home Άρθρα Θεσσαλικός Κάμπος: Ανακαλύπτοντας την Ορεινή Χώρα Aργιθέας
Θεσσαλικός Κάμπος: Ανακαλύπτοντας την Ορεινή Χώρα Aργιθέας

Οι περισσότεροι επισκέπτες της – διάσημης πια – λίμνης Πλαστήρα αρκούνται συνήθως σε μια περιμετρική γνωριμία με τη λίμνη. Λίγοι είναι αυτοί που θα αποπειραθούν να ανακαλύψουν τι κρύβουν οι ορεινοί όγκοι που φράσσουν τα δυτικά του Θεσσαλικού κάμπου. Ωστόσο, πίσω από τις εμφανείς οροσειρές, ορθώνονται πανύψηλες κορυφές με χαράδρες, ποτάμια και φαράγγια. Διάσπαρτοι ανάμεσά τους και αθέατοι από τα βλέμματα του μαζικού τουρισμού εξακολουθούν να επιβιώνουν μερικές δεκάδες οικισμοί, με ρυθμούς και συνθήκες περασμένων δεκαετιών. Είναι η ορεινή χώρα των Αγράφων, που, μια τριετία πριν, μας φανέρωσε με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο τι σημαίνει αυθεντική παρθένα περιοχή στο κέντρο της Ελλάδας. Και είναι ακόμα η ορεινή χώρα της Αργιθέας, που πρόσφατα μας αποκάλυψε μιαν άλλη Ελλάδα, ελάχιστα γνωστή και προνομιούχο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν την πρώτη μας γνωριμία μ’ αυτό τον τόπο, που, όπως και τα Άγραφα, είναι αδύνατον να περιληφθεί σ’ ένα μόνον αφιέρωμα. Μπορεί όμως ν’ αποτελέσει την αφετηρία για να διεισδύσει κάποιος στα άδυτα μιας από τις πιο άγνωστες, πολυποίκιλες και συναρπαστικές περιοχές αυτής της χώρας.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Θεσσαλικός Κάμπος: Ανακαλύπτοντας την Ορεινή Χώρα Aργιθέας
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Καρδίτσα

Οι περισσότεροι επισκέπτες της – διάσημης πια – λίμνης Πλαστήρα αρκούνται συνήθως σε μια περιμετρική γνωριμία με τη λίμνη. Λίγοι είναι αυτοί που θα αποπειραθούν να ανακαλύψουν τι κρύβουν οι ορεινοί όγκοι που φράσσουν τα δυτικά του Θεσσαλικού κάμπου. Ωστόσο, πίσω από τις εμφανείς οροσειρές, ορθώνονται πανύψηλες κορυφές με χαράδρες, ποτάμια και φαράγγια. Διάσπαρτοι ανάμεσά τους και αθέατοι από τα βλέμματα του μαζικού τουρισμού εξακολουθούν να επιβιώνουν μερικές δεκάδες οικισμοί, με ρυθμούς και συνθήκες περασμένων δεκαετιών. Είναι η ορεινή χώρα των Αγράφων, που, μια τριετία πριν, μας φανέρωσε με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο τι σημαίνει αυθεντική παρθένα περιοχή στο κέντρο της Ελλάδας. Και είναι ακόμα η ορεινή χώρα της Αργιθέας, που πρόσφατα μας αποκάλυψε μιαν άλλη Ελλάδα, ελάχιστα γνωστή και προνομιούχο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν την πρώτη μας γνωριμία μ’ αυτό τον τόπο, που, όπως και τα Άγραφα, είναι αδύνατον να περιληφθεί σ’ ένα μόνον αφιέρωμα. Μπορεί όμως ν’ αποτελέσει την αφετηρία για να διεισδύσει κάποιος στα άδυτα μιας από τις πιο άγνωστες, πολυποίκιλες και συναρπαστικές περιοχές αυτής της χώρας.

 

Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΥ ΜΑΣ.

 

Παρατηρώντας έναν γενικό χάρτη της Κεντρικής Ελλάδας δεν θα δυσκολευτούμε να εντοπίσουμε στο Δ τμήμα του Ν. Καρδίτσας την ευρύτερη περιοχή της Αργιθέας. Στα Β συνορεύει με τον Ν. Τρικάλων, στα Δ. με τον νομό Άρτας έχοντας ως όριο τον ποταμό Αχελώο και στα Ν με την ορεινή χώρα των Ευρυτανικών Αγράφων. Η, άλλοτε ενιαία, περιοχή της Αργιθέας διαιρέθηκε με τον νόμο του «Καποδίστρια» σε τρεις διοικητικές περιφέρειες: τον Δήμο Αργιθέας στο ΒΔ άκρο, τον Δήμο Αχελώου στα Ν και την Διευρυμένη Κοινότητα Ανατολικής Αργιθέας στα Α. Προορισμός αυτού του αφιερώματος είναι ο Δήμος Αργιθέας, στο πιο απόμακρο και αραιοκατοικημένο τμήμα του νομού.

 

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΑΡΓΙΘΕΑ

 

Ένα ηλιόλουστο πρωινό του τρίτου δεκαήμερου του Οκτώβρη διασχίζουμε τον Θεσσαλικό κάμπο, παρακάμπτουμε με τον περιφερειακό δρόμο τα Τρίκαλα και κατευθυνόμαστε προς την Πύλη. Στο ύψος του Παλαιομονάστηρου στρίβουμε αριστερά (Ν) προς Λίμνη Πλαστήρα και Μουζάκι. Διασχίζουμε το Μουζάκι με την ζωηρή του κίνηση και συνεχίζουμε Ν, παράλληλα με την κοιλάδα του Πάμισου ποταμού. Έχουμε ήδη γεμίσει το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου, γιατί βενζινάδικα δεν υπάρχουν στην ορεινή χώρα της Αργιθέας. Δυόμιση περίπου χιλιόμετρα μετά το Μουζάκι αφήνουμε αριστερά τη διαδρομή προς Λίμνη Πλαστήρα, μετά από 700 μ. συναντάμε στ’ αριστερά την παράκαμψη προς Άγραφα και εμείς ανηφορίζουμε ευθεία προς τα χωριά της Αργιθέας.

Πλατάνια, βαλανιδιές, λαμπρά φθινοπωρινά χρώματα, στα βόρεια ξεπροβάλλει σκαρφαλωμένος σε πλαγιά ο οικισμός της Πορτής. Ανηφορίζουμε με συνεχείς στροφές προς τον οικισμό της Δρακότρυπας, γενέτειρας του Ολυμπιονίκη Δημοσθένη Ταμπάκου αλλά και του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω. Ήδη στα Δ προβάλλει η γυμνή κορυφή της Καραβούλας (υψ. 1862 μ.) και μακρινά στα ΒΔ η Λουπάτα του Αυγού (2060 μ.).

Καθώς ανηφορίζουμε συνεχώς η θέα προς τον Θεσσαλικό κάμπο γίνεται αεροπορική. Ήδη στα Ν αναγνωρίζουμε τον  – μεγάλου υψομέτρου και δύσκολο κατά τους χειμερινούς μήνες – αυχένα του Αγ. Νικολάου, την προ τριετίας πύλη της εισόδου μας στα Άγραφα.

Ναός Αγ. Παρασκευής, οικισμός Πλατάνια και λίγο αργότερα η γραφική Οξυά. Εμφανίζονται τα πρώτα έλατα, που μετά από λίγο σχηματίζουν δάση. Στα Ν ορθώνεται το «Βουτσικάκι», που με υψόμετρο 2.152 μ. είναι η τρίτη σε ύψος κορυφή των Αγράφων (Οι άλλες δυο υψηλότερες είναι το «Ντεληδήμι» με 2.162 και η «Καράβα» με 2.184 μ.).

Απότομες στροφές, φοβερή ανάβαση, τα τελευταία τεράστια έλατα χάνονται, βρισκόμαστε ήδη στην υπαλπική ζώνη, στις πλαγιές φυτρώνουν μόνον χαμηλά κέδρα και χορτάρι. Σε λιγότερο από ένα 40 λεπτο έχουν περάσει από τα μάτια μας όλες οι ζώνες βλάστησης μέσα από τοπία συναρπαστικά και πολυποίκιλα.

25 χλμ. μετά το Μουζάκι βρισκόμαστε στον αυχένα του Τύμπανου σε ύψόμετρο 1600 περίπου μέτρων. Ένας στενός ασφαλτόδρομος ανηφορίζει δεξιά και μετά από 3 χλμ. καταλήγει στην κορυφή, όπου υψώνονται κεραίες κινητής τηλεφωνίας και το ξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία. Ένας αέρας δυνατός μας φέρνει δάκρυα στα μάτια. Το θέαμα ωστόσο από τα 1761 μ. είναι συγκλονιστικό, ολόγυρά μας ορθώνονται οι περισσότερες κορυφές της Κεντρικής Ελλάδας και ο φίλος μας ο Κυριάκος, απόλυτος γνώστης των Ελληνικών βουνών, μας παραδίδει ένα συναρπαστικό μάθημα ορεογραφίας.

Καραβούλα, Καράβια, Κακαρδίτσα, Τριγγία, Νεράιδα, Ντεληδήμι, Τζουμέρκα, Κόζιακας, Χατζής και τόσες άλλες ακόμα κορυφές. Χαμηλά στα Α ξεχωρίζει σαν γαλάζια λωρίδα η Λίμνη Πλαστήρα, ενώ πίσω από την πόλη των Τρικάλων και με κατεύθυνση ΒΑ ξεχωρίζει αχνά ο όγκος του Ολύμπου.

Εγκαταλείπουμε το παρατηρητήριό μας και, μετά από μερικά λεπτά, κατηφορίζουμε και πάλι ανάμεσα στα έλατα. 5 χλμ. μετά τον αυχένα του Τύμπανου διακρίνονται οι συνοικισμοί της Αργιθέας. Σπίτια διάσπαρτα και αραιοχτισμένα μέσα στην πυκνή βλάστηση, δυο ταβερνάκια και ενοικιαζόμενα δωμάτια πάνω στο δρόμο, καμία οικιστική συνοχή, ένα μικρό χωριό χαμένο μέσα στις πυκνοδασωμένες πλαγιές και στην ρεματιά του Πλατανιά.

Ενάμιση περίπου χιλιόμετρο πιο κάτω βρίσκεται η θέση «Ελληνικά» με χώρο ανασκαφών και μ’ ένα θαυμάσια διατηρημένο ταφικό μνημείο που προσεγγίζεται εύκολα με μερικά πέτρινα σκαλοπάτια πάνω από το δρόμο. Το μνημείο μας εντυπωσιάζει με την περίτεχνη κατασκευή του που αποτελείται από άριστα λαξευμένους μεγάλιθους. Άριστη είναι και η επιλογή της θέσης, που δεσπόζει μερικές δεκάδες μέτρα πάνω από το όμορφο φαραγγάκι με το βουερό νερό του Πλατανιά.

Σ’ ένα λεπτό στρίβουμε αριστερά για Μεσοβούνι. Τις όχθες του μικρού ποταμού με το κρυστάλλινο νερό συνδέει ένα μονότοξο γεφυράκι, που προβάλλει ανάμεσα σε ψηλά πλατάνια. Οι βάσεις του τόξου του είναι ισχυρότατες και διατηρούνται αναλλοίωτες στο χρόνο. Όλη η κατασκευή αποτελείται από λαξευτούς λίθους. Λιθόστρωτο είναι επίσης και το κατάστρωμα, που το πλάτος του φτάνει τα 2 μέτρα. Είναι ένα συνολικό τοπίο πανέμορφο στη σκιά των πολύχρωμων πλατανιών όπου, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο γι’ αυτή την εποχή, εξακολουθεί να ευωδιάζει η ρίγανη στα πρανή της ρεματιάς.

Το Μεσοβούνι με την παλιά Μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου είναι αραιοχτισμένο σαν την Αργιθέα και οι μόνιμοι κάτοικοί του κατά την χειμερινή περίοδο δεν υπερβαίνουν τους 30.

Επιστρέφουμε στον κεντρικό δρόμο και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα στρίβουμε δεξιά. Στα 2,5 χλμ. βρισκόμαστε μπροστά στα πρώτα σπίτια του γραφικού οικισμού Θερινό. Χτισμένο σε υψόμ. 900 μ. σε μια ήπια πλαγιά, το χωριουδάκι έχει Α-ΒΑ προσανατολιμό αλλά και μικρή περίοδο ηλιοφάνειας κατά τη διάρκεια των χειμωνιάτικων ημερών. Το φυσικό περιβάλλον είναι θαυμάσιο, με πολλές καρυδιές και μικρά λιβαδάκια μέσα στο χωριό, ενώ απέναντί του διαγράφεται η χοάνη ενός πυκνοδασωμένου φαραγγιού, που καταλήγει στην γυμνή κορυφή με το όνομα «Ακλαδιά». Σε καλή κατάσταση διατηρούνται αρκετά παραδοσιακά σπίτια και ανάμεσά τους ένα εντυπωσιακό πετρόχτιστο τριώροφο. Ένα μικρό καφενείο είν’ ανοιχτό δίπλα στην εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, χτίσμα του 1901. Σ’ αυτό τον ήρεμο τόπο με την θαυμάσια βουνίσια θέα η ώρα είναι ιδανική για ένα καφεδάκι.

Απορημένος με την παρουσία επισκεπτών στον  τόπο του αυτή την εποχή ο κτηνοτρόφος Ηλίας Τσέρνας μας ζητάει ευγενικά να καθίσει στο τραπέζι μας. Μας κερνάει τα καφεδάκια και μας περιγράφει συνοπτικά τα προβλήματα της δουλειάς του και του τόπου του. Βαρύτατοι είναι οι χειμώνες με πολύ χιόνι, χαμηλές θερμοκρασίες, 40 περίπου μόνιμους κατοίκους και μόνον ένα μαγαζάκι ανοιχτό. Το μεγαλύτερο δικό του πρόβλημα είναι η φθορά του μικρού του κοπαδιού από λύκους και αρκούδες, καθώς και η παντελής αδιαφορία της πολιτείας για μια στοιχειώδη, έστω, αποζημίωση.

Μας υποσχέθηκαν οι πολιτικοί μας πως θα φέρουν το θέμα στη Βουλή. Πέρασαν όμως πολλοί μήνες από τότε και τίποτα δεν είδαμε ακόμα.

– Κι ούτε θα δείτε, μου έρχεται να του πω. Περιοριζόμαστε να τον αποχαιρετίσουμε και να του ευχηθούμε «Καλό Χειμώνα». Κουνάει το κεφάλι του μελαγχολικά.

Η διείσδυσή μας στα άδυτα της Αργιθέας συνεχίζεται. Κατηφορίζουμε συνεχώς στο πλάι της ρεματιάς. Στροφές, φυλλοβόλα με πλούσια χρώματα, έλατα βαθυπράσινα, χαράδρες, βουνά, ανάγλυφο πολυποίκιλο και συναρπαστική διαδρομή. 40 χλμ. μετά το Μουζάκι περνάμε μπροστά από την «Αγοραστά», έναν μικρό συνοικισμό του Ανθηρού. Πάνω στο δρόμο υπάρχει ένα καφενείο – ταβερνάκι. Τρία αυτοκίνητα είναι σταματημένα και στα τραπέζια της ταβερνούλας γευματίζουν ισάριθμες παρέες, πραγματικός «συνωστισμός» για την περιοχή. Μερικές μέρες πριν απ’ το τέλος του Οκτώβρη η ζέστη είναι αφύσικη. Φορώντας κοντομάνικα αναζητούμε τη δροσία στη σκιά της ακακίας. Ένα ελαφρό αεράκι φυσάει που και που και τότε μια χρυσοκίτρινη βροχή από τα φυλλαράκια της ακακίας αιωρείται πάνω απ’ τα κεφάλια μας.

Πατατούλες, αυγά από το διπλανό κοτέτσι, νόστιμο χωριάτικο λουκάνικο και τυρί ντόπιο με γεύση εξαίρετη. Αραιά και που περνάει κάποιο αυτοκίνητο. Ένα στα δυο σταματάει και ρωτάει που βγάζει αυτός ο δρόμος. Συνεχίζουμε προς Ανθηρό, μερικές εκατοντάδες όμως μέτρα παρακάτω λοξοδρομούμε αριστερά και μετά από 5 χλμ. φτάνουμε στην Καρυά. Μικρός και γραφικός οικισμός, χτισμένος σε υψόμετρο 800 περίπου μέτρων, με Ν-ΝΔ προσανατολισμό και αρκετά πέτρινα σπίτια. Γύρω το τοπίο είναι ειδυλλιακό με βλάστηση πυκνή.

Οι μόνιμοι κάτοικοι στις μέρες μας δεν ξεπερνούν τους 30, στην απογραφή του 1881 όμως ο οικισμός του Τριζόλου – όπως ήταν η παλιά ονομασία – αριθμούσε 167 άτομα. Στην μικρή πλατειούλα του χωριού υπάρχει μνημείο πεσόντων κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 και κατά την περίοδο 1940-44. Ακριβώς πάνω από την πλατεία μερικά σκαλοπάτια μας οδηγούν στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου, μονόκλιτη βασικλική, πλακοσκέπαστη και πετρόχτιστη, με τέμπλο που κοσμούν αρκετές παλιές εικόνες. Στον αύλειο χώρο του ναού υπεραιωνόβιο πουρνάρι με καμπάνα του 1950.

Από το ύψος της εκκλησίας αγναντεύουμε στα Δ-ΝΔ ένα μεγαλόπρεπο φαράγγι με απότομες πλαγιές. Στο βάθος του φαραγγιού διακρίνεται ολόρθο από τον 13ο αιώνα το περίφημο Γεφύρι του Τριζόλου, ένα από τα πιο επιβλητικά μονότοξα γεφύρια με ύψος 14 και άνοιγμα τόξου 28 περίπου μέτρων. Εξίσου εντυπωσιακή και ακόμη πιο ρεαλιστική κάτοψη του γεφυριού ατενίζουμε από την αντικρινή πλευρά του φαραγγιού, από το ύψος του δρόμου που οδηγεί στο Φράγμα της Συκιάς. Κάτω από το γεφύρι γοργοκυλάει ο Πλατανιάς, που έχουμε ήδη επισημάνει στην Αργιθέα και στη διαδρομή του εμπλουτίζεται με τα νερά του Γλογοβίτη από το Θερινό (με την παλιά ονομασία Γλογοβίτσα), του Μεσοβουνιώτη και του Ανθηριώτη, για να συναντήσει πιο κάτω τη ροή του Κουμπουργιαννίτη, που με τη σειρά του συμβάλλει στον μεγάλο Αχελώο. Είν’ ένα πολυδαίδαλο σύστημα ρεμάτων και ποταμών με πλούσια ροή, που δημιουργούνται ανάμεσα στο πολύπλοκο ανάγλυφο από τις μεγάλες και μικρές χαραδρώσεις του ορεινού εδάφους της Αργιθέας.

Πέντε χιλιόμετρα μετά την Αγορασιά μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια του Ανθηρού. Στις Α πλαγιές των Βερουσίων ο οικισμός είναι χτισμένος αμφιθεατρικά σε υψόμετρο που ποικίλλει από τα 700 ως τα 800 περίπου μέτρα. Η παλιά του ονομασία ήταν Μπικοβίτσα και στην απογραφή του 1881 είχαν καταμετρηθεί 521 κάτοικοι. Σήμερα δεν ξεπερνάνε τους 200 και είναι κατανεμημένοι στους 6 συνοικισμούς του Ανθηρού, οι οποίοι, εκτός από το κεντρικό τμήμα του χωριού, είναι διάσπαρτοι ολόγυρα μέσα στην πυκνή βλάστηση.

Το Ανθηρό είναι δικαιωματικά η έδρα του Δήμου Αργιθέας όχι μόνον εξαιτίας του μεγέθους και της θέσης του στο κέντρο περίπου της επικράτειας του Δήμου αλλά και εξαιτίας της οικιστικής του συνοχής. Ο κεντρικός δρόμος που διασχίζει το χωριό περνάει μπροστά από την εκκλησία της Αγ. Παρασκευής, που έχει ανακτασκευασθεί το 1963 στη θέση της παλιάς, της οποίας η αρχιτεκτονική ήταν πολύ πιο αυθεντική από τη σημερινή. Μπροστά στην εκκλησία δημιουργείται πλατειούλα με χώρο στάθμευσης, Ηρώο Πεσόντων και πολύ μεγάλο πλατάνι, ενώ μερικά μέτρα πιο κάτω κατά μήκος του δρόμου, δεσπόζουν με τον όγκο και το ύψος τους τρεις υπεραιωνόβιες αγριόλευκες.

Μερικές δεκάδες μέτρα πάνω από την πλατεία βρίσκεται ο ξενώνας «ΧΡΙΣΤΙΝΑ». Αν κι είναι νωρίς το απόγευμα ο ήλιος έχει φύγει απ’ το χωριό, φωτίζει μόνον τις αντικρινές πλαγιές. Ωστόσο η θερμοκρασία εξακολουθεί να είναι ευχάριστη και μας επιτρέπει να πιούμε ένα καφεδάκι στο υπαίθριο ταρατσάκι του ξενώνα. Εδώ μας υποδέχονται ο ιδιοκτήτης Κώστας Γκουμάνης και η υπεύθυνη λειτουργίας Βένη Βαλλιού. Ο Κώστας δημιούργησε το 2002 τον ξενώνα και του έδωσε το όνομα της μικρής του κόρης Χριστίνας. Αποτέλεσε – και εξακολουθεί να αποτελεί – έργο σημαντικό για την Αργιθέα, αφού λειτουργεί όλο το χρόνο και παρέχει τη δυνατότητα διανυκτέρευσης στον περαστικό ή στον επισκέπτη αυτής της απόμακρης ορεινής περιοχής. Όλα τα δωμάτια είναι ευρύχωρα με άνετο μπάνιο και προσεγμένη επίπλωση, τηλεόραση, μεγάλο ψυγείο και κουζινάκι, αυτόνομη θέρμανση και θέα εξαιρετική από τα μπαλκόνια στον μακρινό ορίζοντα των αντικρινών βουνοπλαγιών. Ένα πολύτιμο απόκτημα τα τελευταία τρία χρόνια για τον τόπο.

-Γιατί δεν μένετε απόψε; λέει ο Κώστας.

– Θα μας δεις πολύ σύντομα, του απαντάμε.

Λίγο πριν από το τελευταίο φως της μέρας παίρνουμε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής. Με Β κατεύθυνση διασχίζουμε το Ανθηρό και μετά από λίγο τον συνοικισμό Λαγκάδι με καλό χωματόδρομο. 3 χλμ. μετά προβάλλει απέναντί μας, σκαρφαλωμένη σε πλαγιά πάνω από το δρόμο, η περίφημη Μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου, γνωστότερη ως Μονή Κατουσίου. Ο δρόμος συνεχίζει ανηφορικός σε εξαίσιο φυσικό περιβάλλον, με έλατα γαντζωμένα σε απότομες πλαγιές και πολύχρωμα φυλλοβόλα στις ενδιάμεσες ρεματιές. Είναι μια από τις πιο θεαματικές ορεινές διαδρομές, που ανηφορίζει στον αυχένα «Γκρόπα» ως τα 1500 περίπου μέτρα. Αν το οδόστρωμα είναι στεγνό, ο δρόμος είναι βατός και από συμβατικά αυτοκίνητα.

Μετά από 16,2 συναρπαστικά χιλιόμετρα από την πλατεία του Ανθηρού φτάνουμε στην άσφαλτο, στο γνωστό μας οδικό δίκτυο από Πύλη Τρικάλων προς Μεσοχώρα. Κατηφορίζουμε στροφές, διασχίζουμε τα ελατοδάση και τις θεαματικές χαράδρες των Στουρναραίικων και, 43 χλμ. μετά το Ανθηρό, φτάνουμε στην Πύλη. Είναι μια εναλλακτική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση της ορεινής χώρας της Αργιθέας από τον κάμπο των Τρικάλων, που, εξαιτίας των 16 χλμ. του χωματόδρομου, απευθύνεται κυρίως σε αυτοκίνητα με τετρακίνηση, ιδιαίτερα κατά την χειμερινή περίοδο.

 

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΝΗ

 

Την τελευταία μέρα του εορταστικού τριημέρου του Οκτώβρη, όταν οι περισσότεροι εκδρομείς επιστρέφουν στις πόλεις εμείς ανηφορίζουμε και πάλι για την αγνή ορεινή φύση της Αργιθέας. Μετά από πληροφορίες και μελέτη των αναλυτικών χαρτών της περιοχής διαλέγουμε μια τρίτη οδό προσέγγισης, πάνω από τα Στουρναραίικα και πολύ κοντά στην προηγούμενη διαδρομή της επιστροφής μας. Αρχίζουμε τη χιλιομέτρηση με αφετηρία την πινακίδα «ΠΥΛΗ», στην είσοδο του ομώνυμου οικισμού. Στα 5,1 χλμ. στρίβουμε αριστερά προς την ομάδα χωριών του Δήμου Πινδέων και την Άρτα (στην ευθεία ο δρόμος οδηγεί προς Ελάτη και Περτούλι). Στα 6,8 χλμ. υπάρχει βενζινάδικο στον οικισμό Λογγιές. Στα 9,2 χλμ. συνεχίζουμε ευθεία προς Στουρναραίικα (αριστερά ο δρόμος οδηγεί προς Κάτω, Μέση και Άνω Παλαιοκαρυά). Στα 12,5 χλμ. συναντάμε πλάι στο δρόμο πηγές με άφθονο νερό. Αρχίζουν οι ανηφόρες και στροφές προς Στουρναραίικα με δάση ελάτων και φυλλοβόλων δέντρων, θεαματικές χαράδρες και απότομες πλαγιές.

Στα 23,2 χλμ., σε συνοικισμό των Στουρναραίικων, περνάμε μπροστά από το τελευταίο πρατήριο βενζίνης της περιοχής. Στα 27,6 χλμ. εγκαταλείπουμε την άσφαλτο και μπαίνουμε αριστερά σε χωματόδρομο με μεγάλη πινακίδα του Δήμου Αργιθέας (μερικές εκατοντάδες μέτρα νωρίτερα έχουμε εντοπίσει στ’ αριστερά την διακλάδωση της ήδη γνωστής μας διαδρομής προς αυχένα Γκρόπα και Ανθηρό).

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια τελείως άγνωστη ορεινή διαδρομή, μεγάλη σε μήκος και πολυδαίδαλη η οποία, σύμφωνα με το χάρτη, θα.

μας επιτρέψει να προσεγγίσουμε το ΒΔ τμήμα του Δήμου Αργιθέας. Οξιές, έλατα, βαθιά φαράγγια και μεγάλα υψόμετρα, παντελώς απουσία οποιουδήποτε τροχοφόρου ή οικισμού ένας τόπος απόλυτης μοναξιάς με μοναδικό σύντροφο την εκπληκτική φύση ολόγυρά μας.

Στα 31 χλμ. συναντάμε πινακίδα με την ένδειξη «Δάσος Κατούνας». Είναι μια μεγάλη περιοχή 5.500 στρεμμάτων, που ανήκει σε περισσότερους από 200 δικαιούχους. Ωστόσο, το 10% της συνολικής έκτασης ανήκει στο Ανθηρό, μετά από δωρεά του Δημοσθένη Τσαντούλα, του οποίου το όνομα φέρει ο κεντρικός δρόμος του χωριού.

Στα 33,5 χλμ. ο αρκετά καλός χωματόδρομος περνάει από αυχένα υψομέτρου 1500 περίπου μέτρων με υπαλπική βλάστηση, εξαιρετική περιμετρική θέα αλλά και ψυχρότατο βοριά. Έξι χλμ. μετά συναντάμε το Καταφύγιο του Βιοτόπου της Κατούνας. Χαμηλά στα ΝΔ σχηματίζεται μια βαθύτατη χαράδρα, μια τεράστια φυσική χοάνη με ιλιγγιώδεις, απρόσιτες πλαγιές βάθους πολλών εκατοντάδων μέτρων. Στο χείλος αυτού του τρομερού γκρεμού είναι χαραγμένος ο στενός δρόμος, επικίνδυνος και επίφοβος εξαιτίας κατολισθήσεων και καθιζήσεων. Με τις βροχές και τα άφθονα χιόνια του χειμώνα σ’ αυτά τα υψόμετρα είναι βέβαιο, πως για μεγάλο χρονικό διάστημα ο δρόμος γίνεται απροσπέλαστος.

Κατηφορίζουμε. Μετά τους γυμνούς αυχένες ξαναμπαίνουμε στα δάση. Στα 37,5 χλμ. βρισκόμαστε μπροστά σε διακλάδωση του δρόμου με πινακίδα, που προς τα δεξιά οδηγεί στο Βαλκάνο του Ν. Τρικάλων, σε μια άλλη ορεινή περιοχή εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πολύπλοκη. Κατευθυνόμαστε αριστερά προς τα Ελληνικά, στο ΒΔ άκρο του Ν. Καρδίτσας και του Δ. Αργιθέας. Μετά από λίγο εμφανίζεται χαμηλά με ωραία κάτοψη το χωριουδάκι, χτισμένο σε υψομ. 850 μ., ανάμεσα σε βοσκοτόπια και πλούσια βλάστηση. Στα 43,5 χλμ. μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια του χωριού, που με την παλιά ονομασία «Μολεντσικό», βρέθηκε να κατοικείται από 206 άτομα κατά την απογραφή του 1881. Σήμερα στα Ελληνικά δεν κατοικούν μόνιμα περισσότεροι από 50. Στην μεσημεριάτικη τούτη ώρα συναντάμε μόνον ένα άνθρωπο που μας χαιρετάει ευγενικά.

Περνάμε μπροστά από την μεγάλη εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, κατασκευασμένη το 1951 αλλά με άχαρο, τσιμεντένιο καμπαναριό.

Από την εκκλησία κατηφορίζουμε δεξιά (αριστερά ο δρόμος καταλήγει στους συνοικισμούς Γουζέικα και Τασέικα).

Στα 47,8 χλμ. Στρίβουμε αριστερά και μετά από 1 χλμ. συναντάμε ρεματιά με ποταμάκι και τσιμεντένια γέφυρα. Είναι ο Αρέντιος ποταμός, που ακόμα και στα μέσα του φθινοπώρου (πριν δηλαδή αρχίσουν οι βροχές) εξακολουθεί να έχει αρκετό νερό. Λίγο πιο πάνω, σε τοπίο εξαιρετικού φυσικού κάλλους, διασώζεται ένα πανέμορφο μονότοξο γεφυράκι, κατασκευασμένο το 1241, σχεδόν 8 αιώνες από σήμερα!

Επόμενος οικισμός είναι η Καλή Κώμη. Την συναντάμε σε απόσταση 50 χλμ. Από την Πύλη. Το χωριό αποτελείται από αρκετούς μικρούς συνοικισμούς, διάσπαρτους στις γύρω κατάφυτες πλαγιές, σε υψόμετρα από 550-600 μέτρα. Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Μαρτινίσκο και στην απογραφή του 1881 είχε 164 κατοίκους. Πολύς κόσμος είχε φύγει εξαιτίας κατολισθήσεων και σήμερα μένουν μόνιμα μόνον 20, ενώ τον χειμώνα σταματάει ακόμα και η συγκοινωνία με το λεωφορείο από το Μουζάκι.

Καθώς παίρνουμε ν’ ανηφορίζουμε για Πετρωτό, βλέπουμε στο πλάι του δρόμου δύο σταματημένα αυτοκίνητα. Ένα ταβερνάκι είναι ανοιχτό. Δύο παρέες απολαμβάνουν μετά το γεύμα τους τον ήλιο του απομεσήμερου στην όμορφη ταρατσούλα. Λίγο χαμηλότερα εκτείνεται μια κατάφυτη κοιλάδα. Ακούγονται κουδουνάκια προβάτων και τιτιβίσματα πουλιών. Τόπος ιδεώδης για ένα ελαφρό γεύμα μετά από τόσα συναρπαστικά ορεινά χιλιόμετρα.

– Δυστυχώς, μετά το τριήμερο δεν έχει απομείνει τίποτε φαγώσιμο, μας λέει η συμπαθητική κυρά-Θάλεια. Μόνον ελιές, τυράκι και ψωμί για να πιείτε ένα τσιπουράκι.

Δεν χρειαζόμαστε τίποτε περισσότερο. Μας αρκεί το προνόμιο ν’ απολαμβάνουμε τέλος Οκτώβρη στο υπαίθριο αυτή την ωραία φύση. Σε μερικές μέρες κάτι τέτοιο θα είναι αδύνατο.

Ανηφορικός πετρόδρομος με στροφές και πλούσια βλάστηση. Χαράδρες, ρεματιές με νερά. 10 περίπου χιλιόμετρα μετά την Καλή Κώμη αρχίζουμε να συναντάμε τους διάσπαρτους συνοικισμούς του Πετρωτού: Φτέρη, Τρίλοφο, Σπάρτος, Συκιά, Αγ. Δημήτριος και Χωριό. Με υψόμετρο 634 μ. στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου, το Χωριό είναι χτισμένο στην κατάφυτη πλαγιά της Παναγίας και αποτελεί το κέντρο του οικισμού με θέα εξαιρετική. Διατηρούνται αρκετά πέτρινα σπίτια, αυλές με λουλούδια και λαχανικά, οπωροφόρα δέντρα, δύο καφενεία-ταβερνάκια. Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Λιάσκοβο. Στην απογραφή του 1881 είχε 298 κατοίκους, ενώ το 1928 γνώρισε την μέγιστη πληθυσμιακή ακμή με 522. Από τότε η πορεία είναι φθίνουσα και ιδιαίτερα μετά τις κατολισθήσεις του 1975, οπότε πολλοί κάτοικοι έφυγαν σε διάφορες πόλεις και κυρίως στην Αθήνα. Σήμερα μένουν μόνιμα περίπου 40. Το Δημοτικό Σχολείο που ξαναλειτούργησε μετά από 21 χρόνια έχει 4 παιδιά, ενώ μερικές δεκαετίες πριν τα δυο Δημ. Σχολεία είχαν πάνω από 70 μαθητές. Φαινόμενο γνωστό και απογοητευτικό που συναντάμε σε κάθε γωνιά της Ελληνικής περιφέρειας.

Μετά το Πετρωτό ο δρόμος περνάει ανάμεσα από θεαματικές χαράδρες και γκρεμούς και στα 64,5 χλμ. Συναντάει το ασφαλτοστρωμένο οδικό δίκτυο, που δεξιά κατηφορίζει προς το φράγμα της Συκιάς συνεχίζοντας προς Άρτα, ενώ αριστερά ανηφορίζει προς το Ανθηρό και το Μουζάκι.

Με το πέσιμο του ήλιου φτάνουμε στην πλατεία του Ανθηρού. Το οδόμετρο έχει καταγράψει 74,5 χλμ. από την είσοδο της Πύλης. είναι η μακρύτερη διαδρομή προς το Ανθηρό, μια πολύωρη διάσχιση ορεινών περιοχών από τα Α στα Δ, με απερίγραπτη ποικιλία μορφολογίας εδάφους και ζωνών βλάστησης. Μια διαδρομή που από μόνη της αποτελεί ένα συναρπαστικό κομμάτι του άρθρου. Το μόνο αδύνατο σημείο της είναι η δυσχέρεια ή και αδυναμία πρόσβασης σε κάποια δύσκολα σημεία κατά την χειμερινή περίοδο, εκτός αν κάποιοι επιδιώκουν την περιπέτεια.

Στον ξενώνα «ΧΡΙΣΤΙΝΑ» η Βένη Βαλλιού μας υποδέχεται με καφεδάκι. Είναι τόσο ευχάριστο να ξέρει ο ταξιδιώτης, ότι σ’ αυτό τον απόμακρο τόπο θα βρει όλο το χρόνο ένα ζεστό και φιλικό κατάλυμα.

Η μέρα τελειώνει στον «Παλιό Μύλο», μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν απ’ τον ξενώνα. Εδώ, στο μαγευτικό περιβάλλον των πηγών της «Γκούρας», μέσα στα πλατάνια και στον αέναο ήχο του νερού, ο Γιώργος έχει δημιουργήσει μια ταβέρνα-καφετέρια, που τούτη την εποχή υποδέχεται τον επισκέπτη με ξυλόσομπα, ενώ την θερινή περίοδο υπόσχεται στον υπαίθριο χώρο ανεπανάληπτες δροσερές στιγμές.

 

ΜΕ ΟΡΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟ ΑΝΘΗΡΟ

 

Ο ήλιος αργεί να φανεί από τ’ αντικρινά βουνά. Ούτως ή άλλως όμως η μέρα ξημερώνει σκοτεινή με ψύχρα, καταχνιά και υγρασία. Ήδη κάποιες καμινάδες καπνίζουν πάνω από τις στέγες των σπιτιών. Ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες και την εποχή το καφενεδάκι-ταβερνάκι «Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ», δίπλα στην πλατεία, ανοίγει απ’ τα χαράματα. Είναι μια παράδοση που τηρούν καθημερινά η κυρά-Σοφία και ο κυρ-Παύλος.

Οι πρώτοι πρωινοί θαμώνες έχουν πιάσει τις γωνίες του μαγαζιού δίπλα στα παράθυρα. Διώχνουν τη νύστα τους με καφεδάκι ελληνικό. Συζητάμε μεγαλόφωνα, σχολιάζουν την επικαιρότητα, την κατάσταση στον τόπο τους. Δύσκολα διακρίνω αισιοδοξία στα λόγια τους. Δεν είναι μόνον η ανεργία και η ακρίβεια. Είναι κυρίως η έλλειψη κινήτρων και υποδομών για να παραμείνει στον τόπο του ένας νέος.

– Ο πατέρας μου ήταν τσέλιγκας με 12 παιδιά, λέει κάποια στιγμή η κυρά-Σοφία. Σε διαβεβαιώνω, ότι τότε ήταν καλύτερη η ζωή και πιο ξένοιαστη, παρόλες τις ανέχειες.

– Κι εμείς που είμασταν 8 παιδιά, ζούσαμε καλύτερα τα χρόνια εκείνα, συμπληρώνει ο άντρας της.

Ανηφορίζουμε προς το Δημαρχείο. Ο Δήμαρχος Ηλίας Παπαδήμας απουσιάζει, ο Γραμματέας όμως Ηλίας Κλάρας και οι συνεργάτες του μας υποδέχονται με μεγάλη ευγένεια και θέτουν στη διάθεσή μας κάθε στοιχείο για το Δήμο.

Με τον Πρόεδρο του Δημοτ. Συμβουλίου Ηλία Θεοδωράκη και με τον μπάρμπα-Σπύρο Ζουμπορλή από την Καρυά, 78 ετών σήμερα και μάστορα της πέτρας από τα 15 του, ξεκινάμε την περιήγησή μας. Και πρώτα μια ματιά στο Μουσείο του χωριού, όπου φυλάσσονται τα δυο ξυλόγλυπτα τέμπλα από τη Μονή Κατουσίου και τον Ναό Κοίμησης της Θεοτόκου, παλιές εικόνες και παμπάλαια εκκλησιαστικά βιβλία. Στο διάδρομο του εξωτερικού χώρου του Μουσείου υπάρχει ένα τεράστιο πρέκι με χρονολογία 1896 και μονοκόμματη πέτρα από τον παλιό ναό της Αγ. Παρασκευής.

Με αφετηρία την πλατεία κατευθυνόμαστε προς τη Μονή Κατουσίου και φτάνουμε στην είσοδό της μετά από 3,7 χλμ. Χτισμένη σε υψόμετρο 900 μ. σε πουρναρόφυτη πλαγιά, η μονή έχει θέα ανοιχτή στα ΝΑ, ενώ όλη η πλαγιά στα Δ είναι κατάφυτη από αμιγές δάσος ελάτων.

Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της μονής δεν είναι γνωστή. Ωστόσο, από κάποιες χρονολογίες στο Καθολικό και στο Ιερό Βήμα προκύπτει, ότι η αγιογράφηση έγινε το 1663 ενώ οι εικόνες του τέμπλου το 1661. Από δυο  άλλες μαρτυρίες προκύπτει, ότι η μονή υπήρχε κατά τα έτη 1631 και 1638. Πιθανή λοιπόν περίοδος ίδρυσής της, όπως και άλλων μονών της Καρδίτσας και της Πίνδου, είναι γύρω από το 1600.

Ο ναός είναι σταυροειδής χωρίς τρούλο, ενώ το δάπεδο είναι στρωμένο με παμπάλαιες πλάκες. Το εσωτερικό είναι κατάγραφο με εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες, που γενικά διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Τοιχογραφημένος είναι και ο νεώτερος πρόναος, με χρονολογία αγιογράφησης 1788.

Με εξωτερική σκάλα οδηγούμαστε πάνω από τον κυρίως ναό σε δυο μικροσκοπικά παρεκκλήσια, της Ζωοδόχου Πηγής και των Αγ. Αναργύρων. Μας εντυπωσιάζουν η αυθεντική ξυλόγλυπτη οροφή και η υψηλής τέχνης αγιογράφηση. Εξαίρετη σε γενικές γραμμές είναι και η τοιχοποιία της μονής με πελεκητή πέτρα. Τα έργα αποκατάστασης οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη μαστοριά του μπάρμπα-Σπύρου, που έχει ασχοληθεί ε΄δω από το 1970.

Βγαίνουμε για λίγο στον εξώστη με το ωραίο ξύλινο δάπεδο. Η θέα από εδώ είναι μαγευτική στο συμπαγές ελατοδάσος, στα γύρω βουνά και, νοτιότερα, σ’ όλο το μήκος της κοιλάδας. Απέναντι από τον εξώστη στα Δ βρίσκονται δύο κελιά με κρεββάτια, ηλεκτροφωτισμό και ξύλινο μπαλκονάκι, ενώ στο χαμηλότερο τμήμα βρίσκεται ένας μεγάλος χώρος με ξύλινο πάτωμα και επιδαπέδιο τζάκι.

Στο ισόγειο είναι και το αρχονταρίκι, ενώ στην είσοδο της μονής βρίσκεται ένα ανεξάρτητο σπιτάκι, όπου έμενε ο τελευταίος μοναχός που εγκατέλειψε τη μονή τον Σεπτέμβριο του 2005.

Επιστρέφοντας στο χωριό ανηφορίζουμε από έναν ενδιάμεσο δρόμο προς τον «Πεστροφογεννητικό Σταθμό Ανθηρού». Εδώ γίνεται γονιμοποίηση των πεστροφών και μετά το Δασαρχείο Μουζακίου διαθέτει το γόνο για εμπλουτισμό ποταμών και ρεμάτων σ’ όλη την Ελλάδα. Ο Κώστας, υπάλληλος του σταθμού, μας ξεναγεί στο χώρο των πέντε υπαίθριων δεξαμενών που τροφοδοτούνται από βουνίσιο πεντακάθαρο νερό και στη συνέχεια μας δείχνει τον στεγασμένο χώρο του εκκολαπτηρίου, όπου συγκεντρώνονται τα αυγά από τις μάννες πέστροφες, που κατόπιν εκκολάπτονται.

(Τηλ. Σταθμού: 24450-31233)

επιστρέφουμε στο Ανθηρό και πάνω στον κεντρικό δρόμο συναντάμε την πινακίδα προς τον συνοικισμό των Αγίων Αποστόλων. Διασχίζουμε το πλατανοσκέπαστο ρέμα του Ανθηριώτη, που ακόμα και τώρα έχει ικανοποιητική ροή. Το χειμώνα το ποτάμι θα είναι μάλλον δυσκολοδιάβατο. Ο δρόμος είναι ανηφορικός, ελάχιστα φιλικός για συμβατικά αυτοκίνητα. Στη διαδρομή αποκαλύπτονται εξαιρετικές εικόνες προς το πολύχρωμο φαράγγι και τη Μονή του Κατουσίου. 4,5 χλμ. μετά ο δρόμος τερματίζει στον συνοικισμό των Αγ. Αποστόλων, με την ομώνυμη εκκλησία, που η πλακοσκέπαστη στέγη της είναι έργο του μπάρμπα-Σπύρου.

Μικρός οικισμός, βυθισμένος σε κατάφυτες πλαγιές, με σπίτια πέτρινα και αραιοχτισμένα, κάποια ερειπωμένα και ακατοίκητα. Δεν συναντάμε κανέναν. Ο μόνος ήχος προέρχεται από τα κουδουνάκια των προβάτων. Η θέα όμως από το υψόμετρο των 1000 περίπου μέτρων είναι εκπληκτική και μας χαρίζει μια πανοραμική κάτοψη του Ανθηρού.

Επιστρέφουμε από τους Αγ. Αποστόλους και περιπλανιόμαστε για λίγη ώρα στην στολισμένη από τα χρώματα της φύσης, κοιλάδα του Ανθηριώτη.

Ένας χωματόδρομος κάτω από το πρόχειρο ξύλινο γεφυράκι μας οδηγεί μετά από λίγο σε σημείο της ρεματιάς με εγκαταστάσεις παλιού νερόμυλου και δριστέλλας.

– Αυτός ο νερόμυλος μπορεί να λειτουργήσει, λέει ο μπάρμπα-Σπύρος και κάνει μια επίδειξη γυρνώντας με το χέρι τη φτερωτή, που με τη σειρά της γυρίζει αργά-αργά τη μυλόπετρα. Άλλος ένας νερόμυλος και δριστέλλα υπάρχουν επίσης στην είσοδο του χωριού, κάτω από τα άφθονα νερά της Γκούρας. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν από το χωριό, σε ωραίο λιβαδοτόπι, βρίσκεται ο κοιμητηριακός ναός της Κοίμησης Θεοτόκου, πετρόχτιστος, με τσιμεντένιες αντηρίδες και πλούσια τοιχογράφηση στο εσωτερικό.

Μια άλλη ωραία διαδρομή που πραγματοποιούμε με τον μπάρμπα-Σπύρο, ξεκινάει από τις πηγές της Γκούρας δίπλα στην ταβέρνα «Παλιός Μύλος», ανηφορίζει σε αρκετά μεγάλο υψόμετρο πάνω απ’ το χωριό, περνάει από τον μικροσκοπικό οικισμό «Κριτσιάρι» και καταλήγει μετά από 5,5 χλμ. βατού χωματόδρομου στο κεντρικό οδικό δίκτυο προς το Φράγμα της Συκιάς και την Άρτα.

Το βράδυ καταλήγουμε στο ταβερνάκι της κυρά-Σοφίας. Το δείπνο περιλαμβάνει κότα χωριάτικη με πιλάφι, παϊδάκια από ντόπιο κατσικάκι, μαρουλάκια από τον κήπο, θαυμάσιο τυρί της περιοχής και χορτόπιτα με ποικιλία άγριων χόρτων. Αργότερα από το μπαλκόνι μας, με ψύχρα αισθητή, αποθαυμάζουμε την αστροφεγγιά, και την καθάρια ατμόσφαιρα της νύχτας.

 

ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΦΡΑΓΜΑΤΟΣ ΣΥΚΙΑΣ

 

Μετράω 5 χτύπους στο ρολόι της Αγ. Παρασκευής. Αν ήταν καλοκαίρι θα είχε χαράξει, μα τώρα είναι ακόμη νύχτα βαθιά, θα χρειαστεί να περιμένω πολύ ως το ξημέρωμα. Στις 8 ακριβώς προβάλλουν οι πρώτες ακτίνες από τ’ αντικρινά βουνά. Μια θαυμάσια μέρα ξεκινάει αρχές Νοέμβρη στο Ανθηρό.

Κατευθυνόμαστε προς το Φράγμα της Συκιάς θαυμάζοντας και πάλι από ψηλά το γεφύρι του Τριζόλου και την μεγαλόπρεπη χαράδρα του Πλατανιά. 10 περίπου χλμ. μετά φτάνουμε στην περιοχή του φράγματος Συκιάς, που ονομάσθηκε έτσι από τον κοντινό ομώνυμο συνοικισμό του Πετρωτού, που καταστράφηκε από κατολίσθηση και εγκαταλείφθηκε. Σύμφωνα με τα συνοπτικά στοιχεία από το βιβλίο «ΤΟ ΛΙΑΣΚΟΒΟ» του Χ.Β. Γκλέζου, η αρχική ανάθεση των σχετικών μελετών έγινε από τη ΔΕΗ στους ειδικούς το 1962. Μετά από πολλές αναβολές και καθυστερήσεις το έργο ξεκίνησε τελικά το 1985 και περιελάμβανε μεταξύ άλλων φράγμα ύψους 150 μ. στη συμβολή των ποταμών Πετριλιώτη και Αχελώου, σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και σήραγγα εκτροπής των νερών του Αχελώου προς τον κάμπο της Θεσσαλίας, μήκους 17,4 χλμ. και διαμέτρου 6 μέτρων. Σύμφωνα με τον συγγραφέα του βιβλίου (εκδ. 1999) «το όλο έργο προβλέπεται να κατασκευασθεί μέσα σε 48 μήνες, ήτοι το 2001 θα είναι έτοιμο». Για άλλη μια φορά αποδείχθηκε πόσο ουτοπικές είναι οι προβλέψεις στην Ελλάδα. Σήμερα, τέλος του 2005, οι εργασίες συνεχίζονται, τα εργοτάξια βρίσκονται ακόμη στην κοίτη των ποταμών, τα φορτηγά πηγαινοέρχονται ασταμάτητα. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τον βαθμό ολοκλήρωσης του έργου, είναι όμως βέβαιο, πως απέχει ακόμα η χρονική στιγμή, που θα ξεχυθούν στο Θεσσαλικό κάμπο τα νερά του Αχελώου.

Διασχίζουμε την σιδερένια γέφυρα τύπου «Μπέλεϋ». Πιο πίσω ορθώνεται πέτρινη και κομψή η μεσαιωνική Καμάρα του Πετρωτού. Μπαινοβγαίνουμε στις 5 διαδοχικές γαλαρίες που έχουν τρυπήσει το βουνό και, κάτω από την τελευταία, φτάνουμε στην ευρύτατη κοίτη του Αχελώου, για ν’ αποτίσουμε έναν φόρο ευθύμησης στα υπολείμματα της πάλαι ποτέ πελώριας και ιστορικής γέφυρας «Κοράκου». Ήταν ένα έργο μνημειώδες, που είχε άνοιγμα στη βάση 84 μέτρα και ύψος στο μέσον της καμάρας 46 μέτρα! Χτίστηκε στο στενότερο σημείο της κοίτης του Αχελώου μεταξύ «Συκιάς» Πετρωτού και «Πηγών» Άρτας, γύρω στα 1520-1525 από τον Επίσκοπο Τρίκκης Αγ. Βησσαρίωνα. Σκοπός του έργου ήταν η εξυπηρέτηση της επικοινωνίας μεταξύ της ΝΑ Ηπείρου και της Δ. Θεσσαλίας. Ως τότε οι δυο περιοχές συνδέονταν με την «Κουτσοκαμάρα», το περίφημο τρίτοξο γεφύρι του 12ου-13ου αιώνα, του οποίου το Δ σκέλος κατέρευσε το 1520.

Γλαφυρό είναι το χρονικό ονομασίας της γέφυρας. Την ημέρα λοιπόν των εγκαινίων ο Αγ. Βησσαρίωνας καμάρωνε το έργο του από το υψηλότερο σημείο του τόξου, εν μέσω του κόσμου που εύρισκετο στην κοίτη. «Πως φαίνομαι παιδιά εδώ πάνω»; ρωτάει κάποια στιγμή το πλήθος.

«Δέσποτα, αυτού ψηλά φαίνεσαι σαν κόρακας», του φωνάζει ο πρωτομάστορας. Και τότε ο Αγ. Βησσαρίων λέει γελώντας: «€, Γεφύρι του Κόρακα να είναι το όνομά του».

– Το πέρασα αρκετές φορές τούτο το γεφύρι, πριν το ανατινάξουνε οι αντάρτες του ΕΛΑΣ στις 17 Μάρτη του 1949, λέει ο μπάρμπα-Σπύρος με συγκίνηση.

Σήμερα δεν απομένουν παρά τα υπολείμματα από τις ογκώδεις βάσεις στις δυο όχθες του Αχελώου. Σώζεται επίσης η «Κούλια», το στρατιωτικό φυλάκιο που χτίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και στέγαζε τη φρουρά του γεφυριού.

Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω, σε άλλη γέφυρα του ποταμού, είναι τα όρια του Δήμου Αργιθέας, νότια με τον Δήμο Αχελώου και δυτικά με την περιφέρεια της Άρτας. Επιστρέφοντας ανηφορίζουμε για μερικά δύσβατα χιλιόμετρα προς τον συνοικισμό «Πέντε Αδέλφια», από όπου έχουμε πανοραμική άποψη του αντικρινού οικισμού του Πετρωτού. Εκεί, σ’ ένα καφενεδάκι, συναντάμε τον Δήμαρχο με κατοίκους του χωριού.

– Μαζί θα πάμε, λέει με προθυμία ο κυρ-Κώστας Κουτσικάκης.

Στα 5,5 χλμ. από το Πετρωτό προς Ανθηρό, ένας απότομος μοναχικός λόφος ορθώνεται στο πλάι του δρόμου. Είναι ο λόφος Χαϊντούτη, κατάσπαρτος με άγριες ασβεστολιθικές πέτρες και πουρνάρια. Το μονοπάτι είναι ανηφορικό και κακοτράχαλο, με έδαφος αρκετά ολισθηρό. Σε 8΄ βρισκόμαστε στην κορυφή, σε υψόμετρο 850 μέτρων. Η τοποθεσία είναι στρατηγική και η θέα πανοραμική προς την Καρνά, το Πετρωτό, την κοιλάδα του Πετριλιώτη και τις γύρω βουνοκορφές. Η οχυρωμένη επιφάνεια στην κορυφή του λόφου δεν ξεπερνάει το ενάμισι στρέμμα, δυστυχώς ελάχιστα υπολείμματα απομένουν από την περιμετρική οχύρωση.

Το Παλιόκαστρο απέχει μόλις 1,5 χλμ. πριν από το Πετρωτό και η πρόσβαση είναι συντομότερη και ευκολότερη. Η θέση βρίσκεται σ’ ένα όμορφο λιβαδάκι που περιβάλλεται από πουρνάρια. Ανάμεσά τους διακρίνονται διάσπαρτα ίχνη οχύρωσης, σε αρκετά καλύτερη κατάσταση διατήρησης από τον λόφο Χαϊντούτη.

Έχουμε αφήσει για το τέλος μια ορεινή διαδρομή, που ξεκινάει μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν από τη Μονή Κατουσίου και οδηγεί στην Καλή Κώμη. Δεν το μετανιώνουμε. Είναι μια διάσχιση με εναλλασσόμενα ελατοδάση και οξιές και ποικιλία τοπίου-εκπληκτική. Πολλές φορές χάνεται ο ήλιος κάτω από πυκνές φυσικές αψίδες έλατου ή οξιάς. Σε πολλά σημεία περνάμε μαλακά πάνω από παχύ χαλί στρωμένο με ξερόφυλλα. Άλλοτε αποκαλύπτονται χαράδρες με αβυσσαλέα βάραθρα, και απροσπέλαστους γκρεμούς. Η μοναξιά είναι απόλυτη. Στα 14,5 χλμ. ως τα πρώτα σπίτια της Καληκώμης δεν συναντάμε ψυχή.

Η τρίτη επίσκεψη στον Δήμο Αργιθέας έγινε μέσα από μια ξεχασμένη διαδρομή, που κανείς δεν μας είχε μιλήσει γι’ αυτήν. Σημειώνεται στον χάρτη σαν μια ελικοειδής γραμμή-πρόκληση, που ξεκινάει από την Άνω Παλιοκαρυά. Ήταν μια δυνατή εμπειρία σε δύσβατο έδαφος, υπέροχα δάση με όλες τις ζώνες βλάστησης, θεαματικές χαράδρες και γκρεμούς, αυχένα σε μεγάλο υψόμετρο και συνολική απόσταση μόλις 37 χλμ. από την Πύλη. Ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα ταξίδι στο παρελθόν, στις στράτες και στα χνάρια των παλιών κυρατζίδων.

– Απ’ αυτόν τον παλιόδρομο ήρθες; μου λέει στο ταβερνάκι του ο κυρ-Παύλος. Εμείς βαδίζουμε μια μέρα σ’ αυτό το δρόμο, για να φτάσουμε στην Πύλη με τα μουλάρια και τα πόδια.

 

Επίλογος

 

Θα ήταν αφελές αν πιστεύαμε, ότι σ’ ένα άρθρο θα μπορούσαμε συμπεριλάβουμε όλες τις ιδιαιτερότητες του Δήμου Αργιθέας ή ότι σε μερικές μέρες θα μας αποκάλυπτε η περιοχή όλα τα μυστικά της. Σας δίνουμε απλά το έναυσμα, αγαπητοί φίλοι, για ν’ ανακαλύψετε και να χαρείτε κάθε εποχή του χρόνου, αυτόν τον υπέροχο ορεινό τόπο με τους φιλόξενους ανθρώπους του.

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Ευχαριστούμε θερμά:

– Τον Δήμαρχο Αργιθέας Ηλία Παπαδήμα για την συμπαράσταση στο έργο μας.

– Τον Κώστα Γκουμάνη και την Βένη Βαλλιού από τον ξενώνα «ΧΡΙΣΤΙΝΑ» για τη θερμή τους φιλοξενία.

– Τον Αρχαιολόγο Λεωνίδα Π. Χατζηαγγελάκη για την χορήγηση ιστορικών και αρχαιολογικών πληροφοριών.

– Τον Δικηγόρο Μενέλαο Ν. Παπαδημητρίου για το πολύτιμο φωτογραφικό αρχείο και τις πληροφορίες του.

– Τους Ηλία Κλάρα, Ηλία Θεοδωράκη, Κώστα Κουτσικάκη και μπάρμπα Σπύρο Ζουμπορλή.

– Τέλος τον καλό μας φίλο και συνεργάτη Κυριάκο Παπαγεωργίου για την επιμονή του να γνωρίσουμε την ορεινή χώρα της Αργιθέας.

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

Κωδικός κλήσης: 24450

Τηλ. Δημαρχείου: 31202, 31120

Διαμονή: Ξενώνας «ΧΡΙΣΤΙΝΑ»: 31802, 31021

 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ-ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ:

  1. ΜΟΥΖΑΚΙ-ΑΡΓΙΘΕΑ-ΑΝΘΗΡΟ: 45 χλμ. (ασφάλτινη)
  2. ΠΥΛΗ-ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΙΪΚΑ-ΑΥΧΕΝΑΣ ΓΡΟΠΑ-ΑΝΘΗΡΟ: 43 χλμ. (μεικτή)
  3. ΠΥΛΗ-ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΙΪΚΑ-ΚΑΤΟΥΝΑ-ΕΛΛΗΝΙΚΑ-ΑΝΘΗΡΟ: 74,5 χλμ. (μεικτή)
  4. ΠΥΛΗ-ΑΝΩ ΠΑΛΙΟΚΑΡΥΑ-ΑΝΘΗΡΟ: 37 χλμ. (μεικτή)

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΧΑΡΤΕΣ

  1. ΝΟΤΙΑ ΠΙΝΔΟΣ, ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ, ΛΑΚΜΟΣ

(εκδ. ROAD 1:50.000)

  1. ΑΓΡΑΦΑ (εκδ. ROAD 1:50.000)
  2. ΒΟΡΕΙΑ ΑΓΡΑΦΑ, ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ (εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ 1:50.000)

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ

ΗΠΕΙΡΟΣ-ΘΕΣΣΑΛΙΑ (εκδ. ROAD 1:250.000)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Χατζηαγγελάκης Λ., ΑΝΑΣΚΑΦΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΓΙΘΕΑ, (Ανάτυπο από ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Τόμος 46ος, 2004).

– Γραμμένος Χ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΑΛΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑ, ΑΘΗΝΑΙ 1976.

– Γκλέζος Χ, ΤΟ ΛΙΑΣΚΟΒΟ, εκδ. BIS, ΑΘΗΝΑ 1999.

– Παπαδημητρίου Μ., Γεωγραφικά και ιστορικά στοιχεία της περιοχής.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ – ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ

 

 

Αθαμανία κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν το μεγάλο ορεινό τμήμα της Πίνδου μεταξύ Ηπείρου Θεσσαλίας και Αιτωλίας. Τμήμα της αρχαίας Αθαμανίας ταυτίζεται σήμερα με την ορεινή περιοχή του Ν. Καρδίτσας, του Αχελώου ποταμού. Σύμφωνα με την παράδοση ο τόπος πήρε το όνομά του από τον βασιλιά της Βοιωτίας Αθάμα.

Οι Αθαμάνες κατοίκησαν την περιοχή κατά την 2η χιλιετία π.Χ. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος καταλαμβάνει την Αθαμανία και έκτοτε οι κάτοικοί της τον ακολουθούν στις εκστρατείες του. Στη συνέχεια τους Αθαμάνες προσεταιρίζονται οι Ρωμαίοι, μετά ο Αντίοχος Γ΄ και αργότερα οι Μακεδόνες κατά των Ρωμαίων. Μετά την ήττα των Μακεδόνων το 168 π.Χ. στην Πύδνα οι Αθαμάνες υποτάσσονται στους Ρωμαίους. Στα χρόνια του Στράβωνα οι Αθαμάνες δεν υπάρχουν πια.

Στην περιφέρεια των χωριών της Αργιθέας έχουν εντοπισθεί αρκετές θέσεις με αρχαιολογικά στοιχεία. Στο Πετρωτό, στη θέση Παλαιόκαστρο, διατηρούνται τα ερείπια ισχυρού οχυρού. Επίσης στη θέση Κάστρο Χαϊντούτη, μεταξύ Καρυάς και Πετρωτού, σημειώνεται οχυρό του 3ου αι. π.Χ., της εποχής του Πύρρου και του Δημητρίου Πολιορκητή.

Στην περιοχή του Θερινού-Αργιθέας, στη θέση «Ελληνικά», βρίσκεται ένας από τους πιο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους, τον οποίο αρκετοί περιηγητές και ιστορικοί ταυτίζουν με την αρχαία Αργιθέα, πρωτεύουσα της Αθαμανίας κατά τον Τίτο Λίβιο. Ο αρχαίος οικισμός ήταν κτισμένος πάνω στην πορεία της πιο σύντομης οδού από την Αμβρακία στους Γόμφους και κατά την αρχαιότητα απαιτούνταν τρεις μέρες για να καλυφθεί η απόσταση αυτή.

Το παλιότερο επιγραφικό τεκμήριο των ιστορικών χρόνων απ’ αυτή την περιοχή είναι μια επιτύμβια στήλη από πρασινωπό ψαμμίτη λίθο, η οποία φέρει την επιγραφή ΑΛΚΙΑΣ, σε πρώιμη θεσσαλική γραφή.

Από τους τάφους που ανασκάφηκαν στα δυο νεκροταφεία της πόλης κατά τα έτη 1988, 1991, 1993 και 1996 βρέθηκε πληθώρα κτερισμάτων με χρονολόγηση από τον 4ο έως τον 1ο αι. π.Χ.

Μερικά από τα κυριότερα είναι: πήλινα αγγεία, λύχνοι, υφαντικά βάρη, αργυρά και χάλκινα νομίσματα Ρόδου, Ιστιαίας και Αμβρακίας, αιχμές δοράτων, μαχαιρίδια, πόρπες, ενώτια (σκουλαρίκια), τριγωνικά φύλλα χρυσού, ένας κυλινδρικός οστέινος χαλκόδετος αυλός, χρυσό δαχτυλίδι με παράσταση φτερωτού έρωτα σε πέτρα από αιματίτη, δύο ακέραιες χάλκινες περικνημίδες, ένα χάλκινο αγκίστρι αλιείας και πάρα-πολλά ακόμη ευρήματα, που αποδεικνύουν την ακμή της αρχαίας πόλης.

 

 

back-button
next-button
oreini-xwra-argitheas oreini-xwra-argitheas_1 oreini-xwra-argitheas_2 oreini-xwra-argitheas_3 oreini-xwra-argitheas_4 oreini-xwra-argitheas_5 oreini-xwra-argitheas_6 oreini-xwra-argitheas_7 oreini-xwra-argitheas_8 oreini-xwra-argitheas_9 oreini-xwra-argitheas_10 oreini-xwra-argitheas_11 oreini-xwra-argitheas_12 oreini-xwra-argitheas_13 oreini-xwra-argitheas_14 oreini-xwra-argitheas_15 oreini-xwra-argitheas_16 oreini-xwra-argitheas_17
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories