home Άρθρα Όρος Κέρκης, το θεόβουνο της Σάμου
Όρος Κέρκης, το θεόβουνο της Σάμου

Από την πολιτεία του Καρλόβασι διακρίνεται καθαρά, 1443μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, η κορυφή του Κέρκη ή Κερκετέα, του ψηλότερου βουνού της Σάμου. Ο Κυριάκος Παπαγεωργίου επιχειρεί μια μοναχική ανάβαση ως εκεί, κάπου χάνει τα –όχι πάντα- ορατά σημάδια, στο τέλος όμως της διαδρομής έχει την ικανοποίηση της κατάκτησης της «στέγης της Σάμου» Από το ύψος της κορυφής θαυμάζει χαμηλά την πολυνησία των Φούρνων, δεν ισχύει όμως το ίδιο και για το ορεινό μακρυνάρι της Ικαρίας. Αυτό είναι μισοχαμένο πίσω από την μεσημεριάτικη αχλή, που αναδίδεται από την επιφάνεια της θάλασσας, με την θερμή ατμόσφαιρα του καλοκαιριού.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Όρος Κέρκης, το θεόβουνο της Σάμου
Κατηγορίες: Δραστηριότητες, Μονοπάτια
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Σάμος

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι

τ’ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί

και με τους γλάρους συνοδιά, κάποτε ένα καράβι

ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Κώστα Βάρναλης – “Να σ’ αγναντεύω θάλασσα”

 

Βαδίζοντας σε ολόκληρο το δυτικό και κεντρικό σκέλος του νησιού της Σάμου παρατηρεί κανείς σχεδόν με δέος απέναντί του ένα θεόρατο γυμνό βουνό, που ορθώνεται όπως τα περισσότερα αλπικά όρη της Πίνδου. Ξεκομμένο, απότομο, εντυπωσιακά ψηλό, κάτασπρο και γαιώδες, με κείνο το φαιόσταχτο δέρμα της ελληνικής πετρολογίας που έχει αμιγή ασβεστολιθική κληρονομιά. Και γύρω γύρω μια πλατιά μυστηριώδη θάλασσα να το περιβάλλει με απλωτές ριγωμένες δεξαμενές.

Θέλω, δυστυχώς να πιστεύω, ότι ελάχιστοι Σαμιώτες γνωρίζουν ή εν πάση περιπτώσει ενδιαφέρονται, γι’ αυτό το ογκώδες ορεινό ανάπτυγμα του νησιού τους που δεν έχει άμεση ή συγγενική σχέση με τον τουρισμό τους, αλλά ούτε και μπορεί να τους αποφέρει τίποτα…

Όσους και να ρώτησα με έσκωψαν με αδιαφορία αν όχι αποτροπιασμό. Γιατί;

 

Σε κάποιο σημείο του πλατωνικού διαλόγου “Ο Θεαίτητος”, στον οποίο ο μεγάλος έλληνας στοχαστής έχει περιλάβει τον Θαλή το Μιλήσιο, θέλοντας να αποδείξει με τη γνωστή σωκρατική του μέθοδο και ειρωνεία, για την ενασχόληση των σοφών με τα υψηλά και τα σπουδαία, ενώ παραλείπουν τα κοντινά και τα ανθρώπινα, θυμάται τους στίχους του Πίνδαρου που λέει: “τας τε γας υπένερθε γεωμετρούσα, ουρανού τε ύπερ αστρονομούσα”, δηλαδή όσα είναι πάνω στη γη και πάνω απ’ αυτή ο άνθρωπος τα γεωμετρεί και παρατηρεί τις κινήσεις των αστερισμών, αλλά “τα μεν εν ουρανώ προθυμοίτο ειδέναι, τα δ’ έμπροσθεν αυτού και παρά πόδας λανθάνοι αυτόν”, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος προθυμοποιείται να γνωρίσει τα ουράνια σώματα, αλλά του διαφεύγουν αυτά που είναι δίπλα του ή μπροστά του…

Αυτή η παρέκβαση μού θυμίζει τους Σαμιώτες που “βλέπουν” τα τουριστικά τους κομψεύματα, τις παραλίες, τα αρχαία τους λείψανα και τα παραδοσιακά χωριά, αλλά και ό,τι άλλο έχουν να επιδείξουν στον επισκέπτη σε χαρτί πολυτελείας, αλλά αποφεύγουν σχεδόν συστηματικά να πούνε κάτι ή να επισημάνουν το πανύψηλο βουνό “τους”, από το οποίο βέβαια ελάχιστα γνωρίζουν. Για να είμαι ακριβής, πολύ λίγοι ήταν αυτοί που εγνώριζαν κάτι από την ορεινή πατρίδα του Πυθαγόρα, αλλά και πάλι δεν ήταν συστηματικοί ή λατρευτικοί γνώστες του εντυπωσιακού ανάγλυφου του μεγάλου αυτού βουνού…

Είμαι ακόμη με την απορία.

Σημαντικό επίσης είναι ότι δεν κατάφερα να έχω τη συναρωγή είτε τις πληροφορίες εκείνες από τους ντόπιους για τις ενδείξεις των μονοπατιών, που θα με βοηθούσαν στην ανάβαση για την κορυφή και στην αποφυγή των ταλαιπωριών.

 

Άφησα τους ντόπιους στην ησυχία τους κι άρχισα τη μεγάλη περιπέτεια του Κέρκη (ή Κερκετέα) από τη μαγευτική θέση μιας “πολυθρόνας”.

Ακούγεται λιγάκι περίεργο αν όχι εξωλογικό, αλλά είναι η πραγματική αλήθεια. Το ξεκίνημα για την κορυφή του Κέρκη άρχισε από το σπίτι της Φιλίτσας, γιατρίνας στο Καρλόβασι της Σάμου και συντρόφου εν ζωή του μεγάλου μας ποιητή Γιάννη Ρίτσου, ο οποίος πέρασε εδώ, εκτοπισμένος, τα πέτρινα χρόνια της χουντικής λαίλαπας.

Εντελώς συμπτωματικά, ερχόμενος στο Καρλόβασι το πρωί από το Βαθύ, ανακάλυψα στα δεξιά μου, από τη μεριά της θάλασσας, μια πέτρινη πολυθρόνα (*), που αποτελεί το ομοίωμα της πάνινης πολυθρόνας που έστηνε κάθε μέρα ο Γιάννης Ρίτσος, στο σημείο αυτό κι αγνάντευε, το Αιγαίο και τον Κέρκη.

Πρέπει να πω από την αρχή ότι από το Καρλόβασι φαίνεται η κύρια κορυφή του Κέρκη, η Βίγλα, όπως και από την κορυφή του Κέρκη φαίνεται απλωμένη στα πόδια του ολόκληρη σχεδόν η πόλη.

Στάθηκα λοιπόν να βιγλίσω τη θέα του Κέρκη και στην πλάτη της πολυθρόνας διάβασα τους στίχους του ποιητή που χαράχτηκαν με μαύρα γράμματα πάνω στην πέτρα:

 

“Καθόταν μοναχός στην πέτρα

κατάντικρυ στη θάλασσα

δεν ήθελε να ιδεί – ν’ αποκριθεί – να νιώσει”…

 

Εκατό μέτρα πιο πάνω από τη θάλασσα βρισκόταν το σπίτι της γυναίκας του, της Φιλίτσας, πνιγμένο μέσα στις τριανταφυλλιές, περιτριγυρισμένο από ένα κήπο μαγευτικό, ολόδροσο και μυρωδάτο, όπου τώρα έμενε η αγαπημένη κόρη του ποιητή, η Έρη.

Έκανα μία βόλτα ανιχνευτική γύρω από το σπίτι αυτό, στο Καρλόβασι, στο οποίο γράφτηκε ένας πολύ μεγάλος και σημαντικός για τα ελληνικά γράμματα κύκλος ποιημάτων, η “Πολιτεία“, κι έπειτα ανηφόρισα για το βουνό.

Αλλά ας αφήσουμε τη θάλασσα, την πολυθρόνα του ποιητή, τη μαγευτική του αυλή και το πολύβουο Καρλόβασι στην ησυχία τους κι ας πάρουμε το δικό μας δρόμο που θα μας ανεβάσει στα ουράνια δώματα της Σάμου.

Η κάθετη, στην εμπορική λεωφόρο της 8ης Μαίου, οδός Γιάννη Ρίτσου, με έφερε στη διπλανή παράλληλη λεωφόρο (κάθετη στη θάλασσα), από όπου ανηφόριζε ο δρόμος για τα χωριά Λέκα, Καστανιά και Κοσμαδαίοι.

 

Ο δρόμος, στενός και πολύστροφος, περνάει από τα επάνω σπίτια του Καρλόβασι, και εισχωρεί σε ένα μαγευτικό πευκοδάσος. Έντονες κοφτές στροφές δημιουργούν απότομη ανάβαση πάντα μέσα σε σκιερό και αεράτο περιβάλλον. Σε τέσσερα χιλιόμετρα διασχίζουμε το χωριό και το αφήνουμε από δεξιά μας για να βγούμε σε ελαιοπερίβολα και πευκιώνες. Σε άλλα δύο βρίσκουμε τη διασταύρωση, ευθεία για Καστανιά και δεξιά για Κοσμαδαίους και το συνοικισμό των Νικολούδων.

Ακολουθώντας την τελευταία κατεύθυνση περνούμε διαδοχικές ρεματιές, όμορφα πυκνά πευκοδάση, ανάμικτα με φυλλοβόλα και θάμνους, αλλά και δυό γαλανόσκουφα εξωκλήσια κι ύστερα μπαίνουμε στο λιλιπούτειο χωριουδάκι Νικολούδες, απ’ όπου σηματοδοτείται η μία από τις τρεις ωραιότερες διαδρομές – διασχίσεις του βόρειου τείχους του Καρλοβασίου, αυτή προς το “Ποτάμι“, ενώ λίγο πιο πάνω συναντούμε τη δεύτερη σήμανση – κατάβαση για το “Μικρό Σεϊτάνι“. Και λίγο πριν μπούμε στους Κοσμαδαίους, το τελευταίο χωριό πριν να χωθούμε στους βόρειους δαίδαλους του Κέρκη, βρίσκουμε πάλι δεξιά μας τη διασταύρωση για την ποτάμια διάσχιση – κατάβαση στο εκπληκτικό και πανέμορφο “Μεγάλο Σεϊτάνι“.

Εδώ τελειώνει η άσφαλτος κι αρχίζει η περιπέτεια του χώματος. Είμαστε ήδη στα 11,5 χιλιόμετρα από το Καρλόβασι και μπροστά μας πια ξανοίγεται σα βεντάλια ένα πολυκόρυφο λευκό ξεροβούνι, η πρώτη μεγάλη μυτερή κορυφή του οποίου μας εισάγει στα μυστήρια του Κέρκη.

Όποιον κι αν ρωτήσαμε μέχρις εδώ για την κορυφή του Κέρκη, για τα μονοπάτια του και τους δρόμους που ανεβαίνουν και διασχίζουν το βουνό εισπράξαμε δυσφορία, άρνηση και δυσανεξία.

Πήραμε στα χέρια μας το χάρτη της ΤERRAIN κι ακολουθήσαμε το κατά τα άλλα μοναδικό και αναλυτικό οδικό και με πλούσιο θεματογραφικό σχολιασμό ετούτο πόνημα της ομάδας Ψημένου.

Θα λέγαμε πως είναι σχεδόν τέλειος, αν δεν μας αποπροσανατόλιζε με ήσσονος σημασίας λεπτομέρειες που όμως εμείς τις ακολουθήσαμε κατά γράμμα.

Μηδενίζω το χιλιομετρητή, βγαίνοντας από τους Κοσμαδαίους και διεισδύω στα πανέμορφα και σκιερά δάση της πρώτης ζώνης του Κέρκη που σκεπάζει τα πάντα.

Σε τέσσερα χιλιόμετρα βρίσκω μπροστά μου διασταύρωση με ξύλινες πινακίδες που η μία οδηγεί στον Μαραθόκαμπο – ευθεία -, κι η άλλη για το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, στο φαράγγι του “Κακοπέρατου“. Όνομα και πράμα το τελευταίο. Παίρνω τη δεξιά παράκαμψη, αφού έτσι με συμβουλεύει ο χάρτης.

Όμως καλό είναι μερικές φορές να εμπιστεύεσαι και το ατομικό σου κριτήριο. Εδώ ίσως θα μπορούσε να με βγάλει από το αδιέξοδο.

Παίρνω λοιπόν την παράκαμψη προς το Κακοπέρατο και στριφογυρίζω για κάμποσο σε κατηφορικές δίνες που με βγάζουν σε ένα γεφυράκι, πίσω από το οποίο βρίσκεται μια αυλή. Είναι η Μονή Κακοπέρατου, σπουδαίο και απροσέγγιστο μοναστήρι που δεν έχει περαιτέρω. Μα αφού στο χάρτη διαβάζω “Aκολουθείτε το χωματόδρομο νότια από τη μονή Κακοπέρατο για τα επόμενα 2.2 χιλιόμετρα, ώσπου φτάνετε σε ένα διάσελο”.

Όταν ο οδηγός σου λέει ότι θα ακολουθήσετε το χωματόδρομο από το μοναστήρι, τί ασφαλώς υπονοεί; Οτι θα φτάσετε στο μοναστήρι και θα συνεχίσετε (από αυτό) για 2.2 χιλιόμετρα, μετά από αυτό.

Ε! Εγώ επιχείρησα να μπω στο μοναστήρι, περνώντας το στενό γεφυράκι που ίσα – ίσα χωρούσε το αμάξι μου κι ύστερα προαυλίστηκα στο αίθριο της μονής. Και πέρα από αυτή το χάος…

Πώς να γυρίσω με την όπισθεν το γεφυράκι; Μου πήρε ώρα μέχρι να βγω στην έξοδο της μονής και να κάνω δεύτερη γκάφα. Να συνεχίσω δηλαδή μέσα στο ρέμα που φαινότανε τα ίχνη από κάποιο πατημένο οδόστρωμα. Τίποτα! Έφτασα σε μια απέραντη και φλογισμένη πατωσιά κυψελών, κρυμμένη από πανύψηλα μισοκαμένα μαυρόπευκα και από κει και πέρα ασύλληπτα βράχια, ορθοπλαγιές και γκρεμοί.

Επέστρεψα στο μοναστήρι, ακροποδητί εισχώρησα στο καθολικό που φαινόταν έρημο κι εγκαταλελειμμένο, αλλά από την τραπεζαρία της μονής ακούστηκαν μαχαιροπήρουνα.

Δυό ζευγάρια κι ένας ηλικιωμένος – προφανώς ντόπιοι – έτρωγαν στη μεγάλη τραπεζαρία κι έπιναν ανάγερτοι. Ο ένας ήταν μουσάτος, αλλά φορούσε ξεθωριασμένα ρούχα. Ισως ήταν μοναχός. Τούς ρώτησα για την κορφή του Κέρκη. Ζάρωσαν από …ανορεξία, μού είπαν πως πήρα λάθος δρόμο, αλλά ούτε μού έδειξαν το σωστό σημείο, ούτε και με προσκάλεσαν στο άγιο τραπέζι τους…

Επέστρεψα στη διασταύρωση και πήρα το δρόμο για το Μαραθόκαμπο. Ύστερα από 2.400 ακριβώς βρέθηκα σ’ ένα μεγάλο διάσελο, όπου τα τύμπανα του αέρα είχαν ήδη αρχίσει τον κροταλισμό τους. Το κεφάλαιο αυτό ίσως αποτελεί το ηχηρότερο μάθημα της ημέρας. Και βέβαια όλης μου της ορειβατικής ιστορίας. Όμως από το διάσελο του μνημείου η θέα προς όλη την ανατολική πλευρά της Σάμου, τον κάμπο του Μαραθόκαμπου, το όρος Καρβούνη, τη θάλασσα του Καρλοβασίου και τα χωριά της έξω μεριάς του Πύργου, δηλαδή το Νεοχώρι, τα Κουμέϊκα και ιδιαίτερα τους Σπαθαραίους, είναι άκρως εντυπωσιακή και απλώνει μπροστά στα πόδια μου μιαν εικόνα βαρυφορτωμένη από καλούδια της ορεινής διαστρωμάτωσης του νησιού.

Πριν προλάβω, ωστόσο, να συνέλθω από την εικονική έκπληξη του επιβλητικού αυχένα, ένας φουρφουριστός ανασασμός που προέρχεται από την αντικρυνή βόρεια πλαγιά, ξεπροβαίνει μέσα στη σκόνη και τον ορυμαγδό. Είναι ένα πολύμελο κοπάδι που κατηφορίζει την κορυφογραμμή, ακολουθούμενο από τρία εύσωμα κι ανήσυχα σκυλιά. Διασχίζει το δρόμο, περνάει μπροστά από το πέτρινο μνημείο και κατευθύνεται στο απέναντι γιδόστρατο. Για να κατευνάσω τ’ αλυχτήματα των σκυλιών βγάζω λίγο ψωμί που έχω μαζί μου και το σκορπάω μπροστά τους. Εκείνα αυτόματα ησυχάζουν, ξεχνούν το κοπάδι και με τριγυρίζουν ωσάν ζήτουλες.

Φύλακες να σού πετύχουν…

 

Ογδόντα μέτρα, όπως είπα, πριν το διάσελο, ένα αχνό, λιγοπάτητο γιδόστρατο τραβερσάρει το νότιο λόφο κι ανηφορίζει ήπια προς την πρώτη κορυφούλα της πλαγιάς.

Κάτω στο χωματόδρομο πεταμένη βρίσκεται μια πυροβολημένη πινακίδα που πληροφορεί για την ανάβαση στον Προφήτη Ηλία κι άλλη μια επίσης πεσμένη χάμω, που ομιλεί με ξεθωριασμένα γράμματα για “Aπαγορευμένη περιοχή – Προσοχή Πεδίο Βολής”…

Πρέπει εδώ να τονίσω πως δεν υπάρχει καμία ενημέρωση – αλλά ούτε κι επιχώριο ενδιαφέρον – για την κορυφή του Κέρκη, αφού όλες οι πινακίδες που θα συναντήσω στη διαδρομή μου θα αφορούν τον Προφήτη Ηλία και όχι τη Βίγλα, την κορυφή του Κέρκη.

Βαδίζω για εκατό μέτρα περίπου και φτάνω στο πρώτο σημείο ολοκληρωμένης θέας από όπου βιγλίζω το θεόρατο, συνολικό σχεδόν, ανάπτυγμα του Κέρκη. Οι όγκοι του βουνού, που στερεομετρικά αποτελούν επάλληλους και αυτοτελείς ασβεστολιθικούς σχεδιασμούς, αποκαλύπτονται διαδοχικά και χωνεμένοι ο ένας μέσα ή πλάι στον άλλο, με εντυπωσιακό και έξοχο εικονικό τρόπο.

Το πρώτο σκέλος της ορειβατικής μου πορείας διανύεται μέσα από θυμαριές, φρύγανα και πουρνάρια. Έχει κατηφορική κλίση μέχρι να πιάσει ένα δεύτερο διάσελο, από το οποίο αρχίζει η καθαυτό ορειβατική ανάβαση. Σκόρπια διαχέεται το ανοίκειο έργο της φωτιάς. Τεράστια μαυρόπευκα γερμένα και σε στάση μαρμαρωμένη υψώνουν δραματικές κραυγές που συδαυλίζονται από τους λυγμικούς γόους του αέρα. Είναι ένα κομμάτι της τραγικής ιστορίας του Κέρκη, του βουνού που έχει ανεπανόρθωτα πληγεί από τις επανειλημμένες και καταστροφικές πυρκαγιές, ιδιαίτερα εκείνη του 2000.

Τα σημάδια είναι αραιά, το μονοπάτι γίνεται δυσδιάκριτο, αλλά η πορεία φαίνεται καθαρά προς τις κορυφές. Δε χάνεσαι εύκολα.

Από το διάσελο αρχίζει η μεγάλη, ανηφορική και περιπετειώδης ιστορία της πέτρας. Μπροστά μου και δεξιά όπως ανηφορίζω υψώνεται ένας θεόρατος, γυμνός, αστραφτερός πέτρινος όγκος, τον οποίο τραβερσάρω από αριστερά. Όταν πλησιάζω σε μια χαρακτηριστική πλαγιά το μονοπάτι στρέφεται δυτικά, περνάει τη γυμνή κορυφή και χώνεται μέσα σε μια λαγκαδιά γεμάτη από πουρνάρια και κέδρους.

Περίεργα λείψανα φυτών, άγνωστης ταυτότητας, που σέρνονται στη γης, με τεράστιους καρπούς και μεγάλα πράσινα φύλλα με εντυπωσιάζουν. Ζούμπερα και σκαθάρια, πρωτότυπης κατατομής εμφανίζονται μπροστά μου. Ο ήλιος έχει ανέβει αρκετά, αλλά ο αέρας, όλο και δυναμώνει, δεν αφήνει περιθώρια ζέστης.

Σε μία ώρα συνολικά φτάνω στο τρίτο διάσελο, από το οποίο όλο και περισσότερες κορυφές και αυτοτελή βουνά κάνουν την εμφάνισή τους, διαδοχικά υψωμένα και τοποθετημένα, λες, μέσα στο αέναο ουράνιο στρώμα του Κέρκη. Κι εδώ πάλι υπάρχει νέα πινακίδα που δείχνει την κατεύθυνση για τον Προφήτη Ηλία.

Θέλω μισή ώρα ακόμη για να προσεγγίσω το εξωκλήσι. Η ανάβαση γίνεται με ήπιους ρυθμούς, αλλά δεν είναι ορατή η κατεύθυνση, ούτε τα μονοπάτια φαίνονται καθαρά. Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλά γιδόστρατα καραδοκεί ο κίνδυνος να σε αποπροσανατολίσουν.

Ανεβαίνοντας την πετρώδη κορυφή πριν τον προφήτη Ηλία αποκαλύπτεται και το τριαδικό σχήμα του κορυφαίου πλέγματος του Κέρκη. Είναι πράγματι επιβλητική και γοητευτική η θέα του τρικόρυφου βουνού που ωστόσο υψώνεται εντυπωσιακά μεν, αρκετά μακριά μας δε.

Τραβερσάροντας την τελευταία πλαγιά από αριστερά και ευθεία πάνω από τον πλατύγιαλο όρμο του Μαραθόκαμπου έρχεται ωσάν ριπή σπάνιας εικόνας η ωμή όψη του εξωκλησιού να με συναρπάσει και να με απογειώσει.

Προσεγγίζοντας το εκκλησάκι από την ανατολική εκδοχή του βουνού παρατηρώ την απότομη και σκληρή ανάβαση του άλλου – δεύτερου – μονοπατιού που έρχεται από τα νότια, τον Όρμο δηλαδή του Μαραθόκαμπου και είναι ασφαλώς συντομότερο αλλά πολύ πιο επώδυνο και ανηφορικό.

Λίγο πιο δυτικά από το εξωκλήσι παίρνει το μάτι μου δυό κορίτσια που ανηφορίζουν προς την κορυφή. Δείχνουν να τα έχουν χαμένα και πελαγοδρομούν στην ανάντη πλαγιά. Μόλις με βλέπουν γυρίζουν πίσω και ζητούν πληροφορίες για την κορφή. Είναι δυο αμαζόνες, σαξονικής καταγωγής, δίχως σκουφιά, γιαλιά, μπατόν, νερό ή άλλα εφόδια. Τους δείχνω την πορεία για την κορυφή και χάνονται στο λεπτό πίσω από τις χαρουπιές. Δεν προλαβαίνω να σταθμεύσω μέσα στο αύλειο αίθριο του εξωκλησιού και βλέπω δίπλα μου ένα ζευγάρι Γάλλων που ήδη έχουν ανεβεί στον Κέρκη και τώρα κατεβαίνουν για τον Μαραθόκαμπο. Αλλάζουμε λίγες εντυπώσεις, χαιρετιόμαστε, κι οι δύο γαλάτες, πορφυροί και καταχαρούμενοι γι αυτό το πλησίστιο ορεινό θαύμα που εισέπραξαν, παίρνουν την απόκρημνη πλαγιά και χάνονται.

Τελικά τον Κέρκη τον γνωρίζουν καλύτερα οι ξένοι, παρά οι ντόπιοι ή οι Ελληνες ορειβάτες.

Το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία δεν είναι χτισμένο σε κορυφή, όπως συνηθίζεται, αλλά σε μια χωστή κόχη του ομώνυμου βουνού. Πιο πέρα διακρίνεται η θάλασσα που πρέπει, για να αποτιμηθεί, να διανύσω καμιά εκατοστή μέτρα μες από φρυγανότοπο και χοχλάδια, νοτιότερα. Όταν φτάνω στην άκρη, από δυτικά απλώνει αιφνιδιαστικά τη φαντασία της μια εικόνα που δεν είναι εύκολο να συγκριθεί ή με άλλη όμοιά της να παραβληθεί. Σαν πετούμενα θαλασσινά πουλιά, με ανοιχτές τις τεράστιες γαλανές φτερούγες τους, τα νησιά των Φούρνων, όλη δηλαδή η πολυνησία του συμπλέγματος των Κορσεών, συντονίζονται χαμηλά στο διάτρητο ασημένιο πανί της θάλασσας που υφαίνουν οι ανάερες χαρακιές του ορίζοντα, ένα με το κοβάλτιο και τις ρωγμές των θαλασσινών ρευμάτων.

Εκστατικός απομένω για κάνα τέταρτο εδώ, αποκαμωμένος από αυτή τη χαραματιά του νου και την πυρπόληση των αισθήσεων.

Επιστρέφω στον Προφήτη Ηλία και παίρνω το καλοχαραγμένο μονοπάτι από την πίσω μεριά, με κατεύθυνση αρχικά βόρεια, ωσότου περάσω ένα οροπέδιο που θα με φέρει στο χείλος ενός χαραδρωτού γκρεμού. Από τη θέση αυτή διακρίνεται με απόλυτη ευκρίνεια, ογκομέτρηση και στιλπνότητα ολόκληρο το τριαδικό πετρώδες σχήμα του Κέρκη, διάστικτο από τις γκρίζες, λευκές και μολυβένιες φακίδες και λαβωματιές που το διέπουν. Είναι μεγαλειώδης η εικόνα του Κέρκη και ασφαλώς όποιος δεν ανέβη ως εδώ δεν μπορεί να αναπλάσει με την όποια φαντασία διαθέτει, την εικόνα της σαρωτικής ομορφιάς που χαρακτηρίζει αυτό το παρεξηγημένο βουνό της Σάμου.

 

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι εδώ κατοικούσαν οι Ορειάδες, δηλαδή οι Νύμφες ή Θεότητες των μεγάλων βουνών.

Εδώ βέβαια ανοίγει ο στοχασμός και δρέπει η αισθησιολαγνεία δάφνες, αρώματα και χούφτες οξυγονούχου λυρισμού.

Η χορωδία του ανέμου που ανοίγει τα καζάνια της και φορτίζονται οι λιπαντικές του λειτουργίες, η ανέξοδη ευωδία του αγριόθαμνου, του φρύγανου και της έρπουσας χλόης, η σπάνια ιερότητα του χώρου, όπου τιμάται η υπερκόσμια ζωή και η υγιής σκέψη, η θέαση της τέχνης του φυσικού και διάσπαρτου λειμώνα, το τρομακτικό τοπίο, έτσι όπως ατόφιο και αγριεμένο σμιλεύει κάθε εσοχή και κοιλότητα, κάθε ταπεινό και απέριττο δείγμα της αληθινής ζωής και το αδυσώπητο, ανελέητο και εξαϋλωμένο φως που εισάγει στον κύκλο των μυστηρίων, δυναμιτίζουν τη βιόσφαιρα του άνωθεν Αιγαίου κι εξαπολύουν όλες τις καταλυτικές δυνάμεις του λόγου και της ζωής για να ματίσουν το υπέροχο, το μεγαλειώδες και το χαριτωμένο.

Μήπως το τοπίο αυτό υπήρξε “απείκασμα κάποιου άλλου, χλοερού κόσμου, όπου βρίσκουν ανάψυξη οι διψασμένες ψυχές”, όπως λέει o M. Κοπιδάκης στο “Εν Λόγω Ελληνικώ”; Mήπως υπάρχει υπαινιγμός σε τοπία των Ηλυσίων πεδίων ή μήπως υπόκειμαι σε ένα τόπο φωτεινό, τόπο χλοερό, τόπο αναψύξεως;

Ό,τι και νάναι η μεγάλη ρητορική που εκπέμπει το εξαίσιο τούτο βουνό, θα πληρώσει κάθε δίψα, θα κενώσει κάθε ανάγκη και θα υποθάλψει την τέλεια ευδαιμονία της ορεινής κουλτούρας.

 

Πολλοί πιστεύουν πως ο Κέρκης υπήρξε ηφαίστειο, εξ αιτίας των σπηλαίων, των δολινών και των βαράθρων και παραπλανήθηκαν επειδή τα θεώρησαν όλα αυτά ως κρατήρες ηφαιστειακούς. Δεν είναι όμως παρά κοίτες υπόγειων χειμάρρων που αφθονούσαν κάποτε σε ολόκληρο τον ορεινό όγκο του Κέρκη. Αλλωστε σε ολόκληρο το μέτωπο του βουνού δεν υπάρχει ούτε για δείγμα ηφαιστειογενές πέτρωμα, αλλά μόνο ιζηματογενή, ασβεστολιθικά, αρκετά μάρμαρα και σχιστόλιθοι.

Εδώ ενδημεί μεγάλος αριθμός αρπακτικών, πολύ σπάνιων φυτών και ασπόνδυλων, εξ αιτίας του μεγάλου υψομέτρου και της γειτνίασης με τη Μικρασία.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει τέλος ο ασκητισμός στον Κέρκη. Οι ασκητές ξεκίνησαν από τη Μικρασία και εγκαταστάθηκαν στις υπώρειες του Κέρκη γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα. Κατοίκησαν σπηλιές, αγιούπες, καλύβες και σκήτες που αφθονούσαν σε ολόκληρο το εύρος του μεγάλου βουνού. Σε πολλά από αυτά τα ασκηταριά σώζονται μέχρι και σήμερα ίχνη από θεμέλια σκητών, κελιών και εξαιρετικές τοιχογραφίες, τις οποίες όμως έφθειρε η ανθρώπινη παρέμβαση.

Τα σπήλαια γενικά του Κέρκη είναι μια ιδιαίτερη και εξαιρετική ιστορία, αλλά χρειάζεται μελέτη, περιπλάνηση και επιστημονική εγρήγορση.

 

Οι δολίνες λοιπόν, οι βαθιές κοιλότητες των χαραδρών, τα σπηλαιώδη χάσματα και οι εκτεταμένοι κρατήρες, άρχισαν το τροπάριό τους, ευθύς μόλις ξεκίνησα το τελευταίο κομμάτι της ορειβατικής μου διαδρομής. Προς την κορυφή του Κέρκη.

Τραβερσάρισα τη μεγάλη χαράδρα που ανοίχτηκε μπροστά μου σε όλο το μήκος της, έως ότου έσμιξε με την απέναντι πλαγιά επάνω στο χαρακτηριστικό διάσελο της κορυφής. Εκεί γύρισε η πορεία μου σε δυτική πλέον κατεύθυνση, ενώ δίπλα μου φάνηκε το μπλε κιγκλίδωμα από ένα εικονοστάσι.

Δεξιά μου άφησα την κορυφή “Παναγιά” (1.194 μέτρα) και στράφηκα καταπάνω στην τριπλή κορυφή.

Μπά, τι παράξενο! Στο βάθος της κορυφής δυό μαύρες κουκίδες ανέμιζαν τις στιβαρές κορμοστασιές τους. Δεν μπορεί παρά να ήταν οι δύο αμαζόνες που είχαν αναχωρήσει λίγο πριν από μένα, στο εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία. Έφτασαν κιόλας οι αθεόφοβες στην κορυφή;

Αναμετρώ την απόσταση, το κάθετο ύψος, αλλά κυρίως τον μεγαλύτερο από τους επιχώριους εχθρούς μου, του οποίου τη δύναμη, την ένταση και το πάθος, ακόμη δεν έχω αναγνωρίζει. Μιλώ για τη βαρύτητα και τον όγκο του αέρα που ξεσηκώνει τα πάντα και παρασέρνει ακόμη και τις πέτρες. Το τελευταίο δέντρο για την κορυφή, ένα κεδράκι της συμφοράς, βρίσκεται ανάμεσα στα μαλλιαρά χέρια του ανέμου που το τυραννάει με τις δαγκάνες του και το αναρπάζει σε κάθε φύσημα. Έχει λυγίσει το φουκαριάρικο από τη μια μεριά και μοιάζει παραδομένο στις αρπάγες και τις ορέξεις ενός πολυδύναμου εξωγήινου στοιχειού.

Eπιβάλλομαι πρώτα απόλα στον εαυτό μου κι ύστερα επιβάλλω ένα δικό μου αργό, σταθερό και γήινο τρόπο βαδίσματος. Το μπατόν λειτουργεί ως τρίτος πόλος αντιστήριξης στο έδαφος, αλλά διαθέτει και πολλαπλές άλλες λειτουργίες. Πατάει δεξιά όταν οι ριπές του ανέμου με σπρώχνουν κατακεί και γέρνει μονόπατα το κορμί μου. Μπήγεται ανάμεσα στις πέτρες και στις τρύπες και κρατάει την επαφή μου με τη γη. Και τρίτο κρατάει όλο το βάρος των ανεμικών απώσεων, αλλάζοντας θέση και τόπο στηρίγματος. Το πιο απίθανο σε αυτή την τρίτη περίπτωση είναι, ότι όταν το μπατόν διαγράφει ημικύκλιο στον αέρα για να αλλάξει θέση αντιστήριξης, δοκιμάζω τη δύναμη του αέρα επάνω στην αλλαγή αυτή. Δεν το αφήνει ο αέρας να μετακινηθεί σπρώχνοντάς το όπου θέλει…

Η τελική ανάβαση στην ωραία ελικοειδή αναρρίχηση ως την κορφή κρατάει κάπου τρία τέταρτα. Οι δύο αμαζόνες, δίχως να τις ακουμπάνε τα καμώματα του αέρα, κατηφορίζουν χορεύοντας. Δεν απωθούνται διόλου μήτε δείχνουν να επηρεάζονται από τις βιτσιές του αέρα. Περνάνε δίπλα μου σαν …αέρας και χάνονται κρυφογελώντας πίσω από τα μανιασμένα αδέρφια τους. Είναι κι αυτό ένα μυστήριο της γερμανικής πυγμής.

Το έδαφος είναι ολοκληρωτικά πετρώδες και οποιαδήποτε εκτροπή από το μονοπάτι παρασέρνει πλήθος κοτρώνια, σαρίδια και τρόχαλα. Καταφέρνω κάποτε να πατήσω στην κορυφή. Ο δαιμονισμένος αέρας έχει ξεσκίσει την ελληνική σημαία κι έχει καταρρίψει κάθε πέτρα από το τειχίο που στήθηκε για να περιβάλει τον ιστό και το κολωνάκι. Ως και το χτιστό κολωνάκι της ΓΥΣ είναι μισοπεσμένο. Μονάχα το μεγάλο λογότυπο της κορυφής “1443” μένει ανέπαφο δείχνοντας τα άσπρα κουκλόσπιτα στο Καρλόβασι και λίγο βορειότερα τη μεγάλη πλατιά θάλασσα των στεναγμών. Θέλω να πω τη θάλασσα της Σμύρνης που με καλό καιρό διακρίνονται απεδώ τα Βουρλά και τα άλλα προάστειά της, στο βάθος του γαλάζιου ονείρου και της συμφοράς.

Δεξιά κι αριστερά μου φαίνονται δυό ισοϋψείς κορυφές που κρύβουν τη θάλασσα από δυτικά κι από νότια. Αποφασίζω να κινηθώ προς τα νότια. Παίρνω την κορυφογραμμή και τραβερσάρω ένα ανεπαίσθητο μονοπάτι που βγάζει σε δεύτερο κολωνάκι, κάτω από το οποίο σταλιάζουν πλήθος πρόβατα. Στην άκρη της κορυφογραμμής, διασχίζοντας την τελευταία ράχη, βρίσκομαι μπροστά στο μεγαλύτερο υπερθέαμα του Κέρκη, από το οποίο απλώνεται στα πόδια μου μια φοβερή ρωγμή, ίδια με καταιγιστικό βάραθρο που σαρώνει τη νότια πλευρά του βουνού. Πέρα από αυτή το χάος της θαλασσινής λεκάνης, μέσα στην οποία βυθίζεται, σε αλαλαγμούς ευφρόσυνης πτητικότητας, η πολυνησία των Φούρνων. Λόγω της ζέστης η ατμόσφαιρα δεν αφήνει να φανεί το ωραίο σώμα της Ικαρίας που μόνο ως μια θολή γραμμή στο φάσμα των οριζόντων διακρίνεται στα δυτικά.

Κι από κάτω μου σαρωτικό το θέαμα των κάμπων, των γιαλών και των σκόρπιων οικισμών της δυτικής Σάμου. Η Αγία Κυριακή, ο Λιμνιώνας, η Καλλιθέα, το Παλαιοχώρι κι ο Αγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας απέναντι σε κείνο το μαγικό πετροκάραβο που το είπανε “Κάτεργο“.

Kι οι στίχοι του Βάρναλη πια έρχονται δικαιωματικά να με καθίσουν την ώρα τούτη της παντοχαράς:

“Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,

τ’ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί…”

 

Αλλάζοντας θέση και βουνοκορφή μετακινούμαι προς τα βόρεια, για να οργανώσω το θέαμα της άλλης ορθοπλαγιάς που πέφτει προς τους Δρακαίους, το πιο απομονωμένο και άγριο χωριό της Σάμου.

Περιττεύουν τα λόγια, όταν οι εικόνες είναι αφενός μεν τόσο μεταβλητές και αφετέρου τόσο πολυδύναμες για να θεωρηθούν ισοδύναμα και αποδοτικά σε ισχύ, φαντασία και ενέργεια, τα πρώτα.

 

Ο Κέρκης ή Κερκετέας, το δεύτερο ψηλότερο βουνό του Αιγαίου, μετά το Φεγγάρι της Σαμοθράκης, βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από εκείνο, γιατί η θέση μαρτυράει πολλά. Περιτριγυρίζεται, από το μεγαλύτερο Ιερό της Ηρας, το μεγαλύτερο υπόγειο έργο της αρχαιότητας, το Ευπαλίνειο Ορυγμα, το πιο στενό πέρασμα της Ιωνίας προς τα νησιά του Αιγαίου, τη Μυκάλη. Χωμένο μες στο μυχό της Εφέσου, νοτιότερα από τον κόλπο της Σμύρνης και βορειότερα από την Αλικαρνασσό, την πατρίδα του Ηρόδοτου. Δεν θα μπορούσε να γραφτεί ομορφότερη ιστορία, από την ιστορία μιας ανάβασης στο εκπληκτικό συγκρότημα του Κέρκη, αν η ίδια η Ιστορία δεν είχε γεννηθεί – και γραφτεί – εδώ γύρω….

 

Γραμμένο στο στενό της Μυκάλης, το πρώτο πενθήμερο του Αυγούστου.

 

 

(*) Την πολυθρόνα αυτή έστησε ο δήμος Καρλοβασίου για να τιμήσει τη μνήμη του ποιητή που έζησε εδώ τα χρόνια της επταετίας.

Ωστόσο η πολυθρόνα αυτή έχει γίνει αντικείμενο ακραίων βανδαλισμών από φανατισμένους εθνοκάπηλους της δεκάρας. Ένας από τους γείτονες, που μένει ακριβώς απέναντι, έχει ξυπνήσει, όπως μου είπε, αρκετές φορές μέσα στη νύχτα, όταν οι γνωστοί – άγνωστοι “ιδεολήπτες” της πατρίδας τής βγάζουν (της πέτρινης πολυθρόνας) πότε το ένα της ποδάρι, πότε το άλλο μπράτσο και πότε στραπατσάρουν τα γράμματα – λόγια του ποιητή.

Ασφαλώς για αυτούς θα είχε γράψει ο Ρίτσος τον αφιερωματικό τίτλο του ποιήματός του: AΡNHΣH.

 

Ο Κέρκης απέχει από το Καρλόβασι 18 χιλιόμετρα, μέχρι το σημείο της αρχής του μονοπατιού.

Υψόμετρο αφετηρίας: 700 μέτρα

Υψόμετρο τελικό: 1.443 μέτρα

Πιθανές ώρες πορείας: Τρεις

Σήμανση: Αραιή, κάποτε με μπλε και κάποτε με κόκκινα σημάδια.

back-button
next-button
oros-kerkis oros-kerkis_1 oros-kerkis_2 oros-kerkis_3 oros-kerkis_4 oros-kerkis_5 oros-kerkis_6
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories