home Άρθρα Περιηγήσεις στην Ξάνθη
Περιηγήσεις στην Ξάνθη

Πανέμορφη η Ξάνθη, ιδιαίτερα η άριστα διατηρημένη και αξιοποιημένη Παλιά Πόλη. Η περιδιάβαση στα στενά, τα εκπληκτικά αρχοντικά και η αύρα ανατολής, αποτελούν εμπειρία αληθινή. Εξίσου συναρπαστική είναι η χαλαρή πεζοπορία στο μονοπάτι των Στενών του Νέστου ποταμού, με τους θρυλικούς του μαιανδρισμούς. Εικόνες πρωτόγνωρης γραφικότητας αποκαλύπτονται στα ορεινά Πομακοχώρια, ενώ η απόλυτη χαλάρωση προέρχεται από τις αμμουδερές ακτές και την απεραντοσύνη του θρακικού.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή ,Αλέξης Καννάς ,Χ. Κατσένης
Περιηγήσεις στην Ξάνθη
Κατηγορίες: Μνημεία
Προορισμοί: ΘΡΑΚΗ, Ξάνθη

Η πόλη της Ξάνθης είναι πασίγνωστη: για το διάσημο Καρναβάλι, την πανέμορφη Παλιά Πόλη, τα σιροπιαστά, και τις ανατολίτικες νοστιμιές.

Υπάρχουν, ωστόσο, και κάποιες άλλες ιδιαιτερότητες, αθέατες και απρόσμενα γοητευτικές. Θα επιχειρήσουμε να τις γνωρίσουμε με τον Όμιλο των “ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΕΡΙΗΓΗΤΩΝ“. Που έχει χαρίσει στα Μέλη του αξέχαστες εμπειρίες, σε μερικούς από τους σημαντικότερους ελληνικούς προορισμούς.

Ως χρόνο πραγματοποίησης της εκδρομής επιλέξαμε το εορταστικό τριήμερο Αγίου Δημητρίου – 28ης Οκτωβρίου. Τούτη την εποχή, η ορεινή φύση της Ξάνθης είναι πολύχρωμη, απαράμιλλης ομορφιάς.

25 Οκτώβρη

Μέρα προσέλευσης σήμερα. Μας υποδέχεται το ξενοδοχείο «Elisso» το άριστα ανακαινισμένο «ΞΕΝΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ». Χτισμένο στο ευνοϊκότερο σημείο της Ξάνθης, ανάμεσα στην Παλιά Πόλη και στον Κόσυνθο ποταμό, το Elisso φιλικό και λειτουργικό, δημιουργεί σε όλους μια ευχάριστη οικειότητα. Με το πέσιμο της νύχτας έχουν όλοι φτάσει στην Ξάνθη, ακόμα κι ο Αλέξης από την Πάτρα, κάπου 750 χιλιόμετρα μακρυά.

Και τώρα, τι λέει το πρόγραμμα; ρωτάνε οι φίλοι μας.

Για όσους αντέχουν, νυχτοπερπατήματα στην Παλιά Πόλη. Όσοι αισθάνονται κουρασμένοι, χαλαρώνουν στον καναπέ.

Πού την βρήκαν όλοι τόση διάθεση, τόση αντοχή; Ως δια μαγείας ξεχνιούνται οι ώρες του ταξιδιού. Ξεχυνόμαστε στην ψύχρα της νύχτας, στην πλανεύτρα Παλιά Πόλη της Ξάνθης: Που όσο πιο πολύ μεγαλώνει στο χρόνο, τόσο γίνεται ομορφότερη. Πώς, όμως, κατορθώνει ν’ αντιστρέφει την φυσική εξέλιξη των πραγμάτων; Δεν ξέρω. Το βέβαιο είναι, ότι έχει τον τρόπο της να διατηρείται ολοζώντανη, συνωστισμένη και θορυβώδικη, νεανική, ασυμβίβαστη κι ανεξάρτητη, με ντυσίματα τολμηρά αλλά και σεμνά, με τσιγάρο σε νεαρά χείλη και αλκοόλ, με μουσική στη διαπασών που, παραδόξως, εδώ δεν ενοχλεί.

Σε κάθε γωνία, σε κάθε βήμα, παραμονεύει ο πειρασμός. Καζάν ντιμπί, σεκέρ παρέ, μπακλαβαδάκια, κανταϊφάκια και σαραγλάκια ξεχειλίζουν από σορόπια στις λαμαρίνες, θέτουν σε δοκιμασία αντοχές και ενοχές.

Οι μερακλήδες των ανατολίτικων γεύσεων θα λατρέψουν την Ξάνθη. Γαργαλιστικές μυρωδιές ξεφεύγουν απ’ τις κουζίνες των μαγέρικων, μας καλούν για πικάντικα πιάτα, που δεν αφήνουν ασυγκίνητο κανένα. Η ρύθμιση της χοληστερίνης μπορεί, για λίγο, να περιμένει.

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ > ΠΟΜΑΚΟΧΩΡΙΑ

Στο πρωινό βοριαδάκι οι πανύψηλες λεύκες φυλλορροούν, τα κιτρινισμένα τους φύλλα ακουμπούν αθόρυβα στη γη. Ο καιρός είναι ξηρός, ευχάριστα ψυχρός. Κάποιοι Αθηναίοι φίλοι μας, ωστόσο, εμφανίζονται στην αίθουσα πρωινού με σηκωμένους γιακάδες και μπουφάν. Καθώς με βλέπει ο Χρήστος με κοντομάνικο, δεν πιστεύει στα μάτια του.

Πώς φαίνεται ότι είσαι βόρειος, μου λέει. Εγώ έχω παγώσει, έτσι μου ‘ρχεται να φορέσω και γάντια.

Υπέροχα τα τηγανιτά αυγά, το μπέικον, τα αλλαντικά και τα άλλα καλούδια του πρωινού. Η τραγανή μπουγάτσα, όμως, με κρέμα ή με τυρί, είναι η κορυφαία επιλογή.

Πριν πάρουμε τις ανηφοριές για τα ορεινά, χανόμαστε για λίγη ώρα μέσα στο ετερόκλιτο πλήθος και στα αναρίθμητα προϊόντα του παραδοσιακού Σαββατιάτικου παζαριού. Ύστερα βγαίνουμε βόρεια της πόλης στο επαρχιακό δίκτυο προς Σταυρούπολη και Δράμα. 7 χιλιόμετρα μετά στρίβουμε δεξιά προς Σμίνθη και Εχίνο. Για τις επόμενες ώρες θα κινούμαστε στις νότιες υπώρειες της οροσειράς της Ροδόπης, φυσικό σύνορο Ελλάδας και Βουλγαρίας. Οι οικισμοί που θα συναντήσουμε κατοικούνται αποκλειστικά από τους Πομάκους της Ξάνθης, Έλληνες πολίτες με θρήσκευμα μουσουλμανικό.

Μετά την Σμίνθη συναντάμε την Γλαύκη και Πάχνη, μεγάλα χωριά, με διάσπαρτα καπνοχώραφα ανάμεσα στα σπίτια. Ο ξεναγός μας Τάσσος Αναστασιάδης (1), μάς ενημερώνει συνοπτικά για την ορεινή Ροδόπη και τους Πομάκους που κατοικούν στην περιοχή. Στο, βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών βιβλίο του (2), ο Πέτρος Θεοχαρίδης αναφέρει ότι η ζωή των Πομάκων πάνω στη Ροδόπη αριθμεί δεκάδες αιώνες. Ήταν ορεσίβιοι κτηνοτρόφοι, σκληραγωγημένοι και σκληροτράχηλοι, που άντεξαν στα αναρίθμητα βάσανα και στις πολυάριθμες κατοχές. Στα αρχαία χρόνια ονομάζονταν “Αγριάνες” και ήταν λαός πολεμικός και φιλελεύθερος, συγγενής με τους άλλους Έλληνες. Μετά από μια πολυκύμαντη ιστορία, οι Πομάκοι δέχθηκαν την Μωαμεθανική θρησκεία γύρω στα τέλη του 17ου αιώνα.

Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του Καθηγητού του Παντείου Πανεπιστημίου Σταύρου Θεοφανίδη (3), σύμφωνα με τον οποίον οι αρχαίοι Αγριάνες έλαβαν μέρος ως “Ιππομάχοι(από ίππου μαχόμενοι) και ακοντιστές στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά των Περσών. Κατά τον καθηγητή, λοιπόν, η λέξη “Πομάκοι“, με βάση την ετυμολογική προέλευσή της, (ίππο – μάχοι) είναι ελληνική.

Σχετικά με την γλώσσα των Πομάκων, ο Πέτρος Θεοχαρίδης που έχει συγγράψει το Πομακοελληνικό και Ελληνοπομάκικο Λεξικό, με πάνω από 25.000 λέξεις παρατηρεί ότι “η γλώσσα των Πομάκων είναι ένα τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, δημιούργημα της συγχώνευσης γλωσσικών στοιχείων της ελληνικής γλώσσας, της βουλγαρικής και της τουρκικής“.

Κατηφορίζουμε σε θαυμάσια δάση οξυάς και βαλανιδιάς. Πολύ γρήγορα συναντάμε, σε υψόμετρο 600 μέτρων, κτιστή πηγή με υπέροχο νερό. Όλη η περιοχή είναι κατάσπαρτη από κτιστές κρήνες, ένα έθιμο στο οποίο αποδίδουν μεγάλη σημασία οι Μουσουλμάνοι, και, βέβαια, οι Πομάκοι. Την ολιγόλεπτη στάση μας γλυκαίνει ο Αλέξης Καννάς, προσφέροντας σε όλους λαχταριστά σοροπιαστά.

Μετά από αλλεπάλληλες στροφές φτάνουμε στην πανέμορφη κοιλάδα, στις υπώρειες της Ροδόπης, που αποτελεί την λεκάνη απορροής του Κομψάτου ποταμού. Κατάφυτο φυσικό περιβάλλον, σε μέσο υψόμετρο 450 περίπου μέτρων, με αραδιασμένα στη σειρά τα Πομάκικα χωριά (4).

Καφεδάκι στην Μελίβοια

Το πρώτο μεγάλο χωριό που συναντάμε είναι η Μελίβοια. Εδώ επισκεπτόμαστε, με τον οφειλόμενο σεβασμό, τον μουσουλμανικό χώρο λατρείας, το Τζαμί, στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Μετά βαδίζουμε ως το καφενείο του Κοκαλίτς Λουτφί για ένα καφεδάκι. Αρκετοί άντρες Πομάκοι λιάζονται έξω από το καφενείο. Τους καλημερίζουμε και ανταποδίδουν τον χαιρετισμό μας ευγενικά. Παλιός γνώριμός τους ο Τάσσος, συνομιλεί για λίγο μαζί τους και παραγγέλνει για όλους μας καφεδάκια. Ρίχνουμε μια ματιά στο εσωτερικό του μαγαζιού. Ευρύχωρο και λιτό, με μια χοντρή ξυλόσομπα στο κέντρο, θα είναι στις κρύες μέρες του χειμώνα πολύ επιθυμητός τόπος συγκέντρωσης για τους άντρες του χωριού.

Απολαμβάνουμε το καφεδάκι μας, εξαιρετικό χαρμάνι από την Ξάνθη, φτιαγμένο με πλούσιο καϊμάκι στο καμινέτο, ο καφετζής, όμως, μας αναγγέλλει πως όλα τα καφεδάκια είναι πληρωμένα. Ρωτάμε, έκπληκτοι, από ποιον. Μας δείχνει έναν συμπαθητικό ηλικιωμένο Πομάκο στο κέντρο της συντροφιάς των συγχωριανών του.

Τα πλήρωσε ο Σερίφ Χουσεΐν, Πρόεδρος των υλοτόμων του χωριού.

Κάνει σε όλους μεγάλη εντύπωση αυτή η χειρονομία.

Πρόεδρε, μπορούμε να βγάλουμε μια αναμνηστική φωτογραφία μαζί σας;

– Πολύ ευχαρίστως, μας απαντάει.

Αποχαιρετάμε τους Πομάκους της Μελίβοιας με πολύ όμορφη διάθεση.

Φτάνουμε στις Άνω Θέρμες, μεγάλο χωριό, χτισμένο γύρω απ’ το ποτάμι, σε υψόμετρο 500 μέτρων. Άφθονα καυσόξυλα, από οξυές και βαλανιδιές, είναι στοιβαγμένα παντού. Εδώ οι χειμώνες είναι ψυχροί. Αμέσως μετά ακολουθούν οι Μέσες Θέρμες, με το εντυπωσιακό τζαμί και στη συνέχεια ο μικρότερος οικισμός των Κάτω Θερμών. Εδώ κεντρίζει την περιέργειά μας η πινακίδα της αρχαιολογικής υπηρεσίας στην αρχή ενός τσιμεντόδρομου, που ανηφορίζει απότομα προς το χωριό. Η πινακίδα αναγράφει “Ανάγλυφο του Μίθρα“. Τι είναι, όμως, και πού βρίσκεται το “Ανάγλυφο του Μίθρα”; Ξεκινάμε να το ανακαλύψουμε. Μερικά μέτρα δεξιά μιας ασβεστωμένης χτιστής κρήνης, συναντάμε ένα χορταριασμένο αλλά ευδιάκριτο μονοπάτι, ανάμεσα σε βαλανιδιές, γάβρους και φράξους. Η πορεία του είναι ελικοειδής και πολύ απότομη, σε δυο όμως λεπτά τερματίζει μπροστά σε κατακόρυφο βράχο. Σ’ ένα υπερυψωμένο, επίπεδο σημείο του βράχου διακρίνουμε την φθαρμένη παράσταση του Μίθρα. Είναι ο περσικός θεός της δικαιοσύνης και του ήλιου, που παριστάνεται -δυσδιάκριτα- να θυσιάζει τον Ιερό Ταύρο.

Μετά την ήττα των Περσών από τον Μέγα Αλέξανδρο η λατρεία του Μίθρα διαδόθηκε ευρύτατα σε όλο τον ελληνιστικό κόσμο. Κατά τον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ. η λατρεία του Μίθρα, μεταφερόμενη και υποστηριζόμενη από τους Ρωμαίους, αποτέλεσε τον κύριο αντίπαλο του νεοαναπτυσσόμενου Χριστιανισμού. Ωστόσο, η λατρεία του Μίθρα δεν υπήρξε ποτέ διαδεδομένη στον ελληνικό κόσμο, γιατί οι Έλληνες ποτέ δεν λησμόνησαν ότι ο Μίθρας υπήρξε θεός των εχθρών τους, των Περσών (5).

Από τα απόκρυφα έγκατα ενός διπλανού βράχου, βγαίνει ένα κρυστάλλινονερό, με την μορφή πλούσιας και συνεχούς σταγονορροής. Το νερό πέφτει μέσα σε μια λαξευτή πέτρινη γούρνα, που στο χαμηλότερο σημείο της έχει μικρή τρυπούλα. Στη συνέχεια ένα λάστιχο μεταφέρει το νερό στην ασβεστωμένη κρήνη του δρόμου. Το περιβάλλον είναι ονειρικό με κισσούς, κλιματσίδες και υδροχαρή αναρριχητικά φυτά. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Μίθρας γεννήθηκε πλάι σ’ ένα ιερό ρυάκι. Μάλλον δεν είναι τυχαία η φιλοτέχνηση από τον αρχαίο καλλιτέχνη της ανάγλυφης παράστασης του Μίθρα δίπλα σ’ αυτό το ρυάκι που, πιθανότατα, υφίσταται από την αρχαία εποχή.

Μέδουσα και Κοττάνη

Μετά τις Κάτω Θέρμες οι θερμές πηγές που αναβλύζουν από πολλά σημεία της γης, προσφέρουν τις θεραπευτικές τους υπηρεσίες στα στεγασμένα χαμάμ δίπλα στο δρόμο. Ένας βράχος κοντά στο κυκλικό χαμάμ (κάτω από το δρόμο) είναι ανεξίτηλα διακοσμημένος με μια απίθανη ποικιλία χρωματικών τόνων, από τα διάφορα μέταλλα και στοιχεία που περιέχουν τα θερμά νερά. Εδώ δίπλα βρίσκεται και ο μικρός οικισμός της “Κοινότητας των Θερμών“, με ενοικιαζόμενα δωμάτια και ταβέρνες για τους επισκέπτες των λουτρών.

Ένα πανέμορφο αγροτόσπιτο κινεί την προσοχή μας στ’ αριστερά του δρόμου, με λαξευτούς γωνιόλιθους αργολιθοδομή, πλιθιά και ξυλοδεσιές. Δέκα μέτρα πιο κάτω κελαρύζει το νερό του Κομψάτου. Ένα αυτοσχέδιο γεφυράκι, 6 περίπου μέτρων, από στενό  κορμό, ενώνει τις όχθες. Δεν ξέρω, βέβαια, ποια μπορεί να είναι η τύχη του γεφυριού, όταν φουσκώνει το ρεύμα του ποταμού.

Το τοπίο εξελίσσεται πολύ ειδυλλιακό με καπνοχώραφα, βοσκοτόπια, χρωματιστές πλαγιές, πολλές χτιστές κρήνες στα πλαϊνά του δρόμου. Εδώ είναι αδύνατον να διψάσει ο ταξιδιώτης.

Πολύ γρήγορα εμφανίζεται η Μέδουσα. Δεν έχω λόγια να περιγράψω την γραφικότητα, την συνολική οικιστική αρμονία αυτού του χωριού. Σχεδόν κάθε σπίτι έχει αξιοπρόσεχτα χαρακτηριστικά παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Τρεις αλλεπάλληλες γέφυρες ενώνουν τις όχθες του Κομψάτου που διασχίζει το χωριό. Μεταλλική είναι η πρώτη, τσιμεντένια η δεύτερη και πέτρινη -και πολύ ομορφότερη- η τρίτη. Το μήκος του καταστρώματός τους φτάνει τα 20 περίπου μέτρα.

Ρίχνουμε μια ματιά στην φαρδιά κοίτη του ποταμού. Τι το θέλαμε; Το μετανιώνουμε αμέσως. Σκουπίδια κάθε είδους δημιουργούν μια θλιβερή αντίθεση με την πανέμορφη εικόνα του υπόλοιπου χωριού. Πώς είναι δυνατόν οι κάτοικοι της Μέδουσας, ενός τόσο γραφικού χωριού, να ανέχονται μια τέτοια κατάσταση εκεί, όπου περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους;

Εγκαταλείπουμε τον τόπο με ανάμεικτα συναισθήματα και ξεκινάμε τον χωματόδρομο των 6 χιλιομέτρων για την Κοττάνη. Στα μισά, σχεδόν, της διαδρομής εντοπίζουμε χαμηλά στην κοιλάδα το πανέμορφο τόξο ενός πέτρινου γεφυριού. Προσπαθούμε να το φωτογραφίσουμε αλλά τα κλαδιά των δέντρων μας εμποδίζουν. Απογοητευόμαστε. Ωστόσο, ο ριψοκίνδυνος φίλος μας, ο Αλέξης, κατηφορίζει την απόκρημνη πλαγιά, φωτογραφίζει το γεφύρι και κάθιδρος αλλά πολύ ευχαριστημένος.

Μετά τον χωματόδρομο φτάνουμε στην πατρογονική κατοικία του Τζεμίλ Χαλίνογλου, έξοχα αναστηλωμένη. Η ταβερνούλα στο εσωτερικό της θυμίζει Μουσείο του Πομάκικου Λαϊκού Πολιτισμού. Στον αύλειο χώρο θάμνοι και λουλούδια, πλακόστρωτη αυλή στη σκιά μεγάλης κληματαριάς. Στρωμένα τα μεγάλα ξύλινα τραπέζια μάς περιμένουν στη δροσιά. Προσανατολίζουμε τα βλέμματά μας στην πλαγιά του αντικρινού βουνού. Εκεί, στο φως του απομεσήμερου, προβάλλει το χωριουδάκι της Κοττάνης, σαν ζωγραφικός πίνακας από άλλη εποχή. Σπίτια ομοιόμορφα, με πολλά παράθυρα, ασβεστωμένα τα περισσότερα και με κόκκινες κεραμοσκεπές, δημιουργούν ένα ομοιογενές οικιστικό σύνολο απίθανης γραφικότητας. Είναι το συναρπαστικότερο τελείωμα που μας επιφυλάσσουν τα Πομακοχώρια. Μετά την Κοττάνη αρχίζουν τα βουνά, οι ερημωμένοι οικισμοί και τα μονοπάτια ως τις Σάτρες.

Γλυκάδια και ντόπια κρεατικά από ζώα ελευθέρας βοσκής, πομάκικες πίττες και πικάντικες αλοιφές, παραδοσιακές γεύσεις του τόπου, σπιτικές και αυθεντικές. Ο Τζεμίλ και η φιλόξενη οικογένειά του μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν φιλοξενούμενοι σε φίλους. Αυτή είναι η τελευταία γλυκειά ανάμνηση που μας συντροφεύει στην επιστροφή των 60 χιλιομέτρων ως την Ξάνθη.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ > ΝΕΣΤΟΣ, ΑΒΔΗΡΑ ΚΑΙ ΦΑΝΑΡΙ

Στο ξενοδοχείο μας καλωσορίζουμε τον Βασίλη Τερζή, Ξεναγό Περιβάλλοντος και στέλεχος του Κέντρου Πληροφόρησης της Λίμνης Βιστωνίδας. Όπως στο παρελθόν με το άρθρο μας για την Λίμνη Βιστωνίδα (6), έτσι και τώρα ο Βασίλης θα είναι πολύτιμος ξεναγός μας στο περίφημο Μονοπάτι των Στενών του Νέστου ποταμού.

Στο Μονοπάτι των Στενών

13 χλμ. ΝΔ της Ξάνθης συναντάμε τους Τοξότες και αμέσως μετά τη Γαλάνη και την αφετηρία του μονοπατιού. Πολύ γρήγορα το λαξευτό μονοπάτι ανηφορίζει στην απόκρημνη πλαγιά και μας αποκαλύπτει εικόνες του ποταμού μοναδικές. Αλλού ήρεμος και νωχελικός και αλλού θορυβώδης και ταραγμένος, ο Νέστος κυλάει εδώ και αμέτρητους αιώνες ανάμεσα στα κατάφυτα βουνά, δημιουργώντας τους φημισμένους μαιανδρισμούς (7). Δημιουργεί επίσης ένα εκπληκτικό αισθητικό δάσος συνολικού μήκους 27 χιλιομέτρων.

Αυτό το δάσος είναι ένα από τα 18 προστατευόμενα αισθητικά δάση στην Ελλάδα, μας ενημερώνει ο Βασίλης.

Η χλωρίδα του δάσους είναι πολυποίκιλη και πυκνή, ενώ η πανίδα του περιλαμβάνει ζαρκάδια, αγριογούρουνα και βίδρες, λαγούς, αλεπούδες και ασβούς. Στα ψηλώματα της Ροδόπης δεν λείπουν οι λύκοι και η καφετιά αρκούδα, ενώ στις εκβολές του Νέστου ζει ο μεγαλύτερος στην Ελλάδα πληθυσμός τσακαλιών.

Στο αισθητικό δάσος απαγορεύονται το κυνήγι, η υλοτομία και η λατόμευση, λέει ο Βασίλης. Θλιβερή εξαίρεση αποτελούν κάποια λατομεία, που βλέπετε ήδη στις αντικρινές πλαγιές.

– Μου κάνει εντύπωση η -γενικά- ήσυχη ροή του ποταμού, παρατηρεί κάποιος.

Μέχρι το 1996 κυλούσε με ελεύθερη ροή στην ελληνική του διαδρομή, εξηγεί ο Βασίλης. Αυτό, κάποιες φορές, είχε ως αποτέλεσμα πλημμυρικά φαινόμενα, που προκαλούσαν στις καλλιέργειες κάμπου μεγάλες καταστροφές. Με την κατασκευή των δύο υδροηλεκτρικών φραγμάτων στην Πλατανόβρυση και στον Θησαυρό, πάνω από το Παρανέστι, ομαλοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό η ροή του ποταμού.

Σ’ ένα 20λεπτο φτάνουμε σ’ ένα ξύλινο κιόσκι θέας και αγναντεύουμε την ανοιχτωσιά του ποταμού και των γύρω βουνών. Συνεχίζουμε σε υπέροχο μονοπάτι, με μικρές υψομετρικές διαφορές, άλλοτε μέσα σε δάσος κι άλλοτε πάνω από τις γραμμές του τραίνου με τις 30 περίπου γαλαρίες. Ειν’ ένα έργο κολοσσιαίο, που έφερε σε πέρας γαλλική κατασκευαστική εταιρεία το 1891.

Υπόκωφος θόρυβος από τα έγκατα της γης. Είναι το τραίνο, που κομματιάζει για λίγο τη σιγαλιά. Αμέσως μετά χάνεται στην επόμενη γαλαρία αφήνοντάς μας και πάλι στην άγια γαλήνη των Στενών.

Μια ώρα μετά την αναχώρηση μας περνάμε από στενή δίοδο ανάμεσα σε βράχους. Η θέα προς τα ΒΔ είναι εκπληκτική. Κατηφορίζουμε ελαφρά και σε μερικά λεπτά φτάνουμε στην κοίτη του ποταμού, στο τέρμα της σημερινής μας διαδρομής. Ξύλινο παγκάκι και ακριβώς δίπλα του ο πελώριος κορμός μιας εντυπωσιακής Μαύρης Λεύκης.

Θα μπορούσαμε να βαδίζουμε για ώρες σ’ αυτό το παραδεισένιο μονοπάτι των Στενών, το Μουσείο των Αβδήρων, όμως,  μας περιμένει.

Νότια της Ξάνθης,  κοντά στις ακτές του Θρακικού, συναντάμε την κωμόπολη των Αβδήρων. Στον παραθαλάσσιο γήλοφο του ακρωτηρίου «Μπουλούστρα», σε τοπίο μαγευτικό, βρίσκονται τα ερείπια της Βυζαντινής πολιτείας «Πολύστυλον», όπου ήταν χτισμένη η ακρόπολη των κλασσικών χρόνων. (8)

Γενέτειρα σπουδαίων ανθρώπων του πνεύματος τα Άβδηρα – με γνωστότερους τον Δημόκριτο κα τον Πρωταγόρα – φιλοξενούν σήμερα ένα από τα ωραιότερα περιφερειακά Μουσεία της Ελλάδας. Στους δύο ορόφους του θαυμάζουμε τα πολυποίκιλα ευρήματα από τις ανασκαφές της περιοχής, που αποκαλύπτουν τον ιδιωτικό και δημόσιο βίο των Αβδηριτών. Συγκλονιστική είναι η αναπαράσταση των τάφων με τους σκελετούς και τα προσωπικά αντικείμενα των νεκρών, όπως βρέθηκαν κατά τη διάρκεια των ανασκαφών. Μια ιδιαιτερότητα του Μουσείου είναι, ότι η είσοδος του είναι δωρεάν.

Απομεσήμερο πια. Κατευθυνόμαστε στο γραφικό, παραθαλάσσιο Φανάρι, στο ανατολικό άκρο του όρμου του Πόρτο Λάγος. Εδώ, σε ψαροταβέρνα με εκπληκτική θέα στο Θρακικό, απολαμβάνουμε μεγάλη ποικιλία μεζέδων και ολόφρεσκων ψαριών. Ανάμεσά τους και το “Μυξινάρι“, το φημισμένο κεφαλόπουλο της περιοχής.

Το δειλινό μάς βρίσκει στο Πόρτο Λάγος, στην γραφική Μονή Αγίου Νικολάου, που περιβάλλεται από νερό. Προλαβαίνουμε το βύθισμα του ήλιου και πολλά πανέμορφα πουλιά: Φοινικόπτερα, Πελεκάνους, Κύκνους και τρία είδη ερωδιών: Σταχτοτσικνιάδες, Λευκοτσικνιάδες κι έναν Κρυπτοτσικνιά. Πού και πού αναταράσσεται η γαλήνια επιφάνεια των νερών. Είναι τα κεφαλόπουλα που, κυνηγημένα από τ’ αρπακτικά λαυράκια, επιχειρούν απεγνωσμένα άλματα έξω από το νερό.

Νύχτα πια, μας περιμένει μια έκπληξη στον οικισμό της Συδινής. Είναι το Μουσείο και η Ακαδημία Παιδικής Τέχνης “ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ”, που στεγάζεται στο, πάλαι ποτέ, Δημοτικό Σχολείο του χωριού.

Στην είσοδο μας υποδέχεται ο άνθρωπος που ίδρυσε την Ακαδημία, η ζωγράφος και γλύπτρια Λίτα Μαυρογένη. Στο εσωτερικό μένουμε εμβρόντητοι από τον καταιγισμό χρωμάτων και σχημάτων των έργων τέχνης που κοσμούν κάθε σημείο των τοίχων των αιθουσών. Η εκπληκτικότερη, ωστόσο, διαπίστωση είναι, ότι αυτά τα έργα τέχνης είναι δημιουργήματα παιδιών.

Η Ακαδημία Παιδικής Τέχνης, μοναδική του είδους της στην Ελλάδα, θεσμοθέτησε και διοργανώνει από το 2000 την Παγκόσμια Biennale Παιδικής Ζωγραφικής, στην οποία έχουν συμμετάσχει συνολικά, παιδιά 156 χωρών. Εξαιτίας της μεγάλης αυτής συμμετοχής η Ακαδημία έχει σήμερα στην συλλογή της περίπου 30.000 επιλεγμένα έργα απίστευτης ομορφιάς. Που μας αφήνουν έκπληκτους με την απίθανη θεματική ποικιλία και την έμπνευση των παιδιών. Έργα της αρεσκείας μας μπορούμε να προμηθευτούμε εκτυπωμένα σε καμβά άριστης ποιότητας και σε πολύ καλές τιμές. (Μουσείο “ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ”, Συδινή Ξάνθης, τηλ./φαξ: 25410 78109).

ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ > ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ

Η γνωριμία με την Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι ο τελευταίος κρίκος στην περιηγητική αλυσίδα αυτής της εκδρομής. “Η περιδιάβασή μας στην Παλιά Πόλη της Ξάνθης είν’ ένα αδιάκοπο συναπάντημα με διαφορετικές εικόνες. Κάθε δρόμος έχει αποτυπωμένα τα δικά του χαρακτηριστικά. Πουθενά η πόλη δεν είναι ίδια, μισεί την επανάληψη και τα άχρωμα τετράγωνα, καταπολεμά και απομακρύνει την πλήξη του επισκέπτη με μια σπάνια εναλλαγή και ευρηματικότητα, που είναι αδύνατον σε οποιαδήποτε σύγχρονη πόλη να συναντήσει κανείς“.

Όσο κι αν προσπαθώ, 7 χρόνια μετά, είναι αδύνατον να εντοπίσω αλλαγές στην φυσιογνωμία της Παλιάς Πόλης. Εδώ μοιάζει να έχει σταματήσει ο χρόνος, σαν να τον εμποδίζουν αόρατα τείχη, που απομονώνουν την παλιά από την σύγχρονη πόλη της Ξάνθης. Συνοδό και ξεναγό μας, για ένα δίωρο, στον Ιστορικό Περίπατο της Παλιάς Πόλης έχουμε τον Πασχάλη Ξανθόπουλο (10). Η παρουσία του και οι γνώσεις του είναι απαραίτητες, για να επισημάνουμε τα σημαντικότερα αξιοθέατα και τις άγνωστες λεπτομέρειες που τα αφορούν.

Μετά την Παλιά Πόλη τελειώνει ουσιαστικά η εκδρομή, όχι όμως για όλους. Τέσσερις από μας έχουμε την δυνατότητα να παρατείνουμε για μία ακόμη μέρα την παραμονή μας στην Ξάνθη. Η παράταση αυτή έμελλε να μας αποκαλύψει μερικές από τις πιο άγνωστες και απρόσμενες γωνιές της Θρακικής γης.

Κατευθυνόμαστε ΝΑ της Ξάνθης, στα παράλια της Νέας Κεσσάνης. Εδώ, στις ομώνυμες αλυκές, έχουμε την τύχη να προλάβουμε την τελευταία εβδομάδα της εφετινής συγκομιδής αλατιού. Έχοντας πρόσφατα ασχοληθεί με τις Ελληνικές Αλυκές (11), δεν έχουμε την παραμικρή δυσκολία να πάρουμε άδεια εισόδου και σε τούτες τις αλυκές. Μας υποδέχεται ο Αλκιβιάδης Κιβρίκης, που μετά από εργασία μιας 20ετίας, είναι ο αρμοδιότερος να μας ξεναγήσει στις αλυκές. Βαδίζουμε μαζί του ως το τελευταίο αλοπήγιο ή “τηγάνι”, που έχει απομείνει για την συγκομιδή του αλατιού.

Η αλυκή της Νέας Κεσσάνης είναι ο Βενιαμίν της οικογένειας των Ελληνικών Αλυκών, λέει ο Άλκης. Η ετήσια παραγωγή της σπάνια ξεπερνάει τους 5.000 τόνους.

Φτάνουμε στο σημείο του τηγανιού, όπου το μακρύ μηχάνημα συλλέγει το αλάτι και φορτώνει τα φορτηγά. Ο Αλέξης φωτογραφίζει όλα τα στάδια της συγκομιδής. Κάποια στιγμή πιάνει κουβέντα μ’ έναν χειριστή. Μετά από λίγο μού λέει: “δεν περίμενα να συναντήσω στην Αλυκή της Κεσσάνης, έναν τακτικό αναγνώστη του περιοδικού“.

Παίρνουμε τον χωματόδρομο προς την λιμνοθάλασσα των αλυκών. Στα ρηχά νερά μάς καλωσορίζει ένα φοινικόπτερο, που ακολουθείται κατά πόδας από πέντε νεοσσούς με σταχτιά φτερά. Στο αντλιοστάσιο συναντάμε μεγάλη συγκέντρωση από πελεκάνους, φοινικόπτερα και ερωδιούς. Είναι εντυπωσιακό, πόσο ειρηνικά συνυπάρχουν, δίπλα στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις των ανθρώπων, τόσα πολλά πουλιά.

Στον Τεκέ Κιουτουκλού Μπαμπά

Μερικά χιλιόμετρα βόρεια της Κεσσάνης προσπαθούμε να εντοπίσουμε τον μπεκτασήδικο Τεκέ “Κιουτουκλού Μπαμπά“, μουσουλμανικό μνημείο σπουδαίας αρχιτεκτονικής. Στον οικισμό του Σέλινου, ρωτάμε δύο ντόπιους:

Και τι τον θέλετε τον μπεκτασήδικο τεκέ; ρωτάνε με κάποια καχυποψία.

Να βρούμε τον κρυμμένο θησαυρό.

Βάζουν τα γέλια: – Να, εκεί απέναντι είναι, ξεχωρίζει στα χωράφια.

Εντοπίζουμε το ογκώδες κτίσμα βόρεια της διαδρομής προς Συδινή, ανάμεσα σε χωράφια καλαμποκιών. Η αρχιτεκτονική του οχτάπλευρου μνημείου είναι εντυπωσιακή. Το ύψος ξεπερνάει τα 8 μέτρα και καταλήγει σε κεραμόσκεπο τρούλλο. Η τοιχοποιία αποτελείται από πελεκημένες ορθογώνιες πέτρες μπεζ, καφέ και κεραμιδί. Από την ανοιχτή πόρτα εισχωρούμε στο εσωτερικό. Αριστερά της εισόδου κινεί την προσοχή μας ένα μανουάλι με την εικόνα του Αγίου Γεωργίου, ενώ δεξιά μια εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας. Εδώ,εκτός από τους λαξευτούς λίθους κυριαρχούν και τα συμπαγή τουβλάκια που επενδύουν τις καμπύλες επιφάνειες των τρούλλων. Η συνολική εντύπωση είναι εξαιρετική. Σε μια κόγχη του τοίχου φυλάσσεται το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων, το Κοράνι.

Τι γνωρίζουμε όμως για τους Μπεκτασήδες; Στο βιβλίο του Μάνου Στεφανίδη (12), αναφέρουμε συνοπτικά ότι, “το 1357 ο Χατζή Μπεκτάς Βελή ίδρυσε το δερβισικό τάγμα των Μπεκτασήδων, οι οποίοι, ενώ εξωτερικά ασπαζόντουσαν την ισλαμική πίστη, δεν νήστευαν στο Ραμαζάνι, χρησιμοποιούσαν κοινούς λατρευτικούς τόπους με τους Χριστιανούς, ενώ αναφέρεται ότι πίστευαν στην μετεμψύχωση. Ο Μπεκτασισμός διαδόθηκε ευρύτατα στη Θράκη, όπου και σώζονται μνημεία και χώροι λατρείας του εκτός αστικών κέντρων, στο ύπαιθρο και την ελεύθερη φύση (όπως και ο συγκεκριμένος τεκές)” (13).

Η οριστική απαγόρευση και το κλείσιμο των μπεκτασηδικών τεκέδων θα λάβει χώρα την ίδια χρονιά με την απαγόρευση των γενιτσαρικών ταγμάτων, το 1826, επί σουλτάνου Μαχμούτ Β!. Σε οριστικό σφράγισμα των μοναστικών συγκροτημάτων θα προβεί ο Κεμάλ στις 30 Νοεμβρίου 1925.

Πέτρινη Γέφυρα Κομψάτου

6 χλμ. βόρεια της Συδινής συναντάμε την Παλιά Εθνική Οδό Ξάνθης-Κομοτηνής. Στρίβουμε δεξιά και διαδοχικά τους οικισμούς Σούνιο, Αμαξάδες, Κοπτερό και το κεφαλοχώρι του Ίασμου. Μερικά χιλιόμετρα μετά συναντάμε την πινακίδα “ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΓΕΦΥΡΑ – ΠΟΤΑΜΟΣ ΚΟΜΨΑΤΟΣ” (14). Αρχικά περνάμε πάνω από μια μεγάλη τσιμεντένια γέφυρα, που συνδέει τις όχθες της φαρδιάς κοίτης του ποταμού. Συνεχίζουμε σε ανηφορικό χωματόδρομο με τα πόδια. Ένα 5λεπτο μετά, αντικρίζουμε το γεφύρι. Είναι εντυπωσιακό, με τρία κύρια και τρία ανακουφιστικά τόξα. Δυστυχώς, το τόξο στο Δ άκρο του γεφυριού έχει καταπέσει. Το κεντρικό τόξο έχει άνοιγμα 21,80 μέτρα και ύψος από την κοίτη 12 μέτρα, ενώ το ανατολικό τόξο έχει άνοιγμα 17 μέτρα Υπολογίζω το συνολικό μήκος του καταστρώματος -μαζί με το πεσμένο τμήμα- στα 70 περίπου μέτρα. Έτσι το γεφύρι του Κομψάτου είναι το μεγαλύτερο της Θράκης και από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας. Το πλάτος του λίθινου καταστρώματος ξεπερνάει τα 3 μέτρα.

Το Υπουργείο Πολιτισμού χαρακτηρίζει το γεφύρι ως μεσαιωνικό του 17ου-18ου αιώνα, χτισμένο από μάστορες Ηπειρώτες. Σε άλλα δημοσιεύματα θεωρείται ως Βυζαντινό.

Ερείπια Αναστασιούπολης

Υπάρχει ένα όνομα στην περιοχή, που μας μαγνητίζει: Αναστασιούπολη! Η απόκρυφη Βυζαντινή πολιτεία !

Όπως επιστρέφουμε από τον Κομψάτο με κατεύθυνση προς Ξάνθη, συναντάμε τρεις διαδοχικές πινακίδες προς Αναστασιούπολη. Ωστόσο, οι δύο πρώτες δεν οδηγούν πουθενά ή -μάλλον- η μία μας φέρνει στο χείλος ενός απότομου πρανούς δίπλα στην Εγνατία. Η τρίτη πινακίδα -της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας- είναι έξω από τους Αμαξάδες. Μας κατευθύνει νότια, κάτω από γέφυρα της Εγνατίας, σε χωράφια, αγροτικούς δρόμους, διασταυρώσεις. Μάταια ψάχνουμε κάποια επαναληπτική υπόδειξη για τον προορισμό μας.

Την Αναστασιούπολη ψάχνετε; μας ρωτάει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Δεν είστε οι μόνοι.

Με τις οδηγίες τους ακολουθούμε μια τεθλασμένη πορεία τριών περίπου χιλιομέτρων, εντοπίζουμε ένα μοναχικό δάσος που προεξέχει απ’ τα χωράφια και, κάποτε, στην αρχή του δάσους, διακρίνουμε μέσα σε ζούγκλα, τμήματα ενός πελώριου χτιστού όγκου. Ανάμεσα από πανύψηλες λεύκες παραμερίζουμε πυκνά χόρτα, κισσούς και κλαδιά, περνάμε πάνω από ένα συρματόπλεγμα και βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν μοναχικό, ορθογώνιο πύργο.

Δεν θα μπω στον πειρασμό να περιγράψω εντυπώσεις και συναισθήματα από τα ερείπια, που, έκπληκτοι και συγκινημένοι, ανακαλύπτουμε στην πολιτεία του Βυζαντίου. Πιστεύω, ότι αξίζει ένα ολοκληρωμένο άρθρο, αντάξιο της ιστορικότητας και της επιβλητικότητας του τόπου.

Καθώς παίρνει ο ήλιος να χαμηλώνει, μας υπενθυμίζει ότι λίγη ώρα μετά, θα βουτήξει στο Θρακικό. Ξεκινάμε μια φρενήρη πορεία και, πέντε λεπτά πριν χαθεί, προλαβαίνουμε τον πορφυρό του δίσκο, από την αμμουδερή παραλία του Πόρτο Λάγος.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο φωτογράφιζα τα χαράματα την ανατολή, λέει ο Αλέξης και, καθώς χάνεται πια το φως, μαζεύει τον τρίποδα και την φωτογραφική του μηχανή.

Επίλογος

Το τελευταίο μας πρωινό είναι αποκλειστικά αφιερωμένο στις Λιμνοθάλασσες της Θράκης.

Νομίζω πως δεν υπάρχει παρόμοιο τοπίο στην Ελλάδα, μας έχει πει ο Βασίλης Τερζής. Φανταστείτε, έξι διαδοχικές λιμνοθάλασσες, η μία δίπλα στην άλλη, καθεμία με τις ιδιαιτερότητές της, τους δικούς της φτερωτούς πληθυσμούς. Και μάλιστα σε μια ακτογραμμή, που μόλις φτάνει τα 15 χιλιόμετρα στην ευθεία. Από το Πόρτο Λάγος ως το ακρωτήριο του Καλόγηρου.

Στο γνωστό μας, πια, Κέντρο Πληροφόρησης Βιστωνίδας συναντάμε την Δέσποινα Μιχαηλίδου, Διευθύντρια του Φορέα Διαχείρισης Δέλτα Νέστου, Λίμνης Βιστωνίδας, Ισμαρίδας.

Θα γοητευτείτε από τα χαρακτηριστικά της περιοχής, μας λέει η Δέσποινα. Θα ευχόσασταν να είχατε πολύ περισσότερο χρόνο.

Δεν έχει άδικο. Όταν, μετά από πολλές ώρες, ολοκληρώνεται η περιήγησή μας με τον Βασίλη, νιώθουμε εξαιρετικά προνομιούχοι αφ’ ενός που γέμισε η όρασή μας με τόση ομορφιά και πολύ άτυχοι αφ’ ετέρου, που η έλλειψη χρόνου μας εμπόδισε να γνωρίσουμε τις λιμνοθάλασσες και τα πουλιά τους σε άλλες ώρες και σε άλλες εποχές.

Αρκεστείτε, λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, σε μερικές αρχικές εικόνες σ’ αυτό το τεύχος. Δεν βλέπουμε την ώρα να επιστρέψουμε με διαφορετικούς, χειμωνιάτικους και πιο θεαματικούς καιρούς. Που θα μας δώσουν την δυνατότητα να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη -και μαζί μας κι εσείς- γι’ αυτή την τόσο ιδιαίτερη γωνιά της Θράκης.

 

  1. Ο Τάσσος Αναστασιάδης, γεννημένος στην Ξάνθη, είναι υπεύθυνος της εταιρείας υπαίθριων δραστηριοτήτων “VISTONIS TRAVEL”.
  2. “ΠΟΜΑΚΟΙ, ΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΤΗΣ ΡΟΔΟΠΗΣ”, ΞΑΝΘΗ 1995.
  3. “Η ιστορική – γλωσσολογική προέλευση του όρου “Πομάκοι”.
  4. Για τα Πομακοχώρια και τους Πομάκους της Ξάνθης έχει δημοσιευθεί ένα ενδιαφέρον άρθρο στο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ, τεύχ. 61., ΙΑΝ-ΦΕΒ 2008.
  5. Στοιχεία από εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ, LAROUSSE, BRITANNICA, τόμος 36, σελ. 239-241.
  6. ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ, ΤΕΥΧΟΣ 36, ΝΟΕ-ΔΕΚ. 2003.
  7. ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ, ΤΕΥΧΟΣ 95, ΣΕΠΤ-ΟΚΤ. 2013, “Στενά Νέστου με Κανό”.
  8. Εκτενές άρθρο για τα Άβδηρα, υπάρχει στο ΕΛΛ. ΠΑΝΟΡΑΜΑ τεύχος 37, ΙΑΝ-ΦΕΒ 2004.
  9. ΕΛΛ. ΠΑΝΟΡΑΜΑ, Τεύχ. 54, ΝΟΕ-ΔΕΚ. 2006.
  10. Ο Πασχάλης Ξανθόπουλος είναι Διευθυντής του Ιστορικού-Λαογραφικού Μουσείου και μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες ξενάγησης σε ομάδες επισκεπτών (τηλ. 25410 25421, www.fex.org.gr).
  11. ΕΛΛ. ΠΑΝΟΡΑΜΑ, τευχ. 90, ΜΑΡ-ΑΠΡ. 2013.
  12. “ΤΑ ΤΕΜΕΝΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ”.
  13. Ο Τεκές (Tekke) είναι μικρό οίκημα, τόπος προσκυνήματος.
  14. Ο ποταμός Κομψάτος πηγάζει από την οροσειρά της Κεντρικής Ροδόπης και μετά από 60 χιλιόμετρα συνεχούς ροής, εκβάλλει στην Λίμνη Βιστωνίδα. Το ελάχιστο υπερθαλάσσιο ύψος του είναι 5 μέτρα και το μέγιστο, στις πηγές του, 1.100 μέτρα.
back-button
next-button
ksanthi-1 ksanthi_1-1 ksanthi_3-1 ksanthi_4-1 ksanthi_5-1 ksanthi_6-1 ksanthi_7-1 ksanthi_8-1 ksanthi_9-1 ksanthi_10-1 ksanthi_11-1 ksanthi_12 ksanthi_13 ksanthi_14 ksanthi_15 ksanthi_18 ksanthi_19 ksanthi_20 ksanthi_21 ksanthi_23 ksanthi_24 ksanthi_25 ksanthi_27
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories