home Άρθρα Πελοπόννησος. Δεν ξεχνάμε…
Πελοπόννησος. Δεν ξεχνάμε…

Αρχές Σεπτέμβρη τηλεφωνώ στον μικρό αγροτικό ξενώνα “Κάμπος της Νεράιδας”, στην Ηλεία. Το τηλέφωνο καλεί μία, δύο, τρεις φορές … Καμία
απάντηση. Με ζώνουν άσχημα προαισθήματα. Ο “Κάμπος της Νεράιδας” βρισκόταν στον πύρινο πυρήνα του πολύπαθου νομού. Στην δέκατη ή
ενδέκατη φορά το μονότονο σήμα σταματάει, ακούγεται μια ξέπνοη, από το λαχάνιασμα, φωνή.
Είναι η Ελένη.
– Ακόμα ζούμε, καλέ μου Θεόφιλε, μην ανησυχείς. Και το κτηματάκι μας έζησε κι αυτό. Κάηκαν μόνον τα πεύκα ως την είσοδο. Τσουρουφλίστηκαν και
μερικές ελιές. Το δάσος όμως πάνω μας έπαψε να υπάρχει. 1/4πως και τόσα άλλα στη γύρω περιοχή…
Το δεύτερο τηλεφώνημα είναι στη Λακωνία, στα “Τζίντζινα” του Πάρνωνα, το “Πολύδροσο” στους χάρτες.
Μας απαντάει μια άχρωμη φωνή.
– Αντώνη, δεν ακούγεσαι καλά.
– Ε, ναι, μετά από τόσα φλογερά μερόνυχτα στα βουνά είμαι λιγάκι κουρασμένος.
– Λέγαμε να κατηφορίσουμε ως εκεί.
Ο καλός μας φίλος ζωντανεύει στη στιγμή.
– Ξεχνάω την κούραση και σας περιμένω.
Το τρίτο τηλεφώνημα είναι στην Καλαμάτα.
– Σταμάτησε η φωτιά λίγο έξω από την πόλη, λέει ο Τάκης. Ο Ταΰγετος όμως λαβώθηκε βαριά.
Λίγο αργότερα, η Λίλα απ’ το Καστόρι είχε ανάμεικτα συναισθήματα.
– Δεν κινδύνεψε το χωριό, στον Ταΰγετο δώσαμε μάχη και περιορίσαμε τη φωτιά. 1/4που αλλού κι αν πας μαυρίζει η ψυχή σου.
Έτσι, μέσα σε λίγη ώρα, πλανηθήκαμε νοερά πάνω από κάμπους και βουνά, που τόσο πολύ αγαπήσαμε σε Ηλεία, Μεσσηνία, Αρκαδία και Λακωνία. Για την Αρχαία Ολυμπία δεν ρωτήσαμε κανέναν. Μας καθησύχασαν οι δηλώσεις του τότε υπουργού για “μερικά καμένα δέντρα…”.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Πελοπόννησος. Δεν ξεχνάμε…
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

Αρχές Σεπτέμβρη τηλεφωνώ στον μικρό αγροτικό ξενώνα «Κάμπος της Νεράιδας», στην Ηλεία. Το τηλέφωνο καλεί μία, δύο, τρεις φορές … Καμία απάντηση. Με ζώνουν άσχημα προαισθήματα. Ο ¨Κάμπος της Νεράιδας» βρισκόταν στον πύρινο πυρήνα του πολύπαθου νομού. Στην δέκατη ή ενδέκατη φορά το μονότονο σήμα σταματάει, ακούγεται μια ξέπνοη, από το λαχάνιασμα, φωνή. Είναι η Ελένη.

– Ακόμα ζούμε, καλέ μου Θεόφιλε, μην ανησυχείς. Και το κτηματάκι μας έζησε κι αυτό. Κάηκαν μόνον τα πεύκα ως την είσοδο. Τσουρουφλίστηκαν και μερικές ελιές. Το δάσος όμως πάνω μας έπαψε να υπάρχει. Όπως και τόσα άλλα στη γύρω περιοχή…

Το δεύτερο τηλεφώνημα είναι στη Λακωνία, στα «Τζίντζινα» του Πάρνωνα, το «Πολύδροσο» στους χάρτες. Μας απαντάει μια άχρωμη φωνή.

– Αντώνη, δεν ακούγεσαι καλά.

– Ε, ναι, μετά από τόσα φλογερά μερόνυχτα στα βουνά είμαι λιγάκι κουρασμένος.

– Λέγαμε να κατηφορίσουμε ως εκεί.

Ο καλός μας φίλος ζωντανεύει στη στιγμή.

– Ξεχνάω την κούραση και σας περιμένω.

Το τρίτο τηλεφώνημα είναι στην Καλαμάτα.

– Σταμάτησε η φωτιά λίγο έξω από την πόλη, λέει ο Τάκης. Ο Ταΰγετος όμως λαβώθηκε βαριά.

Λίγο αργότερα, η Λίλα απ’ το Καστόρι είχε ανάμεικτα συναισθήματα.

– Δεν κινδύνεψε το χωριό, στον Ταΰγετο δώσαμε μάχη και περιορίσαμε τη φωτιά. Όπου αλλού κι αν πας μαυρίζει η ψυχή σου.

Έτσι, μέσα σε λίγη ώρα, πλανηθήκαμε νοερά πάνω από κάμπους και βουνά, που τόσο πολύ αγαπήσαμε σε Ηλεία, Μεσσηνία, Αρκαδία και Λακωνία. Για την Αρχαία Ολυμπία δεν ρωτήσαμε κανέναν. Μας καθησύχασαν οι δηλώσεις του τότε υπουργού για «μερικά καμένα δέντρα…».

 

ΣΤΟΝ «ΚΑΜΠΟ ΤΗΣ ΝΕΡΑΪΔΑΣ»

 

Το δειλινό του Σεπτέμβρη είναι ειδυλλιακό. Διασχίζουμε τη «Γέφυρα» και περνάμε στην Πελοπόννησο. Ο ήλιος χαμηλώνει πορφυρός στα νερά του Ιονίου. Καθώς πλησιάζουμε στον Πύργο μια ανεπαίσθητη οσμή περνάει στο αυτοκίνητο. Αριστερά στον ημιορεινό ορίζοντα κάποιοι πρώτοι λόφοι μαυρίζουν στον σκούρο ουρανό.

Στην πρωτεύουσα της Ηλείας φαινομενικά όλα βαίνουν καλώς. Στις κεντρικές πλατείες αφίσες διαφόρων αποχρώσεων φιλοξενούν προσωπεία υποψηφίων με το γοητευτικότερο χαμόγελο. Μεγάφωνα εκπέμπουν φράσεις επικές, γεμάτες με προσωπικές δεσμεύσεις τιμής για «μια καλύτερη Ελλάδα». Φεύγουμε σαν κυνηγημένοι. Η υποκρισία δεν αντέχεται.

Παίρνουμε το δρόμο για την Αρχαία Ολυμπία. Μερικά χιλιόμετρα μετά τον Πύργο, στο ύψος της Βαρβάσαινας, στρίβουμε αριστερά προς Λατζόι. Η ατμόσφαιρα γίνεται ξαφνικά αποπνικτική. Στους προβολείς του αυτοκινήτου αποκαλύπτονται κορμοί πεύκων μαυρισμένοι, κλαδιά σπασμένα και κατάσπαρτα παντού με βελόνες καφετιές, όγκοι χωμάτων πάνω στην άσφαλτο, σε κάποια σημεία λεπτές στήλες καπνού, που μετά από τόσες μέρες «αναβλύζουν» απ’ τις στάχτες. Στο γεφυράκι με την πινακίδα «Πηγές Ενιππέα» λοξεύουμε αριστερά. Πλησιάζουμε στον «Κάμπο της Νεράιδας», αυτό το ησυχαστήριο στην κοιλάδα του Ενιππέα, όπου οι μόνοι ήχοι προέρχονται από τα πουλιά και το κελάρυσμα του νερού. Ξαναβρίσκουμε τα πέτρινα σπιτάκια, τα λουλούδια και τα ελιόδεντρα, την απλότητα και την ανθρώπινη ζεστασιά της Ελένης και του Δημήτρη. Μας βάζουν να ξεκουραστούμε απ’ το μακρύ ταξίδι των 600 χιλιομέτρων στα γνώριμά μας υπαίθρια τραπεζάκια, κάτω απ’ τις μεγάλες μουσμουλιές και τη μουριά. Ύστερα πίνουμε κρασάκι όπως παλιά. Τόσο γλυκιά είναι η νύχτα του Σεπτέμβρη και τόσο ήρεμη! Μόνον η βαριά μυρωδιά απ’ το καμένο δάσος επιμένει να μας θυμίζει τη συμφορά που έπληξε αυτόν τον ωραίο τόπο.

– Τις νύχτες πετάγομαι απ’ τον ύπνο μου, καταλήγει η Ελένη. Νιώθω να με κυκλώνουν οι φλόγες και να με πνίγουν οι καπνοί. Δεν ξέρω αν ποτέ θα λυτρωθώ απ’ αυτό τον εφιάλτη…

Με το πρώτο φως της μέρας βγαίνω απ’ το σπιτάκι μας και στρέφω το βλέμμα μου στο «Μετέωρο», ένα συμπαγές βράχινο συγκρότημα πάνω απ’ το κτήμα. Ο όγκος και η θέση του στην κορυφή του λόφου συνιστούσαν ένα από τα εντυπωσιακότερα τοπία του τόπου. Ο βράχος εξακολουθεί να είναι επιβλητικός όπως πάντα. Ο φυσικός του διάκοσμος όμως, τα βαθυπράσινα άλλοτε πεύκα, έχουν απομείνει ισχνές, μίζερες, σκουρόχρωμες σιλουέτες χωρίς ζωή. Όπως άλλωστε και η συνολική δασική περιοχή με τα ρυάκια, τα πουλιά, τα μικρά και μεγάλα ζώα και τα βαθύσκια μονοπάτια, που μας είχαν χαρίσει τόσες ώρες ανέμελων περιπάτων. Αυτά όλα θα ξαναπάρουν χρόνια να ξαναγίνουν όπως πριν. Οι άνθρωποι όμως, που τόσο αναίτια χάθηκαν, δεν θα επανέλθουν στον κόσμο των ζωντανών. Απλά θα παραμείνουν στη μνήμη των δικών τους. Για κάποιους άλλους θα είναι τα ανώνυμα θύματα της «ασύμμετρης απειλής…».

Στρέφω το βλέμμα μου στο κτήμα, στη δενδροστοιχία με τις λεύκες, στο αντικρινό – ακόμα πράσινο – χωριό, βηματίζω ως την κοίτη του Ενιππέα, αλαφρώνει λίγο η ψυχή.

– Που θα σας βγάλει σήμερα ο δρόμος; ρωτάει η Ελένη.

– Στη γη της Ηλείας, όση μπορέσουμε να δούμε.

Η μέρα δεν μοιάζει καθόλου με τη νύχτα. Είναι σκληρή και αμείλικτη, τίποτε δεν κρύβει. Δεκάδες στρατιώτες έχουν ξεκινήσει το έργο από νωρίς. Σκαρφαλωμένοι στα απότομα πρανή, μέσα στα αποκαΐδια και τις στάχτες, ρίχνουν με τα αλυσοπρίονα όσα μεγάλα πεύκα κρίνονται επικίνδυνα για την ασφάλεια τροχοφόρων και πεζών. Μαζί τους γερανοί, φορτηγά και άλλα μηχανήματα. Οι στρατιώτες είναι νεαροί, νεοσύλλεκτοι στην Κόρινθο, οι περισσότεροι κάτω των 20 ετών. Κάποιος κάνει μια άτσαλη τομή. Το πεύκο σωριάζεται στο πλάι και όχι στον κατήφορο.

– Έκοψες, ρε, ποτέ με αλυσοπρίονο; του φωνάζει ένας ανώτερος, νέος κι αυτός.

– Όχι, είναι η πρώτη μου φορά, απαντάει ο στρατιώτης.

Ένα αιωνόβιο πεύκο πέφτει με πάταγο στο δρόμο, μέσα σε πυκνά σύννεφα στάχτης. Θα περάσουν πολλές γενιές ανθρώπων, για να ξαναδούν κάτι αντίστοιχο στη θέση του. Μας σταματούν αρκετές φορές, ώσπου να ελευθερωθεί ο δρόμος απ’ τους κορμούς και τα κλαδιά. Κάτω απ’ την άσφαλτο, στην κοιλάδα του Ενιππέα, κάποιες καλλιέργειες έχουν διασωθεί, μικρές οάσεις μέσα στην ερήμωση. Όλα τα υπόλοιπα, χωράφια και καλαμπόκια, αμπελάκια κα ελαιώνες έχουν καεί. Τα νερά του ποταμού είναι θολά. Μπουλντόζες διευρύνουν την κοίτη του για το ενδεχόμενο πλημμυρών.

Παίρνουμε το δρόμο για την Αρχαία Ολυμπία. Ο βόρειος ορίζοντας κατά μήκος της πεδιάδας καλύπτεται από απαλές λοφοπλαγιές με ελαιώνες, πεύκα και κατάσπαρτους οικισμούς. Παντού κυριαρχούν καφετιές και σκουρόχρωμες αποχρώσεις. Η Αρχαία Ολυμπία , μετά το σοκ των πρώτων ημερών, μοιάζει να έχει ξαναβρεί του συνηθισμένους της ρυθμούς, με τον συνωστισμό στους στενούς δρόμους, τις δεκάδες των πούλμαν και τους πολυάριθμους τουρίστες απ’ όλες τις φυλές. Ωστόσο τίποτε δεν είναι όπως πριν. Ένα σκουρόχρωμο, θλιβερό φόντο περιβάλλει την κοιτίδα των Ολυμπιακών αγώνων, τα θαυμαστά μνημεία της αρχαίας κληρονομιάς. Οι τουρίστες δεν φωτογραφίζουν πια μόνον τους κίονες, τις αψίδες, τα ενεπίγραφα αρχιτεκτονικά μέλη και το Στάδιο αλλά και τον καμένο Κρόνιο λόφο, τα στρατιωτικά οχήματα, τα μαυρισμένα πεύκα, που δεν είναι «μερικά» αλλά εκατοντάδες και χιλιάδες. Αδύνατη η πρόσβαση ως εκεί. Την απαγορεύουν αστυνομικοί και στρατιώτες, πλαστικές ταινίες όπως στον κινηματογράφο σε περιπτώσεις εγκλημάτων. Συνεργεία στρατού και πολιτών δουλεύουν ακατάπαυστα. Δημιουργούν φράγματα με κορμούς στα απότομα πρανή, κόβουν πεύκα με αλυσοπρίονα, ο τρομερός θόρυβος διαταράσσει τη γαλήνη, αυτού του τοπίου που είναι τόσο στενά συνυφασμένο με τη γαλήνη. Τα «κανονάκια» όμως του συστήματος πυρόσβεσης εξακοντίζουν συνεχώς νερό στο γρασίδι των πρανών. Τότε που έπρεπε δεν λειτούργησαν. Ευτυχώς που το Στάδιο είναι από χώμα και δεν κάηκε. Έτσι οι τουρίστες εξακολουθούν να φωτογραφίζονται στην πέτρινη αφετηρία των αγώνων δρόμου των αρχαίων αθλητών. Η εικόνα της Αρχαίας Ολυμπίας μας γεμίζει κατάθλιψη, μας διώχνει….

Αυτό που βλέπουμε, πολύ απέχει από τον «κάλλιστο της Ελλάδας τόπο», που ύμνησε ο Λυσίας.

Κατηφορίζουμε προς τα παράλια της Ζαχάρως, που δεν θρηνεί μόνον καμένη γη αλλά και δεκάδες ανθρώπινες ζωές. Στο ύψος του Κάτω Σαμικού ένας ανηφορικός δασικός δρόμος μας κατευθύνει στην ομώνυμη Αρχαία Ακρόπολη. Εδώ, σε υψόμετρο 120 περίπου μέτρων, ορθώνεται τείχος βαριάς κυκλώπειας κατασκευής σε άριστη τοιχοποιία. Η φωτιά εκπόρθησε την αρχαία οχύρωση με ευκολία πολύ μεγαλύτερη από οποιονδήποτε εχθρό. Έχουν καεί πεύκα, ελιόδεντρα, βαλανιδιές, πουρνάρια και σφενδάμια. Δεν ακούγεται κανένας ήχος, δεν πεταρίζει κανένα πουλί. Μόνον το θρόισμα του ανέμου στα καψαλισμένα φύλλα μιας μεγάλης βαλανιδιάς, που δεν πρόλαβαν να χαρούν τα λαμπρά χρώματα του φθινοπώρου που πλησιάζει. Ευτυχώς στους αντικρινούς λόφους έχουν απομείνει και μερικές πράσινες πλαγιές, ίσως για να τονίζουν με πιο δραματικό τρόπο την κραυγαλέα αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο της φύσης.

Πάνω από το ύψος της ακρόπολης όμως, η θέα προς την πεδιάδα της Ζαχάρως είναι αποκρουστική. Ως το γαλάζιο του Ιονίου κυριαρχούν οι χρωματικοί τόνοι του μαύρου και καφέ. Από κοντά οι εικόνες είναι ακόμη πιο αποτρόπαιες. Έχουν τσουρουφλιστεί ακόμη και τα Βούρλα της Λίμνης του Καϊάφα. Τραγική φιγούρα ανάμεσά τους ένας μοναχικός λευκοτσικνιάς. Σταματάμε να τον φωτογραφίζουμε αλλά φεύγει τρομαγμένος…

Στην ακτογραμμή του Κυπαρισσιακού κόλπου εκτείνεται ίσως η μεγαλύτερη ομοιογενής αμμουδερή παραλία της Ελλάδας. Από την μεγάλη ασφάλτινη ευθεία κάποια στιγμή λοξοδρομούμε προς την ακτή. Βρίσκουμε μπροστά μας τη σιδηροδρομική γραμμή, που διασχίζει αμμόλοφους και παραθαλάσσιο πευκοδάσος. Είν’ ένα τοπίο ασύλληπτης γραφικότητας, που τόσες φορές έχουμε θαυμάσει στο παρελθόν. Τίποτε, εκτός από την άμμο, δεν κατάφερε ν’ αντισταθεί στη μανία της φωτιάς, που κατάκαψε και τα τελευταία πεύκα, τους τελευταίους θάμνους πριν από τη θάλασσα. Η τραγωδία του τόπου είναι απίστευτη, καμιά φωτογραφία δεν μπορεί να την αποδώσει. Ούτε αυτός ο παράδεισος μπορεί να ξαναγίνει όπως πριν. Όχι τουλάχιστον πριν περάσουν πολλές γενιές. Αδύνατον ν’ αντιληφθούμε, πως με τέτοια ευχέρεια πρόσβασης από το διπλανό ασφάλτινο δίκτυο και τους ενδιάμεσους χωματόδρομους απέτυχαν να διασώσουν αυτή την εξωτική παραλία της Ηλείας.

Βουλιάζουν τα βήματά μας στους αμμόλοφους, μαυρίζουν τα ρούχα μας από τ’ αποκαΐδια και τις στάχτες, μα περισσότερο απ’ όλα μαυρίζει η ψυχή μας. Αναζητούμε μια διέξοδο από την συγκινησιακή φόρτιση. Την βρίσκουμε παροδικά αγναντεύοντας την απεραντοσύνη του Ιονίου, απέναντι στην αμόλυντη ανάσα του πουνέντε…

Η ψευδαίσθηση της ειδυλλιακής Ελλάδας τελειώνει. Μπροστά μας η Ζαχάρω, οι ανηφοριές για Ξηροχώρι. Απέραντες μαυρισμένες βουνοπλαγιές με θάμνους και ελαιώνες. Κάποιοι, ελάχιστοι, επέζησαν. Ίσως από επιλεκτική εύνοια του ανέμου. Τα δέντρα ήταν φορτωμένα με ελίτσες. Δεν πρόλαβαν να γίνουν λάδι, συρρικνώθηκαν και μαύρισαν, απόμειναν το κουκούτσι και ο φλοιός.

Ορεινός οικισμός της Σμέρνας, στα 700 περίπου μέτρα. Σ’ όλη τη διαδρομή τα πευκοδάση είναι καμένα. Μαζί τους και αρκετά σπίτια του χωριού. Διασχίζουμε τους στενούς δρόμους του αργά. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μας χαιρετάει απ’ την αυλή του. Σταματάμε.

– Από που έρχεστε παιδιά;

– Από τη Θεσσαλονίκη.

– Ω, ήρθατε να μας δείτε από τόσο μακρυά. Ελάτε να σας ψήσουμε ένα καφεδάκι, ν’ ακούσετε τον πόνο μας…

Ανηφορίζουμε για Κουμουθέκρα, την πολύπαθη Αρτέμιδα κι ύστερα για Μάκιστο, τόπους που θρήνησαν νεκρούς. Μας υποδέχεται μια καμένη εκκλησούλα με τον μεγάλο της πλάτανο, θύμα της φωτιάς κι αυτόν. Η πέτρινη πηγούλα κάτω απ’ τον κορμό εξακολουθεί να τρέχει δροσερό νερό. Από τα 70 σπίτια κάηκαν τα 80. Να όμως και το «ενδιαφέρον» της πολιτείας, τα «λυόμενα». Τους αδικοχαμένους ποιός θα τους φέρει πίσω;

Πλατάνα και Μπαρακίτικα, Καλλιθέα. Καφενείο με εξώστη και θέα στα χαμηλά ανεμπόδιστη. Αν ο ορίζοντας δεν ήταν μαύρος, η «Καλλιθέα» θα δικαίωνε την ονομασία που της έδωσαν.

– Μήπως στο δρόμο σας περάσατε από Λιβαδάκι; ρωτάει ο καφετζής.

– Όχι, γιατί μας το ρωτάς;

– Εκεί να δείτε καταστροφή. Από τα 40 σπίτια δεν έμειναν ούτε 5.

Πισωδρομούμε για Λιβαδάκι, διασχίζουμε ανηφορικά την Καλλιθέα, που έχασε κι αυτή 40 σπίτια ολόγυρά της. Βρίσκουμε τον καινουριοφτιαγμένο ασφαλτόδρομο που διασχίζει το δάσος. Ποιό δάσος; Είναι δάσος οι κατάμαυροι κορμοί; Ψάχνουμε να δούμε μια πράσινη συστάδα, έστω και ένα δέντρο ζωντανό. Αδύνατον! Έχω την αίσθηση, πως ένα γιγάντιο φλόγιστρο πέρασε πάνω από τον τόπο και με χειρουργική ακρίβεια έκαψε τα πάντα. Η γη καπνίζει εδώ κι εκεί, ένα κομμάτι κορμού καίει ακόμα…

Το χωριό έχει σχεδόν την τύχη του δάσους, η εικόνα του είναι ζοφερή. Να όμως, που στην είσοδό του ακούγονται χτύποι και ομιλίες. Σε μια στροφή, κάτω από το δρόμο, χάσκουν τα μαυρισμένα ντουβάρια ενός μεγάλου στάβλου. Λείπει τελείως η σκεπή. Στη θέση της στήνεται μια άλλη, ο ξύλινος σκελετός είν’ έτοιμος σχεδόν. Σκαρφαλωμένος πάνω του ένας άνθρωπος καρφώνει τα τελευταία καρφιά. Ένας άλλος στο έδαφος του προμηθεύει υλικά.

– Τι έγινε, βρε παιδιά, πιάσατε κιόλας τη δουλειά;

– Τι να κάνουμε, τρέχουμε να προλάβουμε πριν πιάσουν οι βροχές. Πήραμε τα τρία χιλιάρικα, δώσαμε κιόλας τεσσεράμισι. Μα, δεν το βάζουμε κάτω. Το πιο σπουδαίο είναι, ότι ζούμε.

Πιο κάτω η Άννα ανακαλύπτει μια κυρούλα. Γαντζωμένη στα ερείπια του σπιτιού της. Δεν λέει να τ’ αφήσει…

Στο δρόμο για Ανδρίτσαινα. Λίγα χιλιόμετρα πριν απ’ το ιστορικό χωριό ο τόπος πρασινίζει. Φαίνεται πως σεβάστηκε η «ασύμμετρη απειλή» τον τόπο καταγωγής του εμπνευστή της!

Αλωνίσταινα, Πετράλωνα, Ν. Φυγαλεία, Λέπρεο. Πλαγιές, ρεματιές και κάμποι μια μαυρίλα. Μας βρίσκει η νύχτα. Ευτυχώς! Δεν θέλουμε πια να βλέπουμε τίποτε άλλο εκτός από το δρόμο.

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΛΑΚΩΝΙΑ, ΤΖΙΝΤΖΙΝΑ

 

Θόρυβος συνεχής μας ξυπνάει απ’ τα χαράματα. Βρέχει δυνατά.

– Άργησε πολύ, λέει με πίκρα η Ελένη. Αν έβρεχε πριν δυο βδομάδες, ίσως να γλίτωνε ο τόπος.

Αποχαιρετάμε τους φίλους μας, τον «Κάμπο της Νεράιδας». Στα πρόσωπά τους ξαναβλέπουμε χαμόγελα. Μετά τη βροχή προβάλλει η φύση σχεδόν ειδυλλιακή. Τα καφετιά χρώματα θυμίζουνε φθινόπωρο. Ωστόσο οι φλόγες εξακολουθούν να καίνε στην καρδιά ενός κορμού.

Από την Αρχαία Ολυμπία λοξεύουμε προς Τρίπολη. Εικόνες πράσινου και πάλι ολόγυρά μας. Ελιές φορτωμένες με καρπό, εσπεριδοειδή και αμπελάκια, δάση θαλερά, χωριά με λουλούδια στις αυλές και σπίτια απείραχτα. Μια Πελοπόννησος γνωστή όπως παλιά, γεμάτη ομορφιά. Ο ποταμός Ερύμανθος είναι μια όαση δροσιάς. Μπαίνουμε στην Αρκαδία. Ακολουθούμε το κεντρικό οδικό δίκτυο προς Λαγκάδια. Κόσμος στα καφενεία, επισκέπτες στα μαγαζιά, στον στενό δρόμο συνωστισμένα αυτοκίνητα. Στον ωραίο, παραδοσιακό οικισμό η ζωή κυλάει όπως πάντα. Μαίναλο, ελατοδάση, Βυτίνα και μετά Αλωνίσταινα. Κατηφορίζουμε για Τρίπολη. Στην ψησταριά του Θόδωρου ευχάριστη εμπειρία από έναν εξαίρετο επαγγελματία. Μετά την πεδιάδα μαυρίζει λίγο το τοπίο στις χαμηλές λοφοπλαγιές. Έχουν καεί θάμνοι και πουρνάρια αλλά σε περιορισμένη έκταση, απώλειες «φυσιολογικές» μετά από τέτοιους καύσωνες και τόσο άνυδρο καλοκαίρι.

Βγαίνουμε από την Αρκαδία με ελάχιστες – προς το παρόν – οπτικές εμπειρίες απ’ τις μεγάλες καταστροφές. Εισχωρούμε στη Λακωνία, στρίβουμε αριστερά προς Καρυές, Βαρβίτσα, Βαμβακού. Πέτρινα χωριά, καστανιές και καρυδιές, πευκοδάση και ελατοδάση στον βόρειο Πάρνωνα, πηγές νερού από το Δασαρχείου Σπάρτης. Κατηφορίζουμε για «Πολύδροσο», τα αγαπημένα μας «Τζίντζινα», θαυμάζουμε στο δρόμο τις ωραίες συστάδες των μαυρόπευκων. Είναι κάποιες ώρες τώρα, που ζούμε με την ψευδαίσθηση, ότι η βαριά λαβωμένη Πελοπόννησος είναι αποκύημα της φαντασίας μας, ένας φευγαλέος εφιάλτης. Δεν είναι όμως έτσι. Στον αυχένα, πάνω από τα Τζίντζινα, παίρνουμε μια πρώτη γεύση της σκληρής πραγματικότητας. Ένα τμήμα στα ΒΔ του θαυμάσιου πευκοδάσους έχει καεί. Όλο το υπόλοιπο εκπληκτικό φυσικό περιβάλλον του χωριού έχει σωθεί. Ο Αντώνης μας περιμένει στον αυχένα, μας υποδέχεται με ανοιχτή αγκαλιά.

– Εδώ καταφέραμε ν’ αναχαιτίσουμε τη φωτιά, όπως και στην κορυφή των λόφων, στα νότια του χωριού. Αν βγούμε πίσω από τους λόφους, θ’ αντικρύσουμε το χάος.

Και είναι πράγματι έτσι. Το τελευταίο ειδυλλιακό σημείο στην περιοχή είναι τα Τζίντζινα. Μόλις χαμηλώνουμε στα νότια, πίσω από τους λόφους, αναβιώνουν οι ζοφερές εικόνες της Ηλείας. Αριστερά και δεξιά του δρόμου προς Καλλιθέα, πλαγιές, χαράδρες, λόφοι και ρεματιές έχουν σαρωθεί απ’ τη φωτιά. Αλλά και ο Πάρνωνας, σε μεγάλα υψόμετρα πάνω από το δρόμο, έχει πάψει να μας θυμίζει το καταπράσινο βουνό, με τα έλατα και τα εκπληκτικά του κέδρα, που τόσο αγαπήσαμε με τη συντροφιά του μπάρμπα- Γιάννη του Σπυρίδη, του αείμνηστου «Δάσκαλου». Πρόλαβε κι έφυγε απ’ τη ζωή, πριν πεθάνει ψυχικά απ’ τις εικόνες του βουνού που αντικρίζουμε εμείς.

Ο φίλος μας ο Αντώνης ξαναγίνεται μελαγχολικός και σκυθρωπός. Κάθε κομμάτι καμένης γης του φέρνει στο νου τα μερόνυχτα της πάλης, τους πυροσβέστες, τους ντόπιους, τους εθελοντές Έλληνες και ξένους, στιγμές αυτοθυσίας αλλά και έλλειψης συντονισμού, ώρες κούρασης στα όρια της εξάντλησης. Κατηφορίζουμε προς το Γεράκι. Οι δασωμένες πλαγιές λιγοστεύουν, στο τοπίο κυριαρχούν πέτρες και θάμνοι, που δεν γλύτωσαν ούτε αστοί.

Νύχτα πια επιστρέφουμε στα Τζίντζινα, στην ολόφωτη πλατεία με τα πλατάνια. Εδώ δεσπόζει το «Σχολαρχείο», ο ξενώνας του Αντώνη στο επιβλητικό πετρόχτιστο Σχολείο του 19ου αιώνα. Αγωνίζεται ο φίλος μου να συμμαζέψει τις μικροατέλειες και τις φθορές του χρόνου. Δεν είναι τόσο εύκολο σ’ ένα παμπάλαιο κτίριο, που επιπλέον δεν του ανήκει. Όπως και νάναι όμως, το «Σχολαρχείο» είναι πάντα αγαπητό, δημιουργεί με τους πελάτες του σχέσεις που βασίζονται κυρίως στο ρομαντισμό και στο συναίσθημα.

Στην καταπληκτική αίθουσα του ισογείου κάθομαι στη συνηθισμένη μου θέση, δίπλα στο παράθυρο. Έξω φυσάει ψυχρός βοριάς, παρασέρνει απ’ τα κλαδιά τα πρώτα κιτρινισμένα πλατανόφυλλα. Γεμίζει με κρητική ρακή τα ποτήρια ο Αντώνης. Ύστερα ρίχνει και μερικά κούτσουρα στο τζάκι. Γλυκαίνει η ατμόσφαιρα, γλυκαίνουμε κι εμείς…

 

ΑΠΟ ΤΑ ΤΖΙΝΤΖΙΝΑ ΣΤΟ ΚΑΣΤΟΡΙ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΑΫΓΕΤΟ

 

Ξημερώνει μια μέρα υπέροχη, με ήλιο λαμπρό και βοριαδάκι. Εγκαταλείπουμε τα Τζίντζινα, αλαφρωμένοι που το ωραίο χωριό έμεινε αλώβητο. Αυτή ωστόσο η ευχάριστη διάθεση δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ. Με κατεύθυνση προς νότο εισχωρούμε μετά τα Τζίντζινα στον δασικό δρόμο προς Αγριάνους. Καλύτερα να το αποφεύγαμε. Τίποτα δεν έχει απομείνει από τα πευκοδάση που κάποτε κάλυπταν αυτή την περιοχή. Πλάι στο δρόμο προβάλλει μια μικρή στάνη μισοκαμμένη. Κάποια κατσίκια παραμένουν καθισμένα μέσα στις στάχτες, κάτω από τους κατάμαυρους κορμούς. Δεν υπάρχουν θάμνοι για τροφή. Πιο κάτω να και οι Αγριάνοι, ένα πανέμορφο πέτρινο χωριό. Παρά τη φωτιά που εισχώρησε κι έκαψε αρκετά σπίτια στο εσωτερικό του, το χωριό έχει επιζήσει. Ωστόσο, το θαμνώδες φυσικό περιβάλλον ολόγυρά του έχει σχεδόν ολοκληρωτικά καεί.

Παίρνουμε το δρόμο προς τα Χρύσαφα. Η γυμνή πυραμίδα του Ταΰγετου,  με την απόλυτη συμμετρία του σχήματός της, προβάλλει απέναντί μας μέσα από τις αναρίθμητες εξώκοσμες σιλουέττες των μαυρισμένων θάμνων. Τέτοιο κάδρο του Ταΰγετου ποτέ δεν έχουμε ξαναδεί.

Χρύσαφα. Λόφοι και πεδινές εκτάσεις με καλλιέργειες, ελαιόδεντρα και θάμνους έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές. Περνάμε στα δυτικά του Ευρώτα προς Καστόρι. Εδώ γλύτωσε ο τόπος. Ελαιώνες, δρυοδάση και πλατάνια είναι όπως τα γνωρίσαμε, ένα περίπου χρόνο πριν. Εξίσου ωραίο παραμένει το Καστόρι, με τη θαυμάσια φύση, τη ζωηρή κίνηση, τα επιβλητικά αρχοντικά του 19ου αιώνα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο ξενώνας «ΚΑΣΤΟΡΙ» της φίλης μας της Λίλας, αυτό το τόσο φιλόξενο και γλυκύτατο ησυχαστήριο, που αποτέλεσε την βάση των περιπλανήσεών μας στον Βόρειο Ταΰγετο.

Η Λίλα μας υποδέχεται με ανοιχτή αγκαλιά, μας βάζει να ξαποστάσουμε στη δροσερή αυλή με σύκο γλυκό και τσιπουράκι. Προστατευτική και φιλόξενη όπως πάντα θέλει να μας ετοιμάσει φαγητό, να μας περιποιηθεί όσο καλύτερα μπορεί. Εμείς όμως αγωνιούμε ν’ αντικρίσουμε τον λαβωμένο Ταΰγετο, αυτό το θρυλικό βουνό που μας έχει χαρίσει τόσες αξέχαστες στιγμές.

Ανηφορίζουμε τις στροφές πάνω απ’ το Καστόρι, εισχωρούμε στα βαθύσκια δάση του Β. Ταΰγετου. Εικόνες ειδυλλιακές, γεμάτες ομορφιά, όλα τα δέντρα είναι υγιή. Για μερικά χιλιόμετρα βασιλεύει η γαλήνη. Ξαφνικά εμφανίζεται μια πλαγιά σε χρώμα καφετί. Ύστερα μια συστάδα μαυρισμένη ανάμεσα στο πράσινο. Όσο προχωράμε οι χρωματικοί τόνοι εναλλάσσονται συνεχώς. Ευτυχώς, συνολικά κυριαρχεί το πράσινο.

– Δώσαμε την ψυχή μας για να σώσουμε το δάσος, ντόπιοι, εθελοντές και πυροσβέστες, λέει η Λίλα. Ό,τι και να πω είναι λίγο. Μόνον όσοι το έζησαν μπορούν να καταλάβουν.

Δυστυχώς στη διαδρομή συναντάμε και άλλες δυσάρεστες εικόνες. Προέρχονται από τα σκουπίδια, που άφησαν πίσω τους κάποιοι απ’ αυτούς που ασχολήθηκαν με την κατάσβεση της φωτιάς.

– Ήδη έχω μαζέψει αρκετά, μας λέει η Λίλα.

Το ίδιο μας είχε πει στα Τζίντζινα και ο Αντώνης. Άραγε αυτό είναι έργο μερικών ευαισθητοποιημένων ιδιωτών και όχι των τοπικών φορέων;

Αφήνουμε τη Λίλα στο κονάκι του Παναγιώτη, του πατέρα της. Με δασικούς δρόμους διασχίζουμε τον Ταΰγετο με κατεύθυνση δυτική. Βγαίνουμε στην άσφαλτο, εισχωρούμε στη γη της Μεσσηνίας. Από παντού μας κυκλώνει καταστροφή. Απέραντες δασωμένες πλαγιές είναι ολότελα μαυρισμένες. Δέντρα επιβλητικά, που άντεξαν αιώνες, έπαψαν βίαια να ζουν. Ακόμα και τα νεαρά δενδρύλια, που είχαν φυτευτεί σε προηγούμενη αναδάσωση, έχουν καεί. Απομένουν μόνον οι πινακιδούλες με τους αριθμούς τους, η χαμένη τους ταυτότητα.

Στρίβουμε αριστερά με κατεύθυνση προς Σπάρτη. Μερικά χιλιόμετρα μετά, στον αυχένα των 1300 μέτρων, συναντάμε το πασίγνωστο «Τουριστικό Περίπτερο». Γευματίζουμε στο μπαλκόνι. Η ομορφιά της εικόνας που αντικρίζουν απέναντι τα μάτια μας είναι ασύλληπτη. Σε πρώτο πλάνο κυριαρχεί το συμπαγές πράσινο των πεύκων και των ελάτων. Ανάμεσά τους χαραδρώσεις και φαράγγια, βράχοι και γκρεμοί, ένα ανάγλυφο πολύπλοκο, συναρπαστικό, απίστευτης ωραιότητας. Αμέσως μετά αρχίζουν απότομες, ελαφρά δασωμένες πλαγιές και πιο πάνω ακόμη οι γυμνές, συγκλονιστικά λιτές κορυφές του Ταΰγετου, που εξελίσσονται διαδοχικά, η μια μετά την άλλη, μέχρι την αθέατη από τη θέση μας – πυραμίδα. Σ’ ένα σημείο του δάσους είναι εμφανής η ύπουλη διείσδυση της φωτιάς. Σταμάτησε ευτυχώς πριν κατηφορίσει με ολέθρια αποτελέσματα στη βάση του Ταΰγετου. Προσπαθούμε ν’ αποτυπώσουμε με τη φωτογραφική μας μηχανή την ειδυλλιακότητα αυτού του ανέγγιχτου από την καταστροφή μέρους του βουνού. Καθώς φεύγουμε, λέμε στην συμπαθέστατη κυρούλα: «Σας ευχόμαστε μα μην χάσετε ποτέ αυτή την ωραία εικόνα από τα μάτια σας».

Κουνάει με πίκρα το κεφάλι: «Πετάγομαι τις νύχτες με πανικό και έρχομαι στο μπαλκόνι να δω πως είναι το βουνό».

Κατηφορίζουμε προς Καλαμάτα. Ο Ταΰγετος που θαυμάζαμε από το Τουριστικό Περίπτερο αποτελεί ήδη παρελθόν. Πάνω από 100.000 στρέμματα δάσους έχει σαρώσει η φωτιά. Που επεκτάθηκε και σ’ όλη τη φυσική χοάνη της Αλαγονίας και Αρτεμισίας με τους εκτεταμένους ελαιώνες. Λίγοι έχουν μείνει αλώβητοι. Ευτυχώς διασώθηκε το μεγαλόπρεπο φαράγγι του Νέδοντα, με τις αλλεπάλληλες απότομες πλαγιές, κατάφυτες από θάμνους.

Πλησιάζουμε στην γλυκύτατη πόλη της Καλαμάτας. Στη θέα του Μεσσηνιακού κόλπου γαληνεύει η ψυχή. Αν έλειπαν κι οι αντικρινές μαυρισμένες πλαγιές πριν από την πόλη, τίποτε δεν θα μας θύμιζε την πραγματικότητα και τα θλιβερά γεγονότα, που σημάδεψαν ανεξίτηλα τις τελευταίες μέρες την Πελοπόννησο.

Με τον φίλο μας τον Τάκη πίνουμε έναν χαλαρωτικό καφέ πλάι στη μαρίνα. Αφήνουμε να κυλάει αργά το δειλινό, αγναντεύοντας τις ακίνητες σιλουέτες των σκαφών, τ’ αντικρινά ορεινά χωριά της Μάνης.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ. ΑΡΚΑΔΙΑ

 

Η απλή διάσχιση από την Ηλεία ως την Τρίπολη ελάχιστα μας είχε δώσει αίσθηση της καταστροφής στην Αρκαδία. Δεν ήταν όμως έτσι. Παίρνουμε από την Τρίπολη το δρόμο για Καλαμάτα. Οι πεδινές εκτάσεις είναι ήρεμες αρχικά. Το θεωρούμε φυσιολογικό, αφού δεν υπάρχουν δάση να καούν. Πολύ γρήγορα οι εικόνες μας διαψεύδουν. Πλησιάζοντας στην Κ. Ασέα μαυρίζει το τοπίο. Λίγο αργότερα το μόνο σχεδόν που έχει απομείνει ανέπαφο είναι το ασφάλτινο οδόστρωμα. Ό,τι υπάρχει αριστερά και δεξιά απ’ το φαρδύ οδικό δίκτυο έχει καεί και μάλιστα σε μεγάλο βάθος: λοφίσκοι και χαραδρώσεις με βελανιδιές και θάμνους, οπωροφόρα δέντρα και ποικίλες καλλιέργειες. Αναρωτιόμαστε πώς η φωτιά ξεπέρασε το εμπόδιο του πλάτους του δρόμου και συνέχισε ανενόχλητη το καταστροφικό της έργο. Σαν να μην υπήρχε κανείς να την σταματήσει. Για αρκετά χιλιόμετρα δεν συναντάμε σχεδόν την παραμικρή όαση πράσινου. Κάποια στιγμή εμφανίζεται η Μεγαλόπολη ανάμεσα από τις λεπτεπίλεπτες σιλουέτες μαυρισμένων κυπαρισσιών. Η φωτιά σταμάτησε στις παρυφές της πόλης.

Λοξεύουμε ΒΔ προς την Καρύταινα. Στο δρόμο βαλανιδιές, άλλες πράσινες κι άλλες καφεκίτρινες, χρωματισμένες, όχι από το φθινόπωρο αλλά από τη δράση της φωτιάς. Προβάλλει στο βάθος η Καρύταινα, χτισμένη στους πρόποδες του τραπεζοειδούς της λόφου, με το κάστρο στην κορυφή. Η ιστορική, γραφικότατη πολιτεία έχει διασωθεί, όχι όμως οι λόφοι κι οι πλαγιές σ’ ένα ευρύτατο τόξο γύρω απ’ αυτήν. Εξίσου μίζερες είναι οι εικόνες καθώς κατηφορίζουμε στον Λούσιο. Η κοιλάδα του ποταμού όμως είναι όπως την πρωτογνωρίσαμε μια δεκαετία πριν. Είναι τόσο γλυκειά και απείραχτη η φύση, που νομίζουμε ξαφνικά, ότι οι εικόνες τόσων ημερών είναι απλά ένα κακό όνειρο, που πέρασε χωρίς ν’ αφήσει κανένα ίχνος.

Καθόμαστε για λίγο στο πέτρινο γεφύρι. Πάνω απ’ τα κεφάλια μας ρίχνουν τη δροσερή σκιά τους μεγάλα πουρνάρια, σφενδάμια και πλατάνια. Στην κοίτη του ποταμού κυλάει με πλούσια ροή το πεντακάθαρο νερό, τόσο ειδυλλιακό και αθώο, που είν’ αδύνατον να πιστέψουμε, ότι πριν λίγο καιρό έγινε η αιτία να χαθούν τόσες ζωές.

Ανηφοριές προς τον Ατσίλοχο. Ωραίο χωριό στα 600 μέτρα, με θέα ανεμπόδιστη και εξαιρετικά πέτρινα σπίτια. Σ’ ένα τέτοιο, πάνω από μια 10ετία πριν , έζησα φιλόξενες στιγμές με ανθρώπους του χωριού απλούς και αυθεντικούς. Συνεχίζουμε για Βλαχόρραφτη, το μεγάλο και πανέμορφο χωριό του Αγγελόπουλου. Τοπίο άγονο, πετρώδες , με χαμηλά πουρνάρια. Σχεδόν όλα τα γύρω βουνά είναι μαυρισμένα.

– Γράψτε κάτι και για το Σαρακίνι, το χωριό μου, λέει ένας ηλικιωμένος. Κάηκαν 4 σπίτια αλλά είναι μικρό χωριό, δεν ασχολούνται τα κανάλια.

Σαρακίνι. Όπως ακριβώς το περιέγραψε ο άνθρωπος. Λίγο νωρίτερα χαμηλώνουμε δεξιά σε χωματόδρομο με πέτρες κακοτράχαλες. Όμορφη κοιλάδα, με βοσκοτόπια, μαντριά, δέντρα και κάποιες καλλιέργειες. Εδώ δεν έφτασε η φωτιά, το τοπίο παραμένει ειρηνικό. Ανηφορίζουμε για Μάρκου, μοναχικό χωριό σε υψόμετρο 900 περίπου μέτρων.

Στην άσφαλτο και πάλι, Ζάτουνα και Δημητσάνα. Ιστορικοί οικισμοί, γραφικότατοι, με θαυμάσια πέτρινα σπίτια και αρχιτεκτονική παράδοση. Ιδιαίτερα δημοφιλείς προορισμοί, ανέγγιχτοι από τη φωτιά. Όπως, μετά από λίγο, και η υπέροχη Στεμνίτσα. Ευτυχώς κάποιοι τόποι ξέφυγαν από τον πύρινο κλοιό. Στο Δυτικό Μαίναλο κάποια τμήματα φέρουν σημάδια από παλιές και πρόσφατες φωτιές.

Στην Τρίπολη και πάλι. Μεγαλόπολη και στη συνέχεια Λεοντάρι. Οικισμός, φυσικό περιβάλλον και καλλιέργειες γνώρισαν τη μανία της φωτιάς. Όπως πιο πάνω η Καλύβα, η Ποταμιά, το Καμποχώρι, η Καμάρα και τόσα ακόμη γειτονικά χωριά. Οι κάτοικοι μιλούν με οργή για αδιαφορία και ανικανότητα… Τι να πρωτομεταφέρω στο χαρτί…

Ως το Δυρράχι μεσολαβούν κάποια πράσινα χιλιόμετρα, που συνεχίζουν με αλλεπάλληλες στροφές μέσα από πυκνά ελατοδάση και πευκοδάση. Η νύχτα μας βρίσκει στο Ταΰγετο. Τα ίχνη της φωτιάς είναι κρυμμένα στο σκοτάδι.

– Ο πατέρας μου σας περιμένει, λέει το επόμενο πρωί η Λίλα. Σας συνιστώ βέβαια να περάσετε μια νύχτα στο κονάκι του, στο δάσος.

Για άλλη μια φορά ανηφορίζουμε πάνω απ’ το Καστόρι στον Ταΰγετο. Μας υποδέχεται ο Παναγιώτης, «ο νέος των 80 ετών», όπως τον είχα χαρακτηρίσει την προηγούμενη φορά. Το χέρι του σφίγγει πάντα σαν τανάλια, η φωνή του είναι βροντερή, το πρόσωπό του γελαστό. Και πώς να μην είναι; 11 μήνες το χρόνο ζει στον αγαπημένο του Ταΰγετο, σε υψόμετρο 1.000 μέτρων. Ετοιμάζεται να βάλει τσίπουρο με διάφορα καλούδια.

– Όχι, Παναγιώτη, ο δρόμος που μας περιμένει είναι μακρύς.

– Ε, τότε ένα κοκτέιλ, μια και ξαναβρεθήκαμε.

Αυτό το εκρηκτικό απόσταγμα από βύσσινο και άλλα οινοπνεύματα δεν μπορούμε να τ’ αρνηθούμε. Ύστερα γεμίζουμε όλα τα διαθέσιμα μπουκάλια απ’ την κρυφή πηγούλα της Μπρουσάκας.

– Μην ξεχνάτε, ότι η πρόσκληση ισχύει, λέει ο Παναγιώτης. Οι νύχτες εδώ πάνω είναι μαγικές. Και το πρωί θα βγούμε στα μονοπάτια του Ταΰγετου. Όσο αντέχει ακόμα στις φωτιές…

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Ηλεία, Αρκαδία, Λακωνία, Μεσσηνία. Νωρίτερα η Αχαΐα. Μέσα σε λίγους μήνες όλη σχεδόν η Πελοπόννησος στις φλόγες. Και μαζί της τόσοι άλλοι τόποι στην Ελλάδα. Για μια εβδομάδα περιπλανιόμαστε σε περιοχές που αγαπήσαμε, που θαυμάσαμε το φυσικό κάλλος τους για χρόνια και τώρα δεν υπάρχουν πια. Ήταν ένα οδοιπορικό 1500 χιλιομέτρων γεμάτο θλίψη, αγανάκτηση αλλά και ελπίδα. Αυτή την τελευταία την αντλήσαμε από μερικούς καλούς φίλους, την Ελένη στον Κάμπο της Νεράιδας, τον Αντώνη στα Τζίντζινα, τη Λίλα στο Καστόρι, τον Τάκη στην Καλαμάτα. Την αντλήσαμε ακόμη από κάποιους απλούς μα γενναίους ανθρώπους, που αποφάσισαν να παραμείνουν στον αφανισμένο τόπο τους και να παλέψουν, με νύχια και με δόντια, να τον ξανακάνουν όπως πριν. Οι μόνοι που δεν ξαναγίνονται είναι οι δεκάδες αθώες ψυχές που χάθηκαν, τα μικρά και μεγάλα είδη του ζωικού βασιλείου που δεν μπόρεσαν να φύγουν κι εκείνα τα αιωνόβια δέντρα, αληθινά μνημεία της φύσης, που είναι αδύνατον οι τωρινές και πολλές από τις επόμενες γενιές να ξαναδούν.

Το οδοιπορικό αυτό αφιερώνεται σε κάθε συνειδητοποιημένο Έλληνα που αγαπάει έμπρακτα τη χώρα του. Σε κάθε ευαισθητοποιημένο γονιό που μεταδίδει στα παιδιά του την αγάπη για τη φύση. Σε όσους αρνούνται να ξεχάσουν γεγονότα και εικόνες.

Δεν αφιερώνεται στους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς που ευθύνονται γι’ αυτή την τραγωδία.

Και δεν αφιερώνεται ακόμη σε όλους εκείνους τους υποκριτές, τους καιροσκόπους και ανίκανους – ανεξαρτήτως ιδιότητας, θέσης και βαθμού – που με τις πράξεις και παραλείψεις τους γέμισαν με πόνο και οργή την Πελοπόννησο και όλη την

back-button
next-button
peloponnisos-den-ksexname peloponnisos-den-ksexname_1 peloponnisos-den-ksexname_2 peloponnisos-den-ksexname_3 peloponnisos-den-ksexname_4 peloponnisos-den-ksexname_5 peloponnisos-den-ksexname_6 peloponnisos-den-ksexname_7 peloponnisos-den-ksexname_8 peloponnisos-den-ksexname_9 peloponnisos-den-ksexname_10 peloponnisos-den-ksexname_11
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories