home Άρθρα Ορεινή Φωκίδα: Στα λημέρια του Αθανάσιου Διάκου
Ορεινή Φωκίδα: Στα λημέρια του Αθανάσιου Διάκου

Το ταξίδι μας στις νότιες εσχατιές της Πελοποννήσου είχε μόλις τελειώσει. Θαλασσινά τοπία, μαγευτικά, απολιθώματα φυτικά και ζωικά, ερειπωμένα βυζαντινά μνημεία, ο θρυλικός Κάβο-Μαλιάς. Οι μνήμες ήταν ολοζώντανες και υπέροχες. Να όμως που ένας άλλος ορίζοντας ήρθε να διαδεχθεί την γαλανή απεραντοσύνη του πελάγους. Ήταν οι σκουροπράσινες πλαγιές με τα έλατα της Οίτης, των Βαρδουσίων και της Γκιώνας, εκεί στα υψίπεδα του Δήμου Καλλιέων της Φωκίδας, μιας από τις πιο ορεινές οικιστικές ενότητες της χώρας. Έτσι από το επίπεδο της θάλασσας βρεθήκαμε ξαφνικά στα ψηλώματα των βουνών. Η ποικιλομορφία κι η συναρπαστικότητα του ελληνικού τοπίου σ’ όλο τους το μεγαλείο.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Ορεινή Φωκίδα: Στα λημέρια του Αθανάσιου Διάκου
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Φωκίδα

Το ταξίδι μας στις νότιες εσχατιές της Πελοποννήσου είχε μόλις τελειώσει. Θαλασσινά τοπία, μαγευτικά, απολιθώματα φυτικά και ζωικά, ερειπωμένα βυζαντινά μνημεία, ο θρυλικός Κάβο-Μαλιάς. Οι μνήμες ήταν ολοζώντανες και υπέροχες. Να όμως που ένας άλλος ορίζοντας ήρθε να διαδεχθεί την γαλανή απεραντοσύνη του πελάγους. Ήταν οι σκουροπράσινες πλαγιές με τα έλατα της Οίτης, των Βαρδουσίων και της Γκιώνας, εκεί στα υψίπεδα του Δήμου Καλλιέων της Φωκίδας, μιας από τις πιο ορεινές οικιστικές ενότητες της χώρας. Έτσι από το επίπεδο της θάλασσας βρεθήκαμε ξαφνικά στα ψηλώματα των βουνών. Η ποικιλομορφία κι η συναρπαστικότητα του ελληνικού τοπίου σ’ όλο τους το μεγαλείο.

 

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΒΑΡΔΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΓΚΙΩΝΑ

 

Το φαινόμενο δεν ήταν πρωτόγνωρο. Κι άλλοτε στο παρελθόν είχαμε νιώσει κιτρινισμένοι από τη σκόνη της Σαχάρας. Απλά τη φορά αυτή η μεταφορά σκόνης ξεπέρασε κάθε όριο, τοπικό και χρονικό.

Διασχίζουμε απόγευμα την πεδιάδα της Θεσσαλίας τυλιγμένοι στην καταχνιά. Ο ήλιος μοιάζει άρρωστος, χλωμός. Ζέστη και ατμόσφαιρα βαριά. Οι εργασίες της Εθνικής Οδού στον Μαλιακό έχουν αποκόψει – προσωρινά – την πρόσβασή μας προς Άμφισσα και Δελφούς, με τις γνώριμες, φαρδειές στροφές του Μπράλου. Μια παράκαμψη φέρνει στη μνήμη μας, μετά από πολλές δεκαετίες την Παλιά Εθνική Οδό. Ήταν εκείνη η αλήστου μνήμης ατελείωτη και στενή ευθεία των 12 περίπου χιλιομέτρων, που άρχιζε έξω από την πόλη της Λαμίας και κατέληγε στην «Σιδερόπορτα», στο Φαράγγι του Ασωπού. Μετά, στενός πάντα και με επικίνδυνες στροφές ο δρόμος, συνέχιζε την ανηφορική του πορεία προς τον Μπράλο, φόβητρο οδηγών και οχημάτων, ιδιαίτερα τους χειμώνες. Πιο πάνω ξαναβρίσκουμε το φαρδύ δρόμο του Μπράλου. Στρίβουμε δεξιά την επαρχιακή οδό. Παυλιανή αρχικά και στη συνέχεια Μαυρολιθάρι και τα άλλα χωριά του Δήμου Καλλιέων. Όλα αναφέρονται με τις αποστάσεις τους, με διαδοχικές πινακίδες σε στρατηγικά σημεία της διαδρομής. Αδύνατον να χάσει τον προορισμό του ο ταξιδιώτης.

Βαλανιδιές, πλατάνια, κέδρα και πουρνάρια, ανθισμένες μηλιές, κερασιές, γκορτσιές και κουτσουπιές. Ψηλότερα αρχίζει η καθολική σχεδόν κυριαρχία του έλατου. Το τοπίο αποβάλλει σταδιακά τον ανάλαφρο, ειδυλλιακό του χαρακτήρα, αποκτάει την επιβλητική αλλά σκουρόχρωμη κυριαρχία του έλατου.

6 χιλιόμετρα μετά την Παυλιανή, σε υψόμετρο 1230 μέτρων, διασχίζουμε ένα ξέφωτο. Καταπράσινο χορτάρι, έλατα και θέα στην Πυραμίδα της Γκιώνας. Εδώ, δίπλα στο δρόμο, είναι το «Καταφύγιο» του Βασίλη Τραχανά. Πέτρα, ξύλο και μεγάλες γυάλινες επιφάνειες που χαρίζουν θέα και υπέροχη αμεσότητα στα καιρικά φαινόμενα και στο φυσικό περιβάλλον του βουνού. Καφεδάκι, ποτό, ελαφρά γεύματα και ορεινές εναλλακτικές δραστηριότητες με snow-mobil και ποδήλατα βουνού (τηλ. 2265062946 και 6944535718). Βρισκόμαστε στην τοποθεσία «Βρύζες», στην εδαφική επικράτεια του Δήμου Καλλιέων. Συνεχίζουμε με κατεύθυνση προς Πυρά και Μαυρολιθάρι, πάντα ανάμεσα σε αμιγή  ελατοδάση. Πολλά ξέφωτα στη διαδρομή μας επιτρέπουν να αγναντεύουμε τις υψηλές κορυφές των Βαρδουσίων και της Γκιώνας.

Περνάμε τον μικρό οικισμό της Πυράς, συναντάμε πλάι στο δρόμο ρυάκια και ανθισμένες κερασιές. Σε μια στροφή του δρόμου προβάλλει απέναντί μας το Μαυρολιθάρι. Είναι χτισμένο με έντονη αμφιθεατρικότητα σε μια πλαγιά κατάφυτη από ποικίλα οπωροφόρα δέντρα και έλατα. Είναι μεγάλος οικισμός, τα σπίτια καταλαμβάνουν ολόκληρη την πλαγιά, άλλοτε αραιοχτισμένα ανάμεσα σε δέντρα και περιβόλια και άλλοτε με πυκνή δόμηση, το ένα δίπλα στο άλλο.

Φτάνουμε στην πλατεία, μια πλατεία με ασυνήθιστα μεγάλες διαστάσεις για τα μεγέθη ενός χωριού. Στο νότιο άκρο της βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγ. Νικολάου, χτισμένο το 1961 στη θέση ενός παλιού, που κάηκε από τους Γερμανούς. Είναι πετρόχτιστο και θα μπορούσε να ήταν γραφικό, αν έλειπε η παράταιρη προσθήκη του πρόναου και, σε κάποια σημεία, η χρήση του τσιμέντου.

Δίπλα στο εκκλησάκι ορθώνεται το μεγάλο διώροφο κτίριο του Πανδοχείου «Μαυρολιθάρι»/ παλιά ήταν το Κοινοτικό Γραφείο, που μεγάλωσε και διαμορφώθηκε σε ξενώνα. Καθώς χάνεται το τελευταίο φως της μέρας, η ψύχρα στο υψόμετρο των 1160 μέτρων γίνεται αισθητή. Αν και προχωρημένος Απρίλης, το αναμμένο τζάκι στο καθιστικό είναι ιδιαίτερα αγαπητό. Μας σφίγγει εγκάρδια το χέρι ο Βαγγέλης Πετσωτάς, γεννημένος στον γειτονικό οικισμό της Στρώμης.

Στην βιβλιοθήκη σημαντικά βιβλία, παντού τακτοποιημένες στοίβες με πάμπολλα περιηγητικά και φυσιολατρικά περιοδικά. Κυρίαρχη είναι η γαλλική έκδοση του GEO. Δεν είναι τυχαίο, αφού ο Βαγγέλης έχει σπουδάσει για χρόνια στη Γαλλία. Πρόσφατα επέστρεψε μόνιμα στον τόπο του και ανέλαβε τις τύχες του ξενώνα. Προτιμάει να τον ονομάζει «Πανδοχείον», μια ονομασία που του ταιριάζει, αφού το κατάλυμα έχει στοιχεία που θυμίζουν το ρομαντικό ύφος μιας άλλης εποχής.

Το δωμάτιό μας είναι γωνιακό. Ο προσανατολισμός του το προικίζει με μια σπάνια ιδιαιτερότητα. Αγναντεύει ταυτόχρονα τα δυο ψηλότερα Ρουμελιώτικα βουνά. Απ’ το παράθυρο της δύσης τα Βαρδούσια, με υψόμετρο 2495 μέτρα και απ’ το παράθυρο του νότου την Πυραμίδα της Γκιώνας, που καταλήγει στα 2508. Σε όποια κατεύθυνση κι αν γυρίσουμε το κεφάλι μας, το βλέμμα μας γεμίζει με τις πέτρινες κορυφές των δυο αγέρωχων βουνών.

Την ίδια εκπληκτική θέα απολαμβάνουμε από την μεγάλη αίθουσα πρωινού, έναν όροφο πιο κάτω. Υπεύθυνη γι’ αυτό είναι η περιμετρική τζαμαρία, ορθάνοιχτη παντού. Η μόνη διαφορά είναι, ότι εδώ παρεμβάλλονται ελαφρά κάποια κλαδιά δέντρων και μερικές στέγες σπιτιών. Είναι μεγάλο προνόμιο να ξεκινάμε τη μέρα μας έχοντας γύρω μας τον πιο ορεινό και διάσημο ορίζοντα της Ρούμελης.

 

ΣΤΑ ΥΨΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ

ΠΥΡΑ-ΙΕΡΟ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ

 

Το πρωί μας ξυπνάει η συναυλία των αηδονιών, που είχε αρχίσει στην ουσία από τη νύχτα. Δεν είναι ένα μόνον αηδόνι αλλά ολόκληρη ορχήστρα, η πιο μελωδική που διαθέτει η φύση. Κάθε μέλος της κι ένας σολίστας, αθέατος στη δική του θέση, στα διάφορα γειτονικά δέντρα αλλά και στον μεγάλο πλάτανο στο χώρο της πλατείας. Είν’ ένας πλάτανος ηλικίας πολλών αιώνων. Μετράμε την περίμετρό του με τον Βαγγέλη. Η μετροταινία δείχνει 8 μέτρα και 90 εκατοστά!

Ξεκινάμε την πρώτη μας περιήγηση στην περιοχή με κατεύθυνση ανατολική προς την Πυρά. Είναι μικρός οικισμός, χτισμένος αμφιθεατρικά σε μέσο υψόμετρο 1150 μέτρων. Ψηλότερα στα ΒΔ δεσπόζει ένας απότομος βραχώδης λόφος με σχήμα κορυφής τραπεζοειδές. Είναι η «Μαύρη Τσούμα» ή «Σκάλα», σύμφωνα με τους ντόπιους, σε υψόμετρο 1530 μέτρων. Δίπλα στο δρόμο ο παπα-Θανάσης έχει μια όμορφη ταβερνούλα με ενοικιαζόμενα δωμάτια στον όροφο. Το όνομά της είναι «Γκούρα» από την παλιά ονομασία του χωριού (τηλ. 2265062546). Πίνουμε καφεδάκι με τον παπα-Θανάση και συνεχίζουμε. Δυο σχεδόν χιλιόμετρα μετά στρίβουμε σε δασικό δρόμο αριστερά. Η παρουσία των ελάτων είναι καθολική. Η εικόνα τους ωστόσο έχει δυο όψεις. Τα νεαρά και μέσης ηλικίας δέντρα έχουν, κατά κανόνα, βαθύ πράσινο χρώμα και δείχνουν υγιέστατα. Αντίθετα, πολλά ηλικιωμένα δέντρα έχουν χάσει μεγάλο μέρος των φυλλωμάτων τους και εμφανίζουν μια όψη ασθενική και καθόλου ευχάριστη. Ακόμα και κάποιος μη ειδικός μπορεί να αντιληφθεί, ότι υπάρχει πρόβλημα στο δασικό οικοσύστημα της περιοχής.

Το δάσος τελειώνει, ξαναβγαίνουμε στους ανοιχτούς ορίζοντες. Βαρδούσια, Γκιώνα, Παρνασσός, όλα είναι γύρω μας. Βρισκόμαστε στο υψίπεδο της Οίτης με την ονομασία «Καταβόθρα», ένα εκπληκτικό οροπέδιο με μέσο υψόμετρο 1600 μέτρων, καλυμμένο από χορτάρι και αμέτρητα αγριολούλουδα. 4 χλμ. Μετά την άσφαλτο βρισκόμαστε στη θέση «Μάρμαρα», μπροστά στον αρχαιολογικό χώρο με την πινακίδα «Πυρά – Ιερό Ηρακλέους». Στο χώρο δεσπόζει ένας λοφίσκος ομαλός. Η πάλαι ποτέ περίφραξή του κείτεται στο έδαφος σε κακή κατάσταση.

Ανηφορίζουμε την ομαλή χορταριασμένη πλαγιά, χωρίς κάποιο σηματοδοτημένο μονοπάτι. Σε λιγότερο από ένα 5λεπτο βρισκόμαστε στην επίπεδη κορυφή. Εδώ, σύμφωνα με τη μυθολογία, στήθηκε η πυρά, όπού κάηκε ο ημίθεος Ηρακλής, για να απαλλαγεί από τους αφόρητους πόνους του δηλητηριασμένου χιτώνα, που του έδωσε να φορέσει η Δηιάνειρα.

Ο χώρος είναι κατάσπαρτος από μεγάλες ασβεστολιθικές πέτρες, κάποιες από τις οποίε φέρουν υψηλής ποιότητας λάξευση. Σε κάποια σημεία διακρίνονται τμήματα δαπέδου, καλυμμένα με πολύ ογκώδεις πλάκες. Διασώζονται και κάποια κομμάτια ραβδωτών κιόνων. Η πρώτη προσπάθεια ανασκαφής έγινε το 1919 από τον τότε έφορο αρχαιοτήτων Νικ. Ι. Παππαδάκη. Το οικοδόμημα που αποκαλύφθηκε είχε λεηλατηθεί από κατοίκους της περιοχής, που χρησιμοποίησαν τους λαξευτούς λίθους στην οικοδόμηση σπιτιών ή εκκλησιών. Τρία κομμάτια επιγραφής παραπέμπουν, κατά τον αρχαιολόγο, στα «Οιτέα Ηράκλεια», γιορτές δηλαδή προς τιμήν του Ηρακλέους. Βρέθηκαν επίσης αφιερώματα πήλινα και μεταλλικά, αιχμές από δόρατα, μαχαίρια, κοσμήματα, δυο χάλκινα αγαλμάτια που παριστάνουν γυμνό τον Ηρακλή και 13 συνολικά νομίσματα Αιτωλών, Αινιανών-Λαμιέων και Οιταίων. Το μνημείο χρονολογήθηκε στον 3ο αι. π.Χ. ενώ οι στάχτες της πυράς θεωρούνται προγενέστερες του 6ου αι. π.Χ.

Νέες ανασκαφές έγιναν το 1988 από τον Π. Πάντο, έφορο αρχαιοτήτων Φθιώτιδας. Το βέβαιο είναι ότι στον ναό, από την εποχή της δημιουργίας του ως τους Ρωμαϊκούς χρόνους, γίνονταν θυσίες ζώων προς τους θεούς σε ανάμνηση του μυθικού ήρωα Ηρακλή.

Εγκαταλείπουμε τον αρχαιολογικό χώρο με την αίσθηση, ότι θα άξιζε λίγη περισσότερη φροντίδα από τις αρμόδιες αρχές. Ο καλός χωματόδρομος διασχίζει το υψίπεδο προς τα βόρεια. Δυόμισι περίπου χιλιόμετρα μετά σταματάμε απέναντι σ’ ένα πελώριο συγκρότημα βράχων, που στη βάση του σχηματίζει σπηλαιοβάραθρο. Είναι η γνωστή «Καταβόθρα» που στα έγκατά της κυλάει με ορμή το πεντακάθαρο νερό ενός ρυακιού. Λέγεται ότι το νερό αυτό συναντάει στον κάμπο τον Γοργοπόταμο. Υπάρχουν όμως και αγωγοί που υδρεύουν πεδινούς οικισμούς της Φθιώτιδας από τα πλούσια νερά των οροπεδίων της Οίτης.

Αν συνεχίσουμε αυτό το χωμάτινο δίκτυο του βουνού, μπορούμε να οδηγηθούμε προς τα βόρεια, ανατολικά ή δυτικά σε πολλούς προορισμούς, ορεινούς και πεδινούς. Εμείς όμως επιστρέφουμε από την Καταβόθρα και στην πρώτη διασταύρωση στρίβουμε δεξιά, με κατεύθυνση ΒΔ. Αισιοδοξούμε, ότι η κατάσταση του δασικού δρόμου μετά τον χειμώνα, θα μας επιτρέψει να γυρίσουμε από τα ορεινά στο Μαυρολιθάρι.

Μετά από λίγο συναντάμε ποτίστρα με θαυμάσιο παγωμένο νερό. Δροσερό αεράκι, αγριολούλουδα, Βαρδούσια και Γκιώνα. Τοπίο μαγευτικό. Μπαίνουμε και πάλι στο ελατόδασος. Μια πανέμορφη αλεπού δρασκελίζει περήφανα την πλαγιά ενός λοφίσκου. Την θαυμάζουμε για 3-4 δευτερόλεπτα πριν χαθεί. Στα 2.9 χλμ. συναντάμε ρέμα με γάργαρο νερό και στρίβουμε αριστερά. Να και οι πρώτες συγκεντρώσεις χιονιού, σε κάποια ανήλιαγα πρανή. Βρισκόμαστε σε υψόμετρο 1650 μέτρων. Το οδόστρωμα είναι γενικά καλό, οι λάσπες έχουν στεγνώσει, κάποια μικροεμπόδια από πεσμένα έλατα τα παρακάμπτουμε χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Νερά τρέχουν από παντού, που και που εμφανίζονται τα Βαρδούσια και η Γκιώνα. Από ένα άνοιγμα προβάλλει χαμηλά μικρό τμήμα της λίμνης του Μόρνου. Είναι μια υπέροχη διαδρομή, που θάταν ακόμη ωραιότερη, αν όλα τα έλατα ήταν υγιή.

Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε δυτικά. Στους πρόποδες των Βαρδουσίων, κάτω από τις δυο υψηλότερες κορυφές, προβάλλουν σε φόντο καταπράσινο, οι κόκκινες σκεπές του Αθανάσιου Διάκου. Το Μαυρολιθάρι δεν είναι μακρυά. Στα 16 σχεδόν χιλιόμετρα από τα υψίπεδα της Καταβόθρας μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια του χωριού.

– Προτείνω μια μικρή στάση στη «Φωλιά του Κούκου», λεει ο Βαγγέλης.

Είναι μπακαλικάκι με δροσερή ταρατσούλα, σ’ έναν ανηφορικό δρόμο πάνω από την πλατεία του χωριού. Δίπλα κυλάει με γάργαρο ήχο η πηγή του «Ψωρομύτη». Τσιπουράκι με λιτά μεζεδάκια και γεμιστά. Ο Μήτσος και η Χαρίκλεια κάθονται μαζί μας. Εδώ βρίσκει κανείς μαγειρευτά φαγητά, πίτες και κολοκυθοανθούς. Αν νυστάζει, υπάρχουν από πάνω και δωμάτια (τηλ. 2265062274),

– Ώστε κάνατε τη δασική διαδρομή από την Καταβόθρα, λέει ο Μήτσος. Έζησε μεγαλεία αυτή η περιοχή. Για 10 χρόνια ήμασταν διάσημοι, αφού αυτός ο δασικός δρόμος ήταν τμήμα της ειδικής διαδρομής Παυλιανή-Μαυρολιθάρι του Ράλλυ Ακρόπολις. Χιλιάδες επισκέπτες, δούλευαν όλα τα μαγαζιά. Τα τελευταία τρία χρόνια εξαιρέθηκε η διαδρομή, προς μεγάλη απογοήτευση των κατοίκων του τόπου, καταλήγει ο Μήτσος.

– Και προς μεγάλη ικανοποίηση των ζώων του βουνού, συμπληρώνω εγώ.

Εκτός από το ασφάλτινο οδικό δίκτυο που διαγράφει έναν κύκλο πολλών χιλιομέτρων, η Στρώμη συνδέεται με το Μαυρολιθάρι, μ’ έναν πολύ συντομότερο, κοφτό χωματόδρομο άριστης βατότητας. Τον συναντάμε κατηφορικά δεξιά, 500 μέτρα έξω απ’ το χωριό. Όμορφη περιοχή με μεγάλη ποικιλία βλάστησης και καταπράσινα ξέφωτα, που κάποτε ήταν εύφορα χωραφάκια με διάφορες καλλιέργειες. Ρυάκια και ρέματα αυλακώνουν τις ρεματιές με συνεχή ροή. Είναι το «Ρινόρεμα» από την πλευρά της Οίτης, το «Αρβανιτόρεμα» από την πλευρά της Γκιώνας και πολλά άλλα μικρορρέματα. Όλα συναντιούνται στην περιοχή της Στρώμης και με κοινή πορεία και κοινό πλέον όνομα Μόρνος, καταλήγουν στην ομώνυμη λίμνη.

Μικρή πλατεία σε υψόμετρο 900 περίπου μέτρων, δυο καφενεία-ταβέρνες, ανηφορικός δρόμος που διασχίζει το χωριό με κατεύθυνση νότια προς Γκιώνα. Κάποια σπίτια έχουν διατηρήσει την παραδοσιακή τους αρχιτεκτονική. Τα τελευταία σπίτια είναι σχεδόν στο δάσος, φτάνουν το υψόμετρο των 1000 μέτρων. Με Β-ΒΑ προσανατολισμό η Στρώμη, στερείται τις ακτίνες του ήλιου για μεγάλο διάστημα της μέρας, ιδιαίτερα τον χειμώνα. Στο χαμηλότερο τμήμα του χωριού, μέσα σε πλούσια βλάστηση, ένα μονότοξο πέτρινο γεφύρι ενώνει τις όχθες του Ρινορέματος. Πιο ορατός και διάσημος είναι ο καταρράκτης της Στρώμης, δυο περίπου χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό, πάνω στον κύριο δρόμο προς Πανουργιά. Το ύψος του πλησιάζει τα 12 μέτρα, είναι πολύ θεαματικός και βουερός και συγκεντρώνει τα πλούσια νερά από το «Δρεμισόρεμα».

Μερικά χιλιόμετρα μετά είναι ο «Πανουργιάς», η παλιά «Δρέμισα». Μπορούμε να φτάσουμε είτε με άσφαλτο είτε με κοφτό και πολύ καλό χωματόδρομο. Το μεγάλο χωριό είναι χτισμένο με μεγάλη αμφιθεατρικότητα στις Β-ΒΑ υπώρειες της Γκιώνας. Το υψόμετρό του εκτείνεται από τα 1020 ως τα 1100 περίπου μέτρα. Το 1944 κάηκε το χωριό από τους Γερμανούς. Ίσως αυτός είναι ο κύριος λόγος, που συναντάμε ελάχιστα παλιά πετρόχτιστα σπίτια στην περιήγησή μας στο χωριό. Καταλήγουμε στον «Ψιλικατζή», ένα μαγαζάκι που είναι το μόνο, από τα 13 άλλοτε μαγαζιά, που παραμένει ανοιχτό. Η ηλικία του ξεπερνάει τα 150 χρόνια και κάποτε λεγόταν «Γεροδήμος».

Ξυλόσομπα στη μέση από βαρύ σκαλιστό μαντέμι. Χώρος μικροσκοπικός που συνδυάζει τα πάντα: καφενείο, ταβέρνα, μπακαλικάκι και άλλοτε χασάπικο. Στα τραπεζάκια μερικοί ηλικιωμένοι του χωριού. Έρχεται και ο μπάρμπα-Σπύρος ο μαγαζάτορας, 79 ετών. Ρωτάμε πόσοι μένουν το χειμώνα στο χωριό. Μετράνε τους ανθρώπους, έναν-έναν με τα ονόματά τους. Δεν τους βγάζουν πάνω από 10.

– Και να φανταστείτε, πως στην κατοχή ξεπερνούσανε τους χίλιους, μας λένε καθώς τους χαιρετάμε.

 

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΑ ΔΥΤΙΚΑ

ΚΑΣΤΡΙΩΤΙΣΣΑ, ΑΘΑΝ. ΔΙΑΚΟΣ, ΜΟΥΣΟΥΝΙΤΣΑ

 

Στο μακρύ ταξίδι του από τη Σαχάρα, φαίνεται πως κουράστηκε ο Νοτιάς και κάθισε λιγάκι να ξαποστάσει. Έτσι, με το ξεκίνημα της μέρας, η καταχνιά είναι λιγότερη πάνω απ’ τα βουνά, κάτι πολύ ευχάριστο για την φωτογράφιση του τόπου.

Δίπλα από το Δημαρχείο ξεκινάει ασφαλτοστρωμένος δρόμος για Καστριώτισσα. Δυο χιλιόμετρα μετά φτάνουμε στα πρώτα σπίτια του οικισμού. Χτισμένο στις Ν-ΝΔ υπώρειες της Οίτης το χωριό, είναι καλά προστατευμένο από το βοριά. Το υψόμετρο στην πλατεία πλησιάζει τα 1200, ενώ στα τελευταία σπίτια ξεπερνάει τα 1200 μέτρα. Η θέα στα δυτικά, στις κορυφές και τον όγκο των Βαρδουσίων, είναι απλά μοναδική. Η Καστριώτισσα θα μπορούσε να είναι από τα γραφικότερα Ελληνικά χωριά, αν είχε προσεχθεί η αρχιτεκτονική των οικιών και αν απουσίαζε κάτω από την πλατεία το άχαρο τσιμεντένιο τούνελ απ’ όπου πρέπει αναγκαστικά να περάσει κανείς. Δίπλα στο δρόμο, κάτω από την εκκλησία, υπάρχουν υπολείμματα του αρχαίου κάστρου με μερικούς λαξευτούς ογκόλιθους. Ανάμεσά τους έχει ενσωματωθεί ο κορμός μιας αιωνόβιας δρυός. Μερικά μέτρα μετά κοσμεί το δρόμο ωραία πέτρινη πηγή με λαξευτή γούρνα και δροσερό νερό.

Στην ταβέρνα της πλατείας «το Σχολειό», ο Τάσσος Σταυρομήτρος μας κερνάει καφεδάκι. Είναι υπεύθυνος λειτουργίας του ξενώνα 12 δωματίων, που προβλέπεται να λειτουργήσει προς το τέλος Μαΐου. (τηλ. 22650 62247). Ο Τάσσος έχει το κλειδί και μας ανοίγει το Λαογραφικό Μουσείο που έχει δημιουργήσει πάνω απ’ την πλατεία ο Πολιτιστικός και Λαογραφικός Όμιλος Γυναικών Καστριώτισσας Παρνασσίδας, με πρωτοπόρο την Πρόεδρο, κυρία Πόπη Γαϊτάνη. Έξοχος χώρος με πανέμορφα εκθέματα. Γυναικείες φορεσιές της περιοχής, σκεύη και αντικείμενα καθημερινής ζωής, μεγάλες σιδερένιες γάστρες για πίτες, βιβλιοθήκη δανειστική, κεντήματα και χειροποίητα υφαντά, ένας αργαλειός σε άριστη κατάσταση έτοιμος για λειτουργία και πλήθος ακόμα παλιών αντικειμένων και εργαλείων, που ανακαλούν μνήμες μιας άλλης εποχής.

Είναι μια εξαιρετική προσπάθεια και μια πολύ αξιόλογη συλλογή, που την συμπληρώνουν πολλές παλιές ραπτομηχανές και η γνώριμη κλασσική φόρμα ενός γραμμοφώνου. Δυστυχώς, οι μόνιμοι κάτοικοι του χειμώνα δεν ξεπερνούν τους 14.

Αποφασίζουμε να προσεγγίσουμε τον Αθαν. Διάκο ακολουθώντας τον ορεινό δασικό δρόμο με κατεύθυνση δυτική. Το ελατοδάσος είναι συνεχές, μας θυμίζει τις πρόσφατες εικόνες από την Οίτη, με τα ρυάκια και τα γάργαρα νερά, το ίδιο ωραίο τοπίο αλλά και τα ίδια προβλήματα στα έλατα που καλύπτουν το βουνό. Σε κάποια σημεία το οδόστρωμα είναι βαθειά αυλακωμένο από βαριά οχήματα. Αν δεν είχαν στεγνώσει οι λάσπες, η πορεία μας θα δυσκόλευε πολύ. Σε εξέλιξη βρίσκονται εργασίες, διαπλάτυνσης αρχικά και στη συνέχεια ασφαλτόστρωσης, ένα έργο που θα είναι σημαντικό για τις επικοινωνίες της περιοχής.

Κάποια στιγμή, ανάμεσα στα Βαρδούσια και Γκιώνα, ατενίζουμε πολύ μακρυά τις χιονισμένες κορυφές πιθανότατα του Χέλμου. Φτάνουμε στο μέγιστο υψόμετρο της διαδρομής, στα 1350 περίπου μέτρα. Κατηφορίζουμε με νότια κατεύθυνση για Αθ. Διάκο, περνώντας κοντά από τις ανατολικές υπώρειες του όγκου των Βαρδουσίων.

Ενάμισι περίπου χιλιόμετρο πριν από τον Αθανάσιο Διάκο ένας δασικός δρόμος ανηφορίζει δεξιά. Μια πινακιδούλα δείχνει την κατεύθυνση προς Προφήτη Ηλία και Καταφύγια. Είναι μια ευκαιρία να βρεθούμε κοντά στις χιονισμένες πλαγιές και στα υψίπεδα, που από την πρώτη μέρα ατενίζουμε στον ορεινό όγκο του βουνού. Το οδόστρωμα είναι αρκετά βατό, ακόμη και για συμβατικά αυτοκίνητα. Στα 4.8 χλμ. φτάνουμε σ’ ένα υπέροχο ξέφωτο, ιδανικό για κατασκήνωση με πηγή νερού, αιωνόβια έλατα και το μικρό εικονοστάσι του Προφήτη Ηλία. Πολύ κοντά απέναντί μας ορθώνονται οι γυμνές κορυφές των Βαρδουσίων. Για πρώτη φορά έχουμε μια τόσο ρεαλιστική άποψη από τις χαράδρες, τις σάρες, τις κηλίδες χιονιού, τις ορθοπλαγιές και όλες τις εδαφολογικές λεπτομέρειες του αγέρωχου βουνού.

Αρχίζει ν’ ανηφορίζει απότομα ο δρόμος, πληθαίνουν στο οδόστρωμα οι πέτρες, απομακρύνουμε αρκετές. Η μόνη βλάστηση γύρω μας είναι τώρα χαμηλά κέδρα και χορτάρι, στις ανεμοδαρμένες πλαγιές δεν αναπτύσσονται τα έλατα. Στα 7.5 χλμ. και σε υψόμετρο 1680 μέτρων, διακόπτει την πορεία μας ένα χιονισμένο πρανές με μεγάλο ύψος χιονιού. Θα πάρει αρκετές μέρες, ίσως και βδομάδες για να λιώσει και να απελευθερώσει την οδική πρόσβαση προς τα δυο καταφύγια του βουνού.

Από την μοναξιά και τον ψυχρό αέρα στα υψίπεδα των Βαρδουσίων βρισκόμαστε μετά από λίγο στην πλατεία του Αθανάσιου Διάκου. Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Άνω Μουσουνίτσα. Μετονομάστηκε προς τιμήν του ήρωα της Επανάστασης, που σύμφωνα με την απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών το 1939, είχε το όνομα Μασσαβέτας και γεννήθηκε εδώ. Σε περίοπτη θέση της πλατείας δεσπόζει η προτομή του ήρωα. Τα αποκαλυπτήριά της έκανε το 1923 ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας. Σώζεται επίσης το σπίτι των γονιών του Διάκου, Νίκου και Χρυσούλας.

Στο κέντρο της πλατείας κυριαρχεί η επιβλητική εκκλησία της Μεταμόρφωσης, χτισμένη εξ ολοκλήρου με πελεκητή πέτρα το 1872. Χαρακτηριστική εικόνα της πλατείας αποτελούν τα δυο μεγάλα πλατάνια, από τον κορμό των οποίων ρέει συνεχώς δροσερό νερό. Διάσημο είναι το χωριό και για τις ταβέρνες του, με τα εξαιρετικά ντόπια κρέατα και κυρίως τα παϊδάκια.

Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε ένα κρασάκι με τον Δήμαρχο του Δήμου Καλλιέων Λεωνίδα Καραγιάννη. Κουβεντιάζοντας μαζί του περνάει ευχάριστα η ώρα στη δροσιά του υψομέτρου των 1050 μέτρων της πλατείας. Πρέπει ωστόσο να ολοκληρώσουμε τις περιηγήσεις μας, πριν νυχτώσει.

Ένα μονοπάτι κάτω απ’ την πλατεία μας οδηγεί σε δυο λεπτά σε μια πανέμορφη ρεματιά. Ένας από τους βασικούς παραπόταμους του Μόρνου, που πηγάζει απ’ τα Βαρδούσια, κυλάει βουερός με πεντακάθαρα νερά. Ένα δάσος από λεπτόκορμα πλατάνια καλύπτει τη ρεματιά. Ανάμεσά τους δυο πανύψηλα καβάκια και μερικές μεγάλες καρυδιές. Σε λίγες μέρες τα πλούσια φυλλώματά τους θα κρύβουν ολότελα τον ήλιο από τη γη.

Ολοκληρώνουμε την περιήγησή μας στον Αθανάσιο Διάκο με μια βόλτα στην κάτω γειτονιά. Στην παλιά πέτρα ενός αυλόγυρου εντοπίζουμε χαραγμένη την χρονολογία 1861. Λίγο πιο κάτω, παρατημένο σ’ ένα στρατόπεδο για χρόνια, σκουριάζει ένα όχημο ιστορικό. Είναι ένα από τα πρώτα φορτο-επιβατικά οχήματα που δρομολογήθηκαν από το 1950 στην λεγόμενη «άγονη γραμμή» και συνέδεαν τη Λαμία με τα χωριά της περιοχής. Το συγκεκριμένο ήταν δρομολογημένο στον χωματόδρομο Λαμία-Στρώμη-Μουσουνίτσα και είχε για οδηγό του τον πατέρα του Βαγγέλη, τον Ταξιάρχη Πετσωτά.

Από τον Δήμο Καλλιέων μας έχει απομείνει η Κάτω Μουσουνίτσα. Την συναντάμε μερικά χιλιόμετρα μετά τον Αθ. Διάκο. Είναι αμφιθεατρικό χωριό, χτισμένο στις ανατολικές υπώρειες των Βαρδουσίων, ανάμεσα σε έλατα, οπωροφόρα δέντρα και περιβόλια. Από την πλατεία αγναντεύουμε χαμηλά την κατάφυτη κοιλάδα του Μόρνου και απέναντι ένα τμήμα της Γκιώνας. Τα σπίτια του χωριού, χωρίς ιδιαίτερη αρχιτεκτονική ταυτότητα, είναι χτισμένα σε υψόμετρο από 850-920 μέτρα. Στην πλατεία υπάρχει ταβέρνα με 8 ενοικιαζόμενα δωμάτια (τηλ. 2265063338).

Για μερικά λεπτά κατηφορίζουμε με στροφές στην κοιλάδα του Μόρνου, πνιγμένη σε πυκνή βλάστηση. Μετά τα τόσα ρυάκια, ρέματα και παραπόταμους που συναντάει στο διάβα του το ποτάμι, έχει αποκτήσει πλούσια ροή. Τα πεντακάθαρα νερά του από τις πηγές και τα χιόνια των πανύψηλων βουνών είναι ένας από τους κύριους τροφοδότες της ομώνυμης τεχνητής λίμνης που υδρεύει με τα νερά της την ακόρεστη Αθήνα.

Λίγη ώρα αργότερα μια ασυνήθιστη εικόνα μας περιμένει στο Πανδοχείο. Δυο ηλικιωμένοι άντρες είναι καθισμένοι σ’ ένα τραπεζάκι και συζητούν. Ο ένας είναι ο πατέρας του Βαγγέλη, ο Ταξιάρχης Πετσωτάς, γεννημένος στη Στρώμη, 92 ετών. Ο άλλος είναι ο Μήτσος Μώκος, γεννημένος στο Μαυρολιθάρι, επίσης 92 ετών. Εκτός από την πολύχρονη φιλία τους συνδέει και η ενασχόληση με το ίδιο αντικείμενο εργασίας. Ήταν από τους πρώτους οδηγούς της άγονης γραμμής. Μουσουνίτσα-Λαμία ο ένας, Μαυρολιθάρι-Λαμία ο άλλος. Ομιλητικοί και ζωηρότατοι, άνθρωποι γλυκύτατοι, ξετυλίγουν τις αναμνήσεις από προσωπικές τους περιπέτειες αλλά και από τα μεγάλα εθνικά και παγκόσμια γεγονότα, που σφράγισαν ανεξίτηλα τα τελευταία 70 χρόνια τις τύχες της ανθρωπότητας. Τους ακούμε γοητευμένοι, στις αφηγήσεις τους συνοψίζουν όλη την νεώτερη ιστορία της Ελλάδας.

– Βλέπεις πίσω από τον τηλεφωνικό θάλαμο εκείνο το σπιτάκι; με ρωτάει ξαφνικά ο μπαρμπα-Μήτσος. Ξέρεις τι έγινε εκεί;

Τον κοιτάζω ερωτηματικά.

Σ’ αυτό το σπιτάκι, τον Νοέμβρη του 1942, συναντήθηκαν ο Ναπολέων Ζέρβας και ο Άρης Βελουχιώτης. Εκεί συζήτησαν για την επιχείρηση της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Το σπιτάκι ήταν του Κώστα Λουκόπουλου, που ήταν τότε Πρόεδρος του χωριού. Μετά την πρώτη αυτή συνάντηση ξαναβρέθηκαν στο Σχολείο, που είναι τώρα Δημαρχείο και κατέστρωσαν τα επιτελικά σχέδια της όλης επιχείρησης.

– Έτυχε να δείτε τις δυο προτομές στο Μνημείο Πεσόντων; ρωτάει ο Ταξιάρχης. Η μια ανήκει στον οπλαρχηγό του 21 Δήμο Θεοχάρη. Και η άλλη στον υπολοχαγό Χαράλαμπο Μώκο-Καλλία. Ήταν ο αδερφός του Μήτσου. Σκοτώθηκε σε ενέδρα στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής από τους Γερμανούς.

 

ΣΤΑ ΥΨΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΓΚΙΩΝΑΣ

 

Πιστεύαμε, ότι το πρωί θ’ αντικρύζαμε καθάρια την κορυφή της Γκιώνας. Ο Νοτιάς βέβαια διέψευσε τις ελπίδες μας, κάλυψε τα πάντα με καταχνιά. Και μάλιστα πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορα. Η απόφαση ωστόσο είχε ληφθεί. Όπως κι αν ήταν η ατμόσφαιρα, θα επιχειρούσαμε να φτάσουμε ως τον γυμνό αυχένα, που αγναντεύει απέναντί του την Πυραμίδα.

Διασχίζουμε τον ανηφορικό δρόμο της Στρώμης με κατεύθυνση προς νότο. Μετά τα τελευταία σπίτια του χωριού αρχίζει ελατόδασος. Το οδόστρωμα είναι καλό, ακόμη και για συμβατικά αυτοκίνητα. Εξίσου καλή είναι και η εικόνα των δέντρων. Εκτός από λίγες εξαιρέσεις, τα υπόλοιπα δείχνουν πιο υγιή από τα αντίστοιχα στα Βαρδούσια και στην Οίτη.

Στα 5.5 περίπου χλμ. από την πλατεία του χωριού συναντάμε μια διακλάδωση του δρόμου που φεύγει αριστερά.

– Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή, λέει ο Βαγγέλης, που οδηγεί στον Πανουργιά, στην Καλοσκοπή αλλά και σ’ ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και συναρπαστικό δίκτυο δασικών διαδρομών, που εισχωρούν στα τρίσβαθα της Γκιώνας. Απαιτούνται βέβαια καλές καιρικές συνθήκες, στεγνό οδόστρωμα, πολύς χρόνος και άφθονη βενζίνη. Αυτοί οι δαιδαλώδεις δασικοί δρόμοι, καθώς και οι πάμπολλες ορειβατικές διαδρομές στα σηματοδοτημένα μονοπάτια του βουνού, αποκαλύπτουν όλο το εντυπωσιακό πανόραμα και τις αθέατες ιδιαιτερότητες της Γκιώνας.

Καθώς συνεχίζουμε δεξιά ο δασικός δρόμος στενεύει ελαφρά, εξακολουθεί ωστόσο να είναι βατός. Στα 6.6 χλμ. και σε υψόμετρο 1400 μέτρων, σταματάμε. Από τη στροφή του δρόμου αρχίζει ένα φαρδύ, στρωμένο με πλάκες μονοπάτι. 100 μέτρα μετά, στη  βάση ενός βραχώδους και απότομου πρανούς. Αποκαλύπτεται ένα άνοιγμα που εισχωρεί στο βράχο και σχηματίζει μια σπηλιά. Είναι η περίφημη σπηλιά που πρόσφερε καταφύγιο σε 12 Βρετανούς και Έλληνες αλεξιπτωτιστές που έφτασαν εδώ το φθινόπωρο του 1942 να συνεργαστούν με τον Βελουχιώτη και τον Ζέρβα. Αυτή η συνεργασία είχε ως αποτέλεσμα την ανατίναξη της σιδηροδρομικής γέφυρας του Γοργοπόταμου την νύχτα της 25ης/26ης Νοεμβρίου 1942.

Ο τόπος είναι άγριος, κακοτράχαλος και αθέατος, προφυλαγμένος από παντού. Κοντά στη σπηλιά ορθώνονται μερικά αιωνόβια έλατα, που οι κορμοί τους έχουν πληγεί αθεράπευτα από την ασθένεια και έχουν πια ξεραθεί.

Συνεχίζουμε τον δασικό δρόμο, που αποκτάει έντονες κλίσεις με αλλεπάλληλες κλειστές στροφές. Πολλές μικρές σάρες σχηματίζονται στα πρανή. Οι κατολισθήσεις είναι συχνές. Κάθε λίγο κατεβαίνουμε από το αυτοκίνητο και απομακρύνουμε τις πέτρες. Ψηλότερα, στο φόντο του ουρανού, καταλήγουν οι μυτερές κορυφές κάθετων γκρεμών. Είν’ ένας αληθινός αγριότοπος, ιδανικός για κατοικία αγριοκάτσικου. Που δεν αργεί να εμφανιστεί σε μια απότομη πλαγιά. Το χρώμα του είναι καφετί. Μόλις που προλαβαίνω να το δω. Με τρεις δρασκελιές χάνεται στους ιλιγγιώδεις βράχους της πλαγιάς.

Στα 9 χλμ. και σε υψόμετρο 1600 μέτρων βρίσκουμε πλάι στο δρόμο τσιμεντένια ποτίστρα με παγωμένο, εξαιρετικής ποιότητας νερό. Ένα χιλιόμετρο μετά φτάνουμε στο «Ίσιωμα», του αυχένα που αγναντεύουμε τόσες μέρες. Εδώ, για πρώτη φορά στη διαδρομή, αντικρύζουμε απέναντί μας την Πυραμίδα.

Λιβαδοτόπι γλυκύτατο, με επιφάνειες καμπύλες, απαλές. Καλυμμένο όπως είναι με κοντό χορτάρι, μοιάζει σαν ξυρισμένο. Οι εδαφικές εξάρσεις απουσιάζουν εντελώς, είν’ ένας τόπος ήπιος, ειδυλλιακός, απομονωμένος μέσα στην αγριότητα χαραδρών, γκρεμών και ορθοπλαγιών. Αυτό το φοβερό ανάγλυφο της Γκιώνας αντικρύζουμε καθώς φτάνουμε στην άκρη του αυχένα. Είναι το διάσημο Λαγόρεμα, η ορειβατική διαδρομή μέσα στα έλατα, που καταλήγει στη Συκιά. Τόπος εκπληκτικός, άγριος και αθέατος, που ώθησε τους αρχαίους να χαρακτηρίσουν «Ασέληνο όρος» την Γκιώνα.

Στρέφουμε δυτικά. Πολύ κοντά μας ορθώνεται η βραχώδης κορυφή του Πύργου, στα 2.063 μέτρα. Λίγο χαμηλότερα φωλιάζουν τα τελευταία μικροέλατα, που μας αφήνουν έκπληκτους με την ανθεκτικότητά τους στις φοβερές συνθήκες αυτών των υψομέτρων. Απέναντί μας στα νότια ορθώνεται η Πυραμίδα, που με υψόμετρο 2.507 μέτρα είναι η πέμπτη ψηλότερη της χώρας μετά των Όλυμπο, τον Σμόλικα, το Καϊμάκτσαλαν και τον Γράμμο. Λίγες κηλίδες χιονιού έχουν απομείνει στις κοιλότητες των βράχων. Παρ’ όλη την θολή ατμόσφαιρα που την περιβάλλει, η κορυφή της Γκιώνας παραμένει εντυπωσιακή.

Ένας σφοδρότατος άνεμος μας αναγκάζει να εγκαταλείψουμε το παρατηρητήριό μας στο χείλος του γκρεμού. Βρισκόμαστε 10.1 χλμ. από την πλατεία της Στρώμης, σε υψόμετρο 1750 μέτρων. Επιστρέφουμε στο εσωτερικό του αυχένα. Εδώ, μακρυά απ’ το νοτιά, ηρεμούμε στο ποιμενικό καλυβάκι του Μήτσου από τη Στρώμη. Ξύλινο, λιτότατο, με δυο κρεβάτια κι ένα μπρίκι για καφέ. Ξυλόσομπα ή τζάκι απουσιάζουν.

– Δεν τα χρειάζεται ο Μήτσος, λέει ο Βαγγέλης. Αυτή είναι η θερινή του κατοικία.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Αφήνουμε πίσω μας τη γυμνή ομορφιά της Γκιώνας, ξαναμπαίνουμε στα έλατα. Οδηγούμε αργά, με παράθυρα ανοιχτά, εισδύουν οι ευωδιές της άνοιξης, ο δροσερός αέρας του βουνού. Ακούγεται ξαφνικά ένας ήχος παράξενος, οξύς. Κάτι σαν σφύριγμα. Ταυτόχρονα σχεδόν, βλέπουμε όλοι απέναντί μας, 50 μόλις μέτρα μακρυά, την λυγερή, πανέμορφη σιλουέτα ενός αγριόγιδου. Δικό του ήταν το σφύριγμα. Μας είδε πριν το εντοπίσουμε εμείς και προειδοποίησε τα υπόλοιπα για την ανεπιθύμητη παρουσία μας.

Μας επιτρέπει να το θαυμάσουμε για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα, με αρχοντικό βήμα, εξαφανίζεται πίσω από τα έλατα.

 

 

back-button
next-button
oreini-fwkida oreini-fwkida_1 oreini-fwkida_2 oreini-fwkida_3 oreini-fwkida_4 oreini-fwkida_5 oreini-fwkida_6 oreini-fwkida_7 oreini-fwkida_8 oreini-fwkida_9 oreini-fwkida_10 oreini-fwkida_11 oreini-fwkida_12 oreini-fwkida_13 oreini-fwkida_14 oreini-fwkida_15 oreini-fwkida_16 oreini-fwkida_17
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories