home Άρθρα Το Κάστρο της Ωριάς: Ο θρύλος των Τεμπών
Το Κάστρο της Ωριάς: Ο θρύλος των Τεμπών

«Κάστρα Ωριάς» ή «Ωριόκαστρα» έχει η Ελλάδα πολλά: σε Ήπειρο, Κρήτη, Πελοπόννησο και Νησιά. Κανένα δεν είναι όμοιο με τ’ άλλα. Διαφέρουν και στο χτίσιμο και στο μέγεθος και στο σχήμα και στον χρόνο κατασκευής. Ωστόσο, όλα αυτά τα ερειπωμένα, κάστρα – φαντάσματα, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Κουβαλούν πάνω τους, από τα βάθη του χρόνου, τον θρύλο της Ωριάς, της ωραίας βασιλοπούλας, που γκρεμίστηκε απ΄τα τείχη, για να μην πέσει ζωντανή στα χέρια του εχθρού:
«Κι η κόρη από τον πύργο κάτω πέταξε, 
Μήτε σε πέτρα πέφτει μήτε σε κλαριά,
Παρά σε Τούρκου χέρια και ξεψύχησε».

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Το Κάστρο της Ωριάς: Ο θρύλος των Τεμπών
Κατηγορίες: Δραστηριότητες
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Λάρισα

«Κάστρα Ωριάς» ή «Ωριόκαστρα» έχει η Ελλάδα πολλά: σε Ήπειρο, Κρήτη, Πελοπόννησο και Νησιά. (1) Κανένα δεν είναι όμοιο με τ’ άλλα. Διαφέρουν και στο χτίσιμο και στο μέγεθος και στο σχήμα και στον χρόνο κατασκευής. Ωστόσο, όλα αυτά τα ερειπωμένα, κάστρα – φαντάσματα, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Κουβαλούν πάνω τους, από τα βάθη του χρόνου, τον θρύλο της Ωριάς, της ωραίας βασιλοπούλας, που γκρεμίστηκε απ΄τα τείχη, για να μην πέσει ζωντανή στα χέρια του εχθρού:

«Κι η κόρη από τον πύργο κάτω πέταξε,

Μήτε σε πέτρα πέφτει μήτε σε κλαριά,

Παρά σε Τούρκου χέρια και ξεψύχησε».

 

Στα Αμπελάκια το 1999

 

Φθινόπωρο του 1999 πήραμε τις στριφογυριστές ανηφοριές για τ’Αμπελάκια των Τεμπών. Όχι όμως όπως τις προηγούμενες φορές, ανυπόμονοι γαστρίμαργοι επισκέπτες της «πλατείας των κοψιδιών» αλλά φερέλπιδες περιηγητές και ερευνητές της φύσης, του δομημένου περιβάλλοντος – παλιού και νέου -, της ιστορίας και παράδοσης του σπουδαίου αυτού τόπου.

Μαζί μας είχαμε τον αείμνηστο φίλο, Πρόεδρο – τότε – του Πολιτιστικού Συλλόγου Αμπελακίων, Στέργιο Βόγια. Απ’ αυτόν ακούσαμε πρώτη φορά για την ύπαρξη του Κάστρου της Ωριάς. Μα, ούτε ο Στέργιος ούτε κάποιος άλλος χωριανός μπόρεσαν να μας φωτίσουν για την πιθανή θέση του Κάστρου της Ωριάς.

Φύγαμε από τα Αμπελάκια με την ακλόνητη πεποίθηση, ότι το Κάστρο της Ωριάς ζούσε μόνον στην σφαίρα της φαντασίας των ντόπιων. Έτσι, σύντομα το ξεχάσαμε και, στις σπάνιες περιπτώσεις που ξανακούγαμε γι΄αυτό, κουνούσαμε με συγκατάβαση το κεφάλι μας. (2)

Η Ανακάλυψη του Κάστρου

Είναι αδύνατον να υπολογίσω – έστω και κατά προσέγγιση – πόσες φορές έχουμε διασχίσει ως τώρα την Κοιλάδα των Τεμπών. Δεν υπάρχει καμιά άγνωστη λεπτομέρεια στη διαδρομή, κινούμαστε πια με «αυτόματο πιλότο». Ωστόσο, στη διάρκεια της διάσχισης, επαναλαμβάνεται μονίμως η ίδια παρατηρητική συμπεριφορά οδηγού και επιβατών: ενώ προς την πλευρά του Ολύμπου ατενίζουμε πάντα με δέος τις χαοτικές ασβεστολιθικές ορθοπλαγιές, προς την πλευρά του Κισσάβου – αντίθετα – έχουμε κατευθύνει το βλέμμα μας ελάχιστες φορές. Κατάφυτες, απότομες και ασφυκτικά δίπλα στο δρόμο, οι πλαγιές του Κισσάβου δεν προσφέρουν ευρύ πεδίο  παρατήρησης, είναι καταπιεστικές στο βλέμμα αλλά και στη διάθεση του ταξιδευτή. Σ΄ένα μόνο σημείο, πάνω από τον χώρο στάθμευσης με τα μικρομάγαζα και την γέφυρα του Πηνειού, δημιουργείται μια βαθειά χαράδρωση, που καταλήγει σ΄έναν αβυσσαλέο γκρεμό στο φόντο του ουρανού.

Ακριβώς μόλις περάσεις τα μαγαζάκια, έχεις στη διάθεσή σου κάποια δευτερόλεπτα. Αν προλάβεις να σηκώσεις το βλέμμα, σου ψηλά μπροστά και λίγο αριστερά, θα διακρίνεις μια ερειπωμένη πέτρινη σιλουέττα να ισορροπεί στο χείλος του γκρεμού. Είναι ό,τι έχει απομείνει από το Κάστρο της Ωριάς.

Αυτές ήταν, πριν δυο χρόνια, οι υποδείξεις κάποιου ντόπιου φίλου που, μάλιστα, εξέφρασε την δικαιολογημένη απορία του για την – επί τόσες δεκαετίες – χαμηλή παρατηρητικότητά μου.

Δεν έβλεπα την ώρα να επιστρέψω στην Κοιλάδα των Τεμπτών, να πιστοποιήσω την ακρίβεια των λεγομένων του φίλου μας, Επίσης, ψάχνοντας στην βιβλιοθήκη μου ανακάλυψα – επιτέλους – στον Β΄τόμο του Γιάννη Γκίκα, τις εντυπώσεις και τα σκίτσα του από το Κάστρο της Ωριάς. Σ΄ένα, μάλιστα, σκίτσο διακρίνεται καθαρά το χαρακτηριστικό έξαρμα του ερειπωμένου πύργου στην άκρη του γκρεμού, πάνω από τον δρόμο των Τεμπών. Ήταν ώριμες πια οι συνθήκες να επισκεφθούμε κι εμείς το Κάστρο της Ωριάς.

Στο Δρόμο για το Κάστρο

Για άλλη μια φορά προβάλλει απέναντί μας η χοάνη των Τεμπών. Διαβάζω στο βιβλίο του Γκίκα: «Και ποιος δεν πέρασε απ’ τα Τέμπη, την κοιλάδα τούτη που ύμνησαν αρχαίοι συγγραφείς, Έλληνες και Λατίνοι, μα και τόσοι νεώτεροι, και δεν εντυπωσιάστηκε απ΄το τοπίο το θεσπέσιο; Ναι, όλοι περνάμε από ΄κει, κάνουμε καμιά βόλτα, χαζεύουμε με τα νερά του Πηνειού, τρώμε σ΄εκείνα τα περιβόητα «τουριστικά» μαγαζιά, που πουλάνε και  τερατώδη αντικείμενα «λαϊκής τέχνης» και συνεχίζουμε το δρόμο μας. Ποιος, τώρα, να κάτσει να σκεφτεί πως, εδώ κάποτε, σε χρόνους ανύποπτους, «Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλλώσαν, και χώρισαν και διαμορφώθηκαν τα ντερβένια τούτα, η Κοιλάδα των Τεμπών. Σήμερα, ποιος να σκεφτεί τέτοια πράγματα, και με το δίκιο του, άλλωστε, αφού άλλα, καφτά προβλήματα, ενδιαφέρουν».

Αυτά έγραφε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 – ναι, τόσο παλιά – ο Γιάννης Γκίκας. Σαν να τα ‘γραψε μόλις χθες. Περνάμε κι εμείς απ΄τα μαγαζιά, με τα αναρίθμητα ετερόκλιτα αντικείμενα και στηλώνουμε τα μάτια, σύμφωνα με τις οδηγίες. Στα επόμενα λίγα δευτερόλεπτα ξεχωρίζουμε, πάνω από το χάσμα της πλαγιάς, ένα πέτρινο κτίσμα ερειπωμένο, να μας κατοπτεύει από την άκρη του γκρεμού. Κάπως έτσι κι οι βιγλάτορες του πύργου θα βίγλιζαν στα  χρόνια του Βυζαντίου – ή και νωρίτερα ακόμη – τους εχθρούς και φίλους που εμφανίζονταν χαμηλά, στο ύψος των Τεμπών.

Παίρνουμε τις ανηφοριές – και πάλι – για τ’ Αμπελάκια. Στην είσοδο του ιστορικού χωριού, σε υπερυψωμένο σημείο πάνω από τον δρόμο, δεσπόζει το πολύ ωραίο ξενοδοχείο του «Κούρια», που δεν υπήρχε τις προηγούμενες φορές. Πίνουμε ένα απολαυστικό καφεδάκι με θέα εκπληκτική στο αμφιθεατρικό χωριό, στον Όλυμπο και στα Τέμπη, ως την γαλάζια επιφάνεια του Βορείου Αιγαίου.

Ναι, υπάρχει χωματόδρομος που, μετά από πέντε περίπου χιλιόμετρα, καταλήγει πολύ κοντά στο Κάστρο της Ωριάς, μας πληροφορεί ο Σωτήρης Κούριας. Καλό θα ήταν όμως, ν΄αποφύγετε τις τελευταίες εκατοντάδες μέτρα και να συνεχίσετε με τα πόδια. Ο δρόμος είναι πολύ κακοτράχαλος και τα λάστιχα του αυτοκινήτου θα κακοπάθουν.

Διασχίζουμε με πλακόστρωτα στενορρύμια, αντιστεκόμαστε στις γαργαλιστικές τσίκνες των ψητών κρεατικών, αφήνουμε δίπλα μας την εμβληματική εκκλησία του Αϊ-Γιώργη και βγαίνουμε στον χωματόδρομο, έξω απ΄το χωριό.

Αρχίζει να εξελίσσεται ολόγυρά μας μια βλάστηση πυκνή, με μεγάλη ποικιλία φυλλοβόλων δέντρων και, επίσης, πολλές καστανιές και συκιές. 1200 μέτρα μετά, ακριβώς, κάτω από τον δρόμο, συναντάμε έναν υπέροχο πλακόστρωτο χώρο με πέτρινα πεζουλάκια. Εδώ, στα ριζά ενός γέρικου πλάτανου, με σκαμμένο από τους αιώνες κορμό, σώζεται από το 1797, η ιστορική βρύση του Γρηγορίου Κωνσταντά. (3)

Ξεδιψάμε με το δροσερό – αν και λιγοστό νεράκι της πηγής και χαλαρώνουμε στα πέτρινα πεζούλια, κάτω απ΄ τη σκιά. Στα Δ – ΒΔ αγναντεύουμε τις δασωμένες ράχες του Ολύμπου και, πιο πίσω, τις μύτες των γυμνών, νότιων κορυφών του μεγάλου βουνού.

Μετά την βρύση (4) ο δασικός δρόμος ανηφορίζει δεξιά και, 1800 μέτρα μετά, μας οδηγεί στον λόφο με το εκκλησάκι του Προφητηλία. Ειν΄ένας τόπος πολύ ειδυλλιακός, ένα χορταριασμένο υψίπεδο ανάμεσα σε αιωνόβια πουρνάρια και πανύψηλες βαλανιδιές. Από υψόμετρο 550 μέτρων έχουμε ανεμπόδιστη θέα στα ψηλώματα του Κίσσαβου και του Ολύμπου, στην κοιλάδα των Τεμπών και στον κάμπο ως το Αιγαίο.

Έφτασε και ο Γκίκας στον λόφο του Αϊ – Λια, όχι όμως από τον δασικό δρόμο με αυτοκίνητο – στα χρόνια του δεν υπήρχε ο δρόμος – αλλά με μονοπάτι. Να πως περιγράφει την διαδρομή: «Και, τώρα, πρέπει να πάμε στην κορφή του άη Λια. Θ΄ακολουθήσουμε το παλιό και, συχνά, κακοτράχαλο ανηφορικό καλντιρίμι, το ξεχαρβαλωμένο απ΄το χρόνο. Όλη αυτή η πορεία γίνεται μέσα απ΄ τ’ απόσκια και τα ξάγναντα ενός δάσους γεμάτου απ΄όλα τα δέντρα που μπορεί να φανταστεί ο νους σου: καστανιές ήμερες κι άγριες, κερασιές και συκιές, κουτσουπιές, καρυδιές, πλατάνια και βάτα κι αγριοσταφυλιές, φτέρες και σπάρτα, κέδρα και «δέντρα», όπως στην κοινή γλώσσα λέγονται οι βελανιδιές και τα δρύα…

Σ΄όλη την κουραστική ανηφόρα θα ‘χεις συντροφιά και τα λογιών κελαϊδίσματα των σπίνων, των αηδονιών, των κοτσυφιών και των άλλων πουλιών, που χαμοφτερουγούνε όλογυρα…

Σε μιάμιση, πάνω – κάτω ώρα, φτάνουμε ψηλά στον άη Λια, σ΄ένα μικρό οροπέδιο. Εδώ, πλάι σε μια βρύση, θα κολατσίσουμε με το ψωμοτύρι μας και θα πιούμε λίγες γουλιές ζωογόνου τσίπουρου, που φροντίσαμε να πάρουμε μαζί μας απ΄τ΄Αμπελάκια. Μετά, κάτσαμε σ΄ένα βράχο και αγναντεύαμε. Πέρα οι κατωφέρειες, οι μεγαλόπρεποι όγκοι και οι χιονισμένες κορφές του Ολύμπου. Διακρίνουμε και τη Ραψάνη. Μπροστά μας, κάτω απ΄τα πόδια μας, μια μεγάλη άπλα, όλο πουρνάρι και πέτρα.

Κατά κει πάει και το κατσικομονοπάτι, που οδηγάει στα γκρεμνά του κάστρου της Ωριάς…

…Για να πας απ΄τον αη Λια στο κάστρο θες καμιά ώρα πεζοπορία μέσα από τόπο βράχινο και καταθλιπτικά έρημο. Μόνο σημάδι στο διάβα σου ανθρώπινης παρουσίας το μαντρί του Κολιού κι ένα δυο σπαρμένα χωραφάκια».

Εμείς με το αυτοκίνητο, για να φτάσουμε ως το Κάστρο, δεν παιρνούμε από τον Αϊ – Λια το «κατσικομονοπάτι» που αναφέρει ο Γκίκας αλλά επιστρέφουμε στον αρχικό, κεντρικό χωματόδρομο. Στη συνέχεια, συναντάμε μια αρκετά δύσβατη ανηφοριά που μας οδηγεί σε αυχένα, απ΄ όπου αγναντεύουμε ταυτόχρονα Αμπελάκια και Ραψάνη. Αμέσως μετά ο δρόμος, φαρδύς και με βατό οδόστρωμα, κατηφορίζει προς την κατεύθυνση των Τεμπών. Είναι μια παρατεταμένη αλλά όχι ιδιαίτερα έντονη κατηφόρα, ανάμεσα από πυκνή, θαμνώδη βλάστηση, που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από πουρνάρια και κέδρα. Ως εδώ ο δρόμος, αν εξαιρέσουμε κάποια νεροφαγώματα, λακκούβες και πέτρες είναι γενικά βατός, ακόμη κι από συμβατικά αυτοκίνητα. Τα οποία, όμως, στη διάρκεια βροχερές εποχής, είναι πιθανόν ν΄αντιμετωπίσουν ανυπέρβλητες δυσκολίες.

Φτάνουμε σε τρίστρατο και στρίβουμε δεξιά. Το υψόμετρο, από τα 550μ. του Προφητηλία, έχει φτάσει στα 300 μέτρα. Απέναντί μας χάσκει η αβυσσαλέα χοάνη, με τις γκρίζες ορθοπλαγιές των Τεμπών. Συναντάμε περιφραγμένο κτήμα με νεαρές καστανιές. Εδώ, η κατηφοριά του δρόμου γίνεται εντονότερη και, μαζί μ΄αυτήν, δυσκολεύει και το οδόστρωμα. Είναι ώρα ν’ αφήσουμε το αυτοκίνητο και να συνεχίσουμε με τα πόδια, μια απόφαση που, πολύ γρήγορα αποδεικνύεται πέρα για πέρα σωστή. Γιατί, το έντονα κατηφορικό οδόστρωμα, μετά τις ισχυρές βροχοπτώσεις έχει μεταβληθεί σ΄ένα συνονθύλευμα από βαθειά, νεροφαγώματα και αναρίθμητες ανώμαλες πέτρες, που είναι αφιλόξενες ακόμη και για τα πόδια. Είναι βέβαιο, ότι, για τα λάστιχα του αυτοκινήτου θα ήταν απολύτως εχθρικές και, ενδεχομένως, καταστροφικές.

20 λεπτά μετά την έναρξη της πεζοπορίας μας από το κτήμα με τις καστανιές, ο κακοτράχαλος χωματόδρομος μας οδηγεί σ΄ένα ευρύ πλάτωμα και τερματίζει. Βρισκόμαστε σ΄ένα σημείο που μας προσφέρει ταυτόχρονη οπτική επαφή, τόσο προς τον Όλυμπο και την Κοιλάδα των Τεμπών όσο και προς τον Κίσσαβο, με το βαθύ χάσμα του αντικρινού φαραγγιού. Το Κάστρο της Ωριάς, ωστόσο, δεν έχει ακόμη φανερωθεί.

Στο χείλος της Αβύσσου

Βρίσκουμε στα βόρεια του πλατώματος ένα στενό, ανεπαίσθητο μονοπάτι και εισχωρούμε, ανοίγοντας δίοδο ανάμεσα από τα φιλλύκια και τα πουρνάρια. Επικουρικά, σε κάποια σημεία, χρησιμοποιούμε και το κοφτάκι, για τα ατίθασα κλαδιά των πουρναριών. Όπως φαίνεται, στο μονοπάτι δεν επικρατεί συνωστισμός, όχι μόνον από ανθρώπους αλλά ούτε κι από τα – πανταχού  παρόντα – γίδια. Η «Ωριά των Τεμπών» είναι άγνωστη, δεν συγκεντρώνει πάνω της τα βλέμματα του κόσμου.

Δεν κρατάει παραπάνω από δυο λεπτά η διαδρομή μας στο μονοπάτι. Στο τελείωμά του, αραιώνουν τα βάτα και τα πουρνάρια, βγαίνουμε σε ξέφωτο. Στο άκρο του, δυο μόλις μέτρα πάνω από το χείλος της αβύσσου, στέκεται όλορθο το απομεινάρι της Ωριάς. Ό,τι σώζεται από τον πάλαι ποτέ ρωμαλέο τετράγωνο πύργο είναι – κυρίως – η Α – ΒΑ του πλευρά. Είναι αυτό το τμήμα, που αντικρύζουν οι ελάχιστοι προϊδεασμένοι ταξιδιώτες από την Κοιλάδα των Τεμπών. Οι υπόλοιπες πλευρές είναι βαρειά ερειπωμένες ή έχουν καταπέσει εσωτερικά σε λιθοσωρούς. Τα σωζόμενα τμήματα του πύργου είναι χτισμένα από ημικατεργασμένες πλακόπετρες σε παράλληλες στρώσεις, με ενδιάμεσο συνδετικό ασβεστοκονίαμα και πλίνθους. Υπολογίζω το μέγιστο σωζόμενο ύψος στα 6 μέτρα, ενώ περίπου ίδιο είναι και το μήκος της πλευράς. Ως προς το πάχος της τοιχοποιίας, κυμαίνεται στα 1,20 περίπου μέτρα.

Επιχειρούμε ένα – δύο προσεκτικά βήματα από την εξωτερική πλευρά του πύργου. Εκεί, μάς φρενάρει το δέος της αβύσσου, ο τεράστιος γκρεμός, που από ύψος 340 μέτρων χάσκει, κατακόρυφα σχεδόν, ως το επίπεδο των Τεμπών. Καθόμαστε και ηρεμούμε πάνω σ΄ένα βραχάκι, αγναντεύουμε όλη αυτή την μεγαλειώδη χοάνη της θρυλικής, χιλιοτραγουδισμένης από περιηγητές, συγγραφείς και ποιητές, Κοιλάδα των Τεμπών.

Που αποκαλύπτεται χαμηλά σ’ όλο της το  μήκος με την συγκλονιστικότερη κάτοψη που μπορεί κάποιος ν’ αντικρύσει το απίθανο αυτό γεωλογικό χάσμα, που έχει παρεμβληθεί για να αμβλύνει την προαιώνια αντιζηλία και διαμάχη των δυο αντικρινών μυθικών βουνών.

Ωστόσο, εδώ πάνω δεν είναι τελείως ήσυχες οι στιγμές. Ένα υπόκωφο αλλά όχι δυσάρεστο βουητό, πλανιέται στην ατμόσφαιρα συνεχώς. Είναι ο αχός από τα δεκάδες, μικρά και μεγάλα οχήματα, που διασχίζουν και από τις δυο κατευθύνσεις την Εθνική Οδό. Είναι η πρώτη φορά που παρακολουθούμε αυτή την κίνηση από ψηλά, χωρίς ν΄αποτελούσε ένα συστατικό στοιχείο αυτής.

Διαβάζω μερικές γραμμές από το βιβλίο του Γκίκα: «Ο ερειπιώνας βρίσκεται στο φρύδι ενός φοβερού γκρεμού, στο δεξιό άνοιγμα των Τεμπών. Η θέαση από δω πάνω είναι μοναδική. Κάτω, στα βάθη της αβύσσου, ρέει ο Πηνειός και καθώς κάθεσαι σκεφτικός, θαρρείς πως τα δύο βουνά, ο Όλυμπος και η Όσσα, βαρέθηκαν τον χωρισμό και πάνε ξαφνικά και πάλι να ενωθούν. Γυροφέρνω μέσα σ΄αυτόν τον πύργο, μέσα σ’αυτή την αητοφωλιά και με πιάνει ρίγος. Είν΄απ΄τα λίγα κάστρα όπου ένοιωσα τόσο έντονα τη λαμπρότητα και την αγωνία της ερημιάς…»

Κάποια ιστορικά στοιχεία απ΄το βιβλίο του Γκίκα αναφέρουν ότι «επειδή το στενό πέρασμα των Τεμπών είχε μεγάλη στρατηγική αξία, πιθανολογείται πως κι οι αρχαίοι ακόμα Έλληνες θα είχαν φτιάξει κάποιες οχυρώσεις στο μέρος τούτο. Το ίδιο κάνουνε, αργότερα, κι οι Ρωμαίοι. Μάλιστα, ως τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, σωζόταν και μια λατινική επιγραφή χαραγμένη πάνω στο βράχο του Κισσάβου, που ανάφερνε έναν Ρωμαίο ανθύπατο, τον Κάσσιο Λογγίνο, ως κατασκευαστή του δρόμου και των αμυντικών έργων των Τεμπών».

Μερικά πενιχρά ερείπια θυμίζουν κατασκευές που, ίσως, έγιναν στα χρόνια του Ιουστινιανού, τον έκτο αιώνα, για ν΄αντιμετωπιστούν βαρβαρικές επιδρομές. Το 1083, σύμφωνα με μαρτυρία της Άννας Κομνηνής, φαίνεται πως οι Νορμανδοί είχαν οχυρωθεί στα στενά των Τεμπών. Το 1204 έρχονται οι Φράγκοι, μοιράζονται τα ελληνικά εδάφη και τα Τέμπη πέφτουν στην κυριαρχία ενός ιππότη Λομβάρδου.

Λίγα χρόνια μετά, ξαναπαίρνουν τα Τέμπη οι Έλληνες και το 1309 οχυρώνονται, στο ίδιο μέρος, οι Καταλάνοι. Το 1333 γίνεται προσπάθεια να ξαναγυρίσουν οι οχυρώσεις στην κυριαρχία της ετοιμοθάνατης βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, στα 1453, το Κάστρο της Ωριάς και η οχυρή τοποθεσία των Τεμπών πέφτουν στα χέρια των Τούρκων. Το 1715 υπάρχει πάντα κάστρο με πύργους, που διοικεί ένας «δισδάρης», Τούρκος φρούραρχος δηλαδή, που ήταν ταγμένος να φυλάει και το έμπα και το ξέβγα του στενότερου τούτου μέρους της κοιλάδας των Τεμπτών.

Εκτός από τον τετράγωνο πύργο στα Ψηλώματα των Τεμπών, υπήρχε άλλοτε και δεύτερος οχυρωματικός περίβολος, χαμηλότερα. Εκεί είχαν την δυνατότητα διαμονής οι στρατιώτες που έλεγχαν τα στενά. Κάποιες τέτοιες ερειπωμένες διαδοχικές οχυρώσεις σώζονται πάνω από τον ασφάλτινο δρόμο των Τεμπών.

Κι όσο για την Ωριά, ο λαϊκός θρύλος λέει τα εξής: (5) «Κοντά στα Τέμπη υπάρχει το κάστρο της Ωριάς. Αυτήν την πολιορκούσαν και σαν είδε τα στενά, επειδή δεν ήθελε να την πιάσουν ζωντανή, έπεσε από τον βράχο και εσκοτώθη. Ο τάφος της είναι εις τον βράχο, απέναντο εις την πηγή της Αφροδίτης, πηγαίνει κανείς εκεί από ένα μονοπάτι. Καμιά φορά την ακούν να βογγά μέσα απ΄τον τάφο. Και απάνω στον τάφο είναι φορτωμένη μια ροϊδιά, που ποια δεν πέφτουν τα φύλλα της…»

Επίλογος

Μετά την πρώτη εκείνη, άμεση γνωριμία και ψηλάφιση του Κάστρου είχε γίνει ευχάριστη συνήθεια και παράδοση: να ψηλώνουμε πάντα το βλέμμα μας απ΄το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου και να το κατευθύνουμε για μερικά δευτερόλεπτα, με ακρίβεια, στο χείλος του γκρεμού. Εκεί όπου έστεκε και αντιχαιρετούσε τώρα το γνέψιμό μας ο Πύργος της Ωριάς. Όχι πια ξένος και μακρινός, αλλά φιλικός σύντροφος ωραίων, μοναχικών στιγμών.

Ένα πρωινό του φετινού Αυγούστου ξαναμπήκαμε στα Τέμπη. Εκεί μάς κυρίεψε η νοσταλγία, ξαναπήραμε τις ανηφοριές για τ΄Αμπελάκια. Τούτη τη φορά, ωστόσο, αφήσαμε το αυτοκίνητο και πήραμε την χωμάτινη στράτα με τα πόδια. Ήταν λιγότερο μακρυά απ΄όσο είχαμε υπολογίσει αρχικά: μόλις μιάμιση ώρα με κανονικό ρυθμό από την είσοδο του χωριού. Καθίσαμε και πάλι στο γνώριμο βραχάκι, βιγλάτορες του ιστορικού περάσματος των Τεμπών. Μόνο που τούτη τη φορά ανέβαινε από τον δρόμο πιο ήσυχος ο αχός.

Αιτία ήταν οι – πρόσφατα διανοιγμένες – σήραγγες των Τεμπών. Που ήδη προσείλκυαν στα έγκατά τους όλο και περισσότερα αυτοκίνητα εις βάρος της παραδοσιακής διάσχισης της κοιλάδας. Εμείς, πάντως, έχουμε πάρει τις αποφάσεις μας. Δεν θ’αρνηθούμε το γνέψιμό μας στον Πύργο ούτε θα τον στερήσουμε τη χαρά να μας το ανταποδίδει. Άλλωστε ελάχιστες ευκαιρίες πια του απομένουν, να ξεφεύγει από την αιώνια μοναξιά του.

Σημειώσεις

(1)Κάστρα Ωριάς υπάρχουν επίσης σε Ιόνιο, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία και Μακεδονία. Σε όλη την Ελλάδα υπολογίζεται ότι σώζονται 20 σχεδόν Κάστρα της Ωριάς.

(2)Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ακόμη στην βιβλιοθήκη μας το – μετέπειτα αποκτηθέν – πεντάτομο, πολύτιμο έργο του Γιάννη Π. Γκίκα «ΚΑΣΤΡΑ ΤΑΞΙΔΙΑ Στην Ελλάδα του θρύλου και της πραγματικότητας», με το οδοιπορικό του στο Κάστρο της Ωριάς των Τεμπών.

(3)Ο Γρηγόριος Κωνσταντάς (1758 – 1844) υπήρξε λόγιος και κληρικός. Ήταν πολύ μορφωμένος, με σπουδές στην Ελλάδα στην Δυτική Ευρώπη, στο Άγιο Όρος στην Κωνσταντινούπολη και στο Βουκουρέστι. Είναι συγγραφέας της περίφημης «Νεωτερικής Γεωγραφίας», ενώ το 1796 τον κάλεσαν στα Αμπελάκια για να ασχοληθεί με την εισαγωγή – στο σχολείο του – της «αλληλοδιδακτικής μεθόδου».

(4)Η βρύση Κωνσταντά βρίσκεται σε υψόμετρο 400 μέτρων.

(5)Όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο «Κάστρα Μακεδονίας και Θράκης», της Δέσποινας Ευγενίδου.

Πηγές

-Γιάννη Π. Γκίκα, «ΚΑΣΤΡΑ ΤΑΞΙΔΙΑ στην Ελλάδα του θρύλου και της πραγματικότητας», εκδ. οικος ΑΣΤΗΡ, Β΄έκδοση 1991.

-Δέσποινα Ευγενίδου, «ΚΑΣΤΡΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ, Βυζαντινή Καστροκτισία», εκδ. ΑΔΑΜ, Β΄έκδοση ΟΚΤ. 2003.

back-button
next-button
kastro-tis-wrias-tempwn kastro-tis-wrias-tempwn_1 kastro-tis-wrias-tempwn_2 kastro-tis-wrias-tempwn_3 kastro-tis-wrias-tempwn_4 kastro-tis-wrias-tempwn_5 kastro-tis-wrias-tempwn_6 kastro-tis-wrias-tempwn_7 kastro-tis-wrias-tempwn_8 kastro-tis-wrias-tempwn_9 kastro-tis-wrias-tempwn_10 kastro-tis-wrias-tempwn_11 kastro-tis-wrias-tempwn_12 kastro-tis-wrias-tempwn_13 kastro-tis-wrias-tempwn_14
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories