home Άρθρα Ορεινή Ναυπακτία: Πλάτανος
Ορεινή Ναυπακτία: Πλάτανος

Νωρίς το πρωί το θερμόμετρο δείχνει 3 βαθμούς. Το τζάκι, ωστόσο, είναι ήδη αναμμένο και η αίθουσα ζεστή. Παρακάμπτουμε το κλασικό πρωινό και αρκούμαστε στις πίτες της κυρίας Άννας. Καθώς πίνουμε τον καφέ μας γνωρίζουμε τον Δημήτρη. Καταφθάνει εκείνη τη στιγμή από το Καρπενήσι, φορτωμένος με τα δοχεία που περιέχουν το ευωδιαστό υγρό. Δεν δείχνει ιδιαίτερα καταπονημένος. Ίσως αυτό οφείλεται στην νεαρή του ηλικία ή στον ζωογόνο αέρα του βουνού. Χαμογελαστός, δημιουργικός και ανήσυχος, χτίζει το μέλλον του στον τόπο του με την αμέριστη συμπαράσταση των μελών της οικογενείας του. Δείχνει να έχει γλιτώσει από τον ξεριζωμό σε κάποιο αδηφάγο αστικό κέντρο της χώρας.
Οι πρώτες ακτίνες φωτίζουν το αντικρινό «Ξεροβούνι» με την γυμνή του κορυφή. Βγαίνουμε για μια πρώτη γνωριμία με το χωριό. Μπροστά από τον ξενώνα υπάρχει η προτομή του Γ. Καραϊσκάκη και η οδός με τ’ όνομά του. Ο τόπος τίμησε τον μεγάλο αγωνιστή, που βρέθηκε στον Πλάτανο το καλοκαίρι του 1825, κατεβαίνοντας από το Καρπενήσι για να βοηθήσει το Μεσολόγγι. Την άνοιξη της επόμενης χρονιάς ξαναβρέθηκε στον Πλάτανο, ανήμπορος πια, για να υποδεχθεί όσους σώθηκαν από την έξοδο του Μεσολογγίου.
Περιδιαβαίνουμε την πλακόστρωτη οδό Γ. Καραϊσκάκη με κατεύθυνση προς την πλατεία. Δίπλα στον ξενώνα είναι το Πνευματικό Κέντρο, η Βιβλιοθήκη και το Λαογραφικό Μουσείο. Στους χώρους του φιλοξενεί έναν τεράστιο πλούτο εκθεμάτων όπως, παλιά αντικείμενα και σκεύη της καθημερινή ζωής, εργαλεία παραδοσιακών επαγγελμάτων, ρακοκάζανο, αργαλειό, παλιά όπλα και σερβίτσια, θαυμάσια κεντήματα και τοπικές φορεσιές, σπάνιες φωτογραφίες και έγγραφα, καθώς και μερικά πολύτιμα βιβλία. Ξεχωρίζουμε ανάμεσά τους ένα «Επίτομο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας» του 1899, ένα «Εγχειρίδιον της Θρησκείας και Μυθολογίας των Ελλήνων και Ρωμαίων» του 1871 και ένα «Λατινικό και Ιταλικό Λεξικό» του 1829.
Απέναντι από τον ξενώνα είν’ ένα διώροφο του 1900 με σιδερένιο μπαλκονάκι και, κολλητό μ’ αυτό, ένα ωραίο πετρόχτιστο ακατοίκητο. Μερικά μέτρα μετά, και πριν ακριβώς απ’ την πλατεία, ορθώνεται ένα εκπληκτικό πετρόχτιστο του 1883, έδρα κάποτε του μονοπωλίου άλατος, σπίρτων και πετρελαίου. Διατηρείται σε άριστη κατάσταση και η αρχιτεκτονική του είναι εξαίρετη με περίτεχνα λαξευμένη ντόπια πέτρα, που δημιουργεί μικρά τόξα στα παράθυρα. Μικρά σιδερένια κλειδιά δίνουν κατά διαστήματα την ωραία λιθοδομή. Είν’ ένα οικοδόμημα αληθινό κόσμημα για τον τόπο. Δίπλα του είναι το καφενείο «Πλάτανος», που έχει ανοίξει από ώρα. Πρόσχαρος και νεαρής ηλικίας ο Αριστομένης μας κερνάει καφεδάκι. Προσπαθεί κι αυτός με διάφορους τρόπους να παραμείνει στον τόπο του.
Η πλατεία ζωντανεύει, ανοίγουν τα δυο μικρά μπακαλικάκια, κάποιες νοικοκυρές πηγαίνουν να ψωνίσουν. Οι πρώτοι θαμώνες κάθονται στα υπαίθρια τραπεζάκια κάτω απ’ τα κλαδιά του πλάτανου και το, ψυχρό ακόμα, αλλά ηλιόλουστο πρωινό των μέσων του Νοέμβρη.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Ορεινή Ναυπακτία: Πλάτανος
Κατηγορίες: Δέντρα / Δάση / Λουλούδια, Περιήγηση
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Αιτωλοακαρνανία

Μετά από τρεις επισκέψεις στην ορεινή Ναυπακτία το μόνο για το οποίο είμασταν βέβαιοι ήταν, ότι την γνωρίζαμε ελάχιστα. Ευτυχώς! Γιατί είναι πολύ ευχάριστο να υπάρχουν τόποι, που όσο κι αν τους γνωρίζεις υπόσχονται, ότι έχουν πολλά ν’ αποκαλύψουν ακόμα.

 

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟ

 

Η προοπτική του μεγάλου ταξιδιού που είναι μπροστά μας μας γεμίζει με ψυχική ευφορία και προσμονή. Όχι τυχαία. Αν κι έχουν ήδη περάσει 3 χρόνια από την τελευταία φορά, οι συναρπαστικές λεπτομέρειες παραμένουν ανεξίτηλες. Η διάσχιση από Β προς Ν τμημάτων της ορεινής Ευρυτανίας και στη συνέχεια της ορεινής Ναυπακτίας αποτελεί ένα οδοιπορικό θεαματικό και πολυποίκιλο.

Εθνική Οδός ως τη Λαμία, ανεφοδιασμός – απαραίτητα – σε καύσιμα, στροφές και ανηφοριές προς Καρπενήσι, εμφανίζονται τα πρώτα έλατα, σύντομη στάση στο «Χάνι Πανέτσου» του 1884, κατεύθυνση αριστερά (Ν) προς Κρίκελλο, Δομνίστα. Διασχίζουμε αυχένα στα 1250 μ., πάνω από το Καρπενήσι δεσπόζει στα 2.312 μ. το Βελούχι με την γυμνή και οξυγώνια κορυφή του. Ξεδιπλώνεται το υπερθέαμα του Ευρυτανικού τοπίου με τα συμπαγή ελατοδάση, τις συνεχείς εναλλαγές και το πολύπλοκο ανάγλυφο.

Κρίκελλο και Δομνίστα, γραφικοί ορεινοί προορισμοί σε υψόμετρα πάνω από 1000 μ. Στροφές ατελείωτες, ανηφόρες και κατηφόρες, οι εικόνες και ο ορίζοντας αλλάζουν συνεχώς. Χωρίς να το καταλάβουμε βρισκόμαστε στην Αιτωλοακαρνανία, στην επικράτεια του προορισμού μας. Συναντάμε όμορφο χώρο δασικής αναψυχής με πέτρινες κατασκευές, ξύλινα παγκάκια και τραπεζάκια με στρόγγυλους κορμούς. Ξεκουραζόμαστε για λίγο και ξεδιψάμε με θαυμάσιο νερό.

Πλησιάζουμε στην Αράχωβα. Κάτω χαμηλά απλώνεται πανοραμικά η τεχνιτή λίμνη του Εύηνου, μια γαλάζια μακρόστενη παρένθεση στην μέχρι τώρα καταιγιστική κυριαρχία του πράσινου. Από την Αράχωβα δύο είναι οι οδικές επιλογές. Η μια αριστερά (Α) προς Κλεπά, Κ. Κλεπά και Περδικόβρυση και η άλλη – η συντομότερη – δεξιά (Δ) προς Νεοχώρι και Αγ. Δημήτριο. Και οι δυο καταλήγουν στην ανηφορική διαδρομή προς Καστανιά. Βρισκόμαστε ήδη στην επικράτεια του Δήμου Πλάτανου το ταξίδι πλησιάζει προς το τέλος του. Ψηλά στα Α προβάλλει ογκώδης η «Τσεκούρα». Στη θέα της ζωντανεύουν οι αναμνήσεις από την ανάβαση στην κορυφή, 4 χρόνια πριν με τον καλό μας φίλο Παναγιώτη Κανέλλο από την Αμπελακιώτισσα.

Ένα γεμάτο φεγγάρι προβάλλει απρόσμενα πάνω από τις ράχες του βουνού. Η νύχτα του Νοέμβρη πλησιάζει γοργά. Φτάνουμε σε αυχένα εκτεθειμένο στην ψύχρα του βοριά. Εδώ βρίσκεται το ιστορικό «Χάνι του Λιόλιου». Ο Πλάτανος δεν είναι μακρυά. Ένα τέταρτο αργότερα αντικρίζουμε τα αμυδρά του φώτα χαμηλά. Καθώς το οδόμετρο δείχνει 435 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη, βρισκόμαστε μπροστά στον ξενώνα «Αλωνάκι», στο κέντρο του χωριού.

Ταβέρνα «ΡΟΜΑΣ» και ξενώνας «ΑΛΩΝΑΚΙ».

Το ισόγειο του ξενώνα φιλοξενεί την ταβέρνα «Ρόμας», που είναι ταυτόχρονα και αίθουσα πρωινού. Μεγάλα κούτσουρα τριζοβολούν στο τζάκι, εκπέμπουν στην αίθουσα μια ευχάριστη θαλπωρή. Έξω, στο υψόμετρο των 875 μ., η ψύχρα είναι ήδη αισθητή.

Η οικογένεια Ραμπαούνη μας υποδέχεται με μεγάλη εγκαρδιότητα. Η Γιάννα μας ετοιμάζει καφεδάκι, πολύ επιθυμητό μετά το πολύωρο ταξίδι. Ο κυρ-Μιχάλης προετοιμάζει τα κρέατα και τα κάρβουνα για τη βραδινή λειτουργία του μαγαζιού. Η κυρία-Άννα καθαρίζει άγρια χόρτα, ραδίκια και ζοχιούς. Ο γιος τους, ο Δημήτρης, απουσιάζει. Απόψε βγάζει το τσίπουρο της χρονιάς σε καζαναριό του Καρπενησιού. Θα γυρίσει τα χαράματα με το φορτωμένο αγροτικό.

Φέρνω στο νου μου με δέος όλη αυτή τη διαδρομή με τις αναρίθμητες στροφές και μάλιστα άγριες ώρες που ακολουθούν, μετά από μια νύχτα όλο κούραση. Η μητέρα του δεν κρύβει την ανησυχία της. Ο πατέρας του είναι πιο ψύχραιμος.

– Ξέρει καλά το δρόμο, είναι συνηθισμένος σ’ αυτές τις κακοτοπιές.

Ξεκινώντας τη λειτουργία του το 2000, ο ξενώνας «Αλωνάκι» έχει πάρει την ονομασία του από το ομώνυμο κατάφυτο βουνό στα Δ του Οικισμού. Είν’ ένα κτίριο διώροφο, πετρόχτιστο, με ευχάριστο και πολύ συμπαθητικό εσωτερικό. Τα 7 συνολικά δωμάτια έχουν μπαλκόνια με θέα, αυτόνομη θέρμανση, τηλεόραση, ωραία σιδερένια κρεβάτια και προσεγμένη επίπλωση. Είναι μια υποδομή πολύ σημαντική γι’ αυτό τον ωραίο προορισμό στην καρδιά της ορεινής Ναυπακτίας. Καθώς πέφτει η νύχτα, η ταβέρνα γεμίζει από ντόπιους και επισκέπτες, που απολαμβάνουν γίδα βραστή και αγριογούρουνο, ντόπια κρέατα και χωριάτικο λουκάνικο, τσιπουράκι και κρασάκι χύμα, με χρώμα σκούρο ρουμπινί. Η ατμόσφαιρα είναι θορυβώδης, χαρούμενη και ανθρώπινη. Είναι επίσης απαλλαγμένη από τσίκνες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι ο κυρ-Μιχάλης έχει εγκατεστημένες τις ψησταριές του στο μικρό αντικρινό κρεοπωλείο. Μόνον οι ευωδιές από τις πίτες της κυρίας Άννας πλανώνται στην ατμόσφαιρα. Τυρόπιτα, κρεατόπιτα με χοιρινό, μακαρονόπιτα, χορτόπιτα με ποικιλία άγριων χόρτων, όλες παρασκευασμένες με τρόπο παραδοσιακό από την ίδια.

 

ΠΛΑΤΑΝΟΣ, Η ΠΕΤΡΟΧΤΙΣΤΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

 

Νωρίς το πρωί το θερμόμετρο δείχνει 3 βαθμούς. Το τζάκι, ωστόσο, είναι ήδη αναμμένο και η αίθουσα ζεστή. Παρακάμπτουμε το κλασικό πρωινό και αρκούμαστε στις πίτες της κυρίας Άννας. Καθώς πίνουμε τον καφέ μας γνωρίζουμε τον Δημήτρη. Καταφθάνει εκείνη τη στιγμή από το Καρπενήσι, φορτωμένος με τα δοχεία που περιέχουν το ευωδιαστό υγρό. Δεν δείχνει ιδιαίτερα καταπονημένος. Ίσως αυτό οφείλεται στην νεαρή του ηλικία ή στον ζωογόνο αέρα του βουνού. Χαμογελαστός, δημιουργικός και ανήσυχος, χτίζει το μέλλον του στον τόπο του με την αμέριστη συμπαράσταση των μελών της οικογενείας του. Δείχνει να έχει γλιτώσει από τον ξεριζωμό σε κάποιο αδηφάγο αστικό κέντρο της χώρας.

Οι πρώτες ακτίνες φωτίζουν το αντικρινό «Ξεροβούνι» με την γυμνή του κορυφή. Βγαίνουμε για μια πρώτη γνωριμία με το χωριό. Μπροστά από τον ξενώνα υπάρχει η προτομή του Γ. Καραϊσκάκη και η οδός με τ’ όνομά του. Ο τόπος τίμησε τον μεγάλο αγωνιστή, που βρέθηκε στον Πλάτανο το καλοκαίρι του 1825, κατεβαίνοντας από το Καρπενήσι για να βοηθήσει το Μεσολόγγι. Την άνοιξη της επόμενης χρονιάς ξαναβρέθηκε στον Πλάτανο, ανήμπορος πια, για να υποδεχθεί όσους σώθηκαν από την έξοδο του Μεσολογγίου.

Περιδιαβαίνουμε την πλακόστρωτη οδό Γ. Καραϊσκάκη με κατεύθυνση προς την πλατεία. Δίπλα στον ξενώνα είναι το Πνευματικό Κέντρο, η Βιβλιοθήκη και το Λαογραφικό Μουσείο. Στους χώρους του φιλοξενεί έναν τεράστιο πλούτο εκθεμάτων όπως, παλιά αντικείμενα και σκεύη της καθημερινή ζωής, εργαλεία παραδοσιακών επαγγελμάτων, ρακοκάζανο, αργαλειό, παλιά όπλα και σερβίτσια, θαυμάσια κεντήματα και τοπικές φορεσιές, σπάνιες φωτογραφίες και έγγραφα, καθώς και μερικά πολύτιμα βιβλία. Ξεχωρίζουμε ανάμεσά τους ένα «Επίτομο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας» του 1899, ένα «Εγχειρίδιον της Θρησκείας και Μυθολογίας των Ελλήνων και Ρωμαίων» του 1871 και ένα «Λατινικό και Ιταλικό Λεξικό» του 1829.

Απέναντι από τον ξενώνα είν’ ένα διώροφο του 1900 με σιδερένιο μπαλκονάκι και, κολλητό μ’ αυτό, ένα ωραίο πετρόχτιστο ακατοίκητο. Μερικά μέτρα μετά, και πριν ακριβώς απ’ την πλατεία, ορθώνεται ένα εκπληκτικό πετρόχτιστο του 1883, έδρα κάποτε του μονοπωλίου άλατος, σπίρτων και πετρελαίου. Διατηρείται σε άριστη κατάσταση και η αρχιτεκτονική του είναι εξαίρετη με περίτεχνα λαξευμένη ντόπια πέτρα, που δημιουργεί μικρά τόξα στα παράθυρα. Μικρά σιδερένια κλειδιά δίνουν κατά διαστήματα την ωραία λιθοδομή. Είν’ ένα οικοδόμημα αληθινό κόσμημα για τον τόπο. Δίπλα του είναι το καφενείο «Πλάτανος», που έχει ανοίξει από ώρα. Πρόσχαρος και νεαρής ηλικίας ο Αριστομένης μας κερνάει καφεδάκι. Προσπαθεί κι αυτός με διάφορους τρόπους να παραμείνει στον τόπο του.

Η πλατεία ζωντανεύει, ανοίγουν τα δυο μικρά μπακαλικάκια, κάποιες νοικοκυρές πηγαίνουν να ψωνίσουν. Οι πρώτοι θαμώνες κάθονται στα υπαίθρια τραπεζάκια κάτω απ’ τα κλαδιά του πλάτανου και το, ψυχρό ακόμα, αλλά ηλιόλουστο πρωινό των μέσων του Νοέμβρη.

Εμφανίζεται ο παπά-Δημήτρης, πατέρας 6 παιδιών, από πατέρα επίσης ιερέα αλλά και μ’ έναν γιο που συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση.

Με μεγάλη προθυμία μας ανοίγει ο παπά-Δημήτρης τον πολιούχο ναό του Αγ. Νικολάου, τρίκλιτη βασιλική επιβλητικών διαστάσεων, με δίδυμο καμπαναριό και χτισμένη εξολοκλήρου με πέτρα άριστα λαξευμένη. Η εκκλησία πρωτοχτίστηκε το 1742 από τον Νικόλαο Ροντήρη ή Κουτσονίκα, ενώ η γυναίκα του Αρεγύρω αφιέρωσε το ξυλόγλυπτο τέμπλο το 1747.

Το 1846, με συνεισφορές των κατοίκων και με προσωπική τους εργασία ο ναός ανεγέρθηκε από τα θεμέλια. Η χρονολογία αυτή είναι αποτυπωμένη σε λιθανάγλυφο στο υπέρθυρο της μικρής νότιας εισόδου του ναού. Κατά τον Ομότιμο Καθηγητή Παν/μίου Ν.Α. Παπανικολάου, πρόσφατη έρευνα απέδειξε, πως ο ναός Αγ. Νικολάου υπήρχε ήδη από το 1732. Σήμερα δεν σώζεται το ξυλόγλυπτο τέμπλο ούτε και κάποια αγιογράφηση στους τοίχους. Στο υπάρχον τέμπλο οι εικόνες είναι ρωσικές, ενώ και ο επιτάφιος είναι ρωσικός με χρονολογία 1901.

Στην πλατεία μπροστά στην εκκλησία ρίχνει προστατευτική σκιά ο μεγάλος πλάτανος, ενώ πλακόστρωτο είναι το θαυμάσιο δάπεδο με πλάκες ρόζ και λευκές. Η πλατεία του Αγ. Νικολάου στον Πλάτανο θεωρείται η μεγαλύτερη πλατεία οικισμού στην ορεινή Ναυπακτία.

Στο Β τμήμα της πλατείας υπάρχει ένα ταπεινό, χαμηλό σπιτάκι που στεγάζει το Μουσείο της Εθνικής Αντίστασης. Ο Δήμαρχος Λεωνίδας Κωλέττας μας ξεναγεί στο εσωτερικό, που είναι μια εκτενής αναδρομή στο χρονικό των ιστορικών γεγονότων από την κήρυξη του μεγάλου πολέμου μέχρι το 1945. Ο μικρός χώρος είναι καλυμμένος σε κάθε του γωνιά από άφθονο αρχειακό υλικό με σπάνιες φωτογραφίες, πρωτοσέλιδα εφημερίδων με την κήρυξη του πολέμου, καθώς και μεγάλο αριθμό βιβλίων, μερικά από τα οποία είναι δυσεύρετα. Θα απαιτούντο πολλά χρόνια για να εντρυφήσει κανείς σ’ όλον αυτό τον πλούτο των βιβλίων.

– Πολύς κόσμος δανείζεται και διαβάζει αυτά τα βιβλία, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μας λέει ο Δήμαρχος.

Το μοναδικό αυτό μουσείο ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 2001 από τον Πλατανιώτη Νίκο Παπανικολάου, Ομότιμο Καθηγητή Μαιευτικής στο Α. Π. Θεσσαλονίκης.

Πολύ κοντά στην εκκλησία βρίσκεται το Δημαρχείο, στη σκιά μιας υπεραιωνόβιας φτελιάς. Περνάμε στα Α της πλατείας. Σ’ αυτό το τμήμα του χωριού τα περισσότερα σπίτια είναι μικρά ασβεστωμένα μονώροφα, πολύ διαφορετικά από τα μεγαλόπρεπα πετρόχτιστα. Κατηφορίζουμε ένα δρομάκι. Παλιά σπίτια, βρύση και ρεματιά με πυκνή βλάστηση, μια διαφορετική όψη του Πλάτανου. Με μερικά σκαλοπάτια ξαναβγαίνουμε στην οδό Καραϊσκάκη.

Η προσοχή μας επικεντρώνεται σ’ ένα χαμηλό οίκημα όπου, κατά την μαρμάρινη εντοιχισμένη πινακίδα, έστησε το στρατηγείο του κατά την άνοιξη του 1825 ο Γ. Καραϊσκάκης. Την πρόσοψη του σπιτιού κοσμούν ζωγραφιές λαϊκού καλλιτέχνη και ωραία ανάγλυφη παράσταση με χρονολογία 1847. Δίπλα βρίσκεται ένα θαυμάσιο πετρόχτιστο με μεγαλόπρεπη αψίδα στην είσοδο και χρονολογία  1882 στο υπέρθυρο. Απέναντι επιβάλλεται με τον όγκο του ένα εντυπωσιακό τριώροφο αρχοντικό φρουριακής κατασκευής. Το εξαιρετικό οικιστικό παρελθόν του Πλάτανου είναι παρόν σε κάθε σημείο του χωριού.

Ανηφορίζουμε την ήπια κλίση της οδού Καραϊσκάκη. Είναι στρωμένη με θαυμάσιο πλακόστρωτο, κυρίως με πλάκες ροζ χρωματισμών. Τα περισσότερα σπίτια είναι πολύ όμορφα, αλλά ασβεστοχρισμένα και άλλα με εμφανή λιθοδομή. Διακρίνουμε πάνω τους χρονολογίες των αρχών του 20ου αιώνα: 1909, 1912, 1926. Υπάρχει και ένα του 1877 που διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Εδώ βρίσκεται και ο «Υγιεονομικός Σταθμός Πλάτανου», δωρεά της Ναυπακτιακής Αδελφότητος Ν. Υόρκης του 1951. Ειν’ ένα κτίριο πετρόχτιστο κολοσσιαίων διαστάσεων, που έχει υποστεί αρκετές φθορές και χρειάζεται αποκατάσταση.

Η οδός Γ. Καραϊσκάκη συνεχίζει ως Υπολοχαγού Μ. Τσιπούρα και με κατεύθυνση ΒΔ καταλήγει στην άσφαλτο, κοντά στην είσοδο του χωριού.

Εδώ είναι η συνοικία «Ράχη», που έχει ως κυριότερο χαρακτηριστικό την σκεπαστή βρύση με 5 στόμια και την μαρμάρινη προτομή του Γεωργίου Ροντήρη, χιλίαρχου, που έπεσε στην έξοδο του Μεσολογγίου το 1826.

Επιστρέφουμε στην πλατεία. Αρκετοί ντόπιοι και ξένοι απολαμβάνουν το καφεδάκι τους στον ήλιο.

Για να ολοκληρώσουμε την περιήγησή μας στον Πλάτανο κατευθυνόμαστε προς τα Ν. Πλακοστρωμένη και πεντακάθαρη η οδός Ν. Τσώνη κατηφορίζει αρχικά δίπλα από το παραδοσιακό μπακαλικάκι του κυρ-Αντώνη και μετά από το καφενεδάκι της Τασσίας Χρυσικού. Βρισκόμαστε και πάλι σε μια πανέμορφη γειτονιά, όπου τα εξαιρετικά πετρόχτιστα σπίτια διαδέχονται το ένα το άλλο, με τα μικρά τους μπαλκόνια στον β΄ όροφο, που φέρουν σφυρήλατα κάγκελα και σιδερένια φουρούσια. Τις περιποιημένες αυλές κοσμούν πολύχρωμα λουλούδια, ενώ δεν λείπουν τα οπωροφόρα δέντρα και τα μεγάλα έλατα. Περνούν και πάλι από τα μάτια μας χρονολογίες του μεσοπολέμου. Εδώ βρίσκεται η οικία του καθηγητή Παπανικολάου καθώς και οι προτομές του Ανθυπολοχαγού Κωστή Πούλου που έπεσε στο Σαραντάπορο το 1912 και του Υπολοχαγού Μιχαήλ Τσιπούρα, που έπεσε στο Τεπελένι το 1940. Υπάρχει επίσης και η «Βρύση Βλαστάρη», που έδωσε την ονομασία της σ’ αυτή τη συνοικία του Πλάτανου. Αρκετοί κάθετοι παράδρομοι οδηγούν σε διάφορα ανηφορικά ή κατηφορικά σημεία του χωριού. Μετά από μερικά λεπτά βρισκόμαστε στην Ν έξοδο του Πλάτανου, στην συνοικία Καραμπινέικα. Στους ενδιάμεσους δρόμους διακρίνονται και ελάχιστα ταπεινά σπιτάκια πλακοσκέπαστα.

Ο οικισμός ολοκληρώνεται στα Β και Δ πάνω από την άσφαλτο, στις κατάφυτες πλαγιές του βουνού Αλωνάκι. Εδώ, σε κορυφαίο σημεία θέας προς τον Πλάτανο, δεσπόζει το εκκλησάκι των Ταξιαρχών, χτισμένο το 1887 αλλά δυστυχώς ασβεστοχρισμένο. Στο πίσω μέρος του ναού ορθώνονται τεράστια πουρνάρια, πιθανότατα ίδιας ηλικίας με το κτίσμα.

Με θεόστενο τσιμεντόδρομο, που σε ορισμένα σημεία η κλίση του ξεπερνάει το 15 %, κατηφορίζουμε από τον Πλάτανο προς τον Κ. Πλάτανο, γνωστότερο στην περιοχή με την παλιά – και εύηχη – ονομασία «Βονώρτα». Ο οικισμός είναι εξαιρετικά αραιοχτισμένος σε κατάφυτο φυσικό περιβάλλον και σε πλαγιά με πολύ έντονη κλίση, που δημιουργεί μεγάλη υψομετρική διαφορά ανάμεσα στα σπίτια του χωριού. Στην πλακόστρωτη μικροσκοπική πλατειούλα κυριαρχεί η εκκλησία της Αγ. Παρασκευής με έναν πλάτανο, ενώ δίπλα το καφενεδάκι «Βονώρτα» προσφέρει με τη θέση του ωραία θέα στην χαράδρα. Είν’ ένας τόπος ήρεμος, με ελάχιστη οικιστική συνοχή, που πολύ λίγο μοιάζει με τον Πλάτανο.

 

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΑ ΚΡΑΒΑΡΑ

 

Στον χαιρετισμό του – σε διάφορα έντυπα για τον Δήμο Πλατάνου – ο Δήμαρχος Λεωνίδας Κωλέττας μεταξύ άλλων αναφέρει: «Καλωσόρισες φίλε επισκέπτη στον Δήμο Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας. Όπου και να στρέψεις τη ματιά σου … βρίσκεσαι πια στην καρδιά των Κραβάρων».

Εδώ δηλαδή που βρισκόμαστε κι εμείς. Ας δούμε, πολύ συνοπτικά, ποια είναι τα Κράβαρα. Σύμφωνα με τον Ηλία Στ. Δημητρόπουλο, Κράβαρα ή Γκράβαρα έχει επικρατήσει να αποκαλείται ολόκληρο το βορινό τμήμα της Επαρχίας Ναυπακτίας. Η περιοχή των Κραβάρων περιλαμβάνει τους Δήμους Αποδοτίας με έδρα την Άνω Χώρα (Λομποτινά), Πλατάνου με έδρα τον Πλάτανο και Πυλήνης με έδρα τη Σίμου.

Κατά την τρίτη χιλιετία π.Χ. στην περιοχή εγκαταστάθηκαν οι Κορήτες, προερχόμενοι από την Κρήτη και την Εύβοια, ενώ αργότερα και φύλα Αιτωλικά. Οι Οφιονείς βοριότερα και οι Αποδοτοί νοτιότερα φαίνεται ότι ήταν αυτόχθονες που μιλούσαν μια διάλεκτο μικτή, κράμα Δωρικής και Αιτωλικής. Από το 780-1067 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Σλάβοι, οι οποία άφησαν στην περιοχή κατάλοιπα γλωσσικών τους όρων (π.Χ. Περίστα=στανότοπος, στάνη). Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα η περιοχή τελούσε υπό την ηγεμονία της Βενετίας. Κατά την τουρκοκρατία τα Κράβαρα αποτελούσαν ξεχωριστό «Καζά» (επαρχία) Κραβάρων.

Για την ετυμολογία του τοπωνυμίου Κράβαρα έχουν διατυπωθεί πολλές εκδοχές, χωρίς καμία να έχει καθολική αποδοχή. Το βέβαιο είναι, ότι η ορολογία Κράβαρα εμφανίζεται για πρώτη φορά σε γραπτή πηγή (κατάστιχο) το 1569. λόγω του δυσπρόσιτου και επικίνδυνου εδάφους κανένας ιστορικός ερευνητής δεν αποπειράθηκε να περιηγηθεί στην ορεινή Ναυπακτία. Οι όποιες αναφορές στον Θουκυδίδη, Παυσανία, Στράβωνα βασίζονται σε πληροφορίες φανταστικές ή υπερβολικές. Στις αρχές του 19ου αι. ο Πουκεβίλ περιηγήθηκε μερικώς τα Κράβαρα αλλά το οδοιπορικό του περιέχει πολλές ανακρίβειες.

Συστηματική 5ήμερη περιήγηση σε σημαντικό τμήμα της επικράτειας των Κραβάρων πραγματοποίησε το καλοκαίρι του 1890ο Ανθυπίατρος τότε Ανδρέας Καρκαβίτσας. Γι’ αυτό το οδοιπορικό αφιέρωσε στα «Ταξιδιωτικά» του μια λεπτομερή και εκτεταμένη περιγραφή, που δημοσιεύθηκε σε 12 συνέχειες στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ».

Βέβαια σε πολλά σημεία της αφήγησής του ο Καρκαβίτσας μιλάει απαξιωτικά για τον χαρακτήρα και τον τρόπο ζωής των Κραβαριτών καθώς και για την έφεσή τους στην επαιτεία. Ξεσήκωσε έτσι εναντίον του θύελλα διαμαρτυριών και προκάλεσε ανάμεσα σ’ αυτόν και στους Ναυπάκτιους επικριτές του μια μακροχρόνια βεντέτα, που έγινε ακόμη δεύτερη μετά την κυκλοφορία του έργου του «Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ» και λίγο έλειψε να καταλήξει σε μονομαχία. Ανεξάρτητα πάντως από την «αρνητική διαφήμιση» των Κράβαρων το βέβαιο είναι, ότι με το οδοιπορικό του Καρκαβίτσα ο τόπος για πρώτη φορά έγινε πανελλήνια γνωστός.

Για τον Πλάτανο και τους Πλατανιώτες, ωστόσο, ο συγγραφέας μόνον θετικά λόγια είχε να πει: «Το εξωτερικόν του Πλατάνου είναι πολύ ευπρεπές. Ο ξένος εις την θέαν του λησμονεί ευθύς ότι ευρίσκεται εις τα Κράβαρα. Νομίζει ότι διέρχεται πεδινούς κι ευπορούντας τόπους, όπου ο πολιτισμός φθάνει ακωλύτως καθ’ ημέραν. Επιβεβαιούται δε εις τούτο μόλις εισέλθη εντός αυτού και ήδη τας ευπρεπείς οικοδομάς, την ομοιότητα των οδών, των κατοίκων την ημερότητα… Έχει εις το κέντρον πλατείαν ρομβοειδή, της οποίας την μίαν πλευράν κατέχει άλυσις μαγαζίων και καφενείων, την δε ετέραν όλων αποκλείει ο ναός του Αγ. Νικολάου, μέγας, ευπρεπής, γαλανοβαμμένος, με δυο πυργωτά κωδωνοστάσια».

Για τους Πλατανιώτες αναφέρει ο Καρκαβίτσας: «Γυναίκες και άνδρες εργάζονται ανενδότως. Αι γυναίκες καλλιεργούν στον οίκον την μέταξαν. Οι δε άνδρες μετέρχονται παντός είδους επάγγελμα και υφίστανται φοβερούς αγώνας και κόπους θησαυρίζοντες εις την ξένην. Διότι η ξενητεία, την οποίαν εξ εμρφύτου ο Έλλην μισεί και αποστρέφεται είναι το όνειρον του βίου του Πλατανιώτου.

… Ο Κραβαρίτης από του λίκνου του ακόμη ξέρει τα σπέρματα της ροπής εις την ξενητείαν και οι μεγάλοι μαύροι οφθαλμοί του φαίνοντ’ εστραμμένοι πάντοτε εις αγνώστους τόπους μακράν, πολύ μακράν, όπου λείπει ήδη ο πατήρ, ο αδελφός, ο θείος του».

Και γράφει πιο κάτω ο Καρκαβίτσας:

«Ο Πλατανιώτης έχει και τούτο το καλόν, ουδέποτε λησμονεί τας κόρας της πατρίδος του. Όσα έτη και αν μείνη εις την ξενητείαν δεν θέτει εις ενέργειαν την καρδίαν του. Δεν θέλει ηδονάς, δεν γαλβανίζεται από θέλγητρα, ούτε αποπλανάται από φαρμακερά φιλιά… Θα έλθη να λάβει γυναίκα από τον τόπο του».

Μας φαίνεται πολύ δικαιολογημένη αυτή η αφοσίωση στις γυναίκες του Πλάτανου, αν πιστέψουμε όσα αναφέρει γι’ αυτές ο Καρκαβίτσας:

«Τι να σας είπω. Αφ’ ης ώρας εξήλθον της Ναυπάκτου, καθ’ όλα τα Κράβαρα συνήντησα παντού ωραίας γυναίκας. Αλλ’ αι γυναίκες του Πλατάνου είναι απαράμιλλοι, πάντοτε με το αυτό υπερήφανον πάτημα, την αυτήν εύγραμμον διάπλασιν του σώματος, την αυτών καλλιτεχνικών κεφαλών, το λειότατον μέτωπον, την λεπτήν ρίνα, τους μεγάλους επαγωγώς σπιθοβολούντας οφθαλμούς, τους μαύρους πλοκάμους της κώμης και την γαλακτόχρουν επιδερμίδα … μη δεν νομίση τις, ότι ο τοιούτος τύπος της γυναίκας αναφέρεται εις ολίγας μόνον, πέντε-δέκα. Όχι, αναφέρεται εις όλας*..

Και αυτός δε ο ιματισμός των φαίνεται εφευρημένος δια να κολακεύση, όσο το δυνατόν, την φιλαρέσκειαν και καλαισθησίαν των. Διότι, ενώ εις τ’ άλλα χωρία των Κραβάρων ο γυναικείος ιματισμός είναι βαρύς και χονδρός, πάντοτε μάλλινος από των ποδιών μέχρι της κεφαλής και οιπνεί πένθιμος, εδώ είναι λευκός, ελαφρός και χαρίεις».

Δυστυχώς την χειμερινή αυτή περίοδο που βρεθήκαμε στον τόπο δεν μπορέσαμε να επιβεβαιώσουμε τις ενθουσιώδεις κρίσεις του Καρκαβίτσα. Ίσως γιατί οι ωραίες του Πλάτανου έχουν επιλέξει για μόνιμη κατοικία τα μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως την Αθήνα.

Έχοντας ολοκληρώσει την περιδιάβασή μας στον Πλάτανο μένουμε με την ευχάριστη διαπίστωση, ότι είναι ένας από τους πιο γραφικούς και περιποιημένους ορεινούς οικισμούς με εξαίρετη αρχιτεκτονική, που στον μεγαλύτερο βαθμό διατηρείται αυτούσια και υπενθυμίζει με τον καλύτερο τρόπο τις παραδοσιακές καταβολές του παρελθόντος.

 

ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΟΤΙΒΑΣ

 

Έρχεται όμως η στιγμή να γνωρίσουμε και άλλα σημεία του Δήμου. Ξεκινάμε από το περίφημο Γεφύρι της Αρτοτίβας. Βγαίνουμε από το χωριό με Ν κατεύθυνση και στα 500 μ. αφήνουμε αριστερά την διασταύρωση προς Ναύπακτο και συνεχίζουμε προς Θέρμο. Ο δρόμος ανηφορίζει και προσφέρει ωραία θέα στο χωριό. Στο ύψος του αυχένα κατευθυνόμαστε δυτικά και χάνουμε οριστικά την οπτική επαφή μας με τον Πλάτανο. Ορίζοντας μακρινός με πολύπλοκο ανάγλυφο στα Ακαρνανικά βουνά, δρόμος σκαμμένος στο χείλος των γκρεμών. Αργότερα συναντάμε μικρά λιβαδοτόπια με πεζούλες, πέτρινα σπιτάκια κτηνοτροφικά με πλακοσκέπαστες σκεπές σχήματος κωνικού. Σε κάποια σημεία υπάρχουν πλακόστρωτα αλώνια. Σ’ ένα πλάτωμα, στο χείλος μιας απότομης πλαγιάς, είναι χτισμένο το εξωκκλήσι του Αϊ-Γιώργη με θέα πανοραμική πολύ χαμηλά στο Γεφύρι της Αρτοτίβας. Αμεσως μετά λοξοδρομούμε δεξιά προς το Αχλαδόκαστρο, την παλιά Αρτοτίβα. Όμορφο χωριουδάκι, χτισμένο αμφιθεατρικά σε απότομο λοφίσκο με ευρύτατο ορίζοντα. Μικρή πλατειούλα, αρκετά καλοδιατηρημένα σπίτια και 40 περίπου μόνιμοι κάτοικοι. Ένας πολύ στενός δρόμος διασχίζει το χωριό και σε λίγο συναντάει το κεντρικό οδικό δίκτυο. Μια πινακίδα δείχνει το κατηφορικό μονοπάτι προς το γεφύρι.

-Δεν είναι καλά σηματοδοτημένο και υπάρχει κίνδυνος να χαθείτε, μας λέει ένας κτηνοτρόφος.

Ο δρόμος κατηφορίζει με συνεχείς φουρκέτες και συναρπαστικές εναλλαγές ανάμεσα σε πουρνάρια και πολύχρωμα πλατάνια. Φτάνουμε χαμηλά στην φαρδειά κοίτη του Εύκνου. Τα πεντακάθαρα νερά του κυλούν γοργά ανάμεσα σε κάθετες βραχώδεις πλαγιές, που σε κάποιες εσοχές σχηματίζουν υπέροχες λιμνούλες. Μια καινούργια γέφυρα συνδέει τις όχθες του ποταμού, ενώ διασώζεται και η παλιά τύπου Μπέλευ με αρκετές φθορές στο ξύλινο κατάστρωμα.

Ανηφορίζουμε για 2 χλμ. και στο ύψος του οικισμού της Κάτω Χρυσοβίτσας μια πινακίδα μας κατευθύνει αριστερά προς το Γεφύρι της Αρτοτίβας. Ο δρόμος έχει αρκετές πέτρες αλλά είναι γενικά βατός. Αργότερα παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες, που αν και δεν είναι αξεπέραστες, θα δημιουργήσουν προβλήματα στα συμβατικά αυτοκίνητα, ιδιαίτερα κατά την χειμερινή περίοδο. Στα 5,5 περίπου χλμ. αποκαλύπτεται χαμηλά το θεαματικό φαράγγι του Πλατανίτη Κότσαλου, παραπόταμου του Εύκνου, με εντυπωσιακά κάθετα πετρώματα που καθρεφτίζονται στην ήρεμη επιφάνεια του νερού.

8,1 χλμ. μετά την Χρυσοβίτσα (και όχι 10 όπως αναγράφει η πινακίδα) ο δρόμος τερματίζει στην πλατανοσκέπαστη και πετρώδη κοίτη του Εύκνου, 100 μόλις μέτρα πριν από το μνημειώδες γεφύρι της Αρτοτίβας. Πανέμορφο, με επιβλητικές διαστάσεις και περίτεχνη κατασκευή το γεφύρι είχε την τύχη να αποκατασταθεί από τις φθορές του το 1995 και το 2004. Η τοποθεσία ανέγερσής του είναι ιδανική, όχι μόνον επειδή στο σημείο αυτό η κοίτη του ποταμού είναι στενή αλλά και γιατί οι όχθες όπου εδράζονται οι βάσεις του είναι από συμπαγή βράχο, που εγγυάται απόλυτη στερεότητα. Άλλωστε η κατασκευή από πελεκητή πέτρα είναι εξαιρετικά στιβαρή. Βαδίζουμε για λίγο το μονοπάτι πάνω απ’ το γεφύρι. Είναι κακοτράχαλο και δυσδιάκριτο πρέπει οπωσδήποτε να γίνουν εργασίες αξιοποίησης και ανάδειξης.

 

ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΕΙΝΑ

Επιστρέφουμε στον Πλάτανο. Λίγο πιο πάνω από το γεφύρι του Εύκνου επιλέγουμε μια νέα διαδρομή, στρίβοντας αριστερά με κατεύθυνση προς Περίστα. Στα 3,4 χλμ. αρχίζει χωματόδρομος και μετά από λίγο διασχίζουμε τον μικρό ορεινό οικισμό Διασελάκι, με θαυμάσια θέα στο φαράγγι του Εύκνου και στο αντικρινό Αχλαδόκαστρο. Συνεχίζουμε προς Περίστα. Διαδρομή εξαιρετική, μοναχική, εκτός από ένα ντόπιο αγροτικό δεν συναντάμε κανένα άλλο αυτοκίνητο. Ο βατός δρόμος διαγράφει μια καμπύλη πορεία γύρω από το βουνό Ψωριάρης, με έδαφος σκληρό ασβεστολιθικό, κατάσπαρτο με πουρνάρια. Χαράδρες, φαράγγια, όγκοι βουνών με θεαματικές κορυφές, εντυπωσιακές χαράξεις δρόμων σε ιλιγγιώδεις γκρεμούς, η συναρπαστικότητα της ορεινής Ναυπακτίας δεν έχει τελειωμό.

9 χλμ. μετά φτάνουμε σε αυχένα, στο υψηλότερο σημείο της διαδρομής, με υψόμετρο 1.050 μέτρων. Αναπάντεχα περνάμε δίπλα από μια ωραιότατη πέτρινη πηγή, κατασκευασμένη το 1970 στη ρίζα ενός γιγάντιου πλάτανου. Δίπλα ορθώνονται ακόμη δυο πλατάνια με κουφάλες στους κορμούς τους και ηλικία πολλών αιώνων. Ακούγονται κουδουνάκια. Μερικές δεκάδες πρόβατα βόσκουν αμέριμνα κοντά στο ασβεστοχρισμένο εκκλησάκι του Αγ. Ταξιάρχη. Μερικά χιλιόμετρα μετά νέο ξωκκλήσι. Είναι του Αι-Λιά, δωρεά της οικογένειας Σπύρου Παγανιά, σ’ ένα πανέμορφο κυκλικό οροπέδιο, με μικρή στάνη και μια συστάδα πουρναριών πελωρίων διαστάσεων και απροσδιόριστης ηλικίας. Ο τόπος είναι κατάσπαρτος από θαυμάσιες ασβεστολιθικές πλάκες, εξαιρετική πρώτη ύλη για τα πετρόχτιστα σπίτια των χωριών της περιοχής.

Στα 15 χλμ. διασχίζουμε το αμφιθεατρικό οικισμό «Πέρκος» με σπίτια αραιοχτισμένα σε κατάφυτο περιβάλλον. Αρχίζει ωραία διαδρομή σε πολύχρωμο δρυοδάσος με διαδοχικές πέτρινες βρύσες, που μας χαρίζουν δροσερότατο νερό. Στα 19,5 χλμ. ο χωματόδρομος τελειώνει και μαζί μ’ αυτόν η μοναχικότητα της διαδρομής. Δεξιά η άσφαλτος ανηφορίζει προς Πλάτανο (7 χλμ.) ενώ στην ευθεία καταλήγει μετά από 1 χλμ. στην Πέριστα, την «Μπερίστα» του Καρκαβίτσα. Εντυπωσιακά όμορφος και μεγάλος οικισμός, σκαρφαλωμένος στις έντονες κλίσεις μιας κατάφυτης πλαγιάς. Ο μόνος, σχετικά επίπεδος δρόμος, είναι αυτός που διασχίζει το χωριό και περνάει από την κεντρική πλατεία, σε υψομ. 850 μέτρων. Εδώ δεσπόζει η εκκλησία του Αγ. Αθανασίου, κτίσμα του 1720 με τέμπλο σκαλιστό. Οι κάτοικοι που συναντάμε είναι ελάχιστοι σε σχέση με το μέγεθος του οικισμού.

– Μα πώς να δεις ανθρώπους παιδάκι μου; μου  λέει η κυρά –Τασούλα. Δεν έχουμε απομείνει μόνιμοι παραπάνω από 10.

Πίνουμε ένα θαυμάσιο καφεδάκι στο μικρό καφενείο του κυρ-Σωκράτη, το μόνο που μένει όλο το χρόνο ανοιχτό.

– Το ανοίγουμε για να παρηγοριόμαστε, μας λέει ο συμπαθής άνθρωπος. Έτσι, για να υπάρχει μια ένδειξη ζωής. Να φανταστείς, ότι έχει περάσει μια δεκαετία από τότε που έγινε ο τελευταίος γάμος στην εκκλησία του χωριού.

Οι μνήμες τους γυρίζουν στο παρελθόν, τότε που λειτουργούσε σχολείο 4θέσιο με 150 μαθητές και υπήρχαν 13 μαγαζιά.

-Το καλοκαίρι βέβαια γεμίζει το χωριό, έρχονται περίπου 800, μόνο από την Αμερική καμιά εκατοσταριά. Βλέπονται όλοι στις 6 Αυγούστου, στο μεγάλο πανηγύρι της Μεταμόρφωσης, κάθονται λίγες μέρες κι ύστερα φεύγουν…

Από την Πλατεία Ηρώων ένας περιφερειακός δρόμος καταλήγει μετά από 1,2 χλμ. στο υψηλότερο σημείο του χωριού, στις Δ πλαγιές του Ξεροβουνιού. Η θέα απ’ αυτά τα ακριανά σπιτάκια είναι κορυφαία σ’ όλο τον ορίζοντα. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν ένας ανηφορικός και δύσβατος χωματόδρομος καταλήγει μετά από 3 χλμ. περίπου στο εξωκκλήσι του Προφητηλία, χτισμένο το 1915 από τον μοναχό Δανιήλ. Είναι μετόχι της περίφημης Μονής Αμπελακιώτισσας, αθέατο σε υψ. 1000 μ. ανάμεσα σε πουρνάρια, κυπαρίσσια, έλατα και κέδρα. Τόπος γαλήνιος, μοναχικός, με βοσκοτόπια, χορταριασμένο αλωνάκι, ξερολιθιές και ίχνη παλαιότερης κατοίκησης.

Επιστρέφουμε στην Πλατεία Ηρώων, διασχίζουμε το χωριό και συνεχίζουμε την χωμάτινη διαδρομή, που σύμφωνα με τον χάρτη, καταλήγει στη Λίμνη του Εύκνου και στον Αγ. Δημήτριο.

– Δεν θα καταφέρετε να πάτε, μας έχουν προειδοποιήσει στο καφενείο. Ο δρόμος είναι κομμένος από κατολισθήσεις.

Περνάμε δίπλα από εκπληκτικό σημείο θέας προς το φαράγγι και, 1,8 χλμ. μετά, βρισκόμαστε χωροστά σ’ ένα πελώριο βράχο που έχει ξεκολλήσει απ’ την πλαγιά κι έχει καταλάβει το μισό οδόστρωμα.

– Αυτή θα είναι η κατολίσθηση που μας είπαν, λέω στην Άννα.

Υπολογίζω το πλάτος, αποφεύγω να κοιτάξω τον χαοτικό γκρεμό και, ξύνοντας ανεπαίσθητα το φτερό του μικροσκοπικού JIMNY στο βράχο, καταφέρνω να περάσω. Αμέσως μετά αποζημιωνόμαστε για την παράτολμη προσπάθεια με δροσερό νερό από την ωραία πέτρινη πηγή, χτισμένη το 1963 από τον Ηλία Τσουγκράνη. Ετοιμαζόμαστε να συνεχίσουμε σ’ ένα σημείο όμως απέναντί μας μοιάζει να μην υπάρχει δρόμος. Δεν κάνουμε λάθος. Μια ολόκληρη πλαγιά έχει φύγει απ’ το βουνό και έχει εξαφανίσει κάτω από τον όγκο της το οδόστρωμα.

Αφήνουμε το αυτοκίνητο και συνεχίζουμε με τα πόδια για 2 τουλάχιστον χιλιόμετρα. Η κατάσταση του οδικού δικτύου είναι τραγική, όχι μόνον από κατολισθήσεις αλλά και από καθιζήσεις. Κάθε τεχνική προσπάθεια αποκατάστασης είναι καταδικασμένη να αποτύχει από μελλοντικές καταστροφές, εκτός αν επενδυθούν τεράστια ποσά σε εκτεταμένα έργα υποδοχής. Είναι μεγάλη ατυχία για τον τόπο να έχει αχρηστευθεί μια τέτοια εντυπωσιακή διαδρομή, που αποκαλύπτει χαμηλά σ’ όλο της το μεγαλείο τη φιδίσια ροή του Εύκνου, που γι’ αυτό το λόγο ονομάζεται και Φίδαρης.

 

ΣΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΛΙΟΛΙΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗ ΧΩΜΟΡΗ

 

10 χλμ. από τον Πλάτανο προς τη Λίμνη του Εύηνου καπνίζει στην ερημιά του δρόμου μια καμινάδα. Είναι από την ξυλόσομπα στο Χάνι του Λιόλιου. Λίγους μήνες το χρόνο είναι σβηστή. Εδώ οι συνθήκες είναι δύσκολες, ο αυχένας στο υψόμετρο των 1200 μ. είναι εκτεθειμένος σ’ όλους τους καιρούς. Καθόμαστε στο παλιό καφενεδάκι-ταβερνάκι, χτισμένο στα 1900. Έναν αιώνα πριν είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του το ιστορικό «Χάνι του Λιόλιου» από την οικογένεια των Αντωνόπουλων, που έμειναν γνωστοί στην περιοχή με την προσωνυμία «Λιόλιοι». Σ’ αυτό το σημείο του αυχένα με τον ευρύτατο ορίζοντα, δημιούργησαν σιγά-σιγά τον μικρό τους οικισμό, που εξακολουθεί να κατοικείται ακόμη και σήμερα αποκλειστικά από μέλη της οικογένειας. Ανάμεσα στα οικήματα σώζονται και μερικά παμπάλαια, που διατηρούν την παραδοσιακή τους αρχιτεκτονική και την αίγλη του παρελθόντος.

Ο Γιάννης Αντωνόπουλος, Λιόλιος κι αυτός, είναι Γραμματέας στον Δήμο Πλάτανου και κατευθείαν απόγονος της οικογένειας. Ανάμεσα στις διάφορες φωτογραφίες των τοίχων ξεχωρίζει η αυστηρή φυσιογνωμία του προ-προπάππου του, Αντώνη Αντωνόπουλου. Ο Γιάννης μας αφηγείται πολλά ιστορικά στοιχεία της οικογένειας και ανάμεσα σ’ αυτά την μεγάλη ληστεία που υπέστη το 1924 η οικογένεια και είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή των 4 αδελφών Λιόλιου. Η γυναίκα του Γιάννη, η Διαμάντω κρατάει όλο το χρόνο ανοιχτό το ταβερνάκι, που φημίζεται για το ψητό του, αρνάκι και κατσικάκι καθώς και το «σελάχι», συκώτι γεμιστό με σκόρδο και μαϊντανό. Την ποικιλία των κυριότερων εδεσμάτων του μαγαζιού μπορεί να απολαύσει κανείς όλη την θερινή περίοδο, καθώς και τις Τετάρτες και τα τριήμερα του χειμώνα (τλφ. 26340-48408).

Επιστρέφοντας προς τον Πλάτανοκ στρίβουμε αριστερά για Χώμορη. Αρχικά παρακάμπτουμε για λίγο δεξιά, με πολύ κατηφορικό και στενό δρόμο, προς τον μικροσκοπικό συνοικισμό της Αγ. Τριάδας, όπου δεν συναντάμε κανέναν άνθρωπο. Ή διαδρομή προς την Χώμορη έχει πολλές στροφές και περνάει ανάμεσα από δάση ελάτων και φυλλοβόλων δέντρων. Πού και πού εμφανίζονται στις άκρες του δρόμου εντυπωσιακές αιωνόβιες βαλανιδιές.

Σε απόσταση 14 χλμ. από τον Πλάτανο, η Χώμορη είναι γραφικότατο χωριό χτισμένο αμφιθεατρικά σε κατάφυτη πλαγιά. Ο Καρκαβίτσας σημείωνε στο οδοιπορικό του, ότι «η Χώμορη φαίνεται από του Ξεροβουνίου, κειμένη εις το βάθος βουνώδους εξώστου, κάτω του οποίου απλούνται κατά ζώνας οι καλλιεργημένοι αγροί της».

Τα περισσότερα σπίτια του χωριού είναι πέτρινα θυμίζουν την περίτεχνη αρχιτεκτονική των σπιτιών του Πλάτανου. Κάποια λίγα διατηρούν πλάκες στη σκεπή. Ο στενός δρόμος διασχίζει το χωριό περνώντας από την πλατειούλα της ενοριακής εκκλησίας της Αγ. Παρασκευής. Η θέα από εδώ είναι υπέροχη. Στις 26 Ιουλίου γίνεται στην πλατεία μεγάλο πανηγύρι και αντάμωμα των Χωμοριτών, με παραδοσιακά όργανα και γλέντι. Είναι μέρα χαράς για όλο το χωριό.

– Δυστυχώς η ζωή δεν διαρκεί παραπάνω από ένα μήνα, λέει με θλίψη ο κυρ-Γιώργος Πελέκης, στο καφενεδάκι του πάνω απ’ την πλατεία.

Κάποτε είχε μεγάλη ζωντάνια το χωριό, φημιζόταν για τις καλλιέργειες και κυρίως για τα αμπέλια του, που φύτρωναν παντού. Σήμερα, όπως βλέπετε, ελάχιστες κρεβατίνες με κληματαριές έχουν απομείνει και οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνάνε τους 30.

Το τσιπουράκι του κυρ-Γιώργου είναι θαυμάσιο, γίνεται από ντόπιες ποικιλίες και κυρίως τον «Κλεπαΐτη» και «Σκυλοπνίχτη». Μερικές δεκάδες μέτρα μετά την πλατεία διατηρεί ο φίλος μας και την ψησταριά «Ο ΜΕΡΑΚΛΗΣ», που λειτουργεί μόνον ένα μήνα το καλοκαίρι.

– Η μεγάλη αφαίμαξη πληθυσμού έγινε το 1966, μας λέει. 10 οικογένειες μετανάστευσαν τότε στην Αμερική και ανάμεσά τους κι εγώ, που άντεξα 10 χρόνια. Σήμερα ζούμε σχεδόν απομονωμένοι, το χωριό δεν είναι σε περασιά. Δρομολόγιο προς τη Ναύπακτο υπάρχει ένα τη βδομάδα, κάθε Τετάρτη. Ξεκινάει το λεωφορείο τα χαράματα, βρίσκεται εδώ εξήμισι μ’ επτά. Δυστυχώς η ώρα δεν είναι σταθερή. Άλλοτε περιμένουμε κι άλλοτε το χάνουμε. Μας κατεβάζει στη Ναύπακτο, ψωνίζουμε ως το μεσημέρι κι ύστερα επιστρέφουμε.

Χαμηλότερα από τη Χώμορη βρίσκεται η Κάτω Χώμορη. Δύο χλμ. μετά την πλατεία, μέσα από δρομίσκους υπερβολικά στενούς, φτάνουμε μπροστά στην αυλόπορτα της Μονής της Παναγάις Καβαδιώτισσας. Από την πάλαι ποτέ ακμάζουσα μονή έχει απομείνει ένα μικρό πετρόχτιστο οίκημα, όπου διατηρείται η κόγχη του επιδαπέδιου τζακιού και δυο μικρά ανοίγματα, που χρησιμοποιούνταν ως πολεμίστρες. Διατηρείται επίσης ο πετρόχτιστος ναός, με εξαίρετη λιθοδομή από πελεκημένη πέτρα, ανακαινισμένος το 1955. δυστυχώς είναι δυσδιάκριτο το αρχικό λιθανάγλυφο. Από τα παλιά κελιά έχουν απομείνει μόνο λιθοσωροί.

 

ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΤΙΣΣΑ, ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

 

Βρισκόμαστε στο πλησιέστερο δυνατό σημείο προς την Αμπελακιώτισσα και στον φίλο μας Παναγιώτη Κανέλλο. Του τηλεφωνούμε.

– Ξεκινήστε αμέσως, σας περιμένω για βραδινό τσίπουρο, μας λέει.

Αμέσως μετά το χωριό αρχίζει καλός κατηφορικός χωματόδρομος με πλούσια βλάστηση. Στα 4,2 χλμ. διασχίζουμε το γεφύρι του ποταμού Κότσαλου, που διατηρεί ικανοποιητική ροή. Το νερό κελαρύζει ανάμεσα σε δάσος από πλατάνια, που λάμπουν με τα πολύχρωμα φυλλώματά τους στο φως του δειλινού. Ανηφορίζουμε με πολύ καλό οδόστρωμα και ανοιχτές στροφές. Παίρνουμε αριστερά κατεύθυνση προς Πόδο.

Καθώς πέφτει το σκοτάδι προλαβαίνουμε να διακρίνουμε τις εναλλαγές της βλάστησης και να υποψιαστούμε την ομορφιά της διαδρομής, μιας

 

 

,,,,,,,

 

Χωρίς να χάνει καιρό, γεμίζει τα ποτηράκια μ’ αυτό το θαυμάσιο τσίπουρο, που τόσες φορές έχουμε απολαύσει στις Δρυάδες.

Το τζάκι τριζοβολάει, έξω ο αέρας είναι ψυχρός και δυνατός, είναι η πρώτη μας εμπειρία στην Αμπελακιώτισσα αυτή την εποχή. Αργά το βράδυ, χορτασμένοι από το τσιπουράκι, τα ωραία μεζεδάκια, το ζυμωτό ψωμί και την παρέα του φίλου μας, αποσυρόμαστε στο ίδιο πάντα δωμάτιο, την «Ερατώ». Το πρωί από το μπαλκόνι αναπνέουμε τον ίδιο καθάριο αέρα του βουνού, αντικρίζουμε και πάλι απέναντί μας την κορυφή της Τσεκούρας και το φαράγγι του Κάκκαβου. 4 χρόνια μετά ο χρόνος μοιάζει αμετακίνητος.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Με το φως της μέρας η διαδρομή ως τη Χώμορη μας αποκαλύπτει όλη τη σπάνια ομορφιά της. Απέραντα ελατοδάση, χαράδρες και φαράγγια, ρεματιές με όλο το συνωστισμό των φθινοπωρινών χρωματισμών, μανιτάρια και κυκλάμινα, εκατοντάδες νεογέννητα ελατάκια στα πρανή, σφενδάμια, φράξοι και πουρνάρια, αιωνόβιες βαλανιδιές και καστανιές, πλατάνια και πηγές με αμόλυντα νερά. Είναι 25 από τα γοητευτικότερα χιλιόμετρα που μπορεί να διανύσει κανείς σε Ελληνική ορεινή διαδρομή.

Στον ξενώνα ΑΛΩΝΑΚΙ ο Δημήτρης μας γεμίζει μπουκάλια με κρασί και τσίπουρο δικό του, η κυρία Άννα και η Γιάννα μας τυλίγουν πίτες για το δρόμο.

– Να μας ξανάρθετε, λένε, καθώς μας αποχαιρετάνε.

– Νάστε βέβαιοι, αγαπητοί μας φίλοι.

 

back-button
next-button
oreini-naupaktia-platanos oreini-naupaktia-platanos_1 oreini-naupaktia-platanos_2 oreini-naupaktia-platanos_3 oreini-naupaktia-platanos_4 oreini-naupaktia-platanos_5 oreini-naupaktia-platanos_6 oreini-naupaktia-platanos_7 oreini-naupaktia-platanos_8 oreini-naupaktia-platanos_9
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories