home Άρθρα Περιήγηση στη Δυτική Ικαρία
Περιήγηση στη Δυτική Ικαρία

Θα γνωρίσουμε την Δυτική Ικαρία, την ευρύτερη περιοχή και τους ανθρώπους των Ραχών. Είναι η Ικαρία των φυσιολατρών και περιηγητών, η αθέατη και αμόλυντη από τον μαζικό τουρισμό.
Όλες μας οι πληροφορίες μιλάνε γι έναν τόπο με πολλές ιδιαιτερότητες και φυσικό περιβάλλον πολυποίκιλο. Κυρίως όμως για ένα πλήθος πεζοπορικών διαδρομών, τόσο όμορφων και τόσο αξιόπιστα σηματοδοτημένων, που είναι ελκυστικές για κάθε επισκέπτη, διατεθειμένο να γνωρίσει το δυτικό τμήμα του νησιού με τρόπο αυθεντικό. Αυτή λοιπόν την Ικαρία, των φυσιολατρών και περιηγητών, την αθέατη και αμόλυντη από τον μαζικό τουρισμό, επιθυμούμε να γνωρίσουμε. 

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Περιήγηση στη Δυτική Ικαρία
Κατηγορίες: Εκκλησίες, Κάστρα, Καταρράχτες, Μονοπάτια, Παραλίες / Ακτές, Περιήγηση, Ποτάμια
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Ικαρία

Επιτέλους, από σήμερα το πρωί παίρνει να καλμάρει ένα πέλαγος σαν το Ικάριο, θρυλικό από την αρχαιότητα για τους σφοδρούς του κλυδωνισμούς. Πέντε μερόνυχτα τώρα τα κύματά του δεν λέν να ησυχάσουν. Ξεσπούν το θυμό τους στους βράχους του παραθαλάσσιου οικισμού του Αρμενιστή, κάτω από το μπαλκόνι του δωματίου μας στο ξενοδοχείο CAVOS BAY. Με τον ήχο τους ξυπνάμε το πρωί, ο ίδιος ήχος μας αποκοιμίζει κάθε βράδυ. Ένας ήχος ρωμαλέος και ολοζώντανος, που μεταβάλλει την έντασή του ανάλογα με τα καθημερινά κέφια του μαΐστρου…

Βρισκόμαστε λοιπόν και πάλι στην Ικαρία. Τρία χρόνια μετά την αξέχαστη εμπειρία στον Άγιο Κήρυκο και στο ανατολικό τμήμα του νησιού, αποφασίζουμε να γνωρίσουμε την Δυτική Ικαρία, την ευρύτερη περιοχή και τους ανθρώπους των Ραχών. Όλες μας οι πληροφορίες μιλάνε γι έναν τόπο με πολλές ιδιαιτερότητες και φυσικό περιβάλλον πολυποίκιλο. Κυρίως όμως για ένα πλήθος πεζοπορικών διαδρομών, τόσο όμορφων και τόσο αξιόπιστα σηματοδοτημένων, που είναι ελκυστικές για κάθε επισκέπτη, διατεθειμένο να γνωρίσει το δυτικό τμήμα του νησιού με τρόπο αυθεντικό. Αυτή λοιπόν την Ικαρία, των φυσιολατρών και περιηγητών, την αθέατη και αμόλυντη από τον μαζικό τουρισμό, επιθυμούμε να γνωρίσουμε. Και στη συνέχεια να προσπαθήσουμε να σας μεταδώσουμε τις εντυπώσεις και εμπειρίες μας από μια παραμελημένη Ελλάδα, που δεν συμμετέχει στους επίσημους και δαπανηρούς τουριστικούς σχεδιασμούς. Είναι η Ελλάδα με τα μοναχικά, εγκαταλειμμένα αλλά τόσο γραφικά, πέτρινα χωριά, με τα λιθόστρωτα και τις παλιές στράτες για τα υποζύγια και τα πόδια, που κάποτε αποτελούσαν τον μοναδικό τρόπο επικοινωνίας και μεταφοράς αγαθών από οικισμό σε οικισμό. Στην αξιοποίηση, συντήρηση και ανάδειξη αυτής της Ελλάδας δεν επενδύει η πολιτεία. Είναι τόσο κοντόθωρη, που δεν αντιλαμβάνεται την διαχρονική αξία και το συγκριτικό πλεονέκτημα του περιπατητικού τουρισμού. Που γοητεύει τόσα εκατομμύρια, υψηλού επιπέδου, επισκεπτών.

Ευτυχώς για την Ελλάδα, που υπάρχουν και κάποιοι ιδιώτες, οραματιστές και ρομαντικοί, με αγάπη και ευαισθησία για το περιβάλλον και τον τόπο. Ένας απ’ αυτούς – τους λίγους – είναι κι ο Άγγελος Καλοκαιρινός. Είναι ο άνθρωπος που μετέφρασε και επιμελήθηκε την έκδοση του θαυμαστού βιβλίου για την «ΑΡΧΑΙΑ ΙΚΑΡΙΑ» του Αντώνη Παπαλά.(1)

Και είναι αυτός που πρωτοστάτησε και εξακολουθεί να πρωτοστατεί, μαζί με τον Σύλλογο Ραχιωτών Ικαρίας στην διάνοιξη, συντήρηση και σηματοδότηση πολλών παλιών μονοπατιών. Όλες αυτές οι φυσιολατρικές διαδρομές αποτυπώθηκαν στον «Γύρο των Ραχιών με τα πόδια», έναν Χάρτη – Οδηγό πολύ λεπτομερή και με εξαίρετη καλλιτεχνική απεικόνιση των οικοτουριστικών διαδρομών στα χωριά και στα υπέροχα φυσικά τοπία των Ραχών. Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε, ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις του χάρτη διατίθενται για την βελτίωση και την επέκταση του δικτύου των μονοπατιών, με στόχο την ανάδειξη του τόπου μέσα από την φυσική και πολιτιστική του κληρονομιά.

Πίνουμε με τον Άγγελο καφεδάκι στην κατάφυτη, δροσερή αυλή του σπιτιού του. Ειν’ ένα ησυχαστήριο δίπλα από την πλακόστρωτη πλατειούλα του Χριστού Ραχών. Ενός οικισμού σε υψόμετρο 500 περίπου μέτρων, που περιβάλλεται από πλούσια πευκο9δάση και έγινε διάσημος σε Έλληνες και ξένους χάρις στα γραφικά του στέκια, καφενεδάκια, ταβερνεία, μπαρ και άλλα μαγαζιά, που μένουν ως τις πιο απίθανες ώρες ανοιχτά.

Μελετάμε με τον Άγγελο τον χάρτη. Είναι πολύ κατατοπιστικός, με άφθονες περιγραφές και πληροφορίες στο πίσω μέρος. Ωστόσο ο φίλος μας μας μεταδίδει και τις προσωπικές του εμπειρίες από το φυσικό περιβάλλον του τόπου του, που γνωρίζει τόσο καλά. Οι περιγραφές του αποπνέουν τόση γλαφυρότητα, που δεν βλέπουμε τη στιγμή να γνωρίσουμε, το συντομότερο δυνατόν, την ομορφιά των μονοπατιών.

 

ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΧΤΗ «ΡΑΞΟΥΝΙΑ»

Βγαίνουμε από την πλατεία του Χριστού Ραχών με κατεύθυνση Ν, προς Προφήτη Ηλία. Περνάμε από το εκκλησάκι και σε απόσταση 2.3 χιλιομέτρων απ’ την πλατεία, 20 μόλις μέτρα μετά το οινοποιείο του Αφιανέ, συναντάμε σε κορμό πεύκου την καλαίσθητη ξύλινη πινακίδα που μας παραπέμπει στο μονοπάτι.

Ξεκινάμε από υψόμετρο 580 μέτρων. Απέναντι στα Δ – ΝΔ ορθώνεται ορεινός όγκος πετρώδης και γυμνός, με κεραίες στην κορυφή του και ελάχιστες συγκεντρώσεις πεύκων που απέμειναν μετά τις φωτιές. Χαμηλά στην αθέατη κοίτη της χαράδρας ακούγεται ο ήχος του νερού από το ποτάμι της Χάλαρης. Κατηφορίζει το μονοπάτι μέσα σε πευκοδάσος. Η σήμανση είναι πυκνή με κόκκινες βούλες σε πέτρες και κορμούς. Αυτά τα αναρίθμητα σημαδάκια, που με τόση φροντίδα και αγάπη τοποθέτησαν ο Καλοκαιρινός και οι συνεργάτες του, θα μας συνοδεύσουν συντροφικά σε όλες τις κατοπινές περιπλανήσεις μας στα μονοπάτια των Ραχών.

Αν και μεσημέρι δεν αισθανόμαστε ιδιαίτερα τη ζέστη, αφού την περισσότερη ώρα βαδίζουμε στη σκιά. Η βλάστηση είναι πυκνή. Πάνω από τα κεφάλια μας συνωθούνται μεγάλα πεύκα, άριες, πουρνάρια και καστανιές, ρείκια και κουμαριές. Στο έδαφος τα πόδια μας αγγίζουν ανθισμένες λευκές και μωβ λαδανιές, που μας ανταμείβουν με το χαρακτηριστικό λεπτό τους άρωμα. Νά και η πρώτη ορχιδέα που εντοπίζει η Άννα και αργότερα κι άλλες κάτω από τα πεύκα.

Ομαλά κατηφορικό και πολύ βατό το μονοπάτι, προστατεύεται σε πολλά σημεία από πέτρινο τοιχαλάκι. Σ’ ένα 10λεπτο συναντάμε στ’ αριστερά μας μια διακλάδωση. Δεν συνεχίζει για πολύ, τερματίζει μετά από 40 περίπου μέτρα μπροστά σ’ ένα μικρό, πέτρινο χτίσμα. Είναι ένα απ’ αυτά τα τόσο γνωστά αγροτικά κτίσματα – καταφύγια, φτιαγμένα στη βάση πελώριων βράχων που αφθονούν στη φύση της Ικαρίας και παίζουν το ρόλο της σκεπής. Τον φυσικό βράχο συμπληρώνει καλοχτισμένη ξερολιθιά κι έτσι, με ελάχιστη δαπάνη, το Ικαριώτικο σπιτάκι της υπαίθρου, απόλυτα προφυλαγμένο και αθέατο, είναι έτοιμο.

Επιστρέφουμε στο βασικό μονοπάτι και, λίγα λεπτά αργότερα συναντάμε αμμουδερή κοίτη πλατανοσκέπαστης ρεματιάς με ικανοποιητική ροή διαυγέστατου νερού. Κόκκινο σημάδι στον κορμό αιωνόβιου πλάτανου και, 20 μέτρα μετά, φτάνουμε στο χείλος ενός εντυπωσιακού βραχώδους μπαλκονιού, που μας αποκαλύπτει το χάος της χαράδρας αλλά και την αρχή της κατακόρυφης ροής του καταρράκτη Ραξούνια. Στο τοπίο κυριαρχεί μια αγριότητα επιβλητική ενώ στο βάθος, πέρα από το πράσινο της χαράδρας, εκτείνεται η βαθυγάλαζη απεραντοσύνη του πελάγους.

Ο θόρυβος του – αθέατου ακόμα – καταρράκτη έχει δυναμώσει αισθητά. Συνεχίζουμε το άριστα σηματοδοτημένο μονοπάτι και σε δυο λεπτά συναντάμε την ωραία τριπλή ξύλινη πινακίδα. Κατευθυνόμαστε Β προς Διπόταμα και Καταρράκτη. Είναι το κεντρικό μονοπάτι που διασχίζει χαμηλότερα το περίφημο φαράγγι της Χάλαρης και μετά από πολύωρη και συναρπαστική πορεία καταλήγει στην διάσημη παραλία του Νά. Η κλίση του εδάφους είναι έντονη, ωστόσο, η ελικοειδής χάραξη του μονοπατιού κάνει το βάδισμα ασφαλές.

Πολύ γρήγορα συναντάμε στα Α (δεξιά) σηματοδότηση σε κορμό πεύκου και στο έδαφος που μας κατευθύνει στον καταρράκτη. Υπάρχει επίσης στην πινακίδα προειδοποίηση, σε δυο γλώσσες, για το απόκρημνο του εδάφους. Παρά την προειδοποίηση το μονοπάτι τραβερσάρει με ασφάλεια την απότομη πλαγιά, περνάει κάτω από πλατάνια, πεύκα και δέντρα καρυδιάς και σε 3 λεπτά καταλήγει σ’ ένα υπέροχο πλάτωμα πάνω απ’ το φαράγγι. 80 περίπου μέτρα απέναντί μας ξεχύνεται, με εντυπωσιακή ροή πάνω στους βράχους, ο καταρράκτης. Ένα κακοτράχαλο αλλά σηματοδοτημένο και ασφαλές μονοπάτι μας φέρνει σε δυο λεπτά στα πόδια του καταρράκτη. Η αίσθηση της αμεσότητας με το υδάτινο γέννημα της ικαριώτικης φύσης είναι απαράμιλλη. Αφήνω τις κρυστάλλινες σταγόνες να σκάζουν πάνω μου με πάταγο. Πίνω αχόρταγα από το θεϊκό νερό και μακαρίζω την τύχη μας, που μας αξίωσε να βρεθούμε σ’ αυτό το τοπίο της Ικαρίας.

Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία κατηφορίζουμε μερικά οριζόντια επίπεδα των βράχων και καταλήγουμε στην κοίτη του φαραγγιού. Από εδώ μπορούμε να θαυμάζουμε την συνολική ροή του καταρράκτη, κάπου 40 μέτρα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Εδώ χαρίζουμε στους εαυτούς μας μια στάση χορταστική. Βράχοι κατακόρυφοι ολόγυρά μας δημιουργούν μια πελώρια χοάνη, με μοναδικό άνοιγμα προς τα Β – ΒΔ, στην κατεύθυνση της θάλασσας. Το υψόμετρο σ’ αυτό το σημείο της κοίτης είναι 440 μέτρα, 140 μέτρα χαμηλότερα από την αρχή του μονοπατιού. Με κανονικό ρυθμό χρειαζόμαστε για την ανηφορική επιστροφή μας μισή ώρα ακριβώς.

Ανηφορίζουμε ήδη με το αυτοκίνητο προς τα Ν, διασχίζοντας πευκοδάσος. 3.5 χλμ. μετά φτάνουμε στο φράγμα της Χάλαρης, μια υπέροχη τεχνητή λίμνη σε υψόμετρο 710 μέτρων. Από εδώ ξεκινάει στην ουσία η κοπιαστική διάσχιση του περίφημου φαραγγιού, που καταλήγει στην παραλία του Νά. Τη λίμνη τροφοδοτούν δυο μικρορρέματα που αντλούν τα νερά τους από τον πλούσιο υδροφόρο ορίζοντα του οροπεδίου Πέζι. Μια χαλαρή περιήγηση στις όχθες της λίμνης μας αποκαλύπτει τοπία απρόσμενης ωραιότητας, με αιωνόβια πλατάνια, αγριοκουμαριές και πεύκα, σκλήθρα με τους κορμούς τους μέσα στο νερό. Σε κάποια σημεία οι όχθες στενεύουν, περιβάλλονται από βράχους συμπαγείς και κατακόρυφους. Έχουμε μπροστά μας ένα φιορδ σε μικρογραφία και οπωσδήποτε μια εικόνα, που καθόλου δεν θυμίζει Αιγαιοπελαγίτικο νησί. Κάθε στιγμή επιβεβαιώνει την ιδιαιτερότητά της η Ικαρία σ’ αυτό το ελάχιστα γνωστό, δυτικό τμήμα του νησιού.

Οι εκπλήξεις συνεχίζονται λίγο αργότερα στο υψίπεδο της Εριφής. Οδηγούμαστε εκεί μ’ έναν στενό, ασφάλτινο ποδηλατόδρομο που δίνει τη θέση του σε χωματόδρομο. Ευρύτατο το οροπέδιο με μέσο υψόμετρο 850 μέτρων και θέα εκπληκτική σε θάλασσα και αντικρινά νησιά. Το έδαφος είναι ομαλό, σχεδόν ολότελα καλυμμένο από καταπράσινες νεαρές φτέρες. Πού και πού συναντάμε κατσίκια και συστάδες μεγάλων πουρναριών.

Εισχωρεί ο χωματόδρομος σ’ ένα τμήμα περιφραγμένο. Είναι η περίφημη περίφραξη της ξερολιθιάς, μήκους αρκετών χιλιομέτρων, που στις αρχές του περασμένου αιώνα είχε κατασκευαστεί από τους ντόπιους με τον φιλόδοξο στόχο να προστατέψει τις καλλιέργειες σ’ ένα μεγάλο μέρος του οροπεδίου από τα γίδια. Το πλάνο, για διάφορους λόγους, εγκαταλείφθηκε, απέμεινε όμως η εκπληκτική ξερολιθιά για να θυμίζει την κοπιώδη προσπάθεια των Ικαριωτών εκείνης της εποχής.

Περιπλανιόμαστε για ώρες στο οροπέδιο, συναντάμε πινακίδες προς Σελίνι – Ρυάκια (ΝΑ), Μέλισσα – Αγ. Ισίδωρο (Ν – ΝΔ) και Αμμούδια (ΒΑ). Τα Αμμούδια είναι πολύ παράξενος τόπος, με έδαφος αμμουδερό, κατάσπαρτο με βράχους μεγάλου μεγέθους και ποικίλων σχηματισμών. Εδώ βρίσκεται και το λιλιπούτειο ορειβατικό καταφύγιο του Αγ. Παντελεήμονα, καθώς και το μονοπάτι της οροσειράς που διασχίζει την Ικαρία και, σύμφωνα με την πινακίδα, καταλήγει μετά από 7 ώρες στον Άγιο Κήρυκο.

Βαδίζουμε για μερικές εκατοντάδες μέτρα και φτάνουμε σε βραχώδη αυχένα με θέα εκπληκτική αλλά και αέρα δυνατό. Θυμόμαστε την αναφορά του Καλοκαιρινού στο πίσω μέρος του χάρτη: «…Η περιπλάνηση στα Αμμούδια και στα γειτονικά οροπέδια «Ζηλόκαμπος» (ανατολικά) και «Εριφή» (δυτικά) είναι μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Κάτι ανάμεσα σε σεληνιακό τοπίο και αφρικανική σαβάνα, το σκηνικό εδώ είναι ένα εξαιρετικό δείγμα της ποικιλίας των γεωλογικών σχηματισμών που υπάρχουν στο Αιγαίο. Όμως, προσοχή! Αν δείτε σύννεφα να σκεπάζουν το βουνό, αποφύγετε να εμπλακείτε σ’ αυτές τις διαδρομές, γιατί θα συναντήσετε σφοδρούς ανέμους και ομίχλη. Επίσης, στις νότιες παρυφές των οροπεδίων χάσκουν επικίνδυνοι γκρεμοί!».

Κατηφορίζουμε προς τα Β μ’ έναν καλοστρωμένο χωματόδρομο, που δεν αργεί να μεταβληθεί σε κακής βατότητας δασικό δρόμο, κατάλληλο μόνον για 4×4. Μετά από αρκετά δύσκολα χιλιόμετρα καταλήγουμε πάνω από την πασίγνωστη Μονή της Ευαγγελίστριας Μουντέ. Ωραίος τόπος, με δυο πανέμορφες τεχνητές λιμνούλες μέσα στο δάσος. Πολύ περιποιημένος ο χώρος της μονής. Στο υπέρθυρο της ασβεστοχρισμένης τρίκλιτης βασιλικής αναγράφεται, ότι «ανηγέρθη το πρώτον εν έτει 1460 και ανεκαινίσθη το έτος 1893».

Επιστρέφουμε στον Αρμενιστή με το τελευταίο φως της μέρας, της πρώτης μας μέρας στην Ικαρία, γεμάτης με σπουδαίες εικόνες και εμπειρίες σε τοπία πολυποίκιλα. Στην κατεύθυνση της δύσης ο ήλιος βουτάει μέσα στο πέλαγος απόλυτα ανεμπόδιστα, χωρίς την παρεμβολή κάποιας στεριάς. Τη νύχτα η μπαλκονόπορτα μένει ανοιχτή στις δροσερές πνοές του μαΐστρου και στον ασίγαστο ήχο των κυμάτων στους βράχους της ακτής…

 

ΑΓ. ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΗ «ΜΕΛΙΣΣΑ»

Πρωινός καφές με τον Άγγελο στην πλακόστρωτη σκιερή πλατειούλα του Χριστού. Είναι χώρος γραφικός και δροσερός, προορισμένος να λειτουργεί αποκλειστικά ως αγορά, δηλαδή μόνον για διασκέδαση, συναναστροφές και αγορές στα μαγαζιά. Ο Χριστός είναι κομβικό σημείο για κάθε περιήγηση στην επικράτεια των Ραχών. Είναι επίσης έδρα του Δήμου και διαθέτει Γυμνάσιο – Λύκειο, Ταχυδρομείο, Αστυνομία, Φαρμακείο και Ιατρείο.

Ξεκινάμε τη γνωστή μας διαδρομή προς το φράγμα της Χάλαρης. Μετά τη λίμνη συνεχίζουμε τον χωματόδρομο και, 10 χλμ. μετά την πλατεία του χωριού, στρίβουμε αριστερά για Αγ. Ισίδωρο (δεξιά ο δρόμος κατευθύνεται προς Λαγκάδα και Καρκινάγρι). Στα 11.5 χλμ. ακριβώς φτάνουμε μπροστά στο εκκλησάκι που είναι χτισμένο μέσα σε δάσος από δέντρα πουρναριών. Μικροσκοπικός, ασβεστωμένος και πλακοσκέπαστος ο ναΐσκος, έχει ανεγερθεί το 1919. Η θέση του είναι ένα υπέροχο μπαλκόνι, με θέα στο Αιγαίο και στις κατάφυτες πλαγιές. Τσιμεντένιοι πάγκοι και τραπεζάκια στη σκιά των πουρναριών και δυο τεράστια καζάνια στο πίσω μέρος της εκκλησούλας θυμίζουν τη γιορτή του Αγίου Ισίδωρου στις 14 του Μάνη, καθώς και το γλέντι που ακολούθησε.

Μια πηγή με πλούσια ροή μας ξεδιψάει με δροσερό βουνίσιο νερό. Δυο πινακίδες δείχνουν τις κατηφορικές διαδρομές προς Καρκινάγρι και Τραπάλου, ενώ μια τρίτη πολύ φθαρμένη, δείχνει την ανηφορική πορεία ΒΑ προς την κορυφή Μέλισσα. Αποφασίζουμε ν’ ακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή. Ξεκινάμε από υψόμετρο 770 μέτρων με ήπιο ανήφορο και κατατοπιστική σήμανση μέσα σε δάσος πουρναριών. Με κανονικό ρυθμό φτάνουμε σε 12 λεπτά σε οροπέδιο, στους πρόποδες των κορυφών Προβατοκεφάλα και Μέλισσα, σε υψόμετρο 840 μέτρων.

Ακολουθούμε στενό χωματόδρομο, που σε λίγα λεπτά τερματίζει ε μια στάνη. Κόκκινη σήμανση και πορεία Α. Σε λίγο τα σημάδια ξεθωριάζουν και γίνονται ασαφή. Χάνεται η κορυφή πίσω από έναν λόφο, η γενική κατεύθυνση όμως είναι απόλυτα προφανής. Το τοπίο είναι σπαρμένο με αναρίθμητους βράχους, που μας εντυπωσιάζουν με τα παράξενα σχήματα αλλά και τον σπάνιο τρόπο, που κάποιοι απ’ αυτούς ισορροπούν στο έδαφος μετά τις γεωλογικές διεργασίες του παρελθόντος.

Με μικρές παλινδρομήσεις εξαιτίας της ασαφούς σήμανσης φτάνουμε σε 38 λεπτά ακριβώς (50 συνολικά από Αγ. Ισίδωρο) στην κορυφή Μέλισσα, σε υψόμετρο 1011 μέτρων. Έχουμε ωραία θέα σ’ ένα μεγάλο τμήμα της Ικαρίας, ο μακρινός όμως ορίζοντας του πελάγους είναι κρυμμένος στην καταχνιά. Πού και πού μας βρίσκουν αραιές σταγόνες βροχής.

Επιστρέφουμε στον Αγ. Ισίδωρο, ανεφοδιαζόμαστε με δροσερό νερό και ξεκινάμε για Λαγκάδα και Καρκινάγρι στρίβοντας, στα 1.3 χλμ. από το εκκλησάκι, αριστερά. Πάνω στα γυμνά υψίπεδα αρχίζει μια καταπληκτική χωμάτινη διαδρομή, που σκαρφαλώνει σε αυχένες με υψόμετρα 850 μέτρων. Συναντάμε μάντρες με τις χαρακτηριστικές μεγάλες, λείες και όρθιες πλάκες, περίτεχνα ενσωματωμένες στην καλοφτιαγμένη ξερολιθιά. Είναι μια εξαίρετη τεχνική, που οπωσδήποτε βελτιώνει την στατικότητα της μάντρας. Η θέα είναι απεριόριστη παντού. Κάποτε στο μέλλον, όταν θα ασφαλτοστρωθεί αυτός ο δρόμος, θα είναι στην Ικαρία μια από τις πιο δημοφιλείς ορεινές διαδρομές.

Στα 4.7 χλμ. εγκαταλείπουμε το κεντρικό δίκτυο και στρίβουμε δεξιά για Λαγκάδα. Μια πινακίδα σε κορμό διαφημίζει την ταβέρνα «ΟΑΣΙΣ».

-Θα ήταν απίστευτο θαύμα, αν βρίσκαμε στην ακατοίκητη Λαγκάδα ταβέρνα ανοιχτή, λέω στην Άννα. Και μάλιστα τούτη την προχωρημένη μεσημεριάτικη ώρα, που κάθε υγιής οργανισμός έχει δικαίωμα να πεινάει.

Στη διαδρομή μας για Λαγκάδα ανοίγουμε μια «ποριά» (συρμάτινη πόρτα που απαγορεύει την είσοδο στα ζώα) και σε 700 μέτρα φτάνουμε στην πλατεία της εκκλησίας της Παναγίας. Ρεματιά με νερό, σκιερά πλατάνια, τσιμεντένια τραπέζια και πάγκοι όπως στον Αγ. Ισίδωρο και στο κέντρο της πλατείας μεγάλη πίστα χορού. Τα γλέντια στην Ικαρία καλά κρατούν. Μια μαρμάρινη στήλη μπροστά στην εκκλησούλα αναφέρει ένα απόσπασμα από την «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΙΚΑΡΙΑΣ» του Ιωάννου Μελά: «ΛΑΓΚΑΔΑ, Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ ΙΚΑΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΕΩΣ».

στο βραβευμένο με έπαινο από την Ακαδημία Αθηνών δίτομο έργο του σπουδαίου αυτού Ικαριώτη βρίσκουμε ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στη Λαγκάδα, που την χαρακτηρίζει «Κιβωτό της Ικαριακής επιβιώσεως». Σύμφωνα λοιπόν με τον Μελά η περιοχή της Λαγκάδας, απομονωμένη ανάμεσα σε ορεινές διακλαδώσεις «απετέλεσαν ανέκαθεν ένα εντελώς χωριστόν κόσμον, όχι μόνον της νήσου και του όλου αιγαιατικού χώρου αλλά και μιαν από τας μοναδικάς περιπτώσεις του όλου Ελληνισμού… Διότι, μέχρι και προ πενήντα ακόμη ετών, όχι μόνον συνεχίζοντο αναλλοίωτα τα ήθη των παναρχαίων οικιστών αλλά ωμιλείτο σχεδόν ανόθευτος η αρχαία ιωνική λαλιά, με τας ολιγωτέρας παραφθοράς που υπέστη η εθνική μας γλώσσα, οπουδήποτε αλλού της ελληνική γης… Ποιμένες και χωρικοί, που δεν είχαν διαβή το κατώφλιον σχολείου, διελέγοντο εδώ με το λεκτικόν παμπαλαίων προγόνων, «Εώρακας τας φυράς (πορφυράς) αίγας;» ηρώτα ο χωρικός που είχεν εξέλθει προς αναζήτησιν των αίγων του. Και ελάμβανε την απάντησιν: «Εώρακά τας και ήσαν εις τον υψώνα».

…Όπως ήτο διαμορφωμένον το αθέατον τοπίον της Λαγκάδας, κανείς δεν ήτο δυνατόν να υποπτευθή, ότι εις την επιφάνειαν της κοιλάδος και υπο την σκέπην της βλαστήσεως έζη ένας απίθανος και πυκνός πληθυσμός, που ήτο εις την μεγάλην του ασφαλώς πλειοψηφίαν η αδιάσπαστος συνέχεια των αρχαίων Ιώνων οικιστών».

Και καταλήγει ο Μελάς: «Σήμερον ευρίσκονται πλέον εκεί ελάχιστοι αφωσιωμένοι οικιστάς και η ουσιαστικώς εγκαταλελειμμένη κοιλάς έχει μεταβληθή εις καλλιεργητικόν χώρον και θέρετρον των κατοίκων του Καρκιναγρίου, απογόνων των αρχαίων κατοίκων της. Την ημέραν μόνον της 15ης Αυγούστου, που εορτάζει το ναΐδριον της Κοιμήσεως, το κοίλωμα της Λαγκάδας μεταβάλλεται εις εφήμερον κυψέλων ζωής, δια να επανεύρη και πάλιν, την εσπέραν της ίδιας ημέρας, την γνώριμον και καταθλιπτικών όψιν της ερημώσεως».

Μιας ερήμωσης, βέβαια, που βιώνουμε κι εμείς, αφού στην πλατεία είμαστε ολομόναχοι. Κι ούτε έχουμε την δυνατότητα να διακρίνουμε τα σπίτια του χωριού, αφού, όποια και όσα υπάρχουν, είναι εξαφανισμένα πίσω από βλάστηση πυκνή. Μόνον στην άκρη της πλατείας είναι εμφανής η παρουσία της «Όασης», της ταβέρνας της Λαγκάδας. Μιας ταβέρνας κατάκλειστης, χωρίς ίχνος ζωής. Μόνον στη φαντασία μας δημιουργούνται εικόνες με ανθρώπους στα τραπέζια και σερβιτόρους, ψησταριές και κάρβουνα με τσίκνες γαργαλιστικές από ντόπια κρεατικά.

Νά όμως, που ξαφνικά παύουμε να είμαστε ολομόναχοι. Ένα αγροτικό αυτοκίνητο σταματάει στην πλατεία. Βγαίνει από μέσα ένας Ικαριώτης γενειοφόρος. Δεν είναι άλλος από τον Μανώλη Πλάκα, τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας. Που, δυστυχώς, δεν ήρθε για ν’ ανοίξει το μαγαζί αλλά για να ρίξει μια ματιά στις καλλιέργειες του περιβολιού του.

-Νωρίς βρεθήκατε στον τόπο. Αρχές Ιούλη έπρεπε ναρθείτε, τότε που ανοίγει το μαγαζί. Όση ζέστη και νάχει στις παραλίες εδώ πάνω, στη σκιά των πλατανιών, είναι όαση. Και το Ικαριώτικο κατσικάκι δεν θα το ξεχάσετε ποτέ.

Δεν μοιάζει να έχει άδικο ο Μανώλης. Χτισμένη σε υψόμετρο 700 μέτρων η Λαγκάδα είναι ένας δροσερός ορεινός οικισμός, αθέατος μέσα σε πυκνά δάση κάθε είδους δέντρων. Ψηλότερα, στα 957 μέτρα, ορθώνεται η απότομη κορυφή Κράμπη.

-Και τώρα που θα πάτε; Ρωτάει ο Μανώλης.

-Λέμε να πάρουμε το μονοπάτι ως τους Βρακάδες.

-Είναι ωραίο και σηματοδοτημένο, δεν θα το χάσετε. Πριν βγείτε απ’ το χωριό θα συναντήσετε παλιά σπίτια και το πέτρινο εκκλησάκι του Αη – Γιάννη.

 

ΣΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΓΙΑ ΒΡΑΚΑΔΕΣ

Πίσω από την εκκλησία της Παναγίας ακολουθούμε τα σημάδια με κατεύθυνση Β – ΒΑ. Σε δυο λεπτά φτάνουμε σε κοίτη ρυακιού. Ανάμεσα στις πέτρες κελαρύζει κρυστάλλινο νερό. Κισσοί, πλατάνια και κλιματσίδες, καστανιές και κουμαριές, άριες, πουρνάρια, ανθισμένα σπάρτα και λαδανιές. Δεν είμαστε σε βοτανικό κήπο αλλά στην Ικαρία, σε αιγαιοπελαγίτικο νησί. Ξαφνικά ξεσπάει μπόρα δυνατή. Από ώρα είχε μαυρίσει ο ουρανός. Βρίσκουμε καταφύγιο κάτω απ’ τα πυκνά φυλλώματα μια άριας αιωνόβιας. Ας ξαποστάσουμε και λίγο, απ’ το πρωί τρέχουμε συνεχώς. Σε λίγα λεπτά η μπόρα σταματάει, ξαναρχίζουν να τιτιβίζουν τα πουλιά. Απομένουν οι δροσοσταλίδες στα φύλλα κι η ευωδιά της μουσκεμένης γης. Ονειρεμένος τόπος η Λαγκάδα. Αν κατοικείτο, θα ήταν ένα από τα ωραιότερα χωριά.

Μπαίνουμε σε μονοπάτι σκιερό και χωμάτινο που σε τρία λεπτά μας βγάζει σ’ ένα κατάφυτο ξέφωτο. Πρωταγωνιστής εδώ είναι το εκκλησάκι του Αη – Γιάννη, με την περίτεχνη τοιχοποιΐα του από σκούρα πέτρα. Αμέσως μετά ξεχωρίζουν ανάμεσα στα δέντρα κάποια κυπαρίσσια. Μερικά μέτρα πιο πάνω προβάλλει η πέτρινη η πέτρινη σιλουέττα ενός σπιτιού. Αρκετές πλάκες λείπουν από τη στέγη, στο σύνολό του όμως το σπίτι διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση, που μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε την περίτεχνη αρχιτεκτονική και τις κατασκευαστικές του λεπτομέρειες. Πανέμορφο φουρνάκι, μεγάλη κόγχη τζακιού με εξαίρετη στρόγγυλη καμινάδα, θέσεις στους τοίχους για διάφορα αντικείμενα. Ένας μεσότοιχος χωρίζει το δεύτερο δωμάτιο, ενώ μια εξωτερική πέτρινη σκάλα οδηγεί στο ανώφλι. Το πάτωμα είναι παμπάλαιο, από χοντρά μισοκατεστραμένα σανίδια, ενώ η σκεπή εσωτερικά είναι επενδεδυμένη με καλαμωτή που έχει υποστεί αρκετές φθορές. Ειν’ ένα λιτό, ομορφοχτισμένο σπιτικό, ολότελα αθέατο πίσω απ’ τα πυκνά δέντρα και τους βράχους. Λίγο πιο πάνω συναντάμε άλλη μια κατοικία με επισκευασμένη κεραμοσκεπή. Ανοίγουμε μια «ποριά» (συρμάτινη πόρτα) και συνεχίζουμε σε ανηφοράκι. Το μονοπάτι έχει στο πλάι του βαριά ξερολιθιά. Είναι η περίφημη μακρότατη περίφραξη, που έχτισαν με μεγάλο κόπο οι παλιοί Λαγκαδιώτες για να προφυλάξουν την επικράτεια του χωριού τους απ’ τις επιδρομές των κατσικιών.

Διασχίζουμε δάσος πουρναριών, κάτω από μια φυσική αψίδα, σκιερή και δροσερή. Είναι αληθινή ευτυχία να βαδίζουμε αυτό το υπέροχο μονοπάτι, ένα από τα ειδυλλιακότερα που μπορεί να επιθυμήσει ένας πεζοπόρος. Φτάνουμε σε αυχένα σε υψόμετρο 760 μέτρων κι αρχίζουμε να κατηφορίζουμε ελαφρά. Θάπρεπε θεωρητικά να ατενίζουμε το πέλαγος. Τα πυκνά σύννεφα, ωστόσο, που αναδύονται συνεχώς από την επιφάνεια του νερού, εμποδίζουν οποιαδήποτε οπτική επαφή μας με τον θαλάσσιο ορίζοντα.

Αντικρύζουμε χαμηλότερα, στην κατεύθυνση της πορείας μας, ένα κτήμα επικλινές με μικρή ασβεστομένη εκκλησία, αγροτικό σπίτι και διαδοχικές πεζούλες με αμπελάκια. Αναρίθμητα ανθισμένα σπάρτα χρωματίζουν κίτρινη όλη την πλαγιά. Για πρώτη φορά αποκαλύπτεται, μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω, το ελικοειδές χωμάτινο οδόστρωμα, που οδηγεί στο Καρκινάγρι. Επιτέλους εμφανίζεται και η θάλασσα. Μπαίνουμε για λίγο στο περιφραγμένο κτήμα. Μικροσκοπικό εκκλησάκι με ταπεινό ξύλινο τέμπλο ζωγραφιστό. Πέτρινο αγροτόσπιτο με καλή τοιχοποιΐα αλλά ακατοίκητο. Περιδιαβαίνουμε για λίγο μέσα στον λουλουδότοπο. Η ευωδιά των σπάρτων μας τυλίγει βαριά και μεθυστική.

Κατηφορίζουμε ελαφρά για Βρακάδες. Μεγάλος οικισμός, χτισμένος αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 600 περίπου μέτρων, με εποπτική θεά στο πέλαγος. Εκτός από μερικά παλιά πετρόχτιστα ή αρχιτεκτονική του χωριού είναι αδιάφορη. Λιγόλεπτη περιήγηση και ξεκινάμε πάλι τον δρόμο της επιστροφής. Καθόλου δεν μας ενοχλεί αυτή η παλινδρόμηση. Στο γλυκό Μαγιάτικο απόγευμα θάχουμε τη χαρά να ξανακάνουμε αυτή την τόσο ωραία διαδρομή. Που με χαλαρό ρυθμό δεν ξεπερνάει τη μια ώρα.

 

ΚΑΡΚΙΝΑΓΡΙ. ΠΡΩΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ

Στους δρόμους απ’ το πρωί, με πεζοπορία, μπόλικη σκόνη και ελάχιστη τροφή, θα’ πρεπε θεωρητικά να επιζητούμε επιστροφή και χαλάρωση στη βάση μας. Αντί γι’ αυτό, συνεχίζουμε την κατηφόρα για Καρκινάγρι. Αυτός ο τόπος, ο πιο απόμακρος και μοναχικός στην Ικαρία, μας τραβάει με τη δύναμη μαγνήτη. Άλλωστε, μετά τα ολοήμερα καταπράσινα τοπία, αποζητούμε τον γαλανό πελαγίσιο ορίζοντα και λίγη αύρα θαλασσινή.

Κατηφορίζει ο καλός χωματόδρομος μέσα σε απέραντο δάσος πουρναριών. Η θέα στη θάλασσα είναι συνεχείς. 9 περίπου χιλιόμετρα μετά την Λαγκάδα, λίγο πριν την κεραία της κινητής τηλεφωνίας, προβάλλει χαμηλά το Καρκινάγρι και, ω του θαύματος, αρχίζει η άσφαλτος. Περνάμε τον μικρό οικισμό του Κάλαμου και μπαίνουμε πια στο παραθαλάσσιο ασφάλτινο δίκτυο, που σε 5 περίπου χιλιόμετρα μας φέρνει στο Καρκινάγρι. Αν κάποιος προσδοκά να συναντήσει εδώ την παραδοσιακή Ικαριώτικη αρχιτεκτονική με την πλάκα και την πέτρα, μάλλον θα απογοητευθεί. Στο σύνολό του σχεδόν το Καρκινάγρι είναι νέος οικισμός, που κατοικήθηκε τις τελευταίες πεντέξι δεκαετίες από κατοίκους της Λαγκάδας, μικρών ορεινών συνοικισμών και παραθαλάσσιων χωριών της δυτικής ακτογραμμής. Ωστόσο, αυτή την οικιστική γραφικότητα που του λείπει, την αναπληρώνει ο τόπος με την ωραία του αμφιθεατρική τοπογραφία πάνω από τη θάλασσα αλλά ακόμη και με το εντυπωσιακό τοπίο από απόκρημνους και βραχώδεις ορεινούς όγκους, που ορθώνονται σαν απροσπέλαστο φυσικό τείχος από τα Β και Α.

Δρομάκια με λουλουδιασμένες αυλές μας οδηγούν πολύ γρήγορα στην μικρή πλατεία, μερικές δεκάδες μέτρα απ’ την ακτή. Εδώ συναντάμε τους πρώτους ανθρώπους του χωριού, που ανταποδίδουν πρόσχαρα τον χαιρετισμό μας. Δυο ταβέρνες, ο «Καράκας» και ο «Πέρκας», βρίσκονται η μια δίπλα στην άλλη. Καθόμαστε στα υπαίθρια τραπέζια του Καράκα, μερικά μέτρα πάνω από το κύμα. Ώρα δειλινού, ησυχασμένη η θάλασσα, μόλις που αφρίζει στους βράχους της ακτής. Αφήνουμε τα μάτια μας να πλανηθούν στο πέλαγος. Πανέμορφα είναι τα Ικαριώτικα βουνά αλλά κι η θάλασσα έχει τη δική της γοητεία.

Φρέσκες γόπες, φάβα εξαιρετική και φασόλια φούρνου, βραστός μάραθος και κουκιά, πιάτο πρωτόγνωρο, ασυνήθιστο. Λευκό κρασάκι ντόπιο. Όλα είναι ωραία. Ιδιαίτερα μετά την ολοήμερη σχεδόν αποχή από τροφή.

Νυχτώνει. Ένας ξαφνικός σορόκος ψυχραίνει την ατμόσφαιρα, ρυτιδώνει τα νερά. Θα’ ταν ιδανική κατάληξη να περάσουμε τη νύχτα σ’ ένα από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, εδώ στο Καρκινάγρι. Το επόμενο πρωί όμως πρέπει να βρισκόμαστε στο ορμητήριό μας. Το πλάνο είναι πολύ απαιτητικό, μας περιμένει το θρυλικό Φαράγγι της Χάλαρης.

Με βαριά καρδιά ξαναμπαίνουμε στο σκονισμένο αυτοκίνητο, που έμελλε να σκονιστεί ακόμη περισσότερο. Έχω την φαεινή ιδέα, αντί για την επιστροφή από τα ορεινά, ν’ ακολουθήσουμε την παραθαλάσσια διαδρομή, παράλληλα με την δυτική ακτογραμμή.

-Μέχρι τον οικισμό του Νά είναι μόλις 23 χλμ. λέω στην Άννα. Σ’ ένα 5λεπτο από κει θα είμαστε στο ξενοδοχείο.

Μετά τα 5 πρώτα ασφάλτινα χιλιόμετρα η περίοδος χάριτος τελειώνει, αρχίζει ο χωματόδρομος. Έχω κατά καιρούς οδηγήσει σε δρόμους πολύ πιο κακοτράχαλους, τούτος εδώ όμως, κατάσπαρτος όπως είναι με νεροφαγώματα και λακούβες, αποδεικνύεται εξαιρετικά ενοχλητικός και αντιπαθής. Μια κατάσταση, που χειροτερεύει με το σκοτάδι.

Πάνω από μια ώρα κρατάει το ταρακούνημα. Περνάμε από οικισμούς μικρούς, με ελάχιστα δείγματα ζωής. Κάποτε πληθαίνουν τα φώτα, συναντάμε και αυτοκίνητα, κάποια μαγαζιά ανοιχτά. Είναι μερικές από τις ταβέρνες και τα καταλύματα του Νά, που ήδη προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους επισκέπτες του νησιού.

 

ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΗΣ ΧΑΛΑΡΗΣ

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Στην καθιερωμένη πια και τόσο επιθυμητή πρωινή συνάντηση με τον Καλοκαιρινό, πίνουμε τον καφέ μας στο καφενεδάκι της πλατείας του Χριστού, κάνουμε μια μικρή ανασκόπηση για τα πεπραγμένα και προγραμματίζουμε τα μελλούμενα.

-Βλέπω πως το έχετε πάρει πολύ ζεστά, μας επαινεί ο φίλος μας. Σήμερα, πάντως, σας συνιστώ να κάνετε το Φαράγγι της Χάλαρης με τρόπο Ικαριώτικο, δηλαδή «χαλαρά».

Στον χάρτη του ο Καλοκαιρινός χαρακτηρίζει την διαδρομή των 12 χλμ. στο φαράγγι «μεγάλη και δύσκολη με απαιτήσεις και ανταμοιβές». Και συνεχίζει: «Η Χάλαρη είναι ίσως η μεγαλύτερη σε μήκος και έκταση χαράδρα ποταμού συνεχούς ροής των νησιών του Αιγαίου (εξαιρουμένων της Εύβοιας και Κρήτης). Ωστόσο, είναι ένα «νησιώτικο φαράγγι», που δεν ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα και δεν τρομάζει. Αυτός όμως δεν ισχύει όταν βρέχει τους χειμωνιάτικους μήνες. Τότε η Χάλαρη φουσκώνει και δικαιώνει απόλυτα το όνομά της, που, ίσως όχι τυχαία, είναι γένους θηλυκού και σημαίνει «χείμαρρος ξεθεμελιωτής». Πηγάζει από δυο ευρύχωρες αμμώδεις λεκάνες ψηλά στα βουνά, την Εριφή και το Πέζι και έχει τόσο νερό, ώστε ακόμη και μετά την κατασκευή του φράγματος, ο ποταμός δεν στερεύει εντελώς το καλοκαίρι».

Αφήνουμε το αυτοκίνητό μας στην έξοδο του φαραγγιού, πάνω από την παραλία του Νά. Ο Άγγελος μας μεταφέρει στο γνωστό μας φράγμα της Χάλαρης. Η σηματοδότηση αρχίζει κάτω από το δρόμο, σε υψόμετρο 710 μέτρων. Στις 10 το πρωί λοιπόν, με Β κατεύθυνση, ξεκινάμε το μονοπάτι. Γρήγορα συναντάμε τσιμεντένιο αγωγό, που κατασκευάστηκε για να μεταφέρει από το φράγμα νερό στους οικισμούς. Βαδίζουμε για λίγο στο τσιμεντάκι και μπαίνουμε σε πευκοδάσος. Η σήμανση είναι πυκνή, σε κάποια όμως σημεία χρειάζεται προσοχή. Ένα 20λεπτο μετά περνάμε δίπλα από αγροτική εγκατάσταση, που περιλαμβάνει μάντρα με ωραία ξερολιθιά κι ένα περίτεχνο, πέτρινο αγροτόσπιτο. Πιο κάτω συναντάμε τον καινούργιο ασφαλτόδρομο προς Κουνιάδους και Βρακάδες. Σε 40 περίπου μέτρα ξαναβρίσκουμε το μονοπάτι και κατηφορίζουμε προς το φαράγγι.

Αποκαλύπτεται μια θεαματική χοάνη του φαραγγιού με μικρούς καταρράκτες και βραχώδη συγκροτήματα. Μια πινακιδούλα δεξιά δείχνει την κατεύθυνση προς τον γνωστόμας Προφήτη Ηλία. Έχουμε ήδη συμπληρώσει μια ώρα πορείας χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. 20 λεπτά μετά βρισκόμαστε μπροστά στην γνώριμη – από την πρώτη μέρα – τριπλή πινακίδα, πριν από την διακλάδωση προς τον καταρράκτη Ραξούνια. Σήμερα βέβαια δεν στρίβουμε προς τον καταρράκτη αλλά συνεχίζουμε για «Διπόταμα».

Στις 11:35’ φτάνουμε σ’ ένα τοπίο βραχώδες, επιβλητικό. Κάτω χαμηλά αποκαλύπτεται η θέα ενός δεύτερου ποταμού, που κατηφορίζει βουερός απ’ τα δυτικά.

Αρχίζει συνεχής κατάβαση σε ελικοειδές κακοτράχαλο μονοπάτι. Δεν είναι επικίνδυνο αλλά απαιτεί κάποια προσοχή και εξοικείωση σε συνθήκες βουνού, ενώ οι αντιολισθητικές σόλες θεωρούνται απαραίτητες. Στις 12 το μεσημέρι, δυο ώρες μετά την αναχώρησή μας, η φύση μας ανταμείβει πλουσιοπάροχα. Βρισκόμαστε στην κοίτη του φαραγγιού, στην περίφημη τοποθεσία «Διπόταμα», σε υψόμετρο 270 μέτρων. Καταρράκτες μικροί και άλλοι που φτάνουν σε ύψος 10 μέτρων, λιμνούλες με κρυστάλλινα νερά, οι ωραιότερες φυσικές πισίνες που μπορεί να ονειρευτεί κανείς. Οι ντόπιοι τις ονομάζουν «αγγελολιβάδες» και «λιβάδες». Γύρω από την κοίτη βράχοι εκπληκτικοί, με μεγάλες φιλικές επιφάνειες λειασμένες από την προαιώνια δράση του νερού.

Πλατάνια, κουμαριές, πεύκα και πουρνάρια, θάμνοι, λουλούδια και πουλιά συμπληρώνουν αυτό τον νεραϊδότοπο. Λίγα μέτρα πιο κάτω συναντιούνται για πρώτη φορά τα δυο ποτάμια του φαραγγιού και με κοινή ροή συνεχίζουν την πορεία τους προς τον Νά.

«Σ’ αυτό το σημείο να μείνετε όσο θέλετε», μας είχε πει ο Άγγελος το πρωί. «Θαυμάστε το τοπίο, τολμήστε μια βουτιά στο παγωμένο νερό, ανακτήστε δυνάμεις για τη συνέχεια της διαδρομής»

Μια λιμνούλα μπροστά μας εκπέμπει σαγήνη μοναδική. Έχει έκταση αρκετών τετραγωνικών και βάθος τουλάχιστον δύο μέτρων. Στη μια της άκρη καταλήγει με πάταγο ένας μεγάλος καταρράκτης. Έτσι όπως ανανεώνονται διαρκώς, τα νερά της είναι κρυστάλλινα, παγωμένα. Η πρόκληση, ωστόσο, είναι μεγάλη, ακατανίκητη. Αδύνατον ν’ αντισταθώ. Καλή προθέρμανση λοιπόν, σύντομη ψυχική προετοιμασία και βουτιά. Το παγωμένο νερό μου κόβει την ανάσα. Το σοκ είναι φοβερό, χρόνια είχα να νιώσω έτσι. Κι ούτε έχω ιδέα πόσο μπορεί ν’ αντέξει η καρδιά. Σπεύδω λοιπόν να βγω στον ήλιο και στην λεία επιφάνεια των βράχων. Η αίσθηση είναι μαγική. Σαν να εξαφανίστηκαν ξαφνικά από πάνω μου όλες οι τοξίνες, σωματικές, πνευματικές και ψυχικές. Με χρόνο στη διάθεσή μας και με κάποιες προμήθειες θα μπορούσαμε να μείνουμε σ’ αυτό τον παράδεισο όλη την υπόλοιπη μέρα και τη νύχτα.

Στις 12:40 εγκαταλείπουμε τα Διπόταμα. Πηδάμε εύκολα την κοίτη και περνάμε στην αριστερή όχθη του ποταμού. Ακολουθώντας με προσοχή τα σημάδια, διασχίζουμε χωρίς δυσκολίες το ποτάμι, άλλες τρεις φορές. Δεν ξέρω όμως πως θα ήταν μιαν άλλη εποχή με περισσότερο νερό. Μερικές εκατοντάδες μέτρα ψηλότερα, στα ΝΑ, μας γνέφει ένας διάσημος γνώριμος, ο μεγάλος καταρράκτης Ραξούνια.

Στις 13:00 φτάνουμε σ’ ένα βραχώδες πέρασμα, που για να το κατεβούμε χρησιμοποιούμε δυο υποβοηθητικά σχοινιά λίγων μέτρων και μια διπλή σιδερένια σκάλα στερεωμένη στο βράχο. Δεν απαιτούνται ειδικές αναρριχητικές ικανότητες αλλά μια αποδεκτή φυσική κατάσταση και μια κάποια εξοικίωση σε δύσβατα μονοπάτια.

Για μερικά μέτρα ανηφορίζουμε στην επικλινή αλλά καθόλου ολισθηρή επιφάνεια ενός μεγάλου βράχου, με σηματοδότηση λίγο ξεθωριασμένη από τον ήλιο και ασαφή.

Πιο πάνω συναντάμε μονοπάτι χτιστό στο χείλος της πλαγιάς. Σ’ ένα σημείο διχάζεται η διαδρομή. Στην ευθεία οδηγεί προς Προεσπέρα ενώ δεξιά κατηφορίζει στο φαράγγι.

Στις 13:30 βρισκόμαστε μπροστά στο επιβλητικό πέτρινο γεφύρι της Λουπάστρας. Η κατασκευή του είναι ισχυρότατη και στηρίζεται σε δυο αντικριστούς βράχους, πάνω από την κοίτη του ποταμού. Στο σκιερό παραπέτο του γεφυριού χαρίζουμε στους εαυτούς μας μια στάση χορταστική. Έχουμε ήδη διανύσει τη μισή διαδρομή, την «Άνω Χάλαρη», που ο Καλοκαιρινός χαρακτηρίζει «μυστηριώδη» και «περιοχή ανέκαθεν για λίγους».

Στις 13:50 εγκαταλείπουμε αυτό τον τελευταίο παράδεισο. Μας υποδέχεται ανηφορικό καλντερίμι, απόλυτα εκτεθειμένο στον καυτό ήλιο του μεσημεριού. Συρματόπορτα. Στο έδαφος σιδερένια πινακιδούλα, με κατεύθυνση αριστερά προς «NAS» (δεξιά το μονοπάτι ανηφορίζει προς Ράχες). Πευκοδάσος αλλά στη συνέχεια φαρδειά άχαρη διάνοιξη, ανηφορική, με ελάχιστη ομορφιά.

Στις 14:30, μετά από τόσο ανήφορο και ήλιο, ανασαίνουμε βαθειά. Φτάνουμε σε πλάτωμα με σύνθετη πινακίδα, ξαναβρίσκουμε στενό, γνήσιο μονοπάτι σε πευκοδάσοσο με σκιά. Μισή ώρα αργότερα συναντάμε τα πρώτα ελιόδεντρα σε υψόμετρο 200 περίπου μέτρων. Μια πηγούλα σταλάζει δροσερό νερό. Με υπομονή γεμίζουμε δυο κυπελάκια.

Με πινακίδες κατηφορίζουμε και πάλι στην κοίτη του ποταμού. Λιμνούλες και πάλι, ιδανικές για κολύμπι, πλατάνια, σκλήθρα και πικροδάφνες. Ειδυλλιακό το τοπίο αλλά δεν έχει την μεγαλοπρέπεια των Διπόταμων.

Στις 16:00, 6 ώρες ακριβώς μετά την αναχώρησή μας, βρισκόμαστε μπροστά στην μεγάλη πινακίδα, που σηματοδοτεί την αρχή του φαραγγιού. Ένα ταβερνάκι στον Να, με θέα στη θάλασσα, είναι ανοιχτό. Δυο παγωμένες πορτοκαλάδες είναι ό, τι χρειαζόμαστε.

 

ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΚΑΡΚΙΝΑΓΡΙ

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΣΙΔΩΡΟΥ

 

Θα ήταν απόλυτα λογικό – και επιβεβλημένο – μετά την 6ωρη πορεία να επιστρέφαμε στο ξενοδοχείο μας για ντους και χαλάρωση στη δροσιά του μπαλκονιού. Εμείς, ωστόσο, έχουμε το μυαλό μας στο Καρκινάγρι. Μετά την νυχτερινή διάσχιση, θέλουμε ν’ «απολαύσουμε» τον φοβερό χωματόδρομο και με το φως της μέρας. Που μας αποκαλύπτει μικρούς γραφικούς οικισμούς, ένα πέτρινο σπιτάκι χτισμένο κυριολεκτικά κάτω από πελώριο βράχο και, 11 χλμ.. μακρυά από τον Να, το εκπληκτικής αρχιτεκτονικής και τοποθεσίας μοναστηράκι του Μαυριανού. Σε μεγάλα τμήματα ο δρόμος περνάει πάνω από την απόλυτα αφιλόξενη δυτική ακτογραμμή. Οι εργασίες διάνοιξής του βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. Δεν θα αργήσει η μέρα προ το απόμακρο Καρκινάγρι θα γίνει πιο προσιτό για ντόπιους και επισκέπτες.

Το βράδυ στην ταβέρνα η γευστική έκπληξη προέρχεται από φέτες σμέρνας τηγανιτής. Αληθινά υπέροχος μεζές.

Πολύ πρωί πίνουμε τον καφέ μας στο μπαλκόνια του καταλύματός μας, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια «ΚΑΒΟ ΠΑΠΠΑΣ». Λίγο μετά τις 7 το επιδοτούμενο καραβάκι της γραμμής πιάνει στον τσιμεντένιο μώλο, παίρνει μερικούς ανθρώπους – μαζί και τον παπά- και σαλπάρει για Αγ. Κήρυκο. Λίγο αργότερα συναντάμε στο καφενείο τον Αντιδήμαρχο Στέλιο Βατούγιο, από το Καρκινάγρι. Έχει την καλοσύνη να μας μεταφέρει με το αυτοκίνητό του στον Αγ. Ισίδωρο, στην αρχή του μονοπατιού προς Καρκινάγρι.

Από τα πρώτα κιόλας βήματα γίνεται αντιληπτή η κατασκευαστική αρτιότητα και υψηλή αισθητική της λιθόστρωτης στράτας που οδηγεί στο Καρκινάγρι. Τεράστιες πλάκες, μεγάλου βάρους και απόλυτα επίπεδες, είναι άριστα συναρμοσμένες μεταξύ τους και – τηρουμένων των αναλογιών – φέρνουν στο νου καυκλώπειες κατασκευές των αρχαίων μας προγόνων. Όλες οι αρετές των παλιών μαστόρων, η εμπειρία κι η υπομονή τους, απεικονίζονται σε κάθε μέτρο, σε κάθε λεπτομέρεια του λιθόστρωτου, στις σοφές κλίσεις, στις στροφές, στην απόλυτη ασφάλεια αλλά και στο ξεκούραστο βάδισμα που παρείχε σε ανθρώπους και υποζύγια και εξακολουθεί να εξασφαλίζει το λιθόστρωτο στους σημερινούς περιπατητές. Ενδεχομένως είναι η ωραιότερη λιθόστρωτη στράτα που έχουμε βαδίσει μέχρι τώρα.

Εξίσου εντυπωσιακά είναι και τα τοπία που συνεχώς αποκαλύπτονται στα μάτια μας: απέραντα δάση καταπληκτικών πουρναριών, επιβλητικά βραχώδη συγκροτήματα αλλά και θέα μακρινή στο πέλαγος και στις αντικρινές βουνοπλαγιές.

Μια περίπου ώρα μετά την αναχώρησή μας πρωτοφαίνεται το χωριό. Μια πινακίδα δεξιά οδηγεί προς «Μαγκουράτο». Σε υψόμετρο 200 μέτρων, ανάμεσα στα πουρνάρια, εμφανίζονται τα πρώτα ελιόδεντρα. Τρία σκυλάκια μας καλωσορίζουν με χαρούμενα γαυγίσματα. Να κι ένα παλιό αγροτικό πετρόχτιστο. Φραγκοσυκιές, πικροδάφνες, πεζούλες και αμπελάκια. Πλατάνια. Ρυάκι με πεντακάθαρο νερό. Τόπος πολύ ειδυλλιακός.

Σε 1 ώρα και 30΄ με χαλαρούς ρυθμούς, ο εξαίσιος περίπατος παίρνει τέλος. Μας υποδέχονται τα πρώτα σπίτια του χωριού και οι τσιμεντόδρομοι. Η μαγεία του λιθόστρωτου έχει χαθεί.

Ξεκινάμε για «Τραπάλου» τον μικρό παραθαλάσσιο οικισμό ανατολικά απ’ το Καρκινάγρι. Μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω απ’ το χωριό προβάλλει το γραφικό εκκλησάκι της Παναγίτσας, πάνω από τη θάλασσα. Αποκαλύπτονται τοπία βραχώδη, τρομερά, με κοκκινωπούς βράχους, τόσο διαφορετικούς από τους γκρίζους των Ραχών.

4 χλμ. μετά το Καρκινάγρι προβάλλει ο μικρός οικισμός Τραπάλου, χτισμένος ελαφρά αμφιθεατρικά στον μοναδικό μέχρι τώρα κόλπο της βραχώδους ακτογραμμής. Ο δρόμος συνεχίζει για 4Χ4 ή για συμβατικά σκληροτράχηλα αυτοκίνητα. Θέλουμε να διαπιστώσουμε ως που έχει φτάσει η διάνοιξη του δρόμου μετά το Καρκινάγρι. Είναι αυτό το φιλόδοξο έργο, που όταν ολοκληρωθεί, θα ενοποιήσει το παραθαλάσσιο, περιμετρικό οδικό δίκτυο του νησιού. Στην προκειμένη περίπτωση θα ενωθεί το απομονωμένο – από τα ανατολικά – Καρκινάγρι με τον Μαγγανίτη και στη συνέχεια τον Αγ. Κήρυκο.

Μετά το Τράπαλον αποκαλύπτονται μερικά σπίτια σε πανέμορφο κολπίσκο με διάφανα νερά. Ήδη όμως ο δρόμος πλησιάζει στο τέλος του. 10 χλμ. ακριβώς από την πλατεία του Καρκιναγρίου τερματίζει. Μια μπουλντόζα του Στρατού, σκαρφαλωμένη στην πλαγιά συνεχίζει μέτρο-μέτρο την διάνοιξη προς τα ανατολικά. Ένα άλλο μηχάνημα, μια «τσάπα», είναι ήδη εγκατεστημένο στην άλλη άκρη της πλαγιάς, από την πλευρά του Αγ. Κήρυκου. Μια απόσταση μόιλις 300 μέτρων χωρίζει τα δύο μηχανήματα ως την τελική τους συνάντηση. Φωτογραφίζουμε την μπουλντόζα. Αργότερα στο μέλλον, όταν σ’ αυτό τον τόπο θα υπάρχει ασφαλτόδρομος, θα είναι μια φωτογραφία ιστορική.

Απομεσήμερο επιστρέφουμε στο Τραπάλον. Μπροστά στη θάλασσα βρίσκεται το ταβερνάκι της κυρά Καλλιόπης, η «Μουριά». Ένα υποτυπώδες λιμανάκι, μερικά μέτρα πιο κάτω, προσφέρει ελάχιστη προστασία σε δυο ψαρόβαρκες. Η σκιά όμως απ’ τις μουριές είναι για μας ιδιαίτερα προστατευτική.

– Καλησπέρα, τι θα επιθυμούσατε; μας ρωτάει μια κυρούλα ευγενικά. Είναι η κυρά-Καλλιόπη, που πολλοί μας την έχουνε παινέψει.

– Πρώτα απ’ όλα λίγο κρύο νερό, αν είναι δυνατόν.

– Μετά χαράς, λέει η κόρη της κυρά-Καλλιόπης, η Χριστίνα.

Επιστρέφει με μια κανάτα παγωμένο νερό. Είναι υπέροχο. Ένα πηγαίο νερό που κατεβαίνει ψηλά από το βουνό. Στα περισσότερα νησιά κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο.

– Μόνον γοπίτσες έχω σήμερα και μέλουνες, λέει η κυρα-Καλλιόπη. Είναι όμως φρέσκες.

Και αποδεικνύονται νοστιμώτατες, όπως και οι εκπληκτικές πατάτες, η σαλάτα, το δροσερό φωκιανό κρασί. Ένα γεύμα εξαίρετο, σε πανέμορφο τόπο, με φιλόξενους ανθρώπους. Όπως ο Γιώργος Φραδέλος, άντρας της Καλλιόπης και ο Θανάσης Φραδέλος, ο πρώτος του ξάδερφος.

– Σχεδόν όλοι στο χωριό είμαστε Φρασδέλοι, λέει ο Γιώργης. Από τους προπάτορές μας, που ήταν οι πρώτοι οικιστές.

Στα 65 του σήμερα ο Γιώργης είναι απόμαχος της θάλασσας. Το χειμώνα του 1986 ναυάγησε στον Βισκαϊκό. Έμεινε ώρες στα παγωμένα νερά, ώσπου να τον περισυλλέξουν. Δύο μόνον σώθηκαν απ’ τους 50 του πληρώματος. Τρία καράβια είχαν βουλιάξει σ’ εκείνη τη θαλασσοταραχή στην περιοχή…

Δροσερό αεράκι θαλασσινό. Αγκυροβολημένο αρόδο στον κόλπο, λικνίζεται ένα δικάταρτο ιστιοπλοϊκό. Οι επιβάτες του λιάζονται, ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα. Πανέμορφο το μικρό Τραπάλον. Η τέλεια απομόνωση, η τέλεια ηρεμία. Πολύ θα’ θελα να περάσω σ’ αυτόν τον ωραίο τόπο τη βραδιά. Και, γιατί όχι, δυο πλήρεις εβδομάδες διακοπών. Με ψαρέματα, πεζοπορίες και κολύμπι. Και λιτή ζωή, με κόσμο λίγο και εκλεκτό. Εδώ, άλλωστε, δεν φτάνει ο μαζικός τουρισμός, που τρελαίνει η ησυχία.

Ελάτε όποτε θέλετε, λέει πρόσχαρα η Χριστίνα. Σε μερικές μέρες τα δυο ενοικιαζόμενα θα’ ναι έτοιμα. Ως τότε, μπορούμε να σας φιλοξενήσουμε στο σπίτι μας.

– Κάποτε θαρθούμε, της απαντάει η Άννα. Προς το παρόν όμως πρέπει να ολοκληρώσουμε το πρόγραμμά μας στην Ικαρία.

Αποχαιρετάμε τους καλούς ανθρώπους. Στο δρόμο και πάλι για Καρκινάγρι. Εκεί μας περιμένει, όχι το δροσερό μας μπαλκόνι, αλλά το μονοπάτι για τη «Μαύρη». Είναι δε η Μαύρη μια ακτή προς τα δυτικά, με σπηλιές και βραχώδεις σχηματισμούς.

Ήπιο μονοπάτι, στενό, αμμουδερό ή ραχώδες, κινείται μερικές δεκάδες μέτρα πάνω από τη βραχώδη ακτογραμμή. Σχοίνα και αγκαθωτοί θάμνοι είναι η βλάστησή του, φραγκοσυκιές, ελιόδεντρα και μικρά αμπελάκια. Οι υψομετρικές διαφορές είναι μικρές. Είν’ ένας ξεκούραστος περίπατος, ιδανικός για την χώνεψη.

Μικρό χοιροτροφείο και μετά από λίγο, σε 25 συνολικά λεπτά, αντικρύζουμε χαμηλότερα την Μαύρη. Περιπλανιόμαστε για λίγο στην βραχώδη ακτή με τους τόσο ενδιαφέροντες γεωλογικούς σχηματισμούς. Ήδη όμως ένας νέος προορισμός, ο τελευταίος στο Καρκινάγρι, μας περιμένει. Είναι το μονοπάτι του Κάβου – Παπά με τον Φάρο.

Στα 3,6 χλμ. από την πλατεία του χωριού εγκαταλείπουμε την άσφαλτο και στρίβουμε αριστερά σε χωματόδρομο, χωρίς σήμανση. 700 μέτρα μετά ανοίγουμε την «ποριά» και φτάνουμε σε μικρή αγροικία με κατοικίδια ζώα.

– Πόση ώρα θέλουμε ως τον φάρο; Ρωτάμε τον ιδιοκτήτη της αγροικίας.

Ρίχνει μια ματιά στα παπούτσια μου:

Τίποτα δεν είναι, σ’ ένα 10λεπτο είστε κάτω.

Η πρόβλεψη, βέβαια, ήταν λίγο αισιόδοξη, όπως συνήθως συμβαίνει με τους ντόπιους. Στην πραγματικότητα μας παίρνει ένα 20λεπτο, να καλύψουμε μια υψομετρική διαφορά 150 μέτρων ως τον φάρο. Το μονοπάτι είναι συχνά κακοτράχαλο και χρειάζεται λίγη παρατηρητικότητα, είναι όμως τόσο οικείο στους φαροφύλακες που ασχολούνται ακόμη παραδοσιακά με τη συντήρηση και το άναμμα του φάρου. Δυστυχώς η πόρτα είναι κλειστή. Και δεν βλέπουμε ψυχή. Φυσάει αέρας ψυχρός και δυνατός, όπως σ’ όλους τους φάρους. Στα βράχια το πέλαγος βουΐζει αφρισμένο. Μόνον σ’ ένα κολπίσκο, αριστερά του φάρου με πέτρινο κτίσμα, είναι ήρεμα τα νερά.

Παρακολουθούμε για λίγο το βύθισμα του ήλιου στην απεραντοσύνη του πελάγους. Ύστερα, με σταθερό βήμα, παίρνουμε τον ανήφορο. Όπου να’ ναι θα νυχτώσει…

 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΡΑΧΩΝ

 

Η μέρα ξεκινάει με ψύχρα, συννεφιά και πολλά μποφόρ. Αν κι είναι ιδανικός καιρός για περπάτημα, σήμερα νιώθουμε απρόθυμοι. Ίσως, μετά από τόσες μέρες πεζοπορίας, να είμαστε και λίγο κουρασμένοι. Χαλαρώνουμε λοιπόν στον πρωινό καφέ, συζητάμε για ώρα με τον Μανώλη Ρήγα τον οικοδεσπότη μας, πίνουμε δεύτερο καφέ. Κάπως έτσι συμπεριφέρονται και οι τουρίστες στο ξενοδοχείο, Άγγλοι και Γερμανοί. Δεν κοιτάζουν καθόλου το ρολόι, αγναντεύουν μόνον τη θάλασσα.

Ανηφορίζουμε στον Χριστό Ραχών ακολουθώντας τη συνταγή των Ικαριωτών: όχι άγχος, φιλοσόφηση του χρόνου και της ζωής. Ίσως η  – εσχάτως – ανακαλυφθείσα από τα διεθνή ΜΜΕ μακροζωία των ντόπιων να οφείλεται εν πολλοίς στον τρόπο ζωής και όχι μόνον στην κατανάλωση του «Πράμνιου οίνου», του Ικαριώτικου κρασιού.

Καφεδάκι μακρόσυρτο λοιπόν στην πλατεία του Χριστού, κουβέντες με τον Άγγελο χαλαρές και όχι μόνον για μονοπάτια. Ύστερα περνάμε από τον ξυλόφουρνο του Γεραλή, στην είσοδο του χωριού, που λειτουργεί από το 1939. Λίγο πιο πάνω, στο μαγαζί με τα «Ικαριώτικά Προϊόντα» του Γιώργη χαζεύουμε τα ντόπια μέλια και γλυκά, τα διάφανα κρασιά. Μια και βρισκόμαστε κοντά στο φούρνο, ψάχνουμε να βρούμε ένα σπίτι ιστορικό. Είναι αυτό, όπου έμεινε τον 17ο αιώνα για κάποιες μέρες ο Αρχιεπίσκοπος Σάμου Ιωσήφο Γεωργειρήνης. Μερικά μέτρα λοιπόν κάτω από το φούρνο εισχωρούμε σ’ ένα μεγάλο κτήμα, όπου αρχικά δεσπόζουν τρεις εντυπωσιακές, αιωνόβιες άριες. Ακολουθούμε τον χωμάτινο δρομίσκο για 100 περίπου μέτρα. Κάτω από το δρόμο, μέσα σε ελαιώνα και αμπελάκια, είναι κρυμμένο το παλιό πετρόχτιστο με εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα που αναγράφει: «Εδώ εφιλοξενήθη ο Αρχιεπίσκοπος Ιωσήφ Γεωργειρήνης το έτος 1607»,

Καθώς μπαίνουμε στο χωριό, ένα τσιμεντένιο δρομάκι πριν από το φούρνο ανηφορίζει απότομα αριστερά. Στο τέρμα του στρίβουμε και πάλι αριστερά από λίγο συναντάμε το εργαστήρι κεραμεικής «TERRA ICARIA», της Ευγενίας και του Γιώργη. Νέα και συμπαθέστατα παιδιά, μετά τις σπουδές κεραμεικής ασχολούνται από το 2003 με την τέχνη του πηλού.

Τα έργα τους είναι διακοσμητικά και χρηστικά, εμπνευσμένα και από την Ικαριώτικη παράδοση. Οι χρωματικοί τόνοι είναι απαλοί, ενώ τα σχέδια χαρούμενα και λιτά, με ανεπιτήδευτη αθωότητα.

Αμέσως δίπλα είναι το φαρμακείο του Νίκου Αφιανέ, που τα τελευταία χρόνια έγινε γνωστός και εκτός Ικαρίας με την ιδιότητα του οινοπαραγωγού. Συμφωνούμε μια συνάντηση στο οινοποιείο το απογευματάκι.

Στην πλατεία του Χριστού βρίσκουμε στο μαγαζί του τον εξαίρετο φωτογράφο Χρήστο Μαλαχία. Ασπρόμαυρες αρχειακές και σπάνιες φωτογραφίες αλλά και υπέροχες σύγχρονες λήψεις της Ικαρίας σε όλες τις εποχές. Επίσης επιλεγμένα είδη δώρων από ντόπιους καλλιτέχνες καθώς και τμήμα για βιβλιόφιλους, με ποικίλες εξαιρετικές εκδόσεις για το νησί. Απομεσήμερο καταλήγουμε στην ταβέρνα «ΟΡΦΕΑΣ», που λειτουργεί από το 1960 στην πλατεία, στη σκιά των πλατανιών.

Μπορεί σήμερα να μην βαδίσαμε στη φύση αλλά οι περιηγήσεις μας στο αστικό περιβάλλον δεν ήταν και λίγες.

Απόγευμα πια παίρνουμε το δρόμο για το οινοποιείο του Αφιανέ. Το συναντάμε στα 2,3 χλμ. από την πλατεία, μετά τον Προφήτη Ηλία. Ο Νίκος και η Μαρία μας υποδέχονται με μεγάλη εγκαρδιότητα. Μας εντυπωσιάζει αρχικά η θέση της μονάδας, σε λοφίσκο με υψόμετρο 600 μέτρων και περίοπτη θέα στο πέλαγος και σε μεγάλα τμήματα του νησιού. Μερικά μέτρα πιο κάτω μια αιωνόβια καστανιά ρίχνει τη σκιά της σε τέσσερις πέτρινες κερκίδες, όπου μπορούν να κάθονται επισκέπτες. Λίγο χαμηλότερα είναι το «Κεραστάρι», ένα μονόχωρο πέτρινο του 18ου αιώνα, όπου φυλάσσονται παλιά σκεύη οινοποίησης και οι πρώτες δοκιμαστικές φιάλες της μονάδας του 1997. Χοντροί τοίχοι, χαμηλό ταβάνι και δροσιά. Ο ένας τοίχος είναι από βράχο συμπαγή.

Αμπελάκια 10 περίπου στρεμμάτων είναι φυτεμένα σε μέσο υψόμετρο 570-600 μέτρων. Εντυπωσιακό είναι ένα πέτρινο πατητήρι. Δίπλα του ένα μικρό αμφιθέατρο με θέα στο πέλαγος. Το δροσερό αεράκι σπάνια σταματάει εδώ.

Ανοξείδωτες δεξαμενές, τμήμα εμφιάλωσης, δρύινα βαρέλια παλαίωσης αλλά και χώροι με συλλεκτικά αντικείμενα και ανάμεσά τους ένα ντόπιο νυφικό φόρεμα της προγιαγιάς της Μαρίας, του 1870. Στο πάτωμα ο «καμπάς», ένα ύφασμα από γιδότριχα, χοντρό και αδιαπέραστο από κρύο ή βροχή. Παλιά πήλινα σκεύη όπως το «λαδοκούμπι», το «μελοκούμπι» και το «χαστρί», μια μεγάλη πήλινη κυψέλη, που ήταν σε χρήση ακόμα και μερικές δεκαετίες πριν.

Στο πανέμορφο υπαίθριο καθιστικό, έξω από το Κεραστάρι, η Μαρία μας έχει ετοιμάσει ποικίλες ντόπιες λιχουδιές: μπουρεκάκια με χόρτα μυρωδικά, τυροπιτάκια με Ικαριώτικο τυρί, ντομάτες λιαστές και «καθούρα», φρέσκο ανάλατο Ικαριώτικο τυρί. Ο Νίκος αναλαμβάνει τα κρασιά. Πρώτα ένα λευκό από την Ικαριώτική ποικιλία «Μπεγλέρι». Εκπληκτικό κρασί, με επιθετική φρουτώδη γεύση και αλκοόλ 13,2%. Η συνέχεια ανήκει στην ερυθρή ποικιλία «Φωκιανό», που μας συντροφεύει με έντονες αρωματικές τανίνες και αλκοόλ 14,5%! Το τρίτο κρασί είναι πάλι από Φωκιανό. Αυτό βγήκε σε περιορισμένη ποσότητα 300 περίπου λίτρων. Πατήθηκε παραδοσιακά στο πέτρινο πατητήρι, ακολούθησε η ελεγχόμενη ζύμωση στις ανοξείδωτες δεξαμενές και στη συνέχεια μπήκε σε παραδοσιακά πήλινα πυθάρια στις αρχές του Νοέμβρη. Τον Μάη βγήκε από τα πυθάρια και εμφιαλώθηκε. Πολύ ιδιαίτερο κρασί.

Οι ώρες περνούν χωρίς να τις καταλάβουμε με την εκλεκτή συντροφιά ανθρώπων και κρασιών. Κάποια στιγμή εξασθενίζει στην ατμόσφαιρα το φως. Βγαίνουμε στην κορυφή του λόφου και προλαβαίνουμε τον ήλιο να βουτάει στο πέλαγος. Σ’ αυτόν τον εξαίσιο τόπο είναι η ωραιότερη ώρα της ημέρας.

 

ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ ΜΥΡΣΩΝΑ

 

Η μικρή ανάπαυλα αύξησε την επιθυμία μας για περπάτημα. Με θαυμάσιο πρωϊνό καιρό ξεκινάμε για το φαράγγι του Μύρσωνα ποταμού. Κατευθυνόμαστε προς την Μονή Μουντέ, περνάμε ανάμεσα από τις δυο όμορφες τεχνητές λιμνούλες με καλό δασικό δρόμο και, 70 περίπου μέτρα πριν από τον χωμάτινο πεζόδρομο που οδηγεί στη Μονή, συναντάμε αριστερά πινακίδα σε κορμό πεύκου. Αναγράφει “ROUND OF RAHES”. Από υψόμετρο 500 μέτρων κατηφορίζουμε αριστερά και περνάμε για λίγο δίπλα απ’ τη λιμνούλα. Πεύκα, ρείκια, κουμαριές και λαδανιές. Καλό μονοπάτι και σήμανση πυκνή. Σ’ ένα 10 λεπτο βρίσκουμε και ακολουθούμε την πινακίδα προς Γιαλισκάρι (2,5 ώρες) (άλλη πινακίδα οδηγεί προς Εύδηλο, 5 ώρες).

Αρχίζει δασικός δρόμος και διαδοχικές πινακίδες. Αρχικά προς Αγ. Πολύκαρπο, Μαντριά και Γιαλισκάρι και μερικά λεπτά μετά σε μονοπάτι δεξιά προς Αγ. Φανούριο, Μαντριά και Γιαλισκάρι (αριστερά η πινακίδα μας κατευθύνει προς Αγ. Πολύκαρπο και Ράχες).

Περνούν από τα μάτια μας ανθισμένα σπάρτα και ευωδιαστό αγιόκλιμα, μικρή δεξαμενή νερού και ελαιώνες, υπέροχο μονοπάτι στη σκιά πευκοδάσους, ρυάκι με αδύνατη ροή. Πινκίδα μας κατευθύνει αριστερά προς «MYRSONAS RIVER» και «MANDRIA» και, δύο λεπτά αργότερα, άλλη πινακίδα προς: “TRAIL IN MYRSONAS – GIALISKARI – MESSAKTI BEACH”.

Παίρνουμε κατεύθυνση ΝΔ προς το φαράγγι σε δευτερεύοντα δασικό δρόμο, που στενεύει μετά από μερικά λεπτά. Διασχίζουμε ξερή κοίτη μικρορρέματος. Στη συνέχεια το μονοπάτι κατηφορίζει δεξιά, πνιγμένο μέσα σε πανύψηλα σπάρτα. Διασχίζουμε ελαιώνα, ενώ χαμηλά αριστερά ακούγεται μέσα στο φαράγγι ο ήχος του νερού. Συναντάμε σε περιποιημένες πεζούλες μικρό πατατοχώραφο, πολλά πλατάνια και λεμονιές. Πάμπολλες ροζ ορχιδέες διακοσμούν τον ωραίο τόπο και τον κάνουν ομορφότερο.

Μιάμιση ώρα μετά την αναχώρησή μας – με πολλές βέβαια στάσεις – φτάνουμε στην άσφαλτο, σε υψόμετρο 190 μέτρων. Βρισκόμαστε μερικές δεκάδες μέτρα πάνω από την κοίτη του Μύρσωνα ποταμού. Εδώ ο χάρτης μας εμφανίζει ένα γεωλογικό παράδοξο, από τα πιο σπάνια που μπορεί να συναντήσει κανείς. Είν’ ένας πελώριος βράχος που κάποτε, στο μακρινό γεωλογικό παρελθόν του τόπου, μετακινήθηκε βίαια από τη θέση του και στάθηκε πάνω από την κοίτη του φαραγγιού, δημιουργώντας ένα φυσικό γεφύρι εκπληκτικό. Κατηφορίζουμε την αριστερή κλειστή στροφή, ακολουθούμε για μερικές εκατοντάδες μέτρα τον ασφαλτόδρομο και στην αντικρινή πλαγιά βρίσκουμε απότομο μονοπάτι, που σ’ ένα λεπτό καταλήγει στο γεφύρι. Κατευθύνουμε τα βήματά μας πάνω από το μοναδικό αυτό μνημείο της φύσης, που δικαιούται απόλυτα την ονομασία «Θεογέφυρο». Το μήκος του πελώριου βράχου δεν είναι μικρότερο από 10(!) μέτρα, ενώ το μέγιστο πλάτος του ξεπερνάει τα 5. Ανθρώπινα χέρια έχουν επιμεληθεί κάποια σημεία του καταστρώματος με ασβεστοκονίαμα και πέτρες.

Επιστρέφουμε στην κλειστή αριστερή στροφή και βρίσκουμε απέναντι το σηματοδοτημένο μονοπάτι ανάμεσα στα χόρτα. Κατηφορίζουμε για λίγο τις απότομες πεζούλες ενός ελαιώνα. Λίγο αργότερα αντικρύζουμε απέναντί μας τα οικήματα της γραφικής χερσονήσου του Αρμενιστή. Η Μεσακτή με την υπέροχη αμμουδιά της εμφανίζεται χαμηλά. Βαδίζουμε πλάι στο ρέμα, ανάμεσα σε πλατάνια, πικροδάφνες και μυρτιές, από τις οποίες πήρε το όνομά του ο ποταμός. Ένα τσιμεντένιο αυλάκι με πεντακάθαρο νερό διασχίζει παλιό νερόμυλο. Επιτέλους συναντάμε τους πρώτους πεζοπόρους όλων αυτών των ημερών, ένα ζευγάρι νεαρών αλλοδαπών, που ανηφορίζει προς την Μονή Μουντέ.

Τρεις ώρες μετά την αναχώρησή μας (με στάσεις όμως περίπου μίας ώρας) φτάνουμε έξω από το ξενοδοχείο IKAROS STAR και σε λίγα λεπτά στην άσφαλτο. Εδώ, 150 σχεδόν μέτρα πάνω από το super market “PROTON”, βρίσκουμε το εκκλησάκι της Παναγίτσας, με το σηματοδοτημένο μονοπάτι. Χτισμένος στα τέλη του 18ου αιώνα ο ναΐσκος έχει στην τοιχοποιία του αρκετά αρχαία μάρμαρα από τον Να. Στον δασικό δρόμο για το αυτοκίνητο, κοντά στη Μονή Μουντέ, βρισκόμαστε μπροστά σε μια εικόνα που μας γεμίζει με αισιοδοξία. Είναι μια χαρούμενη ομάδα από νεαρούς πεζοπόρους, του Κέντρου Περιβαλλοντικής και Αγροτικής Έρευνας, «ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ».

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

– Να, λοιπόν, που μετά από τρία χρόνια ξανανταμώνουμε, λέει ο Δημήτρης Κουρελής.

Τσουγκρίζουμε τα ποτηράκια μας με το θαυμάσιο τσίπουρό του. Το συνοδεύουμε με τις σπιτικές λιχουδιές της Αργυρώς. Από το γνώριμο μπαλκόνι των φίλων μας, στο Γλαρέδο του Αγ. Κήρυκου, αγναντεύουμε το Ικάριο πέλαγος με τα τόσα του νησιά.

– Πολύ λίγο σας είδαμε τούτη τη φορά. Πότε θα μας ξανάρθετε; ρωτάει ο Δημήτρης.

– Μάλλον αρκετά σύντομα, του απαντάμε.

Έχει πολλά ακόμη να μας δώσει η Ικαρία.

back-button
next-button
dutiki-ikaria dutiki-ikaria_1 dutiki-ikaria_2 dutiki-ikaria_3 dutiki-ikaria_4 dutiki-ikaria_5 dutiki-ikaria_6 dutiki-ikaria_7 dutiki-ikaria_8 dutiki-ikaria_9 dutiki-ikaria_10 dutiki-ikaria_11 dutiki-ikaria_12 dutiki-ikaria_13 dutiki-ikaria_14 dutiki-ikaria_15 dutiki-ikaria_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories