home Άρθρα Όρος Πίνοβο: Ο γίγαντας του Βορρά
Όρος Πίνοβο: Ο γίγαντας του Βορρά

-Νοστάλγησα τα βόρεια σύνορα, μου λέει η Άννα.
-Ποια απ’ όλα; Έχουμε εκατοντάδες χιλιόμετρα βορείων συνόρων στην Ελλάδα.
-Στα ορεινά της Έδεσσας, στο Πίνοβο και στη Τζένα.
Στο άκουσμα των ονομάτων των δυο βουνών οι μνήμες επανέρχονται ζωηρές. Κι ας πέρασαν κιόλας οχτώ χρόνια απ’ τον Οκτώβρη του 2001. Τότε που διασχίσαμε το εκπληκτικό φαράγγι της Τζένας. Με την παρθένα βλάστηση, τον μεγάλο καταρράκτη και τα 25 (!) ξύλινα γεφυράκια, με κορμούς δέντρων πάνω από ρέματα με αμόλυντα νερά.
Μετά την γεμάτη υγρασία και μυστήριο ζούγκλα του φαραγγιού, μας είχε υποδεχτεί η Τζένα, με χαραδρώσεις και πλαγιές απογυμνωμένες από δέντρα. Ένα τοπίο λιτό και απέρριτο, σχεδόν μελαγχολικό. Μ’ αυτή τη συγκλονιστική ωραιότητα της γύμνιας των μεγάλων υψομέτρων. Όπου το μόνο που αντέχει στον παντοδύναμο βοριά είναι χορτάρι, σπιθαμιαίοι θάμνοι και αγριολούλουδα ταπεινά. Αγναντεύαμε μαγεμένοι από κείνα τα ψηλώματα μια την Ελλάδα και μια τα Σκόπια. Παντού ίδια η γη, δεν ξεχωρίζαμε πού τέλειωνε η μια χώρα και πού άρχιζε η άλλη. Κι αναρωτιόμασταν με αφέλεια γιατί να υπάρχουν σύνορα, γιατί να χωρίζουν οι αντιθέσεις τους λαούς.
Μετά, στρέψαμε το βλέμμα προς τη Δύση, ατενίζαμε το Πίνοβο. Γιγάντιο σε όγκο, ένα μακρυνάρι με χαραδρώσεις και πτυχώσεις, γκρεμούς και ορθοπλαγιές. Ωστόσο, στα υψίπεδά του έδειχνε ομαλό και φιλικό, μας προσκαλούσε σχεδόν. Τότε όμως δεν έφτανε ο χρόνος για το Πίνοβο. Ποτέ δεν φτάνει ο χρόνος όταν τον χρειάζεσαι. Γι’ αυτό και στη θέση της απόφασης, της δράσης, επιβιώνει η αναβολή. Το Πίνοβο, είπαμε τότε, δεν θα το ξεχνούσαμε. Απλά, μπορούσε λίγο να περιμένει. Η αοριστία της δέσμευσης μας ικανοποίησε, μας βόλεψε. Και βέβαια το Πίνοβο, όντας απόμακρο κι έξω από συνήθεις δρόμους και περάσματα, καλύφθηκε από λήθη, πυκνή σαν τις ομίχλες των βορείων συνόρων. Ως τη μέρα που το έφερε στο προσκήνιο η θύμηση της Άννας… Και τότε, ως εκ θαύματος, η αναβλητικότητα τόσων χρόνων έδωσε τη θέση της σε μια πυρετώδη ενεργητικότητα, που είχε ως μόνο στόχο της το Πίνοβο.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Όρος Πίνοβο: Ο γίγαντας του Βορρά
Κατηγορίες: Δραστηριότητες
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Πέλλα

Νοστάλγησα τα βόρεια σύνορα, μου λέει η Άννα.

Ποια απ’ όλα; Έχουμε εκατοντάδες χιλιόμετρα βορείων συνόρων στην Ελλάδα.

Στα ορεινά της Έδεσσας, στο Πίνοβο και στη Τζένα.

Στο άκουσμα των ονομάτων των δυο βουνών οι μνήμες επανέρχονται ζωηρές. Κι ας πέρασαν κιόλας οχτώ χρόνια απ’ τον Οκτώβρη του 2001. Τότε που διασχίσαμε το εκπληκτικό φαράγγι της Τζένας. Με την παρθένα βλάστηση, τον μεγάλο καταρράκτη και τα 25 (!) ξύλινα γεφυράκια, με κορμούς δέντρων πάνω από ρέματα με αμόλυντα νερά.

Μετά την γεμάτη υγρασία και μυστήριο ζούγκλα του φαραγγιού, μας είχε υποδεχτεί η Τζένα, με χαραδρώσεις και πλαγιές απογυμνωμένες από δέντρα. Ένα τοπίο λιτό και απέρριτο, σχεδόν μελαγχολικό. Μ’ αυτή τη συγκλονιστική ωραιότητα της γύμνιας των μεγάλων υψομέτρων. Όπου το μόνο που αντέχει στον παντοδύναμο βοριά είναι χορτάρι, σπιθαμιαίοι θάμνοι και αγριολούλουδα ταπεινά. Αγναντεύαμε μαγεμένοι από κείνα τα ψηλώματα μια την Ελλάδα και μια τα Σκόπια. Παντού ίδια η γη, δεν ξεχωρίζαμε πού τέλειωνε η μια χώρα και πού άρχιζε η άλλη. Κι αναρωτιόμασταν με αφέλεια γιατί να υπάρχουν σύνορα, γιατί να χωρίζουν οι αντιθέσεις τους λαούς.

Μετά, στρέψαμε το βλέμμα προς τη Δύση, ατενίζαμε το Πίνοβο. Γιγάντιο σε όγκο, ένα μακρυνάρι με χαραδρώσεις και πτυχώσεις, γκρεμούς και ορθοπλαγιές. Ωστόσο, στα υψίπεδά του έδειχνε ομαλό και φιλικό, μας προσκαλούσε σχεδόν. Τότε όμως δεν έφτανε ο χρόνος για το Πίνοβο. Ποτέ δεν φτάνει ο χρόνος όταν τον χρειάζεσαι. Γι’ αυτό και στη θέση της απόφασης, της δράσης, επιβιώνει η αναβολή. Το Πίνοβο, είπαμε τότε, δεν θα το ξεχνούσαμε. Απλά, μπορούσε λίγο να περιμένει. Η αοριστία της δέσμευσης μας ικανοποίησε, μας βόλεψε. Και βέβαια το Πίνοβο, όντας απόμακρο κι έξω από συνήθεις δρόμους και περάσματα, καλύφθηκε από λήθη, πυκνή σαν τις ομίχλες των βορείων συνόρων. Ως τη μέρα που το έφερε στο προσκήνιο η θύμηση της Άννας… Και τότε, ως εκ θαύματος, η αναβλητικότητα τόσων χρόνων έδωσε τη θέση της σε μια πυρετώδη ενεργητικότητα, που είχε ως μόνο στόχο της το Πίνοβο.

 

ΠΕΔΙΑΔΑ ΤΗΣ ΑΛΜΩΠΙΑΣ ΚΙ ΑΕΤΟΧΩΡΙ

Λίγο πριν απ’ τα μέσα του Σεπτέμβρη οι προβλέψεις για τον καιρό της Β. Ελλάδας δεν μοιάζουν να είναι και πολύ ευνοϊκές. Στα βόρεια της Έδεσσας και, πιο συγκεκριμένα, στην πεδιάδα της Αλμωπίας προβλέπονται συννεφιές με τοπικές βροχές άλλοτε ασθενείς και άλλοτε ισχυρές. Παραμερίζουμε τους αρχικούς δισταγμούς και αποφασίζουμε να μην αφήσουμε την αστάθεια του καιρού να σταθεί εμπόδιο στο εγχείρημά μας. Δεν πρέπει να υπάρξει και νέα αναβολή.

Με μόνιμο σύντροφο έναν μολυβένιο ουρανό φτάνουμε στην πρωτεύουσα της Αλμωπίας, την Αριδαία. Πώς μεγάλωσε έτσι τούτη πόλη! Στις αραιές πια επισκέψεις μου την βρίσκω κάθε φορά μεγαλύτερη και ψηλότερη. Πού είναι η μικρή κωμόπολη των αρχών της δεκαετίας του `70, έδρα του Λόχου Προκαλύψεως, που συντόνιζε τη δράση όλων των φυλακίων της μεθορίου με τα Σκόπια. Μετά από 35 τόσα χρόνια πολύ λίγα πράγματα εκείνης της εποχής παραμένουν αναλλοίωτα. Όχι μόνον στην Αριδαία αλλά και στα γύρω χωριά. Και ιδιαίτερα στο Λουτράκι και την Όρμα, που αποτελούν ήδη την αιχμή του δόρατος της τουριστικής εξέλιξης της συνολικής περιοχής.

Προσανατολιζόμαστε προς τα βόρεια, βγαίνουμε από την Αριδαία και διασχίζουμε την πεδιάδα της Αλμωπίας με κατεύθυνση προς Αετοχώρι. Έχει ενδιαφέρον να ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην πορεία του τόπου μέσα στο χρόνο.

Η πεδιάδα της Αλμωπίας λοιπόν είναι η περιοχή της Μακεδονίας, ανάμεσα στις αρχαίες χώρες της Πελαγονίας και Εορδαίας και μεταξύ των ποταμών Λουδία και Αξιού. Χάνεται στα βάθη των αιώνων το παρελθόν της Αλμωπίας αφού, σύμφωνα με τις ανασκαφικές έρευνες, είχε πυκνή κατοίκηση από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια. Κατά την μυθολογία πήρε την ονομασία της από τον γίγαντα Άλμωπα, γιο του Ποσειδώνα. Οι κάτοικοί της, οι Άλμωπες, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ήδη από την εποχή του Χαλκού με κυριότερους οικισμούς την Όρμα, την Άψαλο, τον Εύρωπο και την Νότια. Στα μέσα περίπου της εποχής του Σιδήρου Μακεδόνες εισβολείς υποχρέωσαν τους Άλμωπες να μετακινηθούν και να εγκατασταθούν στο Παγγαίο. Στα πρώτα βυζαντινά χρόνια η Αλμωπία ονομάστηκε Ενωτία. Αργότερα ονομάστηκε από του Βούλγαρους επιδρομείς «Μογλενά», που σημαίνει «χώρα της ομίχλης», προσδιορισμό απόλυτα δικαιολογημένο και στις μέρες μας. Όταν το 1435 περίπου κατακτήθηκε η περιοχή από τους Τούρκους ονομάστηκε «Καρατζόβα», από το μαύρο της χώμα. Η Αλμωπία απελευθερώθηκε από τα ελληνικά στρατεύματα το 1912. Κατά τη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου Πολέμου διεξήχθησαν φονικές μάχες στην ευρύτερη περιοχή από τους Έλληνες, Σέρβους και Αγγλογάλλους κατά των Βουλγάρων. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκαν εδώ πολλοί πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, την Θράκη και τον Πόντο. Η περιοχή ονομάστηκε οριστικά Αλμωπία το 1927.

Καθώς ξεφεύγουμε από τους όγκους των κτιρίων της πόλης αποκαλύπτεται το περίγραμμα του ΒΔ και Β ορίζοντα, ένα πελώριο τόξο με την καταλυτική παρουσία της οροσειράς του Βόρα. Ο ογκώδης αυτός φυσικός φράχτης ορθώνεται σαν προαιώνιος φρουρός στα σύνορα της χώρας. Στα δυτικά δεσπόζει η ψηλότερη κορυφή του με 2.524 μέτρα και ακολουθούν ανατολικότερα το Πίνοβο με 2.154 και η Τζένα με 2.182. Όσο περισσότερο κινούμαστε προς τα βόρεια, τόσο οι λεπτομέρειες του Πίνοβου γίνονται ευκρινέστερες, μια θεαματική βράχινη χοάνη με αβυσσαλέες ορθοπλαγιές. Που εξακολουθούν όμως να είναι πυκνοδασωμένες ως τα μεγάλα υψόμετρα της μακρυάς κορυφογραμμής.

Με καλό ασφαλτόδρομο ανηφορίζουμε ως τις βόρειες εσχατιές της Αλμωπίας, στο μικρό Αετοχώρι. Σπίτια λιγοστά, τα περισσότερα πετρόχτιστα, με παραδοσιακή αρχιτεκτονική και πλάκα στη σκεπή. Πλακοσκέπαστη είναι, στο χαμηλότερο σημείο του χωριού και η μεγάλη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, του 1842. Στην υποτυπώδη πλατεία το μεγαλύτερο κτίριο είναι το Δημοτικό Σχολείο του 1963, ενθύμιο της εποχής της βασιλείας του Παύλου, που έχει πάψει από χρόνια να λειτουργεί. Παρά την εικόνα της εγκατάλειψης, ωστόσο, κάποιοι θόρυβοι σαν μαστορέματα ακούγονται από το εσωτερικό. Πλησιάζουμε. Από την μισάνοιχτη πόρτα μπαίνουμε στην μεγάλη αίθουσα του σχολείου. Πολλά παράθυρα, μεγάλος χάρτης της Ελλάδας στον τοίχο, τα γνώριμα θρανία συγκεντρωμένα σε μια γωνιά, στο κέντρο η ξυλόσομπα.

Με την είσοδό μας ένας νέος άνθρωπος σταματάει τα μαστορέματα και μας καλημερίζει. Ειν’ ο Κυριάκος Λιουλιάκης, φυσιολάτρης, ορειβάτης και με πολύχρονη θητεία στην φροντίδα και αποκατάσταση της υγείας τραυματισμένων ζώων και πουλιών. Κάποια στιγμή εγκατέλειψε οριστικά τη ζωή της Θεσσαλονίκης κι εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένειά του στα βόρεια της Αλμωπίας, στους πρόποδες του Πίνοβου.

Και τι σκοπεύεις, Κυριάκο, να το κάνεις το Σχολείο;

Θα το μεταμορφώσω σε παραδοσιακό καφενείο και ταβερνάκι. Στο ισόγειο θα δημιουργήσω ένα λιτό καταφύγιο για φυσιολάτρες και ορειβάτες.

Φανταζόμαστε μετά από λίγο καιρό, το «Κρυφό Σχολειό». Με την ξυλόσομπα, τα θρανία για τους θαμώνες, και τον μαυροπίνακα, όπου θ’ αναγράφονται με κιμωλία τα προσφερόμενα είδη και οι τιμές. Και τα χειμωνιάτικα βράδια, εδώ στα 660 μέτρα της ορεινής Αλμωπίας, να μπορεί κάποιος, μετά το ωραίο ντόπιο τσίπουρο και κρασάκι, να γέρνει το κεφάλι του γλυκά και ν’ αποκοιμιέται. Και το πρωί να γυρνάει ξεκούραστος στον τόπο του ή να ξεκινάει την πορεία του στο βουνό. Που έχει ως σημείο αφετηρίας την πλατεία, δίπλα στο σχολείο. Με την πρόσφατη και εμφανέστατη σηματοδότηση από τον Ε.Ο.Σ. Θεσ/νίκης. Αυτό το μονοπάτι ετοιμαζόμαστε να πάρουμε. Μόνο που ο καιρός της Αλμωπίας δεν μοιάζει να συμφωνεί. Απ’ τα βαριά σύννεφα ξεφεύγουν πού και πού αραιές σταγόνες βροχής.

Δεν θα σας συνιστούσα να ξεκινήσετε σήμερα με τα πόδια, λέει ο Κυριάκος. Καλύτερα κινηθείτε ως το τέλος του δασικού δρόμου με το αυτοκίνητο και μετά, αν το επιτρέπει ο καιρός, συνεχίστε με τα πόδια. Μην ξεθαρρέψετε όμως στα ψηλώματα. Ο καιρός του Πίνοβου είναι απρόβλεπτος εκεί πάνω και οι ομίχλες μπορεί να’ ναι επικίνδυνες.

 

ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΟΥ «ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ»

Ένας κακοτράχαλος δρόμος διασχίζει για λίγο το χωριό. Γρήγορα βελτιώνεται κι αρχίζει ν’ ανηφορίζει με ήπιες κλίσεις ανάμεσα σε δάσος δρυός, με ενδιάμεσους γάβρους και κέδρα. Στα 1.7 χλμ. συναντάμε υψωμένη σιδερένια μπάρα και, 100 μέτρα μετά στ’ αριστερά του δρόμου, μικρή πηγή δροσερού νερού. Ένα χιλιόμετρο μετά ο δρόμος διακλαδίζεται προς τα δεξιά και μετά από μερικές δεκάδες μέτρα καταλήγει σε αυχένα. Θαυμάζουμε την έξοχη θέα προς την κορυφή και τα κατάφυτα φαράγγια της Τζένας, που τόσο απολαύσαμε οχτώ χρόνια πριν. Στις πλαγιές του αντικρινού Πάϊκου είναι σκαρφαλωμένος ο μεγάλος οικισμός του Αρχάγγελου. Χαμηλότερα αρχίζει να αναπτύσσεται το βόρειο τμήμα, η αρχή της εκτεταμένης πεδιάδας της Αλμωπίας. Τα γεωμετρικά σχήματα από τις ποικίλες καλλιέργειες κάνουν την πεδιάδα να μοιάζει μ’ ένα πολύχρωμο από ζεστά γήινα χρώματα χαλί.

Βρισκόμαστε σχεδόν σε υψόμετρο 1000 μέτρων και ήδη έχουν κάνει την εμφάνισή τους οι πρώτες νεαρές οξυές, που σύντομα σχηματίζουν δάσος πυκνό. Ο δρόμος αποκτά βαθειά νεροφαγώματα και γίνεται τελείως ακατάλληλος για συμβατικά αυτοκίνητα. Νά και μια μοναχική μηλιά πλάι στο δρόμο με μικρά, νοστιμώτατα ξυνόμηλα, απολύτως βιολογικά.

Η βροχή, άλλοτε ήπια κι άλλοτε δυνατή, δεν μας εγκαταλείπει ούτε στιγμή. Σκεφτόμαστε πως καλή είναι η πεζοπορία αλλά με τέτοιες συνθήκες δεν είναι άσχημα μέσα στο αυτοκίνητο. Νά όμως, που 7.8 χλμ. μετά το Αετοχώρι, ο δρόμος τερματίζει. Βρισκόμαστε σ’ ένα ξέφωτο με μεικτό δάσος πεύκων και οξυάς. Δυο δρομίσκοι συνεχίζουν. Κατηφορικός και χορταριασμένος ο ένας, καταλήγει σε αδιέξοδο. Ο δεύτερος είναι ανηφορικός και εισχωρεί στο πευκοδάσος.

Να τον αποφύγετε, μας είχε συστήσει ο Κυριάκος, πιο πάνω γίνεται αδιάβατος.

Αφήνουμε το αυτοκίνητο, φοράμε τα αδιάβροχα και συνεχίζουμε με τα πόδια. Το υψόμετρο είναι 1440 μέτρα. Αρχικά ο δρόμος είναι χορταριασμένος και ομαλός. Πολύ γρήγορα όμως αποκαλύπτει το αληθινό του πρόσωπο με άγρια νεροφαγώματα και μεγάλες πέτρες, που τον καθιστούν απροσπέλαστο ακόμα και από 4×4. Άλλωστε γατί σ’ έναν τέτοιο τόπο να εξακολουθεί κάποιος να παραμένει στο αυτοκίνητο; Η ομορφιά είναι έξω, στην ήπια προσέγγιση της φύσης με τα πόδια. Μόνο μ’ αυτό τον αργό ρυθμό των παλιών καιρών ενεργοποιούνται στο έπακρο οι αισθήσεις της όρασης, της όσφρησης και της ακοής, με τις ειδυλλιακές εικόνες του δάσους, τις μυρωδιές της βρεμένης γης, τον ήχο των ρυακιών και των πουλιών.

Είναι απερίγραπτα όμορφος ο περίπατος στο δάσος. Ακόμα και η βροχή έχει γίνει αποδεκτή. Συναντάμε μικρή κορομηλιά με κίτρινα κορόμηλα, γευστικά και δροσερά. Πού και πού ζουμερά ώριμα βατόμουρα, μεμονωμένα μανιτάρια αλλά και πολυπληθείς αποικίες πάνω σε κορμούς. Οι οξυές επιβάλλονται με την παρουσία τους στο δάσος. Είναι πανύψηλες, ξεπερνούν τα 20 μέτρα. Μερικές είναι αιωνόβιες με ογκωδέστατους κορμούς.

Εμφανίζονται τα πρώτα φύλλα με χρώμα κιτρινωπό και πορτοκαλί, φωτεινές πινελιές μέσα στην καταλυτική – ακόμα – κυριαρχία του πράσινου αλλά και υπενθύμιση ότι το φθινόπωρο δεν αργεί. Μας το επαναφέρει άλλωστε στη μνήμη το παχύ στρώμα ξερό φύλλων στο χώμα, που έχουν παραμείνει από τον προηγούμενο χειμώνα.

30 λεπτά μετά την αναχώρησή μας – με χαλαρούς ρυθμούς – φτάνουμε σε χορταριασμένο ξέφωτο. Μετά το χορτάρι αρχίζει πυκνό δάσος οξυάς και ψηλότερα ένα θεαματικό συγκρότημα βράχων. Κατηφορίζει για λίγο ο δρόμος, περνάει δίπλα από λάστιχο με ροή νερού και αρκετή λάσπη και στη συνέχεια γίνεται ανηφορικός και πετρώδης.

5 λεπτά αργότερα τερματίζει το δάσος και μαζί του η ανηφόρα. Προβάλλει μπροστά μας μια νέα πραγματικότητα. Ένας χορταριασμένος αυχένας, κατάσπαρτος με μεγάλους βράχους και απόλυτα εκτεθειμένος στο βοριά, που μας φέρνει δάκρυα στα μάτια. Η θέα όμως είναι μοναδική. Από υψόμετρο 1580 μέτρων ατενίζουμε στα Δ – ΝΔ την πελώρια χοάνη της κορυφογραμμής του Πίνοβου, με τις εντυπωσιακές ορθοπλαγιές, τις χαραδρώσεις και τις σάρες. Γαντζωμένες στους γκρεμούς είναι πολλές πυκνές συστάδες οξυάς, σε υψόμετρο σχεδόν 2.000 μέτρων! Χαμηλότερα το Πάϊκο και η πεδιάδα της Αλμωπίας με τα διάσπαρτα χωριά. Αχνά στο βάθος το περίγραμμα του Βερμίου. Με ατμόσφαιρα καθαρή το βλέμμα μας θα τερμάτιζε στα υψίπεδα του Ολύμπου.

Μένουμε αρκετά λεπτά απέναντι σ’ αυτό τον ορίζοντα. Όταν βρίσκεται κανείς σε συναρπαστικούς τόπους, πρέπει να τους δίνει τον χρόνο που τους αξίζει. Τα ωραία όμως δεν σταματούν εδώ. Ανηφορίζουμε φαρδύ μονοπάτι, που σ’ ελάχιστα λεπτά μας οδηγεί σ’ ένα διάσελο στενό. Από το άνοιγμά του αποκαλύπτεται ένα τοπίο τελείως διαφορετικό. Είναι η «Κοιλάδα των Βράχων», ένα λεκανοπέδιο κατάσπαρτο από βράχους μικρούς και μεγάλους, με ποικίλους σχηματισμούς. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πίσω ορθώνονται οι συγκλονιστικές ορθοπλαγιές του «Μαύρου Βράχου» και, ακόμη ψηλότερα, η κορυφογραμμή του Πίνοβου σ’ όλο της το ανάπτυγμα. Παχύ χορτάρι και χαμηλοί θάμνοι κέδρων καλύπτουν κάθε σημείο της κοιλάδας. Η βροχή έχει σταματήσει από ώρα, τα πάντα όμως είναι μουσκεμένα και το χώμα στα στενά μονοπάτια είναι λασπωμένο.

Με αργά βήματα κατηφορίζουμε στην κοιλάδα. Είναι τόση η γαλήνη του τόπου, που μοιάζει να μας προτρέπει να κινούμαστε ήρεμα και αθόρυβα. Ωστόσο, ο ευμετάβλητος καιρός και το προχωρημένο μεσημέρι δεν μας επιτρέπουν σκέψεις για κορυφογραμμή και, πολύ περισσότερο, για κορυφή. Δεν μας λυπεί καθόλου. Δεν είναι, σήμερα τουλάχιστον, η κορυφή του Πίνοβου η «Ιθάκη» μας αλλά όλοι οι ενδιάμεσοι σταθμοί του «ταξιδιού». Κι είναι στ’ αλήθεια ένα ταξίδι πολύ συναρπαστικό.

Για δυο σχεδόν ώρες παραμένουμε αιχμαλωτισμένοι, γοητευμένοι από τα κάλλη της κοιλάδας. Που εκτείνεται από τα ριζά του Μαύρου Βράχου, αυτού του θαύματος της φύσης, ως τον αυχένα με το τσιμεντένιο κολονάκι της Γ.Υ.Σ., στους πρόποδες του «Καλόγερου». Εδώ, σε υψόμετρο 1850 μέτρων, μας χτυπάει ανελέητα ο βοριάς. Απέναντι, στα Α – ΒΑ, μας γνέφει φιλικά η παλιά μας γνώριμη, η κορυφή της Τζένας.

Πολλά και ενδιαφέροντα μας συμβαίνουν στην Κοιλάδα των Βράχων. Βρίσκουμε αρχικά δυο πηγές νερού, που τρέχει με λάστιχο σε σιδερένιες ποτίστρες για το πότισμα των ζώων. Ανάμεσα στα χαμηλά κέδρα ανακαλύπτουμε αρκετά μανιτάρια του είδους Macrolepiota procera, που τόσες νόστιμες εμπειρίες μας έχουν προσφέρει στο παρελθόν. Στα λιβαδοτόπια, κοντά στα 1800 μέτρα, βρίσκουμε δυο Agaricus campestris, μεγάλα και σε άριστη κατάσταση. Τα παίρνουμε κι αυτά.

Σε κάποια υγρά σημεία, δίπλα σε ρυάκια, ένα πλατύφυλλο φυτό, που μοιάζει με σπανάκι, κινεί την προσοχή μας. Δεν κάνουμε λάθος. Είναι η περίφημη «Νάνα», το φυτό των μεγάλων υψομέτρων, που τα φύλλα του αποτελούν υπέροχη πρώτη ύλη για πίτες, σαλάτες, ομελέττες και τόσες άλλες λιχουδιές, που έχουμε γευτεί από την μαγειρική της Λίτσας Μανάκου, στο ομώνυμο ξενοδοχείο της Καστανιάς Καλαμπάκας.

Κοντά στην χαμηλότερη ποτίστρα, πλάϊ στους βράχους, συναντάμε αρκετούς θάμνους, με στρογγυλωπά σαρκώδη φύλλα, λίγο μεγαλύτερα από της οξυάς. Ανάμεσά τους σχηματίζονται τσαμπάκια με πάμπολλους μικροσκοπικούς, σκούρους καρπούς. Δοκιμάζουμε έναν. Είναι ώριμος και γλυκύτατος, τον αναγνωρίζουμε αμέσως. Είναι «Μύρτιλο», αυτό το άγριο, ασυνήθιστο φρουτάκι, πρώτη ύλη για υπέροχες μαρμελάδες.

Ξεδιψάμε με το κρύο βουνίσιο νερό, γεμίζουμε τα παγούρια μας και, απαλλαγμένοι από το άγχος του χρόνου, χαιρόμαστε την σπάνια ωραιότητα και μοναχικότητα του τόπου. Ύστερα ξεκινάμε την ευχάριστη πορεία της επιστροφής. Η βροχή μας ξαναβρίσκει μέσα στο δάσος της οξυάς. Είναι συνεχής και επίμονη, χαρίζει στο δάσος το τέλειο φθινοπωρινό σκηνικό.

Τοποθετούμε προσεκτικά τα μανιτάρια στο αυτοκίνητο και, χορτασμένοι από ομορφιά, βγαίνουμε στο δρόμο για το Αετοχώρι. Τα απρόοπτα όμως δεν είχαν τελειώσει ακόμη. Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω, κι ενώ είμαι αφοσιωμένος στα νεροφαγώματα του δρόμου, η Άννα ξαφνικά φωνάζει να σταματήσω. Φρενάρω απότομα αλαφιασμένος και, πριν προλάβω να μιλήσω, αντικρύζω 60 – 70 μέτρα μακρυά, καταμεσής του δρόμου, μια σιλουέττα γνώριμη από άλλες εποχές. Ειν’ ένα ζαρκάδι, πανέμορφο, υψηλόσωμο, που παραμένει ακίνητο και δεν ξεκολλάει τα μάτια του από πάνω μας. Κρατιόμαστε να μην φωνάξουμε για την τύχη μας. Που την έχουμε απόλυτα με το μέρος μας, μιας και η Άννα έχει σε απόλυτη ετοιμότητα τη μηχανή της με τον ισχυρό τηλεφακό. Με πυρετώδεις κινήσεις σκοπεύει το υπέροχο ζώο – όχι με καραμπίνα όπως κάποιοι άλλοι – μεσολαβούν μερικά δευτερόλεπτα αγωνιώδους αναμονής και μετά, ο λυτρωτικός ήχος του κλείστρου δίνει τέλος στην ένταση και αβεβαιότητα των στιγμών. Το Πίνοβο μας έχει χαρίσει το πολυτιμότερο τρόπαιο, την ζωντανή εικόνα του πιο ευγενικού πλάσματος των ελληνικών δασών.

Σας μακαρίζω για την τύχη σας, μας λέει λίγη ώρα αργότερα ο Δημήτρης. Τόσα χρόνια ανεβαίνω στο Πίνοβο, δεν αξιώθηκα ούτε μια φορά να συναντήσω ζαρκάδι.

Ο Δημήτρης ….. με τον αδερφό του Μεθόδιο, έχουν δημιουργήσει εδώ και μια 5ετία τον «Μαύρο Βράχο». Ειν’ ένας χώρος εστίασης, ένα χιλιόμετρο πριν απ’ το Αετοχώρι. Ψηλά δεσπόζει με τον εντυπωσιακό του όγκο ο Μαύρος Βράχος, η θέα όμως της ταβέρνας είναι συνολικά μοναδική. Σε υψόμετρο 600 μέτρων ο τόπος είναι προικισμένος με την συναρπαστικότερη οπτική πρόσβαση στα δασωμένα φαράγγια, στην ατελείωτη κορυφογραμμή του Πίνοβου και στις χαοτικές ορθοπλαγιές. Πάϊκο, κάμπος της Αλμωπίας, Βέρμιο είναι απέναντί μας. Αντάξια της θέσης είναι και η κατασκευή του κτιρίου, με ντόπια πέτρα και ξύλο, μεγάλο τζάκι, ωραία επίπλωση, λιτή και καλαίσθητη διακόσμηση.

Για την κουζίνα του «Μαύρου Βράχου» τι να πει κανείς! Είναι εντυπωσιακή η νοστιμιά και πρωτοτυπία των εδεσμάτων, η ποιότητα των πρώτων υλών, η συνολική εικόνα του πιάτου στο τραπέζι. Chef με μεγάλο ταλέντο, με πάθος για τη δουλειά του ο Δημήτρης, από τα χαράματα της Παρασκευής ως αργά τη νύχτα της Κυριακής, καταθέτει τον εαυτό του, τις εμπνεύσεις και το μεράκι του, ώστε να συνεχίζει ο Μαύρος Βράχος να είναι σημείο συνάντησης και απόλαυσης καλοφαγάδων και μερακλήδων.

Θαυμάσιο ντόπιο τσίπουρο, εξαιρετική ποικιλία ορεκτικών και τα μανιτάρια μας ψιλοκομμένα και τηγανιτά με μαϊντανό και λεμονάκι. Στο τέλος κότσι μοσχαρίσιο. Πραγματική αποκάλυψη! Καταπληκτικό είναι και το Cabernet Chauvignon του οινοποιού της Αριδαίας Τσιρόπουλου. Για επιδόρπιο, μας έχει ο Δημήτρης, καραμελωμένα μήλα με BAILYS κι ένα φανταστικό «ρετσέλι» από ντόπια συκαλάκια.

Με το πέσιμο της νύχτας αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τα 30 περίπου χιλιόμετρα που μας χωρίζουν από το κατάλυμα που σκοπεύουμε να μείνουμε στην Όρμα.

Και γιατί δεν μένετε σε μας; προτείνει ο Κυριάκος. Το σπιτάκι είναι παλιό, του 19ου αιώνα, αλλά το έχω περιποιημένο και καθαρό.

Ώρες γαλήνης στο σπιτικό του Κυριάκου με τον μικρό γιο του Ηλία και την σύζυγό του, Γαλλίδα αρχιτέκτονα Εστέλ. Στο παμπάλαιο σπιτάκι με το σιδερένιο κρεβάτι, την ξυλόσομπα και τις σανιδένιες τάβλες στο ταβάνι, ο ύπνος είναι ήρεμος και βαθύς.

 

ΠΙΝΟΒΟ, ΣΤΑ ΥΠΕΡΟΧΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

Στο ξεκίνημα της μέρας διαγράφονται ανάμεσα στα σύννεφα μερικές νησίδες γαλάζιου ουρανού. Είναι μικρές αλλά αρκετές για να τονώσουν την αισιοδοξία μας ως προς την εξέλιξη του καιρού. Το Πίνοβο, ωστόσο, εξακολουθεί στα ψηλώματά του να είναι βλοσυρό. Χαμηλότερα η πεδιάδα της Αλμωπίας είναι τυλιγμένη στις γνωστές της καταχνιές. Στο ορεινό Αετοχώρι όμως η ατμόσφαιρα είναι καθαρή. Στο Δημοτικό Σχολείο της πλατείας ο Κυριάκος έχει πιάσει δουλειά από νωρίς. Αγωνίζεται να βάλει σε λειτουργία το «Κρυφό Σχολειό» μέσα στον Οκτώβρη.

10:30’. Από υψόμετρο 660 μέτρων ξεκινάμε το σηματοδοτημένο μονοπάτι δίπλα απ’ το Σχολείο με κατεύθυνση ΒΔ. Χωραφάκια και μικροκτήματα, κέδρα και πλατάνια με τα πρώτα, ελαφρά χρωματισμένα φύλλα του φθινοπώρου. Η σήμανση είναι πυκνή, μας οδηγεί ανηφορικά μέσα από δάσος δρυός. Βγαίνουμε σε χωματόδρομο και συναντάμε ερειπωμένο φυλάκιο. Στη συνέχεια περνάμε ανυψωμένη σιδερένια μπάρα και φτάνουμε σ’ ένα πλάτωμα, με μεγάλους βράχους και θέα εντυπωσιακή στον Καλόγερο και στον Μαύρο Βράχο. Ένας από τους βράχους δεν είναι στη βάση του συμπαγής αλλά σχηματίζει ένα τούνελ διαμπερές με μήκος περίπου 9, πλάτος 3 και μέγιστο ύψος κοντά στα 2 μέτρα. Είναι ένα απόλυτα ασφαλές καταφύγιο με ταυτόχρονη θέα, από τα δυο ανοίγματα, στον κάμπο της Αλμωπίας και στο βουνό. Είναι 11:20’ και έχουμε ήδη φτάσει στα 810μ. Για ένα 5λεπτο βαδίζουμε παράλληλα σε μια πανύψηλη περίφραξη από συρμάτινο πλέγμα. Η περίφραξη αυτή έχει κλείσει μια μεγάλη δασική έκταση κάτω από το δρόμο, που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο θηραμάτων.

11:20’. Εγκαταλείπουμε οριστικά τον χωματόδρομο κι αμέσως αισθανόμαστε στα πέλματα των ποδιών μας το τόσο ευχάριστο, μαλακό έδαφος του χορταριασμένου μονοπατιού. Ενός μονοπατιού, που εισχωρεί στα άδυτα μιας πλαγιάς, τόσο πυκνοδασωμένης, που αρχικά μοιάζει αδιαπέραστη. Οι φτέρες μάς συναγωνίζονται σε ύψος και, πολλές φορές, ξεπερνάνε τα κεφάλια μας. Αναρωτιόμαστε αν υπάρχει δίοδος, κάποιο μυστικό πέρασμα ανάμεσά τους ή καταλήγουν σε αδιέξοδο. Το μονοπάτι, ωστόσο, μολονότι στενό και ασφυκτικά περικυκλωμένο από τη βλάστηση του βουνού, εξακολουθεί να παραμένει καλά διανοιγμένο και καθαρό, ελάχιστα κλαδιά εμποδίζουν το πέρασμά μας. Ολόγυρα αναπτύσσεται, με μια άναρχη πυκνότητα, μια μεγάλη ποικιλία δέντρων, χωρίς ανθρώπινες παρεμβάσεις, όπως τα δημιούργησε η φύση. Τα κυριότερα που ξεχωρίζουμε ανάμεσά τους είναι κέδρα, βαλανιδιές και οξιές, μηλιάρια, σφενδάμια και γάβροι. Νά και μια κρανιά με σκουρόχρωμα κράνα, αδιάψευστο χαρακτηριστικό ωρίμανσης και γεύσης εκπληκτικής.

Λίγο πιο πάνω συναντάμε μια δεύτερη κρανιά. Οι καρποί της είναι τεράστιοι, σχεδόν διπλάσιοι από της πρώτης. Δυστυχέστατα για μας είναι ακόμα ανοιχτόχρωμοι και άγουροι, η γεύση τους είναι στυφή, απόλυτα απαγορευτική για ανθρώπους, όχι όμως για ζώα και ιδιαίτερα για αρκούδες. Οι οποίες, μετά από τόσα χρόνια στα βουνά και στους βιοτόπους τους, εξακολουθούν να μη μας κάνουν την τιμή να συναντηθούμε ως τώρα. Εκτός βέβαια από εκείνο το απίστευτα χαριτωμένο αρκουδάκι, που εμφανίστηκε απρόσμενα για να χαθεί σε τρία δευτερόλεπτα πριν χρόνια στα Ζαγοροχώρια και συγκεκριμένα στην δασική διαδρομή από τους Φραγκάδες στους Νεγάδες.

Μετά την χθεσινή φωτογράφιση του ζαρκαδιού, οι ελπίδες μου έχουν αναπτερωθεί και για τις αρκούδες, λέει με μεγάλη πίστη η Άννα και δεν απέχω πολύ από του να συμμεριστώ την αισιοδοξία της. Άλλωστε η θετική σκέψη, όπως πιστεύεται γενικότερα, έχει την μυστήρια ιδιότητα να προσελκύει ευχάριστες καταστάσεις.

Ένα μόλις τέταρτο διαρκεί η συνύπαρξή μας με την πυκνή ζούγκλα, που μας χαρίζει αυτή την αίσθηση της πλήρους σχεδόν απομόνωσης από το ευρύτερο φυσικό περιβάλλον, τους ορίζοντες του τόπου. Στις 11:40’ και σε υψόμετρο 885 μέτρων μπαίνουμε σε σκιερό δάσος υψηλόκορμων δέντρων οξιάς. Ρυάκι με νερό και έξοχο μονοπάτι με ήπιες κλίσεις και αλλεπάλληλες στροφές. Το χάραξαν με περίσσια γνώση οι παλιοί κτηνοτρόφοι της Αλμωπίας, που οδηγούσαν τα κοπάδια τους από τον κάμπο στα ορεινά βοσκοτόπια του Πίνοβου και της Τζένας. Βαδίζουμε αργά, απολαυστικά, ο χρόνος της συνολικής πορείας έχει για μας τυπικό ενδιαφέρον, καθαρά πληροφοριακό. Τούτο το πανέμορφο μονοπάτι δεν προσφέρεται για ορειβατικές επιδόσεις, με τα μάτια στο χρονόμετρο. Εδώ προτεραιότητα έχει η ευχαρίστηση από το φυσικό περιβάλλον, που έχουμε ακόμη το προνόμιο να θαυμάζουμε στη χώρα μας. Και τούτες οι δασωμένες πλαγιές του Πίνοβου, είναι από τις ωραιότερες που έχουμε συναντήσει.

Στις 12:55’, και καθώς το υψόμετρο είναι 1310 μέτρα, συναντάμε προς στιγμήν έναν καλό δασικό δρόμο, κατευθυνόμαστε αριστερά (ΝΔ) και μετά από 100 περίπου μέτρα, βρίσκουμε εικονοστάσι με θέα μοναδική. Αμέσως μετά, πάντα με σηματοδοτημένο μονοπάτι, ξαναμπαίνουμε στο δάσος. Λίγο αργότερα νιώθουμε ν’ αλλάζει ο καιρός. Η αλλαγή εκδηλώνεται αρχικά μ’ ένα ψυχρό αεράκι. Το συνοδεύει μια αισθητή μείωση του φωτισμού της ατμόσφαιρας. Εν μέρει οφείλεται στην πυκνότητα του δάσους, κυρίως όμως στα μαύρα σύννεφα, που έχουν κυριεύσει τον θόλο του ουρανού. Αιωνόβιες οξιές με πελώριους κορμούς, ξεχωρίζουν πού και πού ανάμεσα στις άλλες. Μια απ’ αυτές, ιδιαίτερα γέρικη, έχει σχηματίσει μια κουφάλα στον κορμό της, που καταφέρνει να με χωρέσει. Είναι κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο για δέντρο οξιάς.

13:40’ βγαίνουμε απ’ το δάσος. Βρισκόμαστε πια σε υψόμετρο 1470 μέτρων. Με τις μικροστάσεις και τον χαλαρό μας ρυθμό έχουμε καλύψει υψομετρική διαφορά 810 μέτρων σε 3 ώρες και 10 λεπτά.

Για άλλη μια φορά ο καιρός εξελίσσεται επίφοβος, μας βρίσκουν οι πρώτες αραιές σταγόνες βροχής. Η κορυφογραμμή είναι από ώρα εξαφανισμένη πίσω από βαρειά, αμετακίνητα σύννεφα. Δεν θα ήταν ευχάριστο να βρεθούμε με τέτοιες συνθήκες εκεί πάνω. Και ούτε βέβαια μας λυπεί η αναβολή. Ο κύριος σημερινός μας στόχος ήταν αυτή η εκπληκτική πεζοπορική διαδρομή από την πλατεία του Αετοχωρίου ως τα ριζά του Μαύρου Βράχου. Μια διαδρομή που μας έδωσε την δυνατότητα να διεισδύσουμε στο αθέατο εσωτερικό των δασών του Πίνοβου και να γνωρίσουμε λεπτομέρειες της απαράμιλλης ομορφιάς του.

 

ΣΤΑ ΥΨΙΠΕΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ

Όρβηλος και Πίνοβο! Είναι τα δυο τελευταία Ελληνικά βουνά πάνω από τα 2.000 μέτρα που δεν έχω ακόμα ανεβεί, λέει ο Κυριάκος. Αναφέρομαι βέβαια στις κύριες κορυφές των βουνών, γιατί τα παρακόρφια πάνω από τα 2.000 μέτρα είναι αμέτρητα.

Το μήνυμα του φίλου μας ήταν σαφέστατο: «όταν θα ξεκινάτε για την κορυφή του Πίνοβου, θα ήθελα να είμαι κι εγώ παρών».

Είναι μεγάλη ευχαρίστηση να βαδίζει κάποιος με τη συντροφιά του Κυριάκου Παπαγεωργίου στο βουνό. Μετά από μια 35ετία πλούσιας εμπειρίας έχει διαμορφώσει έναν δικό του κώδικα προσέγγισης των βουνών. Μιας προσέγγισης, που το πρωταρχικό της χαρακτηριστικό είναι η φυσιολατρία και το δευτερεύον η ορειβασία. Ο Κυριάκος δεν θεωρεί τις κορφές των βουνών ως αντικείμενο προς κατάκτηση αλλά ως μέσο απελευθέρωσης από την στυφή καθημερινότητα, τις άχαρες συνθήκες της διαβίωσης στην πόλη αλλά ακόμη και ατραπό διαφυγής από τα άγχη και την ψυχική φθορά του δικηγορικού του λειτουργήματος. Βαδίζοντας κανείς πλάι – πλάι με τον Κυριάκο συνηθίζει να επικοινωνεί με το βουνό, μαθαίνει ν’ ανακαλύπτει αθέατα μονοπάτια, να οσμίζεται μυστικά περάσματα, ν’ αντιμετωπίζει κακοτοπιές και κακουχίες με στωικότητα και στο τέλος να πετυχαίνει τον στόχο του και να βγαίνει νικητής.

Ξεκινάμε λοιπόν με τον αγαπητό μας φίλο και συνεργάτη την ανάβαση στο Πίνοβο, με τελικό προορισμό τούτη τη φορά, τίποτε λιγότερο από την κορυφή. Αφετηρία μας είναι το ξέφωτο με τα πεύκα, στο τέρμα του κακοτράχαλου δασικού δρόμου των 7.8 χλμ. πάνω από το Αετοχώρι.

Στις 10.30’ ακριβώς τα άρβηλά μας αφήνουν τα πρώτα τους αποτυπώματα πάνω στο υγρό από τις πρόσφατες βροχές έδαφος του δάσους. Αυτού του ίδιου δάσους, που διασχίζαμε μόλις μια βδομάδα πριν και έχει ήδη να μας επιδείξει δυο εξόφθαλμες αλλαγές. Το πλήθος και η πολύ μεγαλύτερη ποικιλία μανιταριών είναι η πρώτη, ενώ η δεύτερη αλλαγή είναι χρωματική. Αφορά τα φυλλώματα της οξυάς που κάθε μέρα απαρνούνται όλο και περισσότερο το πράσινο χρώμα που κυριαρχούσε μέχρι τώρα και ενδίδουν στον καταιγισμό των χρωμάτων του φθινοπώρου, κίτρινο, καφέ και πορτοκαλί. Ο καιρός, ωστόσο, για άλλη μια φορά είναι αινιγματικός.

Έχουμε ξεκινήσει την πορεία μας πολύ ορεξάτοι. Σε 25 μόλις λεπτά φτάνουμε στο θεαματικό ξέφωτο με τους βράχους και την εκπληκτική θέα στην εντυπωσιακή χοάνη του Πίνοβου και στον κάμπο. Ανηφορίζοντας τον αυχένα αποκαλύπτεται χαμηλότερα η «Κοιλάδα των Βράχων» με τους θάμνους των μύρτιλων και την πηγούλα με το παγωμένο νερό. Παίρνουμε μερικές ανάσες, ανεφοδιαζόμαστε με φρέσκο νερό και ξεκινάμε τον ανήφορο με Β κατεύθυνση, ακολουθώντας τα κίτρινα σημάδια πάνω στους βράχους. Στενό και ευκολοδιάβατο αλλά έντονα ανηφορικό και σε αρκετά σημεία λασπωμένο το μονοπάτι. Εκατοντάδες ασβεστολιθικοί βράχοι, πρασινωποί από τις λειχήνες, είναι κατάσπαρτοι άναρχα στην απότομη πλαγιά. Ανήφορος συνεχής, δεν είναι εύκολο τούτο το κομμάτι, είναι στην ουσία το απαιτητικότερο της μέχρι τούδε – αλλά και της μετέπειτα όπως θα αποδειχθεί – διαδρομής.

Ακολουθώντας γενικά Β πορεία φτάνουμε στις 12:00 (σε 40’ από την πηγούλα) στο τέλος του ανηφορικού μονοπατιού, σε υψόμετρο 1860 μέτρων. Ο προσανατολισμός μας μεταβάλλεται σημαντικά, γίνεται Δ – ΝΔ στις 250ο. Το μονοπάτι, με ήπιες κλίσεις πια, αποτελεί μια ευχάριστη εξέλιξη στον προηγούμενο ανήφορο. Το έδαφος είναι στρωμένο με αναρίθμητες μικρές γρανιτόπετρες, που προέρχονται από τις υπερκείμενες βραχώδεις πλαγιές του εντυπωσιακού όγκου του Βίσογκραντ. Στους πρόποδες του ορεινού αυτού όγκου διακρίνουμε ήδη καθαρά την χάραξη του μονοπατιού που φτάνει στην οροσειρά του Πίνοβου από τις κορυφές της Τζένας.

Να μια συνοριακή διάσχιση, σημαντική από κάθε άποψη, λέει ο Κυριάκος. Το μόνο που χρειάζεται είναι, μεγάλη διάρκεια μέρας και καλό καιρό.

Σε λιγότερο από ένα τέταρτο φτάνουμε σ’ έναν καταπληκτικό κοίλο αυχένα, πολύ χαρακτηριστικό στην περιοχή, πάντα στους πρόποδες του Βίσογκραντ. Εδώ, σε υψόμετρο 1945 μέτρων, συναντάμε την διασταύρωση με το μονοπάτι της Τζένας. Ειν’ ένας τόπος με απαράμιλλη γοητεία, χαρίζουμε μια μικρή απολαυστική στάση στους εαυτούς μας. Θαυμάζουμε άλλοτε τα πυκνά σύννεφα που ανηφορίζουν με ταχύτητα από τον κάμπο και μας τυλίγουν και άλλοτε τις εκπληκτικές εικόνες που αποκαλύπτονται μέσα από την ομίχλη και μεταβάλλονται συνεχώς: βράχοι, χαράδρες, γκρεμοί και κορυφές.

Η πορεία μας παίρνει κατεύθυνση Δ – ΒΔ στις 295ο. Το μονοπάτι συνεχίζεται πάντα ομαλό και ευκολοδιάβατο, επίπεδο σχεδόν. Το μήκος του είναι μεγάλο κι έτσι η ευχαρίστησή μας παρατείνεται.

Πιστεύω πως είναι ένα από τα πιο ειδυλλιακά και φιλικά μονοπάτια που έχω συναντήσει μέχρι τώρα, λέει ενθουσιασμένος ο Κυριάκος. Συνήθως σ’ αυτά τα υψόμετρα, κοντά ή πάνω από τα 2.000 μέτρα, οι κλίσεις είναι έντονες και το έδαφος όχι τόσο ομαλό, πρέπει να προσέχεις πού πατάς. Εδώ μπορούμε να περπατάμε και ν’ απολαμβάνουμε το τοπίο με όλη μας την άνεση, χωρίς κίνδυνο να σκοντάψουμε.

Μ’ αυτό το τόσο ευχάριστο βάδισμα φτάνουμε στις 12:50’, 2 ώρες και 20’ μετά την αναχώρησή μας, σε χορταριασμένο αυχένα, στους ΝΔ πρόποδες του Βίσογκραντ. Βρισκόμαστε σε υψόμετρο 1975 μέτρων δίπλα στα πόδια μας είναι η γραμμή των συνόρων με τα Σκόπια και η τσιμεντένια πυραμίδα 97. Μια σειρά από παρόμοιες πυραμίδες οριοθετεί την συνοριακή γραμμή στην ανηφορική ράχη του Βίσογκραντ, στα 2.150 μέτρα. Χαμηλότερα στα ΒΑ διακρίνεται ένα προκεχωρημένο φυλάκιο των Σκοπίων. Το βλέμμα μας εισχωρεί ανεμπόδιστα, σε μεγάλο βάθος, στον Β – ΒΔ – Δ ορίζοντα, όπου εκτείνεται σε χαμηλότερα υψόμετρα, το πολυποίκιλο ανάγλυφο της Σκοπιανής επικράτειας.

Ανηφορίζοντας ελαφρά φτάνουμε σε λοφίσκο με ερειπωμένο κτίσμα και σκουριασμένα συρματοπλέγματα στα 2.060 μέτρα. Το έδαφος της περιοχής είναι κατάσπαρτο από υπολείμματα χαρακωμάτων και ορυγμάτων με θέσεις μάχης από τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914 – 18.

Παίρνουμε πορεία Ν – ΝΔ 200ο ελαφρά κατηφορική. Το μονοπάτι είναι φαρδύ, θυμίζει καρόδρομο. Είναι πιθανώς η ορεινή χάραξη που χρησιμοποίησαν το 1915 οι Σέρβοι για ν’ ανεβάσουν με αυταπάρνηση το ορεινό τους πυροβολικό στα υψίπεδα του Πίνοβου. Από εκεί βομβάρδισαν αιφνιδιαστικά τις θέσεις των Γερμανών και Βουλγάρων και τους έτρεψαν σε άτακτη φυγή.

Συναντάμε το πρώτο πυροβόλο σε υψόμετρο 2.070 μέτρων. Για λόγους ασφαλείας είναι κυκλωμένο από συρματόπλεγμα με τις χαρακτηριστικές μεταλλικές κόκκινες πινακίδες που προειδοποιούν για ύπαρξη ναρκοπέδιου. 100 περίπου μέτρα ΝΔ του πρώτου, πάνω σε βραχώδες ύψωμα, συναντάμε το δεύτερο πυροβόλο. Ο Κυριάκος βρίσκει και μια μικρή οβίδα, άσκαστη αλλά οπωσδήποτε ακίνδυνη μετά τη διάβρωση από τους καιρούς και τον αιώνα που πέρασε από πάνω της. Σκέφτεται αρχικά να την πάρει μαζί του για ενθύμιο, το μετανιώνει όμως και την αποθέτει δίπλα στο μονοπάτι, στον ιστορικό τόπο όπου ανήκει.

Εν τω μεταξύ η ομίχλη δεν λέει να μας εγκαταλείψει. Αλλεπάλληλα σύννεφα εξακολουθούν ν’ ανεβαίνουν από τον κάμπο, ενώ, παραδόξως, η ατμόσφαιρα στη γη των Σκοπίων είναι πεντακάθαρη, μας αποκαλύπτει πέντε βοσκούς και δεκάδες άλογα που βόσκουν στις πλαγιές. Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε με ήπια πλαγιά, καλυμμένη με χορτάρι. Η γενική κατεύθυνσή μας είναι ΝΔ 220ο, η σήμανση όμως με την κίτρινη μπογιά έχει αραιώσει, αφού αραιές είναι και οι πέτρες.

Μέσα στην ομίχλη καταφέρνουμε να διακρίνουμε το περίγραμμα κάποιων χαμηλών διαδοχικών κορυφών. Σκαρφαλώνουμε με ευκολία τις βραχώδεις τους πλαγιές και ξαφνικά καθαρίζει η ατμόσφαιρα, αντικρύζουμε απέναντί μας την κύρια κορυφή. Στις 14:30’, 4 ώρες ακριβώς από την αναχώρησή μας, βρισκόμαστε μπροστά στο κολωνάκι της κορυφής του Πίνοβου, σε υψόμετρο 2.154 μέτρων. Φυσάει ένα απαλό αλλά ψυχρό βοριαδάκι, που γίνεται ψυχρότερο κάθε φορά που κρύβεται πίσω απ’ τα σύννεφα ο ήλιος. Πέτρες, σπιθαμιαία κέδρα και χορτάρι ανάμεικτο με σποραδικά αγκάθια. Ποικίλα μικροσκοπικά μανιτάρια και κάποια αγριολούλουδα. Αυτή είναι η χλωρίδα της κορυφής, μιας κορυφής ομαλής και φιλικής με πολλές θέσεις για ξεκούραση και αγνάντεμα του ορίζοντα στην Ελλάδα και στα Σκόπια.

Τώρα, λοιπόν, σου μένει μόνον ο Όρβηλος, λέει στον Κυριάκο η Άννα.

Χαμογελάει ο φίλος μας.

Ναι, τον άλλο μήνα ελπίζω να γνωριστούμε. Και θα’ μουνα πολύ χαρούμενος, αν συμμετείχατε κι εσείς.

Θα κάνουμε, φίλε μου, ό,τι μπορούμε γι’ αυτό.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

13 χρόνια πριν είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε τον Νίκο Μέντη. Ήταν τότε Δασολόγος στο Δασαρχείο Δράμας, με τομέα ευθύνης του το θρυλικό Παρθένο Δάσος Φρακτού. Η ξενάγηση από τον Νίκο στην απαράμιλλη φύση, καθώς και η φιλοξενία στις εγκαταστάσεις του Φρακτού ήταν για μας μια αλησμόνητη εμπειρία. Που ολοκληρώθηκε λίγο αργότερα με την συγγραφή από τον Νίκο ενός άρθρου για το Φρακτό. Με σπάνιο φωτογραφικό υλικό και με γλώσσα που μπορούσε ταυτόχρονα να συνδυάζει ύφος γλαφυρό, τεχνοκρατικό και ποιητικό.

Πολλές φορές συναντηθήκαμε από τότε με τον Νίκο σε περιβάλλον, άλλοτε δασικό και άλλοτε αστικό. Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε, ότι ο Νίκος Μέντης επέστρεψε στην γενέθλια γη της Αλμωπίας ως Δασάρχης πλέον του Δασαρχείου Αριδαίας. Στην επικράτεια του οποίου ανήκει και το Πίνοβο.

Μια σύντομη επίσκεψη μας έδωσε τη χαρά να ξαναβρεθούμε με τον Νίκο στο περιβάλλον που κατ’ εξοχήν τον εκφράζει, στο βουνό! Και πιο συγκεκριμένα στα δυτικά του Πίνοβου, πάνω από τον οικισμό του Βορεινού. Εδώ, στις εγκαταστάσεις του Δασαρχείου Αριδαίας, ξαναπίνουμε κρασί με τον Νίκο και μια μεγάλη συντροφιά από ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας και του Δασαρχείου Αριδαίας. Έχουμε ακόμη τη σπάνια τύχη να διεισδύσουμε για μερικές ώρες σε κάποιες από τις πιο άγνωστες, απόκρυφες και συναρπαστικές διαδρομές  αυτού του υπέροχου βουνού. Που αδημονούμε να γνωρίσουμε με κάθε λεπτομέρεια ώστε να σας παρουσιάσουμε στο αμέσως επόμενό μας τεύχος.

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Ευχαριστούμε θερμά:

– Τον Δασάρχη Αριδαίας και καλό φίλο Νίκο Μέντη, για τους θαυμάσιους χάρτες, τα κείμενα και όλες τις βοήθειες.

– Τον Κυριάκο Λιουλιάκη για τη συμμετοχή του στο άρθρο.

– Τον συγγραφέα Τάσο Καρατζόγλου για τις πολύτιμες πληροφορίες απ’ το βιβλίο του.

– Την καταπληκτική ταβέρνα ΜΑΥΡΟΣ ΒΡΑΧΟΣ στο Αετοχώρι και προσωπικά τον Chef Δημήτρη;;;;;;;;

– Τους Μεθόδιο και Δημήτρη Εμμανουήλ για τη στήριξη του άρθρου και όλες τις βοήθειες.

– Τον Αντώνη Φουντουκίδη από τον θαυμάσιο ξενώνα ΝΑΪΑΔΕΣ στην Όρμα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Τάσος Καρατζόγλου, «Η ΑΛΜΩΠΙΑ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ», Α΄έκδοση Αριδαία 2009.

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αποστάσεις:

Αριδαία – Θες/νίκης: 100 χλμ.

Αετοχώρι – Αριδαία: 20 χλμ.

 

ΔΑΣΑΡΧΕΙΟ ΑΡΙΔΑΙΑΣ: 23840 21242

back-button
next-button
oros-pinovo oros-pinovo_1 oros-pinovo_2 oros-pinovo_3 oros-pinovo_4 oros-pinovo_5 oros-pinovo_6 oros-pinovo_7 oros-pinovo_8 oros-pinovo_9 oros-pinovo_10 oros-pinovo_11 oros-pinovo_12 oros-pinovo_13 oros-pinovo_14 oros-pinovo_15 oros-pinovo_16 oros-pinovo_17 oros-pinovo_18 oros-pinovo_19 oros-pinovo_20
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories