home Άρθρα Το ψαροκάλυβο του Έβρου
Το ψαροκάλυβο του Έβρου

– Πόση ζάχαρη να βάλω στον καφέ σας; ρωτάει η κυρά-Δήμητρα.
– Λίγη, της απαντάμε.
– Έτσι τον πίνουμε κι εμείς, ούτε πικρό αλλά ούτε και σερμπέτι. Ανάβει το γκαζάκι, ανακατεύει το χαρμάνι και σ’ ένα λεπτό μας τυλίγει η ευωδιά του ελληνικού καφέ. Ο άντρας της δίπλα παραμένει λιγομίλητος, που και που μας ρίχνει από καμιά κλεφτή ματιά. Άγνωστο τι έχει στο μυαλό του, μα σίγουρα δεν είναι ευτυχισμένος. Την ώρα τούτη του ζεστού απομεσήμερου θ’ αναπαυόταν ο Βασίλης Μυλωνάς. Ποιος ξέρει από ποια άγρια νύχτα είναι ξυπνητός παλεύοντας με τα δίχτυα του στ’ ανοιχτά του Θρακικού. Σαν να μάντεψε η κυρά-Δήμητρα τις σκέψεις μας.
– Συγχωρέστε τον άντρα μου που δεν είναι και τόσο ζωηρός, μα απ’ τις 4 τα χαράματα θαλασσοδέρνεται στα πέλαγα. Κι εσείς βέβαια δεν το ξέρατε, φτάσατε λίγο αργά. Μην ανησυχείτε όμως, με λίγο καφεδάκι θα συνεφέρει.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Το ψαροκάλυβο του Έβρου
Κατηγορίες: Λαϊκή αρχιτεκτονική, Παράδοση, Ποτάμια, Υγρότοποι
Προορισμοί: ΘΡΑΚΗ, Έβρος

– Πόση ζάχαρη να βάλω στον καφέ σας; ρωτάει η κυρά-Δήμητρα.

– Λίγη, της απαντάμε.

– Έτσι τον πίνουμε κι εμείς, ούτε πικρό αλλά ούτε και σερμπέτι. Ανάβει το γκαζάκι, ανακατεύει το χαρμάνι και σ’ ένα λεπτό μας τυλίγει η ευωδιά του ελληνικού καφέ. Ο άντρας της δίπλα παραμένει λιγομίλητος, που και που μας ρίχνει από καμιά κλεφτή ματιά. Άγνωστο τι έχει στο μυαλό του, μα σίγουρα δεν είναι ευτυχισμένος. Την ώρα τούτη του ζεστού απομεσήμερου θ’ αναπαυόταν ο Βασίλης Μυλωνάς. Ποιος ξέρει από ποια άγρια νύχτα είναι ξυπνητός παλεύοντας με τα δίχτυα του στ’ ανοιχτά του Θρακικού. Σαν να μάντεψε η κυρά-Δήμητρα τις σκέψεις μας.

– Συγχωρέστε τον άντρα μου που δεν είναι και τόσο ζωηρός, μα απ’ τις 4 τα χαράματα θαλασσοδέρνεται στα πέλαγα. Κι εσείς βέβαια δεν το ξέρατε, φτάσατε λίγο αργά. Μην ανησυχείτε όμως, με λίγο καφεδάκι θα συνεφέρει.

Δεν είναι πολλή ώρα που εισβάλαμε στο σπιτικό τους, απρόσκλητοι επισκέπτες. Μήνες τώρα, ακόμα απ’ το χειμώνα σχεδιάζαμε με τον Πέτρο να βρούμε ένα ψαροκάλυβο στον Έβρο, να μοιραστούμε με τους ψαράδες του εμπειρίες και τρόπο ζωής, εκεί στην άκρη της Ελλάδας. Η ιδέα, ωστόσο, ήταν παλιά, είχε φωλιάσει αμετακίνητα στο μυαλό μου από τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τότε που με την Άννα μπήκαμε για πρώτη φορά σε μια ψαρόβαρκα του Έβρου, νιώσαμε την υγρασία των καναλιών του ποταμού κι ύστερα βγήκαμε ανοιχτά στο Θρακικό, αγναντέψαμε το αντικρινό τουρκικό χωριό, οσμιστήκαμε τον φρέσκο αέρα των στενών του Ελλησπόντου.

– Και τι θα κάνετε με τόσο κρύο στον Έβρο; με είχε ρωτήσει ο Βασίλης το χειμώνα. Εδώ τώρα έχει μόνον κυνηγούς.

Στο άκουσμα αυτής της λέξης τινάχτηκε όρθιος ο Πέτρος.

– Όχι αδερφέ, δεν θέλω να ξαναζήσω τέτοιο Έβρο. Αν θέλεις, πάνε μόνος σου.

Ξύπνησαν μέσα μας μνήμες παλιές και οδυνηρές, δεκαπέντε περίπου χρόνια πριν, τότε που στην πρώτη και μοναδική μας επίσκεψη στα υγρολίβαδα του Δέλτα, είχαμε φύγει σαν κυνηγημένοι από τις αδιάκοπες μπαταριές και τα σκάγια, που κάθε λίγο σφύριζαν πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Εμείς προσπαθούσαμε να φωτογραφίσουμε την ομορφιά και τη χάρη των πουλιών κι άλλοι τα σκότωναν. Μάταια παραφυλάγαμε πίσω από τις καλαμιές και τ’ αρμυρίκια να εντοπίσουμε κάποιο αμέριμνο πουλί , που θα πίστευε πως ο τηλεφακός δεν ήταν κάννη, που θα μας έδειχνε εμπιστοσύνη, μόνον για ένα δευτερόλεπτο. Ποτέ δεν το ξεχάσαμε το παγωμένο εκείνο πρωινό. Κι ούτε μπορούμε να καταλάβουμε ακόμη, πως ένας τόπος τέτοιας οικολογικής αξίας και κάλλους εξακολουθεί να θεωρείται από την πολιτεία ως μία συνηθισμένη κυνηγετική περιοχή και όχι ως χώρος υπέρτατης γαλήνης και ωραιότητας, με ύψιστη σημασία για τη ζωή του φτερωτού κόσμου των πουλιών και την καλλιέργεια της ευαισθησίας του κόσμου των ανθρώπων.

Το μαγιάτικο, ωστόσο, τούτο απομεσήμερο όλη η έκταση του Δέλτα είναι βυθισμένη στη γαλήνη, ο κρότος των όπλων έχει σιγήσει από μήνες. Φαλλαρίδες κι ερωδιοί ψάχνουν με την ησυχία τους την τροφή τους στα υφάλμυρα νερά, που και που πετούν πελαργοί και κορμοράνοι με πτήση χαμηλή και αρχοντική, ένας αργυροπελεκάνος παραμένει ακίνητος στη θέση του, στο πέρασμά μας αδιάφορος. Αυτός είναι ο Έβρος που ονειρευόμασταν να δούμε, ήρεμος και γαλήνιος, σαν τα αρυτίδωτα νερά των καναλιών, που σαν υδάτινες λωρίδες γεμάτες μυστήριο και αξεπέραστη ομορφιά, διεισδύουν στους πυκνούς, απέραντους καλαμιώνες, τα αρμυρίκια και τα βούρλα.

Παίρνουμε τα καφεδάκια μας και βγαίνουμε έξω στο λιλιπούτειο μπαλκονάκι, καμωμένο από ξύλο. Χωράει μόνον τρεις ανθρώπους κι αυτούς στριμωγμένους, ο ένας πλάι στον άλλον. Ο τέταρτος βολεύεται σ’ ένα σκαμνάκι στην κόγχη της κουζίνας. Δεν πρόβλεψε λίγο χώρο παραπάνω, τότε που έφτιαχνε το καλύβι ο αρχιτέκτονας. Φέρνω το βλέμμα μου τριγύρω στην παράγκα. Είναι μια αποθέωση στο συνταίριασμα των πιο ετερόκλιτων υλικών. Λαμαρίνες κυματιστές και επίπεδες, μικρές και μεγάλες από τσίγκο και αλουμίνιο, κόντρα-πλακέ θαλάσσης και κομμάτια νοβοπάν, τάβλες, σανίδια και καδρόνια, πισσόχαρτα και τμήματα από κυματοειδή αμίαντο, που στη δεκαετία του ’80 θεωρείτο ακόμη αθώο υλικό. Όλα συναρμολογημένα από τα χέρια του Βασίλη και στερεωμένα σε χοντρούς, ξύλινους πασσάλους, ένα μέτρο πάνω από τη θάλασσα.

– Εμείς δεν ζούμε πλάι στη θάλασσα αλλά μέσα σ’ αυτήν, λέει κάποια στιγμή η Δήμητρα. Όταν σηκώνει κύματα ο βοριάς, περνάνε από κάτω.

Η πρώτη εγκατάσταση του ζεύγους των ψαράδων ήταν στην αντικρινή νησίδα, μια αμμουδερή γλώσσα στεριάς με αρμυρίκια και καλάμια, που μόλις εξέχει μερικά μέτρα απ’ το νερό.

– Νιώθαμε εκεί πάνω σαν ναυαγοί σε ερημονήσι, λέει ο Βασίλης. Ήταν η τέλεια μοναξιά, μα το Δασαρχείο είχε άλλη γνώμη. Έτσι εγκαταλείψαμε το νησάκι μας και βρήκαμε αυτόν τον τόπο. Δεν έχουμε παράπονο, καλά είναι κι εδώ. Αγναντεύουμε το πέλαγο πρώτοι στο κύμα, χωρίς εμπόδια. Κι ούτε μας λείπουν οι πατρίδες μας. Να η Αλεξανδρούπολη της Δήμητρας, μια δρασκελιά. Να κι η δικιά μου η Σαμοθράκη, καταπέλαγα.

Σιγά-σιγά γλυκαίνει ο καπετάνιος. Η θέα της θάλασσας του ’διωξε τη νύστα. Καθώς περνάει η ώρα γίνεται εγκάρδιος, ανοίγεται στους ξένους. Βασανισμένος άνθρωπος στη ζωή του ο Βασίλης. Μέχρι και στα ορυχεία του Βελγίου δούλεψε μικρός. Ύστερα σαγηνεύτηκε για πάντα από τη θάλασσα. Αυτήν που αγνάντευε στο νησί του από παιδί. Άρχισε να ψαρεύει στα νερά του Θρακικού. Αγάπησε το Δέλτα του Έβρου, το έκανε δεύτερη πατρίδα του. Γνώρισε τη Δήμητρα, ταλαιπωρημένη κι αυτή απ’ τη ζωή. Τον ακολούθησε πρόθυμα σ’ αυτό το αραξοβόλι, σ’ αυτή την ερημιά. Έγινε καπετάνισσα, πάντα μαζί του, στα δίχτυα, στα παραγάδια, μ’ όλους τους καιρούς. Τα καλοκαίρια, όταν ήταν καλοσύνη, φόρτωναν στη βάρκα όλα τα απαραίτητα κι ανοίγονταν στα πέλαγα με προορισμό τη Σαμοθράκη. Στην παραλία, κοντά στο ρέμα του «Φονιά», έστηναν το αντίσκηνο, το εξοχικό τους σπιτικό. Ήταν οι θερινές διακοπές του ζευγαριού. Κάποτε κινδύνεψαν, τους έπιασε καιρός, έκαναν πέντε ώρες να γυρίσουνε στο Δέλτα. Μα το σκαρί ήταν ξύλινο, γερό, με πυκνά στραβόξυλα και με βαθιά καρίνα που έσκιζε το κύμα. Εκείνη η ταπεινή μα άξια βαρκούλα, που τόσα ταξίδια χάρηκαν μαζί της, έπαψε πια να λικνίζεται στο αραξοβόλι που την δέναν. Κάποιοι τους την έκλεψαν. Απόμειναν στο ζευγάρι οι ποταμόβαρκες, οι «πλάβες», που κάνουν μόνο για ψάρεμα σε ήπιους καιρούς. Έτσι σήμερα, στην έκτη δεκαετία της ζωής τους, δεν μπορούν να επιχειρούν τέτοια ταξίδια. Προτιμούν για τις διακοπές τους την ασφάλεια της στεριάς. Κράτησαν τη θάλασσα μόνον για επιβίωση.

– Τον κήπο μου τον είδατε; ρωτάει κάποια στιγμή η καπετάνισσα.

Στο σύντομο πέρασμά μας δεν είχαμε διακρίνει κάτι, που να θυμίζει κήπο ή περιβόλι. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να υπάρχει κήπος χωρίς χώμα; Τα πάντα εδώ στο ακροθαλάσσι είναι καλυμμένα από άμμο και καλάμια.

– Κι όμως, εγώ τον έστησα τον κήπο μου, επιμένει η Δήμητρα και μας οδηγεί στην είσοδο της αυλίτσας της καλύβας.

Σ’ έναν μικρό φράχτη είναι αραδιασμένες κάποιες γλάστρες. Τρεις απ’ αυτές έχουν από μία ντοματιά, κάποια άλλη μια ανθισμένη φραουλιά, τρεις-τέσσερεις ακόμα έχουν μαρουλάκια, παραδίπλα μαϊντανό, πιπεριές, άνηθο και δυόσμο, χωρίς να λείπουν ανάμεσά τους τα λουλούδια.

– Απ’ αυτά τα μαρουλάκια είναι η σαλάτα που σας έφτιαξα πριν λίγο, λέει η καπετάνισσα. Δική μου παραγωγή είναι και τα σκορδάκια που σας άρεσαν. Μόνον οι ντομάτες είναι ξένες, ώσπου να γίνουν οι δικές μου.

Δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω. Αυτή η λιτότητα, αυτή η ταπεινότητα, μ’ έχουν αφήσει εμβρόντητο, μ’ έχουν γυρίσει πολλές δεκαετίες πίσω, στους γλυκύτατους ανθρώπους άλλων εποχών.

– Για ποιες ντομάτες κάνεις λόγο κυρά-Δήμητρα; Τρεις ρίζες έχεις όλες κι όλες.

– Καλές είναι κι αυτές. Αν το γλυκό νερό δεν ήταν λιγοστό, θα είχα περισσότερες. Βασίλη, πότε θα πάμε για νερό;

– Λέω να πάω να ρίξω γαριδόδιχτα, μήπως και βγει κανένα μεροκάματο. Όταν γυρίσω, βλέπουμε.

– Είσαι με τα καλά σου χριστιανέ μου; Το δελτίο από απόψε έδωσε άσχημους καιρούς. Πώς θα μαζέψεις δίχτυα αύριο το πρωί;

– Πιστεύω να προλάβω, επιμένει ο καπετάνιος. Και δεν θα ρίξω και πολλά.

– Μα ποιον θα έχεις για βοήθεια; Σε μένα δεν μπορείς να υπολογίζεις, τούτες τις μέρες πονούν τα γόνατά μου μ’ αυτή την υγρασία.

Ο Πέτρος παρακολουθεί όλη την ώρα σιωπηλός. Τη στιγμή εκείνη επεμβαίνει.

– Θα έρθω εγώ μαζί σου καπετάνιε.

Γυρίζει προς το μέρος του ο Βασίλης.

– Έχεις εμπειρία από δίχτυα; Ξέρεις να κουμαντάρεις σκάφος στον καιρό;

– Κάτι θυμάμαι απ’ το ψαράδικο σκαρί που είχα στην Πάρο, του λέει ο φίλος μου. Μην ανησυχείς.

– Ε, τότε πάμε μαζί να ρίξουμε τα δίχτυα. Κι αύριο πρωί στις 4, θα μπούμε να τα πάρουμε.

Φοράνε μπότες λαστιχένιες, φορτώνουν τα δίχτυα στην ψαρόβαρκα και ξεκινούν. Αστράφτει από χαρά ο φίλος μου.

– Άντε μωρέ, να θυμηθούμε τα παλιά, μου λέει, καθώς πηδάει στη βάρκα.

Χρόνια είχε ο Πέτρος το αλησμόνητο εκείνο ψαροκάϊκο στην Πάρο. Παλιό σκαρί, εντεκάμετρο, άντεξε πολλές φουρτούνες στο Αιγαίο. Πρόλαβα κι εγώ, έζησα μαζί του ωραίες στιγμές. Κάποτε, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η παλιά μηχανή πετρελαίου LISTER βαρέθηκε πια να υπηρετεί το σκάφος. Η απόφασή της ήταν αμετάκλητη και μάλιστα στ’ ανοιχτά. Ακόμα απορεί πως γύρισε σώος ο φίλος μου. Το κόστος νέας μηχανής ήταν δυσβάσταχτο και το παλιό σκαρί είχε φάει από χρόνια τα ψωμιά του, γινόταν ολοένα και πιο απαιτητικό. Το εγκατέλειψε ο φίλος μου με αληθινό πόνο ψυχής. Έναν σύντροφο, που είχε περάσει δίπλα του μερικές από τις ωραιότερες στιγμές. Το πήραν κάποιοι Παριανοί ψαράδες, έτσι άκουσε. Δεν έμαθε κι ούτε ενδιαφέρθηκε να μάθει λεπτομέρειες. Έσβησε με μια μονοκονδυλιά το παρελθόν και λευτερώθηκε από αναμνήσεις κι από τύψεις.

Ανεβαίνουμε με τη Δήμητρα τα πεντέξι σκαλοπάτια απ’ το μπαλκονάκι. Καρφώνουμε τα μάτια μας στη βάρκα που αλαργεύει. Αρχικά διακρίνονται καθαρά ο Βασίλης και ο Πέτρος, μα λίγο-λίγο τα περιγράμματά τους γίνονται ασαφή. Παίρνουμε τα κυάλια. Αμέσως οι δυο ψαράδες ξαναεμφανίζονται κοντά μας, τους παρακολουθούμε ν’ αφήνουν τα δίχτυα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, ενώ η βάρκα σκαμπανεβάζει στον ελαφρύ κυματισμό. Με το χαμήλωμα του ήλιου τα δίχτυα τελειώνουν, η βάρκα επιστρέφει. Βάφονται οι ρυτίδες της θάλασσας με τα εξαίσια χρώματα της δύσης. Είναι ώρα για χαλάρωση και περισυλλογή, πριν μας προλάβει η νύχτα όμως ό Βασίλης ετοιμάζει τα μεγάλα πλαστικά δοχεία του νερού. Μπαίνουμε όλοι στη βάρκα και ξεκινάμε προς το εσωτερικό του Δέλτα, αντίθετα απ’ το πέλαγος. Σ’ ένα λεπτό στρίβουμε σ’ ένα στενό κανάλι δεξιά. Ο ορίζοντας ξαφνικά χάνεται από τα μάτια μας. Βυθιζόμαστε σε μια συμπαγή μάζα, ένα πράσινο τείχος αδιαπέραστο, που σχηματίζουν οι αμέτρητοι λεπτεπίλεπτοι κορμοί των καλαμιών. Τίποτε γύρω μας δεν θυμίζει Ελλάδα. Ακόμα κι η μακρόστενη πιρόγα μοιάζει να συμμετέχει σε ταινία γυρισμένη σε χώρα εξωτική.

Τη στενή δίοδο διαδέχεται μια πελώρια υδάτινη λεωφόρος με πλάτος 100 περίπου μέτρων. Είναι μια τεχνητή διάνοιξη της κοίτης του Έβρου, που μετά από ισχυρές βροχοπτώσεις συγκεντρώνει και διοχετεύει στο πέλαγος τις τεράστιες ποσότητες νερού του ποταμού. Πολλά ψάρια, μικρά και μεγάλα, πηδούν ολόγυρά μας. Η αποστολή μας, ωστόσο, δεν είναι το ψάρεμα αλλά η ανεύρεση νερού. Τα αποθέματα στην καλύβα τελειώνουν και το κηπάκι της Δήμητρας κινδυνεύει να ξεραθεί. Αναρωτιέμαι που θα ψάξει ο Βασίλης να βρει το πολύτιμο νερό. Η απορία μου δεν κρατάει πολύ. Η ταχύτητα της βάρκας χαμηλώνει, βουτάει το δάχτυλο ο Βασίλης στο νερό. Το δοκιμάζει και αμέσως μετά το φτύνει μ’ ένα μορφασμό. Είναι αλμυρό.

– Πάμε πιο πάνω, λέει η Δήμητρα.

Λευκοτσικνιάδες και σταχτοτσικνιάδες παρακολουθούν ήρεμοι την πορεία μας στη μέση της διώρυγας. Στις όχθες ξεπροβάλλουν καλύβες, η μια πίσω από την άλλη. Οι περισσότερες μοιάζουν με εξοχικές κατοικίες και είναι κυρίως καλύβες κυνηγών. Λίγες μόνον θυμίζουν το ταπεινό ψαροκάλυβο των φίλων μας. Η ανάβαση του ποταμού μοιάζει ατελείωτη, το τεράστιο πλάτος του φέρνει στο νου διάσημα πλωτά ποτάμια της Ευρώπης. Ο Βασίλης βουτάει και ξαναβουτάει το δάχτυλό του στο νερό και φτύνει πάντα με τον ίδιο μορφασμό.

200 μέτρα πριν από τα σύνορα με την Τουρκία σταματάμε. Εκεί το κύριο ρεύμα του ποταμού διχάζεται σ’ ένα δεύτερο κανάλι, που καταλήγει κι αυτό στις ακτές του Θρακικού. Ως την τελευταία στιγμή το νερό του Έβρου είναι αλμυρό, πράγμα που οφείλεται στις ελάχιστες βροχές. Τα πλαστικά δοχεία μένουν άδεια. Η απογοήτευση των φίλων μας είναι φανερή. Ζούνε όλη μέρα μέσα στο νερό και το πιο σπάνιο είδος είναι το νερό.

– Μόνον μια βροχή μας σώζει, μουρμουρίζει ο Βασίλης.

– Μια και δεν βρίσκουμε νερό, δεν πάμε τουλάχιστον να βρούμε μερικά φρέσκα αυγά; του λέει η Δήμητρα.

Δίπλα στο κανάλι προβάλλει το μεγάλο ψαροκάλυβο της Μαριάνθης και του Χρήστου. Ήσυχος τόπος, πολύ ειδυλλιακός, τον ορίζοντά του όμως κρύβουν τα καλάμια. Αυτό που κυριαρχεί είναι το πράσινο και μια αέναη ροή νερού.

Οι άνθρωποι δείχνουν να χαίρονται με την απρόσμενη παρουσία μας. Στη μοναξιά τους είναι μια προσωρινή διακοπή. Δένουμε τη βάρκα μας δίπλα στη δική τους. Η Μαριάνθη ετοιμάζει καφεδάκια. Ύστερα πάει στις κότες της και επιστρέφει με μια σακούλα γεμάτη ολόφρεσκα αυγά. Αρχίζουν τις ψαροκουβέντες οι άντρες, λένε τα δικά τους οι γυναίκες. Εμείς με τον Πέτρο απολαμβάνουμε τη γαλήνη στο τελευταίο φως του δειλινού. Την ώρα τούτη, ωστόσο, δεν είναι όλα γραφικά. Εμφανίζονται στον αέρα τα πρώτα σμήνη κουνουπιών, έτοιμα για επίθεση στα εκτεθειμένα σημεία του σώματός μας. Μας διασώζει μια επάλειψη με απωθητικό υγρό, ήδη όμως η μέρα διανύει τις τελευταίες της στιγμές.

Στην επιστροφή το τοπίο έχει πάρει διαφορετική μορφή. Ο χαμηλός φωτισμός έχει καλύψει τα πάντα μ’ ένα πέπλο μυστηρίου. Που και που διακρίνουμε την ασαφή σιλουέτα ενός σταχτοτσικνιά. Τα καλάμια μοιάζουν με λεπτές σκούρες πινελιές. Το χρώμα απ’ το νερό των καναλιών έχει χαθεί. Απ’ το μισόφωτο και την πληκτική ατμόσφαιρα του Δέλτα ξαναβγαίνουμε στην ανοιχτοσύνη του πελάγους. Ένα αμυδρό φως εξακολουθεί να διατηρείται στον ορίζοντα της δύσης και στην επιφάνεια του νερού.

Το καλύβι μας υποδέχεται με το εσωτερικό του μισοσκότεινο. Σπεύδει ο Βασίλης και βάζει σε λειτουργία τη γεννήτρια. Εισβάλλει ο πολιτισμός και μαζί μ’ αυτόν η τηλεόραση, τόσο ενοχλητική αλλά και τόσο απαραίτητη σ’ αυτή την ερημιά. Εμείς, οι φευγαλέοι επισκέπτες θα ήμασταν ευτυχισμένοι με τη σιγαλιά της νύχτας και το χλωμό φως μιας γκαζόλαμπας. Δεν ξέρω όμως πόσο απ’ αυτό το ρομαντισμό θα διατηρούσαμε μετά από 25 χρόνια μοναξιάς.

Η Δήμητρα από μέσα μας φωνάζει. Τα φρέσκα τηγανιτά αυγά μοσχοβολάνε υπέροχα. Γεμίζει με τσίπουρο τα ποτηράκια ο Βασίλης και τσουγκρίζουμε. Διάχυτη στο τραπέζι είναι μια ευχάριστη οικειότητα, οι γλώσσες έχουν λυθεί κι η συζήτηση είναι αβίαστη. Δεν είμαστε πια οι άγνωστοι του απομεσήμερου, οι απρόσκλητοι εισβολείς. Είμαστε οι δυο καινούργιοι τους φίλοι, ο Θεόφιλος και ο Πέτρος. Έξω η νύχτα του Μάη είναι μαγική. Βγαίνουμε στο μπαλκονάκι και αγναντεύουμε τις ανταύγειες της Αλεξανδρούπολης στην αντικρινή στεριά, τον φάρο της που μας ανοιγοκλείνει το φωτεινό του μάτι. Τα πιο λαμπρά αστέρια δημιουργούν αντανακλάσεις στην ακίνητη επιφάνεια της θάλασσας. Ο καπετάνιος ωστόσο είναι αμίλητος, οσμίζεται τον καιρό και δείχνει σκεφτικός

– Μακάρι ν’ αντέξει η καλοσύνη ως τα χαράματα, να προλάβουμε τα δίχτυα. Εσύ όμως, Πέτρο, θα μπορέσεις να ξυπνήσεις;

Κουνάει καταφατικά ο Πέτρος το κεφάλι του.

– Μην ανησυχείς, τέτοιες ώρες ξύπνησα αρκετές φορές.

Γύρω από τις 11 φτάνει στ’ αυτιά μας ένας ήχος μακρινός και απροσδιόριστος. Είναι υπόκωφος, συνεχής και προέρχεται απ’ το πέλαγος, κάπου απ’ το νοτιά. Μετά από λίγο μας χαϊδεύει ένα αεράκι δροσερό.

– Να ο καιρός που λέγαν τα δελτία, μουρμουρίζει ο Βασίλης. Άργησε μα έρχεται. Ακούτε αυτό τον ήχο; Είναι τα κύματα που σπάνε στη χερσόνησο. Να δούμε τώρα πως θα τα βολέψουμε.

Η Δήμητρα δεν κρύβει πια την ανησυχία της.

– Βασίλη, αν σας ζορίσουν τα δίχτυα, παρατήστε τα. Μην κινδυνέψετε κιόλας. Σκέψου και τον Πέτρο.

Σηκώνονται οι φίλοι μας και πάνε να ξαπλώσουν. Μένουμε στο μπαλκονάκι με τον Πέτρο και ρεμβάζουμε. Πάνω απ’ τα κεφάλια μας, στερεωμένη σ’ ένα μικρό αυτοσχέδιο κοντάρι κυματίζει μια σημαιούλα. Απ’ τους πολλούς αέρηδες έχει απομείνει η μισή, μόλις που διακρίνεται ο σταυρός. Κι έτσι όμως όμορφη είναι, θυμίζει ανεμοδαρμένη σημαία πειρατική.

– Δεν έχω απόψε ύπνο, λέει ο Πέτρος. Το ξύπνημα στις 4, ο ήχος του νοτιά που δεν τον βλέπω αλλά λυσσομανάει στ’ ανοιχτά, μ’ έχουν αναστατώσει. Πρέπει όμως να πάω να κοιμηθώ.

Στο μικρό υπνοδωμάτιο ο Βασίλης ήδη ονειρεύεται την πάλη με τα κύματα. Αλαφροπατώντας φτάνουμε στα κρεβάτια μας. Η Δήμητρα μας έχει στρώσει σεντόνια και μαξιλάρια από την προίκα της , υφαντά στον αργαλειό. Δεν θυμάμαι πολλές φορές να έχω νιώσει τόση ευχαρίστηση. Το ταπεινό ψαροκάλυβο του Έβρου αναδεικνύεται σε ξενοδοχείο πολλών αστέρων…

 

4 ώρες αργότερα αισθάνομαι στον ύπνο μου μια ηχητική ενόχληση. Το ξυπνητήρι έχει κάνει το καθήκον του. Γυρίζω από το άλλο πλευρό και συνεχίζω βυθισμένος στην μακαριότητα του ύπνου. Που δεν  την επηρεάζουν οι χαμηλόφωνες κουβέντες των δύο τολμηρών ψαράδων που ετοιμάζονται. Πετάγομαι όρθιος στις 6, τη στιγμή που η Δήμητρα με φωνάζει για καφέ. Στην μικροσκοπική κουζίνα το νερό από το κρεμαστό βρυσάκι τρέχει λιγοστό. Το διαχειρίζομαι με την μεγαλύτερη δυνατή οικονομία. Επανέρχονται οι μνήμες της παιδικής μου ηλικίας στην Καβάλα. Βρυσάκι είχαμε και τότε, πριν συνδεθούμε με την ύδρευση, το λεγόμενο «μουσλούκι», που το γεμίζαμε απ’ το πηγάδι της αυλής. Δεν ξέρω αν κάποτε στο μέλλον ξαναζήσουμε εκείνους τους καιρούς. Οι δυσοίωνες πάντως προβλέψεις για τις κλιματικές αλλαγές, αν επαληθευτούν, θα σημάνουν το τέλος της αλόγιστης σπατάλης του νερού.

Βγαίνω στο μπαλκονάκι, η μέρα έχει φέξει. Ο ουρανός είναι καθαρός, χωρίς σύννεφα. Ο μεγάλος κόλπος μπροστά στο καλύβι είναι προστατευμένος απ’ το νότο, ελάχιστες ρυτίδες έχει η επιφάνεια του νερού. Η γραμμή του ορίζοντα όμως μοιάζει με φράγμα από αφρούς. Παίρνω τα κυάλια. Έξω από αυτή τη νοητή γραμμή σκαμπανεβάζει ένα πλεούμενο. Είναι η βάρκα του Βασίλη, η μοναδική μέσα στο πέλαγος. Δεν διακρίνω λεπτομέρειες κι ούτε τα κυάλια μπορούν να μου μεταδώσουν την αγωνία των δυο ανθρώπων που παλεύουν με τα κύματα. Αυτήν την αγωνία, ωστόσο, την εκφράζει με συγκλονιστική λιτότητα μια ώρα αργότερα ο Βασίλης.

– Αν δεν ήταν μαζί μου ο Πέτρος ή θ’ άφηνα τα δίχτυα ή θα είχαμε κηδεία.

Πίνουν καφεδάκι οι δυο θαλασσοδαρμένοι και συνέρχονται. Ανάβει την πίπα του ο Πέτρος κι αγναντεύει στ’ ανοιχτά.

– Πώς ήταν εκεί έξω; τον ρωτάω.

– Πολύ δυνατή εμπειρία, μου απαντάει. Χωρίς καρίνα η ποταμόβαρκα είναι έρμαιο στον καιρό. Ο καπετάνιος όμως είναι παλληκάρι.

Μαζευόμαστε όλοι στον μικρό ξύλινο μώλο κάτω απ’ το υπόστεγο. Κάποια σύννεφα αιωρούνται από πάνω μας. Μας στέλνουν μερικές σταγόνες που χτυπούν πάνω στον τσίγκο. Αρχίζει ο Βασίλης την βασανιστική διαδικασία του ξεψαρίσματος. Μέτρο-μέτρο περνούν τα δίχτυα από τα χέρια του, σκαμμένα απ’ την αλμύρα. Αραιά και που εμφανίζονται κάποιες γαρίδες, μεγάλες, καφετιές. Τις βγάζει από το δίχτυ με μεγάλη επιδεξιότητα, ξεκινώντας πάντα απ’ την ουρά. Αν πάει να τις βγάλει κανείς απ’ το κεφάλι, κοντράρουν και σκαλώνουν. Τις καλές γαρίδες, που δεν είναι στραπατσαρισμένες απ’ το μάγγανο, τις κρατάει ο Βασίλης για την ψαραγορά, για το μεροκάματο. Γάβρους, σαρδέλες, γλωσσάκια και σουπιές, ακόμα και μπαρμπουνάκια έχει το γαριδόδιχτο. Αυτό που υποδεχόμαστε όμως με ενθουσιασμό είναι οι «ψείρες», ένα είδος οστρακόδερμου, απόλυτα συγγενικού με τις καραβίδες.

– Θα ’χουμε πλούσιο γεύμα το μεσημέρι, λέει η Δήμητρα. Όλα τα μικρά θα τα τηγανίσω. Για τις γαρίδες και τις ψείρες έχω άλλα σχέδια στο μυαλό μου.

Τελειώνει ο Βασίλης το ξεψάρισμα, ταχτοποιεί τα δίχτυα, καθαρίζει και πλένει τα ψάρια, μόνος του όλες τις δουλειές. Ανάβει ένα τσιγάρο και λέει:

– Πάει κι αυτό, δόξα τω Θεώ. Μπορεί να μην είναι πλούσια η ψαριά, μα φέραμε πίσω τα δίχτυα και είμαστε καλά.

Η Δήμητρα μας ετοιμάζει ένα δεύτερο καφεδάκι. Ήρεμοι πια το απολαμβάνουμε στην τσιμεντένια αυλή. Ο ήλιος μπαινοβγαίνει μες τα σύννεφα, το αεράκι φρεσκάρει, φτάνει κι εμάς.

– Βασίλη, πώς μπορώ να πάω ως την άκρη της στεριάς; τον ρωτάει ο Πέτρος. Θέλω να δω τα κύματα, να φωτογραφίσω τον καιρό.

– Με τα πόδια είναι δύσκολο. Χρειάζεσαι μπότες, έχει βούρκο και νερά, πολλές παγίδες στα καλάμια. Ελάτε όμως, θα σας πάω με τη βάρκα.

Πυθμένας με άμμο και με λάσπη, άβαθα νερά. Ελίσσεται ο Βασίλης μέσα από αθέατα περάσματα, που και που σχεδόν βρίσκει η μηχανή. Κορμοί και κλαδιά δέντρων εξέχουν κάθε λίγο απ’ το νερό. Τα έφερε από μακρυά η παντοδύναμη ροή του Έβρου, τα έχει παρασύρει ακόμα και στ’ ανοιχτά. Σε μερικά λεπτά φτάνουμε στην άκρη της στεριάς. Είναι μια γλώσσα στενή και αμμουδερή, με απαλή καμπύλη στο εσωτερικό του κόλπου και ύψος, που δεν ξεπερνάει τα 3 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Είναι το τελευταίο άκρο στεριάς που ανήκει στην επικράτεια της Ελλάδας. Λίγο πιο πάνω αρχίζει η Τουρκία.

Ξεμπαρκάρουμε και βαδίζουμε στην άμμο. Είναι κατάσπαρτη από μυριάδες κελύφη μικρών και μεγάλων αχιβάδων. Βαδίζουμε μερικά μέτρα ακόμη και απότομα μας σαρώνει ο νοτιάς. Την μπουνάτσα στο εσωτερικό του κόλπου διαδέχεται φουρτούνα δυνατή. Αφρισμένα κύματα, παρασυρμένα απ’ τον αέρα, σκάζουν με φοβερή μανία και πάταγο στην άκρη της ακτής. Ένας μοναχικός ψαράς έχει καρφωμένα στην άμμο τα καλάμια του. Με υπομονή και τύχη ίσως πιάσει μερικά λαυράκια και γοφάρια. Τον αφήνουμε στην ησυχία του, δεν πάμε να ρωτήσουμε. Οι ψαράδες συνηθίζουν να είναι προληπτικοί.

Κοντεύει μεσημέρι. Οι μυρωδιές από το κουζινάκι της Δήμητρας μας σπάνε τα ρουθούνια. Κάποια στιγμή αναγγέλλει θριαμβευτικά:

– Ελάτε παλληκάρια μου, το τραπέζι είν’ έτοιμο.

Τι γεύμα είναι τούτο! Τα πιάτα με δυσκολία χωράνε στο τραπέζι! Το ψαροκάλυβο του Έβρου, μετά από ξενοδοχείο πολυτελείας μεταμορφώνεται και σε ψαροταβέρνα περιωπής. Στο κέντρο του τραπεζιού δεσπόζει η ποικιλία των τηγανιτών ψαριών, γάβροι, σαρδέλες, μπαρμπούνια και γλωσσάκια. Παραδίπλα είναι μια σουπιέρα με ρύζι και γαρίδες. Σε μια άλλη πιατέλα αχνίζει και μοσχοβολάει η σάλτσα με τις ψείρες. Δεν λείπουν και οι σαλάτες. Ντομάτες από τον «έξω κόσμο» και μαρουλάκια από τις γλάστρες της αυλής.

Πλατιά χαμόγελα, αμείωτο κέφι, λαϊκά του Καζαντζίδη, ευχές και τσουγκρίσματα. Πρώτα με τα μικρά τσιπουροπότηρα κι ύστερα με κρύα ρετσίνα που φέρνει ο Βασίλης απ’ το ψυγείο, δηλαδή την παγονιέρα, που μας πάει πίσω σε άλλες εποχές. Τίποτε στην ατμόσφαιρα δεν δείχνει, πως αυτή παρέα δεν έχει κλείσει ούτε ένα 24ωρο γνωριμίας. Πού είναι τα επιφυλακτικά βλέμματα και οι προσεγμένες εκφράσεις του χθεσινού απομεσήμερου! Μέσα σε μια μέρα αισθανόμαστε όλοι σαν φίλοι από παλιά. Έξω αρχίζει μια σιγανή βροχή. Την απολαμβάνουμε για λίγο στο μπαλκονάκι κι ύστερα χαρίζουμε στους εαυτούς μας μια δίωρη ξεκούραση.

Το απόγευμα κάνει μια ανάπαυλα η βροχή.

– Δεν πάμε μια βόλτα ως τα κανάλια; προτείνει ο Βασίλης.

Στη μέση της διαδρομής ένα μαύρο σύννεφο θρονιάζει από πάνω μας κι ύστερα ξεσπάει. Μας σώζει η προνοητικότητά μας να πάρουμε όλοι τ’ αδιάβροχα. Είναι ψαράδικα, χοντρά, αδιαπέραστα από αέρα και βροχή. Στη συννεφιά είναι άχρωμο το τοπίο των καναλιών. Ακόμα κι έτσι όμως ο τόπος αποπνέει μια απέραντη γοητεία. Βρίσκουμε καταφύγιο σ’ ένα μεγάλο, τσίγκινο υπόστεγο. Μπροστά του είναι αραγμένες κάποιες βάρκες, πιο πίσω είναι στημένη μια ψαροκαλύβα. Δεν υπάρχει καμιά ανθρώπινη παρουσία, είμαστε ολομόναχοι μέσα στη βροχή. Κανάλια, τοίχοι από καλάμια, σταχτοτσικνιάδες, κεφαλόπουλα που διαγράφουν καμπύλες τροχιές έξω απ’ το νερό. Ουρανός μολυβόχρωμος και αδιάκοπη βροχή.

– Νιώθω σαν να είμαι κάπου στο Βιετνάμ, λέει ο Πέτρος.

Δεν έχει άδικο. Το μόνο που λείπει από την υγρασία του σκηνικού είναι οι Βιετναμέζοι ψαράδες με τα πλατύγυρα καπέλα τους. Επιστρέφουμε στο καλύβι μας. Είναι νωρίς ακόμη μα η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή. Για να προλάβει καμιά ενδεχόμενη μεταβολή του καιρού από νότο σε βοριά, μεταφέρει ο Βασίλης μια-μια τις βάρκες στο κρυφό τους αραξοβόλι, ένα καναλάκι νερού που εισχωρεί αρκετά μέτρα βαθιά στον καλαμιώνα. Από κανένα καιρό δεν κινδυνεύουν σ’ αυτή τη στενή διώρυγα οι βάρκες.

Η άφθονη μεσημεριανή ψαροτροφή μας φτάνει και μας περισσεύει και το βράδυ.

– Αυτό δεν είναι τίποτα, λέει ο Βασίλης. Έπρεπε να σας είχα σε άλλες εποχές, τότε που δεν δίναμε καμιά σημασία στα κεφάλια, μιας και βγάζαμε με τις κάσες τις τσιπούρες, τα λαυράκια, τα γοφάρια. Τότε θα καταλαβαίνατε τι πάει να πει πλούτος της θάλασσας. Στις μέρες μας φτώχηνε το πέλαγος από τα τόσα εργαλεία και τις τράτες.

Αρχίζουμε το δείπνο μας μ’ ένα κέφι απερίγραπτο. Το ταπεινό ψαροκάλυβο αντηχεί από τη μουσική και τα γέλια ολωνών.

– Είδες που με ρωτούσες πώς ζούμε τόσα χρόνια σ’ αυτή την ερημιά; μου λέει η Δήμητρα. Ποιος άνθρωπος στην πόλη ζει καλύτερα από μας;

– Και γιατί τότε δεν έρχονται να ζήσουν όλοι εδώ, να δουν την καλοσύνη; τη ρωτάει ο καπετάνιος.

Το ερώτημά του μένει αναπάντητο.

Ανάβει η Δήμητρα μια μικρούλα λάμπα πετρελαίου και μαζί ένα κερί. Ύστερα ξετρυπώνει απ’ το ντουλάπι ένα μπουκάλι βότκα ABSOLUT. Φέρνει επικουρικά και μια λεμονάδα Φάντα. Καταφέρνει και τα βολεύει όλ’ αυτά στο μπαλκονάκι. Τα ποτήρια είναι γυάλινα.

– Ας είμαστε πιο επίσημοι απόψε, αφού είναι η τελευταία σας βραδιά. Τα πλαστικά ποτήρια δεν κάνουν για τη βότκα.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Δυο μέρες μετά την επιστροφή μας απ’ τον Έβρο τηλεφώνησα στη Δήμητρα. Στο άκουσμα της φωνής μου χάρηκε πολύ. Μ’ έκανε να νιώσω σαν φίλο από παλιά.

– Πιστεύω στο φτωχικό μας, εσύ κι ο Πέτρος, να περάσατε καλά.

– Όλα καπετάνισσα ήταν τέλεια κι η φιλοξενία κι η αγάπη σας.

– Ξέρεις τι κάνω τώρα; Γεμίζω όσα πλαστικά δοχεία έχω με νερό. Κι ο Βασίλης αδειάζει το νερό από τις βάρκες. Κόντεψαν να βουλιάξουν απ’ την πολλή βροχή. Μην το ξεχάσω Θεόφιλε, όποτε σας βγάλει ο δρόμος κατά δω σας περιμένουμε. Φέρε και τη γυναίκα σου αν μπορείς. Ήταν λίγο κλειστός ο Βασίλης στην αρχή, μα συγχωρέστε τον, δεν συνήθισε να μοιράζεται το καλύβι του με ξένους. Τώρα που σας γνώρισε σας θεωρεί πια φίλους.

back-button
next-button
to-psarokaluvo-tou-evrou to-psarokaluvo-tou-evrou_1 to-psarokaluvo-tou-evrou_2 to-psarokaluvo-tou-evrou_3 to-psarokaluvo-tou-evrou_4 to-psarokaluvo-tou-evrou_5 to-psarokaluvo-tou-evrou_6 to-psarokaluvo-tou-evrou_7 to-psarokaluvo-tou-evrou_8 to-psarokaluvo-tou-evrou_9 to-psarokaluvo-tou-evrou_10 to-psarokaluvo-tou-evrou_11 to-psarokaluvo-tou-evrou_12 to-psarokaluvo-tou-evrou_13 to-psarokaluvo-tou-evrou_14 to-psarokaluvo-tou-evrou_15
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories