home Άρθρα Τα νησάκια της Βουρβουρού Χαλκιδικής
Τα νησάκια της Βουρβουρού Χαλκιδικής

-Σε ποιο νησάκι θέλετε να πάμε;
-Σε όλα καπετάνισσα, μεγάλα και μικρά. Ακόμα και στις ξέρες.
-Μα τότε θα χρειαστούμε προσφάϊ και νερό. Τόσες ώρες θα πεινάσουμε, θα διψάσουμε.
Βγαίνουμε έξω από τον κάβο Ξιφάρα, το ανατολικότερο άκρο του Όρμου της Μεσοπαναγιάς κι αρχίζουμε να σκίζουμε με ταχύτητα την ακύμαντη επιφάνεια του νερού…
Τρέχει ο νους κάπου 12 χρόνια πριν, όταν εγκαταλείπαμε και τότε την παραλία της Βουρβουρούς με το φίλο μας τον Μανώλη. Τρεις νομάτοι, φωτογραφικά και εργαλεία ψαρικής, υπνόσακοι και εφόδια. Ακόμα απορώ πώς καταφέραμε να χωρέσουμε και το κυριότερο, να πλεύσουμε χωρίς να μπατάρουμε, πάνω από 2 μίλια, μ’ ένα φουσκωτό που μόλις ξεπερνούσε τα 3 μέτρα. Προορισμός μας ήταν τότε η νησιδούλα του Αγ. Ισίδωρου…

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή ,Αχιλλέας Σαββόπουλος
Τα νησάκια της Βουρβουρού Χαλκιδικής
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Χαλκιδική

-Σε ποιο νησάκι θέλετε να πάμε;

-Σε όλα καπετάνισσα, μεγάλα και μικρά. Ακόμα και στις ξέρες.

-Μα τότε θα χρειαστούμε προσφάϊ και νερό. Τόσες ώρες θα πεινάσουμε, θα διψάσουμε.

Φυσιογνωμία πληθωρική η Φωφώ Πιτσιώλη, απ’ τον Άγιο Νικόλαο Σιθωνίας, φροντίζει τα χρειαζούμενα για ένα ελαφρύ κολατσιό. Ύστερα, με σβέλτες κινήσεις, ετοιμάζει την βάρκα για τον απόπλου. Αισθανόμαστε σαν θαλασσοπόροι, έτοιμοι για νέες ανακαλύψεις. Στο μεταξύ ο Βασίλης Χριστάρας, απ’ τον Αγ. Νικόλαο κι αυτός, συμπληρώνει στο τεπόζιτο τη στάθμη των καυσίμων. Μέχρι τη μέση μέσα στο νερό η κόρη τους η Μαρία, παραδίδει ταχύρρυθμα μαθήματα σ’ ένα ζευγάρι αλλοδαπών για τη λειτουργία της μηχανής, τα νησάκια, τις ξέρες, τις καλύτερες παραλίες για κολύμπι.

Τέλος Ιούλη στη Βουρβουρού Χαλκιδικής. Όλη η οικογένεια Χριστάρα, όπως και το σύνολο σχεδόν των κατοίκων της περιοχής, ένα μόνον πράγμα έχουν στο μυαλό τους τούτη την εποχή, τον τουρισμό. Οι δυο μήνες, Ιούλιος και Αύγουστος, είναι καθοριστικοί για την ευημερία ή δυσπραγία κάθε ελληνικού νοικοκυριού, που ασχολείται με τον τουρισμό.

Βγαίνουμε έξω από τον κάβο Ξιφάρα, το ανατολικότερο άκρο του Όρμου της Μεσοπαναγιάς κι αρχίζουμε να σκίζουμε με ταχύτητα την ακύμαντη επιφάνεια του νερού…

Τρέχει ο νους κάπου 12 χρόνια πριν, όταν εγκαταλείπαμε και τότε την παραλία της Βουρβουρούς με το φίλο μας τον Μανώλη. Τρεις νομάτοι, φωτογραφικά και εργαλεία ψαρικής, υπνόσακοι και εφόδια. Ακόμα απορώ πώς καταφέραμε να χωρέσουμε και το κυριότερο, να πλεύσουμε χωρίς να μπατάρουμε, πάνω από 2 μίλια, μ’ ένα φουσκωτό που μόλις ξεπερνούσε τα 3 μέτρα. Προορισμός μας ήταν τότε η νησιδούλα του Αγ. Ισίδωρου

 

ΝΕΡΑ ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΑΙ ΑΜΜΟΥΔΙΕΣ ΕΞΩΤΙΚΕΣ

Βάζουμε πλώρη προς τις δύο λιλιπούτειες νησιδούλες Καλαμονήσια, που εξέχουν ελάχιστα από την επιφάνεια της θάλασσας. Ανάμεσά τους παραμονεύουν ύπουλοι ύφαλοι και ξέρες. Απαιτείται μόνιμη εγρήγορση, σ’ αυτά τα επικίνδυνα νερά. Κάπου στο βάθος του ανατολικού ορίζοντα διαγράφεται ανεπαίσθητα μέσα στην πρωινή αχλύ το περίγραμμα του Άθω, με την οξυγώνια κορυφή.

Αφήνουμε αριστερά μας το μικροσκοπικό Πετρονήσι και καβαντζάρουμε το ανατολικό άκρο του «Διάπορου», Το νησί κυριαρχεί με τον όγκο του σ’ όλο τον κόλπο της Βουρβουρούς. Πάμπολλοι ορμίσκοι, βραχώδεις ή με ήπιες παραλίες, διαμορφώνουν μια ακτογραμμή ενδιαφέρουσα και πολύπλοκη. Ανάμεσα σε θάμνους, ελιόδεντρα και πεύκα, εμφανίζονται διάσπαρτες κατοικίες, σε εκτάσεις που ανήκουν σε ιδιώτες.

Αφήνουμε ανατολικά την νησίδα Πρασού και φτάνουμε στον δίαυλο ανάμεσα στον Διάπορο και τον Αγ. Ισίδωρο. Εδώ τα νερά γίνονται ρηχά, ανοιχτογάλαζα και διάφανα. Σαν να φτάσαμε ξαφνικά σε μια τεράστια φυσική πισίνα με ομορφιά εξωτική. Στην περιοχή όμως επικρατεί συνωστισμός. Τουλάχιστον 15 βάρκες, είναι αραγμένες αρόδο ή τραβηγμένες στην ακτή. Οι επιβάτες τους, Έλληνες και ξένοι, μεγάλοι και μικροί, απολαμβάνουν με κάθε τρόπο το προνόμιο των μοναδικών αυτών νερών. Όχι σε κάποιο απόμακρο νησί του Ειρηνικού ή του Ινδικού αλλά σε απόσταση 2 μιλίων από την παραλία της Βουρβουρούς.

Δεν είναι τυχαία η ονομασία «BLUE LAGOON», δηλαδή «Γαλάζια Λιμνοθάλασσα», που έδωσαν οι ξένοι σε τούτα τα νερά, παρατηρεί η Φωφώ. Από τότε έμεινε η ονομασία «Γαλάζια Νερά».

Ρίχνω μια ματιά στην Άννα. –Σου θυμίζει τίποτε ο τόπος;

Χαμογελάει πλατειά. –12 χρόνια είναι πολύ λίγα για να ξεχάσω τούτα τα νερά. Αλλά και τίποτε δεν έχει ξεχαστεί από κείνη την εκδρομή. Ούτε τα ψάρια και οι σουπιές που είχαμε ψήσει στην αμμουδιά, ούτε τα αμέτρητα, φοβερά κουνούπια του Αγ. Ισίδωρου, όλη τη νύχτα στην ακτή.

 

ΑΠΟΚΡΥΦΟΙ ΟΡΜΟΙ

ΠΑΡΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΝΗΣΙΑ

Αφήνουμε τον υδάτινο παράδεισο του Αγ. Ισίδωρου και συνεχίζουμε προς τα βόρεια. Μεγάλης ηλικίας ελιές και απότομη ακτή, με βράχους, αραιά πεύκα και θάμνους. Καβαντζάρουμε τις «Κορακιές», το βορειότερο ακρωτήριο του Διάπορου. Αποκαλύπτεται αμέσως η μακρόστενη νησίδα «Αμπελίτσι». Εισχωρούμε στον απόλυτα προφυλαγμένο όρμο του «Κρυφτού». Μια παράξενη στενή ξέρα, που ελάχιστα εξέχει απ’ το νερό, συνδέει τα άκρα των δυο νησιών, σ’ έναν δίαυλο που δεν ξεπερνάει σε πλάτος τα 60-70 μέτρα. Σ’ ένα σημείο, αθέατο σχεδόν, η συνοχή της ξέρας διακόπτεται μ’ ένα άνοιγμα, που το πλάτος του μόλις φτάνει τα 2 μέτρα.

Αυτό είναι το «Πέρασμα», εξηγεί η Φωφώ, απαιτεί εμπειρία και καλή γνώση των νερών.

Συνεχίζουμε προς το εσωτερικό του Κρυφτού. Ένα πέτρινο καλυβάκι είναι χτισμένο ανάμεσα σε πυκνούς θάμνους, ελιόδεντρα και πεύκα. Παλιότερα χρησιμοποιείτο από τους ελαιοσυλλέκτες του νησιού. Να κι ένα επιβλητικό δικάταρτο ιστιοφόρο με σημαία ισπανική. Είναι αραγμένο αρόδο στα ήρεμα νερά. Προβάλλουν κάποια πολυτελή σπίτια εξοχικά, σε εκτάσεις αγορασμένες από τους παλιούς ντόπιους ιδιοκτήτες του νησιού. Το τοπίο είναι ειδυλλιακό και ειρηνικό. Κάποια πεύκα φτάνουν ως την άκρη της ακτής.

Ρίχνουμε μια βουτιά στα ρηχά νερά. Είναι σχεδόν χλιαρά. Βαδίζουμε μερικές δεκάδες μέτρα και σε κάποιο σημείο εισχωρούμε σε περιφραγμένο ελαιώνα με κατεύθυνση ανατολική. Σ’ ένα 5λεπτο φτάνουμε απέναντι από τον Αγ. Ισίδωρο με τα απίθανα νερά. Εδώ κάποιες εξοχικές κατοικίες έχουν όλα τα προνόμια της τοποθεσίας και της θέας.

Επιστρέφουμε στον μυχό του όρμου. Απόλυτη η άπνοια κι η ζέστη αποπνικτική. Στο βόρειο άκρο του νησιού Αμπελίτσι μας ξαναβρίσκει το βοριαδάκι. Περνάμε ανοιχτά από το νησάκι «Περιστέρι» και το πολύ μικρότερο «Ποντικονήσι». Λίγο αργότερα παραπλέουμε το ακρωτήριο της Βουρβουρούς που ο χάρτης μας ονομάζει «Μέγας Τοίχος».

Βρισκόμαστε ήδη μπροστά στο νησάκι της «Καλογριάς», που κάποτε ανήκε στην οικογένεια Πιτσιώλη αλλά από τον Δεκέμβριο του 1976 περιήλθε σε νέους ιδιοκτήτες.

Εισχωρούμε στον ευρύ όρμο «Δημητράκης». Στα ήρεμα νερά του καθρεφτίζονται αραγμένα αρκετά σκάφη αναψυχής. Κάποια βράχια της ακτής είναι σμιλεμένα από τη διάβρωση των αιώνων με τρόπο εκπληκτικό. Ανάμεσά τους βοτσαλωτοί πυθμένες με διαυγέστατα νερά. Ο τόπος είναι στ’ αλήθεια εξωτικός, οι ξέρες ωστόσο χρειάζονται προσοχή. Νά και το «Λαγονήσι», μικρή ξέρα που συνδέεται με την ακτή με μια στενή λωρίδα αμμουδιάς.

Βγαίνοντας από τα δυτικά του κόλπου διασχίζουμε τον δίαυλο ανάμεσα στη νησίδα Καλογριά και το ακρωτήριο «Ρίτσος». Σε περίοπτη θέση στην κορυφή του κάβου δεσπόζει το ξενοδοχείο «ΗΩΣ». Στις αντικρινές ακτές διαγράφεται η «Τρανή Αμμουδιά». Αποκαλύπτεται ο προφυλαγμένος Όρμος της Παναγιάς, διάσημη αφετηρία των ημερήσιων κρουαζιερών για τα ανοιχτά των ακτών του Αγίου Όρους.

Επιστρέφουμε. Για τρεις σχεδόν ώρες έχουν παρελάσει από τα μάτια μας εικόνες εκπληκτικές, με ποικιλία μοναδική. Απομένει μόνον ο διάπλους του μακρόστενου Όρμου «Δημήτρης» και οι πολύπλοκες δυτικές και νότιες ακτές του Διάπορου. Με αντίστροφη πορεία πλέουμε ανοιχτά της Καλόγριας και μπαίνουμε στον Όρμο Δημήτρης. Νότια του νησιού Περιστέρι προβάλλει ένα μικρότερο νησάκι στενό, με ελιόδεντρα και θάμνους κι ένα μοναδικό οίκημα στη χαμηλή στεριά. Είναι η «Ελιά». Αμέσως μετά μια λιλιπούτεια ξέρα εξέχει απ’ τα νερά. Πάνω της είναι χτισμένο ένα μικροσκοπικό εικονοστάσι. Η εικόνα αποπνέει μια σπάνια λιτότητα.

Κατευθυνόμαστε ήδη νότια, στο βάθος του όρμου Δημήτρη. Αριστερά μας κυριαρχεί ο όγκος του Διάπορου, που μοιάζει τεράστιος σε σύγκριση με τα υπόλοιπα μικρονήσια. Τα χτίσματα σ’ αυτή την πλευρά του νησιού είναι αρκετά. Μικρές και συνεχόμενες είναι οι αμμουδιές και υπάρχουν πολλά αραγμένα σκάφη αναψυχής. Φτάνουμε έξω απ’ το διάσημο «Λιβάρι», την λιμνοθάλασσα που με την εξωτική ομορφιά της αποτελεί σημείο αναφοράς για την Βουρβουρού. Ο τόπος είναι ασυνήθιστος και παράξενος με αμμουδερές νησιδούλες και περάσματα ανάμεσά τους τόσο ρηχά, που μπορούν να βηματίζουν άφοβα και μικρά παιδιά.

Το Λιβάρι είναι τόπος αναπαραγωγής καβουριών, που με την αλόγιστη συλλογή τους κόντεψαν να εξαφανιστούν. Μια πινακίδα αναγράφει: «Απαγορεύεται η αλιεία στη λιμνοθάλασσα, βιότοπος αναπαραγωγής. Υψηλά πρόστιμα».

Αφήνουμε τις γαλήνιες εικόνες στο Λιβάρι και εισχωρούμε στον ευρύτατο Όρμο της Μεσοπαναγιάς. Ο γύρος του Διάπορου πλησιάζει προς το τέλος του. Ήδη ξεδιπλώνονται, η μία μετά την άλλη, οι θαυμάσιες αμμουδιές στα νότια του νησιού. Που τις χαίρονται και οι ελεύθεροι κατασκηνωτές, με ό,τι βέβαια μια τέτοια δραστηριότητα συνεπάγεται για τη συνολική υγιεινή και καθαριότητα του τόπου.

Σ’ αυτά τα νερά δεν δικαιούμαστε κι εμείς μια βουτιά; αναρωτιέται η Φωφώ.

Θεϊκός αμμουδερός βυθός, νερά στο χρώμα του σμαραγδιού και βραχώδεις σχηματισμοί, αληθινά φυσικά γλυπτά. Ένας τόπος αξεπέραστης ωραιότητας.

Αργήσατε, φωνάζει ο Βασίλης, καθώς δένουμε τη βάρκα. Ελάτε να δείτε τί μεζέ σας έχω κρατημένο.

Αυλή με γρασίδι και λουλούδια, κιόσκι σκιερό κι από κάτω, ένα μέτρο απ’ το νερό, δυο νεαρά πλατάνια με χτιστό τοιχαλάκι γύρω απ’ τους κορμούς.

-Όταν τα φύτεψα πλάϊ στην αμμουδιά, κανείς δεν πίστευε ότι θ’ άντεχαν την αλμύρα.

Γεμίζει ο Βασίλης τα ποτηράκια με τσίπουρο Αη-Νικόλα και φέρνει το μεζέ. Είναι φέτες ξιφία, που έβγαλε με παραγάδι ένας φίλος του το ξημέρωμα.

Μια-μια οι βάρκες του Χριστάρα επιστρέφουν. Η Μαρία τις παραλαμβάνει και τις δένει στ’ αγκυροβόλιά τους, τη μια δίπλα στην άλλη. Ο τόπος ξαφνικά γεμίζει από φωνές, ιδιαίτερα των παιδιών, που είναι ενθουσιασμένα από την ολοήμερη θαλασσινή τους εμπειρία.

Το δειλινό μας βρίσκει πάνω απ’ τον όρμο Δημητράκη. Είναι η μαγική ώρα που οι τελευταίες ακτίνες, σχεδόν κοκκινωπές, παιχνιδίζουν ανάμεσα σε κατάρτια και σκαριά, πριν ο ήλιος βουτήξει πίσω απ’ τα βουνά.

Καθώς πέφτει η νύχτα, φτάνουμε στο κατάλυμά μας, στο ξενοδοχείο «ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ». Γλυκειά χαλάρωση στο μπαλκόνι του δωματίου μας, μερικές δεκάδες μέτρα πάνω από μια θαυμάσια αμμουδιά. Δίπλα της αραδιασμένα τα τραπεζάκια της ταβέρνας του Ψαρογιάννη. Ένα σκηνικό, τόσο γνώριμο και δημοφιλές, τόσο χαρακτηριστικό του Ελληνικού καλοκαιριού.

Εκεί θα’ θελα να ολοκληρώσω τη σημερινή μέρα, λέει η Άννα. με μια παγωμένη μπυρίτσα δίπλα στο νερό.

Κάθεται μαζί μας ο Στέλιος Ψαρογιάννης. Από την πρώτη στιγμή κι αυτός, όπως η Φωφώ, αγκάλιασε το εγχείρημά μας ν’ ασχοληθούμε με τον τόπο.

Χαθήκατε όλη μέρα. Έχω να σας γνωρίσω έναν ντόπιο πολύ σημαντικό. Νέο άνθρωπο, αρχαιολόγο απ’ τους καλύτερους, που ξέρει σαν την παλάμη του αυτή την περιοχή.

Λίγα λεπτά μετά έχουμε τη χαρά να γνωρίζουμε τον αρχαιολόγο Άγγελο Σμάγα.

-Ναι, έχω ασχοληθεί για χρόνια με τον τόπο. Τί ακριβώς όμως θέλετε από μένα;

-Τις εμπειρίες και τις γνώσεις σου για τα άγνωστα, τα απόκρυφα και κυρίως τα αρχαιολογικά σημεία του τόπου.

-Θα χρειαστούμε όμως και βάρκα. Πρέπει να πάμε απέναντι, στα νησάκια.

Και βάρκα διαθέτουμε, του λέει η Άννα. Το μόνο πρόβλημα είναι, ότι αύριο τα χαράματα, πρέπει να βρισκόμαστε στη θάλασσα. Έχω ραντεβού με τον ήλιο που θ’ ανατέλλει.

Κι εγώ αύριο το ξημέρωμα έχω ραντεβού να σηκώσω παραγάδι, λέει ο Άγγελος.

Μένει για λίγο σκεπτικός. Τον καταλαβαίνω. Είναι πολύ συναρπαστικό να βρίσκεσαι χαράματα στη θάλασσα και να σηκώνεις παραγάδι.

-Τελοσπάντων, νομίζω πως με πείσατε. Μάλλον θα θυσιάσω το παραγάδι.

 

ΜΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ

Στις 5 ακριβώς χτυπάει το ξυπνητήρι. Δεν μας αιφνιδιάζει. Το «βιολογικό» μας ξυπνητήρι χτύπησε νωρίτερα.

Καπετάνιος μας σήμερα είναι ο Βασίλης. Μας περιμένει στο κιόσκι με καφεδάκι. Στην ώρα του είναι κι ο Άγγελος Σμάγας. Ο σκοπός της αποστολής υπερίσχυσε του χόμπυ.

Από το ακρωτήρι Ξιφάρα βγαίνουμε ανοιχτά. Την πρωινή τούτη ώρα η κορυφή του Άθω διαγράφεται καθαρότερα από χθες. 100 μέτρα πριν απ’ τα μικρά Καλαμονήσια σταματάμε. Εδώ θα περιμένουμε τον ήλιο. Αμέτρητοι γλάροι είναι ακροβολισμένοι πάνω στους βράχους, χαλάνε τον κόσμο με τις φωνές τους.

Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, πάνω σ’ αυτές τις βραχώδεις νησιδούλες έχουν βρεθεί ίχνη κεραμεικής της ρωμαϊκής εποχής, λέει ο Άγγελος. Και βέβαια, αν δεχθούμε ότι κάθε 1000 χρόνια η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει κατά 1 περίπου μέτρο, θα καταλήξουμε ότι κάποτε τα νησάκια ήταν μεγαλύτερα και ψηλότερα και οι ενδιάμεσες ξέρες ενώνονταν μεταξύ τους.

Στις 6:20’ ακριβώς σταματάνε οι συζητήσεις. Μια κόκκινη κουκιδούλα προβάλλει πάνω από τις ράχες της Αθωνικής χερσονήσου. Κάθε δευτερόλεπτο γίνεται μεγαλύτερη, σιγά-σιγά καμπυλώνεται σε τόξο και στο τέλος μεταμορφώνεται στον πορφυρό δίσκο του ήλιου. Εκατοντάδες γλάροι σηκώνονται στον αέρα. Οι σιλουέττες τους διαγράφονται σκοτεινές ανάμεσα στον ορίζοντα και τον ήλιο. Μαζί τους και μερικοί κορμοράνοι. Το θέαμα είναι μοναδικό.

Πάμε στον Αγ. Ισίδωρο καπετάνιε, λέει ο Άγγελος.

-Τί έχει εκεί;

-Πριν χρόνια, τα ερείπια ενός ναΐσκου. Σήμερα, δεν ξέρω τι έχει απομείνει.

Σ’ ελάχιστα λεπτά φτάνουμε στα παραμυθένια «Γαλάζια Νερά». Ερημιά, τούτη την ώρα είμαστε ολομόναχοι. Πού είναι ο χθεσινός συνωστισμός! Προσεγγίζουμε μια κουκλίστικη αμμουδιά, με άνοιγμα που δεν ξεπερνάει τα 10 μέτρα. Τη στιγμή που πηδάμε από τη βάρκα μια κινητικότητα παρατηρείται ανάμεσα στους θάμνους. Είναι τρία χαριτωμένα αγριοκούνελα, που απομακρύνονται διακριτικά και καθόλου φοβισμένα. Τα πλησιάζουμε στα 5 ως 6 μέτρα και τα φωτογραφίζουμε. Ύστερα ανηφορίζουμε την χαμηλή ακτή με κατεύθυνση ΝΑ. Σε δυο λεπτά ο Άγγελος σταματάει και ψάχνει για λίγο ανάμεσα στους θάμνους. Ύστερα μας δείχνει κάποια ταπεινά υπολείμματα τοιχοποιΐας, που μετά βίας εξέχουν πάνω από το έδαφος.

Λυπάμαι που η σημερινή εικόνα δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες σας. Μια 10ετία όμως πριν το ύψος της τοιχοποιΐας του Αγ. Ισίδωρου ξεπερνούσε το 1 μέτρο. Ήταν ένας ναΐσκος βυζαντινός του 13ου-14ου αιώνα. Κάποιοι «ευσεβείς» τού άφησαν μόνον τη θεμελίωση.

Καθώς επιστρέφουμε στη βάρκα εμφανίζονται κάποιοι άλλοι εκπρόσωποι της πανίδας του νησιού. Είναι δυο πανέμορφες κατσικούλες με κέρατα εντυπωσιακά, που έχουν κατέβει στην αμμουδιά για να σβήσουν τη δίψα τους με θαλασσινό νερό. Στο κατάξερο και άνυδρο έδαφος του Αγ. Ισίδωρου έχουν υποχρεωθεί να προσαρμοστούν.

Βάζουμε πλώρη για τα βόρεια του Διάπορου και μπαίνουμε στον Όρμο του Κρυφτού. Μπροστά μας η μακρόστενη ξέρα ανάμεσα σε Διάπορο κι Αμπελίτσι. Μια ψαρόβαρκα έρχεται προς το μέρος μας. Καθώς πλησιάζει, κόβει ταχύτητα και με μαεστρία περνάει από το «Πέρασμα».

Είναι ο Μαργαρίτης ο Παρδάλης, λέει ο Βασίλης. Ξέρει τα νερά.

Βλέπετε εκείνο το κτίσμα πάνω απ’ την ακτή; ρωτάει ο Άγγελος. Είναι τα ερείπια του Αγ. Ανδρέα. Εκεί θα πάμε.

Πηδάμε από τη βάρκα στην βραχώδη ακτή του Διάπορου. Ανηφορίζουμε για λίγο ανάμεσα στους θάμνους. Σε δυο λεπτά φτάνουμε στα υπολείμματα της παλαιοχριστιανικής βασιλικής του Αγ. Ανδρέα. Η ισχυρή τοιχοποιΐα φτάνει το ύψος των 4 περίπου μέτρων, ενώ οι αντηρίδες στην εξωτερική κόγχη του ιερού είναι αρχιτεκτονικό γνώρισμα, χαρακτηριστικό του 5ου αιώνα. Το μνημείο πρέπει να ήταν πολύ μεγάλων διαστάσεων αφού το μισό του σωζόμενου πλάτους φτάνει τα 6 μέτρα!

Ο Αγ. Ανδρέας, χτισμένος το 500 περίπου ήταν ο παλαιότερος χριστιανικός ναός στην περιοχή, εξηγεί ο Άγγελος, που ανέλαβε, διαδεχόμενος τα τοπικά ιερά να στεγάσει τις μεταφυσικές ανησυχίες των ντόπιων στο πλαίσιο της νέας θρησκείας. Επρόκειτο για ένα δημόσιο οικοδόμημα τύπου βασιλικής, κατασκευασμένο με ασβεστόπετρες και μάρμαρα, μεταφερμένα από μακρινές αποστάσεις. Έτσι το μνημείο αναδείκνυε με την πολυτέλειά του την οικονομική ευμάρεια της περιοχής.

-Η οικονομική αυτή ευμάρεια από πού προήρχετο;

-Οι κάτοικοι, εκτός από ψαράδες και ναυτικοί, ήταν και γεωργοί, που καρπώνονταν την παραγωγή των εύφορων εδαφών της Βουρβουρούς με τα τρεχούμενα νερά. Άλλωστε, τόσο πάνω στο άνυδρο νησί τους, όσο και στο διπλανό Αμπελίτσι, με το οποίο ενωνόταν με λίθινο δρόμο, δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν σημαντικές καλλιέργειες. Τα σημαντικότερα έσοδά τους πρέπει να προέρχονταν από την εκμετάλλευση της αλυκής στη «Μπάρα» και του ιχθυοτροφείου στο «Λιβάρι». Με τις ίδιες παραγωγικές δραστηριότητες πρέπει να ασχολούνταν και οι κάτοικοι στο ακρωτήριο Ζαβός στο Διάπορο, καθώς και οι νοικοκυραίοι στα νησιά Αγ. Ισίδωρος και Περιστερονήσι.

Πολύ σοφώτεροι σήμερα από χθες, κατευθυνόμαστε για άλλη μια φορά στον όρμο του Κρυπτού. Μας υποδέχονται σταχτοτσικνιάδες και ωραίες αντανακλάσεις στα γαλήνια νερά. Βγαίνουμε στην τσιμεντένια αποβάθρα. Στην αυλόθυρα του παραθαλάσσιου σπιτιού το υπέρθυρο αποτελείται από τμήμα ρωμαϊκής σαρκοφάγου με λατινική επιγραφή. Με μήκος που ξεπερνάει το ένα μέτρο, η σαρκοφάγος αποτελούσε αρχιτεκτονικό μέλος του Αγ. Ανδρέα.

Τουλάχιστον έχει διασωθεί από τους αρχαιοκάπηλους, σχολιάζει ο Άγγελος.

Επιστρέφοντας είναι η σειρά μας να διαβούμε το στενό «Πέρασμα» ανάμεσα Διάπορο κι Αμπελίτσι. Βάζουμε πλώρη για την νησιδούλα «Ελιά» και αμέσως μετά βγαίνουμε σε μικροσκοπική αμμουδιά.

Πάμε τώρα να βρούμε το «Μέγα Τείχος», λέει ο Άγγελος.

Ανηφορίζουμε στην άσφαλτο, βαδίζουμε προς τα βόρεια για 150 περίπου μέτρα και στρίβουμε αριστερά δίπλα σε συγκρότημα εξοχικών κατοικιών. Χαμηλότερα αρχίζουν οι ακτές με τα γαλήνια νερά του Όρμου «Δημητράκη».

Αυτός ο Όρμος έγινε διάσημος στα χρόνια του μεγάλου πολέμου, λέει ο Άγγελος. Από την παραλία με την καλύβα του γερο-Μιλτιάδη έφευγαν με καΐκια τα συμμαχικά στρατεύματα για την Μ. Ανατολή. Υπολογίζεται ότι φυγαδεύτηκαν πάνω από 4.000 συνολικά. Η κυβέρνηση της Ν. Ζηλανδίας απέστειλε ευχαριστήρια επιστολή ευγνωμοσύνης στον Αγ. Νικόλαο, που φυλάσσεται μέχρι σήμερα. Διακρίνετε όμως κάτι εκεί πάνω;

-Ναι, ένα τοιχαλάκι, μισοχαμένο στους θάμνους.

-Ε, αυτό είναι ό,τι σώζεται απ’ το λεγόμενο «Μέγα Τείχος».

Παραμερίζουμε με δυσκολία πυκνούς σχοίνους, ρείκια και πουρνάρια και φτάνουμε στην βάση της τείχισης. Είναι βαρειά αργολιθοδομή από ντόπιο γρανίτη. Το σωζόμενο ύψος φτάνει το 1.8μ. ενώ το πλάτος κυμαίνεται γύρω στα 2.30-2.40μ. Το ορατό μήκος της οχύρωσης δεν ξεπερνάει τα 15 μέτρα.

Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Ι. Παπάγγελο, για να προστατέψει η Βυζαντινή Αυτοκρατορία τα εδάφη της Χαλκιδικής από τις Βουλγαρικές επιδρομές (894-927) δημιούργησε κάποιες αμυντικές βάσεις και ειδικότερα, για την προστασία των ποιμνίων, κάποια «δυσεξήγητα διατειχίσματα». Ανάμεσα σ’ αυτά ανήκει και το «Μέγα Τείχος» στην περιοχή της Βουρβουρούς.

-Υπάρχουν ακόμη αρκετές θέσεις με υπολείμματα απ’ το αρχαίο παρελθόν της περιοχής, λέει ο Άγγελος. Θα χρειαζόμασταν όμως πολύ χρόνο και τα ίχνη δεν είναι τόσο εμφανή. Ας σταματήσουμε μόνον στα «Κοιμητήρια του Διάπορου».

Στο νότιο τμήμα του νησιού, σε μικρή απόσταση από την ακτή, συναντάμε ένα ζεύγος καμαροσκέπαστων τάφων από αργολιθοδομή και ασβεστοκονίαμα.

Εκεί θάφτηκαν κάποιοι από τους πρώτους Χριστιανούς της περιοχής αφού έζησαν ευημερώντας από τον 4ο αι.μ.Χ. ως το 540, χρονιά που συνέβη η καταστροφική επιδρομή των Ούνων. Οι κατοπινές Σλαβικές επιδρομές και οι σεισμοί του 7ου αι. οδήγησαν στην ερήμωση των αγροτικών μικροσυνοικισμών και στον διασκορπισμό του χριστιανικού πληθυσμού μέχρι τον 9ο αιώνα, οπότε οργανώνεται ο Αγιορείτικος μοναχισμός που καθορίζει και την πορεία αυτής της περιοχής.

Τρεις ώρες μετά την πρωινή αναχώρησή μας επιστρέφουμε στο αραξοβόλι του Χριστάρα. Ήταν ένα απρόσμενο ταξίδι στο χρόνο με ξεναγό μας τον αρχαιολόγο Άγγελο Σμάγα. Αγναντεύουμε πια με άλλο βλέμμα τα νησάκια της Βουρβουρούς. Δεν είναι μόνον εξωτικές αμμουδιές και διάφανα νερά. Ανάμεσα από τα βάτα και τους θάμνους, πίσω από ταπεινές ξερολιθιές, μπορούμε τώρα να διακρίνουμε και ν’ αξιολογήσουμε μικρές αλλά τόσο σημαντικές λεπτομέρειες από το μακρινό τους παρελθόν.

 

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ

Ένα πρωινό αφήνουμε τις παραλίες και παίρνουμε τα βουνά και συγκεκριμένα τον πευκόφυτο Ίταμο. Είναι το πιο θεαματικό ξάγναντο της Βουρβουρούς και των νησιών. Ξεναγός μας ο Θανάσης Πιτσιώλης, αδελφός της Φωφώς. Ανηφορίζουμε από τη στροφή «Δημητρέλη», μια από τις πολλές οδικές προσβάσεις στο βουνό. Εκκλησία Αγ. Χριστόφορου, πεύκα και κουμαριές, πολλές διακλαδώσεις δασικών δρόμων αλλά και σήμανση πυκνή. Καλοσυντηρημένοι αρχικά οι δρόμοι και φαρδείς, ψηλότερα στενεύουν και γίνονται δύσβατοι.

Φτάνουμε στις κεραίες της κινητής τηλεφωνίας, σε υψόμετρο 550 μέτρων. Αποκαλύπτεται χαμηλά η απίστευτη πολυπλοκότητα των ακτών και νησιών της Βουρβουρούς, με τους διαύλους, τα ακρωτήρια, τους αλλεπάλληλους μικρούς και μεγάλους όρμους, την καταιγιστική εναλλαγή πράσινου και γαλάζιου. Η άπνοια βέβαια και η ζέστη δεν δημιουργούν την διαυγέστερη ατμόσφαιρα, η αίσθηση όμως από ψηλά είναι μοναδική, αναγνωρίζουμε ένα προς ένα όλα τα νησιά.

Νωρίς το μεσημέρι, θεωρεί ο Θανάσης ότι είναι η καταλληλότερη ώρα για ένα αγνό τσίπουρο Αγιονικολάτικο. Μας το προσφέρει στο εκπληκτικό κιόσκι του ξενοδοχείου ΗΩΣ που έχει δημιουργήσει με τη γυναίκα του Βούλα στην άκρη του κάβου Φανάρι, 45 μέτρα πάνω απ’ τα διάφανα νερά.

Το απόβραδο μας βρίσκει στον αντικρινό κάβο, στο ακρωτήριο Μέγας Τοίχος. Στην κορυφή του λόφου, πάνω από την υπέροχη μονάδα «Θαλασσόκηπος», έχουμε στραμμένα για ώρα τα βλέμματά μας προς την κατεύθυνση της ανατολής. Κάποια στιγμή η υπομονή μας ανταμείβεται, προβάλλει το ολόγιωμο φεγγάρι πάνω από τα γαληνεμένα νερά του Όρμου Δημήτρης και τα σκοτεινά περιγράμματα του Διάπορου και των μικρονησιών του Περιστεριού και της Ελιάς. Είναι τόσο πολλά και εντυπωσιακά τα σημεία θέας και ρεμβασμού στη Βουρβουρού, που πραγματικά δεν ξέρει κανείς κάποιες ώρες της μέρας ή της νύχτας, πού πρώτα να βρεθεί.

Μετά από τις μοναδικές εικόνες της πανσέληνου η συνέχεια της νύχτας δεν θα μπορούσε να ήταν συμβατική. Τα βήματά μας μάς οδηγούν έξω από τον μεγάλο όρμο της Μεσοπαναγιάς, στον Όρμο «Καρύδι». Αυτή η ακτή είναι για την Βουρβουρού μια πραγματική εύνοια της τύχης. Είναι μια αγκαλιά με άνοιγμα 200 περίπου μέτρων, περίκλειστη στα δυο της άκρα από χαμηλούς, ήπιους βράχους, σμιλεμένους από τα κύματα των αιώνων. Άμμος λεπτή και λευκή, νερά ρηχά, ανοιχτογάλαζα, με απίστευτη διαφάνεια. Μια φυσική πισίνα από τις κορυφαίες της Ελλάδας, που τα νερά της ριγούν μόνο απ’ τις πνοές της τραμουντάνας και του γραίγου.

Εξίσου υπέροχο είναι και το φυσικό περιβάλλον, κατάφυτο με πανύψηλες κουκουναριές και θάμνους σχοίνων και πουρναριών. Αυτή η παράκτια καλλονή είναι επόμενο να μαγνητίζει αναρίθμητους θαυμαστές και εραστές. Μόνον νωρίς το πρωί ή στις παρυφές του καλοκαιριού μπορεί πραγματικά να την απολαύσει κανείς. Και βέβαια τις ώρες της νύχτας, όπως η αποψινή, που είναι επιπλέον ολόφωτη από το φως του φεγγαριού.

Μια άλλη νύχτα έχει κρυφτεί ολότελα το φεγγάρι στη Βουρβουρού. Μαύρα σύννεφα έχουν καλύψει θάλασσα και στεριά. Δυνατές πνοές ανέμου σείουν άγρια τα φυλλώματα των δέντρων. Ασφαλίζουμε πόρτες και παράθυρα, βγαίνουμε στο μπαλκόνι. Οι πρώτες αστραπές αυλακώνουν τον ουρανό. Δεν αργεί να ξεσπάσει η βροχή βίαιη, ορμητική, επιθετική. Την είχε ανάγκη ο τόπος μετά από τόση ξεραΐλα. Ακούγονται κάποιοι μακρινοί κεραυνοί. Να και μια μικρή εστία φωτιάς, που φωτίζει ξαφνικά την αντικρινή σκοτεινή στεριά. Σε τρία λεπτά εξαφανίζεται, την σβήνει η βροχή.

Στο μεταξύ τα αστραπόβροντα πλησιάζουν. Προφυλαγμένοι στο μπαλκόνι μας απολαμβάνουμε τα βίαια ξεσπάσματα της φύσης. Που κάποια στιγμή φτάνουν στα άκρα. Με μια εκτυφλωτική λάμψη κι έναν εκκωφαντικό κρότο κεραυνού. Που νομίζουμε πως σκάζει πάνω στα κεφάλια μας.

Το επόμενο πρωί μας φωνάζει στο κιόσκι ο Βασίλης.

-Πού είσασταν χτες βράδυ τη στιγμή του κεραυνού;

-Εκεί απέναντι, Βασίλη, στο μπαλκόνι.

-Πάλι καλά. Εμείς είμασταν στο κιόσκι κι αποφασίσαμε να τρέξουμε στο σπίτι. Τη στιγμή που ανοίγαμε την πόρτα, έπεφτε στο κιόσκι ο κεραυνός. Ελάτε να σας δείξω τι άφησε στο πέρασμά του.

Ίχνη στον κορμό της λεύκας, μαυρισμένα κομμάτια ξύλων, ένα ξηλωμένο πλακάκι δαπέδου. Μια εικόνα πρωτόγνωρη και μια εμπειρία μοναδική.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είναι πολύ ιδιαίτερος τόπος η Βουρβουρού, δεν μοιάζει με κανέναν άλλο θερινό προορισμό. Χιλιάδες παραθεριστές κάθε χρόνο, Έλληνες και ξένοι, χαίρονται τις απίθανες παραλίες, την εξωτική ομορφιά των μικρονησιών. Πιστεύουμε, ωστόσο, πως για τους απαιτητικούς περιηγητές οι ιδανικότεροι μήνες είναι ο Απρίλης κι ο Μάης, ο Σεπτέμβρης κι ο Οκτώβρης. Ψάρι φρέσκο και φτηνό, ηρεμία και ποιότητα υπηρεσιών, καιρικές συνθήκες ποικίλες, απρόβλεπτες και συναρπαστικές. Εποχή για καλές γνωριμίες και φιλίες με τους ντόπιους, για την μεγαλύτερη δυνατή απόλαυση των ιδιαιτεροτήτων της Βουρβουρούς.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Άγγελος Δ. Σμάγας, «ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗ ΣΙΘΩΝΙΑ», εκδ Δήμου Σιθωνίας, Θεσ/νίκη 2000

-Άγγελος Δ. Σμάγας, «Στον Άγιο Νικόλαο πριν τον Άγιο Νικόλαο», εκδ. Δήμου Σιθωνίας, Θεσ/νίκη 2002.

-Ιωακείμ Αθ. Παπάγγελος «Η Χαλκιδική κατά τους Μέσους Χρόνους», «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ», ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ, ΘΕΣ/ΝΙΚΗ 1998

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Θερμά ευχαριστούμε:

-Τον Βασίλη, τη Φωφώ και τη Μαρία Χριστάρα για τη φιλοξενία, τις ευχάριστες στιγμές και την αμέριστη συμπαράσταση στο έργο μας.

-Τους αδελφούς Στέλιο και Κώστα Ψαρογιάννη για την φιλοξενία και όλες τις σημαντικές τους βοήθειες.

-Τον Θανάση Πιτσιώλη για την ξενάγηση στον Ίταμο και τις ωραίες ώρες που περάσαμε μαζί.

-Τέλος, ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στον αρχαιολόγο Άγγελο Σμάγα, χάρις στην απολαυστική και αρχαιολογική ξενάγηση του οποίου, η μαγευτική περιοχή των Διαπορίων Νήσων και της Βουρβουρούς απέκτησε μιαν άλλη διάσταση, άγνωστη και απρόσμενη.

 

ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΒΟΥΡΒΟΥΡΟΥΣ – ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ: 120 ΧΛΜ.

 

 

back-button
next-button
ta-nisakia-tis-vourvourou ta-nisakia-tis-vourvourou_1 ta-nisakia-tis-vourvourou_2 ta-nisakia-tis-vourvourou_4 ta-nisakia-tis-vourvourou_6 ta-nisakia-tis-vourvourou_7 ta-nisakia-tis-vourvourou_8 ta-nisakia-tis-vourvourou_9 ta-nisakia-tis-vourvourou_10 ta-nisakia-tis-vourvourou_11 ta-nisakia-tis-vourvourou_12 ta-nisakia-tis-vourvourou_13 ta-nisakia-tis-vourvourou_14 ta-nisakia-tis-vourvourou_15 ta-nisakia-tis-vourvourou_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories