home Άρθρα Σητεία: Στη γενέτειρα του Βιτσέντζου Κορνάρου
Σητεία: Στη γενέτειρα του Βιτσέντζου Κορνάρου

Η απόφαση για το ταξίδι της Κρήτης πάρθηκε το φθινοπωράκι, με ζεστό, ωραίο καιρό. Δύο μήνες μετά, στα τελειώματα της χρονιάς, η Θεσσαλονίκη ήταν στο έλεος του χειμώνα, με κρύα και βροχές, η ψυχολογία μας απείχε πολύ από του να είναι αυθεντικά ταξιδιωτική.
Άρκεσε, ωστόσο, πτήση μιας ώρας πάνω απ΄το Αιγαίο. Στην Κρήτη ήταν άλλος καιρός, άλλος θεός.
Καθώς προσγειωθήκαμε στα αγαπημένα Χανιά, πήραμε παραμάσχαλα αδιάβροχα και μπουφάν. Με ήλιο λαμπρό και διάθεση εξαιρετική ξεκινήσαμε το μακρύ ταξίδι για το ανατολικό άκρο της Μεγαλονήσου. Εκεί, στην Σητειακή πολιτεία, μας περίμεναν υπέροχοι άνθρωποι και εμπειρίες ξεχωριστές.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Σητεία: Στη γενέτειρα του Βιτσέντζου Κορνάρου
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΚΡΗΤΗ, Λασίθι

Η απόφαση για το ταξίδι της Κρήτης πάρθηκε το φθινοπωράκι, με ζεστό, ωραίο καιρό. Δύο μήνες μετά, στα τελειώματα της χρονιάς, η Θεσσαλονίκη ήταν στο έλεος του χειμώνα, με κρύα και βροχές, η ψυχολογία μας απείχε πολύ από του να είναι αυθεντικά ταξιδιωτική.

Άρκεσε, ωστόσο, πτήση μιας ώρας πάνω απ΄το Αιγαίο. Στην Κρήτη ήταν άλλος καιρός, άλλος θεός.

Καθώς προσγειωθήκαμε στα αγαπημένα Χανιά, πήραμε παραμάσχαλα αδιάβροχα και μπουφάν. Με ήλιο λαμπρό και διάθεση εξαιρετική ξεκινήσαμε το μακρύ ταξίδι για το ανατολικό άκρο της Μεγαλονήσου. Εκεί, στην Σητειακή πολιτεία, μας περίμεναν υπέροχοι άνθρωποι και εμπειρίες ξεχωριστές.

 

Σητεία, 18 χρόνια μετά

Αυτή κι αν είναι σύμπτωση! Να ταξιδεύουμε στα μέρη της Σητείας και πάλι παραμονές Πρωτοχρονιάς, 18 χρόνια μετά την πρώτη φορά. Ήταν ένα ταξίδι στην αυγή Ιανουαρίου του μακρινού 2000. Που μας είχε αποφέρει, όχι μόνον ένα εξαιρετικό άρθρο για το 4Ο Μινωικό Ανάκτορο της Ζάκρου (1) αλλά και μια εξίσου σημαντική γνωριμία με τον εμβληματικό Αρχαιολόγο της Κρήτης και ανασκαφέα του Κουφονησίου,(2) Νίκο Παπαδάκη.

Δυστυχώς, μοίρα εχθρική έκοψε πολύ νωρίς το νήμα της ζωής του Νίκου, βυθίζοντας στη θλίψη τόσο την οικογένειά τους, όσο και τους πολυπληθείς φίλους και θαυμαστές της προσωπικότητας και του έργου του.

Στη μνήμη του έξοχου αυτού επιστήμονα και ανθρώπου, που γνωρίσαμε τόσο λίγο αλλά αναπολούμε τόσο συχνά, αφιερώνουμε τούτο το ταξίδι στη Σητεία και στην ευρύτερη περιοχή.

Δεν είναι παραπάνω από 70 τα χιλιόμετρα ανάμεσα στις πόλεις του Αγίου Νικολάου και της Σητείας. Είναι, ωστόσο, μια διαδρομή απαιτητική με συνεχόμενες στροφές, που γίνονται ακόμη δυσκολότερες στη διάρκεια της νύχτας. Μιας νύχτας σκοτεινής, που μας στερεί την οπτική πρόσβαση στις εξαιρετικές εικόνες του πολυποίκιλου τοπίου, στεριανού  και θαλασσινού.

Η Ιουλία Παπαδάκη, η σύζυγος του αείμνηστου Νίκου, είναι γεμάτη φροντίδα για το τελευταίο νυχτερινό τμήμα του ταξιδιού μας.

Σας παρακαλώ να οδηγείτε πολύ προσεκτικά. Και μόλις φτάσετε στο Χαμέζι, μερικά χιλιόμετρα έξω απ΄τη Σητεία, τηλεφωνείστε μου για να ΄ρθω στην είσοδο της πόλης να σας παραλάβω.

Μετά τις τόσες τηλεφωνικές μας επαφές, έρχεται η στιγμή να γνωρίσουμε την γλυκύτατη γυναίκα προσωπικά. Μας υποδέχεται με ανοιχτή αγκαλιά, η συγκίνηση όλων μας είναι πολύ δύσκολο να μείνει κρυφή. Η ίδια συναισθηματική φόρτιση πλανιέται λίγη ώρα αργότερα όταν τσουγκρίζουμε, στη μνήμη του μεγάλου απόντος, τα ποτηράκια της ρακής…

 

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή

Οι ελάχιστες – μέχρι τώρα – και πολύ σύντομες επισκέψεις μας στη Σητεία ήταν αρκετές μόνον για μια επιφανειακή, γνωριμία, με την απόμακρη τούτη πολιτεία της Κρήτης. Μια πολιτεία, ωστόσο, που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αρχαιολογικό και ιστορικό. Πολύτιμο σύμβουλο και ξεναγό μας, σ΄αυτή την ανίχνευση του Σητειακού παρελθόντος έχουμε το εξαιρετικό βιβλίο του αείμνηστου Νίκου Παπαδάκη.(3)  Το όνομα Σητεία, λοιπόν, είναι παλιό και προήλθε από την ονομασία της αρχαίας πόλεως «Ήτιδος» ή «Ητείας», που βρισκόταν στην ανατολική Κρήτη και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Διογένη του Λαέρτιου, ήταν πατρίδα του Μύσωνα, αρχαίου σοφού. Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο λεξικογράφος του Ε’ αι. μ.Χ. Στέφανος Βυζάντιος. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή στοιχεία που να στηρίζουν την άποψη, ότι η νεώτερη πόλη κτίστηκε στα θεμέλια αρχαίας πόλης.

Κατά τον Άγγλο αρχαιολόγο R.C. Bosanquet,(4) η αρχαία Ητεία βρισκόταν έξω από τον χώρο της σημερινής Σητείας και μάλιστα στον γειτονικό λόφο του «Πετρά», ένα περίπου χιλιόμετρο ανατολικά της πόλης. Πράγματι, πλήθος αρχαίων ερειπίων, κατοικιών, τειχών, δείχνουν πως υπήρχε εκεί μια συστηματική αρχαία κατοίκηση. Εξ άλλου, σε μικρή απόσταση από τον Πετρά, στη θέση «Τρυπητός», η αποκάλυψη ενός νεωρείου και μιας ελληνιστικής πόλης δίνουν για πρώτη φορά ελπίδες για τον πραγματικό εντοπισμό της αρχαίας Σητείας.

Αλλά, αν δεν έχει εντοπισθεί ακόμη με βεβαιότητα η Κλασσική και Ρωμαϊκή Σητεία, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως η Βυζαντινή και Ενετική πόλη βρίσκονται κάτω από την σημερινή. Για μια άγνωστη αιτία, στα πρώτα Βυζαντινά χρόνια η αρχαία πόλη μεταφέρθηκε και κτίστηκε στη θέση της σημερινής.

Μετά την ενετική κατάκτηση της Κρήτης (1205 – 1212) η Σητεία γνώρισε μεγάλη πρόοδο και ακμή. Στα βενετσιάνικα έγγραφα αναφέρεται με τα ονόματα Sittia ή Sithia ή Settia, ενώ το 1232 η Γερουσία την αποκαλεί “Maximum statum et lumen e jusdem insulae”, δηλαδή μεγάλο σταθμό και φως της νήσου.

Το 1508 ένας φοβερός σεισμός έπληξε την πόλη και προξένησε τόσο μεγάλες καταστροφές, ώστε ούτε ο ίδιος ο Ενετός  διοικητής δεν ήταν δυνατόν να μείνει στο οίκημα του Διοικητηρίου. 30 χρόνια μετά, το 1538, νέες περιπέτειες έζησε η Σητεία, με τις επιδρομές του διαβόητου κουρσάρου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα.

Στην απογραφή του 1583 απ’ τον Pietro Castrofylaca η Σητεία αριθμεί 54 χωριά και 13.572 κατοίκους. Ωστόσο, η επιδρομή του Μπαρμπαρόσα είχε ήδη κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για πιθανή εγκατάλειψη που δεν έγινε αμέσως, αλλά γύρω στα 1648, με την πολιορκία των Τούρκων. Η φρουρά της περιτειχισμένης πόλης αντιστάθηκε μέχρι το 1651 οπότε, με την αποχώρησή της κατέστρεψε η ίδια τα τείχη και τα σπουδαιότερα οικοδομήματα.

Με την εγκατάλειψη της πόλης, και για δύο αιώνες, δεν συνοικίστηκε η Σητεία. Το 1845, ο Γάλλος γεωλόγος V. Ranlin δεν βρήκε στη θέση της παρά μερικούς «μαγαζέδες», δηλαδή αποθήκες για την συλλογή λαδιού. Αλλά και ο Άγγλος πλοίαρχος. Τ.B. Spratt, που την επισκέφθηκε λίγο αργότερα, περιγράφει την Σητεία σαν σωρούς ερειπίων, όπως έμεινε από τους Τούρκους.

Το 1870 υπήρξε χρονιά – σταθμός για την μετέπειτα ιστορική εξέλιξη της πόλης. Τότε, ο Γενικός Διοικητής Κρήτης, Χουσεΐν Αβνή Πασάς, αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα της επαρχίας από το μεγαλοχώρι «Πισκοκέφαλο» στην Σητεία. Αγόρασε λοιπόν τα παλιά ερείπια και, με δικό του ρυμοτομικό σχέδιο, ξεκίνησε την δημιουργία της νέας πόλης που ονομάστηκε προς τιμήν του «Αβνιέ», ένα όνομα όμως που δεν επικράτησε ποτέ. Στην απογραφή του 1881 η Σητεία είχε μόλις 570 κατοίκους. Το 1911 υδροδοτήθηκε η πόλη από τις θαυμάσιες πηγές του χωριού Ζου και το 1928 αριθμούσε 2.170 κατοίκους. Έκτοτε η ανάπτυξή της υπήρξε αλματώδης σ΄όλους τους τομείς.

 

Περιδιαβαίνοντας στην πόλη

Στην αρχή της αναφοράς του για την Σητεία ο Παπαδάκης αναφέρει ότι «η πρωτεύουσα του ομώνυμου Δήμου και της Επαρχίας είναι μια ωραία αμφιθεατρική πόλη, με πληθυσμό πάνω από 8.000 κατοίκους. Δεσπόζει στον ομώνυμο κόλπο και αποτελεί ειρηνικό καταφύγιο για τους χιλιάδες Έλληνες και ξένους επισκέπτες, που μ΄αυτήν ως αφετηρία ξεκινούν να επισκεφθούν τα 45 χωριά της  και να γευτούν την πατροπαράδοτη κρητική φιλοξενία. Και ακόμη, να διαπιστώσουν με θαυμασμό, πως κάθε γωνιά της Σητειακής γης κρύβει στα σπλάχνα της κι από ένα αρχαιολογικό θησαυρό που πιστοποιεί την μεγάλη πολιτιστική παράδοση του τόπου».

Αυτή την πόλη φιλοδοξούμε να γνωρίσουμε, την ευρύχωρη προκυμαία και τα λιμάνια, τις ανηφοριές και τα στενά, το ζωντανό κέντρο και τις ήσυχες γειτονιές. Ξεκινάμε την περιήγησή μας με αφετηρία την στενή οδό Γ. Αρκαδίου, κάθετη προς την Ν. Καζαντζάκη.

Εδώ βρίσκεται το ορμητήριό μας, το πανέμορφο και άριστα εξοπλισμένο σπιτικό που, με περίσσια γενναιοδωρία έχει θέσει στη διάθεσή μας η Γεωργία Νικολάου, η καλή φίλη της Ιουλίας.

Μερικές δεκάδες μέτρα πάνω από το σπίτι της Αρκαδίου βρίσκεται το μεγάλο 1ο Δημοτικό Σχολείο. Στον αύλειο χώρο του κυριαρχεί η επιβλητικών διαστάσεων και με κατάγραφο εσωτερικό εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης  του 1899, πολιούχος της Σητείας. Ακριβώς απέναντί μας, στην γωνιά Γ. Αρκαδίου και Μεταξάκη, κινεί την προσοχή μας ένα σπίτι που αποπνέει την φινετσάτη αύρα της αστικής Σητείας του παρελθόντος. Στέκει ακατοίκητο και μοναχικό μέσα στα σύγχρονα οικοδομήματα, με γήινους χρωματικούς τόνους, σαχνισί που εξέχει από τον όροφο, από κάτω χρωματιστά σκαλιστά φουρούσια και μαρμάρινη εξώθυρα με αψίδα και δυσδιάκριτη επιγραφή. Όπως αναφέρει ο Παπαδάκης «ελάχιστα είναι τα σπίτια που έχουν μέχρι στιγμής αποφύγει την κατεδάφιση και διατηρούν αρχιτεκτονικά στοιχεία της Σητείας του τέλους του 19ου αιώνα, ενώ ακόμα πιο λίγα καινουργιοκτισμένα παίρνουν από κάποιο χρώμα που να θυμίζει το παρελθόν. Ακόμα και τα μνημεία του παρελθόντος έχουν υποστεί παραμορφώσεις, όσα έχουν αποφύγει την οικοπεδοποίηση».

Δίπλα από το παλιό σπίτι η οδός Μεταξάκη κατηφορίζει με φαρδειά βοτσαλωτά σκαλοπάτια, κόβει κάθετα μερικούς δρόμους και καταλήγει στην παραλία. Μια καλαίσθητη πινακιδούλα μάς πληροφορεί, ότι αυτά είναι τα σκαλοπάτια του «Ερωτόκριτου». (5)

Συνεχίζοντας την περιήγησή μας ανατολικότερα συναντάμε, στο τέρμα της οδού Ιωνίας, άλλη μια επώνυμη σκάλα, τα σκαλοπάτια του Κυπρίδη, ενός από τους ήρωες του Ερωτόκριτου.

Στη διάρκεια της περιήγησής μας συναντήσαμε αρκετές ακόμη επώνυμες σκάλες. Αυτή η μοναδική πρωτοτυπία της πόλης μας παρακίνησε να ανιχνεύσουμε τον εμπνευστή της πρωτοβουλίας. Με πρωτοβουλία της κυρίας Βέρας Περράκη είχαμε ένα εξαιρετικό, διευκρινιστικό κείμενο από τον Δήμο Σητείας το οποίο, πολύ συνοπτικά, έχει ως εξής:

«10 ήρωες του Ερωτόκριτου, 10 σκαλοπάτια της πόλης μας.

Ευρωπαϊκό έτος πολιτισμού το 2018 και ο Δήμος Σητείας, θέλοντας να ευαισθητοποιήσει σχετικά με την ιστορία του αλλά και να ενδυναμώσει το αίσθημα της ταυτότητάς του, κηρύσσει το έτος 2018 Χρονιά Ερωτόκριτου για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή της Σητείας. ‘Ένα όμορφο βράδυ, λοιπόν, του Ιούνη 2018, τα παιδόγγονα του Βιντσέντζου Κορνάρου, με μουσικές και στίχους του Ερωτόκριτου, περιδιάβαιναν τους δρόμους της παλαιάς πόλης και ονόμασαν τα ξακουστά σκαλοπάτια της με ονόματα πρωταγωνιστών του έργου.

Ας κάνουμε όμως μια βόλτα στο «Παλάτι», όπως βάπτισαν οι ίδιοι οι Στειακοί τις δέκα αυτές διαδρομές από σκαλοπάτια και ας περπατήσουμε κατεβαίνοντας προς το Λιμάνι, συστήνοντάς σας έναν – έναν τους αγαπημένους μας πρωταγωνιστές.

Πέτρινα, πανέμορφα και «δυνατά» τα πρώτα σκαλοπάτια αφιερώθηκαν στον Χαρίδημο, το Αρχοντόπουλο της Κρήτης και πολεμιστή της κονταρομαχίας. Ακριβώς απέναντι από το Ενετικό Φρούριο Καζάρμα ο αγαπημένος πολεμιστής του Βιτσέντζου Κορνάρου, θα μπορεί πια να έχει και στην πόλη μας το δικό του βασίλειο.

Αμέσως μετά συναντάμε τα σκαλοπάτια του Νικόστρατου, Αφέντη της Μακεδονίας και πολεμιστή της κονταρομαχίας. Από τα πιο παλιά, στιβαρά και εντυπωσιακά σκαλοπάτια τα πόλης μας τα σκαλοπάτια του Νικόστρατου, διασταυρώνονται με τα σκαλοπάτια του Κυπρίδημου, του Ρηγόπουλου της Κύπρου.

Κατηφορίζοντας αριστερά από τα σκαλοπάτια του Κυπρίδημου, μπαίνουμε στα ενδότερα του «παλατιού», για να γνωρίσουμε την οικογένεια του Βασιλιά Ηράκλη, του σκληρόκαρδου Βασιλιά των Αθηνών και πατέρα της Αρετούσας.

Μεγαλοπρεπή, μαρμάρινα και ιδιαίτερα εντυπωσιακά τα σκαλοπάτια του Βασιλιά Ηράκλη καταλήγουν σ΄ένα μικρό θεατράκι και συνεχίζουν για να σμίξουν με τα κομψά και περιποιημένα σκαλοπάτια της αγαπημένης του συζύγου, Βασίλισσας Αρτέμης.

Τελειώνοντας αυτά, συναντούν τα ομορφότερα πέτρινα σκαλοπάτια της πόλης μας, αφιερωμένα στην πανέμορφη κόρη της Αρτέμης, την βασιλοπούλα Αρετούσα. Τα σκαλοπάτια της Αρετούσας δεν θα μπορούσαν να μην διασταυρώνονται με τα σκαλοπάτια της αγαπημένης της Νένας, της Φροσύνης. Είναι η γυναίκα που στάθηκε πλιότερο από μάνα δίπλα στην Βασιλοπούλα. Τα σκαλοπάτια της είναι όπως εκείνη, λιτά, φτωχικά, χωρίς κανένα ξόμπλι, γεμάτα όμως δύναμη και στιβαρότερα που εντυπωσιάζει.

Βγαίνοντας από τα ενδότερα του «Παλατιού» συναντούμε τον κεντρικό δρόμο της πόλης με το όνομα του ποιητή της , του Βιτσέντζου Κορνάρου. Τον αφήνουμε να συνεχίσει να μας αφηγείται την ιστορία με τα σκαλοπάτια του Πεζόστρατου, του μπιστικού φίλου του Βασιλιά Ηράκλη και πατέρα του Ερωτόκριτου. Γερασμένα και σοφά τα σκαλοπάτια του Πεζόστρατου, δίπλα πάντα στο «Παλάτι», αφοσιωμένα όπως κι ο ίδιος στον αγαπημένο τους Βασιλιά.

Δίπλα από τον Πεζόστρατο συναντούμε ένα ακόμη μέλος της οικογένειας του «Ερωτόκριτου», τα σκαλοπάτια του καρδιακού του φίλου Πολύδωρου. Όμορφος, καλοφτιαγμένος νέος όπως και τα σκαλοπάτια του ο Πολύδωρος, για πάντα δίπλα στον Ερωτόκριτο, που τα σκαλοπάτια του είναι από τα ομορφότερα και πιο αγαπημένα σκαλοπάτια της πόλης. Είναι όμως αρκετά μακρύτερα από τα σκαλοπάτια της Αρετούσας του για να θυμίζουν για πάντα εκείνους τους αγαπημένους στίχους του ποιητή… Μακρά ‘τον ο Ρωτόκριτος από την Αρετούσα…

 

Το Φρούριο της Καζάρμας

Βρισκόμαστε σ΄ένα από τα υψηλότερα σημεία της Σητείας, με υψόμετρο που κυμαίνεται ανάμεσα στα 60 – 70 μέτρα. Εδώ, δεσπόζει το Φρούριο του Κάστρου, γνωστότερο με το όνομα Καζάρμα, από τις Ιταλικές λέξεις Casa di Arma, δηλ. Οίκος των όπλων. Σύμφωνα με τον Παπαδάκη «οι ντόπιοι πιστεύουν λανθασμένα ότι αυτό είναι το Κάστρο της Μεσαιωνικής πόλης, ενώ Κάστρο, στα Μεσαιωνικά χρόνια, λέγεται κάθε περιτειχισμένη πόλη μέσα στην οποία βρίσκονται όλα τα δημόσια κα πολλά ιδιωτικά κτίρια, κυρίως αρχόντων και ευγενών. Έτσι η Καζάρμα ήταν ο στρατώνας της φρουράς ή το διοικητήριο, ένα δηλαδή από τα οικοδομήματα της Μεσαιωνικής Σητείας η οποία περιβαλλόταν με τείχος».

Στη συνέχεια ο Παπαδάκης προσδιορίζει το τμήμα της πόλης που περιβαλλόταν από το τείχος. Ως τεκμήρια χρησιμοποιεί χάρτες της εποχής των Ενετών, μικρά τμήματα του τείχους που σώζονται ακόμη κοντά στα υπολείμματα των ρωμαϊκών ιχθυοδεξαμενών της παραλίας, καθώς και σε μάρτυρες ιδιοκτητών παραλιακών οικοπέδων. Σύμφωνα λοιπόν μ΄αυτά τα στοιχεία, το τείχος της πόλης εκτεινόταν στο νότιο του μέρος, δηλαδή προς τη μεριά της θάλασσας, από τις ρωμαϊκές ιχθυοδεξαμενές (στις οποίες θ΄αναφερθούμε αργότερα) ως λίγο πιο πέρα από το σημερινό τελωνείο στην ταβέρνα «Ζορμπάς». Στη συνέχεια κατευθυνόταν προς τα βόρεια, από την γωνιά των οδών Ελευθερίου Βενιζέλο και Καζαντζάκη και έφτανε ως το επάνω μέρος της Καζάρμας, όπου και συναντούσε τον ανατολικό του βραχίονα.

Η αρχική οικοδόμηση των τειχών και της Καζάρμας τοποθετείται στα τελευταία βυζαντινά χρόνια. Η πρώτη επιδιόρθωση έγινε το 1204 από τον Γενοβέζο Ερρίκο Πεσκατόρε. Πολλές επιδιορθώσεις έκαναν και οι Ενετοί το 1303, το 1450 και, κυρίως, μετά τον φοβερό σεισμό του 1508 και τις μεγάλες καταστροφές που προξένησε ο Μπαρμπαρόσα το 1538. Μάλιστα οι Ενετοί κυβερνήτες Σφόρτσα Παραβιτσίνι και Ιούλιος Σαβοργάν ζήτησαν την ισοπέδωση του τείχους. Τότε οι κάτοικοι της Σητείας αναγκάσθηκαν να συμβάλουν οι ίδιοι, με 1500 δουκάτα, στην αποκατάσταση της οχύρωσης.

Ωστόσο, το προς την θάλασσα τμήμα, δεν κατέστη δυνατόν να επιδιορθωθεί. Ούτε τα χρήματα και οι μηχανικοί που απέστειλε η Βενετία μπόρεσαν να επανορθώσουν τις μεγάλες ζημιές της οχύρωσης. Έτσι, το 1650, ήταν αναμενόμενη η αποχώρηση της φρουράς και η κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους. Μετά την τουρκική κατάκτηση δεν ξανακτίσθηκαν τα τείχη της Σητείας, αναστηλώθηκε μόνον η Καζάρμα. Έτσι μπορούμε και σήμερα να διακρίνουμε τις τουρκικές προσθήκες, ανάμεσα στις οποίες και τους «κουμπέδες» πάνω στις επάλξεις, τα φυλάκια δηλαδή του φρουρίου.

Β-ΒΔ της Καζάρμας, στην ομαλή, αραιοχτισμένη λοφοπλαγιά, είναι τα τελειώματα του οικοδομικού ιστού της πόλης. Ακολουθεί μια εκτεταμένη χέρσα περιοχή με τον Δημοτικό Αερολιμένα Σητείας «Βιτσέντζος Κορνάρος» και την περιφερειακή οδό που, είτε συναντάει, λίγο νοτιότερα, την Εθνική Οδό προς Άγιο Νικόλαο και Ηράκλειο είτε καταλήγει, με μια καμπύλη, στο Β τμήμα της πόλης της Σητείας.

Ρίχνουμε μια τελευταία ματιά στην περιοχή της Καζάρμας με τα καινούργια διώροφα αλλά και τα λιγοστά παλιά, ερειπωμένα σπίτια. Ανάμεσά τους επιβάλλεται με τον όγκο του το Φρούριο, με την βαρειά κατάκλειστη, σιδερένια πόρτα, την ισχυρή τοιχοποιΐα, τις πολεμίστρες και τους κουμπέδες. Ύστερα αφήνουμε τα ψηλώματα και ξεκινάμε προς το λιμάνι.

 

Ρωμαϊκές Ιχθυοδεξαμενές και προκυμαία

Κατηφορίζουμε την απότομη ασφάλτινη οδό Αγ. Νικολάου, κάθετα προς την Στρατ. Καλογερίδη. Βρίσκουμε την τσιμεντένια οδό «1897», με τα βοτσαλωτά σκαλοπάτια του «Ηράκλη», ενώ παραδίπλα συναντάμε τα τσιμεντένια σκαλοπάτια της «Φροσύνης». Μέσα από τις ανοιχτές πόρτες στις κουζίνες των σπιτιών αναδίδονται γαργαλιστικές οσμές πρωτοχρονιάτικων φαγητών. Πολύ δύσκολα θα μπορούσαμε ν΄ αρνηθούμε την πρόσκληση για μια ρακή. Δυστυχώς – ή ευτυχώς – καμιά πρόσκληση δεν έρχεται κι έτσι μπορούμε να συνεχίσουμε την περιήγησή μας.

Λίγο πιο κάτω, στην στενή οδό Άνθιμου Μαρκαντωνάκη στέκει στα πόδια του, παρά την ηλικία του, ένα ακατοίκητο σπίτι. Στον τοίχο του κινεί την προσοχή μας μια κατασκευή από το παρελθόν, που είναι έξω από τις κατασκευαστικές συνήθειες των σύγχρονων κατοικιών.

Είναι μια εντοιχισμένη, ισχυρή κυκλική πέτρα, με μια μεγάλη οπή στο κέντρο. Είναι η «δεματαριά» ή «δεματαρέ», που ήταν προορισμένη για την πρόσδεση του σχοινιού των υποζυγίων, που ήταν «παρκαρισμένα» έξω από το σπίτι.

Μερικές δεκάδες μέτρα μετά η Μαρκαντωνάκη καταλήγει σε αδιέξοδο. Είναι, μάλιστα τόσο στενός ο δρόμος ώστε όσα αυτοκίνητα εισχωρούν δεν έχουν περιθώριο να κάνουν αναστροφή: μπαίνουν με τη «μούρη» και βγαίνουν με την όπισθεν ή αντιστρόφως. Τη στιγμή που περνάμε υπάρχουν τρία παρκαρισμένα με την όπισθεν – το ένα πίσω απ΄τ’ άλλο – απ΄τα οποία μόνον το πρώτο μπορεί να βγει.

Καλά, ο πρώτος κι ο δεύτερος δεν σκέφτονται τον τελευταίο που έχουν κλείσει; αναρωτιέται η Άννα.

-Δεν υπάρχει πρόβλημα, σε τούτη την γειτονιά ειν’ όλοι γνωστοί, μάλλον έχουν παρκάρει με την σειρά που θα βγουν.

Είναι όμορφα να περιδιαβάζουμε αργά στα στενορρύμια της Σητείας, να συναντάμε κάποιες λεπτομέρειες αυτού του μικρόκοσμου, που ανακαλούν στη μνήμη νοσταλγικές εικόνες από μια εποχή, που έχει οριστικά υποταχθεί στην ανώνυμη και άχρωμη ζωή της μεγάλης πόλης.

Στο τέρμα της Μαρκαντωνάκη υπάρχει ένας δρομίσκος με τα σκαλοπάτια του «Χαρίδημου», που αγναντεύουν την Καζάρμα. Κατηφορίζουμε 47 σκαλοπάτια της «Φροσύνης». Εκεί συναντιούνται τέσσερις (!) σκάλες, ένα σπάνιο τετράστρατο, με τα σκαλοπάτια της «Αρετούσας» να συνεχίζουν στην οδό Κολυβάκη, σε τοίχο της οποίας είναι αποτυπωμένη η ελληνική σημαία. Ένας ηλικιωμένος με το μπαστούνι του κατεβαίνει τις σκάλες.

Πολύ ωραία η εικόνα με τα τόσα σκαλοπάτια, που συναντιούνται στο ίδιο σημείο, του λέω.

Ναι, όταν τα κατεβαίνεις. Όχι όμως κι όταν ανηφορίζεις το μεσημέρι.

Εντυπωσιακή η Αρετούσα, με πολύ φαρδειά πλακόστρωτα σκαλοπάτια, συναντιέται ενδιάμεσα με την μικρότερη «Άρτεμης». Δεν γνωρίζω άλλη πόλη στην Ελλάδα με τόσο πολλές και διαφορετικές σκάλες πλακόστρωτες, πέτρινες, τσιμεντένιες, βοτσαλωτές. Και είμαι βέβαιος, ότι πουθενά αλλού στον κόσμο δεν υπάρχουν σκάλες επώνυμες, με ταυτότητα και μάλιστα, τόσο ποιητική. Είναι πολύ αξιόλογη η πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής της Σητείας, (6) που προσδίδει στην περιήγηση της πόλης μια νότα οικειότητας αλλά και ευχάριστης προσδοκίας για ανακάλυψη όλο και περισσότερων χαρακτήρων από το επικό έργο του Κορνάρου.

 

Βγαίνουμε στην Βιτσέντζου Κορνάρου, το μακρύ δρόμο πάνω από τη Μαρίνα, όπου βρίσκεται η αρχή της σκάλας «Φροσύνης». Εδώ καταλήγει κάθετα η οδός «1897»στην γωνία της οποίας με την Εμμ. Καραβελάκη δεσπόζει διώροφο νεοκλασσικό με πανύψηλη εξώθυρα, που διατηρεί ακόμη στο σοβά της παλιά ίχνη χρώματος λουλακί.

Στο τέρμα της Καραβελάκη βρίσκεται μεγάλο σπίτι του 1894 που κατοικείται ακόμη. Ακριβώς από κάτω και σε όλο το μήκος της Καραβελάκη εκτείνεται μία τεχνητή μακρόστενη λιμνοθάλασσα, που έχει δημιουργηθεί μ’ έναν στενό λιμενοβραχίονα, μήκους 150 περίπου μέτρων. Πάπιες κολυμπούν στα ήρεμα νερά αλλά και μπόλικα ψάρια που μπαινοβγαίνουν από τις διαδοχικές θυρίδες επικοινωνίας των νερών της λιμνοθάλασσας με τα νερά του λιμανιού.

-Εδώ κάποτε κολυμπούσαμε όταν ήμασταν παιδιά, μας λέει η συμπαθέστατη Ευαγγελία Παπαδάκη. Τότε βέβαια δεν υπήρχε ο λιμενοβραχίονας, ήταν ελεύθερα τα νερά. Η περιοχή λέγεται Βλυχάδα ή Γλυφάδα, από τις πηγές γλυφού νερού που αναβλύζουν συνεχώς.

Δεν είναι δύσκολο να επιβεβαιωθούν τα λεγόμενά της, αφού είναι απόλυτα ορατή η περιδίνηση του ακύμαντου νερού αλλά και οι φυσαλίδες πάνω από τις πηγές. Κατά μήκος της ακτής διακρίνονται επίσης κατάλοιπα της παλιάς οχύρωσης της Σητείας, ενώ στον ρηχό, στρωμένο με πλάκες πυθμένα, η κυρία Παπαδάκη μας δείχνει ίχνη μερικών ρωμαϊκών «ιχθυοπαγίδων», όπως τις ονομάζει. Γι’ αυτές τις ρωμαϊκές ιχθυοδεξαμενές αναφέρει ο Νίκος Παπαδάκης στο βιβλίο του («Σητεία» ο.π.) ότι «βρίσκονται πέρα από το σημερινό Τελωνείο σε απόσταση 150 περίπου μέτρων από τη μικρή προβλήτα. Από τον εξερευνητή τους αρχαιολόγο Κωστή Δαβάρα καταμετρήθηκαν δέκα, σε μήκος ακτής 200 μέτρων. Οι περισσότερες είναι τελείως κατεστραμμένες με ίχνη μόνο στον βράχο. Πρόκειται για σχεδόν ημικυκλικές κατασκευές στην ακτή μέσα στις οποίες διατηρούντο τα φρέσκα πιασμένα ψάρια, για τα οποία οι Ρωμαίοι είχαν πραγματικό πάθος. Η μεγαλύτερη από αυτές και η πιο καλά διατηρημένη έχει σχήμα πετάλου και διαστάσεις 7 X 6,75 μέτρα.

Η σημερινή θέση της ιχθυοδεξαμενής ως προς τη θάλασσα επιβεβαιώνει τη θεωρία, σύμφωνα με την οποία η Ανατολική Κρήτη έχει υποστεί μία καθίζηση που, στο σημείο όπου είναι η δεξαμενή αυτή, φτάνει το ένα μέτρο.  Αυτό έχει επιβεβαιωθεί σε σχέση με τη Δυτική Κρήτη που έχει ανυψωθεί, αν και γενικά η επιστήμη παραδέχεται ότι έχουμε ανύψωση της στάθμης της θάλασσας σε παγκόσμια κλίμακα».

Στη συνέχεια της λιμνοθάλασσας ένας μακρύς κάθετος μόλος εισχωρεί στη θάλασσα και διαμορφώνει τον ανατολικό βραχίονα της Μαρίνας, ενώ ταυτόχρονα, αποτελεί τον δυτικό βραχίονα του λιμανιού.

Ξεκινάμε τη βόλτα μας, μετά τις ανηφοριές και κατηφοριές, στην προκυμαία της Μαρίνας. Είναι, πιθανότατα, το πιο γραφικό αλλά και δημοφιλέστερο τμήμα της Σητείας, για ντόπιους και επισκέπτες. Δεν είναι μόνον η άπλα της προκυμαίας, η ομορφιά της Μαρίνας με τα αγκυροβολημένα σκαφάκια, τα παγκάκια ξεκούρασης και χαλάρωσης, οι διαδοχικοί επιβλητικοί φοίνικες στη σειρά, τόσο συμβατοί με το κλίμα και τη γεωγραφική θέση της Σητείας στην ανατολική Κρήτη. Είναι επίσης και τα πάμπολλα ρακάδικα, αραδιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο, όλα με ευχάριστη θέα θαλασσινή.

Τραπεζάκια σε προνομιακή θέση, οσμές ελκυστικές από φρέσκα ψαράκια τηγανιτά, χαρούμενες παρέες μπροστά σε ποικιλία ρακομεζέδων, συνιστούν ένα σκηνικό γοητευτικό, που πολύ δύσκολα μπορούμε να αγνοήσουμε. Άλλωστε, μετά από τόσα σκαλοπάτια, μια γευστική στάση είναι απαραίτητη. Και μάλιστα, με συντροφιά αυθεντικής κρητικής ρακής η οποία, για ένα ανεξήγητο λόγο, είναι καλύτερη όταν την πίνουμε στον τόπο παραγωγής της. Συνεχίζοντας την περιδιάβαση στην πόλη της Σητείας περνάμε από την κυκλική κεντρική πλατειούλα, με τους εντυπωσιακούς φοίνικες και το εξαιρετικό μαρμάρινο άγαλμα του Άγνωστου Στρατιώτη. Το διπλανό ξενοδοχείο «Ίτανος» επαναφέρει στη μνήμη την συνάντησή μας εκεί με τον αείμνηστο Νίκο Παπαδάκη, 18 χρόνια πριν.

Ανηφορίζουμε προς τα Β την Καπετάν Σήφη, που κόβει πολλούς παράλληλους δρόμους και, λίγο πιο πάνω, συναντάμε το Λαογραφικό Μουσείο σε όμορφο διώροφο νεοκλασσικό. Να και μία αυλή με λεμονιές και μία μπανανιά, ανάμεσα στα κλαδιά και στα πλατειά φύλλα της οποίας, ξεχωρίζει ένα μεγάλο τσαμπί με μικροσκοπικές πράσινες μπανανούλες. Παίρνουμε ένα ανηφορικό πλακόστρωτο δρομάκι που, πιο πάνω, εξελίσσεται σε σκάλα με φαρδιά σκαλοπάτια. Είναι μία ήσυχη, όμορφη γειτονιά, πρωταγωνιστικό ρόλο στο σκηνικό της οποίας διεκδικεί ένα φυτό Αλεξανδρινό. Όχι μόνο εξαιτίας του – ούτως ή άλλως – εκτυφλωτικού πορφυρού χρώματός του αλλά και εξαιτίας της υπερφυσικής δενδρώδους κορμοστασιάς του. Μιας κορμοστασιάς, που στη Β. Ελλάδα χωράει σε μία γλάστρα και δεν ξεπερνάει τις μερικές δεκάδες εκατοστά.

-Πολύς κόσμος σταματάει, το φωτογραφίζει και το θαυμάζει, λέει μία κυρούλα, που μας χαιρετάει από το μπαλκόνι της, πάνω από την αυλή.

Η φαρδειά σκάλα καταλήγει στην οδό Μουρούζη και αμέσως μετά δίνει τη θέση της σε 55 απότομα σκαλοπάτια, που συναντούν ένα ωραίο νεοκλασσικό σπίτι, με αέτωμα στο μέσον της σκεπής. Εδώ ο στενόδρομος είναι η Εμμ. Αγγελάκη, το αριστερό τμήμα της οποίας οδηγεί στις δυτικές συνοικίες της πόλης. Είναι μία πυκνοδομημένη περιοχή με πολλούς αλληλοτεμνόμενους δρομίσκους, που δημιουργούν ένα οικιστικό σύνολο λαβυρινθώδες και πολύ γραφικό.

Πολύ επιβλητική είναι η παρουσία της εκκλησίας του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, κοντά στην οδό Θεοτοκόπουλου. Περιπλανιόμαστε για ώρα στη μεγάλη αυτή γειτονιά με τα πάμπολλα στενορρύμια, τα διώροφα σπίτια και τις μονοκατοικίες με τις αυλές και τις λεμονιές. Είναι ευχάριστη και πολύ ήρεμη η περιδιάβαση στις περιφερειακές γειτονιές της Σητείας, τόσο διαφορετικές από το ζωηρό και αεικίνητο κέντρο της πόλης. Μιας πόλης που, ιδιαίτερα στην περιοχή των ρακάδικων, των μπαρ και καφέ, διατηρεί τη ζωντάνια και το ρυθμό της ως τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες.

 

Παραπομπές

(1)  Eλληνικό Πανόραμα, τεύχος 16, Άνοιξη 2000.

(2)  Εκτεταμένο άρθρο στο Ελληνικό Πανόραμα, τεύχος 23, Σεπτ – Οκτ 2001. (εξαντλημένο) (3)  «Σητεία, η πατρίδα του Μύσωνα και του Κορνάρου» Γ’ έκδοση, Σητεία 2000

(4)  Συστηματικός ερευνητής της ανατολικής Κρήτης στις αρχές του 20ου αιώνα.

(5)  Ο «Ερωτόκριτος» είναι το επικό ποίημα του Βιτσέντζου Κορνάρου με 10.012 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, που έχει ως κεντρικό του θέμα τον έρωτα ανάμεσα σε δύο νέους τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα.

(6)  Επ΄ευκαιρία της «Χρονιάς Ερωτόκριτου».

 

back-button
next-button
siteia siteia_1 siteia_2 siteia_2-1 siteia_3 siteia_4 siteia_5 siteia_6 siteia_7 siteia_8 siteia_9 siteia_10 siteia_12 siteia_13
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories