Στην κορυφή ενός εύφορου λόφου που εκτείνει τις παρυφές του στη θάλασσα, στέκεται αιώνια η Αρχαία Πύδνα. Ερείπια διαφορετικών εποχών, βαθιά ριζωμένα στη γη που τα γέννησε, συνταιριάζονται ισορροπημένα με το υδάτινο στοιχείο της φύσης, δημιουργώντας έναν ιδανικό τόπο απόδρασης. Ένα γνήσια ελληνικό κράμα, που μας καλεί να το ανακαλύψουμε!
Ήταν το ηλιόλουστο πρωινό μιας Δευτέρας, όταν η Άννα κι εγώ αποφασίσαμε να επισκεφτούμε την Αρχαία Πύδνα, μια αρχέγονη πολιτεία χτισμένη στη δυτική ακτή του Θερμαϊκού κόλπου, ανάμεσα στον Μακρύγιαλο Πιερίας και το χωριό Κίτρος. Γνωρίζαμε ήδη για τη φυσική γοητεία του τόπου και το ιστορικό του υπόβαθρο, και γι’ αυτό νιώθαμε εξαρχής ότι θα μας κερδίσει. Έμενε μονάχα να το διαπιστώσουμε. Αφεθήκαμε, λοιπόν, και ξεκινήσαμε…
Η διαδρομή μέχρι τον Μακρύγιαλο κύλησε γρήγορα και ευχάριστα. Ήρεμες συζητήσεις για το ένα και για τ’ άλλο, μερικά σκόρπια βλέμματα στις χιονισμένες ακόμα κορφές του Ολύμπου που ξεμυτούσαν στο βάθος μπροστά μας, και σκέψεις γεμάτες προσμονή για αυτό που θα αντικρίζαμε. Η Αρχαία Πύδνα μετράει χιλιετίες ζωής από τη στιγμή της πρώτης κατοίκησής της, κατά την πρώιμη εποχή του Χαλκού. Πόλη με σημαντική εμπορική δραστηριότητα ήδη από την αρχαϊκή και κλασική περίοδο, κυρίως λόγω του λιμανιού που επέτρεπε τη θαλάσσια επικοινωνία με τα άλλα εμπορικά κέντρα της Ελλάδας. Οι θορυβώδεις ρυθμοί της δε μπήκαν ποτέ σε παύση, παρά μόνο τον 14ο αιώνα, όπου σώπασαν εντελώς με τις λεηλασίες της Καταλανικής Εταιρείας.
Με αυτές τις σκέψεις στον νου, σχεδόν δεν καταλάβαμε πότε φτάσαμε στην Πύδνα. Μόνο όταν τα ερείπια της πολιτείας άρχισαν να διακρίνονται διστακτικά στα αριστερά μας, συνειδητοποιήσαμε ότι βρισκόμασταν στον προορισμό μας. Μια πρώτη ματιά ήταν αρκετή για να διαπιστώσουμε ότι οι αρχικές μας εκτιμήσεις για τα φυσικά κάλλη του τόπου δεν ήταν λανθασμένες: ένας καταπράσινος αγρός σπαρμένος με παπαρούνες και κάθε λογής άνθη, η ευωδία των οποίων μπορούσε να σε κατακλύσει μέσα σε μερικές στιγμές. Πυκνές αγγελικές και ψηλές ακακίες δημιουργούσαν τα φυσικά σύνορα της πεδιάδας, ενώ στο κέντρο της έμενε προστατευμένο —σχεδόν κρυμμένο— το επιβλητικό μνημείο. Στην άκρη του αγρού, μια ηλικιωμένη μουριά προσέφερε τη δροσερή της σκιά σε όποιον ξεκουραζόταν στα ξύλινα καθίσματα που υπήρχαν από κάτω. Αρμονία στη συνολική εικόνα χάριζε το κυανό της θάλασσας που εκτεινόταν απέραντο πίσω από το μνημείο και κάτω απ’ τον λόφο, προσφέροντας απλόχερα οπτική πρόσβαση στις αχνές γραμμές της Μηχανιώνας και της Θεσσαλονίκης που διαγράφονταν ακριβώς απέναντι, χάρη στην καθαρή ατμόσφαιρα. Στους πρόποδες της Πύδνας απλώνονταν μερικά χιλιόμετρα χρυσαφένιας ακτής, καθιστώντας τον τόπο ιδανικό για τις μικρές αποδράσεις του καλοκαιριού —κι όχι μόνο.
Στην Αρχαία Πύδνα συναντήσαμε τον Θανάση Γκιούλη, που έγινε πρόθυμα ξεναγός και καθοδηγητής στη μικρή μας εξόρμηση. Με μια σύντομη περιήγηση στον χώρο, μας εξήγησε ότι στο σημείο αυτό βρισκόταν η ακρόπολη, ενώ γύρω της ήταν χτισμένη η υπόλοιπη πολιτεία. Η μεγάλη ακμή σημειώθηκε στα χρόνια της μακεδονικής κυριαρχίας, όπως δηλώνει υπαινικτικά και η επιγραφή ΑΝΤΙΓΟΝΙΔΩΝ που μας έδειξε. Ωστόσο, ανακόπηκε δραματικά με τη Μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.), που διεξήχθη ακριβώς σε αυτήν την περιοχή. Η σύγκρουση σήμανε και την υποταγή της Αρχαίας Ελλάδας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Σήμερα, στο πεδίο όπου κάποτε αντιβούιζαν οι κρότοι της μάχης, φυτρώνουν κάθε άνοιξη κατακόκκινες παπαρούνες. Λες κι αυτά τα πορφυρένια άνθη είναι μια υπόμνηση του αίματος που χύθηκε κάποτε εδώ.
Παρά τις προσπάθειες των Ρωμαίων κατακτητών για ουσιαστική υποβάθμιση της Πύδνας, η ίδια παρέμεινε κατοικήσιμη έως και τους βυζαντινούς χρόνους. Τα ελληνιστικά απομεινάρια έγιναν τα θεμέλια για τις βυζαντινές βασιλικές που βρέθηκαν στο ίδιο σημείο, κι αυτές με τη σειρά τους μετετράπηκαν σε στρατιωτικό φρούριο κατά τα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1204). Αυτά τα ετερόκλητα ερείπια είναι ό,τι έχει απομείνει από το λαμπρό παρελθόν. Η σπουδαιότητά τους, ωστόσο, βρίσκεται στη σύγκλισή τους, χάρη στην οποία δομείται ένα σύνθεμα διαφορετικών εποχών.
Οι ομορφιές της ανοιξιάτικης Πύδνας αποδείχθηκαν περισσότερο από επαρκείς για να χορτάσουν τα μάτια και τον νου μας. Ο Θανάσης μάς ενημέρωσε και για τις καλοκαιρινές δράσεις του πολιτιστικού συλλόγου Μακρυγιάλου, μια σειρά από μαραθώνιους, θερινά σινεμά και διάφορες μουσικές εκδηλώσεις —σύσσωμες προσπάθειες για την ανάταση του τόπου. Έπειτα, μας παρέπεμψε στην επισκέψιμη Μουσειακή Αποθήκη Μακρυγιάλου, έναν άρτια διαμορφωμένο χώρο που προσφέρεται για μια συνολική γνωριμία με την ιστορία της Πιερίας. Ο χώρος φιλοξενεί ένα σημαντικό σύνολο ευρημάτων (αμφορείς, ειδώλια, αντικείμενα ταφής κ.ά.), το πλήθος των οποίων είναι αρκετό για να συστήσει στον επισκέπτη τον τρόπο ζωής των κατοίκων της Πιερίας. Παρέχεται ταυτόχρονα η δυνατότητα να δει κανείς από κοντά τη διαδικασία συντήρησης και έκθεσης των ευρημάτων.
Γεμάτες πια από εικόνες, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Ποιος να το ’λεγε ότι σε ένα μέρος σαν κι αυτό κρυβόταν τόση ομορφιά… Η Αρχαία Πύδνα, με τη γοητευτική της φυσιογνωμία και την αρμονική συνύπαρξη φύσης και ιστορίας, μας έμαθε πάνω απ’ όλα ότι όσο μικρός κι αν είναι ένας τόπος, η σημασία του είναι πάντα μεγαλύτερη.










