home Άρθρα Πινακάτες Πηλίου, ένας προοριμός γοητευτικός
Πινακάτες Πηλίου, ένας προοριμός γοητευτικός

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να γνωρίσουμε τις Πινακάτες. Ο πιο σύντομος – και τουριστικός- είναι ν’ απολαύσουμε έναν καφέ ή – ακόμη καλύτερα – ένα τσιπουράκι στην πανέμορφη πλατεία του χωριού. Αν έχουμε χρόνο και διάθεση, μπορούμε να περιπλανηθούμε για ώρα στα υπέροχα καλντερίμια και στις γειτονιές με τα παλιά αρχοντικά. Αν όμως θέλουμε να νιώσουμε όλη την μαγεία των δασικών μονοπατιών και των κρυστάλλινων πηγών του Πηλίου, τότε, θα χρειαστεί να βαδίσουμε λιγάκι. Δεν θα το μετανιώσουμε.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή ,Θεόφιλος Μπασγιουράκης ,Κυριάκος Παπαγεωργίου
Πινακάτες Πηλίου, ένας προοριμός γοητευτικός
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Μαγνησία

Όταν πριν χρόνια αντικρύσαμε, για πρώτη φορά, τις Πινακάτες είχαμε εντυπωσιαστεί από τα χαρακτηριστικά του τόπου. Δεν ήταν μόνον η τόσο διακριτή γραφικότητα του Πηλιορείτικου οικισμού. Ήταν, ακόμη περισσότερο, η συνολική αρμονία, ένα συνταίριασμα φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος σχεδόν ιδανικό.

Και βέβαια αξίζει ν’ ασχοληθείτε με τον τόπο, ήταν η κατηγορηματική δήλωση του Βολιώτη φίλου μας, του Κυριάκου Παπαγεωργίου. Αν μάλιστα έρθω μαζί σας, σας υπόσχομαι μια προσέγγιση εντελώς διαφορετική.

Γι’ αυτό το τελευταίο δεν είχα καμία αμφιβολία. Άλλωστε μας είναι από χρόνια γνωστές οι πρωτότυπες, απρόβλεπτες και κάποτε αιρετικές προσεγγίσεις του Κυριάκου. Ούτε η προσέγγιση των Πινακατών θα μπορούσε να είναι συμβατική. Πραγματοποιήθηκε με τα πόδια, με αφετηρία το μακρινό Ξουρίχτι ή, για να ακριβολογώ, την τοποθεσία «Ανάθεμα», πάνω απ’ το Ξουρίχτι.

Σας προσκαλούμε λοιπόν να μας ακολουθήσετε στον πηγαιμό για Πινακάτες. Απολαύστε μαζί μας μια ορεινή πεζοπορική διαδρομή σε τοπία ποικιλόμορφα και πολύχρωμα, απαράμιλλης ωραιότητας.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΞΟΥΡΙΧΤΙ ΣΤΙΣ ΠΙΝΑΚΑΤΕΣ

Όλες οι εποχές του χρόνου είναι ωραίες, με χαρακτηριστικά ξεχωριστά. Τις μέρες του φθινοπώρου, ωστόσο, είναι κρίμα να τις περνάμε μέσα στις πόλεις. Γιατί τούτη την εποχή, πιο πολύ από κάθε άλλη στην Ελλάδα, η ομορφιά είναι θρονιασμένη στην ύπαιθρο και ιδιαίτερα στα βουνά. Εκεί διοργανώνει κάθε χρόνο τα «καλλιστεία» της η φύση. Προσκαλεί τα ωραιότερα φυλλοβόλα δέντρα της Ελληνικής γης: οξυές και βαλανιδιές, πλατάνια και σφενδάμια, λεύκες, ιτιές, φουντουκιές και φλαμουριές, μηλιάρια, καβάκια, χρυσόξυλα και γάβρους, φτελιές, καρυδιές, καστανιές και κερασιές. Και ακόμη τις ταπεινές συκιές αλλά και τις εξωτικές σημύδες, τις καλλονές τούτες του βορρά, τόσο άφθονες στην οροσειρά της Ροδόπης αλλά τόσο άγνωστες στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Το Πήλιο, προικισμένο με μεγάλη ποικιλία φυλλοβόλων δέντρων, δεν θα μπορούσε ν’ απουσιάζει από του φθινοπώρου το τιμητικό προσκλητήριο. Μας αποκαλύπτει σταδιακά τα κάλλη του, καθώς ανηφορίζουμε πάνω απ’ το Ξουρίχτι. Πού, ελάχιστα χιλιόμετρα πριν από την γοητευτική Τσαγκαράδα, δεν μας συναρπάζει με τα οικιστικά του χαρακτηριστικά, μας κερδίζει όμως με τις ωραίες του εξοχές, τους εκτεταμένους μηλεώνες και τους εκπληκτικούς καστανώνες με τις αιωνόβιες καστανιές.

Λίγο πιο πάνω απ’ το Ξουρίχτι μας ξεπροβοδίζει η γαλήνια παρουσία του ξωκκλησιού του Αγ. Δημητρίου. Τέσσερα χιλιόμετρα μετά το χωριό φτάνουμε στη θέση «Ανάθεμα», ένα ξέφωτο σε δάσος οξυάς, σε υψόμετρο 855 μέτρων. Είναι στην ουσία ένα τρίστρατο με πινακίδες προς Τσαγκαράδα και Πηγές Κατσάκαρη, Ξουρίχτι και Χάνια. Είναι ώρα ν’ απαρνηθούμε την άνεση των τεσσάρων τροχών και να δοκιμάσουμε την αντοχή των δύο ποδιών.

11:45’. Ξεκινάμε τον ανηφορικό δασικό δρόμο με κατεύθυνση Ν-ΝΔ προς Χάνια. 5’ μετά συναντάμε διακλάδωση και συνεχίζουμε ευθεία προς την θέση «Αρματωλός». Δεξιά ο δρόμος ανηφορίζει προς το «Μέγα Ίσωμα», υψίπεδο στην κορυφογραμμή του Πηλίου, όπου φτάνει μονοπάτι από Τσαγκαράδα. Μια ματιά στον λεπτομερέστατο χάρτη «Κεντρικό Πήλιο 1:25.000» της «Ανάβασης», μας αποκαλύπτει ρεαλιστικά όλο το οδοιπορικό που σκοπεύουμε ν’ ακολουθήσουμε ως τις Πινακάτες.

12:00. Συναντάμε για πρώτη φορά το μονοπάτι μας δεξιά του δασικού δρόμου, σε υψόμετρο 900 μέτρων. Εδώ και ξύλινο κιόσκι αλλά και γαυγίσματα σκυλιών, με δυο κυνηγούς, αρματωμένους σαν αστακούς. Η θορυβώδικη και ελάχιστα ειρηνική παρουσία τους είναι μια παραφωνία στη γαλήνη του δάσους. Σπεύδουμε να εξαφανιστούμε στο μονοπάτι. Είναι καλυμμένο από παχύ στρώμα ξερόφυλλων οξυάς και απόλυτα σκιερό. Η σήμανση είναι πυκνή, με κόκκινα σημάδια πάνω στους κορμούς.

Βαδίζουμε ένα παρακλάδι του περίφημου πεζοπορικού άξονα, που κάποτε συνέδεε τον Βόλο και τα Χάνια με την Τσαγκαράδα και τ’ άλλα χωριά του Ανατολικού Πηλίου, μου εξηγεί ο Κυριάκος.

12:10’. Μια ανηφορική διακλάδωση δεξιά, που δεν σημειώνεται στον χάρτη, έχει κλείσει σχεδόν από σωρούς πεσμένων ξερόκλαδων. Η χάραξη αυτή καταλήγει στην κορυφή «Βουλισμένη Πέτρα», που με υψόμετρο 1.129μ. είναι η ψηλότερη του Ανατολικού Πηλίου. Εμείς συνεχίζουμε το μονοπάτι με γενική κατεύθυνση δυτική. Νά κι ένας παλιός καρβουνόλακκος, που μοιάζει με μεγάλη κοιλότητα εδάφους πάνω στο μονοπάτι. Με ελαφρές κλίσεις η πορεία μας είναι πάντα ξεκούραστη και ευχάριστη, μέσα σε υπέροχο δάσος οξυάς.

12:25’. Φτάνουμε στη θέση «Γιαλάκι», σε υψόμετρο 945 μέτρων. Εδώ μας εντυπωσιάζουν πανύψηλες αιωνόβιες οξυές. Ωστόσο, το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του τόπου είναι η ξαφνική εμφάνιση μιας βαθειάς χαρακιάς του εδάφους, που μοιάζει σαν ρήγμα με κατεύθυνση ανατολική.

Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο αρχίζει ο σχηματισμός του Ξουριχτιανού Ρέματος, μου εξηγεί ο Κυριάκος, και τα λόγια του επιβεβαιώνονται από την σχετική ενημερωτική πινακιδούλα σε κορμό οξυάς. Ένα τέταρτο μετά συναντάμε την αρχή ενός άλλου ρέματος με τειχίο αντιστήριξης. Είναι πολύ συναρπαστικές όλες αυτές οι γεωφυσικές λεπτομέρειες που, αν δεν συνοδεύονταν από προφορική ή γραπτή πληροφόρηση, θα ήταν καταδικασμένες να περάσουν απαρατήρητες.

12:45’. Βρισκόμαστε μπροστά στο Ρέμα «Βαλσάμικα», που με την λιλιπούτεια κοίτη του θυμίζει περισσότερο ρυάκι. Το μικρορρέμα, ωστόσο, είναι ζωντανό, με μια γλυκύτατη ροή.

Έλα ν’ ανανεώσουμε το νερό στα παγούρια μας, λέει ο Κυριάκος.

Ανηφορίζουμε για καμιά πενηνταριά μέτρα παράλληλα με το ρέμα. Ο ανεπαίσθητος ήχος απ’ το κελάρυσμα του νερού δυναμώνει, αποκαλύπτεται ένας πανέμορφος, λιλιπούτειος καταρράκτης, που δεν ξεπερνάει σε ύψος τα 2 μέτρα. Σκαρφαλώνει ο Κυριάκος στο απότομο πρανές, γεμίζει τα παγούρια μας μ’ αυτό το αγνό, κρυστάλλινο νερό. Μερικές δεκάδες μέτρα από το ρέμα χαρίζουμε στους εαυτούς μας μια λιγόλεπτη στάση στο καλοφτιαγμένο ξύλινο κιόσκι. Έτσι όπως προβάλλει ανάμεσα στα ξερόφυλλα, στους κορμούς των δέντρων και τα κλαδιά, μοιάζει με προέκταση του δάσους.

13:05’. Φτάνουμε στο ρέμα και στη θέση «Αρματωλός». Ανάμεσα από τις οξυές διακρίνουμε λίγο πιο πάνω τον ομαλό λοφίσκο Ίταμο, με χαρακτηριστική μοναχική πέτρα στην κορυφή. Ακόμη πιο πάνω είναι η τοποθεσία με το καταπληκτικό και ολότελα πρωτότυπο τοπωνύμιο «Λυκομάγκανο». Στον αυχένα όπου βρισκόμαστε, το υψόμετρο έχει φτάσει τα 1.010 μέτρα. Διάφορες πινακίδες δείχνουν τις κατευθύνσεις προς Τσαγκαράδα και Ξουρίχτι, Μηλιές, Πινακάτες, Αη-Γιώργη και Χάνια. Μια πινακιδούλα διαφέρει από τις άλλες. Έχει χαρούμενα χρώματα και ζωγραφισμένα σπιτάκια που παραπέμπουν στις Μηλιές. Είναι φτιαγμένη, όπως και άλλες που συναντήσαμε μέχρι τώρα, από το χέρι του αείμνηστου μεγάλου πεζοπόρου του Πηλίου, γιατρού Νίκου Χαρατσή. Κατηφορίζουμε για λίγο. Μια όμορφη πινακίδα, απόλυτα χαρακτηριστική της τεχνοτροπίας του Χαρατσή, μας δείχνει την κατεύθυνση προς την «Πηγή Κορομηλιάς», χαμηλότερα απ’ τον Ίταμο. Είναι πολύ σημαντική για τον πεζοπόρο η παρουσία τόσων πολύτιμων πηγών.

13:20’. Για πρώτη φορά συναντάμε υπολείμματα του παλιού καλντεριμιού, που έχει με μεγάλη μαστοριά κατασκευαστεί για να εμποδίσει τη διάβρωση του εδάφους στο απότομο πρανές. Αμέσως μετά κόβει το μονοπάτι η «Μηλιώτικη Ρεματιά», όπως μας πληροφορεί η τόσο γνώριμη πινακιδούλα του Χαρατσή. Η ρεματιά είναι στεγνή, κατάσπαρτη από μεγάλες πέτρες και με απότομα πρανή. Μετά από μεγάλη νεροποντή η όψη της πρέπει να είναι πολύ αγριωπή. Διασχίζουμε την κοίτη, ανηφορίζουμε μερικές δεκάδες μέτρα και βγαίνουμε σε ξέφωτο με πανοραμική θέα στον Παγασητικό κόλπο και στ’ αντικρινά βουνά της Στερεάς. Μετά τα απέραντα δάση οξυάς μπαίνουμε για λίγο σε μια συστάδα αιωνόβιων καστανιών. Πολλά κάστανα, μικρά και μεγάλα, είναι κατάσπαρτα στο έδαφος, ανάμεσα στα φύλλα. Τα δείχνω στον Κυριάκο. Σηκώνει τους ώμους.

-Ποιος να περπατήσει, για να’ ρθει να τα μαζέψει εδώ πάνω. Πέρασαν οι εποχές που οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τα πόδια τους και τα ζώα.

Σε λιγότερο από ένα 10λεπτο συναντάμε τη στροφή ενός δασικού δρόμου, που πρόσφατα έχει φτάσει ως εδώ από τη Βυζίτσα. Ένα μεγάλο κόκκινο βέλος πάνω σε βράχο μας δείχνει προς τα δυτικά την κατεύθυνση του μονοπατιού. Που αμέσως μετά καταλήγει στον δασικό δρόμο που ανηφορίζει απ’ τη Βυζίτσα. Πινακίδες σε διάφορα σημεία του δρόμου μας δείχνουν τις κατευθύνσεις προς Βυζίτσα, Τσαγκαράδα, Αγ. Γεώργιο και Χάνια. Μετά από δυο ώρες πορείας πάνω σε μαλακό μονοπάτι στρωμένο με ξερόφυλλα, μας κακοφαίνεται λίγο το ξερό έδαφος του δρόμου. Παίρνουμε τον απότομο ανήφορο και σε 3’ φτάνουμε σε ξύλινο κιόσκι θέας και ξεκούρασης.

Ανηφορίζοντας λίγο ακόμη συναντάμε πινακίδα του Χαρατσή και άλλες δυο προς Αη-Γιώργη και Μέγα Ίσωμα. Σ’ ένα φορτηγό φορτώνονται κομμένα ξύλα οξυάς, που έχουν μεταφερθεί στις ράχες δυο μουλαριών. Σ’ αυτό το σημείο εγκαταλείπουμε το δρόμο που συνεχίζει προς Μέγα Ίσωμα και ξαναβρίσκουμε το μονοπάτι με κατεύθυνση δυτική.

14:10’. Αντικρύζουμε απέναντί μας στα δυτικά την ομαλή κορυφή Κουρβέντελη. Περνάμε πάνω από τη στεγνή κοίτη του μικρορρέματος της «Κακιάς Σκάλας». Λίγο αργότερα ακούγεται ήχος νερού. Προέρχεται από το Ρέμα της Κουρβέντελης που, σε αντίθεση με το προηγούμενο, είναι ολοζώντανο και μάλιστα σχηματίζει μια πανέμορφη λιμνούλα.

Πεταγόμαστε δυο λεπτά ως την κορυφή; με ρωτάει άξαφνα ο Κυριάκος.

Δεν θα μπορούσα να’ χω αντίρρηση. Άλλωστε γνωρίζω πολύ καλά από χρόνια, ότι ουδέποτε ο φίλος μου προτείνει κάτι, αν δεν είναι απόλυτα αξιόλογο. Αφήνουμε λοιπόν το μονοπάτι και λοξοδρομούμε προς την κορυφούλα. Διασχίζουμε καστανώνα με νεαρές και γέρικες καστανιές.

Σε υψόμετρο 1.057 μέτρων, η κορυφή Κουρβέντελη μας χαρίζει μια θέα μοναδική. Σ’ όλο τον βόρειο ορίζοντα κυριαρχεί ο κεντρικός ορεινός όγκος του Πηλίου, που περιλαμβάνει μερικές από τις ψηλότερες κορυφές του θρυλικού βουνού: στα ΒΔ το Σχιτζουραύλι με υψόμετρο 1.450 μέτρα, λίγο ανατολικότερα τη Δραμάλα με 1.455 και ακόμη πιο ανατολικά το Μέγα Ίσωμα με 1.440 μέτρα. Μια θαυμαστή ποικιλία χρωματικών τόνων διακοσμεί τις κατάφυτες πλαγιές του Πηλίου από τους πρόποδες ως τις ψηλότερες κορυφές. Αφήνουμε για μερικά λεπτά τα βλέμματά μας να περιπλανώνται από απόχρωση σε απόχρωση. Ύστερα στρέφουμε προς τον νότο. Όσο χαμηλώνουμε, η χρωματική ποικιλία περιορίζεται, υπερτερούν οι καταπράσινες επιφάνειες των απέραντων ελαιώνων.

Αμέσως μετά παίρνει τη θέση της στην κορνίζα της φύσης η ασημόγκριζη καταχνιά, που καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα του Παγασητικού κόλπου και της γης της Στερεάς. Δεκάδες κορυφές βουνών μοιάζουν ν’ αναδύονται μέσα απ’ αυτήν την αχνίζουσα καταχνιά σαν απότομα βραχονήσια.

Νά όμως που τα «έργα» κάποιων ανθρώπων παρεμβάλλονται βάναυσα στη συνολική ωραιότητα του τόπου. Εκτός από την ομβροδεξαμενή που έχει σκαφτεί στο πάνω τμήμα της κορυφούλας, ένας σωρός από τσιμεντόλιθους και πλαστικές σακούλες με αμμοχάλικο κείτονται δίπλα από το κολωνάκι της Γ.Υ.Σ., μετά την ολοκλήρωση του έργου από τον πηλιορείτη κτηματία. Αθέατες λεπτομέρειες, θα μου πείτε. Ναι, απόλυτα ενδεικτικές όμως του επιπέδου αισθητικής και ευαισθησίας, που χαρακτηρίζει έναν μεγάλο αριθμό των κατοίκων αυτής της χώρας.

Στο μονοπάτι μας και πάλι. Γλυκαίνει η όραση κι η ψυχή μας με το έργο κάποιου άλλου ανθρώπου, την χαριτωμένη πινακιδούλα του αείμνηστου Χαρατσή. Πολύ γρήγορα συναντάμε διακλάδωση δασικού δρόμου που αριστερά, προς το νότο, κατηφορίζει για Βυζίτσα ενώ δεξιά, προς τα δυτικά, συνεχίζει για Πινακάτες. Υπέροχος δρόμος, φυλλοσκέπαστος, παιχνιδίζουν πάνω του οι παράλληλες φωτοσκιάσεις που ρίχνουν οι κορμοί των δέντρων της οξυάς. Η φθινοπωριάτικη φύση του Πηλίου εξακολουθεί να μας συντροφεύει ειδυλλιακή και πολύχρωμη, σ’ όλη την πολύωρη μέχρι τώρα διαδρομή. Φτάνουμε σε υψόμετρο 1.070 μέτρων. Συναντάμε ρεματιά με λιγοστό νερό. Είναι το «Ρέμα Γαλάνη», όπως μας πληροφορεί η πινακίδα του Χαρατσή.

15:00’. Σε μια διακλάδωση του δρόμου τα κόκκινα σημάδια μας κατευθύνουν κατηφορικά αριστερά. Κτήμα με μηλιές. Πέτρινο καλυβάκι. Στέρνα και πηγή νερού. Λίγο πιο πέρα αγροτόσπιτο σε ξέφωτο. Μεγάλες καστανιές.

Η συνέχεια του μονοπατιού μοιάζει να χάνεται ξαφνικά. Καταφέρνουμε να το εντοπίσουμε στ’ αριστερά του ξέφωτου, δύσβατο και ασαφές, σε μια κατάφυτη, απότομη πλαγιά. Ευτυχώς, η σήμανση με τα κόκκινα σημάδια είναι πυκνή, μας επιτρέπει να βρούμε το δρόμο μας ανάμεσα στα ψηλά χόρτα και στα κλαδιά.

Ανοίγοντας δρόμο με χέρια και με πόδια βγαίνουμε σε μερικά λεπτά από τον ατίθασο λόγγο της πλαγιάς και συναντάμε ρεματάκι με πεντακάθαρο νερό. Είναι το «Ρέμα της Κυρα-Βασιλικής» κατά την πινακίδα του Χαρατσή αλλά και κατά τον χάρτη, που σημειώνει όλες τις γεωφυσικές λεπτομέρειες της διαδρομής. Λίγο πιο πέρα συναντάμε υδατοδεξαμενή. Το μονοπάτι μας φτάνει στο τέλος του. Αν θέλαμε να συνεχίσουμε λίγο δυτικότερα, θα φτάναμε στην κορυφή με την απίστευτη τοπωνυμία «Τρύπια Τρύπα», με υψόμετρο 1.052 μέτρων.

Παίρνουμε να κατηφορίζουμε τον αγροτικό δρόμο για Πινακάτες. Το τοπίο χάνει σταδιακά τον δασικό του χαρακτήρα. Οι καλλονές του υψομέτρου, οι οξυές, αραιώνουν. Λίγη ώρα αργότερα εξαφανίζονται εντελώς, δεν αντέχουν τη συμπόρευση με τις καστανιές και τα πλατάνια, τις κουμαριές, τα ρείκια και τα κέδρα. Κοντά στα 750 μέτρα κάνει την εμφάνισή της η ζώνη της δρυός. Τα περισσότερα δρυόφυλλα είναι πρασινωπά, εδώ το φθινοπωράκι δεν έχει ακόμη πιάσει τις μπογιές του.

Ο χωματόδρομος κατηφορίζει με πολύ έντονες κλίσεις και αλλεπάλληλες στροφές, είναι πολύ κουραστικός για τις αρθρώσεις και τους μύες των ποδιών. Νοσταλγούμε τα υψίπεδα και τα παχειά φυσικά, καφεκίτρινα χαλιά.

16:15’. Σε μια στροφή με ανατολικό προσανατολισμό σταματάμε. Κάτω χαμηλά χάσκει μια ευρύτατη, απροσπέλαστη χαράδρα, με βαθειά κοίτη και απόκρημνα πρανή.

Μπορείς να υποθέσεις το όνομα της χαράδρας; με ρωτάει ο Κυριάκος.

Παρατηρώ το εντυπωσιακό ρήγμα του εδάφους που κατεβαίνει από ψηλά και συνεχίζει την εντυπωσιακή του πορεία ανάμεσα στις Πινακάτες και τη Βυζίτσα.

-Αδύνατον να σκεφτώ κάποιο όνομα της χαράδρας. Δεν μου θυμίζει τίποτε η όψη της.

Και είναι πολύ φυσιολογικό. Όταν την πρωτοσυναντήσαμε ήταν η μικρούλα ρεματιά της Βασιλικής. Άρκεσαν μερικά χιλιόμετρα κατηφορικού εδάφους και οι παντοδύναμες διαβρώσεις των χειμάρρων στους αιώνες για τη δημιουργία αυτής της γιγάντιας χαράδρας.

Ψηλά στα ΒΑ, πάνω απ’ τη χαράδρα, μας γνέφει η κορυφή της Κουρβέντελης, με την χαρακτηριστική φουντωτή οξυά. Φτάνουμε στο ξωκκλήσι του Προφητηλία, σε υψόμετρο 670 μέτρων. Προστατευμένο κάτω από συστάδα μεγάλων πεύκων, το εκκλησάκι είναι πλακοσκέπαστο και πετρόχτιστο αλλά ασβεστωμένο με τόσο παχύ στρώμα ασβέστη, ώστε κάθε λεπτομέρεια της τοιχοποιΐας έχει εξαφανιστεί. Η χρονολογία κτίσης, 1883 νομίζω, μόλις διακρίνεται σ’ ένα μεγάλο ορθογώνιο αγκωνάρι, ασβεστωμένο κι απιθωμένο πλάι στην είσοδο του ναού.

Ένα παλιό καλντεριμάκι μερικών μέτρων μας οδηγεί από τον ναΐσκο σ’ έναν άχαρο τσιμεντόδρομο, που κινείται περιφερειακά πάνω απ’ το χωριό. Εδώ βρίσκονται και τα πρώτα σπίτια, στο υψηλότερο σημείο του οικισμού. Κατηφορίζοντας παράλληλα μ’ έναν υπέροχο πευκώνα ο τσιμεντόδρομος μας οδηγεί σε μερικά λεπτά στον ναό του Τιμίου Σταυρού. Πλακοσκέπαστος και πετρόχτιστος ο ναός έχει λιθανάγλυφα στην εξωτερική κόγχη του ιερού και εξωνάρθηκα με ωραίες τοιχογραφίες στα υπέρθυρα των εισόδων. Γέρικα πλατάνια, πλακόστρωτος αύλειος χώρος και θεά εκπληκτική, συμπληρώνουν τη συνολική θαυμάσια εικόνα του ναού του Τιμίου Σταυρού. Συναντάμε την άσφαλτο και σε μερικά λεπτά φτάνουμε στο κέντρο του χωριού. Η ώρα είναι 16:40’. Στην επιβλητική εκκλησία του Αγ. Δημητρίου ο παπα-Νικόλας σημαίνει εσπερινό. Με τις φωτογραφίσεις, τις παρακάμψεις και τις στάσεις έχουμε συμπληρώσει 5 ώρες από την αναχώρησή μας στη θέση Ανάθεμα, πάνω απ’ το Ξουρίχτι. Θα μπορούσαμε να βαδίζουμε αγόγγυστα άλλες τόσες ώρες στο μυθικό βουνό. Η περιδιάβαση στα μονοπάτια του, προικισμένα τόσο απλόχερα με τα πλουμίδια της φύσης, δεν είναι κούραση, είναι ευτυχία σωματική και ψυχική.

 

ΩΡΕΣ ΓΑΛΗΝΗΣ ΣΤΑ ΑΛΕΞΕΪΚΑ

Τα Αλεξέϊκα ειν’ ένας μικρός συνοικισμός με καμιά δεκαριά σπίτια όλα κι όλα. Είναι χτισμένος σ’ ένα κατάφυτο περιβάλλον, ένα σχεδόν χιλιόμετρο δυτικά των Πινακατών. Παρ’ όλο που κατοικείται από μερικές οικογένειες, ο τόπος αποπνέει μια απόλυτη ηρεμία, τόσο στη διάρκεια της μέρας όσο και της νύχτας. Γι’ αυτό τον συνοικισμό αντλούμε μια γλαφυρή αναφορά από το εξαίρετο βιβλίο του Βαγγέλη Σκουβαρά.(1)

«Θ’ αρχίσω τώρα το δεύτερο σημείωμά μου για τις Πινακάτες μ’ ένα παραδοσιακό παράδοξο. Κάτω από το χωριό υπήρχε, από τις αρχές ακόμα του περασμένου αιώνα (του 19ου) ένας μικρός μαχαλάς, τα Αλεξέϊκα, με εννιά σπίτια. Ως το 1900 περίπου, επί εκατό δηλαδή χρόνια, ο αριθμός των σπιτιών δεν αυξήθηκε ούτε κατά ένα. Πρώτος οικιστής του μαχαλά αυτού από τα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν ένας μυλωνάς, αράπης και χριστιανός στο θρήσκευμα, ο Απόστολος Μαύρος ή Αράπης. Από την αρχική οικογένειά του προήλθαν οι εννιά οικογένειες και τα ισάριθμα σπίτια. Η δημογραφική στασιμότητα του οικισμού οφειλόταν -κατά τις μαρτυρίες του εκατοχρονίτη σχεδόν Πινακιώτη προύχοντα Νικολάου Παπά– σ’ έναν αφορισμό που του έκανε ο δεσπότης. Αιτία του επιτίμιου αυτού ήταν η αιμομιξία που γινόταν εκεί, ανάμεσα στα μέλη του μαχαλά κι η αναγκαστική επιγαμία μεταξύ τους, παρ’ όλο που ήσαν όλοι όμαιμοι κι από την ίδια οικογενειακή φύτρα. Επειδή όμως ήσαν μαυροπρόσωποι αράπηδες, ήταν αδύνατον να παντρευτούν με Πινακιώτες ή πλησιόχωρους κι έτσι παντρεύονταν μεταξύ τους. Η αιμομειχτική αυτή επιγαμία είχε σκανταλίσει τους άλλους χριστιανούς και γι’ αυτό ο δεσπότης αναγκάστηκε να τους αφορίσει και να τους καταραστεί, να μη προκόβουν και ν’ αυξαίνουν».

Και σήμερα ακόμη, μετά από τόσα χρόνια, δεν έχουν καταφέρει να γιγαντωθούν τα Αλεξέϊκα, κατοικούνται από τέσσερις μόνον οικογένειες και τα σπίτια του παραμένουν, μάλλον, σε μονοψήφιο αριθμό. Ο συνοικισμός όμως έχει εξελίξει μιαν άλλη δραστηριότητα, άγνωστη τα προηγούμενα χρόνια. Είναι η «ξενοδοχία», η παροχή δηλαδή υπηρεσιών διαμονής στους επισκέπτες του τόπου. Για τον σκοπό αυτό έχουν δημιουργηθεί τέσσερις «Μικροί τόποι φιλοξενίας», τέσσερα αυτοτελή πέτρινα σπιτάκια με την ιδιόρρυθμη ονομασία και την ακόμη πιο ιδιόρρυθμη γραφή «Έφιποι». Το αρκτικόλεξο λοιπόν ΕΦΙΠΟΙ, που σχηματίζεται από τα αρχικά των μικρών ονομάτων των μελών της οικογένειας, αποτελεί την ονομασία της μικρής μονάδας που επιλέγουμε για την διαμονή μας στις Πινακάτες. Τα κριτήρια της επιλογής ήταν η επιθυμία απόλυτης ησυχίας και πλήρους αυτοτέλειας. Δεν μετανιώνουμε για την απόφασή μας. Όταν αργά το βράδυ ξεπηδούν οι φλόγες του τζακιού, ο μικρός, γλυκύτατος χώρος γεμίζει ζεστασιά.

Το επόμενο πρωινό ετοιμάζουμε το λιτό πρόγευμά μας απ’ τα χαράματα, την ώρα που κανένα κατάλυμα δεν προσφέρει πρωινό. Πίνουμε ολομόναχοι το πρώτο καφεδάκι της μέρας στο μπαλκόνι αγναντεύοντας τις χρωματισμένες πλαγιές του Πηλίου, τις Πινακάτες, την επιφάνεια του Παγασητικού κόλπου και τις οροσειρές της Στερεάς. Λίγο αργότερα ανατέλλει ο ήλιος, στις αρχές του Νοέμβρη μας ζεσταίνει σαν να’ ναι ήλιος του Μάη. Είναι αδύνατον να επιθυμήσουμε ειδυλλιακότερο ξεκίνημα της μέρας. Μιας μέρας που είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στις Πινακάτες.

 

ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΠΙΝΑΚΑΤΕΣ

Αναρωτιόμουν για την προέλευση του τοπωνύμιου «Πινακάτες». Βρήκα την απάντηση, και για τις δυο εκδοχές του ονόματος, στο βιβλίο του Κώστα Λιάπη για το Πήλιο (2). Σύμφωνα λοιπόν με την τοπική παράδοση, οι πρώτοι κάτοικοί τους ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν εδώ στα χρόνια της Τουρκοκρατίας από το χωριό Πίνακος της Ανατολικής Θράκης, γεγονός που εξηγεί και την ονομασία Πινακάτες. Διαφορετική άποψη έχει ο Σκουβαράς, που υποστηρίζει ότι το τοπωνύμιο προέρχεται από το επαγγελματικό όνομα «πινακάς», που δηλώνει τον κατασκευαστή πινακιών, δηλαδή πήλινων ή ξύλινων πιάτων. Όσο για την κατάληξη «άτες» παρατηρεί, ότι είναι τοπωνυμικός σχηματισμός της αρβανίτικης γλώσσας, που είναι κοινός σε πολλά τοπωνύμια στον Ελλαδικό χώρο, όπως για παράδειγμα Σταγιάτες, Φιλιάτες, Λιβανάτες.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι Πινακάτες, όπως και η Βυζίτσα, ήταν μαχαλάδες του γειτονικού Αϊ-Γιώργη, γνωστοί με την ονομασία «Βυζοπίνακα». Το 1774 όμως αποσπάστηκαν από την κηδεμονία του Αϊ-Γιώργη κι αποτέλεσαν αυτόνομους οικισμούς. Αρχικά οι Πινακάτες αγνάντευαν τη θάλασσα από περίοπτες θέσεις, στα Διαμαντέϊκα και τον Αγ. Αθανάσιο. Στα 1774 όμως μεταφέρθηκαν στη σημερινή θέση, που είναι αρκετά προφυλαγμένη και σε σημαντική απόσταση από τη θάλασσα, για τον φόβο των πειρατικών επιδρομών. Στα 1791 το χωριό είχε γύρω στα 100 σπίτια, ενώ στα 1860 είχε 160 οικογένειες και 800 κατοίκους. Στον Σκουβαρά διαβάζουμε, ότι στις αρχές του 20ου αιώνα είχαν «διακοσίας οικίας μεγαλοπρεπείς λιθοκτίστους μονορόφους, διορόφους και τριορόφους, περιβαλλομένας υπό αρδευσίμων κήπων και παντοίων οπωροφόρων δέντρων». Αυτόν τον ωραίο τόπο ξεκινάμε ν’ ανακαλύψουμε, αρχίζοντας την περιδιάβασή μας από την κεντρική πλατεία, το «παζάρι», όπως ονόμαζαν άλλοτε οι πηλιορείτες τις πλατείες. Στρωμένη με ωραίες πλάκες, η πλατεία των Πινακάτων είναι τυπικό δείγμα πλατείας διαμορφωμένης κατά τον όψιμο 19ο αιώνα στα πηλιορείτικα χωριά. Ο Γιάννης Κίζης αναφέρει σχετικά: (3) «τα «παζάρια» πλακοστρώνονται με σχιστόπλακες σε «ισόδομη» διάταξη (καπάκια) και επιπεδώνονται εντελώς, πλησιάζοντας το πρότυπο της πλατείας της πόλης. Τα όριά τους καθορίζονται σαφέστερα με την ανέγερση καφενείων κοινοτικής ιδιοκτησίας που προσδίδουν νέα διάσταση στον ψυχαγωγικό ρόλο της πλατείας».

Ανάλογα μαγαζιά, ιδιωτικά βέβαια, συναντάμε και σήμερα στην πλατεία: ταβέρνες, καφενεία, μικρομπακάλικα, ένα εργαστήρι κεραμεικής. Τα χαμηλού ύψους παραδοσιακά σπίτια στην περίμετρο της πλατείας, αφήνουν ελεύθερο τον αέρα και τον φυσικό φωτισμό, δεν κρύβουν τον ορίζοντα. Έναν ορίζοντα, που χωρίς να προσφέρει τη συγκλονιστική θέα της πλατείας της Μακρυνίτσας, δεν παύει να είναι συναρπαστικός και να εκτείνεται πέρα μακρυά στα βάθη του Παγασητικού κόλπου, στους ορεινούς όγκους της Κεντρικής Ελλάδας, στις γειτονικές κατάφυτες, πηλιορείτικες πλαγιές.

Ένας γέρικος πλάτανος εντυπωσιακών διαστάσεων καλύπτει με προστατευτική σκιά όλο τον χώρο της πλατείας. Εξίσου εντυπωσιακό, δίπλα στο δημιούργημα της φύσης, είναι κι ένα έργο κατασκευασμένο από ανθρώπους. Πρόκειται για την μνημειακών διαστάσεων μαρμάρινη νεοκλασσική κρήνη, με αέτωμα και κίονες ραβδωτούς. Σύμφωνα με την σχετική επιγραφή ανεγέρθηκε το 1894 από τους «Εν Καΐρω Αιγύπτου διαμένοντες συμπολίτες, αδελφούς Δημήτριο και Ιωάννη Γεωργίου Τσιρογιάννη». Σύμφωνα με τον Σκουβαρά η βρύση στοίχισε το αξιόλογο για την εποχή εκείνη ποσό των 4.000 δραχμών, ενώ ο Λιάπης, αν και την χαρακτηρίζει «πομπώδη», την θεωρεί ένα από τα κορυφαία αξιοθέατα του χωριού.

Υπάρχει όμως ακόμη ένα σημαντικό έργο ανθρώπων στην πλατεία. Είναι ο πλακοσκέπαστος ναός του Αγίου Δημητρίου, έξοχα αναπλασμένος, που δεσπόζει με τον πέτρινο όγκο του, μερικά σκαλοπάτια πάνω απ’ το επίπεδο της πλατείας. Σε δυο όμορφες παραστάσεις, ψηλά στο γείσο του βόρειου τοίχου, διακρίνουμε την χρονολογία 1726, ενώ σε μια άλλη παράσταση του νότιου τοίχου είναι αποτυπωμένη η χρονολογία 1833. Η εκκλησία ξαναχτίστηκε μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1955. Έχουμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε το εσωτερικό του ναού με τον παπα-Νικόλα, που μας ανοίγει την εξώπορτα. Εντυπωσιακών διαστάσεων και κορυφαίας τέχνης είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο από ξύλο καρυδιάς, έργο Μετσοβιτών τεχνιτών.

Ψηλότερα από τον χώρο της πλατείας και πάνω από το δρόμο, την εικόνα του χωριού ομορφαίνει το νεοκλασσικό κτίριο του Δημοτικού Σχολείου. Ο Σκουβαράς αναφέρει, ότι το 1860 λειτουργούσε στο χωριό ένα δημοτικό σχολείο με 56 μαθητές. Τονίζει όμως, ότι στις Πινακάτες καθυστέρησε η ανάπτυξη της παιδείας, αφού ως τα μέσα του 19ου αιώνα ήταν ανύπαρκτη. Την ίδια άποψη εκφράζει και ο σπουδαίος Άγγλος περιηγητής, λοχαγός William Martin Leake, που περιηγήθηκε για μια 5ετία την Ελλάδα και έφτασε στον Βόλο στις 15 Δεκεμβρίου 1809. Κατά τον Leake λοιπόν «η πνευματική ανάπτυξη στην τόσο ευνοημένη χερσόνησο της Μαγνησίας δεν ήταν ανάλογη με την ασφάλεια και την ευημερία που επικρατούσε στην περιοχή»(4).

Διαφορετική όμως γνώμη είχε ο Leake για την ομορφιά των πηλιορείτικων χωριών, για τα οποία αναφέρει ότι, «για όποιον πρωτομπαίνει στην Ελλάδα από τον κόλπο του Βόλου η θέα του Πηλίου και των Παγασών με το σκηνικό των καλλιεργειών, του όγκου του πληθυσμού και με την καταφανή ευημερία δημιουργεί εντύπωση συγκλονιστική μέσα στις συνθήκες που επικρατούν σ’ αυτή τη χώρα. Οι πλαγιές γεμάτες σπίτια σε μαχαλάδες με κήπους και φρουτόδεντρα. Τα σπίτια αποτελούν απόδειξη των δυνατοτήτων της ελληνικής φιλοπονίας και του επιχειρηματικού πνεύματος, όταν, έστω και για λίγο, ανακουφιστή ο τόπος από την οθωμανική τυραννία και την κακοδιοίκηση».

Αυτά όλα τα χαρακτηριστικά τα συναντάμε και τα χαιρόμαστε όχι μόνον στην πλατεία αλλά και στο οδοιπορικό μας στις Πινακάτες. Ένα οδοιπορικό που ξεκινάει από το Δ-ΒΔ τμήμα, κάτω απ’ την πλατεία, μ’ ένα σοκάκι στρωμένο με παμπάλαιο, θαυμάσιο καλντερίμι. Αυτά τα καλντερίμια αποτελούν ένα εκπληκτικό εσωτερικό δίκτυο, που θα συντροφεύει γοητευτικά και παραδοσιακά τα βήματά μας, όλες τις επόμενες ώρες της περιδιάβασής μας στις Πινακάτες. Που, κατά τον Κίζη, «είναι το μοναδικό χωριό στο Πήλιο, που κρατάει σε μέγιστο βαθμό την παλιά του εικόνα αναλλοίωτη, γιατί είχε μείνει μέχρι πρόσφατα έξω από το οδικό δίκτυο, απομονωμένο και κρυμμένο…»

Το πρώτο παλιό σπίτι που συναντάμε στο καλντερίμι μας είναι ακατοίκητο και φέρει στον τοίχο χρονολογία 1859. Στο μαρμάρινο υπέρθυρο όμως της κυρίας εισόδου του, στον χώρο της αυλής, διακρίνουμε την χρονολογία 1896. Μερικά μέτρα παραδίπλα, σε τέλεια αντίθεση μ’ αυτό το ακατοίκητο, ορθώνεται το αναπλασμένο με έξοχο τρόπο Αρχοντικό Αλλατίνου, που στο μαρμάρινο υπέρθυρο έχει αποτυπωμένη την χρονολογία 1879. Γραφική λεπτομέρεια είναι μια πανέμορφη, στρωμένη με ορθογώνιες σχιστόπλακες πλατειούλα, στον ακάλυπτο χώρο μπροστά στο αρχοντικό. Είναι φανερό, ότι με το πεζουλάκι της εξυπηρετούσε τις καθημερινές κοινωνικές επαφές των οικογενειών των τριων-τεσσάρων γύρω σπιτιών. Δίπλα από την πλατειούλα αρχίζει ένα πολύ κατηφορικό καλντερίμι, αφιερωμένο στην μνήμη του Βασ. Παύλου, όπως αναγράφει η σχετική πινακίδα. Μετά το αρχοντικό Αλλατίνου συναντάμε δυο ακόμη με χρονολογίες 1898 και 1881. Είναι εντυπωσιακή η πυκνότητα τόσων μεγάλων και ωραίων σπιτιών, όλα χρονολογημένα μετά το β’ μισό του 19ου αιώνα.

Ο Κίζης και πάλι αναφέρει σχετικά: «Η οικονομική ευρωστία από τα μέσα του 18ου ως τα μέσα του 19ου αιώνα και η αύξηση του πληθυσμού σ’ αυτό το διάστημα είχαν ως αποτέλεσμα έναν πρωτοφανή οικοδομικό οργασμό σε όλα τα πηλιορείτικα χωριά. Τα πρωτεία στην οικοδομική κίνηση έχει το χτίσιμο των σπιτιών, που με την εισαγωγή όλο και πιο πολλών στοιχείων της αστικής αρχιτεκτονικής της εποχής και την παράλληλη διατήρηση της οχυρής διάπλασης του όγκου τους, θα δημιουργήσουν την ιδιότυπη τοπική παράδοση, γεμίζοντας τα χωριά από παρόμοια, μεγάλα ή μικρότερα, επιβλητικά νοικοκυρόσπιτα και αρχοντικά. Ο πλούτος και η πολιτιστική ευεξία εκφράζονται ακόμη με τις αθρόες ανακαινίσεις, διευρύνσεις και ανεγέρσεις ναών, με τη λιθόστρωση των μονοπατιών και των πλατωμάτων, με τη διαμόρφωση των πηγών σε καλαίσθητες στεγασμένες κρήνες, με τον γενικό ευπρεπισμό και εξοπλισμό των δημόσιων χώρων με…πεζούλια, χαγιάτια και μαγαζιά, πλατείες και οδικό δίκτυο διακίνησης προϊόντων… Αυτό που εντυπωσιάζει αυτή την εποχή είναι το πλήθος και η αυξημένη αναλογία πολυώροφων αρχοντόσπιτων σε σχέση με τα χαμηλότερα σπίτια, σε χωριά όπως οι Πινακάτες ή η Μακρυνίτσα».

Συνεχίζοντας το καλντερίμι καταλήγει στη στροφή ασφαλτόδρομου, που ανηφορίζει προς το χωριό. Επιστρέφουμε και συνεχίζουμε δεξιά, προς τα ΒΔ, στην οδό Οπλαρχηγού Ν. Ξυνογαλά. Είναι διαδοχικά τα παλιά αρχοντόσπιτα, κάποια ακατοίκητα, με μεγάλες διαστάσεις. Τα σκήπτρα του μεγέθους, ωστόσο, παίρνει ένα δημιούργημα της φύσης, μια πανύψηλη, αιωνόβια καστανιά. Πλάι στον κορμό της ανηφορίζει ένα καλοφτιαγμένο καλντερίμι με έντονη κλίση και στροφές που οδηγεί, μερικά μέτρα πιο πάνω, στο Αρχοντικό Ξηραδάκη. Οίκημα πανέμορφο, επιβλητικό, που κάποτε λειτούργησε ως ξενώνας 4*, ο πρώτος στις Πινακάτες. Το κτίριο έχει αποτυπωμένη στο μαρμάρινο υπέρθυρο την χρονολογία 1840. Δυστυχώς σήμερα η βαρειά του ξύλινη πόρτα είναι σφαλισμένη.

Συνεχίζουμε δυτικότερα, σε επίπεδο καλντερίμι. Είναι η οδός των αδελφών Τσιρογιάννη, των δωρητών της μνημειακής κρήνης στην πλατεία. Εδώ είναι πιο αραιοχτισμένα τα σπίτια, παρεμβάλλονται ανάμεσά τους ακάλυπτες πλαγιές με γρασίδι και πλούσια βλάστηση. Ένα στενό σοκάκι λίγο πιο πάνω περνάει δίπλα από ανακαινισμένα και καινούργια αρχοντικά, ενώ στην οδό Κύπρου σώζεται ένας όμορφος ξυλόφουρνος, χτισμένος με βαρειά πέτρα. Ένα παλιό σπίτι δίπλα του έχει την ατυχία να υφίσταται μια άτεχνη ανακαίνιση με προσθήκες κακόγουστων επιφανειών τσιμέντου. Συνεχίζουμε λίγο ακόμη και, μερικές δεκάδες μέτρα μετά, την πορεία μας κόβει ένα κάθετο καλντερίμι, που μοιάζει να κατεβαίνει από τα ψηλώματα του χωριού και να χάνεται στα βάθη μιας κατάφυτης ρεματιάς. Είναι η ρεματιά με το Ρέμα Κακοσκάλι, που πηγάζει πάνω από τα υψίπεδα της Τρύπιας Τρύπας. Βρισκόμαστε ήδη στο βορειοανατολικότερο άκρο του χωριού, στο τέλος του οικιστικού ιστού. Από εδώ και μετά αρχίζουν οι εξοχές, με βλάστηση πυκνή. 300 μέτρα απέναντί μας, στα Δ-ΒΔ, ξεχωρίζουν πάνω από τις κορυφές των δέντρων μερικές στέγες σπιτιών των Αλεξέϊκων. Το υψόμετρο εδώ είναι 560 μέτρα, 40 χαμηλότερα από την κεντρική πλατεία του χωριού.

Δεν χρειάζεται να το συζητήσουμε με την Άννα, είναι αυτονόητο, ότι η συνέχεια του περιπάτου μας θα είναι στο επικλινές καλντερίμι.

Είναι παμπάλαιο το λιθόστρωτο, ελικοειδές, με έντονες κλίσεις και λείες ογκώδεις πέτρες, βαθειά «φυτεμένες» μέσα στη γη, που εξασφαλίζουν στο οδόστρωμα στιβαρή κατασκευή. Κάτω από τη σκιά των δέντρων η υγρασία κάνει τις στρογγυλεμένες επιφάνειες των λίθων αρκετά ολισθηρές. Δεν ήταν άγνωστο το πρόβλημα στους παλιούς έμπειρους μαστόρους, τους κατασκευαστές του καλντεριμιού. Που φρόντισαν να υπερυψώσουν ανά τακτά διαστήματα αναβαθμούς, που παίζουν το ρόλο του φρένου στα βήματά μας.

Ο Κίζης στο βιβλίο του αναφέρει ότι «τα καλντερίμια αποτέλεσαν τη μόνη και ευρύτατα διαδεδομένη μέθοδο οδοποιΐας των παλαιότερων χρόνων και ήταν σε πλήρη χρήση και εφαρμογή ως τα προπολεμικά χρόνια στο Πήλιο. Οι πεζόδρομοι αυτοί, που χαρακτηρίζουν το ρυμοτομικό δίκτυο των χωριών, έχουν μιαν ακριβή και ιδιόμορφη κατασκευή, που έκανε την καθολική εφαρμογή τους αντιοικονομική. Έτσι, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, οι περισσότεροι δρόμοι ήταν χωματένιες «μουλαρόστρατες» και πολύ λίγοι καλντερίμια, και μάλιστα τοπικά, στα δύσβατα μέρη και στα ρέματα. Εξ άλλου ο υπολογισμός των αναβαθμών στο μήκος και στο ύψος γίνεται πρακτικά, με δρασκελιές, και συνήθως τα πατήματα είναι ελαφρά κεκλιμένα. Το πλάγιο όριο του δρόμου υπερυψώνεται από το φυσικό έδαφος πάνω σε πεζούλα, χτίζεται με μεγαλύτερες και βαριές πέτρες, εν ξηρώ σφηνωμένες, που κατά διαστήματα προεξέχουν 20-30 εκ. από την επιφάνεια του δρόμου, δημιουργώντας μια σήμανση που διευκολύνει τα ζώα να μην ξεφεύγουν από την πορεία τους. Τέλος, μεγάλη σημασία δίνεται στη γρήγορη και ασφαλή απορροή των νερών της βροχής, που απειλεί με καθίζηση και διάλυση την κατασκευή του λιθόστρωτου. Τέτοια προσεγμένα καλντερίμια υπάρχουν στον Άγιο Λαυρέντιο και στον Λαύκο».(5)

Σ’ ένα δίλεπτο το επικλινές καλντερίμι μας γίνεται επίπεδο, φτάνει στην κοίτη της ρεματιάς. Αναρίθμητα πλατάνια μισοκρύβουν τον ήλιο, στους κορμούς τους αναρριχώνται καταπράσινοι κισσοί, τέλεια χρωματική αντίθεση με τα καφεκίτρινα ξερόφυλλα. Το τοπίο είναι μαγικό. Και θα ήταν πολύ ειδυλλιακότερο ακόμη, αν στο βάθος της κοίτης κελάρυζε λίγο νεράκι και αν στη θέση της τσιμεντένιας γέφυρας, που ενώνει τις όχθες με γωνίες και ευθείες, παρεμβάλλετο η γλυκύτατη καμπύλη ενός πέτρινου γεφυριού. Που κάποτε βέβαια θα υπήρχε στη ρεματιά, την εποχή που το καλντερίμι ήταν στην ακμή του. Ήταν τότε που αποτελούσε την μοναδική στράτα που συνέδεε τις Πινακάτες με τον παραθαλάσσιο -και παραθεριστικό- οικισμό των Καλών Νερών αλλά και με τα κτήματα των ελαιώνων που εκτείνονται στις ενδιάμεσες πλαγιές. Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν η στιβαρή και τόσο επιμελημένη κατασκευή του καλντεριμιού μιας και χρησιμοποιείτο ευρύτατα, όχι μόνον από ανθρώπους αλλά κι από κατάφορτα υποζύγια.

Μετά τη γέφυρα ανηφορίζει το καλντερίμι. Ήπιες κλίσεις, εκπληκτική πάντα κατασκευή και πλάτος καταστρώματος, που σε κάποια σημεία φτάνει τα 4 μέτρα! Οπωσδήποτε είναι ένα από τα ωραιότερα καλντερίμια. Από πάνω του, πυκνές αριές και κουμαριές κρύβουν ολότελα τον ήλιο. Βαδίζοντας στην απόλυτη σκιά αντικρύζουμε απέναντί μας το ηλιόλουστο χωριό. Τα μουσκεμένα από την υγρασία πρανή είναι κατάσπαρτα από μανιτάρια και πανέμορφα κυκλάμινα. Ώριμα, ζουμερά κούμαρα κρέμονται πάνω απ’ τα κεφάλια μας, στην εμβέλεια των χεριών μας. Αδύνατον ν’ αντισταθούμε στην τόσο ιδιαίτερη γεύση τους. Με τέτοιες ιδανικές συνθήκες θα μπορούσαμε να βαδίζουμε επί ώρες. Δυστυχώς, μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά φτάνουμε στην άσφαλτο, ξαναβγαίνουμε στο φως. Η μαγεία της λίθινης στράτας έχει χαθεί. Μερικά μέτρα παραδίπλα, έξω από το δρόμο, συναντάμε ένα ωραίο λιθόστρωτο αλώνι, ανακαινισμένο το 1997. Καθόμαστε για λίγο στο πεζουλάκι του αλωνιού. Απολαμβάνουμε τον ήλιο του Νοέμβρη, αγναντεύοντας απέναντί μας τις Πινακάτες και τα χρώματα του Πηλίου.

Μια πινακίδα μετά την άσφαλτο, μας δείχνει την κατεύθυνση προς το μοναστηράκι της Αγ. Κυριακής. Ο δρόμος δεν είναι καλντερίμι αλλά στρωμένος με τσιμέντο. Μα ούτε και η βρυσούλα στην αρχή του δρομίσκου είναι από χτιστή ή λαξευτή πέτρα, όπως θα άρμοζε σε πηλιορείτικο χωριό. αλλά από άχαρο τσιμεντόλιθο, το ευτελέστερο οικοδομικό υλικό! Απίστευτη κακογουστιά σ’ έναν τέτοιο τόπο, δίπλα στο ανακαινισμένο πέτρινο αλώνι και στο εκπληκτικό λιθόστρωτο καλντερίμι. Ευτυχώς, 40 μέτρα μετά, ξαναβρίσκουμε το καλντερίμι. Λοξεύει δεξιά από τον τσιμεντόδρομο και κατηφορίζει νότια προς τα Καλά Νερά. Η ευχαρίστησή μας δεν διαρκεί παρά ελάχιστα λεπτά. Λίγο πιο κάτω η άσφαλτος κόβει το καλντερίμι, κάτι που συμβαίνει αρκετές φορές ώσπου να καταλήξει, μετά από περιπετειώδη πορεία δυο ωρών, στα Καλά Νερά.

Με τον τσιμεντόδρομο αρχικά και με χωματόδρομο στη συνέχεια, φτάνουμε σ’ ένα 5λεπτο στην Αγ. Κυριακή. Πουρνάρια και λαδανιές, κυπαρίσσια, εκτεταμένο υψίπεδο με θέα που εποπτεύει όλο τον ορίζοντα, θαλασσινό και στεριανό. Ψηλός, πέτρινος τοίχος περιβάλλει το μικρό κοιμητήριο και τις εγκαταστάσεις της μονής. Το πλακοσκέπαστο καθολικό είναι περιορισμένων διαστάσεων, με μικροσκοπικό εξωνάρθηκα και λιτότατο εσωτερικό. Σε κάποιους τοίχους είναι εμφανής η λιθοδομή ενώ άλλοι είναι καλυμμένοι με ασβέστη ή τσιμέντο. Ο ωραιότερος τοίχος, με πωρόλιθο στο άνω τμήμα, βρίσκεται στην εξωτερική κόγχη του ιερού. Ο τόπος μας χαρίζει πολύ ήρεμες στιγμές, ενώ στα βόρεια η θέα των Πινακατών είναι μοναδική.

Επιστρέφοντας από την Αγία Κυριακή ξαναπαίρνουμε το καλντερίμι. Μετά τη ρεματιά ανηφορίζει και μας οδηγεί στην άσφαλτο, κοντά στην δυτική είσοδο του χωριού. Εδώ βρίσκεται η ταβερνούλα «Δροσιά», γνωστότερη ως «Η Ταβέρνα του Παπά». Μετά την πολύωρη περιπλάνηση μια στάση είναι απαραίτητη. Συνεχίζουμε πάνω από την άσφαλτο στο καλοφτιαγμένο καλντερίμι της 25ης Μαρτίου, που αργότερα συναντάει κι άλλο λιθόστρωτο δρομάκι. Τα σπίτια εδώ είναι αραιοχτισμένα, με μεγάλες αυλές. Αρχίζει χωμάτινο μονοπάτι, που γρήγορα καταλήγει σε τσιμεντόδρομο. Εδώ φτάνουν τα τελευταία σπίτια του οικισμού. Ολόγυρα καστανιές, καρυδιές και κτήματα με μηλιές. 150 μέτρα μετά, ανάμεσα σε συστάδα μεγάλων πεύκων, συναντάμε το γνωστό μας εκκλησάκι του Προφητηλία. Ολοκληρώνουμε έτσι μια συνολική προσέγγιση με τον οικισμό των Πινακατών, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει, ότι έχουμε γνωρίσει όλες τις λεπτομέρειες. Πολλές από τις οποίες είναι συναρπαστικές αλλά κρυμμένες σε απόκρυφες γωνιές.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Κώστας Λιάπης, «Πήλιον Όρος», ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ. ΕΚΔΟΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΗΛΙΟΥ, ΖΑΓΟΡΑ 2001.

-Γιάννης Κίζης, «ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΑ», ΕΚΔ. ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΤΒΑ, ΑΘΗΝΑ 1994.

-Βαγγέλης Σκουβαράς, «ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΑ Β’». ΕΚΔ. ΟΙΚΟΣ «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα 1983.

-Κυριάκος Σιμόπουλος, «ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ», ΤΟΜΟΣ Γ1., ΕΚΔ. «ΣΤΑΧΥ», ΑΘΗΝΑ 2001, ΕΚΤΗ ΕΚΔΟΣΗ.

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Πολλές ευχαριστίες οφείλουμε στον εξαίρετο λογοτέχνη, ιστορικό ερευνητή και βαθύ γνώστη του Πηλίου, ΚΩΣΤΑ ΛΙΑΠΗ. Οι αραιές -έστω- συναντήσεις μας μαζί του αποτελούν πάντα μια ιδιαίτερη εμπειρία.

Θερμά επίσης ευχαριστούμε τον καλό φίλο, συνοδοιπόρο και συνεργάτη ΚΥΡΙΑΚΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, χωρίς τις προτροπές και τις πεζοπορικές γνώσεις του οποίου θα ήταν αδύνατη η θαυμάσια ορεινή διάσχιση από το Ξουρίχτι στις Πινακάτες.

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΔΙΑΜΟΝΗ

 

ΕΣΤΙΑΣΗ

 

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΠΙΝΑΚΑΤΩΝ

ΑΠΟ ΒΟΛΟ: 27χλμ.

ΑΠΟ ΑΘΗΝΑ: 340χλμ.

ΑΠΟ ΘΕΣ/ΝΙΚΗ: 240χλμ.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1) «ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ», ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΑ Β’.

(2) Πήλιον Όρος, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ.

(3) «ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΑ»

(4) Κ. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ, «ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ», ΤΟΜΟΣ Γ1.

(5) Εκτενή αφιερώματα για τα δυο αυτά Πηλιορείτικα χωριά υπάρχουν στο ΕΛΛ. ΠΑΝΟΡΑΜΑ στα τεύχη 66, ΝΟΕ-ΔΕΚ 2008 και 71, ΣΕΠ-ΟΚΤ 2009.

 

back-button
next-button
pinakates pinakates_1 pinakates_2 pinakates_3 pinakates_4 pinakates_5 pinakates_6 pinakates_7 pinakates_8 pinakates_9 pinakates_10 pinakates_11 pinakates_12 pinakates_13 pinakates_14 pinakates_15 pinakates_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories