home Άρθρα Οινούσσες Χίου: Ναυτοσύνη και Αρχοντιά
Οινούσσες Χίου: Ναυτοσύνη και Αρχοντιά

Πάνε σχεδόν 10 χρόνια που πρωτογνωρίσαμε τη Χίο. Τότε για πρώτη φορά αντικρύσαμε και τα νησάκια των Οινουσσών. Από το παρατηρητήριό μας, στην ανατολική ακτή των Καρδαμύλων, διακρίναμε με γυμνό μάτι τις λεπτομέρειες της ακτογραμμής, τους χαμηλούς λόφους της ενδοχώρας, τα κατάλευκα σπίτια του πυκνοχτισμένου οικισμού. Ο δίαυλος που χωρίζει τα δύο νησιά, στο στενότερο σημείο του μετά βίας ξεπερνάει το ένα μίλι. Η απόσταση μοιάζει τόσο φιλική, θα μπορούσε να είναι πρόκληση διάπλου για κάθε τολμηρό κολυμβητή. Αν βέβαια δεν υπήρχε το βόρειο ρεύμα, που τόσο συχνά κατεβαίνει ορμητικό και αφρισμένο απ’ το στενό των Οινουσσών. Έτσι κι αλλιώς, ασφαλέστερη είναι η προσέγγιση με το τοπικό πλοίο της γραμμής.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Οινούσσες Χίου: Ναυτοσύνη και Αρχοντιά
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Οινούσσες

Πάνε σχεδόν 10 χρόνια που πρωτογνωρίσαμε τη Χίο. Τότε για πρώτη φορά αντικρύσαμε και τα νησάκια των Οινουσσών. Από το παρατηρητήριό μας, στην ανατολική ακτή των Καρδαμύλων, διακρίναμε με γυμνό μάτι τις λεπτομέρειες της ακτογραμμής, τους χαμηλούς λόφους της ενδοχώρας, τα κατάλευκα σπίτια του πυκνοχτισμένου οικισμού. Ο δίαυλος που χωρίζει τα δύο νησιά, στο στενώτερο σημείο του μετά βίας ξεπερνάει το ένα μίλι. Η απόσταση μοιάζει τόσο φιλική, θα μπορούσε να είναι πρόκληση διάπλου για κάθε τολμηρό κολυμβητή. Αν βέβαια δεν υπήρχε το βόρειο ρεύμα, που τόσο συχνά κατεβαίνει ορμητικό και αφρισμένο απ’ το στενό των Οινουσσών. Έτσι κι αλλιώς, ασφαλέστερη είναι η προσέγγιση με το τοπικό πλοίο της γραμμής.

 

ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΙΝΟΥΣΣΕΣ

Καλοκαιριάτικη ώρα μεσημεριού και στο λιμάνι της Χίου επικρατεί συνωστισμός. Περισσότερο ακόμη συνωστισμένο είναι το λιλιπούτειο οχηματαγωγό ΟΙΝΟΥΣΣΑΙ ΙΙΙ. Στον περιορισμένο χώρο του προσπαθούν να χωρέσουν τα αυτοκίνητα των επιβατών, ένα μικρό βυτιοφόρο κι ένα -μικρό επίσης- φορτηγό. Οι γνωστές θηριώδεις νταλίκες δεν έχουν θέση στο ΟΙΝΟΥΣΣΑΙ ΙΙΙ, περισσεύουν.

Η ώρα της αναχώρησης πλησιάζει. Στο κατάστρωμα επικρατεί πανδαιμόνιο, μια αναρχία γραφική. Τον μεγαλύτερο αγώνα δίνουν οι παρκαδόροι του πλοίου, αυτοί οι απίθανοι τύποι με την μοναδική αίσθηση χώρου που διαθέτουν. Τους παρακολουθώ καθώς αγωνίζονται να πείσουν κάποιους τρομοκρατημένους οδηγούς, ότι υπάρχουν ακόμη λίγα εκατοστά προς τα πλάγια ή προς τα πίσω, ότι δεν κινδυνεύουν να χτυπήσουν το αμαξάκι τους αν ακολουθήσουν τις οδηγίες. Στο τέλος, με τρόπο μαγικό, «όλοι οι καλοί χωρούν». Στις 14:10’ λοιπόν, με δεκάλεπτη μόνον καθυστέρηση, αποπλέουμε για Οινούσσες.

Γραίγος ολοζώντανος παραμονεύει έξω από την νηνεμία του λιμανιού. Καθώς ξανοιγόμαστε μας χτυπάει κατάπλωρα σχεδόν, με ένταση που ξεπερνάει τα 6 μποφόρ. Αρχίζει το ταρακούνημα, που στο μικρό σκάφος είναι ιδιαίτερα αισθητό. Ανηφορίζοντας προς τον δίαυλο τα κύματα αγριεύουν, είναι πια αφρισμένος χείμαρρος, που απ’ τα βάθη του βορείου Αιγαίου κατρακυλάει ολόϊσια κατά πάνω μας. Κανένας κολυμβητής, όσο κι αν ήταν δεινός και τολμηρός, δεν θα μπορούσε να τα βάλει με το θαλασσινό τούτο θεριό.

Μια ώρα μετά την αναχώρησή μας βρισκόμαστε μπροστά σε τρία μικρονήσια, έξω ακριβώς από το λιμάνι των Οινουσσών. Είναι τα νησάκια Αγ. Παντελεήμονας ή Λαιμούδικο, Παπαποντικούδικο ή Μπελάλη και Πατερόνησο ή Χαλικάς. Έτσι όπως είναι αραδιασμένα στη σειρά, μοιάζουν με φρουρούς που εγκατέστησε η φύση, για ν’ αναχαιτίζουν τα κύματα και τις πνοές των ανέμων απ’ το νότο και τη δύση.

Καβαντζάροντας τον κάβο του Αγ. Παντελεήμονα τα πάντα ηρεμούν. Απομένουν στο πέλαγος οι ράχες των κυμάτων, έτσι όπως καλπάζουν ασταμάτητα προς τη Χίο. Καθώς βάζουμε ρότα για το αραξοβόλι μας, μας καλωσορίζει μια γυναικεία μορφή εμβληματική, βγαλμένη μέσα από τους θρύλους των Ελληνικών θαλασσών. Είναι η Γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου και, στην προκειμένη περίπτωση, η «Γοργόνα της Αιγνούσας», το θαυμάσιο μπρούντζινο γλυπτό της Αιγνουσιώτισσας γλύπτριας, ζωγράφου και συγγραφέως Μαίρης Παπακωνσταντίνου-Ποντικού. Στερεωμένη στον θαλασσοδαρμένο βράχο της η γοργόνα μας υπενθυμίζει ότι φτάνουμε σε τόπο ναυτικό. Δεν είναι τυχαίο, ότι «η εκπλήσσουσα δραστηριότητα των κατοίκων των Οινουσσών τις κατέστησαν -όπως ευστόχως αποκλήθηκαν- το ναυτικότερο νησί της Ελλάδας και, κατά πάσα πιθανότητα, και του κόσμου».(1)

 

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Από πότε όμως κατοικούνται οι Οινούσσες; Σύμφωνα με τον ιστορικό Γεώργιο Ζολώτα (2), «Οινούσσαι είναι το παλαιότατον των νήσων τούτων όνομα, Οινουσσαίος δε ή Οινούσσιος ο κάτοικος. Και το παλαιότατον όνομα Οινούσσαι προδίδει την πλουσίαν και εξαίρετον οινοπαραγωγήν».

Ο Ζολώτας μας πληροφορεί επίσης, ότι «κατά την αρχαιότητα οι Φωκαείς, θέλοντες να μεταναστεύσωσιν, εζήτησαν παρά την Χίων ν’ αγοράσωσι τας Οινούσσας, ας οι Χίοι δεν επέτρεψαν εις τους Φωκαείς. Η επιμονή των Χίων να κρατήσωσι τας Οινούσσας φανερώνει την σημασίαν ην είχον δια την θέσιν των εν τω στενώ. Εκ τούτων καταφαίνεται, ότι και κατωκημέναι ήσαν έκπαλαι αι ειρημέναι νησίδες και λιμένα είχον εύορμον… Ως δε φαίνεται εκ του Θουκυδίδου, ήσαν και οχυρωμέναι υπο των Αθηναίων αι Οινούσσαι, οπόταν κατείχετο υπό των ιδίων και η Χίος».

Κατά τον ιστορικό Νίκο Ανδριώτη (3), στους επόμενους αιώνες οι Οινούσες πρέπει να ακολούθησαν την τύχη της γειτονικής Χίου. Σε επίσημο έγγραφο του 1315 αναφέρεται ο Μαρτίνος Zaccaria ως δεσπότης και κυρίαρχος των Οινουσσών, ενώ σε άλλο έγγραφο του 1363 η Οινούσσα είναι στην κατοχή της γενουατικής Μαόνας. Το 1521 το νησί αναφέρεται από τον Τούρκο πλοίαρχο Piri Reis, ενώ το 1566 καταλαμβάνεται μαζί με την Χίο από τον Τούρκο ναύαρχο Πιαλή πασά.

Αποφασιστική για την εξέλιξη των Οινουσσών είναι η υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, που δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας και σχετικής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα παραχωρείται στους Έλληνες το δικαίωμα να αναρτούν στα πλοία τους τη Ρωσική σημαία. Το εμπόριο και η ναυτιλία μπαίνουν σε τροχιά ανάπτυξης, η εγκατάσταση στις Οινούσσες γίνεται μονιμότερη, είτε για απασχόληση με την γεωργία και την κτηνοτροφία είτε για δραστηριοποίηση στη θάλασσα. Σ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα οι πρώτοι κάτοικοι έρχονται από τα απέναντι χωριά της Χίου και ειδικά από τα Καρδάμυλα. Για την εγκατάστασή τους επιλέγουν την περιοχή «Κάστρο», δυτικά του σημερινού οικισμού. Χτίζονται οι πρώτες εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και Αγίου Νικολάου. Από τις αρχές του 19ου αιώνα τα σπίτια επεκτείνονται ανατολικότερα, στο Μανδράκι, που μέχρι τότε χρησίμευε απλώς ως λιμάνι για την επικοινωνία με την Χίο. Στα μέσα του αιώνα χτίστηκε στο Μανδράκι ο ναός του Αγ. Νικολάου, στο χώρο όπου βρίσκεται και σήμερα. Σε έγγραφο του 1838 γίνεται η πρώτη μνεία για κοινοτική οργάνωση, ενώ ο πληθυσμός της εποχής υπολογίζεται σε 250 κατοίκους.

 

Η ΝΑΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Μετά την «Γοργόνα της Αιγνούσας» ένα άλλο γλυπτό της Μαίρης Παπακωνσταντίνου έρχεται να υπενθυμίσει τον ναυτικό χαρακτήρα του νησιού. Είναι η «Οινουσσία Μητέρα», που από τον μώλο χαιρετίζει στο πέλαγος τους ναύτες. Λίγο πιο πέρα συναντάμε την κεντρική Πλατεία Ναυτοσύνης. Εδώ δεσπόζει το «Μνημείο του Αφανούς Ναύτη». Είναι το πρώτο ανάλογο μνημείο που ανεγέρθηκε στην Ελλάδα για να τιμήσει τους ναυτικούς που χάθηκαν στα πελάγη, όχι μόνον κατά τους πολέμους αλλά και σε περιόδους ειρήνης. Το γλυπτό φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Λ. Λαμέρα και στήθηκε το 1952 με δαπάνη του Σπύρου Αντωνίου Λαιμού.(4)

Η ναυτική παράδοση του νησιού βρίσκει φιλόξενη στέγη λίγο πιο κάτω, στο θαυμάσιο ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ, για το οποίο θα γίνει ειδική αναφορά. Ας παρακολουθήσουμε όμως τα διαδοχικά στάδια που είχε η ναυτιλία στο νησί. Είναι μια εξέλιξη συναρπαστική, που πολύ συχνά θυμίζει παραμύθι.

Η πρώτη αναφορά για μόνιμη κατοίκηση του νησιού είναι το 1713. Τότε, βοσκοί και γεωργοί Καρδαμυλίτες εγκαταστάθηκαν στο «Κάστρο», στο πλησιέστερο σημείο προς την βόρεια Χίο.(5) Με τις μικρές τους βάρκες όμως δεν εξυπηρετείτο η μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων προς την αντικρινή ακτή των Βρουλιδιών. Υποχρεώνονται λοιπόν να αναπτύξουν μεγαλύτερα μέσα μεταφοράς. Αυτή είναι η πρώτη εμπορική δραστηριότητα των Αιγνουσιωτών. Το Μανδράκι αρχίζει να χρησιμεύει ως λιμάνι και αργότερα αποτελεί  επίκεντρο της εγκατάστασης. Η πρώτη αυτή περίοδος λήγει με την καταστροφή της Χίου το 1822. Τότε οι Αιγνουσιώτες καταφεύγουν στις Κυκλάδες και σε άλλους τόπους της Ελλάδας.

Επιστρέφουν με την αμνηστία του 1827, ανασκουμπώνονται και αρχίζουν πλέον να ασχολούνται επαγγελματικά με το εμπόριο και τις μεταφορές. Με τα μικρά τους σκάφη «Λατίνια», «Τσερνίκια» και «Μπουμπάρδες» μεταφέρουν ξύλα και κάρβουνα από Άγιο Όρος, Θάσο και Σαμοθράκη, με προορισμούς τα λιμάνια της Μ. Ασίας από το Αϊβαλί μέχρι το Κουσάντασι. Ο πληθυσμός λοιπόν στρέφεται «από τα πρόβατα στα πλοία», «from sheeps to ships», όπως χαρακτηριστικά έγραψε ένας Άγγλος ρεπόρτερ. Το χειμώνα, βέβαια, με τους κακούς καιρούς, επέστρεφαν στις ασχολίες της γεωργίας.

Το 1849 οι Αιγνουσιώτες ναυπηγούν για πρώτη φορά πλοία δικά τους στο Πλωμάρι μιας και δεν υπήρχαν διαθέσιμα προς πώληση. Μέσα στην επόμενη 20ετία τα πάντα αλλάζουν στις Οινούσσες. Η μικρή κοινωνία των κτηνοτρόφων και γεωργών μεταμορφώνεται σε μια δυναμική ναυτική οικογένεια που διευρύνεται συνεχώς. 20 περίπου οικογένειες καραβοκύρηδων κατέχουν ήδη το 15% της χιώτικης ναυτιλίας, με στόλο συνολικού εκτοπίσματος 2.000 τόνων.

Αυτή η ναυτική δραστηριότητα των Οινουσσών αποκτάει ξαφνικά έναν απρόσμενο σύμμαχο, που αποδεικνύεται πηγή μεγάλης κερδοσκοπίας. Είναι ο Κριμαϊκός Πόλεμος των ετών 1853-56. Τότε οι Αιγνουσιώτες καραβοκύρηδες αποκομίζουν τεράστια κέρδη εκτελώντας μεταφορές του Τουρκικού στρατού από τη Σμύρνη στα Δαρδανέλια. Αναφερόμενος στην εποχή εκείνη ο Ανδρέας Συγγρός έγραφε, μεταξύ άλλων: «Κατά τον Κριμαϊκόν πόλεμον εκέρδιζέν τις όσα επρόφθανεν, αρκεί να είχε ποιαν τινα ενεργητικότητα και νοημοσύνην».

Τα κέρδη εκείνης της περιόδου αποτέλεσαν τα πρώτα κεφάλαια για την απόκτηση μεγαλύτερων σκαφών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 χτίζονται τα πρώτα μεγάλα σκαριά στη Σύρο, Χίο και Ικαρία, με μέση χωρητικότητα 120 τόνους. Τα ταξίδια πλέον επεκτείνονται από την Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Αίγυπτο. Το όνομα του Αιγνουσιώτη πλοιοκτήτη, ναυτίλου, ναυτικού, καθιερώνεται στα ναυτιλιακά κέντρα. Οι έμποροι και ναυτιλιακοί οίκοι της εποχής γνωρίζουν τον Αιγνουσιώτη, τον συγκαταλέγουν στους κύκλους τους, τον περιβάλλουν μ’ εμπιστοσύνη.

Γύρω στα τέλη του 1870 μεγαλύτερα σκάφη, «σκούνες» και «μπάρκα», χτίζονται από τους Ιταλούς της Αδριατικής. Ταξιδεύουν σ’ όλη τη Μεσόγειο, μερικές φορές και έξω από το Γιβραλτάρ, όπως ο Γιάννης Στ. Φράγκος, που ταξίδεψε στη Sierra Leone, της δυτικής αφρικανικής ακτής. Το 1890 ο Κ. Ι. Χατζηπατέρας ανέφερε, ότι «η Αιγνούσα ήτο η μεγαλυτέρα μαρίνα των μερών μας. Είχομεν αγοράσει σχεδόν όλα τα ιστιοφόρα της Ελλάδος και όλοι οι κάτοικοι εζούσαν ευτυχισμένοι. Ήσαν άνθρωποι εργατικοί, είχον το πλεονέκτημα της αλληλοβοηθείας, ήσαν οικονόμοι και ως επί το πλείστον ηθικοί».

Ήδη όμως από το 1900 αρχίζει η παρακμή της ιστιοφόρου και η ανάπτυξη της ατμήλατης ναυτιλίας. Τα χαλύβδινα ατμοκίνητα σκάφη εκτοπίζουν όλο και περισσότερο τα ξύλινα με πανιά. Γράφει ο Α. Λαιμός στο «Χρονικό των Οινουσσών»: «Το 1900 με την αγορά του πρώτου βαποριού αρχίζει η νεκρόσιμος ακολουθία της ιστιοφόρου Αιγνουσιώτικης ναυτιλίας και ψάλλονται τα εισόδια της βαπορίσιας».

Ο Α’. Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει την Αιγνούσα με στόλο 10 βαποριών χωρητικότητας 3.500-4.500 τόνων. Οι αντίξοες όμως συνθήκες του πολέμου αναγκάζουν τους πλοιοκτήτες να τα πουλήσουν ακόμα και με ζημιά.

Το 1923 νέα περίοδος αρχίζει με την εξόρμηση στην αγορά του Λονδίνου. Οι Αιγνουσιώτες αγοράζουν μεταχειρισμένα πλοία και τα μεταμορφώνουν σε καινούργια. Ο Α. Λαιμός αναφέρει τα παρακάτω πολύ σημαντικά: «Οι όροι εργασίας στα Αιγνουσιώτικα βαπόρια κατά την περίοδον αυτήν ερυθμίζοντο από έναν άγραφον κανονισμόν αμοιβαίας φιλοτιμίας πλοιάρχων, συνιδιοκτητών και πληρωμάτων. Κατά την περίοδον της ιστορικής ναυτιλιακής κρίσεως 1927-1933 με μισθούς πείνης αντεπεξήλθον νικηφόρως και εκράτησαν τα καράβια εις τα χέρια των, ώστε να πέσουν σε καλύτερες εποχές».(6)

Κατά τον Β’. Παγκόσμιο Πόλεμο η Αιγνουσιώτικη ναυτιλία έχει μεγάλο αριθμό πλοίων, παλιών μεν, αλλά με μέση χωρητικότητα 8.000 τόνων. Η πλειονότητα αυτών των πλοίων χάνεται κυρίως στον Ατλαντικό, συμμετέχοντας σε συμμαχικές νηοπομπές. Έτσι η αποκατάσταση της παγκόσμιας ειρήνης βρίσκει με ελάχιστα πλοία το νησί. Τότε όμως η Ελληνική κυβέρνηση και οι Έλληνες εφοπλιστές, από κοινού, καταφέρνουν να εξασφαλίσουν από την Αμερική, με πολύ ευνοϊκούς όρους, 100 πλοία τύπου «Liberty», σε αναπλήρωση όσων χάθηκαν στον πόλεμο. Στους Αιγνουσιώτες παραδίδονται 14 πλοία πολλοί όμως, αν και είχαν χάσει βαπόρι στον πόλεμο, παραμερίστηκαν στη διανομή.

Τα μεταπολεμικά χρόνια είναι πολύ κερδοφόρα για την ναυτιλία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο Αιγνουσιώτικος στόλος φτάνει τα 150 πλοία, αριθμός που, σε σύγκριση με τον πληθυσμό και το μέγεθος του νησιού, κατατάσσουν τις Οινούσσες στην κορυφή της παγκόσμιας ναυτιλίας. Σήμερα ο αριθμός των πλοίων έχει μειωθεί σημαντικά κι αυτό δεν οφείλεται τόσο στην αδράνεια των διαδόχων των εφοπλιστών της προηγούμενης γενιάς, όσο στη στροφή τους σε άλλους πόλους πλουτισμού.

 

ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σε περίοπτη θέση, απέναντι από την Πλατεία Ναυτοσύνης βρίσκεται το Ναυτικό Μουσείο Οινουσσών. Εδώ έχουμε την τύχη να γνωρίσουμε μια εξέχουσα φυσιογνωμία του νησιού. Είναι ο Φιλόλογος Καθηγητής Παναγιώτης Κουνής, Διευθυντής του Μουσείου και επί τρεις δεκαετίες Γυμνασιάρχης. Η περιδιάβαση μαζί του στις αίθουσες και στα εκθέματα του μουσείου είναι παράλληλα μια συναρπαστική προσέγγιση στην ναυτική παράδοση και ιστορία των Οινουσσών.

Το Μουσείο είναι δωρεά και στεγάζεται στο μέγαρο του Παντελή Αντ. Λαιμού. Η δημιουργία του όμως υπήρξε έμπνευση του Αντώνη Σπ. Λαιμού, που προτίμησε ν’ αφήσει την άνετη ζωή του Λονδίνου για να επιστρέψει και να προσφέρει από τη θέση του Δημάρχου τις υπηρεσίες του στο νησί. Ωστόσο, ο πρόωρος θάνατός του οδήγησε τον αδελφό του Νικόλα να αναλάβει την πραγματοποίηση του ονείρου ζωής του, δηλαδή την δημιουργία του Μουσείου.

Η κύρια αίθουσα φιλοξενεί την μοναδική συλλογή ζωγραφικών πινάκων του Αριστείδη Γλύκα, με απεικονίσεις καραβιών Οινουσσαίων καραβοκύρηδων. Πουθενά αλλού δεν υπάρχουν συγκεντρωμένα τόσα έργα του συγκεκριμένου λαϊκού πλοιογράφου, που σήμερα θεωρείται εφάμιλλος του Θεόφιλου της Λέσβου.

Ο Γλύκας γεννήθηκε στον Βροντάδο της Χίου, τόπο ναυτικό. Ήταν επόμενο λοιπόν να μπαρκάρει στα καράβια, να διδαχθεί τα μυστικά της θάλασσας, τις φόρμες και τα σχήματα των εξαρτημάτων του καραβιού. Το 1916 ξεμπάρκαρε κι άρχισε να ζωγραφίζει μόνον καράβια. Τα υλικά του ήταν απλά: αμυγδαλόκολλα, ψαρόκολλα, τσίγκος για άσπρο χρώμα, φούμο για μαύρο, λουλάκι για μπλε. Οι 22 πίνακες του Γλύκα που ανήκουν στο Μουσείο, εκτός από την καλλιτεχνική τους αξία αποτελούν και ιστορικά ντοκουμέντα της ναυτικής ιστορίας του νησιού.

Μια άλλη αίθουσα φέρει το όνομα του Αντώνη Λαιμού. Εκεί φιλοξενείται η περίφημη συλλογή του. Αποτελείται από μοντέλα πλοίων, έργα Γάλλων που αιχμαλωτίστηκαν σε ναυμαχίες με το Βρετανικό ναυτικό από το 1793 ως το 1815. Τα υλικά της κατασκευής τους είναι πυξόξυλο, ελεφαντόδοντο, κέρατο, έβενος και φίλντισι. Μερικά μοντέλα είναι πάρα πολύ όμορφα, ενώ άλλα δεν αποτελούν πιστή αναπαράσταση του πλοίου. Πρέπει λοιπόν να θεωρούνται ως έργα τέχνης και όχι σαν ακριβή μοντέλα πλοίων. Η ιστορική τους αξία, άλλωστε, είναι ιδιαίτερα σημαντική.

 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΝΗΣΙ

«Με το έβγα από το λιμάνι της Χίου ο ταξιδιώτης αντικρίζει την Αιγνούσα και τα εννιά μικρονήσια της να αναδύονται με τους χαμηλούς λόφους τους από τα αιγαιοπελαγίτικα νερά και να απλώνονται ανάμεσα σε δυο μπουγάζια, πασκίζοντας ατέρμονα στο διάβα του χρόνου να γεφυρώσουν τη χιώτικη με τη μικρασιατική γη, σαν τις πέτρες τις ριγμένες από οδοιπόρο για πέρασμα σε κοίτη ποταμού». Μ’ αυτό τον γλαφυρό τρόπο περιγράφει ο Γυμνασιάρχης Παναγιώτης Κουνής την πρώτη οπτική εντύπωση με το Πολύνησο των Οινουσσών.(7) Είναι το νησιωτικό σύμπλεγμα που βρίσκεται στο στενό ανάμεσα στην Χίο και την Μικρασιατική Χερσόνησο της Ερυθραίας (Καράμπουρνα). Από γεωλογική άποψη τα νησιά αποτελούν τη φυσική συνέχεια προς τα ανατολικά της οροσειράς του Πελινναίου της Βόρειας Χίου και, σύμφωνα με τον Νίκο Ανδριώτη. «λειτουργούν σαν ένα είδος φυσικής ζεύξης της Χίου με τη χερσόνησο της Ερυθραίας».(8)

Σύμφωνα με τους περισσότερους συγγραφείς, ο αριθμός των νησιών κυμαίνεται από 9 έως 11. Ο νησιολόγος Γεώργιος Γιαγκάκης, ωστόσο, με την ακρίβεια που τον χαρακτηρίζει, καταγράφει 15 συνολικά νησαία εδάφη, που αποτελούν το Πολύνησο των Οινουσσών του Αιγαίου. Σ’ αυτά δεν περιλαμβάνει «τα εγγύς των ακτών μικρότατα βραχώδη νησαία εδάφη και τους υφάλους». Η επιφάνεια των νησιών κυμαίνεται από τα 14.382 στρέμματα (14,38 τετ. χιλ.) του μεγαλύτερου νησιού της Οινούσσας μέχρι το μισό στρέμμα (500 τετ. μέτρα) του μικρότερου νησιού, του Μεσανού. Η αντίστοιχη ακτογραμμή των δυο αυτών νησιών είναι 34.607 μέτρα και 102 μόλις μέτρα. Είναι σημαντικό, ότι το Πολύνησο των Οινουσσών αποτελεί ένα από τα λίγα ελληνικά νησιωτικά συμπλέγματα που διαθέτουν πλήρη ονοματοθεσία. Για λόγους ιστορικούς -και όχι μόνον- κρίνουμε αναγκαία την παράθεση των ονομάτων των 15 νησιών, όπως αποτυπώνονται στον σχετικό πίνακα του Γεωργίου Γιαγκάκη, που προέρχεται από το αρχείο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού και το Αρχείο του συγγραφέως: Πατερόνησο (Χαλικάς), Μπελάλη (Παπαποντικούδικο), Λαιμούδικο (Αγ. Παντελεήμων), Αρχοντόνησο, Γαϊδουρόνησο (Γαββάθι), Βατάκι (Πρόβατο), Βάτος, Παναγία (Πασάς), Ποντικόνησο, Κοτρώνι, Οινούσσα (Αιγνούσα), Πρασονήσια (1) και Πρασονήσια (2), Μεσανό, Ποντικάκι. (9)

Από την πρώτη στιγμή μας εντυπωσιάζει η γραφική αμφιθεατρικότητα, η αρχοντική μεγαλοπρέπεια που αποπνέει στο σύνολό του ο οικισμός της Οινούσσας. Προτιμάμε όμως να μεταθέσουμε για λίγο την ενασχόλησή μας με τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και τη δομή τους οικισμού. Προέχει να διαμορφώσουμε μια άποψη για την γενικότερη εικόνα, την ακτογραμμή και την ενδοχώρα των Οινουσσών.

Ξεκινάμε λοιπόν από τον χώρο της προκυμαίας με κατεύθυνση ΒΔ. Δρόμοι επίπεδοι, στενοί, ωραίες μονοκατοικίες, αρκετές νεοκλασσικές με μεγάλες αυλές. Ανηφορίζουμε για λίγο, θαυμάζουμε την ωραία θέα του οικισμού, των μικρών νησιών και του λιμανιού. Αμέσως μετά χαμηλώνουμε στην ακτή, αποκαλύπτεται ο γλυκύτατος ορμίσκος της Κακόπετρας. Στα πεντακάθαρα νερά προπονούνται με σκαφάκια τύπου OPTIMIST μερικά νεαρά παιδιά. Είναι ίσως οι αυριανοί καπεταναίοι, οι συνεχιστές της ναυτοσύνης των Οινουσσών.

Σειρά στην ακτογραμμή παίρνει ο αμμουδερός όρμος Μπιλάλη με καντίνα, αρμυρίκια και θαυμάσια νερά, ρηχά και φιλικά, ακόμη και για μικρά παιδιά. (Τις επόμενες μέρες θα γίνει η αγαπημένη μας και απαραίτητη στάση δροσιάς και ιδιαίτερα της Αθηνάς). Ακολουθούν διαδοχικοί όμορφοι κολπίσκοι, το Φασόλι, ο Απήγανος και η Φώκια με μικρό αλιευτικό καταφύγιο και εκκλησάκι στην ακτή. Στην θαμνώδη βλάστηση κυριαρχούν οι σχοίνοι, υπάρχουν όμως επίσης συκιές, πεύκα και αρμυρίκια. Στον αντικρινό κοντινό ορίζοντα ορθώνεται κυριαρχικά ο όγκος της Χίου, που μοιάζει πελώριος σε σχέση με τα μεγέθη των Οινουσσών. Ενδιάμεσα εξέχουν με χάρη από τα νερά του Αιγαίου τα δυο Πρασονήσια ή Κυονήσια, δυο λιλιπούτειες νησιδούλες με επιφάνεια 8 στρεμμάτων η μία και 12 η άλλη. Μετά την Φώκια εκτείνεται η ωραία παραλία του Χατζαλή με χαρακτηριστικό της γνώρισμα τους μεγάλους ευκαλύπτους.

Ήδη όμως έχουμε φτάσει στο γυναικείο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, σε απόσταση τεσσάρων μόλις χιλιομέτρων από το λιμάνι των Οινουσσών. Κατά τον Γ. Γιαγκάκη «δεδομένης της γεωγραφικής θέσεως του πολυνήσου εγγύτατα των μικρασιατικών ακτών, η Ι. Μονή αποτελεί ένα από τα ακραία μοναστήρια στο ανατολικό Αιγαίο».

Μας εντυπωσιάζουν οι διαστάσεις και η αρχιτεκτονική των κτιριακών εγκαταστάσεων της μονής, μια λευκή πινελιά στην κατάφυτη πλαγιά πάνω από τον όρμο Τσελεπή, στο ΒΔ άκρο του νησιού. Οι αύλειοι χώροι είναι εξαιρετικά περιποιημένοι και διακοσμημένοι με ποικίλα λουλούδια και φυτά. Κυριαρχούν μπουκαμβίλιες, γιασεμιά και ιβίσκοι διαφόρων χρωματισμών. Το καθολικό είναι χτισμένο από πελεκητή γκρίζα πέτρα με βυζαντινό ρυθμό στον τύπο του σταυρικού εγγεγραμμένου με τρεις κόγχες, στα πρότυπα δηλ. του Αγίου Όρους.(10) Εσωτερικά ο τρούλλος με τα σταυροθόλια και η κόγχη του ιερού έχουν αγιογραφηθεί με βυζαντινές νωπογραφίες από τον αγιογράφο Κων. Γεωργακόπουλο. Τα σχέδια της αγιογράφησης οφείλονται στον λογοτέχνη, ζωγράφο και φίλο της οικογένειας των κτητόρων, Φώτη Κόντογλου (1896-1965). Στο τέμπλο και στα προσκυνητάρια θαυμάζουμε 15 συνολικά φορητές εικόνες του Κόντογλου.

Κτήτορες της μονής υπήρξαν οι γόνοι δυο από τις γνωστότερες εφοπλιστικές οικογένειες της Αιγνούσας, ο Πανάγος Διαμ. Πατέρας, μετέπειτα Γέροντας Ξενοφών και η σύζυγός του Κατίγκω Λαιμού, μετέπειτα Μαρία Μυρτιδιώτισσα Μοναχή, καθηγούμενη της Μονής. Η Ιερά Μονή λειτούργησε από το 1963 και τα εγκαίνια της πραγματοποιήθηκαν την 10η Αυγούστου 1965. Γιορτάζει δυο φορές το χρόνο, την 25η Μαρτίου τον Ευαγγελισμό και την 15η Αυγούστου την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στα  ψηλότερα σημεία των λόφων που περιβάλλουν τη μονή συναντάμε δυο εξωκκλήσια και έναν βυζαντινό Σταυρό ύψους 12 μέτρων, που δεσπόζει στο Αιγαίο αντίκρυ στις ακτές της Μικρασίας, σύμβολο ακατάλυτο της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης.

Ακολουθώντας τον δρόμο με κατεύθυνση Α-ΝΑ διαγράφουμε μια κυκλική πορεία, που πολύ γρήγορα μας οδηγεί στον οικισμό.

 

ΜΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ

Είναι πολύπλοκη η ακτογραμμή στο νότιο και ανατολικό τμήμα του νησιού. Σχηματίζονται αλλεπάλληλοι όρμοι κάποιοι απ’ τους οποίους εισχωρούν βαθειά μέσα στη στεριά. Εξίσου ενδιαφέρουσα, στο άκρο των ανατολικών ακτών, είναι η παρουσία των περισσότερων και μεγαλύτερων αλλά, δυστυχώς, ακατοίκητων νησίδων του πολυνήσου των Οινουσσών. Με αφετηρία λοιπόν και πάλι το λιμάνι ξεκινάμε τούτη τη φορά την περιήγησή μας με κατεύθυνση ανατολική. Ένας πολύ στενός τσιμεντόδρομος μας βγάζει γρήγορα στον κόλπο του Αη-Γιάννη. Μια συστάδα μεγάλων πεύκων εξέχει χαρακτηριστικά πάνω από την πυκνή θαμνώδη βλάστηση. Εδώ, 1.7 χλμ. μετά το λιμάνι, συναντάμε και το μοναδικό βενζινάδικο του νησιού, εξυπηρετικό και πολύτιμο, αφού είναι επιπλέον και βουλκανιζατέρ. Λίγο αργότερα στρίβουμε δεξιά. Πού και πού προβάλλουν ερειπωμένα αγροτόσπιτα.

Περνάμε δίπλα από τον κόλπο του Φουρκερού. Ειν’ ένας μακρόστενος κόλπος που θυμίζει νορβηγικό φιορδ. Τα νερά του είναι πολύ ρηχά, μια πινακίδα ωστόσο απαγορεύει το κολύμπι. Την γραφικότητα του τόπου συμπληρώνει μια συστάδα από ωραίες κουκουναριές. Ο επόμενος κόλπος είναι εξίσου γραφικός. Ρηχά νερά, αμμουδερός πυθμένας και μερικές ξύλινες σκάλες αποτελούν ιδανικό αραξοβόλι για τις ψαρόβαρκες.

Στη συνέχεια ο δρόμος μας οδηγεί γύρω από τον μεγάλο κόλπο Μάρμαρο, με μερικές παραθαλάσσιες κατοικίες και πολλές συκιές. Ωραίος τόπος με κολπίσκους και ρηχά, καθαρά νερά. Απέναντι στα Α-ΝΑ αναδύονται τα περισσότερα νησάκια των Οινουσσών, με μεγαλύτερο την Παναγία ή Πασά. Είναι το δεύτερο, μετά την Οινούσσα, σε έκταση νησί, με επιφάνεια που φτάνει τα 2.448 στρέμματα. Μέχρι τον Β’. Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν πολλά αμπέλια καθώς και κεραμοποιεία, μιας και το χώμα ήταν κατάλληλο γι’ αυτή τη δραστηριότητα. Αξιόλογα κτίσματα είναι ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής του 1865 καθώς και ο πέτρινος φάρος που ανεγέρθηκε από την Γαλλική Εταιρεία Οθωμανικών Φάρων το 1863 και παραλήφθηκε από το Ελληνικό κράτος την 1.4.1915.

Αρχίζει χωματόδρομος καλός, που περνάει πάνω από την παραλία Καμπί. Βρισκόμαστε πια στο ανατολικότερο άκρο της Οινούσσας. Ένας στενός δίαυλος, το «Μπουγάζι», μας χωρίζει απ’ τις ακτές της Παναγίας, ελάχιστες εκατοντάδες μέτρα μακρυά. Εδώ βρίσκεται και η παραλία Αλυκή, τόπος συνάντησης εκατοντάδων γλάρων, που χαλάνε τον κόσμο με τις φωνές τους. Παράξενο τοπίο, ερημικό, με αμμώδεις εκτάσεις και βλάστηση φτωχή. Μ’ έναν δύσκολο παράδρομο ανηφορίζουμε για 300 περίπου μέτρα και βγαίνουμε σ’ ένα πλάτωμα ανεμοδαρμένο, πάνω από το Μπουγάζι και την παραλία της Αλυκής. Παίρνουμε θέση κόντρα στο βοριά. Το σημείο είναι εξαιρετικά θεαματικό με τρεις ορμίσκους, μικρές χερσονήσους και ανατολικότερα ακόμη τις Μικρασιατικές ακτές. Στον αντίποδα, στο βάθος του δυτικού ορίζοντα, δεσπόζει ο ορεινός όγκος του Πελινναίου.

Συνεχίζει ο χωματόδρομος δυτικά, περνάει πάνω από την βόρεια ακτογραμμή. Είναι απόκρημνη και δυσπρόσιτη, με κόλπους που ελάχιστη προστασία παρέχουν απ’ το βοριά. Ωστόσο, ακόμα και σ’ αυτά τα άξενα νερά, σκαμπανεβάζει μια ψαρόβαρκα μ’ έναν τολμηρό ψαρά. Ειν’ η μοναδική ανθρώπινη παρουσία σ’ όλο το μήκος της ακτής.

Φτάνουμε στο ελικοδρόμιο. Η συνολική απόσταση από το λιμάνι δεν έχει ξεπεράσει τα 11 χιλιόμετρα, τόσο λίγα, μα τόσο γεμάτα με εικόνες απρόσμενες, ασύγκριτης ποικιλίας και ωραιότητας.

Ο δρόμος γίνεται τσιμεντόδρομος και πάλι. Κατηφορίζουμε προς τα νότια και σε λίγα λεπτά φτάνουμε από άλλο σημείο εισόδου στον οικισμό.

 

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΑΙΓΝΟΥΣΑΣ

ΜΙΑ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΗ

Μετά τον συνωστισμό της Χίου είναι πολύ ευπρόσδεκτη η ηρεμία στο λιμάνι των Οινουσσών. Προχωρημένος Ιούλιος αλλά δεν έχει καταφθάσει ακόμη ο κύριος όγκος των Αιγνουσιωτών, που επιστρέφουν για τις διακοπές τους στην πατρογονική ή γενέθλια γη.

Για να φτάσουμε στο σπίτι όπου μένουμε, διασχίζουμε προς τα δυτικά την ευρύχωρη προκυμαία κι ύστερα παίρνουμε τις ανηφοριές. Ο δρόμος γίνεται στενός, με πολύ έντονες κλίσεις και κλειστές στροφές. Εδώ δεν συνιστώνται τα μεγάλα αυτοκίνητα. Οι αποστάσεις, βέβαια, είναι μικρές, σε δυο λεπτά φτάνουμε στην πλατεία Διαμαντή Βαλάνταση. Είναι μια λιλιπούτεια πλακόστρωτη πλατειούλα, που αμφιβάλλω αν ξεπερνάει τα 70 τετραγωνικά. Η ίδια έλλειψη χώρου επικρατεί και γύρω απ’ την πλατεία. Το παρκάρισμα του αυτοκινήτου εξελίσσεται σε μια μικρή περιπέτεια. Είναι απόλυτα κατανοητό, αν σκεφτούμε ότι ο οικισμός χτίστηκε τον 19ο αιώνα, στα μέτρα και στις ανάγκες εκείνης της εποχής. Μας αποζημιώνει το φιλικό περιβάλλον του σπιτιού και ιδιαίτερα το μπαλκόνι του. Ένα μπαλκόνι ευρύχωρο, που από υψόμετρο 100 μέτρων μας χαρίζει έναν απέραντο ορίζοντα και στιγμές ηρεμίας και ρεμβασμού. Πολύ κοντά στ’ ανατολικά ορθώνεται ο εντυπωσιακός ναός του Αγ. Νικολάου με τον μεγάλο τρούλλο και το δίδυμο καμπαναριό. Οι δείκτες του εντοιχισμένου ρολογιού διακρίνονται καθαρά. Κάθε μισή ώρα οι χτύποι μας υπενθυμίζουν το χρόνο που κυλάει ασταμάτητα.

Μετά την περιήγησή μας στις εξοχές ξεκινάμε την περιδιάβασή μας στον οικισμό. Πολύτιμο σύμβουλό μας έχουμε το καταπληκτικό βιβλίο των αρχιτεκτόνων Νίκου Σκουτέλη και Φλάβιου Ζανόν, «Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ». Διαβάζουμε λοιπόν, ότι η μεταφορά του οικισμού στις αρχές του 19ου αιώνα από το Κάστρο στο Μαντράκι γίνεται παράλληλα με τη στροφή της τοπικής οικονομίας από την γεωργία και την κτηνοτροφία στο εμπόριο και στις θαλάσσιες μεταφορές. Δημιουργούνται μικρές συνοικίες, που παίρνουν τα ονόματα των οικογενειών του νησιού, γνωστές και σήμερα ως Καραβάδικα, Πατεράδικα, Λαιμούδικα, Ποντικούδικα, Λύρικα. Οι ίδιες αυτές οικογένειες αναλαμβάνουν και τη διοίκηση του νησιού με το σύστημα της δημογεροντίας.

Το οικιστικό σύνολο στις Οινούσσες δομείται με βάση τους παραλληλεπίπεδους οικοδομικούς όγκους, που συναντάμε στους περισσότερους οικισμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών, όπου άκμασαν η ναυτιλία και το εμπόριο. Τέτοια διάταξη και ογκομετρία κτιρίων είναι κοινή στο Γαλαξείδι, στο Πήλιο, στα Δωδεκάνησα, στην Άνδρο και στις Οινούσσες.

Πολύ κοντά, βόρεια της πλατείας Βαλάνταση, συναντάμε την οικία Ηλία Λιγνού-Συριανού. Αν και ακατοίκητο το σπίτι, εξακολουθεί να είναι επιβλητικό με τα τριγωνικά αετώματα, τη χρήση θυμιανούσικης πέτρας, τις μαρμάρινες παραστάδες στα παράθυρα και στις πόρτες. Η σκάλα μεταξύ των ορόφων είναι εσωτερική, τύπος που θεωρείται εξέλιξη του προγενέστερου τύπου με την εξωτερική πέτρινη σκάλα. Το σπίτι του Ηλία Λιγνού-Συριανού ανήκει στα λεγόμενα αδελφομοίρικα. Πρόκειται για μορφή οικοδόμησης αρκετά συχνή, δυο κατοικίες δηλαδή σε μια οικοδομή, συμμετρικές εξωτερικά, με δίρριχτη στέγη ή με δυο συνεχόμενες δίρριχτες στέγες, που διαμορφώνουν δυο συνεχόμενα αετώματα προέλευσης κλασσικιστικής.

Υπάρχουν κι άλλα αξιόλογα σπίτια στην γειτονιά που ονομάζεται Τσουμπάρι. Μια κυρούλα μας καλημερίζει ευγενικά. Είναι η Μαρουκώ Σαρρή. Μιλάει με πίκρα για τις παλιές καλές εποχές, τότε που η γειτονιά αντηχούσε από τις φωνές και τα παιχνίδια των παιδιών.

Περνάμε δίπλα από μεγάλες αυλές με ανθισμένα γιασεμιά. Λίγο δυτικότερα αρχίζει το φυσικό περιβάλλον, τελειώνει ο οικισμός. Παίρνουμε έναν τσιμεντόδρομο με κατεύθυνση ΒΑ. Καινούργια σπίτια εναλλάσσονται με παλιά, σ’ έναν αρκετά χαλαρό οικοδομικό ιστό. 200 περίπου μέτρα μετά φτάνουμε στις εσχατιές του οικισμού. Εδώ δεσπόζει ένα σπίτι, που, αν και ερειπωμένο, είναι πολύ εντυπωσιακό. Είναι το αδελφομοίρικο του Μιχάλη Λιγνού-Ταχαγιά με τη χρήση των «ρικάντων» (11) από τούβλα στα ανοίγματα. Κάθε όροφος έχει από 6 μεγάλα πορτοπαράθυρα, με απόλυτη συμμετρία μεταξύ τους. Οι τοίχοι είναι χτισμένοι με αργολιθοδομή από σκουρόχρωμη πέτρα, ενώ απουσιάζουν οι επιμελημένοι γωνιόλιθοι. Το οικοδόμημα έχει μεγάλες διαστάσεις, η πρόσοψή του φτάνει τουλάχιστον τα 20 μέτρα. Και είναι στ’ αλήθεια πολύ απογοητευτικό, που οι κτήτορές του το έφτασαν σ’ αυτό το σημείο, μα ποτέ δεν το ολοκλήρωσαν.

Επιστρέφουμε στο αδελφομοίρικο του Ηλία Λιγνού-Συριανού. Μια στενή δίοδος μας οδηγεί στα βόρεια, πάνω από τον ναό του Αγ. Νικολάου. Ανηφορίζουμε τσιμεντόδρομο με κλίσεις εξουθενωτικές, που ξεπερνάνε το 20%. Καταλήγουμε στο Β-ΒΑ άκρο του οικισμού, σε υψόμετρο 140 μέτρων με θέα μοναδική. Μια κυρούλα καθισμένη στο μπαλκόνι της αγναντεύει τον ορίζοντα.

Έχετε δύσκολες ανηφόρες, της λέω λαχανιασμένος.

Μην το συζητάς παιδάκι μου. Εμείς βέβαια έχουμε συνηθίσει. Αυτή είναι για μας η γυμναστική.

Κατηφορίζουμε. Ένας γάϊδαρος μασουλάει καλαμπόκι σ’ ένα ταρατσάκι. Ιδιοκτήτης του είναι ο μπάρμπα Κώστας Χρήστου, γεννημένος στις Οινούσσες αλλά με καταγωγή από το Μελί, στα αντικρινά Καράμπουρνα.

Νέο Μελί υπάρχει και στα Μέγαρα, μας λέει ο μπαρμπα-Κώστας.

Παλιός ναυτικός, έχασε νωρίς τη γυναίκα του και μεγάλωσε μόνος του τα παιδιά του. Σήμερα έχει γίδια κι αυτό τον γαϊδουράκο, έναν από τους εφτά που έχουν απομείνει στο νησί.

Κάποτε ο καθένας είχε κι έναν γάϊδαρο δικό του, όπως σήμερα έχουμε τ’ αυτοκίνητα.

Συνεχίζουμε τον επίπεδο σχεδόν τσιμεντόδρομο και σε δυο λεπτά φτάνουμε στον Α-ΝΑ περιφερειακό τσιμεντόδρομο. Απέναντι βρίσκεται και η συνοικία με τα προσφυγικά. Στρίβουμε δεξιά και με κατεύθυνση δυτική ξαναμπαίνουμε στον κυρίως ιστό του οικισμού. Στην οδό Ακροπόλεως τα παλιά σπίτια εναλλάσσονται με τα νέα. Εμφανής είναι και η παρουσία του «έμπολα», του στενού ελεύθερου χώρου μεταξύ των οικοδομών, που χρησιμεύει ως χώρος φυσικής απορροής ομβρίων υδάτων και αποχετεύσεων.

Νά ένα ερειπωμένο σπίτι με εξώθυρα επιβλητική, που έχει καμάρα και παραστάδες από πέτρα θυμιανούσικη.(12) Δίπλα του κι άλλο, με την ίδια πέτρα. Ένα πελώριο γιασεμί ξεπερνάει το ύψος του παλιού διώροφου σπιτιού. Είναι η οδός Στεφάνου Αντ. Λύρα. Αμέσως μετά η πλατειούλα και η οδός Αντωνίου Π. Γ. Λαιμού. Στα δεξιά ανηφορίζει προς τον Αγ. Νικόλαο ενώ αριστερά συναντάει τον περιφερειακό δρόμο, τον Αστυνομικό Σταθμό κι έναν όμορφα αναπλασμένο ανεμόμυλο. Δίπλα στην πλατειούλα βρίσκεται ο «Θαλασσοπόρος», το μοναδικό ξενοδοχείο των Οινουσσών (τα υπόλοιπα καταλύματα είναι ενοικιαζόμενα δωμάτια). Το ξενοδοχείο είναι δωρεά του Στεφάνου Ν. Πατέρα, η προσωπογραφία του οποίου μας καλωσορίζει στην reception. Εδώ η φιλόξενη Ελένη μας κερνάει κρύο νερό και καφεδάκι ελληνικό. Την είχαμε ανάγκη αυτή τη στάση μετά από τόσα ανεβοκατεβάσματα στη ζέστη. Το ξενοδοχείο ανήκει στον Σύλλογο Φίλων Οινουσσών, κατά νεότερες πληροφορίες όμως, προσωρινά δεν λειτουργεί. Απέναντί του βρίσκεται η οικία Κώστα Μ. Λεμού, χτισμένη το 1875.

Από το ξενοδοχείο κατηφορίζει ένας δρόμος με οδόστρωμα από τσιμέντο και τουβλάκια συμπαγή που σχηματίζουν ψαροκόκκαλο. Ο δρόμος συνεχίζει με φαρδειά σκαλοπάτια και καταλήγει σε τρία λεπτά στο Ναυτικό Μουσείο. Ανηφορίζοντας τον ίδιο δρόμο κατευθυνόμαστε στον Αγ. Νικόλαο. Στενάκι σκιερό, σπίτι παλιό ακατοίκητο, ροζ μπουκαμβίλια και κατάφυτη ρεματιά. Στη σειρά δυο μεγάλα ερειπωμένα σπίτια με πέτρα θυμιανούσικη. Άναρχα χόρτα έχουν κυριεύσει την αυλή. Η σκεπή λείπει εντελώς. Λίγο πιο πάνω όμως κάποια παλιά σπίτια κατοικούνται. Στο υπέρθυρο κάποιου διακρίνουμε την χρονολογία 1885. Νά κι ένα χιώτικο «βοτί», τμήμα δρόμου καμαροσκέπαστο. Σ’ ένα υπέρθυρο με θυμιανούσικη πέτρα είναι ανάγλυφη η χρονολογία 1875. Η γοητεία του παρελθόντος μας ακολουθεί σε κάθε βήμα, σε κάθε γωνιά του οικισμού.

Βρισκόμαστε στην οδό Αντωνίου Π. Γ. Λαιμού. Λαβυρινθώδη στενά φεύγουν προς διάφορες κατευθύνσεις. Μόνο πεζοί και μηχανάκια μπορούν να αισθάνονται άνετα εδώ. Ανηφορίζουμε τα σκαλοπάτια δίπλα απ’ το ναό, συναντάμε ένα πελώριο ερειπωμένο του 1892 και λίγο πιο πάνω το εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Δίπλα από την εκκλησία είναι το ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ, Γεώργιος Χρήστου Λεμός. Εδώ στεγάζετο το πρώτο σχολείο των Οινουσσών, χτισμένο το 1906. Σε μια γραφική πλατειούλα έξω απ’ το ναό υπάρχει παλιά, σκαλιστή μαρμάρινη κρήνη που τρέχει νερό.

Ο ναός του Αγ. Νικολάου είναι εντυπωσιακός τόσο σε αρχιτεκτονική όσο και σε διαστάσεις. Χτίστηκε στη θέση της παλιάς ομώνυμης εκκλησίας, που κατεδαφίστηκε το 1924. Ως μοντέλο χρησιμοποιήθηκε η μητρόπολη της Χίου. Η οικοδομή ολοκληρώθηκε το 1952 με την κατασκευή των ψηλών καμπαναριών και τα ισχυρά επιχρίσματα πορσελάνης στη γυμνή ως τότε λιθοδομή.

Πάνω από 4 ώρες κρατάει η περιπλάνησή μας στα στενορρύμια της Αιγνούσας, στις ανηφοριές και κατηφοριές, στα ξάγναντα, στις μικρές πλατείες και στις αλάνες. Μά κι άλλες τόσες αν περπατούσαμε, πάλι θ’ ανακαλύπταμε απόκρυφες γωνιές. Κάθε βήμα μας επιφυλάσσει και μιαν έκπληξη, μια αύρα από χρόνους αλλοτινούς, γεμάτους ρομαντισμό, εκλεπτυσμένη αισθητική και αρχοντιά. Είναι ωραία η Αιγνούσα. Κι αν υπάρχουν και κάποιες κακοτεχνίες της σύγχρονης εποχής χάνονται, δεν είναι ικανές να επηρεάσουν την αρχοντική φυσιογνωμία του οικισμού.

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1) Γεωργίου Κ. Γιαγκάκη, Νησιολόγου: «Το Πολύνησο των Οινουσσών του Αιγαίου, η Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και ο Φώτης Κόντογλου» (στο περιοδικό «ΑΕΡΟΠΟΣ», τεύχος 28/1999 και σε ανάτυπο).

(2) «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ», ΤΟΜΟΣ Α’, σελ. 159 και επ.

(3) Νίκου Ανδριώτη «Η ακριτική Αιγνούσα», εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ», 27.6.1999

(4) Το μνημείο έγινε σε μελέτη του αρχιτέκτονα Μιχάλη Φωτιάδη και εκτέλεση του πολιτικού μηχανικού Νίκου Μιαούλη.

(5) Γεωργίου Φράγκου, «Αιγνουσιώτικη Ναυτιλία», «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ», οπ.π.

(6) Εξαιρετικά πολύτιμες και επίκαιρες επισημάνσεις και για τις σημερινές συνθήκες και εποχές.

(7) Παναγιώτη Κουνή, «Η Αιγνούσα σήμερα», «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ», οπ.π

(8) Νίκου Ανδριώτη, «Η ακριτική Αιγνούσα, οπ.π

(9) Γεωργίου Κ. Γιαγκάκη, «Το Πολύνησο των Οινουσσών του Αιγαίου», οπ.π

(10) Μοναχής Ορθοδοξίας, «Η Μονή Ευαγγελισμού», «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ», οπ.π

(11) Ρικάντα ή τουβλωτές είναι τα εξωτερικά περιθώρια τούβλου γύρω από τα παράθυρα

(12) Είναι η τόσο ιδιαίτερη πέτρα σε σκουρόχρωμες αποχρώσεις καφέ, ώχρας, κεραμιδί, που εξορύσσεται στην περιοχή των Θυμιανών της Χίου. Είναι εξαίρετη πρώτη ύλη που έχει κατά κόρον χρησιμοποιηθεί στα αρχοντικά του Κάμπου εδώ και αιώνες.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Γεωργίου Ι. Ζολώτα, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ», ΤΟΜΟΣ Α!, ΑΘΗΝΑΙ 1921

-Ν. Σκουτέλη – Φ. Ζανόν, «Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ», ΕΚΔ. ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ, ΑΘΗΝΑ 1999

-«ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ», εκδ. επιμέλεια Ελένη Κυπραίου, Λουκάς Βιδάλης, ΑΘΗΝΑ 1996

-Ένθετο «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ», εφημ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 27.6.1999

-Γεωργίου Γ. Γιαγκάκη, «ΤΟ ΠΟΛΥΝΗΣΟ ΤΩΝ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ», περιοδικό «ΑΕΡΟΠΟΣ», ΤΕΥΧΟΣ 28, ΝΟΕ-ΔΕΚ 1999

-Έγγραφο με στοιχεία από την ΑΕΝ/ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ευχαριστεί,

Τον Δήμαρχο Οινουσσών κ. Ευάγγελο Αγγελάκο, τον Παναγιώτη Κουνή και την Ελένη Αχλιόπτα, τον Χρήστο Ράπτη και τον ιδιοκτήτη θαλάσσιου ταξί Γιώργο Βογιατζή.

 

back-button
next-button
oinousses oinousses_1 oinousses_2 oinousses_3 oinousses_4 oinousses_5 oinousses_6 oinousses_7 oinousses_8 oinousses_9 oinousses_10 oinousses_11 oinousses_12 oinousses_13 oinousses_14 oinousses_15 oinousses_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories