home Άρθρα Νότια Πίνδος: Διάσελο Κόρμπου και ανάβαση στο Μαυροπούλι
Νότια Πίνδος: Διάσελο Κόρμπου και ανάβαση στο Μαυροπούλι

Το πέρασμα της Κόρμπου είναι μια ομαλή βουνίσια λεκάνη που αποτελούσε κάποτε χαρακτηριστική διέξοδο των κτηνοτρόφων, των κυρατζήδων και των ταξιδευτών του εσωτερικού της Πίνδου προς τον Θεσσαλικό κάμπο και τα Τρίκαλα. Το πέρασμα είναι μια ορεινή δασωμένη κοιλάδα η οποία βρίσκεται πάνω από τις πηγές του υδροφόρου άξονα Καμναϊτη που τέμνει την ορεινή Νότια Πίνδο. Το πέρασμα αυτό είναι στο κέντρο ενός νοητού τριγώνου που τις γωνίες του αποτελούν η Ελάτη, το Νεραϊδοχώρι και τα Στουρναραίϊκα. Διαθέτει πυκνά ελατοδάση και πανέμορφα λιβάδια, ενώ έχει διασωθεί τμήμα από την περίφημη παλιά βλαχόστρατα, του πέτρινου μονοπατιού των κυρατζήδων.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Νότια Πίνδος: Διάσελο Κόρμπου και ανάβαση στο Μαυροπούλι
Κατηγορίες: Δραστηριότητες
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Τρίκαλα

Το Μαυροπούλι αποτελεί την πιο χαμηλή αλλά και νοτιότερη απόληξη του εκτεταμένου ορεινού συγκροτήματος που είναι γνωστό ως Αυγό της νότιας Πίνδου.  Το συγκρότημα ορθώνεται πάνω από το βαθύρεμα  του Καμναΐτη με βορειότερη κορυφή του τη Νεράιδα, τη Μαρόσα στη μέση και τη Λοπάτα στη νότια άκρη.  Μεσολαβεί ο βαθύς αυχένας από όπου περνάει  ο χωματόδρομος που τέμνει την οροσειρά και οδηγεί από τη θέση “Διάσελο Κόρμπου” στα Στουρναραίϊκα. Ύστερα ψηλώνει ξανά ως τον έσχατο ορεινό της όγκο που φέρνει το όνομα Μαυροπούλι και έχει υψόμετρο 1721 μέτρα. Η τελευταία αυτή ημιανεξάρτητη κορυφή βρίσκεται στο απώτατο άκρο της ομαλής, σε γενικές γραμμές, πινδώας ορεινής λεκάνης με κατεύθυνση νοτιοανατολική.

Η Κόρμπου (Λα Κόρμπου που σημαίνει ο λυπημένος) είναι μια ομαλή και επίπεδη βουνίσια λεκάνη που αποτελούσε κάποτε σημαδιακό πέρασμα και διέξοδο των κτηνοτρόφων,  κυρατζήδων και ταξιδευτών του εσωτερικού κυκλώματος της Πίνδου προς την Πύλη και τα Τρίκαλα. Εκεί βρίσκεται και το στέκι του Δημήτρη και της Μαρίας Πατσιατζή που βαστούν ανοιχτές τις πύλες του βουνού για ανεφοδιασμό όσων περνούν από τον αυχένα αυτό.

Αντίθετα από τους άλλους βορειότερους ορεινούς και ψηλότερους σχηματισμούς, το Μαυροπούλι είναι δασοσκεπές μέχρι τις κορυφές του. Το δάσος του είναι πυκνότατο και πλαισιώνεται από βελανιδιές και σκληρόφυλλους θάμνους μέχρι να δώσουν τη θέση τους στον βασιλιά έλατο μετά το υψόμετρο των 1000 μέτρων.

Το Μαυροπούλι συνεπώς είναι η νοτιότερη πόρτα της Πίνδου και η αναγκαία δίοδος προς τα βόρεια Άγραφα που ξεκινούν την περιπέτεια της διάσημης οροσειράς από τη χαράδρα του Πορταϊκού, με πρώτο βουνίσιο πυλώνα τους την Καραβούλα (1854 μέτρα), η οποία υψώνεται εντυπωσιακή κι απόρθητη πάνω από το χωριό Ροποτό.

Με αφετηρία τον αυχένα της Λοπάτας, ο πιο σύντομος και εύκολος τρόπος να ανέβει κανείς στο Μαυροπούλι ήταν και είναι  ο χωμάτινος δασικός δρόμος που φεύγει από την Ελάτη ή το Βροντερό και κατευθύνεται για τα Στουρναρέικα. Λίγο μετά τη διασταύρωση του δρόμου Ελάτης Περτουλίου ο δρόμος στρίβει για τη Βλάχα, ανηφορίζοντας για 4,5 χιλιόμετρα μέσα από πυκνά δάση και λιβάδια, για να σταματήσει στο ανοιχτό πλάτωμα του Κόρμπου, από όπου η ανάβαση στην κορυφή του Μαυροπουλιού γίνεται μέσα από επικλινή και πανέμορφα αίθρια.

Η θέα από την κορυφή όταν δεν υπάρχει ομίχλη είναι συγκλονιστική.

Τη μέρα τ’ Αϊ-Γιαννιού φέτος, είχαμε ξεκινήσει από την Πύλη των Τρικάλων για να εγγράψουμε στο διαδρομικό μας μπλοκάκι δυο πόλους με τις αντίστοιχες  αξονικές κατευθύνσεις. Η μια αφορούσε τη διάσχιση του μοναδικού σωζόμενου τμήματος της παλιάς βλαχόστρατας των κυραζήδων της Μέσα Πίνδου που ζητούσαν διέξοδο προς τη θεσσαλική πεδιάδα κι η άλλη αφορούσε καθαρά ορειβατική ανάβαση από τη μεριά των Στουρναραίϊκων στην κορυφή Μαυροπούλι.

Από την Πύλη λοιπόν πήραμε την κατεύθυνση για Άρτα. Στα 2,5 χιλιόμετρα στρίψαμε δεξιά σε ανηφορικό ασφαλτόδρομο για Άγιο Προκόπιο και Καλογήρους.

Στους Καλογήρους φτάσαμε όταν το κοντέρ έδειχνε 9,8 χιλιόμετρα από τη στροφή για Στουρναραίκα – Άρτα.

Είναι το χωρίο του φίλου μας του Παύλου που σήμερα είναι μαζί μας για να μας ξεναγήσει στα μέρη του.

Μια μικρή στάση στο χωρίο, ένα φευγαλέο γεια στην γελαστή και καλοκαμωμένη Θεια-Ελένη (96 ετών) και μετά συνέχεια για το Βροντερό.

Άλλα 3 χιλιόμετρα ακριβώς και μπαίνουμε στο Βροντερό (Λαντς). Από ‘δω αρχίζουν τα δύσκολα και τα ωραία. Τρυπώνουμε στο δάσος, αφού ανηφορίσουμε από τσιμεντόδρομο στην αρχή κι ύστερα από λασπερό χωματόδρομο.

Σε 4 χιλιόμετρα θα πιάσουμε το μεγάλο οροπέδιο του Κόρπου (ή Κόρμπου), στα 1265 μέτρα, όπου το σκηνικό αλλάζει δραματικά, καθώς κυριαρχεί ο έλατος, ενώ πάνω από το ανοιχτό γήπεδο ο ορίζοντας σφραγίζεται από τρεις χαμηλές και μια ψηλότερη κορυφή διατηρώντας το λιγοστό χιονάκι της η τελευταία.

Στο τσίγκινο καλύβι (κονάκι κανονικό) ζουν εδώ και πολλά χρόνια ο Δημήτρης ο Πατσιαντζής και η κυρά του η Μαριώ. Ταξιτζής ο ένας στην Αθήνα για χρόνια, εργάτρια η άλλη στη Σαλονίκη, τα παράτησαν κι ήρθανε να σμίξουν πρώτα τα δυο τους κι ύστερα με τον έλατο, τ’ αγρίμια κι ολοπρόσωπη τέλος την άγρια φύση με όλα της τα συμβατά κι ασύμβατα παγανιστικά στολίδια.

Εδώ θα συμβούν και θα μας ταρακουνήσουν πολλά πράγματα από αυτά που συμβαίνουν στα μεγάλα υψόμετρα, όπου συναντούμε ανθρώπους της απόλυτης ελευθερίας, του μόχθου, και της διάσωσης του κειμηλιακού αποθέματος της ορεινής πατρίδας.

Πρώτα απ’ όλα ο χώρος. Είναι ένας τόπος σκηνικό αλλοτινής εποχής για ταινία. Το τσίγκινο καλύβι του Τάκη και της Μαρίας στεγάζει πλήθος κειμήλια, μνήμες, καταθέσεις και αποθέματα, που τα είπανε λάφυρα μιας ασκητικής και συνάμα μαχόμενης ζωής αρκετών αιώνων της Πίνδου.

Ναι, είμαστε σε καθοριστικό σημείο του τελειώματος της Πίνδου, απ’ όπου περνούσαν οι κυρατζήδες των μακρινών διαδρομών και αποστάσεων που μετέφεραν τα πρωτογενή αγαθά τους στην Πύλη και στα Τρίκαλα κι εδώ κάνανε την τελευταία μεγάλη στάση τους είτε για να κοιμηθούν είτε να βάλουν μια μπουκιά στο στόμα τους, ύστερα από το πολύωρο ή και πολυήμερο ταξίδι από το Γαρδίκι, την Τζούρτζια, την Αθαμανία ή τα Τρία Ποτάμια του Αχελώου.

Η αυλή, τα τσουμπλέκια, ο κήπος, τα δέντρα, η παιδική χαρά, η βρύση, τα λουλούδια, οι γλάστρες, ο φούρνος, το πλυσταριό, η ξυλαποθήκη, ένα παμπάλαιο Σεβρολέτ ως κι οι σκόρπιες τροφές για τα αδέσποτα ζωντανά της δασικής κρύπτης, συνιστούν και κατοχυρώνουν τον εντατικό αγώνα του ορεσείβιου ανθρώπου για την πραγμάτωση του αυθεντικού και του ατόφιου.

Κι ύστερα ο άνθρωπος! Ο αληθινός τύπος του homo practicus της πρωτόπλαστης δημιουργίας και αδίδακτης σοφίας.

Ο Δημήτρης κι η Μαριώ, δυο καλοκάγαθοι πλατωνικοί τύποι με συναγμένη στο πετσί τους όλη τη σοφία του παρελθόντος και του μέλλοντος καλλιεργούν έναν μύθο αριστοτεχνικά συναρμοσμένο με τη φύση, το περιβάλλον και τους ανθρώπους που περνάνε τυχαία από δω.

Μας αφήνουν τ’ αποτυπώματα της γνώσης από το βουνό, τις διαδρομές, τη μαγειρική, τις καλλιέργειες και τη ζεστασιά του καθολικού τους οίκου. Βελέντζες κιλίμια, χράμια, σεντούκια, κέρατα, φλοκωτές, μαντέμια, μασιές, και μια φωτιά λαμπαδιαστή που ανεβαίνει στον ουρανό της ζεστής ανθρώπινης παρουσίας, καμένη κι άκαυτη, δίχως να πάει χαμένη.

Ο Τάκης τρέχει να μας φέρει δυο αποφάσεις. Η μια του Δασαρχείου που τον πολεμάει τριάντα χρόνια, για να τον βγάλει από τη δασική έκταση που ισχυρίζεται πως αποτελεί η τεράστια κοιλάδα του Κόρμπου κι η άλλη του Έκτακτου Στρατοδικείου των Τρικάλων που καταδίκασε το 1947 παμψηφεί τον πατέρα του σε θάνατο, όσο ήταν ο ίδιος μωρό αβάπτιστο, και γι αυτό πήρε το όνομά του – Δημήτρης. Το λέει και ένα κόκκινο δάκρυ πάει να βγει από τα μάτια του, αλλά όχι δεν το αφήνει να κυλήσει, να αμαυρώσει την παρέα μας και το συγκρατεί, γιατί όπως λέει ο ίδιος, δεν ξέρει κανένας γιατί τον θανάτωσαν, αφού δεν ήταν ούτε αντάρτης ούτε εαμίτης…

Αριστερός μονάχα ήταν, μας λέει, και τώρα του ξεφεύγει το δάκρυ με αναφιλητό που το καταπνίγει αναστενάζοντας.

Ύστερα σηκώνεται, σιάζει τη βελέτζα και μας λέει “πάμε έξω, θα σας δείξω πώς θα πάτε στο καλντερίμι που έχει σωθεί απ’ την παλιά τη στράτα των κυρατζήδων και των βλάχων που περνούσαν αποδώ, για τα Τρίκαλα”.

Μα πριν να φύγουμε μας εξηγεί πώς θ’ ανέβουμε στο Μαυροπούλι που το μονοπάτι του ξεκινάει μέσα από την πρώτη κουρτίνα των ελατιών, απέναντι από το κονάκι του.

Σε ένα χαρακτηριστικό τρίγωνο πάνω από του Κόρμπου υψώνονται οι δασωμένες κορυφές Κοκκινότοπος (1453 μέτρα) βόρεια, Σκασμένη (1558 μ.) ανατολικά και Κουκούλα (1372 μ.) νότια. Σε λίγο όσα μας λέει ο Τάκης επιβεβαιώνονται από τον τοπικό δασικό χάρτη.

Κι όσο για τη δύση μας λέει, εκεί υψώνονται οι τρεις νεράιδες, στις οποίες ανεβαίνεις από την κοιλάδα του Καμναΐτη.

Μας συντονίζει για την αρχή της στράτας και μας χαιρετάει καλώντας μας στην επιστροφή για ένα τσίπουρο, μια πηχτή και μια φέτα χλωρό τυρί.

Ξεκινάμε την πορεία μας από το πανέμορφο διάσελο του Κόρμπου. Παίρνουμε τον κατηφορικό δρόμο μέσα από καταπληκτικό ελατόδασος που σε 1100 μέτρα διασταυρώνεται με τον κάθετο άξονα που κατευθύνεται προς τα Στουρναραίϊκα. Εμείς παίρνουμε τον δεξιό δρόμο που κατηφορίζει κι άλλο για να φτάσει ύστερα από 200 μέτρα στο πρώτο μεγάλο λιβάδι, τη Λυκομαγούλα, με τη χαρακτηριστική δεξαμενή.

Συνεχίζουμε το δασικό δρόμο και μετά από 4 χιλιόμετρα φτάνουμε μπροστά σε τειχίο με παλιά πέτρα, απ’ όπου αρχίζει (ή τουλάχιστον από εδώ και πέρα έχει διασωθεί) το περίφημο πέτρινο μονοπάτι της παλιάς βλαχόστρατας, του δρόμου δηλαδή των κυρατζήδων.

Η στράτα που χώνεται αρχικά μέσα στο δάσος βγαίνει ύστερα από 300 μέτρα σε γυμνή και κάθετη πλαγιά, κάμποσο πάνω από τη ρεματιά κι ακολουθεί βόρεια – βορειοδυτική πορεία και κατεύθυνση.

Η στράτα αυτή αποτελεί το μοναδικό σωζόμενο κομμάτι της στενής ατραπού που χρησιμοποιόταν δεκάδες χρόνια κι έμεινε αλώβητη, καθώς ο δρόμος πέρασε από την άλλη πλευρά της χαράδρας.

Ύστερα από 1500 μέτρα περίπου, η στράτα φτάνει μπροστά σε βαθύ ρέμα (το Περτουλιώτικο), η κοίτη του οποίου περνιέται από το περίφημο ψηλό τοξωτό γεφύρι του Χατζηπέτρου. Εδώ είμαστε στη θέση Κρανιές.

Περνάμε απέναντι και βλέπουμε σε μια άκρη του ρέματος το μαντάνι του Βερτενίκου (όπως ήταν γνωστό από παλιά το Νεραϊδοχώρι).

Σε 10΄λεπτά βρισκόμαστε στο δρόμο που έρχεται μετά από γεφύρωση του Καμναΐτη από του Κόρμπου και κατευθύνεται στο Νερϊδοχώρι σε άλλα 2.8 χιλιόμετρα, μέχρι να βγει στην άσφαλτο.

Η επιστροφή μας στο σημείο που αφήσαμε το αμάξι (αρχή του μονοπατιού) θα γίνει από τον δασικό δρόμο, απ’ όπου θα αγναντέψουμε τη χτιστή λαξευμένη βλαχόστρατα των κυρατζήδων.

Φτάνοντας κάπως αργά το απόγεμα στη διασταύρωση των Στουρναραίϊκων ακολουθούμε για λίγο το δρόμο αυτό, έχοντας από δεξιά μας τη χιονισμένη πλάκα της Λοπάτας κι αριστερά μας τη δασωμένη κι ελατοσκέπαστη κορυφή του Μαυροπουλιού. Αφήνουμε το δρόμο για Στουρναραίϊκα και εισδύουμε αριστερά μέσα στο δάσος για να βγούμε σε ένα ψηλό πλάτωμα του βουνού. Αφήνουμε το αμάξι εκεί κι αρχίζουμε την ανάβαση για την κορυφή του Μαυροπουλιού μέσα από αραιά ελατόδεντρα και μερικές χιονούρες, ώσπου ν’ αγγίξουμε την κορυφή του, την έσχατη σχεδόν ώρα του γεναριάτικου φωτός.

Η διαδρομή για το Μαυροπούλι έγινε μέσα από υγιή και πανέμορφα ελατοδάση. Η μέση πορεία μας, που διαγράφει ένα τόξο 3 χιλιομέτρων, κινείται σε ύψος 1300 περίπου μέτρων κι αποτελεί το δασοόριο των χωριών Καλόγηροι και Στουρναραίϊκα.

Επιστρέφοντας στο καλύβι του Δημήτρη, μας περιμένει πρώτα ένας δυνατός καφές κι ύστερα ένα τσίπουρο με δυο αυγά μάτια και μια γαβάθα φρέσκο ανάλατο τυρί, από τις κατσίκες της κυρα-Μαρίας.

Η μέρα θα σφραγίσει τη γεναριάτικη πορεία της κλείνοντας τη σύντομη κουρτίνα του φτωχικού καλυβιού ύστερα από μια περιπετειώδη διάσχιση των πανέμορφων δασών του Κόρμπου, του Καμναΐτη και του Μαυροπουλιού.

Ο Δημήτρης κι η Μαρία Πατσιαντζή θα είναι πάντα εκεί, να καθοδηγούν, να προσφέρουν καφέ και τσίπουρο, να εξηγούν στους περαστικούς ποια είναι τα δάση, οι κορφές, τα ποτάμια, οι στράτες, τα αγρίμια και οι ωραίοι άνθρωποι στη ζωή, που περνάει και χάνεται.

Σημειώσεις:

Σημ. 1 Το Μαυροπούλι έχει υψόμετρο 1721 μέτρα και η κορυφή του προσεγγίζεται τόσο από τους Καλόγηρους, όσο και από τα Στουρναραίϊκα, στην οποία ανεβαίνει κανείς από το διάσελο του Κόρμπου  (μετά τη Βλάχα), όπως περιγράψαμε πιο πάνω.

Σημ.. 2  Η παραπάνω στράτα (οδός βασικής επικοινωνίας) είναι παμπάλαια κι αποτελεί μέρος της διαδρομής των βλάχων της ανατολικής Πίνδου που κατέβαιναν στα Τρίκαλα, πριν διανοιχτούν οι σημερινοί δρόμοι.

Σημ. 3  Υπάρχει ένας παλιός ωραίος θρύλος για τις  κορυφές του Αυγού. Λένε οι ντόπιοι στο Νεραϊδοχώρι πως ήταν δύο πανέμορφα κορίτσια που τα λέγανε Μαρία και Νεράϊδα. Όταν κάποτε μπήκαν κλέφτες στο χωριό για να τις κλέψουν, εκείνες τόσκασαν καταφεύγοντας στα δύο αυτά βουνά, που τώρα έχουν το όνομά τους (Μαρόσα και Νεράϊδα). Σαν έφυγαν οι κλέφτες, τα κορίτσια δε γύρισαν ποτέ στο χωριό, γιατί χάθηκαν στα βουνά. Οι γεροντότεροι στο Νεραϊδοχώρι λένε πως τα βράδια που έχει φεγγάρι, ακούνε από τη χαράδρα, που έχουν απέναντί τους και πάνω από τις πλαγιές των βουνών, τα θλιμμένα τραγούδια τους.

Σημ. 4 Τα πετρώματα των βουνών της Νότιας Πίνδου  είναι  ασβεστόλιθοι,  πυριτικοί σχιστόλιθοι,  φλύσχης και ραδιολαρίτες με ψαμμίτες. Η χλωρίδα του είναι πολύ πλούσια και περιλαμβάνει πολλά και σπάνια ενδημικά είδη. Σε όλη την ακτίνα της οροσειράς της  νότιας Πίνδου (και στο Μαυροπούλι) βρίσκει καταφύγιο, που είναι και το τελευταίο όριο της ανατολικής ζώνης, η καφετιά αρκούδα, που κινείται σε πολλές περιοχές με μεγάλες ταχύτητες κι εμφανίζεται συχνά-πυκνά και μέσα στα χωριά που προαναφέραμε.

back-button
next-button
notia-pindos-diaselo-kormpou-kai-anavasi-sto-mauropouli notia-pindos-diaselo-kormpou-kai-anavasi-sto-mauropouli_1 notia-pindos-diaselo-kormpou-kai-anavasi-sto-mauropouli_2 notia-pindos-diaselo-kormpou-kai-anavasi-sto-mauropouli_3 notia-pindos-diaselo-kormpou-kai-anavasi-sto-mauropouli_4 notia-pindos-diaselo-kormpou-kai-anavasi-sto-mauropouli_5 notia-pindos-diaselo-kormpou-kai-anavasi-sto-mauropouli_6 notia-pindos-diaselo-kormpou-kai-anavasi-sto-mauropouli_7-scaled notia-pindos-diaselo-kormpou-kai-anavasi-sto-mauropouli_8
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories