home Άρθρα Πύργος Σαντορίνης – Οι φλόγες του Επιταφίου
Πύργος Σαντορίνης – Οι φλόγες του Επιταφίου

Παραμονές Πάσχα στη Σαντορίνη. Η επιλογή της εποχής αποδεικνύεται εξαιρετική. Γλυκός καιρός, ισορροπημένος ιδανικά ανάμεσα στη θερινή ζέστη και την εαρινή δροσιά. Η Μ. Εβδομάδα είναι ήσυχη, διατρέχουμε με ηρεμία από τη μια άκρη ως την άλλη το νησί. Το πρωί της Μ. Παρασκευής μας βρίσκει να ανηφορίζουμε ένα στενάκι με σκαλοπάτια. Πίσω μας ακούγονται βήματα με ήχο μεταλλικό πάνω στο πλακόστρωτο. Είν’ ένα γαϊδουράκι με τον αναβάτη του. Του κάνουμε χώρο να περάσει.
– Morning, μας χαιρετάει.
– Morning, του απαντάμε. Δεν είναι Άγγλος, απλά μας πέρασε για ξένους. Δεν του χαλάμε το χατήρι.
Βρισκόμαστε στον Πύργο, τον μεσαιωνικό οικισμό της Σαντορίνης. Το ανηφοράκι συνεχίζει, διασταυρώνεται με άλλα, σωστός λαβύρινθος. Αποκαλύπτονται διαρκώς γραφικότατες γωνιές. Μπουκαμβίλιες ροζ και λευκές, σπίτια λευκά και μπεζ, μερικά παμπάλαια, ακατοίκητα ή ερειπωμένα, χτισμένα με σκούρες πέτρες λάβας. Ένα αέτωμα, πάνω από μια αυλόθυρα, φέρει χρονολογία 1856. Κάθε λίγο διαγράφεται ανάμεσα στα σπίτια ο γνώριμος όγκος μιας μικρής ή μεγάλης εκκλησιάς. Ο αριθμός τους είναι απίστευτος, 48 υπάρχουν μέσα και γύρω από τον Πύργο.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Πύργος Σαντορίνης – Οι φλόγες του Επιταφίου
Κατηγορίες: Παράδοση
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Σαντορίνη

Παραμονές Πάσχα στη Σαντορίνη. Η επιλογή της εποχής αποδεικνύεται εξαιρετική. Γλυκός καιρός, ισορροπημένος ιδανικά ανάμεσα στη θερινή ζέστη και την εαρινή δροσιά. Η Μ. Εβδομάδα είναι ήσυχη, διατρέχουμε με ηρεμία από τη μια άκρη ως την άλλη το νησί. Το πρωί της Μ. Παρασκευής μας βρίσκει να ανηφορίζουμε ένα στενάκι με σκαλοπάτια. Πίσω μας ακούγονται βήματα με ήχο μεταλλικό πάνω στο πλακόστρωτο. Είν’ ένα γαϊδουράκι με τον αναβάτη του. Του κάνουμε χώρο να περάσει.

– Morning, μας χαιρετάει.

– Morning, του απαντάμε. Δεν είναι Άγγλος, απλά μας πέρασε για ξένους. Δεν του χαλάμε το χατήρι. Βρισκόμαστε στον Πύργο, τον μεσαιωνικό οικισμό της Σαντορίνης. Το ανηφοράκι συνεχίζει, διασταυρώνεται με άλλα, σωστός λαβύρινθος. Αποκαλύπτονται διαρκώς γραφικότατες γωνιές. Μπουκαμβίλιες ροζ και λευκές, σπίτια λευκά και μπεζ, μερικά παμπάλαια, ακατοίκητα ή ερειπωμένα, χτισμένα σε σκούρες πέτρες λάβας. Ένα αέτωμα, πάνω από μια αυλόθυρα, φέρει χρονολογία 1856. Κάθε λίγο διαγράφεται ανάμεσα στα σπίτια ο γνώριμος όγκος μιας μικρής ή μεγάλης εκκλησιάς. Ο αριθμός τους είναι απίστευτος, 48 υπάρχουν μέσα και γύρω από τον Πύργο. Να και το καμπαναριό του Αγ. Νικολάου, χτισμένο από λάβα. Δίπλα του Ηρώο Πεσόντων και μικρή πλατεία με βοτσαλωτό δάπεδο. Σ’ αυτό το πέρασμα έχουν το στέκι τους δυο συμπαθείς ηλικιωμένοι. Ο ένας με το γαϊδουράκι του αποτελεί προσφιλές φωτογραφικό θέαμα για τους τουρίστες. Κοντά του ένας άλλος πουλάει Σαντορινιό κρασί. Γύρω μας γλώσσες και φυσιογνωμίες από μια απίθανη ποικιλία χωρών και φυλών. Κάμερες και ψηφιακές μηχανές καταγράφουν τα πάντα, οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί αναμνηστικό της Σαντορίνης.

Μπροστά μας σκαλοπάτια και σοκάκι καμαροσκέπαστο, βυθισμένο στη σκιά. Σε κάποια σημεία στενεύει πολύ, δεν ξεπερνάει το ένα μέτρο, δύσκολα χωρούν όσοι κινούνται αντίθετα σ’ αυτό. Ωστόσο, αυτή είναι η κύρια στράτα προς την μεγαλόπρεπη εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου, λίγο πιο πάνω. Προσπαθώ να φανταστώ πως χωράνε, πως καταφέρνουν και κινούνται μέσα σε τούτη τη μακρόστενη στοά οι εκατοντάδες των πιστών που συρρέουν από παντού, ιδιαίτερα στις μεγάλες στιγμές της Χριστιανοσύνης, τον Επιτάφιο και την Ανάσταση.

Η εκκλησία των Εισοδίων, χτισμένη το 1660, υπέστη μεγάλα ρήγματα κατά τον σεισμό του 1956. Γύρω της διατηρούνται παλιά αρχιτεκτονικά μέλη, θωράκια από παλαιοχριστιανικό ναό, κίονες, μαρμάρινη στήλη με ανάγλυφα. Στο εσωτερικό δεσπόζει το ξυλόγλυπτο τέμπλο, με ολόγλυφες μορφές Αγίων και φυτικό διάκοσμο. Το κοσμούν εικόνες άριστης τέχνης, όπως η εικόνα της Οδηγήτριας δια χειρός Ιακώβου το 1661. Πάνω από την κεντρική είσοδο του ναού είναι εντοιχισμένη η μαρμάρινη εικόνα της Θεοτόκου, του 1710.

Απέναντι υψώνεται ο ναός της Αγ. Τριάδας, που καταστράφηκε με τον σεισμό του 1956 και αναστηλώθηκε μετά από προσπάθειες της Προέδρου του Συλλόγου Πυργίων, Λίζας Μαρίνου.

Μετά το 1995 το Κοινοτικό Συμβούλιο και ο Πρόεδρός του Νικόλαος Ζώρζος συνέλλεξαν και συντήρησαν μερικά σπουδαία θρησκευτικά κειμήλια και τον Αύγουστο του 1997 ο ναός της Αγ. Τριάδας στέγασε το Μουσείο Θρησκευτικής Τέχνης, που έκτοτε ανήκει στην αρμοδιότητα της Βυζαντινής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ανάμεσα στα σημαντικά και ποικίλα εκθέματα ξεχωρίζουν η εικόνα της ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΡΕΦΟΚΡΑΤΟΥΣΑΣ, έργο των αρχών του 17ου αιώνα από τον Κρητικό αγιογράφο Στυλιανό, η «ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ», έργο του Εμμανουήλ Σκορδιλη το 1671, η εικόνα του ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ του 15ου αιώνα, καθώς και η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ του Κρητικού Βίκτωρα, έργο του β΄ μισού του 17ου αιώνα. Καντήλια εξαιρετικής τέχνης, αρτοφόριο του 1749, Επιτάφιο του 19ου αιώνα, έναν ωραίο ξυλόγλυπτο σταυρό, παλιά λειτουργικά βιβλία και ιερά σκεύη περιλαμβάνει ακόμη το πολύ αξιόλογο Μουσείο.

Βρισκόμαστε όμως ήδη στο κέντρο του Καστελιού του Πύργου και η θέα σ’ όλο τον περιμετρικό ορίζοντα είναι απεριόριστη. Στη σύντομη μονογραφία της η Αρχαιολόγος Κατερίνα Κωνσταντή αναφέρει, ότι το Καστέλι του Πύργου, στους πρόποδες του Μέσα Βουνού, είναι το καλύτερα σωζόμενο οχυρωματικό κτίσμα του νησιού. Ανήκει στην πρώτη και παλαιότερη κατηγορία κυκλαδικών μεσαιωνικών οικισμών, στην κατηγορία των «οχυρωμένων οικισμών ή πόλεων», που χτίζονται για την προστασία των πληθυσμών από τις πειρατικές επιδρομές. Σύμφωνα με την κυκλαδίτικη πρακτική, την υπαγορευμένη από τα πενιχρά οικονομικά των νησιωτών, ως τείχος χρησιμοποιούνται οι ίδιοι οι οπίσθιοι τοίχοι των οικιών, οι οποίοι με το μεγάλο πάχος, τη συνεχή γραμμή, τα ελάχιστα αεραγωγά ανοίγματα αλλά και το μεγάλο ύψος, ανταποκρίνονται στις οχυρωματικές ανάγκες. Πρόκειται για πρακτική γνωστή από την αρχαιότητα, ήδη από την προϊστορική εποχή.

Το Καστέλι του Πύργου, χτισμένο στην κορυφή του λόφου, παρουσιάζει ακανόνιστο πολυγωνικό εξωτερικό περίγραμμά, με μέση διάμετρο 150-200 μέτρα. Η πρόσβασή στον οικισμό γίνεται μέσω μιας διπλής θύρας από τα ΝΔ. Οι πίσω τοίχοι των οικιών του εξωτερικού δακτυλίου είναι αυτοί που σχηματίζουν το τείχος. Τα σπίτια ανοίγονται προς το εσωτερικό του καστελίου, προς έναν δρόμο προσεκτικά στρωμένο με μεγάλα βότσαλα. Το κέντρο του οικισμού καταλαμβάνει μια τραπεζιόσχημη πλατεία, ενώ τα σπίτια αναπτύσσονται γύρω απ’ αυτήν σε συμπαγείς αλλά ακανόνιστους όγκους. Την πρόσβαση προς την πλατεία επιτρέπουν τέσσερα περάσματα, που έκλειναν με θύρες σε περίπτωση ανάγκης. Βόρεια της πλατείας βρίσκεται και ο κατεστραμμένος σήμερα δημόσιος φούρνος του οικισμού. Κάτω από τους βοτσαλόστρωτους δρόμους υπήρχε το αποχετευτικό σύστημα με πήλινους σωλήνες.

Το καστέλι περιτρέχει ένας λιθόστρωτος δρόμος που το χωρίζει από τη νεότερη φάση του οικισμού, ο οποίος στη διάρκεια των αιώνων επεκτάθηκε και εκτός των τειχών. Στη σύγχρονή του μορφή ο Πύργος εντάσσεται στην κατηγορία των εξελιγμένων οχυρών οικισμών, που επεκτάθηκαν και έξω από τα όρια του αρχικού τους πυρήνα.

Η εξωτερική όψη του καστελιού δεν είναι τόσο «βαριά» και «επιθετική», όπως άλλων οχυρών. Χαρακτηρίζεται από ποικιλία επιπέδων, καθώς οι εξωτερικοί τοίχοι των οικιών δεν ακολουθούν την ίδια γραμμή, αλλά δημιουργούν εναλλάξ, εσοχές ή προεξοχές, δίνοντάς του οδοντωτή εξωτερική όψη, διευθέτηση που ίσως είχε και στρατηγική σημασία. Οι εξωτερικοί αυτοί τοίχοι είναι ιδιαίτερα ενισχυμένοι, φτάνοντας κάποτε σε πάχος και τα 90 εκατοστά, ενώ τα λίγα ανοίγματά τους είναι μικρά και συχνά σιδηρόφρακτα. Οι στέγες είναι συνήθως ημικυλινδρικές, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επίπεδες. Αυτές οι τελευταίες θα μπορούσαν να χρησιμεύουν και ως προμαχώνες για την άμυνα των κατοίκων.

Πέρα από τα αρχιτεκτονικά μνημεία και την επίσημη ιστορία, μια πιο ζωντανή εικόνα της καθημερινότητας στον Πύργο δίνουν οι μαρτυρίες των λιγοστών σωζομένων εγγράφων, όπως μία διαθήκη και ένα πωλητήριο αγρών των αρχών του 17ου αιώνα. Η αβεβαιότητα και αγωνία των κατοίκων αποτυπώνονται ανάγλυφα σε έγγραφο του 1671, που αφορά διορισμό κοινών αντιπροσώπων από τα πέντε καστέλια της Σαντορίνης για διαπραγματεύσεις με τους κουρσάρους. Μ’ αυτό το έγγραφο οι αντιπρόσωποι εξουσιοδοτούνται εν λευκών, να προσφέρουν στους πειρατές χρήματα ή άλλα αγαθά, προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα. Επίσης από την περίοδο της Τουρκοκρατίας σώζεται ένας κατάλογος προσφορών των εκκλησιών του Πύργου «διά τον εθνικόν αγώνα του 1821».

Το πρόβλημα της χρονολόγησης του καστελίου του Πύργου εντάσσεται στο γενικότερο πρόβλημα χρονολόγησης των κυκλαδικών κάστρων, καθώς οι ιστορικές μαρτυρίες είναι πενιχρές και μάλλον αρκετά υστερότερες της ίδρυσής τους. Η αρχαιότερη, πάντως, ιστορική μαρτυρία για τον Πύργο, χρονολογείται στο 1584 και βρίσκεται στο έργο του M. Crusius. “Turcograecia”, όπου σε κατάλογο των νησιών των Κυκλάδων αναφέρεται και η Σαντορίνη με τα πέντε της καστέλια. Σε χάρτη δε του 1688 φαίνεται να δηλώνεται για πρώτη φορά η θέση «Πύργος».

Αντίθετα με την χρονολόγηση του καστελιού, για τις έξι εκκλησίες του υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες. Έτσι, ο Άγιος Ιωάννης Θεολόγος, χρονολογείται στην περίοδο 1537-1650, η Αγία Τριάς το 1742, τα Εισόδια της Θεοτόκου στα 1660-1661, ο Άγιος Γεώργιος στα 1680 ή προγενέστερα του ναού των Εισοδίων, ενώ το «Θεοτοκάκι» είναι το αρχαιότερο, χρονολογούμενο στον 14ο αιώνα. Η ανέγερση, τέλος, της Αγίας Θεοδοσίας, που είναι η προστάτιδα των φρουρίων και βρίσκεται στην πύλη του καστελιού, χρονολογείται στην περίοδο 1537-1650. Στο υπέρθυρο του ναού αναγράφεται η χρονολογία 1639, που είναι ίσως το έτος περατώσεως του ναού.

Απ’ όλα τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι το καστέλι του Πύργου υφίσταται ήδη στο τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα, αλλά η ανέγερσή του θα πρέπει να τοποθετηθεί λίγο νωρίτερα. Τον 17ο αιώνα ο Πύργος ακμάζει, καθώς τότε φαίνεται ότι χτίστηκαν οι περισσότερες εκκλησιές του, εκτός από το Θεοτοκάκι που είναι παλαιότερο. Από τον 17ο αιώνα και μετά η κατοίκηση στο καστέλι συνεχίζεται αδιάλειπτα έως και τα μέσα του 20ου αιώνα, οπότε και δέχεται καίριο χτύπημα, όπως και όλο το νησί, από τον καταστροφικό σεισμό του 1956…

Ανεβαίνουμε στις ταρατσούλες κάποιων σπιτιών, ισορροπούμε πάνω στο τείχος, αποθαυμάζουμε τον ευρύτατο στεριανό και θαλάσσιο ορίζοντα. Απέναντί μας, ανάμεσα στα σπίτια, υψώνει το ταπεινό του ανάστημα το «Θεοτοκάκι», στο βόρειο μέρος του καστελιού. Ανήκει στον σπάνιο τύπο των μικρών τετράγωνων με τρούλο εκκλησιών, ο οποίος αριθμεί μόνον τρία παραδείγματα, από τα οποία το Θεοτοκάκι είναι το αρχαιότερο. Ανακαινίστηκε το 1663, ενώ η σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα πολλών προσθηκών. Άριστης ξυλογλυπτικής τέχνης είναι το τέμπλο με παραστάσεις φύλλων άμπελου και ολόσωμες μορφές Αγίων. Εξαιρετικής τεχνοτροπίας είναι οι εικόνες του Αρχάγγελου Μιχαήλ, έργο του Ιγνατίοιυ Μαρμαρά το 1776, καθώς και ο Διωγμός των Πρωτοπλάστων, έργο του ίδιου το 1757.

Αδιαφορώντας για τον άνεμο που φυσάει δυνατά, αγναντεύουμε για αρκετή ώρα από το προνομιακό θεωρεία μας στο υψηλότερο σημείο του καστελιού, αυτό το εκπληκτικό σύνολο γεμάτο φωτοσκιάσεις και πλαστικότητα όγκων, χρωμάτων και σχημάτων, τα υπόσκαφα σπίτια σαν κατακόμβες, την αύρα του μεσαίωνα που μας κυκλώνει από παντού. Κατηφορίζουμε και πάλι μέσα απ’ τη στοά. Οι παππούδες με το γαϊδουράκι, τα κρασιά και τις ρακές είναι πάντα στη θέση τους, δεν σχολούν για μεσημέρι. Φωτογραφίζονται οι τουρίστες μαζί ή πάνω στο γαϊδουράκι, πληρώνουν όσο θέλουν. Κάποιες υπέρβαρες κυρούλες ανηφορίζουν  αγκομαχώντας. Μια άλλη, η Ευαγγελία Ζώρζου, 82 ετών, μας καλεί στο σπίτι της, τεράστιο, με θολωτό ταβάνι, χοντρούς πέτρινους τοίχους και πόρτες με καμάρες. Παλιές φωτογραφίες, παλιά έπιπλα και κεντήματα, κάθε γωνιά αποπνέει παραλθόν.

Κάποιος, πιο κάτω, πουλάει ντοματάκι λιαστό, κρασί και κάππαρη. Να κι ένα περιβολάκι 100 τετραγωνικών, αναπάντεχη εικόνα μέσα στους συνεχείς λευκούς τόνους δρομίσκων και σπιτιών. Προβάλλει μια καμινάδα και μερικές επιφάνειες τοίχων σε χρώματα σωμόν, με κόκκινες και άσπρες μπουκαμβίλιες. Είναι μια τολμηρή αντίθεση ανάμεσα στα διπλανά μπλε και λευκά.

Η οδός Αντωνίου Κονταράτου μας βγάζει σε λίγο στην κεντρική πλατεία Στέφανου Μελέκου. Στο καφενείο κόσμος πολύς. Οι ντόπιοι χτυπούν με μανία τα πούλια στο τάβλι και φωνάζουν δυνατά. Παραδίπλα μερικοί ξένοι μιλάνε χαμηλόφωνα, τόσο διαφορετική ιδιοσυγκρασία απ’ τους δικούς μας. Μηχανάκια, αυτοκίνητα, κορναρίσματα, λεωφορεία της γραμμής που παίρνουν στην κυκλική πλατεία δυσκίνητες στροφές. Η μαγεία των στενών, ανηφορικών δρομίσκων του καστελιού έχει χαθεί.

Η ταβέρνα «Καλλίστη» βρίσκεται σε περίοπτη θέση πάνω απ’ την πλατεία. Ντοματάκια λιαστά κρεμασμένα απ’ την καλαμωτή, ψητή μελιτζάνα με το κρεμμυδάκι της που κόβεται επί τόπου στο τραπέζι, φάβα Σαντορίνης, λευκές μελιτζάνες με σκόρδο και μπαλσάμικο, ντοματάκι γεμιστό με ρύζι και βασιλικό. Ωραία κουζίνα και συμπεριφορά αξιοπρεπείς, Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αγγλικά και Γαλλικά από του σερβιτόρους ελφρώς…Ελληνικά. Είναι μια ευχάριστη ανάπαυλα και παύουν να μας ενοχλούν η κίνηση και ο θόρυβος.

Στα χαμηλώματα του οικισμού, ιδιαίτερα της Ν-ΝΑ πλευράς, περιορίζεται σταδιακά η μεσαιωνική αίγλη, που χαρακτηρίζει το χώρο γύρω απ’ το Καστέλι. Επικρατούν οικοδομικές τάσεις, που καμιά σχέση δεν έχουν με την αρχιτεκτονική παράδοση του τόπου. Η μόνη παραδοσιακή φυσιογνωμία που συναντάμε είναι ενός συμπαθέστατου ανθρώπου, που καθαρίζει μπρος στην πόρτα του γνήσια φάβα Σαντορίνης, «οικολογικιά», όπως την λέει.

Ένα αθέατο σχεδόν και σε κακή κατάσταση μονοπάτι καταλήγει στο χαμηλότερο τμήμα αυτής της περιοχής, μερικές δεκάδες μέτρα έξω από το δομημένο περιβάλλον. Εδώ, μέσα σ’ ένα μικρό οροπέδιο με συκιές και αμυγδαλιές, ανακαλύπτουμε τον ναό του Αγ. Νικολάου του «Κίσσηρα», που ονομάστηκε έτσι από την ηφαιστειακή νήσσηρι, που είναι ορατή σ’ όλη την περιοχή. Ονομάζεται ακόμα και «Κονάκι», επειδή κάποτε υπήρξε έδρα της Μητροπόλεως στο νησί.

Ο ναός είναι τρίκλητη τρουλαία βασιλική με νάρθηκα, που εσωτερικά, κάτω από τους δυο μικρούς τρουλίσκους, φιλοξενεί ιερό με επισκοπικό θρόνο, άριστο δείγμα λαϊκής τέχνης από μάρμαρο. Στον νάρθηκα υπάρχει επιγραφή με χρονολογία 1764. Ο ναός είναι καλυμμένος με παχύ σοβά, που με τα χρόνια έχει πάρει χρώμα γκριζοκίτρινο. Κάτω από ορισμένα ξεφτισμένα σημεία διακρίνεται η λίθινη τοιχοποιία από σκουρόχρωμες πέτρες λάβας. Δυστυχώς, το θαυμάσιο αυτό αρχιτεκτόνημα της Ορθοδοξίας παραμένει ασυντήρητο, ενώ και ο περιβάλλων χώρος είναι απεριποίητος.

Παίρνει και βραδιάζει. Συρρέουν κατά εκατοντάδες οι πιστοί στις εκκλησιές για την Ακολουθία του Επιτάφιου. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα, που κάνει την ημέρα της Μ. Παρασκευής στον Πύργο πολύ ξεχωριστή. Είναι το φημισμένο και μοναδικό έθιμο με τα «φλεγόμενα ντενεκεδάκια». Ας αφήσουμε τον Πρόεδρο Πύργου Αντώνη Καραμολέγκο, να μας μιλήσει αυθεντικά για το έθιμο του τόπου του. «Η περίοδος του Πάσχα στον Πύργο γιορτάζεται με τρόπο μοναδικό. Από τα Χριστούγεννα και μετά αρχίζουν ήδη οι προετοιμασίες για τα τοπικά έθιμα και τις εκδηλώσεις στο χωριό. Το πιο γνωστό έθιμο λαβαίνει χώρα κατά την περιφορά του Επιταφίου, την Μ. Παρασκευή. 6.000 ντενεκέδια με φλεγόμενη ύλη, που ετοιμάζονται ευλαβικά επί μήνες από τα παιδιά του χωριού, τοποθετούνται σε κάθε ταράτσα, δρομάκι και τοιχάκι, καθώς και στη διαδρομή που ακολουθεί ο Επιτάφιος, έτοιμα ν’ ανάψουν με την έναρξη της περιφοράς.

Το έθιμο ξεκίνησε από παλιά, τότε που σ’ όλη τη διαδρομή τοποθετούσαν κονσερβοκούτια με ρετσίνι, γιατί δεν υπήρχε φωτισμός. Αργότερα τα ντενεκέδια περιείχαν πανιά ποτισμένα με πετρέλαιο, που όμως κάπνιζαν και μαύριζαν πολύ. Τα τελευταία χρόνια το πετρέλαιο αντικαταστάθηκε μ’ ένα νέο μείγμα, που τη σύστασή του κρατούν οι κάτοικοι μυστική. Το πλεονέκτημά του είναι ότι δεν μυρίζει και το άναμμά του διαρκεί για 5 ώρες συνεχόμενες. Με την έξοδο της πομπής από την εκκλησία της Παναγίας στο καστέλι, ο αρχηγός της ομάδας δίνει το σύνθημα και, σε χρόνο ρεκόρ, τα μεγαλύτερα παιδιά «πυρπολούν» το χωριό, που από μακριά δείχνει να τυλίγεται στις φλόγες».

Ακριβώς έτσι γίνεται και φέτος, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας και τα μάτια αναρίθμητων ντόπιων και ξένων επισκεπτών κάθε εθνικότητας. Τα ντενεκεδάκια βέβαια δεν ανάβουν όλα μεμιάς. Δεν είναι ηλεκτρικοί λαμπτήρες στη σειρά, ν’ ανάβουν μ’ έναν διακόπτη. Καθένα τους απαιτεί άναμμα από χέρι ανθρώπου, που τηρεί με ευλάβεια το έθιμο του τόπου του. Είναι παράξενη αίσθηση, πολύ γοητευτική, να κατηφορίζουμε εκατοντάδες μέσα στα στενά σε σφικτή επαφή ο ένας με τον άλλον, σαν ανθρώπινος χείμαρρος. Και ολόγυρά μας, το παραμικρό τοιχαλάκι, πεζούλι ή ταρατσούλα, ν’ αποκτούν φως και τρεμάμενες σκιές από το φύσημα του ανέμου και να φωτίζουν, όπως στα χρόνια τα παλιά, την πορεία του Επιταφίου, το μονοπάτι της κατάνυξης.

Κάποια στιγμή τα βήματά μας μας φέρνουν έξω απ’ το χωριό. Γυρνάμε τα κεφάλια μας και αγναντεύουμε τον φλεγόμενο λόφο του Πύργου για τελευταία φορά. Θα φλέγεται, όσο θ’ αντέξει στα ντενεκεδάκια η μυστική τους ύλη. Που θα ζωντανέψει και πάλι την επόμενη χρονιά.

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Ευχαριστούμε θερμά τον Πρόεδρο του Πύργου κύριο Καραμολέγκο Αντώνη, που με τα στοιχεία και με την βιβλιογραφία που μας απέστειλε, συνέβαλε αποφασιστικά στην ολοκλήρωση του άρθρου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 

– Κατερίνα Κωνστάντη, «Μια σύντομη ματιά στο Καστέλι του Πύργου», από το βιβλίο του Ι. Μ. Δανέζη «ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ, ΘΗΡΑ, ΘΗΡΑΣΙΑ, ΑΣΠΡΟΝΗΣΙ, ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ», εκδ. ΑΔΑΜ, ΑΘΗΝΑ 2001.

– «Οι εκκλησίες του χωριού μας», εκδ. ΚΑΛΛΙΣΤΗ, ΘΗΡΑ 2005.

back-button
next-button
purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_1 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_2 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_3 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_4 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_5 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_6 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_7 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_8 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_9 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_10 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_11 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_12 purgos-santorinis---oi-floges-tou-epitafiou_13
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories