home Άρθρα Νήσος Σαρία: Το νησί με τη βαρειά ιστορία δίπλα στην Κάρπαθο
Νήσος Σαρία: Το νησί με τη βαρειά ιστορία δίπλα στην Κάρπαθο

Με έκταση 20 τετραγωνικά χιλιόμετρα και υψόμετρο 631μ. στο Παχύ Βουνό, η Σαρία είναι 62η από άποψη μεγέθους μεταξύ των ελληνικών νησιών. Συγκρινόμενη, όμως με την «κολλητή» της Κάρπαθο, των 300 τετ. χιλιομέτρων (15ης στην κατάταξη και με ύψος 1.215μ.) μοιάζει με μικρονήσι.

Ο στενός δίαυλος της Σαρίας, που μόλις ξεπερνάει σε πλάτος τα 100 μέτρα, χωρίζει τα δύο νησιά και φανερώνει ότι ήταν κάποτε ενωμένα. Στην Σαρία βρέθηκε στις 26 Ιουλίου του 2011, παραμονή της γιορτής του Αγίου Παντελεήμονα ο Κυριάκος Παπαγεωργίου, μαζί με τους πιστούς που ετοίμαζαν το πανηγύρι του Αγίου. Ας παρακολουθήσουμε τις εντυπώσεις αλλά και τα θαυμαστά ευρήματα της περιγραφής του στο εκπληκτικό αυτό νησί.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Νήσος Σαρία: Το νησί με τη βαρειά ιστορία δίπλα στην Κάρπαθο
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Σαρία

(Από μια περιήγηση στον καταυλισμό των σαρακηνών και  στις εστίες των                                                                                                                                                                                                                                        μεγάλων πολιτισμών)

 

Έχοντας περιπλανηθεί από χρόνια στην ιδιόμορφη και άγρια περιοχή της βόρειας Καρπάθου, από την παραδοσιακή Όλυμπο και πέρα, αγνάντευα -κι αποταμίευα στην κρύπτη των επιθυμιών μου- το αντικρινό νησόπουλο της Σαρίας. Αποτελούσε λοιπόν όνειρο ζωής να το προσεγγίσω και να το περιεργαστώ.

Θέλεις η άγρια ομορφιά που σε εμπνέει από τη νότια όψη, καθώς το πρωταντικρίζεις διασχίζοντας το καταπληκτικό και πανέμορφο (δύσβατο, απόκρημνο και χαοτικό) μονοπάτι της Ξυλόσκαλας, θέλεις η συναρπαστική του ιστορία για τους πολιτισμούς των μινωϊτών και των βυζαντινών αργότερα, ακόμα και των σαρακηνών που αναπτύχθηκαν και άφησαν εμφανή ακόμη και σήμερα τα ίχνη τους επάνω στο νησί, θέλεις τέλος οι ιστορίες που άκουγα για τις απρόσιτες πλαγιές και την πολύ εντυπωσιακή διαδρομή του μοναδικού του φαραγγιού, με έκαναν πέρσι το καλοκαίρι να απαρνηθώ όλες τις σειρήνες του Αιγαίου και να υποκλιθώ μπρος στη μαγεία του και στην περιπλάνησή του.

*

25 του Ιούλη και ύστερα από ένα δραματικό νυχτερινό ταξίδι με τη μοτοσυκλέτα μου από τα Πηγάδια της Καρπάθου ως το Διαφάνι (68 χιλιόμετρα, από τα οποία 28 χωμάτινα και υπό κατασκευή) έφτασα μιάμιση η ώρα μετά τα μεσάνυχτα στο Διαφάνι, όπου με περίμενε μια γερόντισσα με την παραδοσιακή της φορεσιά (τσεμπέρι, μεταξωτό γιλέκο, φούστα κλαρωτή, τσαπράζια και μαντήλια γυροδεμένη) για να με τακτοποιήσει στο δωμάτιο του ξενώνα της…

Την άλλη μέρα το πρωί σύννεφα βαριά και μαύρα κομμάτιαζαν τα πελώρια βουνά της βόρειας Καρπάθου. Έτσι όπως ακριβώς, για πρώτη φορά, τα είχα ιδεί στο υπέροχο φωτογραφικό λεύκωμα της Λίζας Έβερτ «ΤΑ ΜΙΚΡΟΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ».

Λίγες, ελάχιστες πληροφορίες, είχα αποκομίσει από εκείνο το άλμπουμ, αλλά πολύ περισσότερες προκλήσεις με είχαν ταρακουνήσει από τότε που είχε πρωτοκυκλοφορήσει: Το 1997…

Κατέβηκα βαρύθυμος στην παραλία. Στο μόλο ήταν αραγμένα δυό τρεχαντήρια και τίποτ’ άλλο. Στο ένα απ’ αυτά παρατήρησα έναν ασυνήθιστο οργασμό μικρολεπτομερειών. Γυναίκες πήγαιναν κι έρχονταν -Ολυμπίτισσες λευκοντυμένες- παιδιά φόρτωναν μικροπράματα, γέροντες κουβαλούσαν στη ράχη τους τεμάχια από ένα κινητό τέμπλο κι ένας παπάς πρωτοστατούσε στις διαδικασίες του φορτώματος. Ο καπετάνιος αργολογούσε στον καφενέ. Διάβασα στο πινακιδάκι που είχε έξω από το τρεχαντήρι ότι έκαμε εκδρομές στη Σαρία, τη Βρυκούντα και στις παραλίες του Αϊ-Μηνά.  Πήγα να τονε ρωτήσω.

Τι θέλεις να κάμεις στη Σαρία, μούπε.

Θέλω να την περπατήσω, τούκαμα.

Δεν περπατιέται, μούκοψε αρχικά το βήχα.

Εσύ μπορείς να με πας και τι θα κάμω εγώ είναι δικιά μου δουλειά, τον αντίσκοψα.

Έλα μαζί μου στις δύο η ώρα, μου απάντησε, αλλάζοντας ξαφνικά ύφος, θα πάω τα πράματα για το πανηγύρι

*

Έτσι άρχισε η γνωριμία μου με τη Σαρία. Και τον καπτα-Γιώργη. Το απροσδόκητο πολλές φορές έρχεται από κει που δεν το περιμένεις.

Ήταν παραμονή του Αϊ-Παντελεήμονα, στη Σαρία είχε ένα εκκλησάκι, πάνω στο βουνό κι οι Ολυμπίτες το πανηγυρίζουν δεόντως κάθε χρόνο. Πηγαίνουν από την προηγούμενη, προετοιμάζουν το χώρο, την εκκλησία, τα βιολιά και το γλέντι που θ’ ακολουθήσει όλη νύχτα ύστερα από τον Εσπερινό, και ως το άλλο πρωί που θ’ αρχίσει η Λειτουργία του αγίου.

Κόλλησα στην ακολουθία ως παρατρεχάμενος και σαλπάρισα δύο η ώρα με το τρεχαντηράκι του καπετάν-Γιώργη για τον Αϊ-Παντελεήμονα της Σαρίας, στριμωγμένος δίπλα από κασόνια φορτωμένα με υλικά, αναλόγια, κεριά,  σκούπες, ταψιά και εικόνες, τρεις ηλικιωμένες Ολυμπίτισσες, έναν παπά, δυό νεωκόρους, ένα χαμίνι και μια προβατίνα, δεμένη στην πλώρη, σφάγιο εκλεχτό για τον άγιο.

Η διαδρομή θα μού μείνει αξέχαστη. Καθώς οι πρωϊνές θηλιές των σύννεφων είχαν λυθεί εδώ και ώρα από το σώμα των βουνών, τώρα παραπλέαμε τις ακτές του νησιού εκστατικοί κάτω από το σταχτί και κατακόρυφο σώμα του, άλλο πράμα να το βλέπεις…

Θαλασσοσπηλιές, σχήματα γεωμετρικά και σπάνια, αμμουδίτσες και φωλιές γλαρόπουλων εναλλάσσονταν σε αυτή τη διαδρομή με μια απίστευτη τάξη και αρμονία που με έκαναν να ξεχάσω τον προορισμό μου.

Η βόρεια, απρόσιτη κι αφιλόξενη Κάρπαθος δεν είναι το ίδιο νησί με το υπόλοιπο σώμα που φιλόξενο, γραφικό, πολυάνθρωπο, ήμερο και δασωμένο διεκδικεί τα πρωτεία του πιο όμορφου νησιού του δωδεκανησιακού συμπλέγματος.

Η Σαρία αποτελούσε πια μια παρονυχίδα μπροστά σε αυτό το θαύμα της βόρειας Καρπάθου που μού έπαιρνε το μυαλό και τα μάτια…

Μ’ αυτούς τούς εκστατικούς στοχασμούς φτάναμε στον περίφημο  δίαυλο, το στενό της Σαρίας, που έχει ένα θαλασσινό άνοιγμα εκατό περίπου μέτρων.

Το πρώτο περίεργο αυτού του δίαυλου: Στην άκρη του Καρπαθιώτικου νησιού τελείωνε ένα πέτρινο μονοπάτι που απροσδόκητα βυθίζονταν στη θάλασσα… Και συνέχιζε (το μονοπάτι) από την άλλη μεριά της θάλασσας, στην αρχή της Σαρίας. Τι συνέβαινε;

*

Η Σαρία πριν πολλές εκατοντάδες χρόνια ήταν ενωμένη με την Κάρπαθο κι επειδή στη Σαρία άκμασε μια από τις πιο δυνατές πόλεις της Μεσογείου -και μία από τις τέσσερις της Καρπάθου- η Νίσυρος (ή Αργος), η επικοινωνία με τις υπόλοιπες γινόταν από αυτό το στεριανό δρόμο, που τα υπολείμματά του φαίνονται ακόμη και σήμερα. Χρησιμοποιείται δε ακόμη από τους Καρπάθιους και χρησιμοποιήθηκε πολύ στα χρόνια του μεσαίωνα ως εξής: Μετέφεραν τα ζώα και τα υλικά ως το βορεινό ακρωτήρι της Καρπάθου κι από κει τα διεκπεραίωναν κολυμπώντας ως απέναντι, από όπου άρχιζε το άλλο σκέλος του μονοπατιού που έφτανε ύστερα από τρεις ώρες δρόμο στην πρωτεύουσα της Νισύρου, τα θρυλικά  Παλάτια

Διαπλεύσαμε αυτό το θρυλικό στενό και βγήκαμε στο νότιο Καρπάθιο πέλαγο προς τη νότια και δυτική πλευρά της Σαρίας. Η θάλασσα τώρα έβραζε, αλλά δεν ήταν επικίνδυνη. Έτσι το τρεχαντηράκι του καπετάν-Γιώργη μας κατάβρεξε λίγο αλλά χαλάλι στον άγιο που είχαμε σκοπό να τιμήσουμε…

Σε ένα τέταρτο και συνολικά μία ώρα από το Διαφάνι μπαίναμε σ’ έναν απερίγραπτο κολπίσκο, σπάνιας συνθετικής υφής, φωτεινότητας και γεωφυσικής ομορφιάς. Ήταν ο μοναδικός προσβάσιμος μυχός της δυτικής άγριας και βραχωμένης πλευράς του νησόπουλου.

Δεν είχα μάτια να κοιτώ και ψυχή να αναπνεύσει. Ασυγκράτητες εικόνες εμπουκάρησαν από παντού για να αιχμαλωτίσουν τις αισθήσεις μας και να μας καταστήσουν άφωνους κοινωνούς ενός από τα ωραιότερα σκηνικά της πατρίδας μας.

Ο κόλπος του Αϊ-Παντελεήμονα -μεγάλη η χάρη του-, που βρήκε εδωνά, σε ένα από τα εκμαγεία της Σαρίας  τη στοργή των ανέμων και τη θαλπωρή των θεϊκών βραχότοπων για να εγγράψει στη φυσική ιστορία της Μεσογείου αυτή την εκπληκτική επιτομή γραφικότητας και μαγείας.

Πιάσαμε σε έναν ντόκο τιποτένιο. Δέσαμε σε μια σιδεριά σκουριασμένη κι αρχίσανε τότες σωρευτικές να πλακώνουν οι σειρήνες των θαυμάτων και ν’ αλωνίζουν γύρω από τα μάτια και την ψυχή μας.

Ύστερα πήραμε ν’ ανηφορίζουμε το καταπληκτικό σκαλωτό καλντερίμι για το ξωκκλήσι. Μπροστάρης εγώ, κατειλημμένος από μιαν ευεξήγητη αγωνία και φιλέρευνη εγωπάθεια, ανηφόριζα ωσάν ανήσυχος καταδρομέας, μιας και μού παραχώρησαν οι άλλοι, δίκην ξενίας, τα πρωτεία στην εκμαίευση της εγχώριας ομορφιάς. Όσο ανέβαινα, τόσο μεγάλωνε η έκταση και το βάθος των θαυμάτων. Άνοιγε ο ορίζοντας, πλάταινε η ομορφιά των απλών πραγμάτων, μίκραινε η δύναμη των μίζερων κι εξαφανίζονταν όλα τα μικρά και τιποτένια αυτής της ζωής.

Μέτρησα διακόσια εξήντα έξη πέτρινα βαθμιδωτά σκαλοπάτια, που όσο τα ανηφόριζα, τόσο με στρίμωχναν στο θύλακα ενός ονειρικού τοπίου, που αν μη τι άλλο εισήγαγε σε μυστήρια και ψυχικές αναταράξεις.

Το ξωκκλήσι του Αϊ-Παντελεήμονα, σοφά σχεδιασμένο στο πιο απόκρυφο ισάδι μιας οροπέδιας εσοχής, λυμαίνονταν από τη θέση του τα πάντα. Και κανείς δεν τόβλεπε. Πρώτα απ’ όλα  είχε ένα θαυμάσιο μέτωπο στο βουνό της Σαρίας, έναν επιβλητικό, πέτρινο και ογκώδη ασβεστόλιθο. Ύστερα είχε άποψη του γεράνιου πέλαγου, νότια και δυτικά, που χάριζαν στον ανιχνευτή σπουδαία θέα και σεισμική έκσταση. Τέλος από κάτω, ο μυστικός αυτός όρμος τεμαχίζονταν σε τρεις μικρότερους ορμίσκους – γιαλούς, που σμαράγδιζαν ή γεράνιζαν κατά περίπτωση…

Κι ενώ ισορροπούσα στην άκρη του γκρεμού, θωρώντας τις τρεις αυτές γυάλινες κρύπτες, ένα απίθανο θέαμα μου σφηνώθηκε στα μάτια, μεταφέροντας το ενδιαφέρον μου στο πανέμορφο μονοπάτι που ανέβαζε στο ξωκκλήσι. Τρεις γυναικείες φιγούρες με τις λευκές τους πανοπλίες και τα τσεμπέρια δεμένα στο λαιμό  ανηφόριζαν σε παράταξη,  ισορροπώντας στο κεφάλι τους ισάριθμους μπόγους. Ήταν συγκλονιστικό αυτό το θέαμα των τριών φ’ στανελλάδων που ανέβαιναν δίχως ν’ αγκομαχούν, φορτωμένες αυτό το ιδιότυπο φορτίο να σοζυγιάζει πάνω στο κεφάλι τους, πάνω στις «μαξιλαρίες», τα προσκεφαλάδια και τα «υφαπλώματα».

Κατέβηκα γοργά στο μονοπάτι για δύο λόγους: O πρώτος γιατί ήθελα να τις φωτογραφήσω με φόντο τη σμαραγδένια υφή του κόλπου κι ο δεύτερος γιατί ήθελα να τις ξαλαφρώσω. Μα εκείνες ούτε που καταδέχτηκαν ν’ αφήσουν το φορτίο τους, παρότι ζορίζονταν, ήταν φανερό.

Κατέβηκα στο γιαλό και ζαλικώθηκα κάποια τελάρα κι ύστερα μερικά καφασωτά από τη σκευή του καινούργιου τέμπλου που μετέφεραν οι δύο νεωκόροι.

Αφού τα κουβαλήσαμε, συγυρίσαμε έπειτα τον αυλώνα του ξωκκλησιού και στο τέλος αφουγκραστήκαμε κάποια τροπάρια από τον παπά.

Όμως πλησίαζε η ώρα για το γυρισμό του καπεταν-Γιώργη, που μας μάζεψε -εμάς που περισσεύαμε- για να γυρίσουμε στο Διαφάνι  αφήνοντας μονάχους τον παπά με τις γυναίκες, να διευθετήσουν τα της λειτουργίας και του πανηγυριού που θα ακολουθούσε.

Ήθελα πολύ να μείνω στο νησί, να ξενυχτίσω στο ύπαιθρο, κάτω από κείνα τα πέτρινα αστέρια της Σαρίας, να φτιαχτώ ύστερα με το πανηγύρι, ν’ ακούσω μελωδίες και βιολί και να χορέψω σούστα εδώ στην άκρη των ονείρων, μα την άλλη μέρα ο καπετάν-Γιώργης μου είχε υποσχεθεί  ένα ταξίδι – έκπληξη, στα Παλάτια της Σαρίας και πώς να το χάσω…

Φύγαμε από τον Αϊ-Παντελεήμονα με την καρδιά σαλεμένη, καθώς νιώθαμε πως ξεκολλήσαμε άκομψα από κείνες τις ηρωϊκές φυσιογνωμίες των ολυμπίτισσων γυναικών, που πασχίζαν ακούσια να μας θυμίζουν την ωραία αποστολή τους στον αιώνιο κόσμο.

*

Η άλλη μέρα έκρυβε στο χιτώνα της ένα σπάνιο πετράδι μοναδικών στιγμών.

Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι ένα νησόπουλο σαν κι αυτό της Σαρίας, θα διέθετε τέτοια σπάνιδα  γεωφυσικού ανάγλυφου και τόσα ερείπια από τόσες διαφορετικές εποχές. Και πολιτισμούς…

Πρωί-πρωί ο καπετάν Γιώργης μας μάζεψε στο τρεχαντήρι του και βγήκαμε στη βόρεια κόψη της Καρπάθου. Η βιασύνη του για τούτο το ταξίδι είχε κι έναν άλλο λόγο. Ελάχιστες είναι εδώ οι μέρες που οι άνεμοι αποκοιμιούνται. Κι ύστερα άειντε να ξεμυτίσεις. Το Διαφάνι έχει βορειοανατολικό προσανατολισμό και πέφτει εύκολο θύμα στις κακοκαιριές. Δε διαθέτει σοβαρή υποδομή ελλιμενισμού σκαφών, ακόμη και τα μεγάλα βαπόρια της γραμμής τις περισσότερες φορές αποφεύγουν να πιάσουν πόρτο.

Εν πάση περιπτώσει πλέαμε άνετα πάνω από το ευπροσήγορο κύμα του καρπάθιου πελάγου. Περάσαμε τις ίδιες βραχώδεις ακτές που παραπλεύσαμε χτες και σε λιγότερο από τρία τέταρτα, διασχίζοντας το δίαυλο της Σαρίας, προσεγγίζαμε τις ομοιότυπες πέτρινες κατεβασιές του ανατολικού πυλώνα του ακατοίκητου αυτού νησιού.

Σε μία ώρα και κάτι μπαίναμε σε έναν ασφαλή όρμο του νησιού που μας αιφνιδίαζε με την αυτόχθονη σύσταση του εδάφους του αλλά και τις σκόρπιες πλαγιές του που έδειχναν περίπου κατοικημένες. Η παραλία που πλευρίσαμε ήταν μια θαυμάσια βοτσαλιά με μια σειρά πανέμορφα και καλοκουρεμένα αρμυρίκια. Δεξιά μας, κατά την είσοδο στον ορμίσκο, πετάχτηκε απότομα ένα θαλασσόβραχο με κοφτές ορθοπλαγιές, που στην οροφή του είχε σφηνωμένο ένα περίεργο χτίσμα σε ερειπωμένη κατάσταση. Πάνω από αυτό απλώνονταν σε αραιή δομή ένας οικισμός, από τους πιο πρωτότυπους στο χώρο της Μεσογείου. Ήταν ο αραβικός οικισμός των σαρακηνών πειρατών που λυμαίνονταν τη Μεσόγειο στα χρόνια της παντοδυναμίας τους, χρησιμοποιώντας ως ορμητήριο το νησόπουλο της Σαρίας κι έχοντας χτίσει εδώ τον μόνιμο καταυλισμό τους. Τα οικήματα αυτά, με κείνες τις πρωτότυπες τρούλινες στέγες των κατοικιών που συναντάμε στο εσωτερικό της Καππαδοκίας ή στις νότιες αραβικές χώρες, στέκουν όρθια ως αλλοπρόσαλλα σχέδια οικοδομικής αναρχίας, αλλά συμπαθητικά και ενδιαφέροντα.

Το ίδιο και στην άλλη μεριά του όρμου. Μια αρμαθιά σπιτόπουλα με την ίδια αρχιτεκτονική σκορπίζονταν απέναντι από τα πρώτα. Στο βάθος διακρίνονταν το κατάλευκο εκκλησάκι της Αγίας Σοφίας, υπέροχο δείγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής, χωμένο μες στα ρείκια και τις ασφάκες. Και πίσω του μια μεγάλη ρωγμή στο βουνό της Σαρίας σχεδίαζε μιαν απότομη κι εντυπωσιακή χαράδρα, λίγο απόξενη με το περιβάλλον του νησιού. Στην δε κορυφή της ορθοπλαγιάς που υψώνονταν πάνω από τη χαράδρα, μια λευκή κηλίδα στο γκρίζο μέταλλο του βουνού διατυμπάνιζε την υποψία της κορυφαίας στιγμής του νησιού, ο  Αϊ-Ζαχαρίας.

Αφήσαμε όσους δε χαράμιζαν τη θάλασσα για το βουνό και με θερμοκρασία αρκετά υψηλή οι υπόλοιποι εισχωρήσαμε στο εσωτερικό άγνωστο τοπίο της Σαρίας. Ένα καλογραμμένο μονοπάτι έφευγε εγκάρσια στο νησί και σε λίγο έφτανε στο εκκλησάκι της Αγίας Σοφίας, μιαν παλαιοχριστιανική του 6ου μ.Χ. αιώνα. Ως οικοδεσπότης, ο καπετάν-Γιώργης, μας είπε λίγα ιστορικά στοιχεία για το ναΰδριο αυτό, γύρω από το οποίο υπήρχαν πλήθος κιονόκρανα και ψηφιδωτά, κι ύστερα ανηφορίσαμε προς τη χαράδρα. Από μια τρύπα των βράχων έφεγγε ένα αλλόκοτο φως λες και διϋλίζονταν τα άσαρκα βράχια. Παράξενα και πολύ ελκυστικά αυτά τα βραχοποιήματα της Σαρίας μας άνοιγαν την όρεξη για την ανάβαση. Αλλά μόλις κάναμε τα πρώτα βήματα, καταλάβαμε ότι έχουμε μπει για τα καλά σε ένα άψογο και καλοσχηματισμένο φαράγγι με υπέροχη τομή. Από πάνω μας κρέμονταν, σαν ένα σκηνικό αέναης εναλλαγής της ύλης, οι προεξοχές και τα περβάζια των βράχων, ενώ στα τοιχώματα του φαραγγιού πρασίνιζε ο στρουφιχτός λόγος των κρίταμων. Εδώ συναντήσαμε  το ενδημικό φυτό  ερύσιμον το κάντειον, ένα είδος κίτρινης βιολέτας. Σπιζαετοί, μαυροπετρίτες κι αετογερακίνες γυροπετούσαν στο φαράγγι δίνοντας το ισχυρό στίγμα της πλούσιας ορνιθοπανίδας της Σαρίας.

Το φαράγγι αυτό πρέπει να δημιουργήθηκε ύστερα από τον αφανιστικό σεισμό του 8ου μ.Χ. αιώνα που καταπόντισε κι εξαφάνισε την αρχαία πόλη.

*

Το μεσημέρι προχωρούσε ακάθεκτο κι η πορεία μας τελειωμό δεν είχε, σε ένα νησί που υπέθαλπε ένα φανταστικό φαράγγι με καταπληκτική δομή.

Όταν βγήκαμε από τις στενωπούς, το μονοπάτι ανηφόριζε με έντονες κλίσεις για να φτάσει στη θέση όπου ήταν χτισμένος ο αρχαίος οικισμός του Άργους, απλωμένος σε μια τεράστια λάκκα – οροπέδιο στο κέντρο του νησιού.

Εδώ υπάρχει και ο υπολειμματικός οικισμός των Σαριωτών που έχτισαν τις πέτρινες καλύβες τους επάνω στη ράχη του βουνού, για να προστατεύονται από τους πειρατές. Απ’ τη ράχη αυτή αρχίζει και η τραβέρσα για τον Αϊ-Ζαχαρία.

Μπαίνουμε στο κόκκινο μονοπάτι και βαδίζουμε πια κατακέφαλα στο ουράνιο πεδίο. Εκεί συναντούμε ύστερα από μισή ώρα περπάτημα τον Αϊ-Ζαχαρία, καρφωμένο στο κέρας του όρθιου φαραγγιού και θεώμενο το άπειρο στίγμα του πόντου. Τέτοια ιπτάμενη θέση είναι δύσκολο να βρεις στο Αιγαίο, για να τη συγκρίνεις με τούτη δω την εξωφρενική ομορφιά που εκπέμπει ο αέρινος λόγος της.

Εκστατικοί για κάμποση ώρα παρατηρούμε το ωραίο λιμάνι της Νισύρου, τα Παλάτια, τις λοφοειδείς στέγες των Σαρακηνών,  τον άλλο παλιό Οικισμό, τα Κισόλεια και το εκπληκτικό φαράγγι του Άργους, όλα κάτω από το πέλμα της φαντασίας.

Ο Στράβωνας που είχε περιηγηθεί το νησί, καλά τα είχε ιδεί από δω πάνω και καλά μας τα περιέγραψε στις σπουδαίες μαρτυρίες του.

Όμως ετούτη τη  βίγλα  του Αϊ-Ζαχαρία δεν μπορούσε να τη φανταστεί. Γιατί μπορεί να είχαν οι αρχαίοι τις δικές τους βίγλες και τα καραούλια με τις φρυκτώρειες επάνω στις κορφοσειρές, όμως τη ρήτρα του λευκού, σπαρμένου στο γαλάζιο, ακόμα  δεν την είχαν  επινοήσει.

Από δω και ως κάτω στο λιμανάκι των Παλατιών ο ορεσείβιος καπετάν-Γιώργης θα επιλέξει μιαν επιστροφή με κατάβαση – καταρρίχηση από τις πιο συναρπαστικές κι εντυπωσιακές καταβάσεις που έχω πραγματοποιήσει ως τώρα. Διάλεξε ένα εγκαταλειμμένο βραχωμένο μονοπάτι που ελίσσονταν ανάμεσα στα κοφτερά κι επικίνδυνα πετρώματα, στην κάθετη βραχουριά της ορθοπλαγιάς, που ωστόσο δεν ήταν και τόσο επικίνδυνο. Ήταν μια διαδρομή αγχοτική αλλά υπέροχη.

Το τελευταίο σκέλος της κατάβασης που οδηγούσε στην είσοδο του φαραγγιού  (απαρχή της πορείας) απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή και την επικουρία των χεριών.

Φτάνοντας στο πέτρινο καλντερίμι του φαραγγιού διαπίστωσα κάτι που μου  είχε διαφύγει ανεβαίνοντας. Ότι το έδαφος ήταν διάσπαρτο από  κεραμικά και βότσαλα.

Διανύοντας τα τελευταία μέτρα της κυκλικής αυτής πορείας στη Σαρία στοχαζόμουνα πως δεν είναι πολλές αυτού του είδους οι περιηγήσεις στον ελλαδικό χώρο. Δηλαδή  πορεία με τέτοιες εναλλακτικές πρωτοτυπίες είναι ελάχιστες, όταν έχεις να ανακαλύψεις ένα ιδιαίτερα σημαντικό φυσικό περίγραμμα με φαράγγια,  χούνες και ορθοπλαγιές από τη μια πλευρά και αρχαιολογικό υπόβαθρο με σπουδαίους οικισμούς και ερείπια  από την άλλη.

Πέσαμε όπως είμαστε στη θάλασσα των Παλατιών δρέποντας κι άλλες εικόνες από τη μοναδική τώρα λιβαδερή ποσειδωνία της.

*

Ύστερα μπήκαμε στο τρεχαντήρι και κόστα-κόστα παραπλεύσαμε το υπόλοιπο κομμάτι της ανατολικής πλευράς φτάνοντας στο βόρειο άκρο, σε μια πανέμορφη ακρογιαλιά, την Αλιμούντα. Άλλα ερείπια εδώ, άλλη πολιτεία, άλλος κόσμος μαγικός…

Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ο περίφημος  λάκκος των  μελισσών. Σε ένα αρχαίο ορθογώνιο υπόβαθρο που διατηρούσε γλυφό νερό, ήταν αραδιασμένες χιλιάδες μέλισσες που ζουζουνίζαν εναγύρω.

Εδώ σε μια εκρηχτική χλωρίδα ευδοκιμούν το σπάνιο ενδημικό Σταχελίνη η θαμνώδης (Stahelina fiutikosa), η Κίτρινη καμπανούλα της Καρπάθου, η Salsola carpatha, το Θαλασσόχορτο, είδος αλμυρίδας, ενώ θα δεις να έρπει νωχελικά η Χοχιλίνα, ένα υποείδος της σαλαμάνδρας, που συναντιέται μονάχα εδώ, στο Καστελόριζο και στην Κάσο. Τέλος πρέπει να τονίσουμε ότι έχει επισημανθεί και η συχνή παρουσία της φώκιας monachus-monachus.

*

Η περιοχή κατοικήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια και διατήρησε για πολλούς αιώνες το ενδιαφέρον ξένων πειρατών και κουρσάρων. Στα χρόνια των Ελλήνων ευδοκίμησε η αγγειοπλαστική. Η Νίσυρος ήταν εμπορική πόλη κι εξήγαγε διάφορα κεραμικά. Ύστερα χτίστηκε η βυζαντινή πόλη, την οποία γκρέμισαν οι Άραβες τον 6ο αιώνα για να χτίσουν το δικό τους καταυλισμό. Στέριωσαν οι τελευταίοι για δυό αιώνες, αλλά τους έδιωξε ο Νικηφόρος Φωκάς. Στο τέλος ήλθαν οι σαρακηνοί από τη βόρεια Αφρική περνώντας από την Ανδαλουσία και διάφορα άλλα νησιά  της Μεσογείου για να κατασταλάξουν εδώ μένοντας από το 827 ως το 961 μ.Χ.

*

Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε ένιωθα πως αυτό το νησάκι που εγκαταλείπαμε έσφυζε από μια πληθωρική ζωή κι έμοιαζε σαν ένας τεράστιος πυλώνας που συγκρατούσε υπέροχα δεμένες μεταξύ τους τις εποχές της Ιστορίας…

 

Ιούλιος του 2010

back-button
next-button
nisos-saria nisos-saria_2 nisos-saria_3 nisos-saria_4 nisos-saria_5 nisos-saria_6 nisos-saria_7 nisos-saria_8 nisos-saria_9 nisos-saria_10 nisos-saria_11 nisos-saria_12 nisos-saria_13 nisos-saria_14 nisos-saria_15 nisos-saria_16 nisos-saria_17 nisos-saria_18 nisos-saria_19 nisos-saria_20 nisos-saria_21 nisos-saria_22 nisos-saria_23
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories