home Άρθρα Στα Πομακοχώρια της Ξάνθης
Στα Πομακοχώρια της Ξάνθης

Βρίσκομαι στην Θράκη. Στο νομό Ξάνθης, που μυρίζει καπνό μπασμά και σοκολατένιες καριόκες. Δυο στοιχεία που ερεθίζουν τα ρουθούνια και θυμίζουν τη λάμψη της ξανθιώτικης αστικής τάξης των καπνεμπόρων και τις εκτάσεις της καπνοκαλλιέργειας που συναντάς μόλις βγεις απ’ την πόλη.
Θα κατευθυνθούμε προς τ’ ανατολικά Πομακοχώρια, κι όσο τριγυρνούμε στην πόλη οι φιγούρες των μουσουλμάνων γυναικών με τις μαντήλες και τα μακρυά πανωφόρια, μας προετοιμάζουν για την είσοδο στον κόσμο μιας μειονότητας που σπάει με την ενδυματολογική του διαφορετικότητα, την ομοιομορφία της δυτικογενούς νεοελληνικής ενδυμασίας. 

Κείμενο: Μιχάλης Ζευγουλάς
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Στα Πομακοχώρια της Ξάνθης
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΡΑΚΗ, Ξάνθη

Ντουμπρέ ντοϊντάτε νανάσο(ϋ) μέστο(ϋ)!

(Καλώς ήρθατε στα δικά μας μέρη!)

 

Πολλές είναι οι περιοχές στη χώρα μας που αναπνέουν μακρυά απ’ την πάμφωτη τηλεοπτική πραγματικότητα και τη θορυβώδη καταναλωμανία των μεγάλων πόλεων. Ορεινές περιοχές σαν την ορεινή Ναυπακτία. Ή τους μικροοικισμούς στα ΒΔ σύνορα της χώρας που δε σήκωσαν ποτέ κεφάλι μετά τη μεταπολεμική ερήμωση. Ακόμη τα αρωματισμένα από θυμάρι μικρονήσια που η δίμηνη τουριστική «άνοιξη», τα καταδικάζει στην ερημιά των υπόλοιπων μηνών.

Στους κουρασμένους κατοίκους των πόλεων οι εικόνες αυτών των απόκεντρων περιοχών εκπέμπουν κάτι το απόκοσμο, το αλλόχρονο. Τα θέλγητρά τους ερεθίζουν την τυποποιημένη λογική και λειτουργία των μεγαλοπολιτών. Ένας μύθος εξωτισμού περιβάλλει όλους αυτούς τους προορισμούς που παρά την έλξη που ασκούν δε φαίνεται ναχουν μέλλον, αφού η ζωή θα συνεχίσει να παίζει το πολύχρονο «έργο» της, στις πόλεις.

Η διάγνωσή τους, παγκόσμιο φαινόμενο πλέον, καταγεγραμμένο από κοινωνιολόγους, εθνολόγους κι αναλυτές, τρώει σιγά-σιγά την περιφέρεια με δυο τρόπους. Είτε εξαφανίζοντάς την κυριολεκτικά (ερήμωση χωριών, διοικητική ενσωμάτωση, κτλ.) είτε μετατρέποντάς την σ’ ένα γραφικό (επισκέψιμο) αξιοθέατο χωρίς καθημερινή παλλόμενη ζωή και λειτουργία με την αλλαγή χρήσης της κοινωνικής καθημερινότητας, με την εμφάνιση, στο πουθενά, ξενώνων, extreme sports στα βουνά και πολλά –ing (trekking, canoeing, climbing).

Ο λεγόμενος εναλλακτικός τουρισμός, δηλαδή η προσέγγιση της φύσης και η «συνομιλία» επισκεπτών απ’ την πόλη με τους αυτόχθονες κατοίκους και τον πολιτισμό τους, προϋποθέτει να υπάρχει και να λειτουργεί ένας τέτοιος πολιτισμός, δηλαδή να υπάρχει ζωή αυθεντική, φυσική και όχι κατασκευασμένη προς άγραν τουριστών-καταναλωτών, σε τόπους χωρίς γιατρούς και σχολεία. Διότι σ’ αυτήν την περίπτωση τα τουριστικά προϊόντα και οι παρεχόμενες υπηρεσίες δε μπορούν να εγγυηθούν ούτε την πιστότητα και την ιστορική ευκρίνεια, αλλά ούτε και την αισθητική…

… Βρίσκομαι στην Θράκη. Στο νομό Ξάνθης, που μυρίζει καπνό μπασμά και σοκολατένιες καριόκες. Δυο στοιχεία που ερεθίζουν τα ρουθούνια και θυμίζουν τη λάμψη της ξανθιώτικης αστικής τάξης των καπνεμπόρων και τις εκτάσεις της καπνοκαλλιέργειας που συναντάς μόλις βγεις απ’ την πόλη.

Θα κατευθυνθούμε προς τ’ ανατολικά Πομακοχώρια, κι όσο τριγυρνούμε στην πόλη οι φιγούρες των μουσουλμάνων γυναικών με τις μαντήλες και τα μακρυά πανωφόρια, μας προετοιμάζουν για την είσοδο στον κόσμο μιας μειονότητας που σπάει με την ενδυματολογική του διαφορετικότητα, την ομοιομορφία της δυτικογενούς νεοελληνικής ενδυμασίας. Ξεκινώντας απ’ αυτήν την αυστηρή και σχεδόν ομοιόμορφη αμφίεση ετοιμαζόμαστε να γνωρίσουμε ιδιωματικούς κοινωνικούς κώδικες, χωρίς να ‘χουμε και το κλειδί για το άνοιγμά τους, που θα αποκάλυπτε τη γοητεία ενός περίκλειστου κόσμου, που παρά τη συνταγματική κατοχύρωση της ισότιμης συνύπαρξης μαζί του, εξακολουθεί να μένει σιωπηλός και να οικοδομεί τις δικές του αναφορές σε σύμβολα, «θεούς» κι αξίες.

Πομάκους τους αποκαλούν οι πάντες, όνομα που πολλές φορές ηχεί μειονεκτικά στ’ αυτιά τους. Η προσπάθεια να μετονομαστούν σε Ροδοπίους, με βάση το γεωγραφικό στίγμα, αποχρωματίζει εθνολογικά τον πληθυσμό τους και αφυδατώνει ιστορικά τη διαδρομή τους.

 

Σύντομο χρονικό μιας μεγάλης διαδρομής

 

Οι Πομάκικοι πληθυσμοί καλύπτουν όλη τη Θράκη, μια περιοχή που κατοικήθηκε πριν από 3.000-4.000 χρόνια π.Χ. Πελασγικός λαός οι Θράκες, παλιός όπως οι Ιλλυροί, οι Λέλεγες, οι Κάρες, οι Φρύγες, οι Αρμένιοι κι άλλοι. Ομόφυλοι γλωσσικά πολλοί απ’ αυτούς τους λαούς πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο και απ’ ότι ξέρουμε επικοινωνούσαν (λεκτικά) άριστα με τους Αχαιούς (Ιλιάδα: Δ’ 533, Κ. 436 και 243).

Γη του Ορφέα και του Διόνυσου, που έφτασε μέχρι την Ινδία («Θρηΐκων δε έθνος μεγίστου εστί μετά γε Ινδούς πάντων ανθρώπων», λέει ο Ηρόδοτος, V, κεφ. ΙΙΙ), η Θράκη φιλοξενεί στους ορεινούς κυρίως όγκους της Ροδόπης συγγενικά με τους Έλληνες φύλα, όπως οι Βίστωνες, οι Αγριάνες, οι Σαππαίοι, οι Κίκονες, οι Ξάνθιοι, οι Σάτρες, που έχουν αφήσει μερικές φορές τα ονόματά τους σε πόλεις. Όλα αυτά τα φύλα δέχονται απ’ το 700 π.Χ. και μετά, τον εποικισμό των Ελλήνων του Νότου.

Σύμπας τώρα ο Θρακικός λαός αποκρούει τις επιθέσεις των Περσών. Η πόλη Σάτρες (που θα επισκεφθούμε) απόκρουσε ηρωικά τους Αχαιμενίδες, όπως μας λέει ο Ηρόδοτος. Ανδρείοι οι άνδρες της περιοχής διακρίνονται στις μάχες. «… Θρήκι δυσμαχωτάτω», λέει γι’ αυτούς ο Ευριπίδης στην αντιπολεμική του Εκάβη (1056). Απ’ τον ίδιο αντρικό κι αξιόμαχο πληθυσμό, στρατολογεί και ο Μέγας Αλέξανδρος, ιδίως απ’ τους Αγριάνες, μας λέει ο Αρριανός: «… τους τοξότας και τους Αγριάνας και τους Θράκας ιππέας.»

Τελευταία υποτάχθηκε η Θράκη στους Ρωμαίους το 46 μ.Χ. και μέχρι τον 6ο μ.Χ. αιώνα μιλιέται η ελληνική γλώσσα και οι κάτοικοι είναι Χριστιανοί. Στα βουνά κατοικούν οι Αγριάνες, οι Βήσσοι και οι Δίοι, εκχριστιανισμένοι πλέον λαοί. Απ’ τον 7ο αιώνα και μετά οι πληθυσμοί δέχονται την εγκατάσταση Σλαβικών φύλων (Σκλαβήνοι, Σλοβένοι) κι αργότερα των Βουλγάρων.

Η κοινή θρησκεία ευνοεί τις επιμιξίες. Η ελληνική όμως φυσιογνωμία αρχίζει να αλλάζει κυρίως μετά την κατάληψη της Θράκης απ’ τη Δ’ Σταυροφορία το 1204. Το 1353 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν τα Κουμουτζινά (τη σημερινή Κομοτηνή) και ο μωαμεθανισμός εκτοπίζει απ’ τους ορεινούς πληθυσμούς το χριστιανισμό. Μέχρι το 1660 γκρεμίζονται πάνω από 200 εκκλησίες και πάνω από 300 παρεκκλήσια. Ωστόσο, μέσα στο πολιτισμικό χωνευτήρι της Pax Ottomana, τα εθνοτικοφυλετικά σύνορα είναι ρευστά. Αναφέρεται ότι οι Πομάκοι Κιζιλμπάσηδες στα χωριά γύρω απ’ τη Λίπτσα της Βουλγαρίας δεν έπαψαν να έχουν συνείδηση της ελληνοχριστιανικής τους καταγωγής.

Στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1876 οι Πομάκοι, κυνηγημένοι από βουλγαρικές συμμορίες αντιστέκονται διεκδικώντας την ανεξαρτησία τους, αρνούμενοι την ενσωμάτωση στη Νέα Βουλγαρία. Με τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο δέχονται πιέσει για εκβουλγαρισμό με βίαιο γκρέμισμα των τεμένων τους. Περίπου 150.000 Πομάκοι εκχριστιανίζονται βίαια. Το 1919 στο δημοψήφισμα που έγινε στον Εχίνο, ζήτησαν να ενωθούν με την Ελλάδα. Με τη Συνθήκη της Λωζάνης οριστικοποιούν τη διαμονή τους στην Ελλάδα.

Πόλεμος, κατοχή κι εμφύλιος βρίσκουν τους Πομάκους στη σύγκρουση ιδεολογιών, θρησκειών κι επεκτατικών βλέψεων. Με το τέλος του πολέμου όλες σχεδόν οι παραμεθόριες περιοχές κατεστραμμένες πλέον, πέφτουν σε μαρασμό κι εγκατάλειψη εγκαινιάζοντας τις δυο Ελλάδες. Πολιτικές μισαλλοδοξίας, φανατισμού, θρησκευτικού φονταμενταλισμού και φοβικών συνδρόμων δημιουργούν στις περιοχές των Πομάκων μια γκετοποιημένη Ελλάδα, που χωρίζεται με φυλάκια και ελέγχους εισόδων. Μόλις το 1995 η περιοχή «ελευθερώνεται» και ο ελλαδικός χώρος σηκώνει τις μπάρες και υποδέχεται ένα απ’ τα εθνικά του άκρα. Αρχίζει τότε ένας διάλογος που ακόμη δεν έχει κλείσει, για την ανθρωπολογική κι εθνολογική μελέτη του πομακικού πληθυσμού. Οι θεωρίες πέφτουν σωρό και η μία αντικρούει την άλλη.

Ο Θουκυδίδης τον 4ο αιώνα π.Χ. ομιλεί περί Αγριανών ή Αγραίων, που κατοικούν στη Ροδόπη. Η λέξη Πομάκος – κατ’ άλλους – αποτελεί παραφθρά της λέξης απόμαχος κι αναφέρεται στους επιστρέψαντες στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Άλλη θεωρία τους θέλει να ανήκουν, πριν τον εξισλαμισμό, στο χριστιανομουσουλμανικό θρήσκευμα των Αχιργιάν. Το όνομα πάντως καθιερώθηκε μεταξύ 1700-1800 απ’ το σλαβικό ρήμα pomagan=βοηθώ και τα pomag ή Pomak=βοηθοί, επειδή τόσο οι αρχαίοι και οι Βούλγαροι αλλά και οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν τους ντόπιους ως δούλους. Ενδιαφέρον εξάλλου έχει η ερμηνεία του Ν. Ξηροτύρη ότι το όνομα Πομάκοι προέρχεται απ’ την αρχαία λέξη πόμαξ που σημαίνει τον πότη. Εξάλλου οι κάτοικοι στην «πολύοινο» Θράκη ήταν γνωστοί για τις γενναίες οινοποσίες τους.

 

Στο δρόμο του Κόσυνθου

 

Βγαίνουμε απ’ την πόλη της Ξάνθης και κατευθυνόμαστε στο Βορρά. Ο λόγος είναι μια ευγενική πρόσκληση της Νομαρχίας να επισκεφθούμε ένα αναστηλωμένο χωριό στα ΒΑ, την Κοττάνη. Όμως το πέρασμα στη ζώνη των Πομάκων συνοδεύεται από παγίδες ομορφιάς.

Στο χωριό Ωραίον, μια ώρα απ’ την Ξάνθη, μας περιμένει ο Χαλήλ στο τελευταίο εν ενεργεία νερόμυλο της περιοχής, απ’ τους κάποτε 62 του νομού. Ανηφορίζουμε πλάι-πλάι με τον Κόσυνθο ποταμό. Τα νερά του λιγοστά και ήρεμα. Τίποτα δε μαρτυρά ότι τα ανθρωποφάγα άλογα του Διομήδη, που αιχμαλώτισε ο Ηρακλής, στον όγδοο άθλο του, εξαγριώνονταν πίνοντας απ’ το νερό του.

Η περιοχή, ορεινή, είναι κατάφυτη από δρεις κι οξυές, ψηλότερες από έλατα. Η καλλιεργήσιμη γη ελάχιστη. Σ’ ένα τόπο ορεινό και υγρό, η καπνοκαλλιέργεια βρήκε το βασίλειό της. Παντού καπνά σε μικρά τρίγωνα γης.

Στη Σμίνθη, το πρώτο μεγάλο Πομακοχώρι, παίρνουμε το δρόμο αριστερά και μαζί μας στρίβει και ο Κόσυνθος για να πάει να ανταμώσει τις πηγές του στο Παρθένο Δάσος Χαϊντούς και στο Ζέφυρο. Μετά το χωριό Ωραίον και σε 20’ φθάνουμε στο μύλο του Χαλήλ. Δίπλα στη γέφυρα του Παπά, που τη διατρέχει παραπόταμος του Κόσυνθου, το παλιό κτίσμα στέκει εδώ πάνω από 200 χρόνια, αλέθοντας στάρι και καλαμπόκι. Στους καρπούς των γύρω δέντρων και στο φράχτη κρέμονται οι καρποί του λυκίσκου (επιστημονική ονομασία Humulus lupulus). Τα αποξηραμένα πέταλα χρησιμοποιούνται σα μαγιά για το ψωμί.

Ο Χαλήλ αφήνει για λίγο το βελόνιασμα (nizanie) του καπνού και μας υποδέχεται με χέρια καφέ και πικρά απ’ τα φύλλα του καπνού. Με περηφάνεια και παρά την ηλικία του σκαρφαλώνει και μεις μαζί του από μια απότομη πλαγιά για να βρεθούμε στη δίτοξη γέφυρα του παπα-Λευτέρη (11,70 μ. μήκος το μεγάλο τόξο). Ο παπάς που την έκτισε ή που χτίστηκε δίπλα στα κτήματά του (την ίδια εποχή με το μύλο), φρόντισε να αποτυπώσει την πίστη του μ’ ένα σταυρό ανάγλυφο στο δυτικό κλειδί του τόξου. Η μέντα φυτρώνει μέσ’ από τις σχισμές τις πέτρινης γέφυρας και το πλακόστρωτό της γεμίζει με κούφια καρύδια, λόγω της ξηρασίας. Ο αγκαθωτός δενδρώδης θάμνος της τσαμπουρνιάς (Prunus spinosa) με τα ωραία μπλε-μωβ φρούτα του, που γίνονται ξινούτσικη μαρμελάδα οριοθετεί το μονοπάτι που θα μας φέρει ξανά στο δημόσιο δρόμο.

Ξεκινάμε για τις Θέρμες πριν νυχτώσει. Στο δρόμο το μόνο σημάδι ανθρώπινου πολιτισμού οι πάμπολλες βρύσες, εκμεταλλεύονται την πληθώρα των νερών. Μετά τον Εχινό και για μία ώρα περίπου ταξιδεύουμε μόνοι μες στο δάσος, από καλό δρόμο, ανεβαίνοντας υψομετρικά μέχρι τα 500 μ. περίπου. Εδώ παρέα θα μας κάνει ο ποταμός Κομψάτος που πηγάζει απ’ τα όρη της Ροδόπης κοντά στο χωριό Διάσπαρτο. Έχει σουρουπώσει ήδη και το κρύο, αν και Οκτώβρης είναι αψύ.

Η γη στις Θέρμες είναι διάτρητη. Από παντού υψώνονται υδρατμοί απ’ τα καυτά νερά που απελευθερωμένα τρέχουν από παντού, αφήνοντας στο χώμα τα χρωματικά αποτυπώματα των συστατικών που περιέχουν. Η περίοδος της λουτροθεραπείας έχει τελειώσει. Τα δωμάτια που έχουν χτισθεί για τους λουόμενους είναι πλέον άδεια. Τα λιγοστά σπίτια σκοτεινά και στη μοναδική ταβέρνα τρώμε καυτή φασολάδα και σουτζουκάκια. Οι από τηλεοράσεως ατέλειωτες συζητήσεις για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν τους λιγοστούς και νυσταγμένους άντρες γύρω από τη συσκευή.

Το κοινοτικό θεραπευτήριο που βρίσκεται δίπλα είναι νεότερο κτίσμα με ατομικούς λουτήρας. Οι εγκαταστάσεις του παλιού χαμάμ βρίσκονται λίγο πριν μπούμε στο χωριό. Παροπλισμένοι σήμερα, λειτουργούσαν πριν το 1928. Τώρα το νερό πέφτει από ψηλά σε μια τσιμεντένια πισίνα που προσφέρει… δωρεάν τις θεραπευτικές του ιδιότητες, κυρίως στα πιτσιρίκια που αρέσκονται να τσαλαβουτούν, σε θερμοκρασίες 40-45 C. Σ’ άλλα σημεία του χωριού το νερό τρέχει φλογισμένο πάνω από… 53 C!

 

Ο δρόμος για την Κοττάνη είναι χωμάτινος…

 

Ξημερωνόμαστε στις Θέρμες, σ’ ένα πρωινό βουτηγμένο σε πηχτή υγρασία και κρύο που νιώθεις ότι το… μασάς! Πριν ξεκινήσουμε για την Κοττάνη αποφασίζουμε ν’ αναζητήσουμε την ανάγλυφη βραχογραφία του Μίθρα λίγο έξω απ’ το χωριό. Μια πινακίδα δείχνει προς ένα μικρό κατάφυτο λόφο… χωρίς μονοπάτι! Μετά από ένα περιπετειώδες ανέβασμα αντικρίζουμε τη βραχογραφία πνιγμένη μες τις βατομουριές και τις κατάκοφτες κρανιές, δίπλα σε μια πηγή. Η αναπαράσταση απεικονίζει το θεό Μίθρα που εισήγαγε στην Ελλάδα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στη τελευταία της χρονιά (3ος αιώνας μ.Χ.). το μνημείο έχει ιδιαίτερη αρχαιολογική σημασία όχι μόνο για τη Θράκη αλλά και για όλη την Ελλάδα. Ο Μίθρας παριστάνεται να θυσιάζει τον Ιερό Ταύρο. Απ’ το θύμα του ξεπηδούν σπόροι και φρούτα που οδηγούν στη γέννηση του ανθρώπινου είδους. Η σελήνη, το λιοντάρι, το φίδι είναι τα σύμβολα του Καλού και του Κακού στην αιώνια πάλη τους.

Δε μπορώ να μη συσχετίσω τη βραχογραφία με το διαδεδομένο έθιμο της ταυροθυσίας σ’ αυτήν την ΒΑ εσχατιά της χώρας, με τα εξαγνιστικά κουρμπάνια που ευτυχώς λαμβάνουν ακόμη χώρα σε μέρη του πάλαι ποτέ ενιαίου ελληνισμού (Ίμβρος, Μυτιλήνη).

Ο δρόμος μέχρι τη Μέδουσα, επόμενο χωριό μετά τις Θέρμες είναι ασφαλτοστρωμένος. Ταξιδεύουμε αγκαζέ με τον ποταμό Κομψάτο σε ένα τοπίο που ξεδιπλώνεται πανομοιότυπο απ’ τη νότια Σερβία μέχρι τα χωριά πριν τη Φιλιππούπολη. Ποτάμια μικρά και μεγάλα αυλακώνουν μικρά λιβάδεια ανάμεσα σε σκιερά δάση.

Η Μέδουσα με ενθουσιάζει με την ομορφιά της. Τριακόσιοι περίπου άνθρωποι μοιράζονται τα σπίτια του χωριού , πολύχρωμα στις όχθες του Κοσμάτου. Ο μιναρές και η παλιά δίτοξη γέφυρα ξεχωρίζουν μέσα σε σπίτια από πέτρα και ξύλο με επιχρίσματα από τσατμά. Τα έντονα χρώματά τους φεγγοβολούν στο φως του Οκτώβρη και οι μπαξέδες με τα ολοστρόγγυλα «κεφάλια» του λάχανου, τις ατρύγητες φασολιές, τα άκοπα καλαμπόκια και πιο πέρα τις κωνικές θημωνιές (Kupen) αποδεικνύουν τον αγροτικό χαρακτήρα των κατοίκων.

Στο κέντρο του χωριού μια επιφάνεια γης άδενδρη, με «φυτεμένες» πέτρινες πλάκες ή χτισμένες, με τα ονόματα όσων φύγαν για κάποιον παράδεισο, είναι το κοινοτικό νεκροταφείο. Γύρω-γύρω τα παιδιά που παίζουν μαθαίνουν από νωρίς ότι όσοι φεύγουν εξακολουθούν να «κατοικούν» δίπλα μας, μετατρέποντας την εναλλαγή ζωής-θανάτου σ’ ένα αιώνιο παιχνίδι διαδοχής.

Απ’ τις σκέψεις αυτές μας προσγειώνουν τα σκουπίδια που πετιούνται αμέτρητα μες το ποτάμι χωρίς μέριμνα ούτε των κατοίκων ούτε των αρχών. Οι μπριάνες (είδος πέστροφας) κολυμπούν ανάμεσα σε κονσέρβες, χαρτόκουτα, πλαστικά και μπάζα.

Μετά τη Μέδουσα διανύουμε τα τελευταία 7-8 χιλιόμετρα του χωμάτινου δρόμου μέχρι την Κοττάνη. Συνταξιδεύουμε με τον ευγενικό Τζεμίλ Χαλίνογλου, που άφησε το μαγαζί του στην Ξάνθη και μας καλεί να επισκεφθούμε το σπίτι του παππού του, που το έχει μετατρέψει σ’ ένα ιδιωτικό μουσείο.

Σ’ ένα λόφο απέναντι απ’ την Κοττάνη και πάνω απ’ τον ρου του Κομψάτου, σ’ ένα αγροτικό συγκρότημα κατοίκων, στέκει αναστηλωμενο και περιποιημένο το σπίτι του Τζεμίλ. Απ’ την πλακοστρωμένη του αυλή θαυμάζουμε το νωχελικό Κομψάτο με τη φιδίσια κίνησή του, που λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω περνά τα σύνορα του νομού Ξάνθης, διασχίζει την Κομοτηνή για να ενωθεί με τα νερά της λίμνης Βιστωνίδας.

Ο Τζεμίλ μας μιλά για τα σχέδια και τις επιθυμίες του. Πώς θα μπορέσει να μετατρέψει το σπιτικό του σ’ ένα ξενώνα απ’ όπου κανείς θα μπορεί να πεζοπορήσει, να ξεκουραστεί και να γευθεί νόστιμα τοπικά εδέσματα, σαν το πατέτνικ (πατατόπιτα) που μας είχε ετοιμάσει η σύζυγός του, μαζί με πιπεριές τουρσί και ζυμωτό ψωμί.

Απ’ το κιόσκι της κληματαριά τα 30 περίπου σπίτια της Κοττάνης, στέκονται σε σοφή υψομετρική σειρά μεταξύ τους. Αναπαλαιωμένα όχι πάντα στο σωστό ύψος, αφού και το τσιμέντο πρωταγωνιστεί σε πολλές παρεμβάσεις και η τοποθέτηση… διπλών φανοστατών είναι άστοχη και μακρυά απ’ τα λοιπά λαϊκά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Όμως, μεγαλύτερη σημασία απ’ τις όποιες αισθητικές παρατυπίες, έχει το ζωντάμεμα του οικισμού, κάτι που μοιάζει ακόμη ανέφικτο. «Ωραίο έγινε το χωριό μας, αλλά ανθρώπους δεν έχει», μονολογούν οι 2-3 ηλικιωμένοι κάτοικοι που συναντούμε στην είσοδο του χωριού.

Στο ωραίο και μερακλίδικο σπίτι του Τζεμίλ βρίσκεται και ο Ισμέτ, ένας ψηλός ξανθός Πομάκος που μου δείχνει το χωριό του στο απέναντι βουνό. Λυκότοπο το λένε. Μένει με τη μάνα του και 4-5 άλλους συγχωριανούς. Δρόμος δεν υπάρχει. Όλα σταματούν στην Κοττάνη, κι αυτός πηγαινοέρχεται με τα πόδια ή τα ζώα, 2 ώρες δρόμο.

Πίσω απ’ τα σύνορα της Βουλγαρίας όλοι είχαν κάποιον συγγενή πριν υψωθούν οι εθνικοί διαχωρισμοί και κυριαρχήσουν ένθεν και ένθεν αντίπαλες πολιτικές θεωρίες.

Πριν αφήσουμε τα Πομακοχώρια, επισκεφθόμαστε τις Σάτρες. Εδώ έχει την έδρα του ο Γυναικείος Συναιτερισμός. Είναι εποχή ραμαζανιού, παρ’ όλα αυτά ένα πολύχρωμο τραπέζι μας περιμένει να γευθούμε τα προϊόντα του. Τα γυναικεία μέλη του πρόσχαρα και φιλόξενα μας τιμούν με την παρουσία τους και μεις αγοράζουμε τη θαυμάσια μαρμελάδα από κράνα, ρετσέλια και γλυκό καρπούζι. Δοκιμάζουμε πεστήλ (πάστα βερύκοκου) και τρώμε κλιν )ρυζόπιτα) και ζυμωτό αφράτο ψωμί.

… Σε λίγο φθάνουμε στην Ξάνθη. Οι Πομάκοι είναι ήδη μακρυά μας. Όμως, εμείς μες τον δικό μας κόσμο θα θυμόμαστε τα ονόματα της Σεμιχά, που με τις γυναίκες του Συνεταιρισμού θα σιροπιάζει το κολοκύθι, το Χασάν να περιποιείται τους περαστικούς λουόμενους στις Θέρμες, το Χαλήλ να γεμίζει τα τσουβάλια με καλαμποκάλευρο, το Τζεμίλ να συνεχίζει τη συλλογή των παραδοσιακών αντικειμένων στο σπίτι-μουσείο και τον Ισμέτ να ονειρεύεται μια πιο εύκολη ζωή.

 

Ευχαριστούμε το Νομάρχη Ξάνθης κ. Παυλίδη και την υπεύθυνη σε θέματα πολιτισμού κ. Στάντσιου.

Τον ευγενικό Τζεμίλ Χαλίνογλου για τη φιλοξενία του.

Τον γελαστό μυλωνά Χαλήλ.

Την πρόσχαρη πρόεδρο του Γυναικείου Συνεταιρισμού Σατρών κ. Σεμιχά.

Τη Λένα   δασκάλα σε μειονοτικό σχολείο για τις συμβουλές και τις υποδείξεις της.

 

Φιλμογραφία

Δημ. Κιτσικούδης: «Πολύ μιλάς… πολύ κλαις», 2007.

 

Βιβλιογραφία

Μ. Γ. Βαρβούνης: Η καθημερινή ζωή των Πομάκων, Οδυσσέας 1997.

Ν. Κόκκας: Παραδοσιακοί οικισμοί της ορεινής Ξάνθης, Νομαρχία Ξάνθης 1999.

Σ. Τρουμπέτα: Κατασκευάζοντας ταυτότητες για τους Μουτσουλμάνους της Θράκης, Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων, Κριτική 2001.

Ο. Χαμδή: Πόσο δύσκολο είναι νασαι Πομάκος σήμερα, περιοδικό Άρδην, Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1948.

Π. Γεωργαντζής: Η σημασία των ονομασιών: Αχριανές και Πομάκοι, Εισήγηση στο Α’ Παγκόσμιο Συνέδριο Αποδήμων Θρακών, Ξάνθη 1993.

Ν. Παναγιωτίδης: Οι Πομάκοι και η γλώσσα τους, Γνώμη 1997.

Γ. Παύλος, Χ. Παντζόγλου, Β. Αϊβαλιώτης, Σ. Σκιάς: Οδοιπορικό στη Θράκη, ΠΑΚΕΘΡΑ 1992.

Ν. Κόκκας, Ν. Κωνσταντινίδης, Ρ. Μεχμεταλή: Τα Πομακοχώρια της Θράκης.

Ποταμός Κομψάτος-Οικολογικός Χάρτης, Περιβαλλοντική Ομάδα Ενιαίου Λυκείου Γλαύκης.

back-button
next-button
sta-pomakoxwria-tis-ksanthis sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_1 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_2 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_3 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_4 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_6 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_7 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_8 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_9 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_10 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_11 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_12 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_13 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_14 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_15 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_16 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_17 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_18 sta-pomakoxwria-tis-ksanthis_19
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories