home Άρθρα Περιήγηση στον Ταρσό Κορινθίας
Περιήγηση στον Ταρσό Κορινθίας

Ήταν μέσα της δεκαετίας του ’60. Το μικρό 12θέσιο πουλμανάκι ανηφόριζε μουγκρίζοντας το χωματόδρομο από την Εβροστίνα της Δυτικής Κορινθίας προς το Σαραντάπηχο και την περιοχή του Φενεού. Σε κάποια στροφή, σαν μια τεράστια ασήκωτη μπάρα, ένα μεγάλο έλατο πεσμένο κάθετα στο δρόμο, έβαλε γρήγορα τέλος στην εκδρομή και στις φιλοδοξίες μου ν’ ανέβω στους γιγαντιαίους βράχους του Ταρσού. «Δεν πειράζει, παιδί είσαι ακόμα. Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου και στην ερειπωμένη βυζαντινή μικροπολιτεία του Ταρσού και στην Παναγιά του Βράχου και στο θρυλικό Κάστρο των Σφυρών, ν’ ανέβεις κάποτε», μού ‘χε πει ο πατέρας μου, ενώ εγώ κλωτσούσα με θυμό το πεσμένο έλατο. 

Κείμενο: Κώστας Ζαρόκωστας
Φωτογραφίες: Γιάννης Κωσταρής
Περιήγηση στον Ταρσό Κορινθίας
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ, Κορινθία

Ήταν μέσα της δεκαετίας του ’60. Το μικρό 12θέσιο πουλμανάκι ανηφόριζε μουγκρίζοντας το χωματόδρομο από την Εβροστίνα της Δυτικής Κορινθίας προς το Σαραντάπηχο και την περιοχή του Φενεού. Σε κάποια στροφή, σαν μια τεράστια ασήκωτη μπάρα, ένα μεγάλο έλατο πεσμένο κάθετα στο δρόμο, έβαλε γρήγορα τέλος στην εκδρομή και στις φιλοδοξίες μου ν’ ανέβω στους γιγαντιαίους βράχους του Ταρσού. «Δεν πειράζει, παιδί είσαι ακόμα. Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου και στην ερειπωμένη βυζαντινή μικροπολιτεία του Ταρσού και στην Παναγιά του Βράχου και στο θρυλικό Κάστρο των Σφυρών, ν’ ανέβεις κάποτε». Μού ‘χε πει ο πατέρας μου, ενώ εγώ κλωτσούσα με θυμό το πεσμένο έλατο.

Στα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη αποτυχημένη ανάβαση στους βράχους του Ταρσού, πολλές ήταν οι φορές που οι πεζοπορικές περιπλανήσεις μ’ έφεραν σ’ αυτόν τον τόπο. Όμως καμιά τους δεν με είχε φέρει «εντός των τειχών» του σχεδόν άπαρτου κάστρου των Σφυρών, ενός από τα κάστρα της Ωριάς, των θρύλων του Μοριά.

Έτσι, όταν η Άννα μου πρότεινε, να ’ναι αυτό το άρθρο μου για το πρώτο τεύχος της νέας χρονιάς, άναψε και πάλι μέσα μου η παιδική φαντασία για παραμυθένια κάστρα, κτισμένα πάνω σε γκρεμούς και σε τειχιά νεροφαγωμένα, που στέκονται βουβά περιμένοντας άλλοτε του βοσκού το βήμα κι άλλοτε την περπατησιά του ονειροπόλου ταξιδευτή.

Το ταξίδι για τον Ταρσό αυτή τη φορά ακολούθησε την εθνική οδό Κορίνθου – Πατρών, λοξοδρόμησε προς το νότο στο ύψος του Κιάτου κι ανηφόρισε προς την περιοχή της ορεινής Κορινθίας.

Κι ήταν ένα ταξίδι από το φως στην ομίχλη κι από την ομίχλη στο φως, μιας και δυο τεράστια σύννεφα είχαν κολλήσει για τα καλά πάνω στα υψίπεδα της Στυμφαλίας και του Φενεού κι έκαναν τα χωριά Μοσιά, Μεσινό, Καλύβια Φενεού, Πανόραμα και Γκούρα να κολυμπάνε ανάμεσά τους και τις κορφές του Σαϊτά, της Ντουρντουβάνας και του Χελμού να πετάνε πάνω σε κατάλευκη θάλασσα. Γοητευμένοι από την ονειρική αυτή διαδρομή περνάμε τη Γκούρα, που είναι και η έδρα του τοπικού Δήμου Φενεού, το Στενό και σε 300 μ. από το μικρό αυτό χωριό, βρισκόμαστε μπροστά στο τρίτοξο πέτρινο γεφύρι του Όλβιου ποταμού.

Ένας περίπατος στην κοιλάδα του Όλβιου.

Αντί να περάσουμε τη γέφυρα, προτιμάμε να αφήσουμε το αυτοκίνητο εδώ και να περπατήσουμε στο στενό χωματόδρομο που φεύγει αριστερά της, περνώντας κάτω από το γεφύρι και έχοντας αριστερά και δίπλα μας τον Όλβιο ποταμό, που κυλάει αργά προς το οροπέδιο του Φενεού.

Ο μικρός αυτός ποταμός πηγάζει από μια ομαλή ρεματιά, ανάμεσα σε πλαγιά της Β.Δ. Ζήριας και της Χελυδόρεας, σχηματίζει μια μικρή όμορφη κοιλάδα, διασχίζει από βορρά σε νότο την ορεινή λεκάνη του Φενεού κι αφού δώσει με τα νερά του πλούτη και ευτυχία στη γη των Φενεατών (γι’ αυτό και αυτοί τον είπαν Όλβιο), χάνεται σε φυσική καταβόθρα, στους πρόποδες του όρους Σαϊτά.

Περπατάμε παράλληλα και σε μικρή απόσταση από το ποτάμι. Αφήνουμε πίσω μας την περιοχή Παλιόμυλος και σε 1350 μ. από το γεφύρι του ασφαλτόδρομου, ο χωματόδρομος σταματάει. Ένα υπέροχο ποταμίσιο σκηνικό απλώνεται γύρω μας. Τα πλατανόφυλλα υφαίνουν ένα κιτρινοκόκκινο χαλί, που χάνεται στο στενό πέρασμα χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο για συνέχεια της πορείας, μιας και από το παλιό γεφύρι που υπήρχε εδώ, στη θέση Παλιοκαμάρα, δεν έχουν απομείνει παρά μόνο τα θεμέλια. Επιστρέφουμε 350 μ. προς τα πίσω. Το μουρμούρισμα των νερών σκεπάζει ο ήχος των κουδουνιών κατσικιών και η επιτακτική φωνή εεεεχτ – ααα του βοσκού που τ’ ακολουθεί. Βρισκόμαστε στην περιοχή Καλογερικό. Παρέα με το βοσκό, το Δημήτρη Σταθούλη, περνάμε τα κατσίκια στην αντίπερα όχθη με τη βοήθεια αυτοσχέδιας ξύλινης γέφυρας, φτιαγμένης από κολόνες της Δ.Ε.Η. και ενδιάμεσες τάβλες. Ακολουθούμε αριστερά την απόπειρα χωματόδρομου, που κινείται παράλληλα στο ποτάμι και αφού περάσουμε σε μικρή απόσταση από παλιό νερόμυλο, φτάνουμε σε στάνη και στον ασφαλτόδρομο, όπου μας περιμένει το αυτοκίνητο.

Η μικρή αυτή ποταμίσια βόλτα, μήκους 2,6 χλμ., δεν διαρκεί πάνω από μία ώρα χαλαρού βαδίσματος και είναι μιας πρώτης τάξεως επαφή με το υγρό στοιχείο της περιοχής, του Στενού και του γειτονικού του Ταρσού.

 

 

Ο Κάτω Ταρσός  και … ο ζωγράφος του.

 «Οι Ταρσοί, αν και είναι δύο, ο Κάτω και ο Πάνω, είναι πολύ αγαπημένοι μεταξύ τους. Βλέπεις, 5 μόνιμους το χειμώνα έχει ο δικός μας ο Κάτω, 5 και ο Πάνω. Το καλοκαίρι βέβαια κι οι δυο μαζί ξεπερνούν τους 60, κι όταν φθάσει η γιορτή της Παναγιάς του Βράχου, στις 23 Αυγούστου, τότε δεν χωράνε που να τους βάλεις» λέει η Βέτα, που βαστάει το μοναδικό καφενείο του χωριού στην πλακόστρωτη πλατεία με το θεόρατο πλατάνι, δίπλα στη μεγάλη πετρόκτιστη εκκλησία του Ευαγγελισμού.

Παλιά ήταν το σχολείο του χωριού· τώρα δίνει δροσιά το καλοκαίρι, με τα αναψυκτικά και τους φραπέδες και ζεστασιά το χειμώνα με τσάγια, καφέδες αλλά και με καμιά ομελέτα με λουκάνικα και κρασί για τους πεινασμένους λιγοστούς επισκέπτες.

Ένα ατέλειωτο, κατάμαυρο μπουρί γυροφέρνει στο ταβάνι πριν πάει να κάτσει οριστικά στη μεγάλη ξυλόσομπα που είναι στημένη στο κέντρο της ευρύχωρης αίθουσας. Ο τοίχος, φάτσα στα πορτοπαράθυρα είναι καλυμμένος με έργα ζωγραφικής, νεκρές φύσεις, αλλά κυρίως τοπία, λάδια σε μουσαμά. Ο πλαϊνός τοίχος ζωγραφισμένος με ένα τεράστιο τοπίο, επηρεασμένο από τα γειτονικά κορφοβούνια, όπως αυτά της Τούρλας και του Τουρλόπουλου. Στον απέναντι, ζωγραφισμένο τοπίο της φαντασίας του καλλιτέχνη. Ο ουρανός, δηλαδή το ταβάνι, ελαφρά συννεφιασμένος αλλά και καρβουνοκαπνισμένος, με δυο μεγάλους αητούς να πετούν επάνω από τα ξύλινα τραπέζια, τις ψάθινες καρέκλες και τα μεγάλα τσουβάλια με καρύδια, που είναι στοιβαγμένα στη μια γωνιά του καφενείου. «Μπορεί η σόμπα να τον μαύρισε λιγάκι. Αν όμως του ρίξω με τη μάνικα μπόλικο νερό … και ο ουρανός θα λάμψει και τα σύννεφα θα λαμποκοπήσουν και πάλι»,  λέει η Βέτα με σιγουριά.

Η μηχανή του αγροτικού σταμάτησε, ένας ψηλός άνδρας γύρω στα 55, άνοιξε την πόρτα της καρότσας κι ένα κάτασπρο κυνηγιάρικο σκυλί, έπεσε με ορμή στην αγκαλιά του. «Πως πήγε η Νταγιάννα;» τον ρώτησε η Βέτα. «Για πρώτη φορά καλά, αλλά έχει μέλλον μέχρι να γίνει το λαγόσκυλο που θέλω», είπε ο Παναγιώτης και κάθισε κοντά μας.

Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου, παραγωγός καρυδιών αλλά και σημαντικός εκπαιδευτής λαγόσκυλων, μιας κι έχουν περάσει πάμπολλα κυνηγιάρικα από τα χέρια του. Όσο για τα χόμπυ του …, από τη φωτογράφιση λουλουδιών του τόπου του μέχρι το ζωγραφικό έργο στο ατελιέ – καφενείο του Κάτω Ταρσού.

«Κοίταζα … τι άλλο;… τηλεόραση. Τον έβλεπα να ζωγραφίζει … λέω δεν βάζω κι εγώ κάτω τα χρώματα, να δω τι πουλιά θα πιάσω. Έφτιαξα λοιπόν στο ταβάνι τους δυο αετούς μεσ’ τα σύννεφα… Μ’ άρεσε και συνέχισα. Ζωγραφίζω όμως μόνο το χειμώνα, κυρίως όταν χιονίζει κι αναγκάζομαι να κλειστώ μέσα … πάρε, αν θες, όποιο σ’ αρέσει, κι άσε μόνο καμιά δεκαπενταριά ευρώ για να ξαναπάρω χρώματα. Κι αυτό γιατί τά ‘παμε και σε συμπάθησα». Πήρα «Το καλύβι του Μουγκολιά» που αν ανοίξεις το πίσω παράθυρο του καφενείου θα το δεις φάτσα στην απέναντι πλαγιά.

Σε λίγο και οι πέντε κάτοικοι του μικρού Κάτω Ταρσού, πίναμε καφεδάκι. Το ραντεβού με το μοναδικό βοσκό του χωριού, το Βαγγέλη Τετσώνη, έκλεισε για τις 9 το πρωί της άλλης μέρας.

 

Στην Παναγιά του Βράχου

Ο χωματόδρομος, που είναι κατάλληλος και για συμβατικό αυτοκίνητο, ξεκινάει από την πλατεία του Κάτω Ταρσού και σε 1,7 χλμ. φθάνει στην Παναγιά του Βράχου. Η αυτοκινητάδα, όμως, σου στερεί πολλά από την τόσο ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της περιοχής, γι’ αυτό κι εμείς επιλέγουμε το περπάτημα που δεν ξεπερνά τα 30 λ. μέχρι το βραχομονάστηρο.

Σε 200 μ. από την πλατεία, περνάμε δίπλα από το μικρό νεκροταφείο με την Κοίμηση της Θεοτόκου του 18ου αι.

Στο 1 χλμ. από το χωριό, στη στροφή του δρόμου, μια ματιά προς τα πίσω μας προσφέρει όμορφη θέα του χωριού, που είναι κτισμένο αμφιθεατρικά ανάμεσα σε κτήματα με καρυδιές και σε ύψ. 1.120 μ. Μπροστά μας ορθώνεται ένα πανύψηλο τείχος από θεόρατους κάθετους βράχους σε δύο επίπεδα, που διακόπτονται από στενή δασωμένη λωρίδα. Το συνολικό τους μήκος ξεπερνά τα 500 μ. και από το σημείο που περπατάμε το ύψος τους κυμαίνεται από 60 μέχρι 100 μ.  Τη γυμνή και κροκαλοπαγή επιφάνειά τους, τη διατρέχουν, σε αρκετά σημεία, νερά που πέφτουν πότε σαν μικροί καταρράκτες, πότε σαν σταγόνες βροχής.

Οι γεωλόγοι ονομάζουν «καρστική» τη μορφή τους και είναι αυτἠ το σύνολο των μετασχηματισμών που συμβαίνουν στα ασβεστολιθικά πετρώματα κάτω από την επίδραση, κυρίως, του νερού. Έτσι σχηματίζονται ρωγμές, σπηλιές, πηγάδια, πηγές και υπόγειοι ποταμοί, σαν αυτόν που ξεπηδάει μέσα από τα σπλάχνα της γης, 200 μ. πριν την Παναγιά, στο ύψος του μεγάλου πλατανιού. Στο πρώτο μου ταξίδι το 1972 μπορούσες να δεις την κοίτη του υπόγειου ποταμού με ίχνη αρχαίας τοίχισης στις δύο όχθες. Υπολείμματα τειχών, δεξιά της σύγχρονης τσιμεντοποίησης, αποδεικνύουν προσπάθεια οχύρωσης σε παλιότερες εποχές.

Μερικά μέτρα παρακάτω, μια τεράστια κάθετη σχισμή του μεγαλοπρεπούς βράχου, καταλήγει σε σπηλιά που έχει φωλιάσει το πετρόχτιστο ταπεινό ασκηταριό της Παναγιάς του Βράχου.

Καταφύγιο στα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας, σπίθα λευτεριάς στα χρόνια της Επανάστασης, το ερημητήριο αυτό χτισμένο εξ ολοκλήρου μέσα στο μεγάλο γήινο κοίλωμα, δίνει στον επισκέπτη – προσκυνητή την εικόνα χώρου γαλήνιου και απόκοσμου.

Πέτρινη σύγχρονη σκάλα μας φέρνει στην είσοδο με το καμπαναριό. Στο μικρό προθάλαμο το εικονοστάσι της Παναγιάς. Χαμηλή, καμαρωτή πόρτα μας οδηγεί σε δεύτερο μεγαλύτερο θάλαμο και από εκεί μπαίνουμε στον κυρίως ναό, που το εμβαδόν του δεν ξεπερνά τα 15 τ.μ. Θολωτή στέγη με μικρό φωταγωγό και το αγίασμα να ακούγεται να τρέχει, μέσα από το ιερό.

Αριστερά του τέμπλου, στενό πέρασμα μας φέρνει στο εσωτερικό της σπηλιάς με τη λαξευτή λάρνακα με οστά ασκητών. Μικρή ξύλινη σκάλα μας ανεβάζει στη στέγη της εκκλησίας, απ’ όπου χαιρόμαστε την όμορφη θέα προς τις κορφές της Ζήριας και την κοιλάδα του Όλβιου.

Καμιά δεκαριά μέτρα πάνω από τα κεφάλια μας αιωρούνται τα πέτρινα υπολείμματα ενός τεχνητού ορόφου, με καταπακτή για ανεμόσκαλα, που χρησίμευε ως καταφύγιο σε περίπτωση κινδύνου.

 

Παλιοχώρι – Στο βυζαντινό ερειπιώνα του Ταρσού

 Φεύγοντας από την Παναγιά, ακολουθούμε με τα πόδια το δασικό δρόμο (κατάλληλο μόνο για 4 Χ 4). Αφήνουμε αριστερά το ησυχαστήριο της Αγιά Τριάδας και σε 5 λ. φθάνουμε σε μαντρί στο ύψωμα Αετοβούνι.  «Εδώ είχε τη βάση του ο Μωάμεθ ο Β’ ο Πορθητής, κι από το μέρος αυτό έριχνε τις μπάλες στο Κάστρο των Σφυρών, αυτό που ‘ναι στην απέναντι κορφή. Τώρα το έχω εγώ και σ’ αυτό το μαντρί αρμέγω τα καλοκαίρια»,  λέει ο Βαγγέλης.

Συνεχίζουμε ανάμεσα σε πανύψηλα έλατα και σε 10 λ. στη δεύτερη κλειστή στροφή του δρόμου (που συνεχίζει για λίγο ακόμη μέχρι την πηγή του Παπαστάθη) ακολουθούμε δεξιά το μονοπάτι και σε 30 λ. φθάνουμε στην Εκκλησία των Ταξιαρχών στο Παλιοχώρι.

Βρισκόμαστε σε υψ.      στο μέσον μια ομαλής πλαγιάς του βουνού, που είναι γνωστό με το όνομα Λιβαδάκι και με ψηλότερη κορφή την Τούρλα (1.873 μ.) στα σύνορα της Κορινθίας με την Αχαΐα.

Γύρω μας απλώνονται σωροί λίθων, απομεινάρια σπιτιών, δρόμων και κοινόχρηστων κτισμάτων, που τα ίχνη τους έρχονται από τα χρόνια του Βυζαντίου.

Φαίνεται πως ο τόπος αυτός υπήρξε, από πολύ παλιά, το καταφύγιο των Φενεατών, αφού εδώ εγκαταστάθηκαν μετά την καταστροφή της Αρχαίας Φενεού από τους Γότθους του Αλάριχου το 396 μ.Χ. Κατά τον 7ο και 8ο αι. αλλά κυρίως μετά την εισβολή των Σλάβων στην Πελοπόννησο, ο Ταρσός απέκτησε δύναμη φθάνοντας στην ακμή του όταν η σημαντική αυτή βυζαντινή πολίχνη γίνεται, με χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Νικηφόρου του Α’ (802-811), έδρα της Επισκοπής Ταρσοκορώνης. Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ταρσός έχασε τη σημασία του και εγκαταλείφθηκε. Από τις αρχές, όμως και κυρίως τα μέσα του 15ου αιώνα, όταν οι τουρκικές επιδρομές εξαπλώθηκαν σε ολόκληρο το Μοριά, σημαντικός αριθμός κατοίκων άλλων πόλεων μετοίκησαν στον Ταρσό για μεγαλύτερη ασφάλεια, λόγω της ορεινής του θέσης.

Το εγκαταλειμμένο μέχρι τότε κάστρο, κτισμένο Β.Α. του οικισμού, ξαναοχυρώθηκε και στα πλαίσια της προσπάθειας για στρατιωτική αναδιοργάνωση που έκανε ο Δεσπότης του Μυστρά και μετέπειτα αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο ΙΑ’ Παλαιολόγος, απέκτησε και πάλι την ισχύ του παρελθόντος.

Μετά την άλωση της Πόλης, ο Μωάμεθ ο Β’ ο Πορθητής, ξεχύθηκε με τις άγριες ορδές του στις ελληνικές πόλεις. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ακροκορίνθου, τμήμα του τουρκικού στρατού προχώρησε στη Νεμέα και κατέλαβε εύκολα το Φλιούντα. Οι Φλιάσιοι, κυνηγημένοι κατέφυγαν στο ισχυρό κάστρο του Ταρσού και ενώθηκαν με τους Ταρσινούς. Το 1458 μετά από πολιορκία και μόνο αφού οι Τούρκοι ανεκάλυψαν και κατέστρεψαν τον υπόγειο αγωγό νερού, το κάστρο έπεσε στα χέρια τους, ύστερα από συμφωνία παράδοσης. Όμως, ο Σουλτάνος παρασπόνδησε, κατέσφαξε τους υπερασπιστές του κάστρου και σε όσους διασώθηκαν τους έσπασε τα σφυρά, τους αστραγάλους, ώστε να μην μπορούν να σταθούν στα πόδια τους.

Από τότε το κάστρο του Ταρσού έμεινε στην ιστορία ως «Κάστρο των Σφυρών».

 

Ακροβατώντας από το Παλιοχώρι στο μετέωρο Κάστρο των Σφυρών

         

Να μείνει κάτι κι από ‘μας … σκέφτηκαν απλοϊκά και χάραξαν με τα ονόματά τους, τους άγιους του 1640, εκεί στους Ταξιάρχες της νεκρής βυζαντινής πολίχνης. Έτσι, ο μαθητής του ’60, ο αντάρτης του ’43, ο βοσκός του ’36, άφησε για πάντα το χνάρι του εκεί, πάνω στους τοίχους του ληξιαρχείου των βουνών … Έτσι απλά, χωρίς κακία, χωρίς ιδιοτέλεια αλλά και χωρίς παιδεία και επίγνωση της βέβηλης πράξης … με μόνη τη θέληση ν’ αφήσει κι αυτός κάτι δικό του, εδώ, στη γη των προγόνων του.

Στο ένα χέρι η γκλίτσα, στο άλλο το τσιγάρο. Βήμα σταθερό, σίγουρο και ζυγιασμένο, ακροπατάει αμίλητος σε μέρη απότομα, σε γκρεμνά δασωμένα. Τον ακολουθούμε πιστά για δύο ώρες, από το Παλιοχώρι μέχρι το κάστρο. Χωρίς το βοσκό, ούτε να το σκεφτείς.

Βέβαια, αν κάποτε η δασική υπηρεσία τολμήσει να κατασκευάσει μονοπάτι, η διαδρομή: Παναγία του Βράχου – Παλιοχώρι – Κάστρο των Σφυρών – Κάτω Ταρσός, θα ‘ταν μια πανέμορφη πεζοπορική, αλλά και ιστορικού ενδιαφέροντος, περιήγηση.

Στη νότια είσοδο το πέρασμα δεν ξεπερνά το μισό μέτρο. Απ’ τη μία ορθός βράχος, απ’ την άλλη η άβυσσος. Στο χώρο του κάστρου σωροί λίθων, θεμέλια προμαχώνων, ξεθωριασμένες νωπογραφίες στα κοιλώματα των βράχων. Τα χτίσματα του ανθρώπου γίνανε ένα μ’ αυτά που έχτισε η φύση.

Και το μάτι να απλώνεται από τη Χελυδόρεα στα βόρεια, μέχρι τη Ζήρια με το οροπέδιο της Σκαφιδιάς και τον Ολίγυρτο στο νότο.

Μια ώρα μετά η Βέτα με μία πιατέλα με δίπλες και καρυδόπιτα ρίχνει γλυκά την αυλαία της εκδρομής, στον Ταρσό της Κορινθίας.

 

Πολλές ευχαριστίες οφείλονται:

 

  • Στο Ξενοδοχείο ΑΣΤΡΑ της Καστανιάς για τη θερμή φιλοξενία
  • Στο Βαγγέλη Τετσώνη, καθώς και στους Βέτα και Παναγιώτη Τετσώνη από τον Κάτω Ταρσό.
  • Στο Δημήτρη Σταθούλη από το Στενό και στη Βασιλική Μητροπούλου του Λαογραφικού Μουσείου Φενεού.

 

 

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

 

Αθήνα – Ταρσός: μέσω Κιάτου – Γκούρας                  175 χλμ.

μέσω Δερβενίου – Εβροστίνας         173 χλμ.

μέσω Ξυλοκάστρου – Τρικάλων       176 χλμ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Άγγελου Μπουβή, «Φενεός»
  • Τάσου Γριτσόπουλου, «Εκκλησιαστική Ιστορία και Χριστιανικά Μνημεία Κορινθίας».
  • Δήμητρας Καμαρινού, «Ορεινή Κορινθία».
  • Patricia van der Wal, «Ταρσός Κορινθίας», περιοδικό «Έπαθλο».
back-button
next-button
tarsos-korinthias tarsos-korinthias_1 tarsos-korinthias_2 tarsos-korinthias_3 tarsos-korinthias_4 tarsos-korinthias_5 tarsos-korinthias_6 tarsos-korinthias_7 tarsos-korinthias_8 tarsos-korinthias_9 tarsos-korinthias_10 tarsos-korinthias_11 tarsos-korinthias_12 tarsos-korinthias_13 tarsos-korinthias_14 tarsos-korinthias_15 tarsos-korinthias_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories