home Άρθρα Η γοητευτική και ανθρώπινη Πρέβεζα
Η γοητευτική και ανθρώπινη Πρέβεζα

Αν με ρωτούσε κάποιος, ποια είναι η πιο φανερή διαφορά ανάμεσα στη σημερινή Πρέβεζα και σ’ εκείνη που γνώρισα πριν μερικές δεκαετίες, θ’ απαντούσα: ο ήλιος!
Όχι ότι τότε ήταν πιο λαμπρός. Απλά εισχωρούσε περισσότερο στην πόλη. Κινείτο πιο ελεύθερα πάνω στις χαμηλές στέγες των σπιτιών με τα παμπάλαια κιτρινωπά τους κεραμίδια. Παιχνίδιζε πολύ περισσότερη ώρα στα πράσινα φυλλώματα πορτοκαλιών και λεμονιών, στα στενοσόκακα και στις μικρές αυλές με τα ευωδιαστά τα γιασεμιά και τις πληθωρικές τους μπουκαμβίλιες. Τότε το ύψος των κτιρίων ήταν μικρότερο, ο ορίζοντας πιο ανοιχτός και οι σκιές λιγότερες. Στη γειτονιά γνωρίζονταν όλοι μεταξύ τους, όπως κάποτε σ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας.
Και σήμερα; Τι έχει απομείνει από εκείνη τη ρομαντική και αθώα Πρέβεζα;
Ας μη βιαστούμε ν’ απαντήσουμε. Και –κυρίως – ας μην εμπιστευτούμε την πρώτη, φευγαλέα μας ματιά, αυτήν που μοιραία θα συναντήσει κτίρια στη σειρά και δρόμους πολυσύχναστους. Μια άλλη Πρέβεζα, επιμελώς κρυμμένη και απρόσμενη, με ταπεινά σπιτάκια, στενορύμια και αυλές, ζει και αναπνέει το λιγοστό οξυγόνο που απομένει. Και κυρίως εξακολουθεί και επιμένει να θυμάται.
Δεν ξέρω πόσο θ’ αντέξει ακόμη αυτή η πόλη και πόσο ιστορικές θα είναι – μετά από λίγα χρόνια – κάποιες απ’ τις φωτογραφίες αυτού του άρθρου. Αυτό επαφίεται στον πατριωτισμό των Πρεβεζάνων…
 

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες:
Η γοητευτική και ανθρώπινη Πρέβεζα
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΗΠΕΙΡΟΣ, Πρέβεζα

Αν με ρωτούσε κάποιος, ποια είναι η πιο φανερή διαφορά ανάμεσα στη σημερινή Πρέβεζα και σ’ εκείνη που γνώρισα πριν μερικές δεκαετίες, θ’ απαντούσα: ο ήλιος!

Όχι ότι τότε ήταν πιο λαμπρός. Απλά εισχωρούσε περισσότερο στην πόλη. Κινείτο πιο ελεύθερα πάνω στις χαμηλές στέγες των σπιτιών με τα παμπάλαια κιτρινωπά τους κεραμίδια. Παιχνίδιζε πολύ περισσότερη ώρα στα πράσινα φυλλώματα πορτοκαλιών και λεμονιών, στα στενοσόκακα και στις μικρές αυλές με τα ευωδιαστά τα γιασεμιά και τις πληθωρικές τους μπουκαμβίλιες. Τότε το ύψος των κτιρίων ήταν μικρότερο, ο ορίζοντας πιο ανοιχτός και οι σκιές λιγότερες. Στη γειτονιά γνωρίζονταν όλοι μεταξύ τους, όπως κάποτε σ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας.

Και σήμερα; Τι έχει απομείνει από εκείνη τη ρομαντική και αθώα Πρέβεζα;

Ας μη βιαστούμε ν’ απαντήσουμε. Και –κυρίως – ας μην εμπιστευτούμε την πρώτη, φευγαλέα μας ματιά, αυτήν που μοιραία θα συναντήσει κτίρια στη σειρά και δρόμους πολυσύχναστους. Μια άλλη Πρέβεζα, επιμελώς κρυμμένη και απρόσμενη, με ταπεινά σπιτάκια, στενορύμια και αυλές, ζει και αναπνέει το λιγοστό οξυγόνο που απομένει. Και κυρίως εξακολουθεί και επιμένει να θυμάται.

Δεν ξέρω πόσο θ’ αντέξει ακόμη αυτή η πόλη και πόσο ιστορικές θα είναι – μετά από λίγα χρόνια – κάποιες απ’ τις φωτογραφίες αυτού του άρθρου. Αυτό επαφίεται στον πατριωτισμό των Πρεβεζάνων…

 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ

ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

 

– Μου φαίνεται, πως μ’ αυτό συμπληρώνεται η βιβλιογραφία που χρειάζεσαι, μου λέει ο Νίκος Καράμπελας.

Με τα λόγια αυτά ο Πρόεδρος του κοινωφελούς, μη κερδοσκοπικού ιδρύματος «Ακτία Νικόπολις» τραβάει ένα ακόμη βιβλίο απ’ τα κατάφορτα ράφια της βιβλιοθήκης και το αποθέτει στο γραφείο. Κοιτάζω με κατάπληξη τη στοίβα των βιβλίων που εδώ και ώρες μεγαλώνει συνεχώς. Όλα για την Πρέβεζα! Και ανάμεσά τους παλιοί χάρτες, υπέροχες γκραβούρες και χαρακτικά, σχεδιαγράμματα φρουρίων και μαχών, αναρίθμητες καρτ-ποστάλ συλλεκτικές, φωτογραφίες ασπρόμαυρες από φημισμένους Έλληνες και ξένους φωτογράφους, πολύτιμα τεκμήρια από μια εποχή που έχει χαθεί οριστικά.

Η ατμόσφαιρα στην έδρα του Ιδρύματος Ακτία Νικόπολις είναι αυστηρή, αποπνέει μια έντονη αύρα ιστορίας και παρελθόντος. Αυτά τα εκπληκτικής ποιότητας χαρτιά με τις πρωτότυπες γκραβούρες και τους χάρτες είναι ποτισμένα με την ανεξίτηλη μυρωδιά των θρυλικών τυπογραφείων που τα τύπωσαν. Αγγίζω αυτά τα σπάνια κειμήλια με δέος. Και πως να μην αισθάνομαι δέος, όταν βρίσκομαι μπροστά στον έναν από τους τέσσερις μέχρι σήμερα παγκοσμίως γνωστούς χάρτες του Antonio Salamanca, που φιλοτεχνήθηκε περίπου το 1550(!) και απεικονίζει την περιοχή της Ναυμαχίας της Πρέβεζας του 1538. Ή όταν βρίσκομαι μπροστά σε έναν από τους παλαιότερους χάρτες της Πρέβεζας, την χαλκογραφία του Λαφρερί με τον κόλπο της  Πρέβεζας του 1570! Ή όταν παρατηρώ τις εξαιρετικές λεπτομέρειες και την απίστευτη καλλιτεχνικότητα του χάρτη του μεγαλύτερου Ενετού χαρτογράφου Κορονέλλι “Golfo della Prevesa” του 1691, ένα από τα αριστουργήματα της χαρτογραφίας του 17ου αιώνα. Ή ακόμα όταν θαυμάζω τον σπανιώτατο χάρτη του Montagu του 1750 με τίτλο «Mappa Topographica Veteris Epiri», τον οποίο δεν καταγράφει ούτε ο Ζαχαράκης στον λεπτομερέστατο κατάλογό του για τους χάρτες της Ελλάδας.

Αγγίζοντας όλα αυτά τα κειμήλια νιώθω, ότι αν και γεννήθηκαν εδώ και πολλούς αιώνες, εξακολουθούν να παραμένουν ζωντανά, αναδίδουν ακόμα την πνοή των δημιουργών τους.

Η μοναδική αυτή συλλογή χαρτών περιλαμβάνει πεντακόσιους (500!) και πλέον χάρτες και χαρακτικά που αφορούν την περιοχή της Πρέβεζας, του Αμβρακικού κόλπου και της ΒΔ Ελλάδας γενικότερα. Είναι προϊόν συστηματικών ερευνών και μεθοδευμένων προσπαθειών – επί δεκαετίες – του Νίκου Δ. Καράμπελα, σε όλες τις μεγάλες δημοπρασίες, Ελληνικές και διεθνείς, αλλά και στα πιο απίθανα σημεία του κόσμου, όπου ο συλλέκτης τους, με την οξυμμένη διαίσθησή του, υποπτεύετο την ύπαρξη κάποιου σπάνιου αντικειμένου. Ακούγοντας τον Νίκο να μου εξιστορεί κάποιες τέτοιες απίστευτες περιπτώσεις, νομίζω ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια πραγματικότητα, που δεν διαφέρει από ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Η σπανιώτατη αυτή συλλογή περιήλθε στο Ίδρυμα «Άκτια Νικόπολις» τον Δεκέμβριο του 1999 με την ίδρυσή του. Είναι καταλογογραφημένη και αρχειοθετημένη και έχει σ’ αυτήν πρόσβαση κάθε ερευνητής με σχετικό ενδιαφέρον.

Είναι τεράστιο για την πόλη της Πρέβεζας το έργο του Ιδρύματος: Διαρκής έρευνα, συλλογή σπάνιων βιβλίων και ντοκουμέντων, δημιουργία βιβλιοθήκης ιστορικού κυρίως ενδιαφέροντος για την περιοχή, πληθώρα εξαιρετικών εκδόσεων, χορήγηση υποτροφιών σε ειδικούς ερευνητές με επίκεντρο την Πρέβεζα διοργάνωση συμποσίων, ημερίδων και διαλέξεων, υποστήριξη προτύπων δράσεων για την προστασία του περιβάλλοντος και της εθνικής κληρονομιάς. Είναι τυχερή η πόλη της Πρέβεζας που απολαμβάνει την παρουσία και την δημιουργική δράση του Ιδρύματος «Ακτία Νικόπολις». Μακάρι να βρεθούν και σ’ άλλες πόλεις μιμητές.

Μετά τις δυνατές συγκινήσεις στα γραφεία του Ιδρύματος, το χαμήλωμα του ήλιου μας βρίσκει να χαλαρώνουμε στα νότια της παραλίας της πόλης, στο τουριστικό περίπτερο AMICO. Είναι ένα καφέ-μπαρ με ωραιότατη ξύλινη εξέδρα, μια μικρή τεχνητή χερσόνησος κυριολεκτικά πάνω στη θάλασσα. Μπροστά μας απλώνεται όλη η απέραντη προκυμαία της Πρέβεζας, ενώ, μια δρασκελιά απέναντί μας, τα παράλια του Ακτίου, με το κάστρο και το δάσος από τα κατάρτια των ιστιοφόρων. Ακριβώς κάτω από το τραπεζάκι μας τα γαλήνια νερά του κόλπου της Πρέβεζας, που, καθώς γέρνει ο ήλιος, αλλάζουν σταδιακά χρωματισμό. Είν’ ένα σημείο και κάποιες εικόνες, που δεν θάπρεπε να στερηθεί κανένας επισκέπτης αυτής της πόλης.

Από τη συντροφιά μας δεν θα μπορούσε ν’ απουσιάζει ο Σπύρος Βαγγελάκης, ο Πρεβεζάνος φωτογράφος συνεργάτης μας, που βέβαια στη γενέτειρά του εκτελεί και χρέη οικοδεσπότη.

– Άραγε υποψιάζεστε τι κρύβεται κάτω απ’ αυτό το ωραίο καφέ; ρωτάει κάποια στιγμή ο Νίκος Καράμπελας.

– Υποθέτω η θάλασσα, απαντάει η Άννα.

– Που όμως στον πυθμένα της κρύβει τα θεμέλια του «Κάστρου της Μπούκας», της παλιάς Πρέβεζας δηλαδή, συμπληρώνει ο φίλος μας.

– Δηλαδή υπάρχει κάστρο από κάτω; ρωτάω με έκπληξη το Νίκο.

– Τα θεμέλιά του μόνον. Κάποτε όμως ήταν μια ισχυρότατη οχύρωση, που έγινε από τους Οθωμανούς και συγκεκριμένα τον Βαγιαζίτ Β΄ το 1486/87 και το 1495, λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση της Πρέβεζας από τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή. Το Κάστρο της Μπούκας δέχθηκε συμπληρωματικές οχυρώσεις το 1530 από τον Σουλεϋμάν του Μεγαλοπρεπή και η πόλη έμεινε σε οθωμανικά χέρια μέχρι το 1684.

Το σπουδαιότερο γεγονός αυτής της περιόδου για την ιστορία της περιοχής υπήρξε η περίφημη «Ναυμαχία της Πρέβεζας», τον Σεπτέμβριο του 1538. Κατά την ναυμαχία αυτή ο περιβόητος ναύαρχος Χαϊρεντίν πασάς Μπαρμπαρόσσα ( ο πασίγνωστος «Κοκκινογένης») κατατρόπωσε τον συνασπισμένο στόλο της Δύσης του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, του πάπα Παύλου Γ΄ και των Ενετών, υπό την αρχηγία του φημισμένου Γενουάτη Αντρέα Ντόρια.

– Και γιατί ισοπεδώθηκε το κάστρο;

– Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1684 η Πρέβεζα έπεσε στα χέρια των Ενετών και το φρούριό της κατελήφθη από τον Ενετό ναύαρχο Φρανσίσκο Μοροζίνι. Αυτή η Ενετική κατοχή κράτησε μέχρι το 1701, γιατί με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς του 1699 η Πρέβεζα παραδόθηκε στους Τούρκους.

Ένας όμως όρος της συνθήκης ήταν να κατεδαφιστεί το ισχυρότατο Κάστρο της Μπούκας, το οποίο και ανατινάχθηκε. Εμφανή υπολείμματα της θεμελίωσης υπάρχουν, λίγο πιο κάτω, στο Μνημείο του Ναύτη, που ανεγέρθηκε σε ανάμνηση των αδικοχαμένων ναυτικών του Ναρκαλιευτικού «Πηνειός».

Έτσι τελειώνει η ιστορία του Κάστρου της Μπούκας, του παλαιότερου οχυρωματικού έργου της Πρέβεζας, που το υποστήριζαν πύργοι σε καίρια σημεία στη γύρω περιοχή. Πολύ αργότερα, το 1807, χτίστηκαν στη θέση του Κάστρου της Μπούκας από τον Αλή Πασά τα «Σαράγια», ένα σημαντικό συγκράτημα κτιρίων που χρησιμοποιήθηκε ως διοικητήριο και θερινό ανάκτορο και περιγράφεται από τους ξένους περιηγητές που τον επισκέφθηκαν τη δεκαετία του 1810. Η ευρύτερη αυτή περιοχή έμεινε γνωστή από τότε με την ονομασία «Παλιοσάραγα». Πολύ κοντά σώζονται και τα λουτρά (το χαμάμ) του Αλή Πασά. Σήμερα είναι θειούχα ιαματικά λουτρά που πρόκειται να μετεξελιχθούν σε Θερμαλιστικό Κέντρο.

Η επιφάνεια της θάλασσας σκουραίνει, τα φώτα της Πρέβεζας ανάβουν, στο ημίφως η πόλη αποκτάει μια όψη ρομαντική, οι όποιες αρχιτεκτονικές της αδυναμίες εξαφανίζονται. Κάθε λεπτό η κίνηση στην παραλία ζωντανεύει περισσότερο. Μετά τη ζέστη της ημέρας Πρεβεζάνοι και ξένοι ξεχύνονται στην προκυμαία, σπεύδουν στα μπαράκια, στις καφετέριες και τις ταβέρνες να καταλάβουν τις πιο προνομιούχες θέσεις.

Είναι φυσικά οι θέσεις οι μπροστινές, που εξασφαλίζουν άμεση θέα όχι μόνον προς τον θαλάσσιο ορίζοντα αλλά –κυρίως- προς την περίφημη «βόλτα της Πρέβεζας». Είναι αυτό το καθιερωμένο από χρόνια ατελείωτο «πήγαινε-έλα» αναρίθμητων ανθρώπων κάθε ηλικίας προπάντων όμως του «ωραίου φύλου», που με ελαφρότατη ένδυση και υπέροχα ηλιοκαμένα σώματα, αποσπά το θαυμασμό των αρένων παρατηρητών.

Απέναντι από τους στεριανούς παρατηρητές υπάρχουν και οι θαλάσσιοι. Αμέτρητα ιστιοφόρα σκάφη είναι ασφυκτικά αραγμένα, το ένα δίπλα στο άλλο, σε όλο το μήκος της μεγάλης προκυμαίας. Τα περισσότερα ανήκουν σε ξένους, Ευρωπαίους κατά κανόνα, που, είτε τα έχουν νοικιάσει για το διάστημα των διακοπών τους είτε –συνηθέστερα – είναι ιδιόκτητα, που ξεχειμωνιάζουν και συντηρούνται στα ασφαλή λιμάνια του Ακτίου και της Πρέβεζας. Είναι μια πολυεθνική και πολυπληθέστατη κοινωνία ανθρώπων, που σ’ όλη τη θερινή περίοδο, δίνει μια εικόνα ξεχωριστή, έναν αέρα κοσμοπολίτικο στην Πρέβεζα. Πολλοί απ’ αυτούς είναι φυσιογνωμίες συμπαθέστατες, άλλοι με κασκέτα ναυτικά, άλλοι με γενειάδες, μερικοί με εντυπωσιακά τατουάζ και οι περισσότεροι με κορμιά μπρούτζινα και γεροδεμένα. Δεν είναι λίγοι αυτοί, που ως θερινό τους προορισμό, επιλέγουν για πολλά συνεχόμενα χρόνια την περιοχή της Πρέβεζας, γεγονός που τους έχει συνδέσει με μακροχρόνιες φιλίες με τον ντόπιο πληθυσμό.

Παρατηρώντας αυτή τη λαοθάλασσα, την ανεμελιά και την ευχάριστη διάθεση, δεν μπορώ να μην θυμηθώ μια άλλη εικόνα της παραλίας της Πρέβεζας, βροχερή και μελαγχολική, στις αρχές της Άνοιξης, χωρίς αυτή τη θαυμάσια «βόλτα» και το πλήθος των ανθρώπων. Με επαναφέρει στην πραγματικότητα ο Νίκος:

– Επιτρέψτε μου να σας προτείνω για βραδινό μερικά από τα συναρπαστικότερα προϊόντα του Αμβρακικού, τις πασίγνωστες σαρδέλες, το περίφημο «πετάλι» και τις νοστιμότατες γαρίδες.

– Τι είναι το πετάλι; ρωτάει η Άννα.

– Θα δεις, ή μάλλον θα δοκιμάσεις, της απαντάει ο Σπύρος.

Από το κέντρο της παραλίας παίρνουμε έναν κάθετο δρομίσκο. Σ’ ελάχιστα δευτερόλεπτα έχουμε την αίσθηση, ότι βρισκόμαστε σε άλλον τόπο, εντελώς διαφορετικό. Που είναι η ευωδιά του αχνιστού καφέ και η θαλάσσια αύρα; Πού είναι ο ανοιχτός ορίζοντας; Βαδίζουμε ξαφνικά ή μάλλον προσπαθούμε ν’ ανοίξουμε δίοδο σ’ έναν λαβύρινθο από απίθανα αλληλοτεμνόμενα σοκάκια, που στην ανύπαρκτη επιφάνειά τους συνωστίζονται αμέτρητοι γύρω από τα τραπεζάκια των αμέτρητων ταβερνείων και ουζερί. Η δίοδος που αφήνουν τα τραπεζάκια ανάμεσα τους είναι ελάχιστη, μετά βίας χωράει έναν διερχόμενο σε «μονή κατεύθυνση». Το  παράξενο είναι ότι αν και ο δρόμος χρησιμοποιείται η «διπλής κατεύθυνσης», όλοι στο τέλος καταφέρνουν να περάσουν. Είναι αδύνατον όμως να βρούνε όλοι τραπεζάκι εκτός κι αν ψάχνουν πάνω – κάτω απεγνωσμένα.

Ένα μόνιμο σύννεφο αιωρείται πάνω από τα κεφάλια μας. Είναι η ευωδιαστή και απίστευτη γαργαλιστική τιτσίκνα η τόσο χαρακτιριστική από τα ψητά ψάρια και κυρίως τη σαρδέλα. Κάποια στιγμή εντελώς αναπάντεχα αδειάζει δίπλα μας ένα τραπεζάκι. Είναι μια πραγματική εύνοια της τύχης από την οποία επωφελούμαστε αστραπιαία.

Ο τρόπος βέβαια που βολευόμαστε δεν αποτελεί πρότυπο άνεσης και ευρυχωρίας, ωστόσο είμαστε ευγνώμονες, γιατί ανήκουμε ξαφνικά στους προνομιούχους που κάθονται.

Με την άνεσή μου πια παρατηρώ ολόγυρά μου την κατάσταση. Επικρατεί αληθινό πανδαιμόνιο. Οι σερβιτόροι, με κατάφορτα και τα δυο τους χέρια από τις παραγγελίες των πελατών τους, ανοίγουν δρόμο ανάμεσα στη συμπαγή μάζα με αξιοθαύμαστη ικανότητα, χωρίς μάλιστα να προκαλούν κανένα ατύχημα στην πλάτη ή στο κεφάλι κάποιου ανθρώπου. Όλοι είναι σε κατάσταση ευθυμίας, το αποδεικνύουν τα κανατάκια με τα λευκά κρασιά που πηγαινοέρχονται. Όλοι επίσης μιλάνε δυνατά, οι φωνές τους αναμειγνύονται με τα διάφορα είδη μουσικής που εκπέμπονται απ’ το κάθε ταβερνάκι. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια οχλαγωγία απίστευτη. Εξίσου όμως απίστευτη σε μοναδικότητα και γραφικότητα είναι και η συνολική ατμόσφαιρα του χώρου. Δεν θυμάμαι να έχω δει ως τώρα σε άλλη πόλη της Ελλάδας κάτι αντίστοιχο. Ίσως μόνον στην γύρω από την πλατεία Άθωνος περιοχή της Θεσσαλονίκης, που υπολείπεται όμως κατά πολύ σε «ντεσιμπέλ».

Κάποτε καταφέρνουμε να παραγγείλουμε και κάποτε αυτά που έχουμε παραγγείλει καταφθάνουν! Σαρδέλες, πετάλι και γαρίδες. Για τις σαρδέλες έχω να πω, ότι τις παραγγέλλει πάντα – μαζί με οτιδήποτε άλλο – κάθε Πρεβεζάνος που σέβεται την καταγωγή του. Γι’ αυτό και η προσωνυμία τους είναι «σαρδελάδες». Η νοστιμιά τους είναι εκπληκτική και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα νερά του Αμβρακικού αλλά και στο άριστο ψήσιμο. Οι γαρίδες επίσης, τηγανιτές ή με σάλτσα, είναι υπεράνω κριτικής.

– Και αυτό εδώ τι ψάρι είναι; ρωτάει η Άννα.

– Το φημισμένο μας «πετάλι», απαντάει ο Σπύρος.

– Μα αυτό μοιάζει με κεφαλόπουλο, συνεχίζει η Άννα με φανερή απογοήτευση.

Με μέγεθος που πλησιάζει το κιλό και ανοιγμένο στα δύο από το κεφάλι ως την ουρά, το ψάρι είναι ψημένο εξαιρετικά και ευωδιάζει θάλασσα. Έχοντας μείνει, όπως είναι ανοιχτό, για ώρες στο αλάτι, έχει με το ψήσιμο αποκτήσει μια νοστιμιά απίστευτη, που αμέσως η Άννα παραδέχεται με ενθουσιασμό.

– Τελικά είμασταν τυχεροί, που γνωρίσαμε αυτές τις εξαίσιες γεύσεις τόσο έγκαιρα, λέω στο Νίκο. Προβλέπω «ψαροθεραπεία» για τις μέρες που θα μείνουμε.

Πολύ αργότερα ξαναβρίσκουμε τη γαλήνη της παραλίας. Αν και τα μεσάνυχτα έχουν περάσει από ώρα, η ζωντάνια της νυχτερινής Πρέβεζας εξακολουθεί αμείωτη. Οι άνθρωποι εδώ ξέρουν να απολαμβάνουν κάθε στιγμή της εφήμερης ζωής.

 

Η ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ

 

Νωρίς το πρωί της Κυριακή. Η Πρέβεζα κοιμάται ακόμη μετά το ξενύχτι του Σαββάτου. Κατηφορίζω τη Λεωφόρο Κρήνης προς τη θάλασσα. Είναι η μεγαλύτερη οδική αρτηρία της πόλης, με μήκος που ξεπερνάει το ένα χιλιόμετρο. Τέμνει στα δύο την πόλη και θα μπορούσε να πει κανείς, ότι την χωρίζει σε ανατολική, με την παραλία και το ιστορικό κέντρο και δυτική, με τις υπόλοιπες συνοικίες. Κάποτε η Λεωφόρος Ειρήνης ήταν κοίτη ποταμού, στη δεκαετία του ’50 όμως σκεπάστηκε για την εξυπηρέτηση των οδικών αναγκών της πόλης. Διατήρησε ωστόσο η περιοχή την ονομασία «Ποτάμι».

Σε κάποιο σημείο η Λεωφόρος Ειρήνης συναντάει μια μικρή πλατεία υπό διαμόρφωση και μετά, προεκτείνεται ως Πολυτεχνείου πλέον στην ακτή. Βρίσκομαι λοιπόν στα «Παλιοσάραγα», ανάμεσα στο Δημοτικό Καφενείο και τα Ιαματικά Λουτρά. Μεγάλοι ευκάλυπτοι και πλατάνια ρίχνουν τη σκιά τους. Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι και αγναντεύω απέναντί μου τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας με το καστράκι του Ακτίου, που ανεγέρθηκε από τον Αλή Πασά το 1819. ψαρόβαρκες πηγαινοέρχονται και αυλακώνουν τα γαλήνια νερά του κόλπου, δυο ψαράδες με τα καλάμια τους ψαρεύουν από την άκρη της ακτής. Μπροστά μου απλώνεται μια όμορφη αμμουδιά, που καταλήγει σε καθάρια και άβαθα νερά. Σκέφτομαι πόσο προνομιούχοι είναι οι Πρεβεζάνοι, που σ’ ελάχιστα λεπτά από το κέντρο της πόλης, μπορούν να βρεθούν σε μια τόσο όμορφη αμμουδιά. Σαν επιβεβαίωση της σκέψης μου βλέπω τους πρώτους να καταφθάνουν. Όλοι σχεδόν είναι μέσης και προχωρημένης ηλικίας, η νεολαία στις εφτάμιση το πρωί κοιμάται μετά το Σαββατιάτικο ξεφάντωμα. Τους ακούω να μιλάνε ζωηρά, να ανταλλάσσουν «καλημέρες», στη μικρή κοινωνία της Πρέβεζας γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους. Χωρίς δισταγμό πέφτουν στη θάλασσα και απολαμβάνουν τα δροσερά της θέλγητρα και τις αθώες – ακόμα – ακτίνες του ηλίου.

Συνεχίζω το παραθαλάσσιο οδοιπορικό μου προς τα δυτικά, στην έξοδο της πόλης.

Θερινός κινηματογράφος «Κυανή Ακτή», υπολείμματα χαμηλής περιτείχισης που φτάνει ως το κάστρο του Αγ. Γεωργίου και στη συνέχεια το Κολυμβητήριο, που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’70 σε χώρο που κάποτε ήταν θάλασσα. Χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, βαδίζω ήδη πάνω από το χερσαίο τμήμα της υποθαλάσσιας σήραγγας, που ένωσε οδικά τις δύο στεριές στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, την Πρέβεζα και το Άκτιο. Με μήκος 1800μ. η σήραγγα λειτούργησε το καλοκαίρι του 2002 και υποκατέστησε τον χρονοβόρο τρόπο διακίνησης ανθρώπων και αγαθών με τα παραδοσιακά φέρρυ-μπόουτ.

Φτάνω το φρούριο του Αγ. Γεωργίου, με την ογκώδη και άριστη τοιχοποιία του. Για το φρούριο αυτό έγραφε ο Τρ. Ευαγγελίδης («Νέα Ελλάς», Αθήνα 1913) ότι «… παρά την παραλίαν κείται επίσης το, επίμηκες σχήμα έχον, κλειστόν φρούριον Αγ. Γεώργιος μήκους 200 και πλάτους 75 μέτρων, μετά δύο προμαχώνων επί των άκρων της Β πλευράς».

Ο παραθαλάσσιος περίπατος συνεχίζεται και μοιάζει με μια αναδρομή στην πρόσφατη ιστορία της Πρέβεζας, αφού κάποτε άκμαζαν σ’ αυτή την περιοχή τέσσερα παραδοσιακά εστιατόρια, η «Κυανή Ακτή», η «Αγράμπελη», το «Πανόραμα» και η «Λουκία». Σήμερα η «Κυανή Ακτή» λειτουργεί ως Καφέ, η «Λουκία» ως Εστιατόριο-Καφέ και το «Πανόραμα» έχει κλείσει. Μόνον η «Αγράμπελη» εξακολουθεί την παραδοσιακή της λειτουργία, ανελλιπώς από το 1940. Σ’ αυτή τη γευστική γωνιά των παλιών Πρεβεζάνων έχουμε την τύχη να βρεθούμε με τον Νίκο Καράμπελα και με την οικογένειά του κάποια μεσημέρια αλλά και βραδιές με φεγγαρόφωτο. Μακρυά από θορύβους και αυτοκίνητα και με το τραπεζάκι μας πλάι στη θάλασσα, η εξαιρετική Ελληνική κουζίνα της Αγράμπελης και τα ολόφρεσκα ψάρια του Αμβρακικού είναι αληθινή απόλαυση. Είν’ ένας τόπος, που δεν συνδυάζει βέβαια το εκρηκτικό «ταμπεραμέντο», την κοσμοσυρροή και το γραφικό πανδαιμόνιο των ουζερί του κέντρου, προσφέρεται όμως ιδανικά για στιγμές χαλάρωσης, ήρεμη κουβέντα, εξαιρετική κουζίνα και ρεμβασμό στο θαλάσσιο τοπίο του κόλπου.

Διάχυτη σ’ όλη την περιοχή είναι η ευωδιά από το δάσος των τεράστιων ευκαλύπτων, απόκτημα πολύτιμο για την Πρέβεζα από το 1947.

– Αν κι έχουν περάσει τόσα χρόνια, θυμάμαι πάντα εκείνη την εποχή, που, νεαροί πρόσκοποι τότε, φυτεύαμε τα νεαρά δενδρύλλια των ευκαλύπτων, μας λέει με νοσταλγία ένα βράδυ στην Αγράμπελη ο κτηνίατρος Ανδρέας Δόνος, άνθρωπος γλυφυρότατος, συμπαθέστατος και με πηγαίο χιούμορ.

– Ήταν αδύνατο να φανταστούμε τότε, ότι τα ισχνά εκείνα δενδρύλλια θα έκρυβαν κάποτε τον ουρανό και θ’ αποτελούσαν σημείο αναφοράς γι’ αυτό το σημείο της πόλης, καταλήγει ο κυρ-Αντρέας.

Συνεχίζοντας για λίγο ακόμη προς τα ΝΔ φτάνω στον προσφυγικό συνοικισμό του Παντοκράτορα με την εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, το τέμπλο της οποίας φέρει εικόνες με την υπογραφή του Φώτη Κόντογλου.

Κορυφαίο σημείο της περιοχής αποτελεί το απομονωμένο στην άκρη της ακτής γραφικότατο Κάστρο του Παντοκράτορα. Ανεγέρθηκε κι αυτό από τον Αλή Πασά το 1807 και, μαζί με το αντικρινό  του Ακτίου, αποτέλεσαν τα ανεξάρτητα φρούρια της συνολικής αμυντικής θωράκισης της πόλης. Η ευρύτατη αυτή οχύρωση περιελάμβανε επίσης την ενίσχυση του ερειπωμένου Κάστρου του Αγ. Ανδρέα στο βόρειο τμήμα της πόλης, που τότε ονομάζετο «Ιτς Καλέ» (εσωτερικό φρούριο). Λίγο βορειότερα ο Αλή Πασάς, στη θέση Πευκάκια, όρθωσε ένα πυροβολείο, τον παράκτιο προμαχώνα της Βρυσούλας.

Το σημαντικότερο όμως οχυρωματικό έργο που κατασκεύασε ο Αλή Πασάς στην Πρέβεζα και μνημονεύεται από όλους τους ιστορικούς με λεπτομερείς περιγραφές ήταν η τάφρος, η περίφημη «ντάπια», που περιέκλειε όλη την παλιά πόλη της Πρέβεζας. Σύμφωνα με την περιγραφή του τοπικού ιστοριοδίφη Γ. Μουστάκη, «η ντάπια που περιέβαλλε την πόλη της Πρέβεζας ήταν το μεγαλύτερο τεχνικό έργο που έχει γίνει στον τόπο μας μέχρι σήμερα». Τα τεχνικά στοιχεία του έργου συνηγορούν σ’ αυτή την άποψη. Η οχύρωση είχε μήκος τέσσερα χιλιόμετρα και τάφρο με βάθος πέντε μέτρων, που ήταν χτισμένη και από τις δυο πλευρές. Από την πλευρά της πόλης είχε ισχυρότατο τείχος που υποστηρίζετο από επάλξεις, ενώ από την πλευρά της εξοχής αντέρεισμα. Η ντάπια είχε τρεις γέφυρες και τρεις πύλες για την είσοδο στην πόλη: την πύλη της Βρυσούλας στα ΒΑ δίπλα στον ομώνυμο προμαχώνα, την πύλη της Νικόπολης ή Μεσσινή στα Β και την πύλη του Προφήτη Ηλία στα Δ. με την απελευθέρωση τα τείχη της ντάπιας καταστράφηκαν από τους κατοίκους και χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό για τις κατοικίες τους, η τάφρος επιχωματώθηκε και καλύφθηκε από δρόμους και οικήματα. Έτσι σήμερα τίποτε δεν θυμίζει στους νεοτέρους την ύπαρξη της περίφημης κάποτε ντάπιας.

 

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΓΩΝΙΕΣ

ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ  ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

 

Επιστρέφω από τον Παντοκράτορα με κατεύθυνση προς το κέντρο. Ο ήλιος έχει ανέβει αισθητά και παρασέρνει και τη θερμοκρασία προς τα πάνω. Η σκιερή δενδροστοιχία των ευκαλύπτων είναι ένα προσωρινό δροσερό καταφύγιο, όχι όμως για πολύ. Στην αμμουδιά των «Παλιοσάραγων» ελάχιστοι πρωινοί λουόμενοι έχουν απομείνει. Μόνον οι ερασιτέχνες ψαράδες – πολύ περισσότεροι μάλιστα τώρα – παραμένουν απτόητοι στη θέση τους. Έτσι όπως είναι τα καλάμια τους ελαφρά επικλινή, μοιάζουν ν’ αποτίουν φόρο τιμής στη θάλασσα.

Περνάω από το μνημείο του Ναύτη και αμέσως μετά από το Καφέ «Αmico». Μ’ έναν κρύο καφέ μπροστά τους πασχίζουν να διώξουν τη νύστα τους οι πρώτοι πρωινοί πελάτες. Βρίσκομαι ήδη στην παραλιακή λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου, την πολύπαθη αυτή οδό, που κατά το δοκούν της εκάστοτε δημοτικής αρχής, υπέστη αρκετές αλλαγές της ονομασίας της, ώσπου να οριστικοποιηθεί η σημερινή. Τα καλλίγραμμα ιστιοφόρα με τα λευκά τους άλμπουρα αστράφτουν στο φως του ήλιου και στα νερά της θάλασσας. Σε κάποια παρατηρείται η συνηθισμένη κινητικότητα πριν από τον απόπλου, σε άλλων τα καταστρώματα επικρατεί η αναμενόμενη νωχέλεια του Κυριακάτικου πρωινού.

Εγκαταλείπω την τουριστική και αγουροξυπνημένη παραλία και κατευθύνομαι προς το εσωτερικό. Στο ύψος της οδού Προύσσης, όπου βρίσκονται τα γραφεία της «Άκτιας Νικόπολης», συναντάω τον τρίτο μεγάλο δρόμο της Πρέβεζας, μετά τις Λεωφόρους Ειρήνης και Ελ. Βενιζέλου. Είναι η «Εθνικής Αντιστάσεως», που αρχίζει από το Κάστρο του Αγ. Ανδρέα, τέμνει – με πορεία παράλληλη προς την Ελ. Βενιζέλου – το ιστορικό κέντρο της πόλης και καταλήγει στο σημείο που βρίσκομαι. Μια χαλαρή περιδιάβαση στην Εθνικής Αντιστάσεως και στους παράδρομούς της μπορεί να γεμίσει ολόκληρο το πρωινό ενός επισκέπτη και να ανακαλύψει με απρόσμενα ωραίες εικόνες την παραδοσιακή και ρομαντική ταυτότητα της Πρέβεζας, όσο τουλάχιστον τμήμα της έχει απομείνει. Ανάμεσα λοιπόν σε άχρωμα διώροφα και τριώροφα οικοδομήματα, πολλές ώρες της ημέρας καλυμμένες απ’ τη σκιά τους, εξακολουθούν να αντιστέκονται πεισματικά χαμηλές μονοκατοικίες με τις χαρακτηριστικές τους κεραμοσκεπές και τις αυλές τους. Είναι πολύ λιγότερες απ’ όσες γνώρισα πριν μια εικοσαετία και το πιθανότερο είναι, ότι στο διάβα του χρόνου θα λιγοστέψουν περισσότερο. σ’ αυτές όμως τις αυλές, που ελάχιστες έχουν έκταση μεγαλύτερη από κάποιες δεκάδες τετραγωνικά μέτρα, συνωστίζονται αλλά επιβιώνουν πορτοκαλιές, λεμονιές και μανταρινιές, μπουκαμβίλιες, γιασεμιά και γλάστρες με λουλούδια. Σε κάποιες μεγαλύτερες δεν είναι απίθανο να δει κανείς και μερικές σειρές από καλοφυτεμένα λαχανικά. Είμαι βέβαιος, πως πολλές νοικοκυρές διαμερισμάτων με στενά μπαλκόνια θα ζήλευαν τις κυρούλες των ταπεινών αυτών κατοικιών, που, παρά την έλλειψη ανέσεων, εξακολουθούν τουλάχιστον να χαίρονται τα φυτά, τα λουλούδια και τα δέντρα τους και, πάνω απ’ όλα, την άμεση επαφή με το χώμα των αυλών τους.

Εκτός όμως από τα ταπεινά της χαμόσπιτα η Πρέβεζα μας αποκαλύπτει όχι δυστυχώς πολύ συχνά – δείγματα της περασμένης αρχοντιάς και υπερηφάνειας της.

Είναι κάποια θαυμάσια διώροφα αρχοντικά, που ξεχωρίζουν με τον όγκο και τη λιτότητα των γραμμών τους, τα μεγάλα μακρόστενα παράθυρα, τις πελεκητές πέτρες, τα περίπλοκα σφυρήλατα κιγκλιδώματα στα μπαλκόνια, με φουρούσια άλλοτε σιδερένια και άλλοτε πέτρινα. Μερικά διατηρούν στα επιχρίσματά τους αποχρώσεις ώχρας και σωμόν, που παραμένουν αυθεντικές από την εποχή της δημιουργίας τους.

Ο αγαπητός μας φίλος Νίκος Καράμπελας δεν κουράζεται να διανθίζει με άφθονες πληροφορίες και στοιχεία αυτό τον περίπατο, που σταδιακά εξελίσσεται σ’ ένα συναρπαστικό οδοιπορικό στην ιστορική διαδρομή των τελευταίων αιώνων της πόλης. Μας περιγράφει την ταυτότητα των σημαντικότερων οικοδομημάτων, τις ιδιότητες των κτητόρων τους, ιστορικά γεγονότα και καταστάσεις που σχετίζονται μ’ αυτούς. Δίπλα του ο Σπύρος Βαγγελάκης φωτογραφίζει, ακούει και μαθαίνει άγνωστες πτυχές της ιστορίας της πόλης του. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς απ’ αυτόν τον όγκο των στοιχείων αι πληροφοριών!

Να η αρχοντική οικία Δόνου, η παλαιά Μαμμάτη, κτίσμα των μέσων του 18ου αιώνα! Σ’ αυτήν διέμεινε κάποιο διάστημα ο περίφημος πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός.

Διασώζεται ακόμη ένα πουκάμισό του και μια επιστολή του με χρονολογία 1779, παραινετική προς τους Πρεβεζάνους να ιδρύσουν και να συντηρήσουν ένα σχολείο για την πόλη τους. Να και η οικία Χαβίνη, κτίσμα του 1881, όπου είχε την έδρα του το Ιταλικό Προξενείο. Λίγο πιο κάτω ορθώνεται ένα τριώροφο κτίριο της οικίας Κονεμένου, του ριζοσπάστη λόγιου και στοχαστή του 19ου αιώνα, όπου στεγάζετο το Αγγλικό προξενείο, ενώ στη διώροφη οικία Σκέφερη λειτουργούσε το Ρωσσικό Προξενείο.

Η Εθνικής Αντιστάσεως παίρνει ήδη τη μορφή ενός αξιαγάπητου, πλακόστρωτου πεζόδρομου, από τον οποίο ξεκινούν είτε προς το εσωτερικό είτε προς την παραλία, πολλά πλακόστρωτα δρομάκια, σε κάποια από τα οποία το πλάτος δεν ξεπερνάει τα δυο έως τρία μέτρα. Όλο αυτό το λαβυρινθώδες και χωρίς ιδιαίτερες ρυμοτομικές αξιώσεις δίκτυο αποτελεί το ιστορικό κέντρο της Πρέβεζας, μια «ιδιαίτερη» πόλη μέσα στην πόλη, ανθρώπινη, απαλλαγμένη από αυτοκίνητα, γραφική και συναρπαστική σε κάθε βήμα, που από μόνη της συνιστά περιηγητικό αξιοθέατο. Τι κι αν έχουν παρεισφρύσει – βάναυσα μερικές φορές – αρχιτεκτονικά στοιχεία ξένα προς τη φυσιογνωμία του τόπου. Η περιοχή διασώζει την ιδιαιτερότητα και την αίγλη της. συμμάχους έχει, πρώτα απ’ όλα, τα αναρίθμητα ταβερνεία, που τούτη βέβαια την ώρα ηρεμούν, προετοιμάζονται για την μεσημεριανή και –  κυρίως – βραδινή κατάληψή τους από τους εκατοντάδες ντόπιους και επισκέπτες.

Ύστερα είναι τα πολυάριθμα μαγαζάκια κάθε είδους με τις πολυποίκιλες πραμάτειες τους. Κάποια απ’ αυτά έχουν σφραγίσει με την παρουσία τους τη νεότερη ιστορία της πόλης, όπως το ονομαστό καφεκοπτείο του «Κωστούλα», που διατηρεί μια οικογενειακή παράδοση στους καφέδες από το 1928! Είναι ακόμη το παραδοσιακό μπαρμπέρικο του Τιμολέοντα, που διασώζει ακόμα τα γραφικά παμπάλαια εργαλεία του και την περίφημη σιδερένια πολυθρόνα, βαρειά, ασήκωτη και ακλόνητη απ’ τα χρόνια, που πάνω της απόλαυσαν και εξακολουθούν να απολαμβάνουν ξύρισμα και κούρεμα εκατοντάδες Πρεβεζάνοι.

Μερικές δεκάδες μέτρα πιο πάνω, συναντάμε μπροστά μας το μικροσκοπικό και γραφικότατο ουζεράκι «Σεϊτάν παζάρ», που οφείλει το όνομά του στην παλιά ονομασία του ομώνυμου δρομίσκου. Μεσημέρια ή βράδια, στα τραπεζάκια του εξωτερικού λιλιπούτειου χώρου ή στο πανέμορφο εσωτερικό, έχουμε απολαύσει αρκετές φορές ουζάκι ή παγωμένη μπύρα με εξαίσια μεζεδάκια.

– Έλα να σου γνωρίσω κάποιον που σε ξέρει από χρόνια, μου λέει ένα μεσημέρι στο ουζερί ο Σπύρος Βαγγελάκης.

Ο άγνωστος μου σφίγγει το χέρι με θερμότητα και μου λέει:

– Χάρη σε σένα γνώρισα εγώ ο Κρητικός, άγνωστες πτυχές του Αποκορώνα Χανίων. Από τότε είμαι φανατικός σου αναγνώστης.

Είναι ο γιατρός Νίκος Αναγνωστάκης από το Ηράκλειο της Κρήτης, που αρκετά χρόνια προσφέρει τις υπηρεσίες του στους Πρεβεζάνους και είναι ιδιαίτερα αγαπητός. Μου θυμίζει λεπτομέρειες από το μεγάλο εκείνο άρθρο, που, έξι χρόνια μετά, σχεδόν έχω λησμονήσει.

Ο δρομίσκος όμως αυτός είναι κυρίως διάσημος γιατί εδώ βρίσκεται το σπίτι, όπου έζησε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πρέβεζα ως την ημέρα της τραγικής του αυτοκτονίας, τον Ιούλιο του 1928, ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης.

Επανερχόμαστε στην Εθνικής Αντιστάσεως. Μπροστά μας δεσπόζει ο επιβλητικός και πασίγνωστος «Πύργος του Ρολογιού», που ανεγέρθηκε στην περίοδο της Β΄. Ενετικής Κατοχής (1717-1797). Πάνω από το ρολόι υπάρχει καμπαναριό, που χτίστηκε στη δεκαετία του 1950. Δίπλα στον Πύργο είναι ο ωραίος Μητροπολιτικός Ναός του Αγ. Χαραλάμπους του 1857 με το ξυλόγλυπτο τέμπλο, τις Ρωσικές φορητές εικόνες και την δυτικότροπη ζωγραφική στην οροφή του.

Αμέσως μετά συναντάμε την Δημοτική Βιβλιοθήκη Πρέβεζας και την ωραιότατη εκκλησία της «Παναγίας των Ξένων», όπου παλιά εκκλησιάζονταν οι ξένοι της Πρέβεζας. Απέναντί της ακριβώς, σ’ ένα λιτότατο οίκημα, στεγάζεται το Μουσείο της «Ναυμαχίας του Ακτίου». Αποτελείται από μία αίθουσα στον β΄ όροφο, το μεγαλύτερο τμήμα της οποίας καταλαμβάνει μια τεράστια μακέτα, που απεικονίζει την τοπογραφία του σημείου του Αμβρακικού, όπου τον Σεπτέμβριο του 31 π.Χ. διεξήχθει η ιστορική αυτή ναυμαχία ανάμεσα στο στόλο του Οκταβιανού και τους συνασπισμένους στόλους του Αντωνίου και Κλεοπάτρας. Χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη το ξύλο και αποτυπώνοντας τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες των πλοίων της εποχής, ο καλλιτέχνης που δημιούργησε τη μακέτα και τοποθέτησε τα πλοία, μας δίνει μια ρεαλιστική εικόνα των θεσμών αλλά και της δυναμικότητας των αντιπάλων. Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας είναι γνωστό. Εκμεταλλευόμενος ο Οκταβιανός την ευελιξία τω μικρότερων πλοίων του αλλά και την ανεξήγητη φυγή της

 

Κλεοπάτρας σ’ ένα κρίσιμο σημείο της μάχης, κατήγαγε περιφανή νίκη που του χάρισε παντοδύναμη εξουσία.

– Το μόνο που δεν άλλαξε από τα χρόνια εκείνα, λέει ο φύλακας του μουσείου, είναι ο δυνατός μαΐστρος που κάθε μεσημέρι φυσάει στην περιοχή και είχε και τότε επηρεάσει αποφασιστικά την έκβαση της μάχης.

Εδώ κάπου τερματίζει – ή μάλλον αρχίζει – η μεγάλο οδός Εθνικής Αντιστάσεως, που για να περιγράψει κανείς όλα τα ενδιαφέροντα σημεία που παρεμβάλλονται ανάμεσα σ’ αυτήν και τους παράδρομούς της, θα χρειαζόταν πολλές σελίδες. Αμέσως μετά απλώνεται το πάρκο του Αγ. Ανδρέα με το ομώνυμο κάστρο, που στην μεγάλη περίκλειστη έκτασή του, φιλοξενεί σήμερα στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Το ύψος της οχύρωσης και ο βαθμός διατήρησής της ποικίλλουν. Σε κάποια σημεία, όπως στο δυτικό, είναι πολύ χαμηλή και κακοδιατηρημένη. Σε άλλα σημεία όμως είναι υψηλή και ισχυρότατη. Βαδίζουμε περιμετρικά του κάστρου και αμέσως μετά αρχίζουμε να περιπλανιόμαστε προς τα δυτικά. Αποκαλύπτεται μια ολόκληρη περιοχή με συνεχείς κραυγαλέες αντιθέσεις, σπιτάκια χαμηλά και ανάμεσά τους ένα παμπάλαιο πλινθόκτιστο και άμορφες τσιμεντένιες οικοδομές. Εδώ κοντά είναι το παλιό εστιατόριο των αδελφών Ράπτη, με μεγάλη ποικιλία Ελληνικών φαγητών, που εκτίθενται με παραδοσιακό τρόπο στη βιτρίνα, στη θέα του πελάτη. Το εστιατόριο λειτουργεί εδώ και 80 (!) χρόνια, τα πρώτα 50 από τον πατέρα κα τα τελευταία 30 από τους τρεις γιους του. Σε μια πλατειούλα στην τοποθεσία «Χάνια» το παντοπωλείο του «Νέσσερη» εξακολουθεί να λειτουργεί από το 1935. Είν’ ένα μεγάλο και ψηλοτάβανο μαγαζί, που στο εσωτερικό του επικρατεί ένας απίστευτος συνωστισμός από χιλιάδες ετερόκλιτα αντικείμενα, καινούργια και παλιά. Κι ενώ λίγο πιο κάτω αρχίζουν οι φανταχτερές βιτρίνες του εμπορικού κέντρου, υπάρχουν κάποια απρόβλεπτα στενά, που με κάποια μαγαζάκια του μας φέρνουν πάλι πίσω στο παρελθόν. Ένα τέτοιο είναι το ορυχαλκείον «Τα Τζουμέρκα», ένα απίθανο μαγαζί με αδιανόητη ακαταστασία και ό, τι πιο παλιό μπορεί να φανταστεί κανείς. Λίγο πιο κάτω είναι ένα ογκώδες πετρόχτιστο κτίριο ωραίας αρχιτεκτονικής και δίπλα του ένα μεγάλο εμπορικό του 1880. κοντά του και η «Φραγκόκλησα», ο καθολικός ναός του Αγ. Ανδρέα, που πρόσφατα ταλαιπωρήθηκε από πυρκαγιά. Χτίστηκε με δωρεά του Αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας Ιωσήφ. Είχε μεγάλο καμπαναριό, τον πασίγνωστο «Φράγκο», που το δυνατό του χτύπημα είχε ταυτισθεί με την ώρα του διαλείμματος για όλους τους εργαζομένους στους ελαιώνες και στα χωράφια της Πρέβεζας. Το ιστορικό αυτό μνημείο γκρεμίστηκε με μια αψυχολόγητη απόφαση, ως αντίποινα για την εισβολή της Ιταλίας στη χώρα μας το 1940.

Λίγο πιο κάτω από το Κάστρο του Αγ. Ανδρέα είναι η πλατεία του Οδ. Ανδρούτσου με τον ανδριάντα του αρχιστράτηγου της Ρούμελης. Είν’ ένα ευρύτατο πάρκο με δέντρα, παγκάκια, χώρους πρασίνου και καφετέριες με τραπεζάκια, ένας δημοφιλής χώρος αναψυχής για μικρούς και μεγάλους, που ουσιαστικά σηματοδοτεί και το τέλος της μεγάλης βόλτας της παραλίας. Εδώ, ανάμεσα στα κότερα, είναι αραγμένες και ψαρόβαρκες, που κάθε πρωί πουλάνε στους περαστικούς τα φρεσκότατα προϊόντα του Αμβρακικού κόλπου. Αμέσως μετά το εμπορικό λιμάνι και ένας μεγάλος χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Σε κάθε σημείο της η Πρέβεζα είναι μια πόλη άνετη και ανθρώπινη.

Αν από το πάρκο του Οδ. Ανδρούτσου κατευθυνθούμε προς το κέντρο της πόλης, θα συναντήσουμε διαδοχικά το ωραίο κτίριο του Δικαστικού Μεγάρου, την Περιφέρεια Ηπείρου, το πολύπλοκης αρχιτεκτονικής κτίριο της Εθνικής Τράπεζας και το Δημαρχείο της πόλης. Αμέσως μετά αρχίζει η ατελείωτη σειρά από τις ψαροταβέρνες, τις καφετέριες και τα μπαράκια, το επίκεντρο της κοσμοπολίτικης Πρεβεζάνικης ζωής.

 

ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΕΞΟΧΕΣ

 

Εγκαταλείπουμε προσωρινά την Πρέβεζα και κατευθυνόμαστε με τον Σπύρο Βαγγελάκη προς την βόρεια έξοδο της πόλης. Διασώζεται ακόμα ο Προμαχώνας της Βρυσούλας που οριοθετούσε το τέλος της περιμετρικής αμυντικής τάφρου, της περίφημης ντάπιας του Αλή Πασά. Συναντάμε στη σειρά τη Σχολή του θαλάσσιου σκι, τον Ναυτικό Όμιλο και τα Παλαιά Σφαγεία. Ήδη μπροστά μας απλώνεται με τα γαλήνια συνήθως νερά του ο κόλπος «Βαθύ», που ήταν ένα από τα τρία λιμάνια της Νικόπολης. Ο κόλπος εισχωρεί βαθειά μέσα στην ξηρά και οι μόνοι άνεμοι που μπορούν λίγο να ταράξουν την επιφάνειά του είναι οι νότιοι. Είναι δημοφιλής τόπος ψαρέματος για πολλούς ερασιτέχνες ψαράδες και ασφαλέστατο και αχανές αλιευτικό καταφύγιο για τις ψαρόβαρκες. Το Βαθύ έχει συνδεθεί με το τραγικό γεγονός της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη. Στο σημείο όπου βρέθηκε, στήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ένα μνημείο με τη φράση: «Βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά».

Βρισκόμαστε ήδη στην περιοχή της «Μαργαρώνας»με υπολείμματα της αρχαίας Νικόπολης. Εδώ υπήρχαν ταρσανάδες και καρνάγια ήδη από το 1400. Βγαίνουμε από την άσφαλτο και κινούμαστε για μερικά χιλιόμετρα σε χωματόδρομο, πλάι στη μεγάλη λιμνοθάλασσα της Μαργαρώνας.  Η λιμνοθάλασσα αυτή γρήγορα εξελίσσεται σε υγρότοπο με καλάμια, βάλτους αλλά και πολλά σκουπίδια. Κάνοντας έναν μεγάλο κύκλο φτάνουμε στον νεότευκτο οικισμό Ψαθάκι, με θέα στον κόλπο και στην Πρέβεζα.

Αποτελείται από αραιοχτισμένες μονοκατοικίες, αρκετές όμως από τις οποίες είναι αμφισβητούμενης αισθητικής. Πολύ κοντά βρίσκεται και το επιβλητικό ξενοδοχείο «Μαργαρώνα», που γνώρισε μέρες δόξας στις αρχές της δεκαετίας του ’80. με τις αρχοντικές του εγκαταστάσεις το ξενοδοχείο διατηρεί και σήμερα την παλιά του αίγλη και ήδη ανήκει στο συγκρότημα των «AMALIA HOTELS».

Από το σημείο που βρισκόμαστε εκτείνεται προς τα ανατολικά μια μακρόστενη χερσόνησος, που διεισδύει βαθειά στα νερά του Αμβρακικού. Είναι ένας τόπος απόλυτα άγνωστος σε μένα και ο Σπύρος βέβαια αναλαμβάνει να με ξεναγήσει. Η περιοχή είναι όμορφη, με ευρύτατη θέα στον Αμβρακικό, πολύ πράσινο, πορτοκαλεώνες και θερμοκήπια. Εκείνες όμως οι καλλιέργειες, που κυρίως χαρακτηρίζουν τον τόπο, είναι οι ελαιώνες του, που αποτελούν το τμήμα που απέμεινε από τον πάλαι ποτέ απέραντο ελαιώνα της Πρέβεζας. Ο ελαιώνας αυτός άρχισε να φυτεύεται μετά το 1718 με προτροπή και επιδότηση των Βενετών. Ήταν το μεγαλύτερο παραγωγικό έργο που έγινε ποτέ στην περιοχή της Πρέβεζας και τα ελαιόδεντρα κάλυψαν τα πάντα, ακόμη και τις πλαγιές των βουνών του «Αγ. Θωμά» και της «Λασκάρας» στη χερσόνησο. Είναι αδύνατον να προσδιορισθεί με ακρίβεια ο συνολικός αριθμός των ελαιόδεντρων, το βέβαιο όμως είναι, ότι στην εποχή των Βενετών έφτανε τα 140.000 δέντρα, από τα οποία τουλάχιστον 15.000 υπήρχαν στη χερσόνησο που βρισκόμαστε. Η μορφή των καλλιεργειών διατηρήθηκε μέχρι την απελευθέρωση της Πρέβεζας από τους Τούρκους το 1912 και, με μικρές αλλαγές, μέχρι τη δεκαετία του 1950. Τότε, με την ανάπτυξη της καλλιέργειας των κηπευτικών και εσπεριδοειδών, άρχισε το ξερίζωμα των ελαιόδεντρων και η μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων καυσόξυλων στην Πάτρα, την Αθήνα και τα Γιάννενα.

Σ’ ένα σημείο ο δρόμος κατηφορίζει βόρεια προς το εξωκκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στο εσωτερικό του Αμβρακικού. Καταλήγει σ’ ένα μικρό αλιευτικό καταφύγιο, στον δυτικό μυχό του Αμβρακικού. Τα νερά είναι άβαθα αλλά η παραλία όχι ιδιαίτερα αξιόλογη. Αυτό ωστόσο δεν εμποδίζει αρκετούς να κολυμπάνε. Πολύ μακρυά στα βόρεια, πάνω στα βουνά, διακρίνεται το λευκό, ανεπαίσθητο σημαδάκι του Μνημείου του Ζαλόγγου.

Περνάμε από τον οικισμό «Νεοχώρι», με Μουσείο Φυσικής Ιστορίας που είναι κλειστό. Στη συνέχεια συναντάμε τον συμπαθητικό οικισμό της Αγ. Τριάδας με την παλιά και όμορφη εκκλησία και την πολύ μεγαλύτερη – αλλά άχρωμη – νεότερη. Στο προαύλιο της παλιάς εκκλησίας διασώζονται εντυπωσιακά γέρικα ελαιόδεντρα από την εποχή της Ενετοκρατίας, ενώ τα δέντρα που υπάρχουν στον αύλειο χώρο της εκκλησίας του 1997 είναι νεαροί φοίνικες, που ελάχιστη σχέση έχουν με την παράδοση του τόπου.

– Πίνουμε ένα καφεδάκι; Προτείνει ο Σπύρος.

Κατευθυνόμαστε νότια, προς τον παραθαλάσσιο οικισμό του Αγίου Θωμά. Αλιευτικό καταφύγιο κι εδώ, γραφικές ταβερνούλες πλάι στη θάλασσα και η ωραιότερη θέα στην πόλη της Πρέβεζας. Επίπεδη βέβαια όπως είναι η πόλη, δεν διαφέρει από μια γραμμή με κτίρια, που απλά προεξέχουν πάνω από τη θάλασσα, χωρίς καμμιά υποψία αμφιθεατρικότητας και βάθους. Απέναντί μας, πολύ κοντά στα ΝΔ εκτείνεται η επίπεδη περιοχή του Ακτίου, ενώ στο βάθος του ορίζοντα δεσπόζει ο ορεινός όγκος της Λευκάδας και ανατολικότερα ακόμη τα Ακαρνανικά βουνά.

Τα πρόσωπά μας χαϊδεύει ένας δροσερός πουνέντες που ταράζει μπροστά μας τα νερά, ενώ λίγη ώρα πριν, στο εσωτερικό του Αμβρακικού, επικρατούσε νηνεμία. Ωραίος τόπος ο Αγ. Θωμάς, ιδανικός για ψαράκι και βραδινό ρεμβασμό πλάι στη θάλασσα.

Μετά το ωραίο αυτό διάλειμμα συνεχίζουμε την περιήγησή μας πάντα με κατεύθυνση προς την κορυφή της χερσονήσου. Ένας δρομίσκος μας οδηγεί στο παλιό και γραφικό εκκλησάκι των Αγ. Αποστόλων, που ο χρόνος το σημάδεψε με αρκετές φθορές, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Ο ευρύτερος χώρος είναι μια καταπληκτική επίπεδη περιοχή πολλών στρεμμάτων, που εκτείνεται ακριβώς πάνω από τα νερά του Αμβρακικού.

Η θέα βέβαια προς όλη την τεράστια έκταση του Αμβρακικού και τα γνωστά μας από παλιά γύρω βουνά, είναι απεριόριστη. Εκείνο όμως που κάνει την περιοχή μοναδική, είναι το έξοχου φυσικού κάλλους δάσος των πάμπολλων, υπεραιωνόβιων δρυών και ελαιόδεντρων. Είναι μια απίστευτη συγκέντρωση και ανάμειξη όλων αυτών των μνημειακών δέντρων, που καλύπτουν το έδαφος με σκιά ανεπηρέαστη από τις ακτίνες του ηλίου.

– Τη μέρα της Πρωτομαγιάς γίνεται εδώ μεγάλο πανηγύρι, λέει ο Σπύρος.

Δυστυχώς δεν λείπουν από τον τόπο τα σκουπίδια, «ίχνη πολιτισμού» χαρακτηριστικά των «Νεοελλήνων».

Το ωραίο ταξίδι συνεχίζεται προς το άκρο της Χερσονήσου. Περνάμε μπροστά από την γραφικότατη κυκλική λιμνοθάλασσα «Σκαφιδάκι», ενώ λίγο πιο κάτω υπάρχει μεγάλη ιχθυοπαραγωγική μονάδα. Ένας χωματόδρομος 700 περίπου μέτρων μας οδηγεί στο άκρο της χερσονήσου. Είναι μια ακτή άγρια και βραχώδης, που φιλοξενεί τις πρόχειρες εγκαταστάσεις του Αλιευτικού Συνεταιρισμού Πρέβεζας. Με σκεπή από αμιαντολαμαρίνα, σκεύη για καφέ και φαγητό, ένα τραπεζάκι, μερικές καρέκλες και δύο-τρία στρώματα για κρεββάτια, οι εγκαταστάσεις αποπνέουν μιαν αρχέγονη γραφικότητα. Όλη η Δ και ΝΔ πλευρά του τοίχου αποτελείται από συμπαγή βράχο ασβεστόλιθου, ενώ το Β και Α τμήμα είναι ορθάνοιχτα στην αγκαλιά του Αμβρακικού και στις αντικρινές βουνοκορφές.

Είναι μια αίσθηση ελευθερίας και ανεξαρτησίας απερίγραπτη.

Τριάντα μέτρα μπροστά από την ακτή είναι εγκαταστημένο το περίφημο «νταλιάνι», που στα δίχτυα του πιάνονται όσα ψάρια έχουν την ατυχία να διεισδύσουν και κυρίως κεφαλόπουλα, τσιπούρες, μουρμούρες και γοφάρια. Πλάι στις εγκαταστάσεις και σε ύψος τουλάχιστον οχτώ μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας υψώνεται ένα παρατηρητήριο κατασκευασμένο από χοντρόξυλα. Πάνω του, με το βλέμμα στραμμένο προς τη θάλασσα, κάθεται ακίνητος ένας παρατηρητής. Βρίσκεται στη θέση αυτή, με εναλλασσόμενες βάρδειες ανά ώρα, από την ανατολή του ηλίου ως το τελευταίο φως.

– Ποια ακριβώς ειν’ η δουλειά του; ρωτάω τον Απόστολο Κωρέτση, έναν συμπαθέστατο άνθρωπο, που είναι ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού και ασχολείται 44 χρόνια με τη θάλασσα.

– Αν πετύχουμε καμιά ψαριά, θα καταλάβεις μόνος σου, μου απαντάει.

Η ώρα περνάει, τα νερά γύρω απ’ το νταλιάνι παραμένουν ατάραχα. Το ίδιο και ο παρατηρητής πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Αρχίζουμε με τον Σπύρο ν’ αδημονούμε, να ανταλλάσσουμε ματιές γεμάτες απογοήτευση. Αντίθετα οι ψαράδες πίνουν το καφέ τους, καπνίζοντας και συζητώντας ήρεμα. Κοιτάμε τα ρολόγια μας, το μεσημέρι έχει περάσει από ώρα. Τοποθετεί ο Σπύρος στην τσάντα τη μηχανή του, σηκωνόμαστε και ετοιμαζόμαστε να τους αποχαιρετήσουμε. Τη στιγμή εκείνη ένας μηχανικός θόρυβος ακούγεται από ψηλά. Είναι ο παρατηρητής, που, έχοντας προφανώς δει ψάρια να μπαίνουν στο νταλιάνι, έχει ενεργοποιήσει τον μηχανισμό ανασήκωσης του διχτυού. Το δίχτυ αυτό, που είναι σταθερό και όρθιο προς την πλευρά της θάλασσας, σχηματίζει μια ορθή γωνία, ένα «Γ». Πέντε ψαράδες  πετάγονται όρθιοι σαν αυτόματα από τις θέσεις τους και σε ελάχιστα δευτερόλεπτα είναι μέσα στα δύο «πριάρια» (τις χαρακτηριστικές βάρκες). Όλοι μαζί κωπηλατούν προς τη θάλασσα ανασηκώνοντας τις άλλες άκρες των διχτυών που είναι ελεύθερες. Η όλη διαδικασία κρατάει 7-8 λεπτά. Αμέσως μετά οι βάρκες επιστρέφουν με τη λεία τους που ξεπερνάει τα 10 κιλά. Είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία κεφαλόπουλα, κάποια από τα οποία πλησιάζουν το κιλό. Ένας ψαράς, ο Παναγιώτης, μου δείχνει τα διάφορα είδη και μου εξηγεί τις ονομασίες τους.

Εκτός από τα «μυξινάρια», όλες οι υπόλοιπες ονομασίες μου είναι άγνωστες: «στράδια», «γαστούρια», «μαυριάκια» και «κογκλάνια». Τα θηλυκά αυγωμένα ψάρια είναι οι «μπάφες», από τις οποίες βγαίνει το αυγοτάραχο.

– Και πως ξεχωρίζουμε τα διάφορα είδη; ρωτάω τον ψαρά.

– Οι μεταξύ τους διαφορές είναι ανεπαίσθητες, μόνον ένα εξασκημένο μάτι μπορεί να τις καταλάβει.

Πριν τους αποχαιρετήσουμε ρωτάω τον Πρόεδρο και τους ψαράδες, αν είναι ικανοποιημένοι από τη δουλειά τους.

– Αν εξαιρέσουμε το άγχος της επιβίωσης, η ομορφιά και η ελευθερία αυτής της ζωής δεν έχουν το ταίρι τους, μου απαντάει ο Πρόεδρος και όλοι δείχνουν να συμφωνούν μαζί του.

Ρίχνω μια ματιά στο γαλήνιο, ανοιχτό τοπίο του Αμβρακικού. Δεν έχει άδικο…

Η κουραστική αλλά γεμάτη εμπειρίες μέρα πλησιάζει προς το τέλος της. Κι ενώ θα ήταν λογικό ν’ αναζητήσουμε έναν ήρεμο τόπο να χαλαρώσουμε, εμείς αντίθετα, κατευθυνόμαστε στο πανδαιμόνιο των ουζερί. Έχει τόση γοητεία αυτός ο τόπος, που δύσκολα μπορεί κανείς να αντισταθεί. Όπως πολύ δύσκολα μπορεί να αποφύγει τον πειρασμό, να σταματήσει για ένα μεταμεσονύκτιο ποτό στα μπαράκια της παραλίας.

 

ΑΥΡΑ ΑΠΟ ΑΡΧΑΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΗ

ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΕΣ ΑΚΤΕΣ

 

Τα αποτελέσματα της Ναυμαχίας του Ακτίου δεν περιορίστηκαν μόνον στην εποχή της με την παντοδυναμία του Οκταβιανού.

Επεκτάθηκαν στους αιώνες και εξακολουθούν και σήμερα να είναι ορατά με την μορφή της Αρχαίας Νικόπολης. Είναι η περίφημη πόλη που δημιούργησε ο Οκταβιανός στον αυχένα της χερσονήσου της Πρέβεζας σε ανάμνηση της νίκης του.

Κάθε φορά που επισκέπτομαι την Πρέβεζα από την πλευρά της Άρτας, εντυπωσιάζομαι πάντα από το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπεια του τείχους και των υπόλοιπων οικοδομημάτων που διασώζονται πλάι στο δρόμο, λίγα χιλιόμετρα πριν από την πόλη. Χτισμένη σε στρατηγική θέση ανάμεσα στον Αμβρακικό και στο Ιόνιο η πόλη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και μέρες ακμής τόσο κατά τη Ρωμαϊκή όσο και κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Είχε δικό της νομισματοκοπείο και την επισκέφθηκαν σημαντικές προσωπικότητες της εποχής όπως ο Απόστολος Παύλος και ο Στωϊκός Φιλόσοφος Επίκτητος.

Στο άρθρο αυτό δεν θα επεκταθούμε περισσότερο, αφού για την Αρχαία Νικόπολη αξίζει ένα αποκλειστικό αφιέρωμα. Θα περιοριστούμε μόνον να αναφέρουμε τα σημαντικότερα μνημεία που διασώζονται, όπως το Μνημείο της Νίκης του Αυγούστου, το Θέατρο, το Γυμνάσιο και το Στάδιο, το περίφημο Ρωμαϊκό Υδραγωγείο που υδροδοτούσε την πόλη από απόσταση 50 χιλιομέτρων, η οικία του Μάνιου Αντωνίου, το Επισκοπικό Μέγαρο και η Έπαυλη στη θέση Φτελιά. Από τα Χριστιανικά μνημεία του 5ου και 6ου αιώνα αναφέρουμε τα δύο σημαντικότερα, τη Βασιλική Αλκισόνος και τη Βασιλική Δουμετίου.

Συμπερασματικά θα λέγαμε, ότι κάθε επισκέπτης της Πρέβεζας αξίζει ν’ αφιερώσει κάποιες ώρες για μια συναρπαστική περιπλάνηση στον εντυπωσιακό χώρο της Αρχαίας Νικόπολης, της θρυλικής αυτής πόλης που γεφυρώνει δύο κορυφαίες περιόδους της ιστορίας, τη Ρωμαϊκή και το Βυζάντιο…

Τρία περίπου χιλιόμετρα δυτικά της Νικόπολης το τοπίο αλλάζει δραματικά. Οι νωχελικές εκτάσεις γης και τα συνήθως ήρεμα και ανοιχτόχρωμα νερά του Αμβρακικού δίνουν τη θέση τους στην πολυκύμαντη επιφάνεια και τη βαθυγάλαζη απεραντοσύνη του Ιονίου. Εδώ βρίσκεται ο «Μύτικας», το δυτικότερο άκρο της χερσονήσου της Πρέβεζας. Ο ομώνυμος οικισμός αποτελεί έναν εξώστη με ανεμπόδιστη θέα στο πέλαγος και έχει αξιόλογη τουριστική υποδομή, χωρίς όμως ιδιαίτερη αρχιτεκτονική ταυτότητα. Εδώ βρίσκεται και το ξενοδοχείο «ΑΔΩΝΙΣ», με τις ωραίες εγκαταστάσεις και την πισίνα του, που μας προσφέρει για αρκετές μέρες άριστη φιλοξενία.

Συνεχίζοντας τη συνήθειά του ο μαΐστρος, που μένει αμετάβλητη στη διάρκεια των αιώνων, ξεπερνάει τις πρώτες μεσημβρινές ώρες από το λήθαργο της νύχτας και ξεχύνεται ολοζώντανος. Μερικές φορές οι πνοές του είναι ιδιαίτερα δυνατές, ξεπερνάνε τα πέντε ως έξι μποφόρ. Κάποια τέτοια δροσερά απογεύματα μένουμε στη σκιά του μπαλκονιού μας και αγναντεύουμε για ώρα τα αφρισμένα κύματα.

Ν-ΝΑ του Μύτικα η ακτογραμμή της χερσονήσου της Πρέβεζας συνεχίζεται ως το Κάστρο του Παντοκράτορα. Γενικά είναι βραχώδης, ενδιάμεσα ωστόσο δημιουργούνται μερικές μικρές αλλά όμορφες αμμουδιές κατάλληλες για κολύμπι, όπως το «Καλαμίτσι», ο «Οικισμός των Δασκάλων» και το «Αλωνάκι».

Η πλαζ όμως που αποτελεί το καύχημα της ευρύτερης περιοχής της Πρέβεζας είναι η αχανής παραλία Μονολίθι. Ξεκινάει κάτω από τα βόρεια πρανή του Μύτικα, αρχικά ως ένας κολπίσκος με μικρό αλιευτικό καταφύγιο και ένα παλιό νταλιάνι που δεν χρησιμοποιείται. Αμέσως μετά παίρνει κατεύθυνση ΒΔ και καταλήγει στην «Καστροσυκιά», διαγράφοντας ένα θεαματικό και αχανές τόξο, που το μήκος του ξεπερνάει τα 6-7 χιλιόμετρα. Με βαθιά, γαλάζια νερά, ξανθή χοντρή άμμο άριστης ποιότητας και βέβαια με τη διάκριση της «Γαλάζιας Σημαίας», το Μονολίθι είναι σημείο αναφοράς για την περιοχή και παραλία δημοφιλέστατη για χιλιάδες λουομένους. Παρέχει επιπλέον άνετη πρόσβαση στον επισκέπτη, αφού ένας ασφαλτόδρομος διασχίζει από απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων την ακτή σ’ όλο της το μήκος.

Ωστόσο υπάρχουν δύο ακόμη στοιχεία που προικίζουν το Μονολίθι με συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι οποιασδήποτε άλλης παραλίας. Το πρώτο είναι η παρουσία του «NIKOPOLIS CLUB», που βρίσκεται προς το ΒΔ άκρο της απέραντης ακτής. Είναι μια σύνθετη μονάδα με καφέ, μπαρ, εστιατόριο, πισίνες, νεροτσουλήθρες και ξαπλώστρες στην αμμουδιά. Η μονάδα έχει αναπτυχθεί μέσα σε μια έκταση πολλών στρεμμάτων, κατάφυτη με ευκαλύπτους, πεύκα, φοίνικες, πικροδάφνες και αρμυρίκια.

Η μορφή του συγκροτήματος είναι εντυπωσιακή και πρωτότυπη, βασίζεται σε αρχιτεκτονικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το τεύχος και τα σωζόμενα οικοδομήματα της Αρχαίας Νικόπολης. Γενικά το NIKOPOLIS CLUB μπορεί να θεωρηθεί ένας χώρος που παρέχει υπηρεσίες υψηλού επιπέδου, αντάξιες του μαγευτικού του περιβάλλοντος.

Η δεύτερη, μοναδική στο είδος της ιδιαιτερότητα, της περιοχής του Μονολιθιού είναι το «Αισθητικό Δάσος Ακτής Νικοπόλεως».

Είναι ένας θαλερός, καταπράσινος παράδεισος μια λωρίδα όασης 660 στρεμμάτων, που περιβάλλει ένα μεγάλο χερσαίο τμήμα της ακτής. Μια αφθονία δασοπονικών ειδών αναπτύσσεται στα εδάφη αυτής της έκτασης, δημιουργώντας έναν φυσικό βοτανικό κήπο απαράμιλλης ομορφιάς. Ποδηλατώντας στον ποδηλατόδρομο ή βαδίζοντας ήρεμα στα μονοπάτια περιπάτου, μπορεί να απολαύσει κανείς τη σκιά και τη δροσιά, που χαρίζουν πλουσιοπάροχα η χαλέπιος και η παραθαλάσσια πεύκη, οι κουκουναριές και τα κυπαρίσσια, οι τεράστιοι ευκάλυπτοι, οι ακακίες και οι λόχμες  δρυός, οι μυρτιές και οι σχοίνοι και τόσα άλλα ακόμη δέντρα και θάμνοι. Η αξία του δάσους εκτιμήθηκε έγκαιρα από την Πολιτεία, που με Π.Δ. στις αρχές της δεκαετίας του ’80, έχει θέσει το δάσος υπό καθεστώς αυξημένης προστασίας με πλήρες δίκτυο δασοπυρόσβεσης. Δύο χώροι αναψυχής και εφτά συνολικά βρύσες συνδεδεμένες με το δίκτυο ύδρευσης είναι στη διάθεση του φυσιολάτρη, που αποκομίζει από την επίσκεψή του στο «Αισθητικό Δάσος Ακτής Νικόπολης» μια αξέχαστη εμπειρία.

 

ΩΡΑΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

ΚΑΙ ΑΘΕΑΤΕΣ ΓΩΝΙΕΣ

 

Με τη συντροφιά, άλλοτε του Νίκου Καράμπελα και άλλοτε του Σπύρου Βαγγελάκη, συμπληρώνουμε με τρόπο συστηματικό την περιήγησή μας στην Πρέβεζα και στην ευρύτερή της περιοχή. Οι μεγάλες αυτές πεδινές εκτάσεις, που κάποτε καλύπτονταν από δεκάδες χιλιάδες ελαιόδεντρα, φιλοξενούν τώρα στο εύφορο έδαφός τους κυρίως εσπεριδοειδή και οπωροκηπευτικά, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν οι ντομάτες, τα καρπούζια και τα πεπόνια.

Ένα πρωί κινούμαστε με το Σπύρο κατά μήκος των δυτικών ακτών του Αμβρακικού στις παρυφές της Αρχαίας Νικόπολης. Στο ύψος του εξωκκλησιού του Αγ. Νικολάου, εγκαταλείπουμε την άσφαλτο και ακολουθώντας ένα χωματόδρομο, φτάνουμε σ’ ένα λεπτό στην ακτή του Αμβρακικού, μια λιμνοθάλασσα κατάσπαρτη με μικρές νησίδες και μεγάλο αριθμό λευκοτσικνιάδων. Εκεί δίπλα βρίσκεται η λιτή εγκατάσταση του Αλιευτικού Συνεταιρισμού Πρέβεζας. Ο Κώστας Βότσης, 32 χρόνια ψαράς, μας κερνάει καφεδάκι και περιγράφει ρεαλιστικά την κατάσταση του κόλπου στο παρελθόν και στο παρόν, την δραματική μείωση των ιχθυοαποθεμάτων και χελιών, που δεν επιτρέπει μεγάλη αισιοδοξία για το μέλλον. Τη στιγμή που ετοιμαζόμαστε να τον αποχαιρετήσουμε, ανοίγει το ψυγείο και βγάζει μια πιατέλα με τρεις τσιπούρες.

– Είναι άγριες και ολόφρεσκες, μας λέει, μία για τον καθένα. Θα τη βάλω στο τηγάνι και σε λίγη ώρα θα πιούμε ένα ωραίο ουζάκι.

Είναι έτοιμος να ξεκινήσει το καθάρισμα, το πρόγραμμά μας όμως μας πιέζει απελπιστικά. Ο Κώστας επιμένει, ξανά και ξανά, στο τέλος όμως απογοητεύεται.

– Δεν πειράζει, μια άλλη φορά. Όποτε θάχετε χρόνο πάρτε μου τηλέφωνο.

Δεν του τηλεφωνήσαμε και μετανιώνω γι’ αυτό. Ήταν ένας απλός καλοσυνάτος άνθρωπος, που πρώτη φορά τύχαινε να μας γνωρίσει.

Από την ηρεμία του «ΑΔΩΝΙΣ» στον Μύτικα μετακομίζουμε για τις υπόλοιπες μέρες στη Λεωφόρο Ειρήνης, στο ανακαινισμένο ξενοδοχείο «PREVEZA CITY». Οι υπηρεσίες του ξενοδοχείου είναι πολύ καλές και η θέση του μας εξασφαλίζει άμεση και γρήγορη πρόσβαση στο κέντρο. Αγναντεύω από το μπαλκόνι τη δυτική πλευρά της πόλης, όπου οι σύγχρονες οικοδομές επικρατούν κατά κράτος των παλιών. Σκέφτομαι, πως αυτό το τμήμα μου είναι ελάχιστα γνωστό, ξεκινάω λοιπόν με τον Σπύρο να το ανακαλύψω.

100 μέτρα κάτω από το ξενοδοχείο, η οδός Χρ. Κοντού διασχίζει την Λεωφόρο Ειρήνης, συνεχίζει δυτικά και αμέσως συναντάει την οδό Οδ. Ανδρούτσου. Σ’ ένα παμπάλαιο, χαμηλό σπιτάκι στη γωνία, μια μαρμάρινη πινακίδα αναφέρει: «Εδώ είναι το σπίτι του Καπετάν Ανδρούτσου 1773-1798».

Παρατηρούμε την τριπλή σειρά των αυθεντικών κεραμιδιών της στέγης, τη μικρή αυλή με το γιασεμί, τις πορτοκαλιές και λεμονιές. Το βλέμμα σταματάει σε μια υπέργηρη τριανταφυλλιά.

– Η ηλικία της ξεπερνάει τον ένα αιώνα, μας λέει μια συμπαθέστατη κυρία, που βγαίνει τη στιγμή εκείνη από το εσωτερικό.

Είναι η Χαρίκλεια Γκάφα, που έχει γεννηθεί και μένει σ’ αυτό το σπίτι τα τελευταία 60 χρόνια.

– Εδώ έζησε η οικογένειά μου για πάνω από 150 χρόνια. Και βέβαια, πολύ πριν απ’ αυτήν ο Οδ. Ανδρούτσος.

Περιεργαζόμαστε το λιτό εσωτερικό. Δυο μεγάλα δωμάτια όλα κι όλα με χοντρούς, πέτρινους τοίχους. Η κουζίνα και η τουαλέτα, όπως συνηθίζετο, βρίσκονται έξω. Το σπιτάκι ασφυκτιά ανάμεσα στις πολυκατοικίες που το περιβάλλουν. Το μόνο που ίσως το διασώζει είναι το ιστορικό του παρελθόν.

Συνεχίζουμε. Στην οδό Πολυτεχνείου ορθώνεται ένα διώροφο αρχοντικό μεγάλων διαστάσεων και πιο πίσω ένα παμπάλαιο σπίτι με αψιδωτή πέτρινη είσοδο, διακοσμημένη με λιθανάγλυφο. Η πόρτα είναι ανοιχτή. Μπαίνουμε μέσα και βρισκόμαστε μπροστά σε μια τεράστια αυλή με άφθονα δέντρα, κηπευτικά και πέτρινο πηγάδι.

Ο Παύλος Ιασωνίδης εκπλήσσεται ελαφρά με την απρόσμενη παρουσία μας. Του εξηγούμε τι κάνουμε και σε τρία λεπτά μας κερνάει τσιπουράκι δίπλα στο πηγάδι. Πέφτει η νύχτα με δροσερό μαΐστρο.

Το άλλο πρωί συνεχίζουμε την περιήγησή μας με τον Σπύρο, ξεκινώντας από την πλατεία στην αρχή της Λεωφ. Ειρήνης. Εδώ παλιά ήταν ο «Φόρος», μια από τις εισόδους της πόλης που πλήρωνε κάποιος για να μπει. Κατηφορίζουμε από τη συνοικία «Ματζίρικα» προς τη συνοικία του «Αη-Λιά». Η παλιά εκκλησία αντικαταστάθηκε με νέα, στο ωραίο όμως καμπαναριό παραμένει χαραγμένη στην πέτρα η χρονολογία 1860. λαβυρινθώδης γειτονιά με πολυκατοικίες, ελάχιστα παλιά σπίτια και δρομίσκους με αδιέξοδα.

Φτάνουμε στην παλιά εκκλησία του Αγ. Νικολάου με το χρυσοποίκιλτο τέμπλο και το κατάγραφο εσωτερικό. Βγαίνουμε στην μεγάλη οδό Επτανήσου. Πίνουμε καφέ στο καφενεδάκι «ΑΓΑΠΗ», με τους γραφικούς εσωτερικούς χώρους και την αυλή με τις ακακίες. Όλοι οι θαμώνες είναι ντόπιοι, εδώ δεν φτάνουν τουρίστες. Παμπάλαιο το καφενεδάκι, ξεκίνησε το 1935 τη λειτουργία του από τον Ευάγγελο Σουρτζή και την συνεχίζει με τον εγγονό του που έχει το ίδιο όνομα. Η χρέωση και για τα δύο καφεδάκια είναι 1,5 ευρώ. Από το σημείο αυτό περνούσε ένα τμήμα – αθέατο πια – της περίφημης «ντάπιας» του Αλή Πασά.

Σειρά στην περιήγησή μας έχει η συνοικία «Λευκαδίτικα», με πολύ πράσινο, πολλά μικρά σπίτια αλλά και αρκετή ανοικοδόμηση. Εδώ είναι το παραδοσιακό καρνάγιο του κυρ-Αντρέα Καββαδά, που ήρθε από τη Λευκάδα το 1945, όταν ήταν 13 ετών.

Είναι σκυμμένος πάνω από μια έξοχη μινιατούρα καραβόσκαρου, που την ολοκληρώνει υπό κλίμακα 1: 42, με όλες τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες. Παραδίπλα βρίσκεται στα σκαριά ένα παραδοσιακό «πριάρι», 5,5 μέτρων.

Αυτοδίδακτος ο κυρ-Αντρέας ασχολείται με την παραδοσιακή ναυπηγική 35 χρόνια. Το μεγαλύτερό του σκαρί ήταν ένα τρεχαντήρι 17 μέτρων, ενώ λίγες μέρες πριν, θαύμασα στο λιμάνι της Πρέβεζας ένα δικό του ωραιότατο σκαρί τύπου LIBERTY, που με τη λυγερή του γάστρα ξεπερνάει τα 10 μίλια.

– Και οι μινιατούρες κυρ-Αντρέα;

– Α, αυτές είναι η μεγάλη μου αγάπη. Πρόσεξε όμως, είναι πιστά αντίγραφα με κάθε λεπτομέρεια και όλες πλέουν στο νερό.

– Σου λείπει η Λευκάδα; Αποτολμάω την ερώτηση.

– Τι να σου πω, μετά από τόσα χρόνια μόνο αυτήν βλέπω στα όνειρά μου, ακόμα δεν κατάφερα να νιώσω Πρεβεζάνος.

Μεσημεριάζει, επιστρέφουμε στο «Φόρο».

– Έλα για ένα τελευταίο ουζάκι στο ουζερί του «ΜΕΛΕΤΙΔΗ», μου λέει ο Σπύρος.

Απ’ έξω δεν το πιάνει το μάτι σου. Στο εσωτερικό όμως οι τοίχοι είναι κατάφορτοι με παμπάλαιες αφίσες, χαρτονομίσματα, παλιά όργανα πλοίων και αμέτρητες φωτογραφίες διασήμων ρεμπετών, του Βαμβακάρη, του Παπαϊωάννου, του Μπιθικώτση και τόσων άλλων. Η αύρα του παρελθόντος είναι έντονη σε κάθε γωνιά του μαγαζιού.

– Πόσα χρόνια λειτουργεί το ουζερί;

– Μισό αιώνα και μισό χρόνο ακριβώς, μου απαντάει ο γραφικότατος Γιώργος Μελετίδης, που η κατάληξη του επιθέτου του δηλώνει την προσφυγική του καταγωγή. Μαγειρεύει ο ίδιος, μεζέδες έξοχους και τους σερβίρει με κάθε καραφάκι, σύμφωνα με τη σειρά που θέλει αυτός, όπως οι Βολιώτες. Στην ώρα που μας απομένει, προλαβαίνουμε να δοκιμάσουμε γλώσσα μοσχαρίσια νοστιμώτατη και γλυκάδια από μοσχαροκεφαλή.

– Ποιον απ’ όλους τους διάσημους που γνώρισες, θυμάσαι με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση; Ρωτάω τον κυρ-Γιώργο.

– Τον Τάκη Καρναβά, τον μοναδικό αυτό δημοτικό τραγουδιστή, μου απαντάει χωρίς δισταγμό. Τέλειος καλλιτέχνης και φοβερός άνθρωπος.

Ζητάμε τον λογαριασμό, δύο ούζα ο καθένας με πλούσιο μεζέ.

– Τέσσερα ευρώ, λέει ο κυρ-Γιώργης. Αν έχετε πληρώνετε, αν δεν έχετε φεύγετε, εσείς νάστε καλά.

back-button
next-button
preveza preveza_1 preveza_2 preveza_3 preveza_4 preveza_5 preveza_6 preveza_7 preveza_8 preveza_9 preveza_10 preveza_11 preveza_12 preveza_13 preveza_14 preveza_15 preveza_16 preveza_17 preveza_18 preveza_19 preveza_20 preveza_21 preveza_22 preveza_23 preveza_24 preveza_25
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories