμονεύει. Λίγο πιο πάνω χάνεται η μαγεία του καλντεριμιού, φτάνουμε σε ασφαλτόδρομο, σε άχαρα ημιτελή κτίσματα με τσιμέντο και με τούβλο. Απομακρυνόμαστε στα γρήγορα και εισχωρούμε σε εκτεταμένο καστανόδασος με αρκετές αιωνόβιες καστανιές. 20 λεπτά μετά βρισκόμαστε σε αυχένα με χαμηλή βλάστηση, πάνω απ’ το Ξουρίχτι. Εδώ είναι το ξωκκλήσι του Αγίου Δημητρίου αλλά κι ένα χαρακτηριστικό τρίστρατο. Δεξιά ο χωματόδρομος ανηφορίζει προς τα Χάνια, στην ευθεία το μονοπάτι κατευθύνεται προς Μηλιές και αριστερά ο δρόμος χαμηλώνει στο Ξουρίχτι. Διασχίζουμε τους κατηφορικούς δρόμους του ήρεμου χωριού, βγαίνουμε στην άσφαλτο και επιστρέφουμε στην Τσαγκαράδα. Με χαλαρό ρυθμό και αρκετές ενδιάμεσες στάσεις χρειαστήκαμε λιγότερες από δυο ώρες γι’ αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή από την Τσαγκαράδα ως το Ξουρίχτι. Διασχίζουμε τους κατηφορικούς δρόμους του ήρεμου χωριού, βγαίνουμε στην άσφαλτο και επιστρέφουμε στην Τσαγκαράδα. Με χαλαρό ρυθμό και αρκετές ενδιάμεσες στάσεις χρειάστηκε λιγότερες από δυο ώρες γι’ αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή από την Τσαγκαράδα ως το Ξουρίχτι.

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓ. ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

 

Ο πρώτος μεγάλος ναός που συναντάει ο επισκέπτης της Τσαγκαράδας, αριστερά πάνω από το δρόμο, είναι των Αγίων Αποστόλων, του 1760. Η πρώτη, ωστόσο, συνοικία είναι των Ταξιαρχών, με την ομώνυμη πλατεία και εκκλησία. Πανέμορφη είναι η πλατεία με έξοχη πλακόστρωση. Γι’ αυτές τις πλατείες του Πηλίου ο Γιάννης Κίζης αναφέρει, ότι «διαμορφώνονταν στη συμβολή των βασικών αρτηριών και ήταν, ως τον όψιμο 19ο αιώνα, λιθόστρωτες με πέτρες σφηνωμένες στο χώμα την τεχνική του καλντεριμιού, ώστε να αντέχουν στη διέλευση των υποζυγίων, που βέβαια αποτελούσαν το αποκλειστικό μεταφορικό μέσο της χερσαίας διακίνησης των προϊόντων… οι πλακοστρώσεις των πλατειών στη σημερινή τους μορφή, με σχιστόπλακες όπου δεν ανεβαίνουν ζώα, είναι έργα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα».

Πολλά ακόμη στοιχεία μας εντυπωσιάζουν στην πλατεία. Στο κέντρο της δεσπόζει μια τετράπλευρη μαρμάρινη κρήνη, διακοσμημένη σε κάθε πλευρά με ανάγλυφες παραστάσεις. Είναι δωρεά του Νικόλαου Νανόπουλου από το 1909 και από τους 4 κρουνούς της ρέει άφθονο νερό. Μερικά μέτρα δεξιότερα επιβάλλεται καταλυτικά στην μικρή πλατεία ένα πλατάνι με γιγάντιες διαστάσεις. Με τον Γιώργο Γανοτόπουλο από την διπλανή ταβερνούλα «Καλύβι» μετράμε τις διαστάσεις του κορμού ακριβώς πάνω από το έδαφος. Η περίμετρος ξεπερνάει τα 17 μέτρα!

Απέναντι απ’ αυτό το μνημείο της φύσης ορθώνεται ένα μνημείο της Ορθοδοξίας, ο ναός των Ταξιαρχών του 1746. επισκεπτόμαστε με τον παπά-Παναγιώτη το εσωτερικό και εντυπωσιαζόμαστε από το περίφημο ξυλόγλυπτο τέμπλο με το βαθύτατο σκάλισμα και την πληθώρα των παραστάσεων. Από τον ίδιο εξαίρετο καλλιτέχνη είναι φιλοτεχνημένος ο Δεσποτικός Θρόνος και ο Άμβωνας.

Η πλατεία των Ταξιαρχών, ωστόσο, εκτός από τα άμεσα ορατά μνημεία της έχει κι άλλες χάρες, αθέατες. Είναι τα μεζεδάκια και οι λιχουδιές που κρύβουν τα δύο ταβερνάκια, το Καλύβι και το Αγνάντι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετά την ξενάγησή μας στα «γαστρονομικά αξιοθέατα» της πλατείας ξεκινάμε με τον Θανάση την περίφημη παλιά στράτα που συνδέει τους Ταξιάρχες με την Αγ. Παρασκευή. Έξοχο κατηφορικό καλντερίμι, στο πλάι αυλάκι με νερό, πολύχρωμα δέντρα και ξερόφυλλα. Μέρα συννεφιασμένη και υγρή, ένα τέλειο φθινοπωριάτικο σκηνικό. Πολύ γρήγορα συναντάμε το πάλαι ποτέ «Καρτάλειον Δημοτικόν Σχολείον», ένα νεοκλασσικό μεγάλων διαστάσεων, με δύο τριγωνικά αετώματα, πελεκητούς γωνιόλιθους και δυο λιθανάγλυφα με δικέφαλους αετούς. Δυστυχώς το εξαίρετο αυτό οίκημα ρημάζει αβοήθητο στο χρόνο.

Ξύλινο γεφυράκι στ’ αριστερά, πελώριες καστανιές, σπίτια διάσπαρτα μέσα στη φύση, με ωραίες αυλές. Από κάποια σημεία διακρίνονται οι Β. Σποράδες και το Αιγαίο. Για λίγο ανηφορίζουμε. Οι υψομετρικές διακυμάνσεις, ωστόσο, είναι ελαφρές η διαδρομή είναι πάντα ξεκούραστη και απαράμιλλης ομορφιάς. Ένα καλντεριμάκι αριστερά βγαίνει στην άσφαλτο. Εμείς συνεχίζουμε ευθεία. Περνάμε μπροστά από ένα εντυπωσιακό αρχοντικό του 1850 με παράθυρα σιδερόφρακτα στον όροφο. Το μεσιανό παράθυρο, ψηλά πάνω από την είσοδο, φέρει κυρτωμένα σίδερα, που έδιναν στους ενοίκους την δυνατότητα να βγάζουν προς τα έξω το κεφάλι, για να διαπιστώσουν την ταυτότητα του επισκέπτη που χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού. Στην πρόσοψη διακρίνουμε ποικίλα λιθανάγλυφα: σταυρό, ρόδακες, δικέφαλο αετό, περιστέρια, σταφύλια, ψάρια. Υπάρχουν ακόμη ανάγλυφες οι φυσιογνωμίες των αφεντικών, αριστερά της εισόδου της οικοδέσποινας και δεξιά του οικοδεσπότη, ενώ πιο πάνω ξεχωρίζει μια μυστακοφόρος κεφαλή, ίσως του πρωτομάστορα.

Περνάμε δίπλα από μεγάλες αυλές, οπωροφόρα δέντρα, γρασίδι και λουλούδια, ένα σπίτι του 1940 με ακτινίδια. Αμέσως μετά ένα καλντεριμάκι ανηφορίζει αριστερά σε κρήνη του 1934 με μεγάλο πλατάνι. Εμείς συνεχίζουμε δεξιά με πινακιδούλα προς Αγ. Παρασκευή και Αγ. Παντελεήμονα. Στενό, πανέμορφο, χορταριασμένο το καλντερίμι. Ένα κόκκινο βελάκι μας οδηγεί αριστερά. Περνάμε δίπλα από ωραιότατο νεοκλασσικό με πέτρες πελεκητές. Στην κεντρική «πέτρα-κλειδί», πάνω από την είσοδο διακρίνουμε την χρονολογία 1928.

Το σπίτι είναι καλοσυντηρημένο, με θαυμάσια πλακόστρωτη αυλή και θέα ορθάνοιχτη στο πέλαγος. Αμέσως μετά φτάνουμε στην άσφαλτο, κατευθυνόμαστε για  20 μέτρα αριστερά και ξαναβρίσκουμε το καλντερίμι. Κατευθυνόμαστε δεξιά και στη συνέχεια απότομα αριστερά.

Πάμπολλες καστανιές, μεγάλες και μικρές. Αμέτρητα κάστανα, πεσμένα στα ξερόφυλλα. Κυκλάμινα, ρεματιά χωρίς νερό, τσιμεντένιο γεφυράκι. Ανηφορίζουμε μερικές δεκάδες μέτρα και φτάνουμε στο εκκλησάκι του Αγ. Παντελεήμονα. Ακριβώς από πάνω είναι η παλιά ονομαστή Αχιλλοπούλειος Εμπορική Σχολή Τσαγκαράδας, που σήμερα στεγάζει το Γυμνάσιο και το Λύκειο. 100 μέτρα πιο πάνω είναι το εκπληκτικό κτίριο της περίφημης Νανοπούλειας Σχολής, του 1909, που σήμερα χρησιμεύει ως Δημοτικό. Την ώρα τούτη σχολάνε τα παιδιά, γεμίζει ο τόπος με χαρούμενες φωνές. Παρατηρώ αυτά τα παιδιά να τρέχουν σαν ζαρκάδια μέσα στη φύση του βουνού, να βηματίζουν χαρούμενο στα παμπάλαια καλντερίμια. Και κάνω μερικές αναπόφευκτες συγκρίσεις με τα παιδάκια των πόλεων, στις τσιμεντένιες αυλές των σχολείων, στα συνωστισμένα πεζοδρόμια, στα καυσαέρια, στα αυτοκίνητα…

Βρισκόμαστε ήδη πολύ κοντά στον προορισμό μας. Από την δεξιά γωνία του Σχολείου συνεχίζουμε το καλντερίμι, περνώντας δίπλα από μεγάλα και ωραία σπίτια με αυλές. Εδώ είναι και το ξενοδοχείο «Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ» (THE LOST UNICORN), διάσημο από χρόνια σε Έλληνες και ξένους για το ιδιαίτερο στυλ και την ξεχωριστή προσωπικότητα εστιατορίου και δωματίων.

 

 

 

50 μέτρα μετά το ξενοδοχείο μας υποδέχεται η πασίγνωστη πλατεία της Αγ. Παρακευής με την ομώνυμη εκκλησία, χτισμένη αρχικά το 1719 και ανακαινισμένη το 1909. Εμβληματικό φυσικό μνημείο της πλατείας είναι ο ονομαστός χιλιόχρονος πλάτανος. Η περίμετρος του κορμού που υπέρκειται της πλατείας φτάνει τα 14 μέτρα, ενώ το αθέατο τμήμα κάτω απ’ την πλατεία είναι βέβαια μεγαλύτερο. Τεράστια είναι και η ομπρέλλα των κλαδιών που καλύπτει όλο τον χώρο της πλατείας. Έχουμε λοιπόν ολοκληρώσει το πιο διάσημο εσωτερικό μονοπάτι της Τσαγκαράδας, με πληθώρα εναλλαγών και εικόνων από την φύση και την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του χωριού. Με τις συνεχείς στάσεις για παρατήρηση και φωτογράφιση χρειαστήκαμε σχεδόν δυο ώρες, ενώ ο καθαρός χρόνος πορείας δεν ξεπερνάει τα 30 λεπτά. Ποιος όμως δεν θα ήθελε να παρατείνει λίγο αυτή την ονειρεμένη διαδρομή;

 

ΠΡΟΣ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟ, ΤΟΝ ΕΝ ΑΘΩ

 

Ξημερώνει μια μέρα τυπικά φθινοπωρινή, συννεφιασμένη και βροχερή. Είναι ελάχιστα ευνοϊκή για πεζοπορία και φωτογράφιση. Αποφασίζουμε λοιπόν να κινηθούμε με αυτοκίνητο. Λίγο πριν από τον ξενώνα μας ένας δρομίσκος ανηφορίζει προς το βουνό με πινακίδα προς το εκκλησάκι του Αγ. Αθανασίου και το ξενοδοχείο «12 μήνες». 600 μέτρα μετά ο τσιμεντόδρομος διασχίζει τις εγκαταστάσεις του νεότευκτου ξενοδοχείου και μεταβάλλεται σε δασικό, λασπωμένο χωματόδρομο. Εισδύουμε στις ομίχλες του καστανοδάσους, πολύχρωμου, πανέμορφου, μουσκεμένου απ’ τη βροχή. Το φθινόπωρο του Πηλίου σ’ όλο του το μεγαλείο. Κερδίζουμε υψόμετρο, αραιώνουν οι καστανιές και αρχίζουν οι οξυές. Καθώς ο δείκτης του οδομέτρου δείχνει 4,5 χλμ. από την άσφαλτο, φτάνουμε στα 750 μέτρα σ’ ένα όμορφο ξέφωτο, σκεπασμένο με ξερόφυλλα οξυάς. Μερικές δεκάδες μέτρα χαμηλότερα προβάλλει, σαν μέσα από ρομαντικό πίνακα, το μικροσκοπικό εξωκκλήσι του Αγ. Αθανασίου του εν Άθω, του «Άθωνα», όπως είναι γνωστότερο στο χωριό.

Χτισμένο με πέτρα και σκεπασμένο με πλάκα το εκκλησάκι έχει οικοδομηθεί σ’ αυτό τον απόμακρο βουνίσιο τόπο τον Σεπτέμβριο του 1888 «δαπάνη της δεσποσύνης Μαρίας Δημητρίου Καπετανοπούλου». Η κτητορική επιγραφή είναι χαραγμένη σε εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα στο υπέρθυρο του ναΐσκου. Ο περιβάλλων χώρος είναι υπέροχος με πετρόχτιστη κρήνη, παγκάκια και πάμπολλα τραπέζια άλλα πέτρινα και άλλα ξύλινα.

Η βροχή έχει ήδη σταματήσει, τα βαρειά όμως σύννεφα παραμένουν αμετακίνητα. Αυτό δεν μας εμποδίζει να συνεχίσουμε τις πεζοπορικές μας διαδρομές.

 

Αγ. Παρασκευή – Αη. Γιώργης.

 

Κάτω από την πλατεία της Αγ. Παρακευής βρίσκεται η μεγάλη σκεπαστή κρήνη του 1890. από τα δυο στόμια των λεόντων τρέχει ασίγαστο, άφθονο  νερό. Από εδώ κατηφορίζει ένα υπέροχο φυλλοσκέπαστο καλντερίμι, με πέτρες ολισθηρές εξαιτίας της βροχής. Ολόγυρα η φύση είναι φοβερή. Πανύψηλα πλατάνια και καστανιές, κισσοί που σκαρφαλώνουν στους κορμούς, ρυάκι με νερό και ξύλινο γεφυράκι, παχύ χαλί από πολύχρωμα ξερόφυλλα. Όλη η ομορφιά του φθινοπώρου είναι εδώ. Αφήνουμε δεξιά μας το γεφυράκι και ανηφορίζουμε σε στενό μονοπάτι. Παράκμψη μερικών μέτρων στ’ αριστερά μας οδηγεί σε εγκαταλελειμμένο νεοκλασσικό του 1953 με μαρμάρινα φουρούσια λαξευτά. Λίγο πιο κάτω μια νέα παράκαμψη μας οδηγεί σε νεοκλασσικό μεγάλων διαστάσεων με ισόγειο και δυο ορόφους, μπαλκόνι με διπλά μαρμάρινα σκαλιστά φουρούσια, σιδερένια πόρτα και μεγάλα ορθογώνια παράθυρα. Πλακόστρωτη αυλή, γωνιόλιθοι λαξευτοί και ανακουφιστικά πέτρινα τοξάκια στα παράθυρα του ισογείου.

Συνεχίζει πάντα κατηφορικό το καλντερίμι άλλοτε ανάμεσα σε ζούγκλα και άλλοτε δίπλα σε κτήματα με αραιοχτισμένα νεοκλασσικά. Τα σπίτια αυτά, που έχουν κυρίως χτισθεί από μετανάστες στην Αίγυπτο, «φέρνουν στον όψιμο 19ο αιώνα, το νέο τους στυλ αρχοντικού με ακαδημαϊκές προθέσεις, που δημιούργησε με την προσαρμογή του στις τοπική συνθήκες, την «ύστερη», την «αιγυπτιώτικη», όπως λέγεται, πειλιορείτικη αρχιτεκτονική».(3)

Μια στενή τσιμεντένια παράκαμψη ανηφορίζει αριστερά και μετά από 100 μέτρα μας οδηγεί στην «Αμανίτα». Είναι ένας πανέμορφος ξενώνας με έξοχη πέτρινη τοιχοποιία, που λειτουργεί από τον Οκτώβριο του 2004.

Ερωτευμένος αθεράπευτα, εδώ και μια 25ετία με τον τόπο, ο Φιλάρετος Ψημμένος απόχτησε σ’ αυτή την ειδυλλιακή τοποθεσία μια έκταση γης με θέα μοναδική. Ένα προϋπάρχον αλλά μισοερειπωμένο αρχοντικό του 19ου αιώνα αποτέλεσε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε η αρχιτεκτονική του νέου οικοδομήματος.

Από την πλακόστρωτη αυλή με τον ξύλινο φράχτη και το γρασίδι περνάμε στην αίθουσα καθιστικού και πρωινού. Είν’ ένας χώρος με γοητευτικές γωνιές, μεγάλο τζάκι και θαυμάσια επίπλωση. Εσωτερική ξύλινη σκάλα μας οδηγεί στους δύο ορόφους όπου βρίσκονται τα δωμάτια και οι σουΐτες με τα τζάκια, την ωραία επίπλωση, την εκπληκτική θέα στην Τσαγκαράδα, στη φύση και σ’ όλα τα νησιά των Βορείων Σποράδων. Απέναντι από το κεντρικό κτίριο του ξενώνα ένα σπιτάκι προσφέρει στο ισόγειο όλα όσα χρειάζεται μια 4μελής οικογένεια.

Ο Φιλάρετος μαζεύει ο ίδιος τα μανιτάρια απ’ το βουνό και τα προσφέρει με διάφορους τρόπους μαγειρεμμένα στους επισκέπτες του. Φτιάχνει επίσης ο ίδιος το ζυμωτό ψωμί και συνοδεύει πρόθυμα τους φυσιολάτρες φίλους του σ’ όλα τα μονοπάτια της Τσαγκαράδας, ακόμα και στο δύσκολα ανιχνεύσιμο μονοπάτι της Παναγίας της Ευαγγελίστριας.

Σε απόσταση 200 μέτρων από τον ξενώνα (με τσιμεντόδρομο και χωματόδρομο προσβάσιμους από αυτοκόνητο) συναντάμε το εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου. Από την Αγ. Παρασκευή μέχρι εδώ δεν χρειάζονται περισσότερα από 12-15 λεπτά. Δίπλα περνάει η άσφαλτος, που από την Τσαγκαράδα κατηφορίζει προς Φακίστρα και Μυλοπόταμο. (Οδικώς η Αμανίτα απέχει 2 χλμ. από την Τσαγκαράδα).

Ο χώρος στο εκκλησάκι, χτισμένο αρχικά το 1772, είναι πανέμορφος, ιδανικός για χαλάρωση. Στη βάση του πανύψηλου, πετρόχτιστου καμπαναριού υπάρχει βρύση με κεφάλι λιονταριού και υπέροχο νερό. Σε λιθανάγλυφο της ΝΑ πλευράς διακρίνουμε την χρονολογία 1772. Κάτω από το καμπαναριό συνεχιζόταν κάποτε το καλντερίμι ως τη θάλασσα. Σήμερα, εκτός από μερικά αρχικά μέτρα,, έχει εξαφανιστεί οριστικά.

 

ΜΕΡΙΚΑ ΜΙΚΡΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΚΑΛΝΤΕΡΙΜΙΑ

 

Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψουμε τις διακλαδώσεις όλων των μικρών εσωτερικών καλντεριμιών, κάποια απ’ τα οποία δεν είναι μεγαλύτερα από μερικές δεκάδες ή, έστω, μια – δυο εκατοντάδες μέτρα. Μερικά, ωστόσο, που είναι όμορφα, σύντομα και εντοπίζονται εύκολα, σας περιγράφουμε παρακάτω.

Το πρώτο ξεκινάει κάτω από την Νανοπούλειο Σχολή. Είναι στενό και κατηφορικό, με χοντρούς και λίγο άτεχνα τοποθετημένους λίθους, που αποπνέουν παλαιότητα. Σ’ ένα τρίλεπτο το καλντεριμάκι βγαίνει σε τσιμεντόδρομο, όπου βρίσκεται το εκκλησάκι του Σταυρού, χτισμένο το 1877. Δίπλα του ορθώνεται καστανιά με πελώριων διαστάσεων κορμό. Συνεχίζοντας τον τσιμεντόδρομο με κυκλική διαδρομή φτάνουμε σε μερικά λεπτά και πάλι στην Νανοπούλειο Σχολή.

Το δεύτερο καλντερίμι ξεκινάει πίσω από την εκκλησία της Αγ. Παρασκευής και κάτω από την άσφαλτο, με κατεύθυνση νότια προς Αγ. Ταξιάρχη. Η κατάληξή του – ή και η αντίστροφη αφετηρία του – είναι στην άσφαλτο, δίπλα στα ενοικιαζόμενα δωμάτια της Μαρίας Γεωργατζή, 300 περίπου μέτρα από την πλατεία των Ταξιαρχών. Στα λίγα λεπτά που διαρκεί το εξαίρετο καλντερίμι περνάει δίπλα από το εξαίρετο τριώροφο αρχοντικό της Φιλίτσας Σαλάμη, που κατοικείται. Η σιδερένια πόρτα έχει παλιά ρόπτρα, μονοκόμματες μαρμάρινες παραστάσεις και χρονολογία 1875 στο μαρμάρινο υπέρθυρο. Το εκπληκτικότερο όμως εύρημά μας είναι το δέντρο ίταμου στην αυλή. Με χοντρό κορμό, ευθυτενή σαν κατάρτι και με ύψος τουλάχιστον 18 μέτρων, είναι το μεγαλύτερο και πιο εντυπωσιακό δέντρο ίταμου, που έχω δει ποτέ. Ακόμη πιο εντυπωσιακό και παράξενο είναι το σχήμα του. Ξεκινάει στενό κοντά στο έδαφος και, όσο ψηλώνει, γίνεται ευρύτερο, αποκτώντας τελικά το σχήμα μιας μεγαλοπρεπούς ομπρέλλας. Μερικά μέτρα δίπλα από το δέντρο περνάει ο κεντρικός δρόμος που διασχίζει την Τσαγκαράδα. Εδώ βρίσκεται και μια ψησταριά, που ονομάστηκε «Ίταμος», καθώς τα κλαδιά του δέντρου φτάνουν πάνω από την πλακόστρωτη αυλή.

 

Πλατεία Αγ. Στεφάνου

Το μονοπάτι των «Τριών Βουνών».

 

Η τέταρτη συνοικία της Τσαγκαράδας πήρε το όνομά της από τον ναό του Αγ. Στεφάνου, του 1805. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του χωριού, μετά την συνοικία της Αγ. Παρασκευής. Η μικρή πλατεία είναι πλακοστρωμένη και γραφική. Μια ταβερνούλα, ανοιχτή από το πρωί, προσδίδει με την ανθρώπινη παρουσία στον χώρο, τη ζεστασιά που έλειπε από την έρημη πλατεία της Αγ. Κυριακής. Στην αντικρινή πλευρά του δρόμου ορθώνεται ένα μισοερειπωμένο αλλά πανέμορφο νεοκλασσικό του 1908, που διατηρεί στους τοίχους του εμφανή ίχνη παμπάλαιων χρωματισμών.

Στον χώρο της πλατείας υπάρχουν μερικά πλατάνια που, σε σύγκριση με όσα έχουμε δει μέχρι τώρα, θεωρούνται νεαρά. Υπάρχουν ακόμη και κάποιοι πολύ μεγάλη αλλά ξεροί κορμοί καστανιάς. Το κέντρο της πλατείας διαφεντεύει ένας ογκωδέστατος κορμός. Με την πρώτη φευγαλέα ματιά νομίζω, ότι είναι άλλο ένα γιγάντιο πλατάνι. Σηκώνοντας όμως τα μάτια μου αναγνωρίζω τα χαρακτηριστικά φυλλώματα της δρυός. Είναι προφανώς η ογκωδέστερη δρυς που έχω δει ποτέ. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Πλησιάζοντας τον κορμό παρατηρώ έκπληκτος, ότι δεν είναι ένας αλλά δυο κορμοί. Ο ένας είναι πράγματι της δρυός ο άλλος όμως, ολότελα ξερός και πολύ πιο ογκώδης από τον προηγούμενο, ανήκει σε μια πελώρια καστανιά. Μια καστανιά που, ποιος ξέρει με ποιο τρόπο και πόσα χρόνια πριν, έχει καταφέρει να συσσωματωθεί με την διπλανή της βαλανιδιά σ’ ένα μόνιμο, αδιάσπαστο σφιχταγκάλιασμα.

– Μόνο που ξεράθηκε τα τελευταία χρόνια η καστανιά, μου λέει η κυρούλα απ’ την ταβέρνα.

Για την ιστορία μετράμε την περίμετρο του κορμού των σιαμαίων αυτών δέντρων. Φτάνει τα 12 μέτρα!

Λίγο πριν φτάσουμε στην πλατεία του Αγ. Στεφάνου μια πινακιδούλα πάνω στην άσφαλτο μας δείχνει το καλντερίμι προς τις «Τρεις Βρύσες». Υπέροχο λιθόστρωτο, εξαφανισμένο κάτω από ξερόφυλλα. 20 μόλις μέτρα πιο πάνω συναντάμε την πρώτη βρυσούλα, χτιστή με πελεκητή πέτρα και λιγοστό νερό. Απέναντί της μεγάλο πλατάνι και στη συνέχεια τρεις υπεραιωνόβιες καστανιές. Σ’ ένα λεπτό βγαίνουμε σε τσιμεντόδρομο και, χωρίς σήμανση, κατηφορίζουμε δεξιά. Στα 40 περίπου μέτρα ξαναβρίσκουμε την πινακιδούλα και το καλντερίμι αριστερά. Αρκετά στενό και ανώμαλο το μονοπάτι κατηφορίζει ανάμεσα από σπίτια και αυλές. 100 περίπου μέτρα μετά φτάνουμε στην δεύτερη βρύση. Είναι χτιστή κι αυτή, με τρεις κρουνούς και ικανοποιητική ροή εξαίρετου νερού. Στην εντοιχισμένη πλάκα αναφέρεται ο δωρητής Γεώργιος Βασιλόπουλος και η χρονολογία 1924. Εδώ διχάζεται το καλντερίμι. Ένα απότομο, κάθετο τμήμα του μας οδηγεί σε 25 μόλις μέτρα στην άσφαλτο, όπου υπάρχει μια Τρίτη βρύση. Το άλλο τμήμα του καλντεριμιού κινείται μέσα από υπέροχο φυσικό περιβάλλον παράλληλα με την άσφαλτο, κατηφορίζει δεξιά και σ’ ένα δίλεπτο καταλήγει πάλι στο δρόμο. Ολοκληρώνουμε έτσι αυτό το πολύ όμορφο εσωτερικό καλντεριμάκι, που με συνεχές βάδισμα, δεν ξεπερνάει τα 6-7 λεπτά.

Με την συννεφιά και τη μικρή διάρκεια της μέρας δεν αργεί να πέσει το σκοτάδι. Ανάβουν τα φώτα ως τα πιο απόμακρα σημεία της Τσαγκαράδας, ακόμα εκεί που δεν μένει κανείς. Ανάβουν και τα φώτα της πλατείας της Αγ. Παρασκευής, παιχνιδίζουν οι φωτοσκιάσεις ανάμεσα στον όγκο της εκκλησίας, στα κλαδιά και στον κορμό του μεγάλου πλάτανου. Περιδιαβαίνουμε για ώρα με ήσυχα βήματα στα έρημα σοκάκια. Ποιος να βγει για βόλτες στο υγρό, φθινοπωριάτικο βραδινό. Όλοι έχουν βρει μια ζεστή γωνιά στις ταβέρνες και στα καφέ.

Ο ξενώνας και το εστιατόριο της «Αλέκας» είναι ολόφωτα πάνω από το δρόμο. Είναι αδύνατον ν’ αντισταθούμε στις εξαιρετικές γεύσεις της Αλέκας, στην ανθρώπινη ζεστασιά της κόρης της Ελένης, στην ομορφιά του χώρου και στην εξυπηρετικότητα του προσωπικού. Κάθε φορά, που, εδώ και χρόνια γευματίζουμε στις Αλέκας βρίσκουμε την πατροπαράδοτη πειλιορείτικη κουζίνα της με τις αγνές πρώτες ύλες και την αυθεντική νοστιμιά, που καθιέρωσαν την Αλέκα ως μια από τις γευστικές διασημότητες του Πηλίου. Μετά το δείπνο χαλαρώνουμε στον ατμοσφαιρικό χώρο του καφέ με το ξύλινο δάπεδο και τα δοκάρια οροφής, έναν χώρο με ιδιαίτερη προσωπικότητα, για ήρεμες στιγμές. Αργά το βράδυ, μετά από όλη την κούραση της μέρας, αποσυρόμαστε στο θαυμάσιο δωμάτιό μας για έναν ύπνο γαλήνιο και αβίαστο.

 

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ

 

– Υπάρχουν δυο ακόμη διαδρομές που θα σας βοηθήσουν να συμπληρώσετε την εικόνα σας για τον τόπο, λέει ο Κυριάκος. Η πρώτη είναι προς το Φαράγγι του Μυλοποτάμου, όχι όμως η διάσχιση της κοίτης του γιατί είναι δυσπρόσιτη.

Ξεκινάμε από τον ναό των Ταξιαρχών. Στο πίσω μέρος του διακρίνουμε ανάγλυφη επιγραφή με χρονολογία 1766. Το εξωτερικό τμήμα του Ιερού είναι τρίκογχο, μεγάλων διαστάσεων και ασβεστωμένο, ενώ υπάρχουν εντοιχισμένα παμπάλαια διακοσμητικά πιάτα. Με κατεύθυνση ΝΑ φτάνουμε σε 3 λεπτά στην «Ράχη Πλατανάκια», μια από τις τρεις Ράχες της Τσαγκαράδας. Οι άλλες δυο είναι οι Ράχες «Αποστολίδη» και «Φιλαρέτου», απέναντί μας στην συνοικία της Αγ. Παρασκευής. Σ’ αυτά τα υπερυψωμένα ξέφωτα με την περίοπτη θέα γινόταν κάποτε η βόλτα και οι συναναστροφές των ανθρώπων της συνοικίας. Σήμερα η Ράχη Πλατανάκια είναι μια πλακόστρωτη πλατειούλα, που έχει χάσει την αλλτοτινή της αίγλη. Αλλά και το καλντερίμι, που κάποτε κατέληγε στην παραλία του Μυλοποτάμου, πολύ γρήγορα τελειώνει και δίνει τη θέση του σ’ έναν άχαρο τσιμεντόδρομο, που περνάει ανάμεσα από σύγχρονα οικήματα.

Βαδίζουμε ήδη παράλληλα με το Φαράγγι του Μυλοποτάμου, το βαθύτερο του Πηλίου και πολύ δημοφιλές σε όσους ασχολούνται με διάσχιση φαραγγιών. Συναντάμε άσφαλτο, αιωνόβιες καστανιές, κερασιές και εξωκκλήσι του Αγ. Σπυρίδωνα, χτισμένο αρχικά το 1882. Μπαίνουμε δεξιά σε χωματόδρομο με πυκνό δάσος νεαρών αγριοκαστανιών. Σε δυο λεπτά στρίβουμε δεξιά για Κούτρα. Είναι ένας μοναχικός και απόκρημνος λόφος, που δεσπόζει σε στρατηγικό σημείο πάνω απ’ το φαράγγι. Ένα σύγχρονο καλντερίμι μας οδηγεί στην κορυφή του, σε υψόμ. 310 μέτρων. Ξύλινο κιόσκι θέας για τους επισκέπτες, τραπέζια και παγκάκια. Το φαράγγι από κάτω χάσκει φοβερό και βουερό με τους πολύχρωμους θάμνους και τα δέντρα του φθινοπώρου, τους κατακόρυφους γκρεμούς και τον απέραντο ορίζοντα του Αιγαίου. Απέναντί μας στα Α-ΒΑ ξεχωρίζει πολύ χαρακτηριστικά ένα μονοχικό δέντρου κουκουναριάς με κισσό που έχει σκαρφαλώσει ως την ομπρέλα της κορυφής.

Επιστρέφουμε από την Κούτρα, μαζεύουμε μερικά ζουμερά, ώριμα κούμαρα και συνεχίζουμε κατηφορικά, πάντα μέσα σε δάσος καστανιάς. Κάποια στιγμή συναντάμε μισοσβησμένη σιδερένια πινακιδούλα προς Αη-Γιάννη. Στενό μονοπάτι, δύσβατο ελαφρώς, πανύψηλα πουρνάρια, βρυσούλα με νερό. Μια παράκαμψη στα δεξιά μας οδηγεί μετά από λίγα μέτρα στο λιτό εξωκκλήσι του Αη-Γιάννη.

Κατηφορίζουμε συνεχώς. Ξαφνικά ακούγονται γαυγίσματα. Προέρχονται από το μεγάλο τσομπανόσκυλο μιας στάνης, που είναι σκαρφαλωμένη σε μια στενή πλαγιά κάτω από τον απόκρημνο λόφο της Κούτρας. Εδώ συναντάμε την κυρά-Φωτεινή Χιώτη και τον γιο της Αντώνη, που σε ανύποπτο χρόνο τον είχε συναντήσει ο Κυριάκος στα βουνά. Μετά τη στάνη συνεχίζουμε σε χωματόδρομο και μετά σε τσιμεντόδρομο, που καταλήγει στην άσφαλτο, στην οδό Αχιλλέα Στυλιαρογιάννη. Είναι ο κύριος δρόμος που οδηγεί από την Τσαγκαράδα στην παραλία του Μυλοποτάμου. Πόσες μνήμες, πόσες υπέροχες κολυμβητικές στιγμές στα βαθιά τυρκουάζ νερά αυτής της τόσο ιδιαίτερης παραλίας του Πηλίου!

Λίγα λεπτά αργότερα φτάνουμε στο τέρμα του δρόμου, στο πλάτωμα με τον χώρο στάθμευσηση και το ταβερνάκι. Ψιλόβροχο και γραίγος δυνατός. Στο parking δυο μόνον αυτοκίνητα. Το καλοκαίρι είναι αμέτρητα. Κάτω χαμηλά ο καιρός λυσσομανάει. Τα κύματα σκάζουν στους βράχους με απερίγραπτη μανία και μας ραίνουν με σταγονίδια. Τα νερά είναι γκρίζα και θολά. Ποτέ δεν έχει τύχει να ξαναδούμε τέτοιο Μυλοπόταμο.

Μετά την παραζάλη και την αντάρα της θάλασσας επιστρέφουμε στα ηπειρωτικά, στην μελαγχολική ακινησία των δέντρων του φθινοπώρου. Ένα χιλιόμετρο πριν από την Τσαγκαράδα σταματάμε. Είναι  μια στάση επιβεβλημένη, γνώριμη από χρόνια. Πάνω από το δρόμο, με τα φώτα αναμμένα στην προέκταση του δάσους, μας γνέφει ο «Δειπνοσοφιστής». Φέρνουμε στο νου μας το περίφημο συμπόσιο που περιγράφει ο Αθηναίος, με τις 24 επιφανείς προσωπικότητες της αρχαιότητας. Στον «Δειπνοσοφιστή» βέβαια δεν συναντάμε τους αρχαίους φιλοσόφους, τους ρήτορες, τους ποιητές και γραμματικούς.

Βρισκόμαστε όμως σ’ έναν χώρο υψηλής αισθητικής με αναμμένο τζάκι, ωραία επίπλωση, διακόσμηση και στυλ.

Ο Άρης και η Βάσω μας ξεναγούν στα μυστικά των γεύσεων του Δειπνοσοφιστή. Ενός εστιατορίου, που από το 1992 έχει δημιουργήσει παράδοση στην εναλλαγή της δημιουργικής ελληνικής και μεσογειακής κουζίνας, μα άριστες πρώτες ύλες εποχής από κήπο ιδιόκτητο.

Άγρια μανιτάρια και μανιταρόπιτα, φιλέτο με σάλτσα Μαδέρα, ψαρονέφρι με μήλα και δαμάσκηνα, χοιρινό με κάστανα και αγριογούρουνο κρασάτο είναι μερικές μόνον από τις δημιουργίες του Δειπνοσοφιστή. Η σοκολατόπιτα, εξάλλου, και το cheese-cake με σιρόπι από μαύρα μούρα είναι γλυκά φημισμένα από χρόνια. Εξίσου υπέροχες είναι και οι καλοκαιρινές στιγμές στον αύλειο χώρο του Δειπνοσοφιστή. Κάτω από την δροσερή σκιά πλατάνων, καστανιών και καρυδιών έχει κανείς την αίσθηση, ότι βρίσκεται στην καρδιά ενός Πηλιορείτικου βουνού.

 

ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑΣ

 

Να είναι απόγευμα με βαριά συννεφιά και απειλή βροχής, το φως της μέρας να μας εγκαταλείπει γοργά κι εμείς να ξεκινάμε για το σπηλαιώδες ξωκκλήσι της Παναγίας της Ευαγγελίστριας είναι κάτι, που μόνον ο Κυριάκος θα μπορούσε να προτείνει και μόνον με τον Κυριάκο θα αποφασίζαμε να επιχειρήσουμε.

Κατηφορίζουμε λοιπόν με το αυτοκίνητο τον περιφερειακό δρόμο του Μυλοποτάμου και, ελάχιστα χιλιόμετρα πριν από την ακτή, συναντάμε στ’ αριστερά μας, καρφωμένη σε κορμό καστανιάς, μια ξύλινη πινακίδα με την ένδειξη «Παναγία – Ευαγγελίστρια – Καραβοστασιά».

Στενό και κατηφορικό το μονοπάτι, βουλιάζουν τα πόδια μας μέσα στα ξερόφυλλα. Γύρω μας ζούγκλα, δίπλα ρυάκι βουερό. Λίγο αργότερα συναντάμε διακλάδωση με πινακίδα «Παναγιά Ευαγγελίστρια» στ’ αριστερά αλλά χωρίς καμία ένδειξη δεξιά. Φεύγουμε αριστερά, πηδάμε το ρεματάκι και μετά από λίγο βγαίνουμε απ’ τη ζούγκλα. Μπροστά μας χωματόδρομος και 200 μέτρα μακρύτερα η ακτή.

– Αυτός είναι κανούργιος δρόμος, δεν τον ξέρω, λέει ο Κυριάκος. Έχει κόψει το μονοπάτι.

Από διαίσθηση και εμπειρία ο φίλος μας ανηφορίζει τον δρόμο αριστερά και, λίγο πιο πάνω, ανακαλύπτει μικρή ξύλινη πινακίδα προς το ξωκκλήσι. Μπαίνουμε σε κτήμα με ελαιώνα, που γρήγορα μετατρέπεται σε ζούγκλα. Το μονοπάτι γίνεται αδιόρατο και στο τέλος εξαφανίζεται εντελώς. Φτάνουμε σε μικρό αγροτόσπιτο, σε κτήμα με ελιές και λεμονιές αλλά μονοπάτι δεν υπάρχει πουθενά. Τα χρονικά περιθώρια στενεύουν, ο Κυριάκος ψάχνει πυρετωδώς. Κάποια στιγμή ακούγεται η φωνή του. Αθέατο αρχικά το μονοπάτι γίνεται αργότερα ευκρινέστερο, και σ’ ένα 5λεπτο μας οδηγεί στην άκρη ενός γκρεμού. Εδώ, κάτω από μια μεγάλη κοιλότητα βράχου που προσφέρει τέλεια προφύλαξη, είναι φωλιασμένο το ξωκκλήσι, αθέατο από παντού, εκτός από ένα συγκεκριμένο σημείο της θάλασσας. Ακριβώς από κάτω κατακόρυφος γκρεμός. Απέναντι στα βόρεια ο κάθετος κάβος του Παλιόκαστρου και πίσω του κρυμμένη η παραλία της Φακίστρας. Απόλυτη μοναξιά. Το μόνο που ακούγεται είναι ο ήχος των κυμάτων στην αφιλόξενη ακτή. Αν ήταν μέρα, θα μπορούσαμε να ρεμβάζουμε για ώρα.

Κι ενώ πλησιάζει η νύχτα, ο Κυριάκος παίρνει ένα μονοπάτι προς τα νότια, παράλληλα με την ακτογραμμή και όχι προς το εσωτερικό. Πάμε να πούμε κάτι αλλά μας κάνει νόημα να τον ακολουθήσουμε. Το μυστήριο διαρκεί μερικά λεπτά. Φτάνουμε ξαφνικά σ’ ένα σημείο πάνω απ’ την ακτή, όπου ένας βράχος είναι τόσο όμορφα σμιλεμένος που σχηματίζει ένα κάθισμα τέλειο, με απόλυτη θέα στην απεραντοσύνη του πελάγους.

– Θα μπορούσα να τον ονομάσω και «Θρόνο του Ποσειδώνα», λέω στον Κυριάκο.

Χαρίζω στον εαυτό μου μερικά δευτερόλεπτα ξεκούρασης και ρεμβασμού. Ύστερα ξεκινάμε όλοι τον δύσκολο ανήφορο βιαστικά και αγχωτικά, λίγα λεπτά πριν πέσει το σκοτάδι…

Χωρίς συμπληρωματική, σχολαστική σηματοδότηση δεν μπορούμε να προτείνουμε τη διαδρομή. Με έμπειρο όμως οδηγό την συνιστούμε θερμά. Δεν διαρκεί πάνω από ένα 20λεπτο και καταλήγει σε σημεία απρόσμενης ομορφιάς.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Έχουμε αρχίσει με άλλο βλέμμα να κοιτάμε την Τσαγκαράδα. Όχι σαν ένα απρόσωπο μακρυνάρι διάσπαρτο και χαμένο μέσα στην πυκνοδασωμένη πηλιορείτικη πλαγιά. Αλλά σαν ένα οικιστικό σύνολο, που εδώ και πέντε περίπου αιώνες είναι πάνσοφα δομημένο σε μικρές ενότητες ανεπτυγμένες γύρω από πλατείες και εκκλησιές, με απλοχωριά σπάνια μέσα στην απαράμιλλη ωραιότητα της φύσης.

Με άλλο βλέμμα κοιτάμε τώρα την Τσαγκαράδα. Ξέρουμε πια την χρονολογία κτίσης των εκκλησιών της και των παλιών αρχοντικών, τις δροσερές της βρύσες, την αρχή και το τέλος των πιο πολλών καλντεριμιών, μερικά σπάνια δέντρα αληθινά μνημεία της φύσης, κάποιες λεπτομέρειες που δεν τις υπολογίζει κανείς μα έχουν τόσο μεγάλο ενδιαφέρον.

Κι ακόμη, έχουμε εκτιμήσει την φιλοξενία των ανθρώπων, την ποιότητα της κουζίνας, των καταλυμάτων και των υπηρεσιών, όσες τουλάχιστον προλάβαμε να γνωρίσουμε. Για κάθε επισκέπτη, μα κυρίως για περιηγητές και φυσιολάτρες, η Τσαγκαράδα είναι ένας συναρπαστικός προορισμός τεσσάρων εποχών, από τους αυθεντικότερους της χώρας.

back-button
next-button
tsagkarada tsagkarada_1 tsagkarada_2 tsagkarada_3 tsagkarada_5 tsagkarada_6 tsagkarada_7 tsagkarada_8 tsagkarada_9 tsagkarada_10 tsagkarada_11 tsagkarada_12 tsagkarada_13 tsagkarada_14 tsagkarada_15 tsagkarada_16 tsagkarada_17 tsagkarada_18 tsagkarada_19 tsagkarada_20
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories