home Άρθρα Παλιοκερασιά: Βαθιά στο σώμα της Όθρυος
Παλιοκερασιά: Βαθιά στο σώμα της Όθρυος

Στη νότια Οθρυ υπάρχει μια σωρεία χωριών που βλέπουν στον Μαλιακό κόλπο. Μεταξύ των χωριών αυτών συγκαταλέγεται και η Παλιοκερασιά.
Η μεριά ετούτη της Φθιώτιδας διαθέτει έναν ανεξάντλητο πλούτο ημιορεινών πεδίων, που αποκαλύπτουν μια σπάνια και κρυμμένη ομορφιά, με εξαιρετικά πολυσχιδή κι αδιαπέραστο διάκοσμο. Διασχίζοντας το βουνό από τον Εχίνο και την Παλιοκερασιά θα ανακαλύψουμε αρκετά ψηλότερα το Παλιό Χωριό έναν εκπληκτικό ερειπιώνα που βρίσκεται σε μια περίοπτη και εντυπωσιακή θέση της Οθρυος. Πριν όμως από αυτό θα ανακαλύψουμε ένα εντυπωσιακό μικρό φαράγγι με πολλές ανάγλυφες στροφοδίνες και αλλεπάλληλους μικρούς καταρράκτες.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή ,Δημήτρης Ευαγγελόπουλος
Παλιοκερασιά: Βαθιά στο σώμα της Όθρυος
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Φθιώτιδα

Στη νότια Οθρυ υπάρχει μια σωρεία χωριών που βλέπουν στον Μαλιακό κόλπο. Μεταξύ των χωριών αυτών  συγκαταλέγεται και η Παλιοκερασιά.

Η μεριά ετούτη της Φθιώτιδας διαθέτει έναν ανεξάντλητο πλούτο ημιορεινών πεδίων, που αποκαλύπτουν μια σπάνια και κρυμμένη ομορφιά, με εξαιρετικά πολυσχιδή κι αδιαπέραστο διάκοσμο.

Διασχίζοντας το βουνό από τον Εχίνο και την Παλιοκερασιά θα ανακαλύψουμε αρκετά ψηλότερα το Παλιό Χωριό έναν εκπληκτικό ερειπιώνα που βρίσκεται σε μια περίοπτη και εντυπωσιακή θέση της Οθρυος.

Πριν όμως από αυτό θα ανακαλύψουμε ένα εντυπωσιακό μικρό φαράγγι με πολλές ανάγλυφες στροφοδίνες και αλλεπάλληλους μικρούς καταρράκτες.

Η βόρεια με τη νότια Όθρυ χωρίζονται σχηματικά από την κορυφογραμμή η οποία τέμνει το βουνό με μια οριζόντια διεύθυνση που κάποτε αποτελούσε το γραμμικό όριο της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ύστερα από την ένωσή της με το ελεύθερο ελληνικό κράτος, η Όθρυς χωρίστηκε στη μέση, έτσι που η μισή να ανήκει  στο Νομό Μαγνησίας και η άλλη μισή στο Νομό Φθιώτιδας.

Η πλευρά της Μαγνησίας, η βορειοανατολική που βλέπει τον Παγασητικό Κόλπο, είναι σαφώς πιο βατή και χαρακτηρίζεται από ήπιες κλίσεις, με ομαλές πλαγιές, βαθιές χαράδρες και δασώδεις ελατοσκέπαστες περιοχές και προσφέρεται για καλύτερη εκμετάλλευση και ανάβαση στις κορυφές του.

Αντίθετα η πλευρά της Φθιώτιδας, η νοτιοδυτική που βλέπει τον Μαλιακό, θεωρείται κατά κάποιο τρόπο υποβαθμισμένη και λιγότερο γνωστή.

Δεν έχουν όμως έτσι τα πράγματα, οι φυσικές αποτυπώσεις και το ανάγλυφο του διαστρώματος στην φθιωτική μεριά έχει και διαθέτει έναν ανεξάντλητο πλούτο βουνίσιων, λοφοειδών και ημιορεινών πεδίων, που αποκαλύπτουν μια σπάνια ομορφιά, απαράμιλλη της αυθεντικής ορεινής ταυτότητας της χώρας και του μεγαλείου της.

Τα χωριά που βλέπουν στον Μαλιακό και είναι χωμένα στις αγκαλιές της νότιας Όθρυος αποτελούν ένα σύνολο προκείμενων στόχων του βουνού αλλά είναι χτισμένα σε χαμηλά υψόμετρα και δεν εισδύουν σε καμία περίπτωση στους βαθιούς θύλακες και τους κόλπους της διαμελισμένης ορεινής βασιλείας των βουνών.

Τα χωριά αυτά είναι το Νεοχώρι, το Λογγίτσι, η Νεράιδα, το Άνυδρο, η Παλαιοκερασιά, η Σπαρτιά, οι Μύλοι και η Πελασγία.

Ο υψηλός διάκοσμος των χωριών αυτών ήταν και είναι εξαιρετικά πολυσχιδής κι αδιαπέραστος. Σε παλιά χρονικά ξετρυπώνουμε την πληροφορία πως για το πέρασμα από τη Θεσσαλία προς την κοιλάδα του Σπερχειού χρησιμοποιούνταν δυο “δρόμοι”. O δρόμος μέσω του Δομοκού κι ο δρόμος μέσω του Αλμυρού.

Η ενδιάμεση περιοχή, μέρος της οποίας θα βαδίσουμε, εκτός του ότι είναι εξαιρετικά αραιοκατοικημένη δε βρίσκουμε σε αυτή και σημαντικά μνημεία ή τόπους οικιστικούς.

Ωστόσο το φυσικό ανάγλυφο αποκαλύπτει άλλες προοπτικές.

Στο οδοιπορικό που θα καταγράψουμε θα περιοριστούμε σε ένα συγκεκριμένο τμήμα της μέσης και ορεινής ζώνης μιας περιοχής που προσεγγίζει την Όθρυ από νότια. Θα ξεκινήσουμε από τον Αχινό της Στυλίδας διαγράφοντας μιαν εγκάρσια τομή στο βουνό με πορεία και κατεύθυνση την κύρια κορυφή του, το Γερακοβούνι.

Ειδικότερα θα διεισδύσουμε στην αγροτική περιοχή της Παλαιοκερασιάς, από όπου θα κινηθούμε βόρεια με σκοπό να περιηγηθούμε το κομμάτι εκείνο που έχει σχέση με το ιδιότυπο φυσικό περιβάλλον της νότιας Όθρυος. Το νοτιοανατολικό τμήμα του ορεινού συγκροτήματος, που μας ενδιαφέρει αποτελείται από μια κυματιστή βουνοσειρά που ξεκινά από τα υψώματα του Πήλιουρα (1537 μέτρα), παρακάμπτει το Μέγα Λάκκο (1382 μέτρα), περνάει τις νότιες παρυφές της κύριας κορυφής Γκιούζι (1726 μέτρα), κι αφού κάμψει νοτιότερα και υπερβεί τη Μεγάλη Ράχη (1336 μέτρα), θα διασχίσει τα Τρία Ποτάμια για να σβήσει τελικά σε μια χαρακτηριστική διακύμανση λόφων, από βορά προς νότο, τις Αγραπιδιές (1008 μέτρα), την Πάδη (972 μέτρα) και τη Μυγδαλιά (829 μέτρα), πάνω από το Άνυδρο και την Παλιοκερασιά της Στυλίδας. Μεταξύ των ορεινών αυτών σημείων της Όθρυος παρεμβάλλονται μικρά οροπέδια, το ένα από τα οποία χρησιμοποιήθηκε και ως αρματολίκι. Το ενδιαφέρον αυτό ανάγλυφο της περιοχής μας τράβηξε την προσοχή κι αποφασίσαμε να ξεκλειδώσουμε ορισμένα από τα μυστικά που κλείνει η εσωτερική (αθέατη) ζώνη του μέσου υψομέτρου.

Το κυρίαρχο  χαρακτηριστικό της ζώνης αυτής είναι οι απέραντοι ελαιώνες, οι οποίοι σκαρφαλώνουν μέχρι τα 500 περίπου μέτρα. Από εκεί και πάνω απλώνουν τη βεντάλια τους τα μεγάλα δρυοδάση και τα εύφορα και εκτεταμένα λιβάδια που εναλλάσσονται με βαθιές χαραδρώσεις και απόκρημνα ασβεστολιθικά τοιχώματα.

Από τον εθνικό δρόμο βγαίνουμε στο ύψος του Αχινού (αρχαίος Εχίνος) κι αφού διασχίσουμε το ποτάμι του Βελλιά περνάμε μέσα από το ωραίο αυτό κεφαλοχώρι, μέχρι να βρούμε την έξοδο προς την Παλιοκερασιά. Στην κορυφή του λόφου, δεξιά κατά την έξοδό μας, όπου και το νεκροταφείο του χωριού, είναι ορατά και σε καλή κατάσταση τα τείχη από την οχύρωση  της αρχαίας πόλης του Εχίνου.

Από τον Αχινό θα χρειαστεί να διανύσουμε έξη χιλιόμετρα μέσα σε μια θάλασσα ελαιώνων έχοντας πάντα στα δεξιά μας τη μεγάλη και χαρακτηριστική ρεματιά του Βελλιά, ώσπου να φτάσουμε στο ημιορεινό χωριό της Παλιοκερασιάς. Το χωριό που έχει υψόμετρο 320 μέτρα, διαθέτει σύγχρονο πολεοδομικό σχέδιο και θεωρείται ένας από τους πιο ακμαίους και ζωντανούς αγροτικούς οικισμούς. Επί πλέον διατηρεί το μεγαλύτερο ζωικό κεφάλαιο σε ολόκληρο το Νομό.

Η Παλιοκερασιά που είναι κτισμένη σε ένα λοφώδες διάζωμα πάνω από τον ποταμό Βελλιά, αποτελεί δημιουργία των νεότερων χρόνων αφού οι κάτοικοι του Παλιού Χωριού που είναι ο στόχος μας, μετακινήθηκαν έτσι που τελικά να εγκατασταθούν σε αυτό το νέο χωριό, φεύγοντας από το κεντρικό οροπέδιο της Όθρυος, όπου ο θρύλος και  ο μύθος λένε πως ήταν πατρίδα των Μυρμιδόνων.

Το παλιό Χωριό βρίσκεται σε μια ψηλή ράχη πάνω από την περιοχή Καστράκια, σε περίοπτη και εντυπωσιακή θέση από την οποία αγναντεύει κανείς την κορυφή του Προφήτη Ηλία στα ανατολικά και τις Αγραπιδιές στα δυτικά.

Το δρόμο για τον παλιό κι ερειπωμένο οικισμό της Παλιοκερασιάς, που αποτελεί το λείψανο ενός εκπληκτικού ερειπιώνα θα πάρουμε για να πέσουμε, πριν φτάσουμε σ’ αυτόν, σε μερικά απρόοπτα και καλά κρυμμένα μυστικά της περιοχής. Ύστερα από χίλια τριακόσια μέτρα από το χωριό θα φτάσουμε σε μια γέφυρα που ζεύει το ρέμα του Βελλιά. Εκεί θα παρατηρήσουμε το κολλητό με τη σιδερένια γέφυρα πέτρινο τοξωτό γεφυράκι του Ζήση, το οποίο είναι έτσι κι αλλιώς αθέατο από το δρόμο που το περνάει. Θα βυθιστούμε στη ρεματιά από την οποία τρέχει μπόλικο νερό και θα συρθούμε ως την άκρη ενός τσιμεντένιου ρείθρου ώστε να μπορέσουμε να το αποτυπώσουμε. Δεν είναι και εύκολη υπόθεση η διάβαση του ρέματος, που παίρνει τη μορφή της βαθιάς και κροκαλωτής χαράδρας. Θα τη διασχίσουμε όμως με όλες τις αντινομίες και τους εγγενείς προβληματισμούς που παρουσιάζουν οι βαθιές ποταμίσιες λεκάνες, οι οποίες διατηρούν αρκετό νερό ακόμη και τον Οκτώβρη. Η Άννα και ο Δημήτρης, καλά γυμνασμένοι και οι δυο θα αναρριχηθούν σε απότομο μονοπάτι για να διασχίσουν τη ράχη της χαράδρας από ένα ύψος περίπου είκοσι μέτρων (1) ενώ εγώ θα βαδίσω μέσα από την κοίτη ακροπατώντας στις κροκάλες και αντιμετωπίζοντας τις θεόρατες ρίζες από τα εύκορμα πλατάνια στο διάβα του ποταμού. Οι δυο τους θα φτάσουν πολύ γρηγορότερα από μένα στο στόχο μας, ενώ εμένα θα με δυσκολεύει η ροή του νερού, οι μουσκεμένες πέτρες και οι αλλεπάλληλοι κορμοί των δέντρων, καθώς φυτρώνουν με δαιμονισμένο ρυθμό μέσα στο ποτάμι. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως αυτή είναι και η αποστολή και ο λόγος του ποταμού. Να εκδουλεύει τους ανθρώπους εκεί όπου η φύση παραμένει ανεκμετάλλευτη και μιλάει τη δική της αυθεντική γλώσσα της φύσης. Γρήγορα τα βράχια θα στενέψουν για να αποκαλύψουν μια ταυτότητα εντυπωσιακού φαραγγιού με στενούς πόρους και πολλές ανάγλυφες στροφοδίνες. Το σκηνικό παίρνει ιδιαίτερα επιβλητικό χρώμα και η φυσική αρχιτεκτονική του τοπίου περνάει μια πολύ δυνατή έκφανση ανιστορώντας τις ωραίες στιγμές των απόμερων φαραγγιών της χώρας. Στο τέρμα μιας πολύστροφης δυναμικής του ποταμού και μπροστά από ένα στρίφωμα βραχωδών εκλείψεων θα συναντήσουμε δύο αλλεπάλληλους καταρράκτες που θα στιγματίσουν την πορεία των νερών και θα εκσφενδονίσουν την όλη εικόνα του τοπίου σε υψηλά επίπεδα. Θα επιστρέψουμε μόνον αφού κουραστούμε να βλέπουμε αυτό το αέναο κι απόκρυφο θαύμα του Βελλιά κι αφού προσπεράσουμε τον παλιό κι αναμαλλιασμένο νερόμυλο του Ζήση που έχει πνιγεί από τις φυλλωσιές, στην αριστερή πλευρά της κοίτης. Στην έξοδό μας από το ποτάμι θα έχουμε την τύχη να γνωρίσουμε και τη Χρυσούλα, μια μοναχική τσιπάνισσα, 75 χρόνων που διατηρεί πάνω από τη γέφυρα μια στάνη, στην οποία διαμένει.  Η ιστορία της είναι συγκλονιστική. Μονάχη με μια κόρη στον κόσμο, ζει χρόνια στο κονάκι αυτό για να οδηγεί κάθε μέρα το κοπάδι της στους γύρω λόφους για βοσκή. Μας λέει πως η κόρη της βρίσκεται ακόμη πιο ψηλά, στο παλιό Χωριό, μονάχη κι αυτή, φυλάγοντας τα ζωντανά που της έλαχε η μοίρα. Θα εγκαταλείψουμε την ωραία κι αγέραστη αυτή τσοπάνισσα που συνομιλεί σε μιαν ιδιότυπη γλώσσα με τα ζωντανά της και θα οδηγήσουμε σε δύσβατους και κακοτράχαλους δρόμους, τους οποίους θα διασχίσουμε ανηφορίζοντας μέσα από ελαιώνες αρχικά και  δρυοδάση έπειτα, στα οποία μεσολαβεί η απαραίτητη χαμηλή μεσογειακή βλάστηση. Σε τρία χιλιόμετρα από τη γέφυρα θα πέσουμε σε ένα πανέμορφο χαμηλό πατάρι από πανώριες βελανιδιές που σχηματίζουν μια πολύπλοκη πλεξίδα, ενώ ελάχιστα πιο πάνω θα ανοίξει την οθόνη του ένα πρανές με ολοπράσινο λιβάδι που στην άκρη του μια πέτρινη κρήνη θα κελαρύζει από το παγωμένο της νάμα. Η εικόνα του λιβαδιού μας δίνει την εντύπωση ότι κάποτε πρέπει να κατοικούνταν η περιοχή, καθώς παρατηρούμε ίχνη από στοιβαγμένους πέτρινους λιθοσωρούς. Σε άλλα εκατό μέτρα ο δρόμος διχαλώνει και ο αριστερός κλάδος οδηγεί ανηφορίζοντας στον παλιό κι εγκαταλειμμένο οικισμό της Παλιοκερασιάς. Όμως εμείς θα συνεχίσουμε την πορεία μας με βορειοανατολική κατεύθυνση και προορισμό την άλλη είσοδο του παλιού χωριού που αρχίζει από τα ανατολικά πρανή του λόφου, ύστερα από άλλα δυόμιση χιλιόμετρα. Και τούτο για να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα από τους γύρω λόφους και ν’ αγναντέψουμε τη μορφολογία των εδαφών και τα υπέροχα λιβάδια που οι Παλιοκερασιώτες χρησιμοποιούσαν για να καλλιεργούν φασολιές. Θα φτάσουμε στα πρόθυρα της Αγια-Μαρίνας, αλλά δεν θα την προσεγγίσουμε. Θα κάνουμε αναστροφή για να πάρουμε το πετρόσπαρτο δρομάκι για τα ερείπια του παλιού χωριού, όπου θα φτάσουμε ύστερα από άλλο ένα χιλιόμετρο για να αντικρίσουμε ένα εκτεταμένο πρανές ερειπίων και μερικών ψιλοσωσμένων σπιτιών. Η εικόνα του παλιού Χωριού από ψηλά, είναι συγκλονιστική. Από πάνω μας ο λόφος της Αγίας Παρασκευής, πίσω αριστερά η κορύφωση του δασωμένου Προφήτη Ηλία και κάτω στον λαιμό μιας γυμνής πετρώδους πλαγιάς ο διάσπαρτος χυμός από πέτρες, ερείπια και μερικά σωσμένα πετρόσπιτα. Όλα είναι αραιά διασκορπισμένα καλύπτοντας αρκετά μεγάλη έκταση δίνοντας μια εικόνα βομβαρδισμένου τοπίου. Κατηφορίζουμε διασχίζοντας διαρκώς αλλεπάλληλα θεμέλια από σπίτια, καλύβες και μάντρες, έχοντας πια ξεχαστεί  από πού ερχόμαστε και ποια γη πατάμε. Η αίσθηση που μας αφήνει η πρώτη αυτή επαφή με το παλιό χωριό είναι γλυκόπικρη, χώρια που νομίζουμε πως πατάμε σε άλλο πλανήτη. Σε ένα από τα σπίτια που ανακαινίστηκαν – γιατί υπάρχουν και τέτοια, μα ελάχιστα – ο μάστορας σκάλισε στη μετωπίδα του τη λέξη  ΑΝΑΚΕΝΙΘΙ.                                      “Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια, ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο”, γράφει ο Σεφέρης (2). Κι εδώ στην Πάνω Παλιοκερασιά, αφουγκράζεσαι τον στίχο του ποιητή και λες: Mα τί έχουν τα σπίτια αυτά κι είναι από μια άλλη φυλή, αγνώριστη, μοιάζοντας με σκελετωμένους πατριώτες από την εποχή που διαφέντευε την περιοχή ο Αγάς;

Aκόμα αυτή την άνοιξη, φέτος το καλοκαίρι… Θέλω να πάγω Αρματωλός, Αρματωλός και κλέφτης, να βγω στης Γούρας τα βουνά κι εις τα παλιά λημέρια…. Τρία πουλάκια κάθονταν μες στο Γερακοβούνι, τόνα τηράει τον Αρμυρό, τ’ άλλο κάτ’ το Ζητούνι. Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογά και λέγει: Προσκύνα Λιάκο τον Πασά, προσκύνα το Βεζύρη, να σου χαρίσει τη ζωή, δερβέναγας να γένεις…” (3)

Στο οροπέδιο κάτω από τις κορυφές της Όθρυος, αρκετά ψηλά από το παλιό χωριό της Παλιοκερασιάς, είχε την έδρα του ένα από τα δέκα αρματολίκια της Θεσσαλίας – Στερεάς, όπως μαρτυράει και το παραπάνω δημοτικό τραγούδι που γράφτηκε στα τέλη του 17ου αιώνα.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αρχίζει και σχηματίζεται μια μικρή αγροτική κοινότητα στο μικρό ψηλό οροπέδιο της Όθρυος κι αυτό για δυο λόγους: Πρώτα γιατί είναι δύσβατη η περιοχή και έπειτα γιατί υπάρχουν πολλές πηγές νερού που είναι χρήσιμες και ικανές να συγκρατήσουν τον κόσμο. Ο οικισμός αυτός είναι αραιοκατοικημένος και οι κάτοικοί του έχουν ως κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Είναι ωστόσο υποχρεωμένοι να καταβάλουν το φόρο υποτέλειας, γιατί στο χωριό έμενε έχοντας την έδρα του ο τοπικός Αγάς, εξ αιτίας του οποίου βέβαια απολάμβαναν και μια σχετική ελευθερία. Όμως κάποια χρονιά, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, δυο έφιπποι εισπράκτορες Τούρκοι συνάντησαν μια κοπέλα την οποία και κακοποίησαν. Η κοπέλα πρόλαβε κι ειδοποίησε τ’ αδέλφια της τα οποία συνέλαβαν τους Τούρκους και τους έριξαν σε ένα πηγάδι.  Όταν οι Τούρκοι στην πόλη είδαν πως δε γύρισαν στη βάση τους οι δυο απεσταλμένοι, έστειλαν ένα απόσπασμα που έκαψε και λεηλάτησε το χωριό. Έτσι οι εναπομείναντες λιγοστοί κάτοικοί του επέλεξαν να μετακινηθούν νοτιοανατολικά και να ξαναχτίσουν το χωριό τους σε άλλο σημείο. Αυτό ήταν η σημερινή θέση της παλιάς Παλιοκερασιάς (περιοχή Τσερνοβίτι) όπου κι εγκαταστάθηκαν.

Έτσι λοιπόν τα σπίτια αυτά που χτίστηκαν κάτω από εκείνες τις συνθήκες είχαν τη μοίρα των σπιτιών όλων των παλιών ορεινών οικισμών, με τις ολέθριες για την παράδοση συνέπειες εγκατάλειψης, ερήμωσης και αφανισμού. Όμως έχουν κάτι διαφορετικό στο χτίσιμο, στην ανωδομή, στα παράθυρα και τις πόρτες. Χώρια που τα περισσότερα είναι γερμένα ή σωριασμένα σε άμορφες μάζες. Εδώ ξανάρχεται ο Σεφέρης για να μας υπενθυμίσει τόσο σοφά πως “Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις”

Αυτή την ώρα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τέτοιο μοιραίο και καταστροφικό για τον τόπο χωρογραφικό ισοπέδωμα, δράστης του οποίου βέβαια εκτός από το χρόνο είναι και ο άνθρωπος.

Γυρίζοντας από γειτονιά σε γειτονιά και από ρούγα σε μαχαλά, αφού όλα τα ριπίδια είναι σκορπισμένα σε απέραντες λάκες και μέτωπα, φτάνει να δούμε ένα κόκκινο φόρεμα ν’ ανεμίζει και να σειέται στο βάθος. Είναι η Βάσω, η κόρη της Χρυσούλας, της τσοπάνισσας, από τη Γέφυρα του Ζήση, που κρατάει τα μπόσκα της βουνίσιας τιμής, εδώ πάνω στις ρούγες της αληθινής πατρίδας, ανάμεσα στον πράσινο ανθό της χλόης και τον σγουρό πυλώνα του κέδρου και του πουρναριού. Δαγκώνουν τ’ άτιμα τα κλαριά του πρίνου, δαγκώνει όμως κι η αίσθηση της τυραννίας, της πλάνης και της λήθης, όλων των ανθρώπων που εγκατέλειψαν έναν τέτοιο παράδεισο, μέσα στο φως της αλήθειας, του μυριστικού χόρτου και της οξυμένης αύρας. Προχωρώντας σα μεθυσμένοι και με την υπόδειξη της κυρα-Βάσως που δείχνει ανεξήγητα τυραγνισμένη και τριγυρισμένη καθώς είναι από δεκαπέντε φύλακες – μπιστικούς τετράποδους, έτοιμους να μας λυντσάρουν, τραβούμε κατηφορίζοντας για τον Αϊ-Γιάννη τον Πρόδρομο και το Γενέσιό του, που στέκει αλώβητος τόσα χρόνια πλάι στο μοναδικό κυπαρίσσι και στο ανάγυρτο κωδωνοστάσι του. Ύστερα θα τα πούμε καλύτερα με την κυρα-Βάσω που αναδεύει τη μαγκούρα της χουγιάζοντας τα μανάρια στη γλώσσα τους με ακαταλαβίστικα φωνήεντα συμπιεσμένα από συλλαβές του λόγγου και του δρυμού.   Συλλαβές της όμορης φύσης, του αγέρα και της ευωδιάς που αναπέμπουν μυριάδες κλωνάρια μυριστικής γης, έτοιμα να πουν κι αυτά τον δικό τους λόγο. Η κυρα-Βάσω δεν έχει άλλο να μας κεράσει από τον ατόφιο χορταστικό της λόγο, έναν λόγο οσμωμένο με χίλια καλούδια της υπαίθρου, συμπίλημα της φύσης και της αλήθειας αυτού εδώ του τόπου. Κι ας είναι κουμπωμένη.

Φεύγουμε από τη ράχη της Παλιοκερασιάς με κρύα καρδιά αλλά ζεστή μνήμη. Η κυρα-Βάσω έχει ήδη ξελακίσει ακολουθώντας τα ζωντανά, την πραμάτεια της δηλαδή, τον κύριο “λόγο” της. Όταν θα επιστρέψουμε στην πρώτη βάση της αποστολής, στην Κάτω Παλιοκερασιά, θ’ αναζητήσουμε στην πλατεία ένα τσίπουρο, που δεν είχε η δόλια η κυρα-Βάσω να μας προσφέρει. Γιατί αν είχε να μας τρατάρει, μπορεί και να είμαστε ακόμη εκεί, ξάγρυπνοι, κάτω από τον ουρανό της πιο καθαρής πατρίδας, στη ζεστή αγκαλιά της ακοίμητης γης των προγόνων στοχασμών και ελπίδων. Θα το πιούμε όμως κι ας είναι στην πλατεία, με τα καινούργια άχρωμα σπίτια, τους ευρύχωρους δρόμους, τις αυλές με τα γεράνια και τις κληματαριές, τις καρδιές των ανθρώπων που είναι προσηλωμένες στο ράψιμο της κοιλιάς του σφαχτού που θα ψηθεί στη σούβλα, για να νάναι έτοιμο το βράδυ που θα φαν και θα χορέψουν οι  Παλιοκερασιώτες, “εις ανάμνησιν της οριστικής εγκαταλείψεως του παλιού χωριού το έτος 1950 και της εγκαταστάσεώς των εις τον καινούργιο θύλακα ζωής και μαρτυρίας, εις τον αιώνα”…

 

(1) Υπάρχει σχετική ξεθωριασμένη ξύλινη πινακίδα που γράφει VELAS RINVER TREK 2Km

(2) Γιώργος Σεφέρης, KIXΛH

(3) Από τη συλλογή Δημοτικών Ασμάτων,  παλαιών και νέων, 1859.

back-button
next-button
paliokerasia- paliokerasia-_1 paliokerasia-_2 paliokerasia-_3 paliokerasia-_4-scaled paliokerasia-_5 paliokerasia-_6 paliokerasia-_7-scaled paliokerasia-_8 paliokerasia-_9 paliokerasia-_10 paliokerasia-_11 paliokerasia-_12 paliokerasia-_13
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories