home Άρθρα Nιάλα: Στην καρδιά των Πύργων των Αγράφων
Nιάλα: Στην καρδιά των Πύργων των Αγράφων

«O τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό νύχτα και μέρα…»

Κανένα άλλο τοπίο στην Ελλάδα δεν μπορεί να ταυτισθεί με τους εισαγωγικούς στίχους του Γιώργου Σεφέρη, αφού το οροπέδιο της περίφημης Νιάλας, στα Ευρυτανικά Αγραφα, είναι μοναδικό ως προς τη φύση, τη διατομή, την έκφραση και τη μορφολογία του και λειτουργεί ως φυσικός πυθμένας (αποθετήρας ενός πολύπτυχου ορεινού κυκλώνα) που το περιβάλλει προστατευτικά και το αγκαλιάζει με τις oκτώ διαφορετικές και τόσο χαρακτηριστικές κορυφές του. 

Κείμενο:
Φωτογραφίες:
Nιάλα: Στην καρδιά των Πύργων των Αγράφων
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Καρδίτσα

«O τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά

που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό νύχτα και μέρα…»

Κανένα άλλο τοπίο στην Ελλάδα δεν μπορεί να ταυτισθεί με τους εισαγωγικούς στίχους του Γιώργου Σεφέρη, αφού το οροπέδιο της περίφημης Νιάλας, στα Ευρυτανικά Αγραφα, είναι μοναδικό ως προς τη φύση, τη διατομή, την έκφραση και τη μορφολογία του και λειτουργεί ως φυσικός πυθμένας (αποθετήρας ενός πολύπτυχου ορεινού κυκλώνα) που το περιβάλλει προστατευτικά και το αγκαλιάζει με τις oκτώ διαφορετικές και τόσο χαρακτηριστικές κορυφές του.

Και τούτο γιατί τα βουνά, εδώ στη Νιάλα των Αγράφων, έχουν μιαν έκφραση μοναδική, είναι φύσει αεροδυναμικά, φορτωμένα ιστορία και μια λαμπράδα ίσως την πιο φωτεινή από όλα τα βουνά της πατρίδας μας. Θυμίζουν κοκαλωμένα αγάλματα  που τα επιστέφουν πέτρινα πέπλα σκεπασμένα από μια τριανταφυλλιά άχνη. Αν δε έχεις την τύχη να τα αντικρίσεις κάπου κει στο λιόγερμα, έ τότε στάζουν επάνω τους αναλυτές φλόγες από μια ρευστή φωτιά, ενώ οι χαραδρώσεις και τα φοβερά αντερείσματά τους παίρνουν μια χάλκινη απόχρωση και γίνονται βάζα από μελίχρυσο γυαλί. Eντέλει η Νιάλα είναι ίσως η ωραιότερη σελίδα από το πέτρινο βιβλίο της χώρας…

Αποτελεί μια μικροεικόνα του ορεινού οικοσυστήματος της Ελλάδας που τόσο περίτεχνα αποδόθηκε από τον Γιώργο Σεφέρη. Δε νομίζω όμως ότι ο σπουδαίος μας ποιητής (παρά το ότι ήταν μανιώδης ταξιδευτής), να περιηγήθηκε ποτέ τα  αλπικά Αγραφα, αυτό το πολυσχιδές όρεινό συγκρότημα, αφού το συγκρότημα των αγραφιώτικων βουνών, ακόμη και σήμερα, αποτελεί άγνωστη έως δύσβατη λεκάνη της ορεινής Ελλάδας και μόνο όσοι από τους πολύ ψαγμένους ταξιδευτές και πεζοπόρους τολμούν να το διασχίσουν, φυσικά θα το χαρούν. Αυτό δε σημαίνει ότι ανήκει στους λίγους κι ότι δεν μπορούν να το απολαύσουν φιλέρευνοι κι αισθαντικοί ταξιδευτές της μικρής μας χώρας.

Το συγκρότημα της Νιάλας δε μοιάζει στο ελάχιστο με τα άλλα βουνά της πατρίδας μας. Διαθέτει χαρακτηριστικά πολύ ιδιαίτερα, αυτοδύναμα κι καταξιωμένα. Πρώτα απ’ όλα δεν προσεγγίζεται από εύκολους, βατούς και ασφάλτινους δρόμους. Επειτα, αποτελείται από ένα πολύκορφο, σχετικά αυτοτελές και περίπου ισοδύναμο σύστημα αλπικών κορυφώσεων. Οι κορυφές της μοιάζουν με πέτρινο πολυέλεο, καθώς σχηματίζει μια κυκλοτερή ανάπτυξη που εγκλείει στο εσωτερικό της την περίφημη κοιλάδα της Νιάλας, στην οποία αναπτύχθηκε ένα μικρούλι δίπολο κτηνοτροφικών οικισμών, η Νεράϊδα και ο Χαλιάς, καθώς και το ακροτελεύτιο εκκλησάκι του φερώνυμου Οικισμού πάνω σ’ έναν εξώστη από φυτευτά βράχια, ο Προφήτης Ηλίας.

Οσοι μιλάνε για τη Νιάλα εννοούν τη βαθιά κοιλότητα που έχει δημιουργηθεί γύρω από το οκτάκορφο των Αγράφων. Ομως, αυτό το θαυμαστό οροπέδιο, πρέπει να επισημάνουμε, ότι δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως οροπέδιο, με την έννοια του φυσικού γούπατου, αλλά αντίθετα αποτελεί ένα περίκλειστο βάραθρο ημίκυρτων επιφανειών, με πάμπολλες, ραβδωτές κοιλάνσεις που έχουν δημιουργηθεί από τα νερά που λιώνουν αργά την άνοιξη, καθώς διαχέονται μέσω του ρέματος του Ασπρου προς την κοιλάδα του Ταυρωπού, από τις απόκρημνες βαραθρώσεις του αλπικού γλυπτού.

Είναι μεγάλη περιπέτεια και προϋποθέτει ψυχικό δυναμικό η περιήγηση και η εμπεριστατωμένη διερεύνηση του ολοκληρωμένου αυτού ορεινού συστήματος καθώς και του δύσβατου πεδίου των χαραδρώσεων, του δασικού υπόγειου πλούτου και της συναρπαστικής κορυφογραμμής του.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Οι είσοδοι – μπασίματα που επιχειρήσαμε στο οροπέδιο των Ευρυτανικών Αγράφων είναι τρεις: Η πρώτη από το ρέμα του Καριτσιώτη (ή χαράδρα του Εύρυτου) και τον αυχένα του Αγίου Νικολάου, η δεύτερη από το τρίσταυρο των Καμαριών, από τη στροφή της Καστανιάς που οδηγεί στα χωριά του Ανθηρού και των Πετραλώνων (παλιά ονομασία Σάϊκα) και η τρίτη από τον οικισμό Ζυγογιαννέϊκα .

Οι κορυφές των Ευρυτανικών Αγράφων που περιβάλλουν το γούπατο και την κυματιστή κοιλάδα της Νιάλας είναι, από τα βόρεια προς τα δυτικά και στη συνέχεια κυκλωτικά, οι παρακάτω:

Το Μπορλέρο (2.017 μ.), η Πλάκα (2.000 μ.), ο Καταρραχιάς (2.003 μ.), η  Καρνόπη (1972 μ.), η Σβώνη (2.040 μ.), το Πουλί (1.846 μ.), ο Παπαδημήτρης (1.930 μ.) οι Πέντε Πύργοι (2.004 μ. και το Φλιτζάνι (2.017 μ.). Τη Σβώνη από το Πουλί τη χωρίζει ο δρόμος Σάϊκας – Αγράφων, ενώ ακριβώς κάτω από την κορυφή της Τούρλας (μια όμορφη καμπυλωτή ράχη) βρίσκεται το μνημείο, της αξιομνημόνευτης εκείνης βραδινής συνδιαλλαγής των αντιμαχόμενων Ελλήνων, της 12ης Απριλίου του 1947. Ανάμεσα σε αυτό και το δεύτερο μνημείο που αργότερα έστησαν οι “Ελληνες” και που απέχουν μεταξύ τους κάπου ένα χιλιόμετρο κατηφορίζει ένας δύσβατος πετρόδρομος που προσεγγίζει τους δύο κτηνοτροφικούς οικισμούς, τη Νεράϊδα και το Χαλιά και τον Προφήτη Ηλία.

*

Από όπου και να μπει κανείς στο θεσπέσιο “οροπέδιο” της Νιάλας η αίσθηση ότι αποκόπηκε από τον κορμό της ηπειρωτικής Ελλάδας και χώθηκε μέσα σε έναν ανεξερεύνητο και υπερούσιο παράδεισο ορεινών λιβαδιών, δαντελωτών κορυφώσεων και μιας μαλακής επιφάνειας λόφων και ράχεων, είναι αναποτίμητη και καταλυτική.

Περιηγηθήκαμε τις περισσότερες από τις σηματοδοτημένες, αλλά και τις  ανεπεξέργαστες διαδρομές της αγραφιώτικης οδολογίας. Ανεβήκαμε στο Μπορλέρο από τις Πόρτες των Αγράφων. Ανηφορίσαμε στη Σβώνη, (αυτό το μονόπετρο κάστρο που θεωρείται η ψηλότερη κορύφωση της Νιάλας), από το διάσελο των Καμαριών. Ανακαλύψαμε το υπέροχο μονοπάτι για τους Πέντε Πύργους από μιαν υπέρβαση του Ανθηρού. Βρήκαμε τα χνάρια των δαρμένων, από το χιόνι και τους ανέμους, οπλιτών του Δημοκρατικού στρατού, στο διάσελο του Καταρραχιά, αλλά και τα βήματα των οπλισμένων και ξεπαγιασμένων στρατιωτών του Εθνικού Στρατού πάνω στην κορυφογραμμή της Καρνόπης, σε υψόμετρο χίλια οκτακόσια μέτρα.

Παρακάμψαμε το δρόμο για τα Αγραφα και κορυφωθήκαμε στο Πουλί και στον Παπαδημήτρη, δυό παράπλευρες κορυφές της Νιάλας που ενώνονται με ένα υπέροχο πολυκύμαντο διάσελο κι ατενίζουν το σύμπαν της ρουμελιώτικης φύσης. Ανηφορίσαμε από τον Κουκουρούντζο, πάνω από το χωριό Αγραφα, στο μεγάλο ορεινό τείχος της Νιάλας που φράζει το οροπέδιο από δυτικά και νότια και τέμνει χαρακτηριστικά τη βασική αρτηρία της αγραφιώτικης οροσειράς.

Σκαρφαλώσαμε επίσης ως τις κορφές της Πλάκας και του Καταρραχιά, από τις οποίες είχαμε την ωραιότερη θέα όλου του  αγραφιώτικου φάσματος.

Και τέλος, μια γαλήνια μέρα του φετινού Οκτώβρη η Αννα μας προσέφερε τη δυνατότητα – εμένα και του Θεόφιλου – να διασχίσουμε τη δυτική ορθοπλαγιά της Σβώνης, από όπου περνάει και χαράζεται η εκλεκτότερη, αλλά και μεγαλύτερη διαδρομή της Νιάλας, των δέκα χιλιομέτρων, που ξεκινάει από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και καταλήγει στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στη Σάϊκα. Ηταν μια παράλληλη διάσχιση του Ασπρου Ρέματος που τέμνει σε μέσο ύψος το χείλος της ορθοπλαγιάς της Σβώνης ίσαμε τον πάτο του ρέματος, καθαρής διάρκειας τριών ωρών.

Ολες οι κορφές της Νιάλας είναι υψωμένες στα μεσούρανα και καρφωμένες πάνω σε μια γοτθική δαντέλα με πετρένιες μασέλες που δείχνει τα άγρια δόντια της. Εκεί πάνω στα πολεμόχαρα μπεντένια της, όταν δεν τις λούζει ο ήλιος, σέρνουν τα βήματά τους ο αέρας, το χιόνι κι ο δαρμός της βροχής όταν οι ώρες γίνουν καταθλιπτικές κι επώδυνες για το φεστόνι της κορυφογραμμής.

*

Μην ξεχνάμε πως η καλύτερη ώρα – εικόνα – της Νιάλας είναι ο χειμώνας, όταν όλες αυτές οι κορυφές φορτωμένες χιόνι αντιγράφουν τις Αλπεις μέσα σε χρυσή γαλαζόσκονη, δίχως να χάνουν την αυταξία τους, κάνοντάς τες να μοιάζουν με  χορεύτριες ενός ακινητοποιημένου χορού που πάγωσε σε μια στροφή κι έμεινε μετέωρη κρυσταλλική νταντέλα.

Η καλύτερη εποχή ωστόσο για να περιηγηθεί κανείς τη Νιάλα είναι οι μήνες Ιούνης και Οκτώβρης. Ο Ιούνης της Νιάλας είναι ο Απρίλης των άλλων χαμηλότερων βουνών. Κι ο Οκτώβρης είναι το καλοκαίρι των άλλων. Η ποικιλία των αυθεντικών αγριολούλουδων και των βοτάνων είναι τόσο πλούσια και αρωματική που μεθάει τις αισθήσεις

Ανηφορίζοντας σε κάθε μία από τις κορυφές της Νιάλας έχουμε τελείως διαφορετική εικόνα του υπόλοιπου συγκροτήματος. Ο χορός, στον οποίο είναι πιασμένες οι κορυφαίες θεραπαινίδες του αγραφιώτικου πανθέου, φαντάζει κυκλωτικός, με τις βαθιές υποκλίσεις, την ευρωστία των λυγερών βουνών και τη χρωματική πανδαισία των φυλλοβόλων φουστανιών τους.

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ 

Πέντε διασχίσεις και αναβάσεις στις κορυφές της Νιάλας .

1η ΔΙΑΔΡΟΜΗ

ΔΙΑΣΧΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΟΓΡΑΜΜΗΣ ΦΛΙΤΖΑΝΙΟΥ ΠΛΑΚΑΣ ΚΑΙ  ΚΑΤΑΡΡΑΧΙΑ

Πρώτη απ’ όλες η πιο μακρόσυρτη οδική διαδρομή που ξεκινάει από το ρέμα του Καριτσιώτη, το ρέμα δηλαδή που χωρίζει την πλαγιά των Ζυγογιαννέϊκων από αυτή του Μπελοκομύτη.

Οχτώ του Σεπτέμβρη του 2012 ο Θεόφιλος, έχοντας την επιθυμία να γνωρίσει το πολυκόρυφο συγκρότημα της Νιάλας, δέχτηκε να με ακολουθήσει σε μια πρώτη ανιχνευτική διείσδυση στο πέταλο της ιδιώνυμης κοιλάδας.

Χαράξαμε την είσοδό μας από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, στον αυχένα των Βραγγιανών. Από εκεί ο Θεόφιλος είχε περάσει, έχοντας προορισμό τα Βραγγιανά, το Τρίδεντρο και τα Επινιανά.

Για ενάμιση χιλιόμετρο ο δρόμος, παρότι στενός, δεν προοιώνιζε το τι θα επακολουθούσε. Νεροφαγιές και βραχώματα επάνω στο δρόμο που αποτρέπουν, ίσως, οποιοδήποτε αυτοκίνητο να προχωρήσει. Χρειάζεται τόλμη, ειδικά ελαστικά, υπομονή, αμορτισέρ σε δοκιμασία και πρώτη ταχύτητα.

Ετσι προχωρήσαμε, με την καρδιά σφιγμένη ως τα 2,3 χιλιόμετρα όταν βρεθήκαμε στην πρώτη διασταύρωση. Πήραμε τη νότια (δεξιά) κατεύθυνση ωσότου φτάσουμε, με κάμποσες φουρκέτες, στο ψηλό διάσελο που χωρίζει το Φλιτζάνι από την Πλάκα, σημείο που εισάγει στα μυστήρια της Νιάλας. Εκεί σταματήσαμε, κατεβήκαμε από το αμάξι και φορτωθήκαμε τα δισάκια μας για ανάβαση στο Φλιτζάνι…

Τι αυθάδεια και αυταπάτη! Η κορυφή του Φλιτζανιού, μόλις απέναντί μας, μάς περιγελούσε, κρυμμένη πίσω από μια απατηλή κορυφούλα, με την απότομη, κατάκρημνη κι αποτρεπτική ορθοπλαγιά της που ήτανε αδύνατο να προσεγγισθεί. Γυρίσαμε πίσω και επιδοθήκαμε στην ανάβαση της Πλάκας. Κάτι ήταν κι αυτό.

Η Πλάκα, ένας άσπρος φλογερός ασβεστόλιθος, δίπολος πέτρινος όγκος,  ύψους 2.000 μέτρων, έδειχνε κι αυτή απότομη, αλλά τελικά ήταν πολύ φιλικότερη από το Φλιτζάνι και η κατάληψη της κορυφής της άνετη και σχεδόν σύντομη. Ωραίες εικόνες, κυλώντας από τα δυτικά, μας επλημμύρισαν, αφού το Βοϊδολίβαδο, το Βαλάρι και τα Βραγγιανά, αποκαλύφθηκαν μεσ’ από ένα σκηνικό μαγικής καταρροής.

Επιστρέψαμε στον αυχένα και συνεχίσαμε με το αμάξι το δρόμο έχοντας αριστερά μας  την κοιλάδα της Νιάλας, αλλά τραβερσάροντας από δεξιά τις πλαγιές της Πλάκας και του Καταρραχιά.

Διανύσαμε πέντε χιλιόμετρα ακόμη, ηπιότερης όμως οδικής εκδοχής, μέχρι που φτάσαμε σε ένα ξέφωτο και μια γλυκύτατη βουνοπλαγιά του Καταρραχιά.

“Τι λες”, λέω του Θεόφιλου, “κάνουμε την απόπειρα;”

Άλλο που δεν ήθελε ο φίλος μου. Ζωστήκαμε τα σύνεργα και βγήκαμε στο μεϊντάνι. Οπου μεϊντάνι ήταν μια απότομη πέτρινη κόψη που ανηφόριζε ξεγελαστικά προς μία αθέατη κορυφή.

Είχε φτάσει το απόγευμα κι ο Σεπτεμβριάτικος ήλιος που από νωρίς εκπύρωνε το θολό φάσμα της καλοκαιρινής ζέστης, αποκατέστησε την τάξη επαναφέροντας το ανάγλυφο των κορυφών στο θρόνο τους.

Περνώντας από έναν απότομο και ξαφνικό κώνο που μάς εξαπάτησε ως κύρια κορυφή, προβληματιστήκαμε για την πορεία μας η οποία έμελλε να απαιτήσει ένα δεκάλεπτο ακόμη. Ωστόσο, ανάμεσα στις δύο αμφιλεγόμενες κορυφές, έχασκε ένας απίστευτος βυθός, μια χοάνη καταποτική. Διασχίζοντας αυτό το πέρασμα που στέκει σαν ένας βράχινος ώμος και συνδέει τις δύο ημιαυτοτελείς κορυφώσεις του Καταρραχιά περάσαμε στο ωραίο καμπυλωτό σαμάρι της κορυφής.

Πλησιάζοντας την κορυφή του Καταρραχιά (2.003 μέτρα), ήταν σα να επιβιβαστήκαμε ξαφνικά σε ένα αερόπτερο, από όπου επιχειρήσαμε ελεύθερη πτώση. Πτώση του βλέμματος βέβαια και άπλωμα της ψυχής.

Μα τι καραούλια και μονιές ειν’ αυτές, τι πύργοι, θρόνοι κι αγάλματα της πέτρας;

Ανήσυχος ο φίλος μου έβγαλε το μπλοκάκι του για να μη χάσει την αναφορά του στο Μέγα Θεό της ορεινής του πίστης.

Εβλεπε και κατέγραφε. Εβλεπε και πετούσε. Εβλεπε και ψυχωνότανε. Εβλεπε; Ή αδημονούσε να τρυπήσει τη σφαίρα της διανοητικής του εμβέλειας, ώστε εκεί μέσα να στριμώξει για να χωρέσουν όλοι οι κραδασμοί της αισθητικής του  απόλαυσης;

Ο Καταρραχιάς, για τον οποίο χρειαστήκαμε σαράντα λεπτά ανάβασης από το δρόμο, είναι ένα αυτοτελές και αυτοδύναμο βουνό που από τη θέση του κεντράρει το συγκρότημα της Νιάλας, καθώς από εκεί διαμείβεται ένας θεατρικός διάλογος ανάμεσα σε πολλούς ρήτορες των βουνών της κεντρικής Ελλάδας.

*

Επιστρέφοντας από την απότομη ανατολική βουνοπλαγιά δεν χρειαστήκαμε παραπάνω από ένα εικοσάλεπτο για να πέσουμε στο δρόμο. Η έκπληξη ήρθε από έναν πίδακα σκόνης που από το βάθος του ορίζοντα ανέβαινε σαρωτικός. Φτάνοντας σε απόσταση βολής η πολλαπλή αυτή μάζα της σκόνης μεταβλήθηκε σε πέντε εστίες εκπομπής κουρνιαχτού από κάτι ιδιότυπους σιδεροτροχούς που τους λέγαν αυτοκινούμενα οχήματα και τα βάζουν σε λειτουργία οι απίθανες εταιρίες ορεινής ψυχαγωγίας στο Καρπενήσι, για να γνωρίσουν (;) έτσι οι λάτρεις Αθηναίοι τα βουνά. Πέρασαν δίπλα μας ως σίφουνες, δίχως να σταθούν και χωρίς να μπορούν να αποτιμήσουν τη γλυκιά ώρα του δειλινού, στο υπέροχο τέντωμα της Νιάλας.

Συνεχίσαμε την πορεία μας με νότια κατεύθυνση. Σε ελάχιστα μέτρα από το ύψωμα του Καταρραχιά και δεξιά του δρόμου αντικρίζουμε ένα κατάλευκο μαρμαράκι, στημένο στην κιτρινισμένη πλαγιά της λοφογραμμής. Κατεβαίνουμε και διαβάζουμε τούτα δω τα γράμματα:

“ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΑΥΤΗ

ΕΠΕΣΑΝ ΧΤΥΠΗΜΕΝΟΙ

ΑΠΌ ΦΟΒΕΡΗ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑ

ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΤΟΥ ΔΣΕ

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

ΚΑΙ ΑΜΑΧΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

ΣΤΙΣ 12-4-1947”

Και δίπλα από τη μαρμάρινη στήλη μια άλλη πιο ταπεινή και λίγο κηλιδωμένη, πίσω όμως από μια τούφα κίτρινους κρόκους, με μικρά γράμματα, μια δεύτερη στήλη έγραφε:

 

“διαβάτη που περνάς άφησε εδώ ένα λουλούδι για όλους τους αδικοχαμένους του Εμφύλιου πολέμου”…

 

Tίποτ’ άλλο… Σε άλλα χίλια πεντακόσια μέτρα διακρίνουμε δεύτερο μαρμάρινο πινακιδάκι με το ίδιο, πάνω – κάτω, περιεχόμενο. Τι συμβαίνει;

Δυό παρατάξεις, προφανώς, (όπως συμβαίνει πάντα στην Ελλάδα), βλέποντας κι ερμηνεύοντας διαφορετικά τα (πολιτικά και στρατιωτικά) πράγματα και τη σημασία τους, έστησαν σε κοντινά σημεία, όμοια μνημεία, για να θυμίζουν στους περαστικούς, το σπουδαίο περιστατικό και την ψυχωμένη του αντιμετώπιση από τους τότε πρωταγωνιστές…

*

Δύο είναι τα χαρακτηριστικά της οροσειράς των Αγράφων: Οι βαθιές κοιλάδες που χωρίζουν τα αυτοτελή βουνά της και φαίνονται να βουλιάζουν σε έναν πυθμένα – αποθετήρα μυστικών και οι μεγάλες, πριονωτές και πέτρινες κορυφές της.

 

2η  ΔΙΑΔΡΟΜΗ 

ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΤΟΥ  ΠΟΥΛΙΟΥ  ΚΑΙ  ΤΗΣ  ΣΒΩΝΗΣ

Ιoύνη μήνα πια, όταν η πραγματική άνοιξη βρίσκεται στα ντουζένια της, εδώ πάνω, στα χίλια πεντακόσια μέτρα, ανηφορίζουμε, καταγράφοντας τις ευωδιές και τα επίδοξα κορμάκια των αγριολούλουδων. Η αγριομολόχα, η ίριδα, ο κρόκος, η καμπανούλα, το αγριογαρύφαλλο, η σκίλλα κι η γεντιανή σταμπάρουν με χρώματα τις παρυφές των δρόμων και τις γλυκύτατες πλαγιές των βουνοκορφών.

Από τη Σάϊκα (Πετράλωνα), τελευταίο χωριό του νομού Καρδίτσας, συνεχίζουμε τις ανηφορικές στροφές, μπαίνοντας στο νομό Ευρυτανίας και στο τραχύ ανάγλυφο της ελάτης. Ωραίος χωματόδρομος, στρωτός  και μελετημένος (αφού από εκεί έως πρόσφατα, ήταν ευχερέστερη η πρόσβαση στο απομονωμένο χωριό Αγραφα), μας ανεβάζει εύκολα στη ζώνη της υποαλπικής λωρίδας, αφήνοντας πίσω το δασοόριο της ελάτης. Νέα αγριολούλουδα, υψώνουν κεφαλάκι στα πρανή και στις νεροφαγιές. Η άνοιξη δυναμιτίζει το βουνό κι εκείνο αγκαλιάζοντας όλη τη χάρη και τον υπόγειο πλούτο της γης ανταποδίνει με τις χρωματικές του ανταύγειες τα δωρήματά της.

Εννιά περίπου χιλιόμετρα από τη Σάϊκα φτάνουμε σε ένα χαρακτηριστικό διάσελο, με ένα πλάτωμα στην αριστερή άκρη, ενώ δεξιά κι αριστερά του δρόμου υψώνονται δυό μεγαλειώδεις όγκοι που σημαίνουν τις αντίστοιχες κορυφώσεις. Αριστερά “υψώνεται” το Πουλί και δεξιά η Σβώνη.

Επιχειρούμε διαδοχικές αναβάσεις και στα δύο αυτά κορυφώματα.

Πρώτα στο Πουλί. Μεσ’ από πανέμορφα λιβάδια και καταπράσινα βοσκοτόπια παίρνουμε μια πορεία καθαρά ανατολική, η οποία μας φέρνει κάτω από μια διπλή απότομη κόψη. Φαινομενικά δεν αντιμετωπιζότανε, αλλά καθώς πλησιάσαμε, πήραμε μια ελεύθερη ρότα ανάμεσα από τις πτυχώσεις των δύο κάθετων πλαγιών και ανηφορίζοντας με σχετική δυσκολία βρεθήκαμε ύστερα από μια ώρα περίπου στην κορυφή του Πουλιού (1.846 μέτρα).

Στα ανατολικά μας ξεδιπλωνότανε μια ωραία κορυφογραμμή, διάσπαρτη από  λιβάδια και αραιά πεύκα, η οποία τελείωνε στην απέναντι καμπύλη του Παπαδημήτρη (1.930 μέτρα υψόμετρο). Πίσω μας, στα βόρεια, φάνταζε ο απότομος πύργος της Σβώνης, ενώ λίγο ανατολικότερα άφηνε ένα μικρό παράθυρο η δίπολη κορύφωση του Φλυτζανιού και των Πέντε Πύργων. Δυτικά και σχεδόν από κάτω μας, σε πολύ χαμηλότερο ύψος, σχεδίαζε την ωραία του άπλα το κτηνοτροφικό χωριό Καμάρια.

Στο βάθος της νότιας πλευράς αχνοφαινόταν ο όγκος του Τυμφρηστού και οι πολλαπλές κορυφές των Ευρυτανικών βουνών. Όμως μια υπέροχη τομή διαγραφότανε προς αυτή την κατεύθυνση, τη νότια, αφού βάθαινε χαρακτηριστικά το φαράγγι του Ταυρωπού, το οποίο ελίσσονταν πανέμορφα ανάμεσα από τα βαθιά χάσματα της Μάρτσας (1.687 μέτρα) και της Κόψης (1.939 μέτρα).

Επέστρεψα στο λ α ι μ ό. Και ακριβώς απέναντι, πήρα τη ράχη για τη Σβώνη. Oμαλή, ήπια και σχεδόν άκοπη ανάβαση, από νότια, δίχως κάτι το ιδιαίτερο, αν σκεφτεί κανείς πως η πίσω της πλευρά (βορειοδυτική) είναι εντελώς απρόσιτη, απόκρημνη και χαοτική.

Σε χρόνο πενηνταπέντε λεπτών, από το δρόμο, έφτασα στην κορυφή, συνυπολογίζοντας και όλες τις φωτογραφικές στάσεις.

Στην κορυφή πια είχα την αίσθηση ότι κρεμιόμουνα από μια αέρινη κλωστή που με συγκρατούσε στον κρυστάλλινο θόλο τ’ ουρανού σε ένα ασημογάλαζο κενό, το κενό του αιθέρα και των γκρεμών. Από κάτω μου το πανέμορφο βαθυπέδιο της Νιάλας, τεμαχισμένο από τους χωμάτινους δρόμους κι απέναντι η μολυβένια δαντέλα των διαδοχικών κορυφών που ανέμιζε κάτω ή ανάμεσα στα λευκόχροα νέφη, έτσι ώστε να πιστεύω ότι τραμπαλίζομαι σε ένα εξωτικό και ασταθές διάστημα.

Ο ήλιος, γινωμένο φρούτο πια, μου έδειχνε τον κόσμο αλλιώτικο και μου άνοιγε συνάμα τις πύλες ενός αχαλίνωτου παραδείσου.

Eκείνη ακριβώς την ώρα και κάτω από το αστρικό υπερθέαμα του γαλαξία, έσβησα όλα τα φώτα, έκλεισα όλα τα βιβλία κι άνοιξα όλα τα παράθυρα της ψυχής…

Δεκάδες πέτρινα αγάλματα γύρω μου. Αμέτρητοι Παρθενώνες, με γείσα, μετόπες, επιστύλια, ζωφόρους και βράχινες κολώνες.

Η Σβώνη (2.040 μέτρα) που δεσπόζει σε όλο το ορεινό κύκλωμα, και βαστάει γερά το χαλινάρι του μοχλού των βουνών της Νιάλας.

 

ΤΡΙΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

AΝΑΒΑΣΗ  ΣΤΟΥΣ  ΠΕΝΤΕ  ΠΥΡΓΟΥΣ

 

“… και τα δάχτυλα γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας”  Γ. Σεφέρης,  Μ υ θ ι σ τ ό ρ η μ α

Τι σχέση μπορεί νάχει ο στίχος αυτός του σεφερικού “Μυθιστορήματος” με τους Πέντε Πύργους της Νιάλας, την ωραιότερη από τις δαντελωτές κορυφώσεις των ελληνικών βουνών;

Θα το δούμε περπατώντας στις ράχες, τα πλούσια δάση και τις ορθοπλαγιές του αυτοτελούς κορυφώματος των Αγράφων που πολύ εύστοχα επονομάζεται  Πέντε Πύργοι.

Τον περασμένο Ιούνη ανέβηκα στο Πουλί κι ύστερα στον Παπαδημήτρη. Φτάνοντας στην κορυφή της ήπιας αυτής βουνοσειράς το μάτι μου συνέλαβε μιαν εικόνα εξαίσια κι εντυπωσιακή. Στο βάθος και προς τα βόρεια εκτείνονταν ένα θαυμαστό δίπολο κορυφών που έμοιαζε με σεντόνι κρεμασμένο από ένα σχοινί. Τα δύο αριστερά “τσιμπιδάκια” που συγκρατούσαν το σεντόνι και κρεμούσαν το ένα βουνό, σχημάτιζαν το Φλιτζάνι. Η δεξιά όμως δαντέλα, μια έξοχη πινελιά σκαλωτής αναβαθμίδας σχημάτιζε ένα πολλαπλό επίπεδο με τις πέντε επάλξεις ενός απόρθητου φρουρίου. Ηταν η αυτοτελής κορυφή των Πέντε Πύργων που χωριζόταν από το Φλιτζάνι με ένα ρηγματώδες διάσελο, αλλά μπορούσε κανείς να το θεωρήσει και ως ενιαίο πλέγμα.

Εστίασα το φακό των ματιών, σε αυτό το πυργωτό ανάπτυγμα και μου βγήκε μια μαγική “εικόνα” ουράνιας τελείωσης.

Καμιά πληροφορία δεν είχα για τους Πέντε Πύργους. Ετσι αποφάσισα να βυθιστώ στους  ειδικούς χάρτες, να κόψω αζυμούθια, να εκμετρήσω ισοϋψείς και να ρωτήσω, αν λάχει και κανένα ντόπιο, που βόσκει τα κοπάδια του εκεί “σαπάν’ στου Ανθηρό”…

Μελέτησα προσεχτικά το χάρτη της ΑΝΑΒΑΣΗΣ και στάθμευσα στο χωριό Ανθηρό, το οποίο βρίσκεται πλησιέστερα στην κορυφή των Πέντε Πύργων. Στην πλατεία του που είναι επιστρωμένη με ωραίο γρασίδι και η οποία σκιάζεται από ένα εξίσου δροσερό πλατάνι, ισκιώνονταν μια παρέα καλοφαγάδων που κροταλούσε τα πηρούνια της βαθιά μες στο σφαχτό που της είχε σερβιριστεί. Λίγο παράμερα ο ψήστης και εστιάτορας έπινε τον καφέ του παρέα με ένα βοσκαρούδι. Σταμάτησα δίπλα τους και τους ρώτησα από πού ξεκινάει κανείς για τους Πέντε Πύργους. Το βοσκαρούδι σηκώθηκε, πήρε θέση πίσω από το πλατάνι που έκρυβε τη θέα των Πύργων, τέντωσε το δάχτυλό του και μούδειξε το δάσος και τη γυμνή πλαγιά πάνω από τα οποία ξετυλίγονταν οι διαδοχικές κορυφές των Πέντε Πύργων.

Ε! Αυτό δεν ήταν και δύσκολο να το καταλάβω. Υστερα το βοσκαρούδι άλλαξε στάση και προσανατολισμό και μούπε πως πρέπει να συνεχίσω το δρόμο μου για τη Σάϊκα κι αφού περάσω τη διασταύρωση για τις Δρυάδες, θα συναντήσω μια μεγάλη πράσινη πλαστική δεξαμενή. Από εκεί θα στρίψω δεξιά από ένα στενό χωματόδρομο και θα τονε πάρω μέχρι να τελειώσει. Σε δύο διασταυρώσεις θα αγνοήσω τις δεξιές κατευθύνσεις και θα πάρω τις αριστερές διακλαδώσεις.

Το βοσκαρούδι ήταν ακριβέστατο. Ποτέ άλλοτε το ψάξιμο ενός πρωταρχικού ίχνους ορειβατικής διαδρομής δεν υπήρξε ευκολότερο.

*

Διάνυσα με το αυτοκίνητο έξη χιλιόμετρα ενός δύσκολου δασικού δρόμου με συνεχείς λακκούβες και νεροφαγιές. Η υψομετρική διαφορά άγγιξε τα τριακόοσία μέτρα. Στα πρώτα ανεπαίσθητα ξέφωτα φάνηκε η ανατολική λεκάνη της Νιάλας, με τη σαρωτική πλαγιά της Σβώνης, και τις παράπλευρες κορυφές του Πουλιού και του Παπαδημήτρη. Στον πυθμένα του βλέμματος αποκαλύφθηκε η συναρπαστική θέση της Σάϊκας, στεφανωμένη από τις πορφυρένιες στέγες των σπιτιών της, με την υπέροχη χαράδρωση του Ασπρου, το παμπάλαιο, ανακαινισμένο και ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας και το άσπιλο και βελουδένιο ελατόδασο που το πλαισίωνε.

Ο δασικός δρόμος που καβατζάριζε τη γυμνή ράχη έφτασε σε ένα πελώριο έλατο όπου ήταν καρφιτσωμένο ένα κόκκινο σημάδι κι από κάτω του σε ένα κοτρώνι είχε σταμπαριστεί μια ολοκόκκινη πινελιά, ένδειξη ότι αποκεί άρχιζε η ορειβατική ανάβαση για τους Πέντε Πύργους. Μια ανεπαίσθητη λάκα γύρω από το ελάτι και μια ελαφριά τομή στο έδαφος ερμήνευε την απαρχή του υπέροχου ορειβατικού μονοπατιού για την κορυφή.

Φόρεσα τα ορειβατικά μου και διείσδυσα στο ελατόδασος ακολουθώντας το φιδίσιο χνάρι του μονοπατιού.

Το αραιό δάσος, ο έρπητας του  μονοπατιού, οι γυμνές δαντέλες μιας πλέουσας κορυφογραμμής και η απέραντη γαλήνη και μοναξιά, πλαισιωμένη από τις σπάνιες ρητορικές της ελληνικής βουνοχλωρίδας, με έκαμαν, ώστε  “άνω σχώμεν” τας καρδίας.

Η απεραντοσύνη, ιδιαίτερα, που απλώθηκε γύρω μου σαν μια έννοια καθολική και αδιαίρετη μου θύμισε το απόσπασμα εκείνο του Χένρι Μίλερ, για την Ελλάδα που διέσωσε ο Εντμουντ Κίλι και που εμείς οι Ελληνες το αγνοούμε επιδεικτικά:

“…η Ελλάδα έχει μια εντυπωσιακή απεραντοσύνη, που κανένας άλλος τόπος στον κόσμο δεν μου έκανε μια τέτοια εντύπωση μεγαλοσύνης” (*).

Για μισή ώρα περπατούσα κάτω από τις βαριές σκιές των ελατόδεντρων. Όταν βγήκα από τη σκιά της δασικής μελαγχολίας άλλαξα κατεύθυνση και προσανατολισμό. Γύρισα προς τα βόρεια ακολουθώντας τώρα την ευδιάκριτη τομή του μονοπατιού που ανηφόριζε μεσ’ από διαρκείς φουρκέτες προς το μέτωπο της κορυφογραμμής. Ψηλά στην ολόφωτη και στιλπνή κορυφογραμμή διακρινότανε το φιδωτό μονοπάτι. Η ανηφοριά ήταν επίπονη και σχεδόν απότομη. Χρειάστηκα περίπου άλλο ένα μισάωρο κοπιαστικής αλλά και ευχάριστης ανάβασης για να φτάσω σε ένα μπαλκόνι, από όπου ξεπετάχτηκε μία δυναμική και εικόνα φυσικού μεγαλείου. Ολόκληρη η λίμνη του Πλαστήρα, με τις διαδοχικές πτυχώσεις και τους βαθύκολπους όρμους της. Ενα υπερθέαμα που ασφαλώς μόνο οι ορειβάτες μπορούν να απολαύσουν. Οι βράχινες απολήξεις των ορθοπλαγιών συνδυάζονταν υπέροχα με τις λιμνίσιες περιελίξεις προσφέροντας ένα οπτικό υπερθέαμα.

Από τον αυχένα σταματούσε πλέον η σηματοδότηση του μονοπατιού κι όπως συμβαίνει στις κορυφώσεις των περισσότερων βουνών άρχιζε η τελική ανάβαση στο κορύφωμα των Πέντε Πύργων από ένα ελεύθερο σκαρφάλωμα, σχεδόν κατακόρυφο, αλλά όχι επικίνδυνο.

Με πήρε άλλη μισή ώρα μέχρι να κορυφωθώ στον πρώτο μεγάλο εξώστη των Πέντε Πύργων. Αλλά η κύρια κορυφή, η μεγαλύτερη των Πέντε Πύργων (καθώς οι άλλες τέσσερις ήταν κρυμμένες στην πίσω πλευρά τους), είχε ακόμη δρόμο, αφού έπρεπε να διασχίσω ένα καταπράσινο χλοερό λιβάδι διάσπαρτο με ορχιδέες.  Κι ύστερα να αναρριχηθώ σε δύο υψώματα που έμοιαζαν με απρόσιτες ντάπιες.

Χρειάστηκα ένα τέταρτο για να διασχίσω το λιβάδι και να βρεθώ στη ρίζα του πεντακόρυφου υψώματος των Πύργων. Τώρα, τα “χρειάστηκα”. Φαινόταν από πρώτη θεώρηση άπαρτο το ύψωμα των Πύργων. Εφερα ένα γύρο στη βάση της κορυφής και ανακάλυψα ένα κρυφό αλλά και ριψοκίνδυνο διάσχισμα. Εκμέτρησα τους κινδύνους και μ’ όλα αυτά αποφάσισα να επιχειρήσω με τη βοήθεια των χεριών την ανέλκυση του σώματος επάνω σε αυτό το κορύφωμα. Δε με βοηθούσαν τα μπατόν. Επί πλέον με βάραινε το σακίδιο με τα φωτογραφικά. Εγκατέλειψα ραβδιά και μηχανές κι επιδόθηκα στην αναρρίχηση με τα χέρια. Αγκάλιασα τον αιχμηρό βράχο που ανηφόριζε, καθώς το σώμα μου πια στηριζόταν στα δάχτυλα της ψυχής που προωθούσε όλο το εγχείρημα ως την εκδοχή της κορυφαίας πτυχής.

Το αγκάλιασμα της τελευταίας ράχης και οι έλξεις των χεριών, που δουλεύανε σαν ερπύστριες μιας σαρανταποδαρούσας, με έφεραν σε δέκα λεπτά στο ολικό ζυμωτήριο των αισθητών και στην πρόσληψη του εκρηκτικού πανθέου. Την κορυφαία δηλαδή στιγμή των Πέντε Πύργων.

Σβάρνισα το βλέμμα μου στα δύο κενά που άπλωναν το έκθετο χάος τους εκατέρωθεν. Απότομοι πτωτικοί γκρεμοί έχασκαν από δω κι από κεί. Εκείνο που με φόβισε προς στιγμή ήταν η ιδέα της επιστροφής. Ωστόσο σκαρφάλωσα ως τη μεγάλη τούρλα, το κορυφαίο σκέλος των Πέντε Πύργων.

Υστερα προχώρησα ως το τελικό ρήγμα. Από την άκρη του αποκαλύφθηκε η πενταπλή πτυχή των πύργων που διολίσθαιναν με χάρη και ελιγμούς προς τον γκρεμό. Από εκεί και πέρα απλώνονταν η απότομη διάταση του σεντονιού που διέγραφε το διπλό κρέμασμα του Φλιτζανιού.

Την ίδια στιγμή, προβληματισμένος κι εγώ ο ίδιος με αυτή την παράτολμη και μοναχική ανάβασή μου, στους Πέντε Πύργους, θυμήθηκα τον στίχο του Οδυσσέα Ελύτη από τις “Εξι και μία τύψεις για τον Ουρανό”:

“Λοιπόν,  αυτός που γύρευα,  ε ί μ α ι”.

*

Το θρυλικό οροπέδιο της Νιάλας εκτάθηκε ως πέρα τον ορίζοντα των κλειστών βουνών που το κανάκευαν και το υιοθετούσαν. Τα τσίγκια από τις στάνες και τα κτηνοτροφικά καλύβια γυάλιζαν μέσα στο εκτυφλωτικό φως του αγραφιώτικου δειλινού. Το μικρούλι εκκλησιδάκι του Προφήτη Ηλία, στην άκρη του γούπατου, εκύκλωνε με τη σκεπούλα του τους δυό ηρωϊκούς μαχαλάδες, της Νεράϊδας και του Χαλιά. Από όλα αυτά τα ρήγματα ξεπηδούσαν τεράστιοι όγκοι από τις υλακές των δεκάδων σκυλιών των κτηνοτρόφων που έσχιζαν το ύφασμα της σιωπής και μεγαλοποιούσαν την ακουστική του θεατρικού σκηνικού της Νιάλας.

“Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά – που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό”…

 

ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

ΑΝΑΒΑΣΗ ΣΤΟ ΜΠΟΡΛΕΡΟ

Για να ανεβούμε στην κορυφή Μπορλέρο της Νιάλας, θα ξεκινήσουμε την πεζοπορία μας από τον Οικισμό των Ζυγογιανέϊκων.

Τρισήμιση χιλιόμετρα ύστερα από το φράγμα του Μέγδοβα, μια πινακίδα αριστερά μας κατευθύνει για τον οικισμό του Κέδρου και το Πυροφυλάκειο.

Η διαδρομή είναι ασφάλτινη για δύο χιλιόμετρα κι ύστερα χωμάτινη – για άλλα τρία – μέχρι να προσεγγίσουμε το καταφύγιο του ΕΟΣ Καρδίτσας, στη θέση Ελατάκος. Μια μικρή μονόχωρη, καλυβένια ξυλοκατασκευή είναι που ωστόσο ευκολύνει αρκετά τους οδοιπόρους και τους ορειβάτες. Είμαστε πια σε υψόμετρο 1.450 μέτρα κι από εδώ παίρνουμε το καλογραμμένο κι ευδιάκριτο μονοπάτι για την κορυφή.

Βαδίζουμε πρώτα μέσα στο δάσος με τα πανύψηλα ελάτια για ένα τέταρτο κι ύστερα βγαίνουμε ύστερα σε τραχιά διαδρομή, μέσα από αρρωστημένα πεύκα.

Σε άλλα δέκα λεπτά φτάνουμε σε βρύση – ποτίστρα με κρυστάλλινο νερό. Η θέα της λίμνης Πλαστήρα αποκαλύπτεται σαν από αεροπλάνο, μαγική, ολοπράσινη και με αλλεπάλληλες πτυχές και κολπώσεις, μέσα σε ένα απίθανο χαλί κεντημένο από θεϊκά χέρια με κλωστές από μαβιά, λαδένια και  υγρόφιλα λιβάδια.

Η πορεία μας από δω αλλάζει κατεύθυνση και γίνεται ανατολική. Συνεχίζει μέσα στο πυκνόφυλλο δάσος με ηπιότερη την ανηφόρα. Βαδίζουμε έτσι για ένα δεκάλεπτο περίπου. Μπροστά μας αποτυπώνεται ένα υπέροχο ανοιχτό λιβάδι, που η ομορφιά του μας αιχμαλωτίζει. Κοπάδια από δαμάλια σεργιανάνε, ενώ η ποικιλία των αγριολούλουδων αρχίζει τη δική της συναυλία με την πολυχρωμία και τις οστεοθήκες των μίσχων να αργοσαλεύουν στο πρώτο αεράκι που θα τις κανακέψει.

Στρέφουμε την πορεία μας προς τα δυτικά πλέον.

Εμπρός μας ανοίγεται μια γυμνή δίπολη κορυφή που αφήνει μιαν υποψία περάσματος από τη μέση της. Πρώτα όμως πρέπει να τραβερσάρουμε το λιβάδι, να το κατηφορίσουμε για να πάρουμε κατόπι ένα δύσβατο πετρώδες μονοπάτι που θα μας οδηγήσει στο βυθό της ρεματιάς, από όπου θα αρχίσει η ανάβαση για την προσπέλαση των δύο κορυφών που διχαλώνουν απέναντί μας.

Ολόγυρα επικλινή λιβάδια με όλο τον πλούτο των βολβών και των βοτάνων. Ανυπόταχτα βράχια ορθώνονται κι από τις δύο μεριές, καθώς διασχίζουμε την ήπια χαράδρα. Είναι δυό στιβαροί όγκοι βουνών, η Πεταλούδα δεξιά (1.770 μ.) κι η Σουφλιστάρα στ’ αριστερά μας. Όταν φτάσουμε στο διάσελο που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο κορυφές (1.600 μ.) στρέφουμε δυτικότερα κι επιχειρούμε μια χωμάτινη διάβαση ενός δεκάλεπτου, μέσα σε φλύσχη, μέχρι να ορθοποδίσουμε σε έναν  εξαίσιο βραχότοπο, όπου βγαίνοντας βέβαια παθαίνουμε την πλάκα μας. Μπροστά μας ξανοίγεται ένα υπερθέαμα κορυφών, μέσα όμως από μια βραχότρυπα, τις περίφημες «Πόρτες των Αγράφων»… Είναι δυο πανύψηλα βράχια – συμπληγάδες, που αφήνουν ανάμεσά τους μόλις και μετά βίας ένα πέρασμα δύο μέτρων.

Απειρες δαντέλες κορυφών με τις οδοντωτές κληματσίδες τους και τα πυραμιδωτά και κυμαινόμενα κορυφώματα. Στα χαμηλώματα ζώνουν τις περιφέρειες ζωνάρια από ριζοβούνια ασβεστολιθικά και από φλύσχη.

Προχωρούμε με λαγγεμένο βλέμμα  παραμερίζοντας τα χαμόκλαδα που φράζουν την εμπασιά του περάσματος.

Το μονοπάτι κατηφορίζει πια έχοντας ψηλότερα κι απέναντί μας το απότομο ανάπτυγμα της κορυφής του Μπορλέρου κι ενδιάμεσα μια δασωμένη πλημμύρα φυλλοβόλων από αναπάντεχες οξιές και πουρνάρια.

Εισχωρούμε στο δάσος με την αδιατάρακτη σύνθεση και τα εντυπωσιακά ορχεοειδή στις παρυφές του, τον βοτανικό, μ’ άλλα λόγια, παράδεισο των Αγράφων. Από όσο ξέρουμε ετούτο το δάσος των φυλλοβόλων είναι σχεδόν μοναδικό σε όλο τον κορμό των Αγράφων.

Εδώ κάπου βρίσκεται και το όριο των δύο νομών, καθώς εγκαταλείπουμε τα καρδιτσιώτικα εδάφη για να μπούμε στην ευρυτανική ενδοχώρα.

Δεν αλλάζει όμως τίποτε, παρά μόνο η αίσθηση ότι μπαίνουμε για τα καλά στα γνώριμα και πολύ αγαπημένα  μέρη της Νιάλας.

Ολες μου οι σκέψεις  σφηνώνουν μέσα σε αυτό το πλαίσιο, καθώς τελειώνει η κατηφόρα και τώρα πρέπει ν’ αρχίσουμε το τελευταίο σκαρφάλωμα για τον συμπαγή βραχώδη κώνο του Μπορλέρου.

Βγαίνουμε γρήγορα σε φρεσκοανοιγμένο χωματόδρομο που εξυπηρετεί βοσκολίβαδα. Ο δρόμος αυτός τελειώνει λίγο πιο κάτω, αλλά η σηματοδότηση του ανηφορικού μονοπατιού αρχίζει από την κούρμπα που κάνει ο δρόμος αυτός λίγο πριν την τελευταία του στροφή.

Αποφασίζουμε την τελευταία ανάβαση από το σημείο που βρισκόμαστε, δίχως παράκαμψη, ως το έσχατο σημείο της κορυφής.

Δεν είναι μακριά μας η κορυφή. Όμως η ανάβαση είναι οχληρή. Βέβαια τεμαχίζουμε την ανάβαση σε διαρκή φουρκετάκια (ζικ-ζακ).

Καθώς ανεβαίνουμε, αντικρίζουμε τις σπάνιες συνομοταξίες του βοτανικού πλούτου. Δε βλέπουμε ωστόσο τίποτε ακόμη από αυτό το εκρηχτικό μίγμα των υπερβατικών κορυφών της Νιάλας.

Βαδίζουμε με τη βοήθεια των μπατόν. Σκάβουμε,  σε κύριο λόγο, στο μαλακό και τρυφερό χώμα και μπήγουμε για τα καλά την προσπάθεια με το πείσμα να κερδίσουμε λίγα μέτρα παραπάνω.

Πελεκητοί μονόλιθοι ξεχωρίζουν στην πυραμίδα της κορφής. Είναι σκέτοι αλπικοί λιθώνες που σχηματίζουν και μορφοποιούν τα βραχώδη πρανή της κωνικής κορυφής του Μπορλέρου.

Οχι πάνω από τρία τέταρτα, από τη βάση της κωνικής πυραμίδας, αγγίζουμε το θαύμα της πανέμορφης αυτής κορυφής, που βέβαια μας αποζημιώνει με το παραπάνω.

Μια ξαφνική βουνοπλημμύρα εκτείνεται απέναντι κι ολόγυρά μας. Αμέτρητοι βράχινοι πύργοι – πυλώνες μιας πέτρινης πολιτείας – διαχέονται σε όλα τα πλάτη του ορίζοντα. Μα αυτός δεν είναι ορίζοντας συνηθισμένος. Είναι ένα εκμαγείο θαυμάτων και υπερβατικών σημείων.

Η τριπλή διαδοχή των κορυφών της Πλάκας, του Φλυτζανιού και των Πέντε Πύργων πυροδοτεί τις αισθήσεις μας με την αψάδα των γήϊνων  ειδωλίων της αγραφιώτικης γεωπλασίας.

Το οροπέδιο της  Ν ι ά λ α ς, με τις γλυκές και πανέμορφες κορυφές του, είναι μοναδικό στον ελλαδικό χώρο, ως ένα ιδιότυπο οροπέδιο, που στεγάζει τον  κτηνοτροφικό οικισμό της Ν ε ρ ά ϊ δ α ς και που βρίσκεται στο βυθό ενός ορεογραφικού πέταλου πολλών κορυφών.

*

Το γλυκό φως του απογέματος χύνεται ολούθε αποκλιμακώνοντας κάθε τραχύτητα των πέτρινων ακρόβουνων, ντύνοντας τα καταράχια και τα σύρραχα με υποβλητικές φωτοσκιάσεις.

Η Νιάλα, αυτό το πανέμορφο οικοσύστημα, με τα χλωρολίβαδα, τις λαγγεμένες κοιλάδες, τις δρυμοσκεπείς ράχες, τα καταράχια, τα χαριτωμένα πρανή και το γεωλογικό της παράδοξο, στήνεται ολόκληρη απέναντί μας και μας παραδίνεται άγρια μαζί και γλυκιά, φοβερή στην όψη κι όμως ανθρώπινη, υπέροχη και καταιγιστική…

Είμαστε σε ένα χαμηλοτάβανο οντά, απ’ τον οποίο ατενίζουμε τις ολοκληρωμένες πτυχές της ζωής και της φύσης. Ενας γονιμοποιητής μπαίνει σε ενέργεια και καλλιεργεί τη φαντασία και το όνειρο.

Δεν μας κρατάει άλλο εδώ η ώρα. Ισως το καλύτερο θα ήταν να διανυχτερεύσουμε εδώ πάνω. Δεν είμαστε όμως προετοιμασμένοι και πρέπει να γυρίσουμε “πίσω” στη ζωή και τα “πρέπει”…

 

ΠΕΜΠΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ 

H διάσχιση του Ασπρου

 

Την τελευταία μέρα της παραμονής μας στην περιοχή της Νιάλας η Αννα μετά το διάσχισμα του Φλιτζανιού και της Πλάκας μας επεφύλαξε το καλύτερο δώρο, εμένα και του Θεόφιλου. Μας πήγε μέχρι το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία και μας άφησε εκεί, προκειμένου εγώ και ο Θεόφιλος να πραγματοποιήσουμε ένα όνειρό μας. Την ολοκληρωμένη πεζοπορική διάσχιση της παλιάς στράτας Σάϊκας – Νιάλας, αλλά με αντίστροφη κατεύθυνση. Εκείνη θυσιάστηκε να οδηγήσει μέχρι τα Καμάρια, όπου είχε μια πολύ εποικοδομητική συνάντηση γνωριμίας με τον αρχικτηνοτρόφο των Καμαριών, τον Τσιγαρίδα και ύστερα ήρθε να μας παραλάβει από τη Μονή Αγίας Τριάδας της Σάϊκας. Η πραγματοποίησή του φανταστικού αυτού διασχίσματος δεν μπορεί να αποδοθεί με πεζό λόγο παρά μόνο με μικτό ποιητικό χαρακτήρα…                   Μπορεί κάπου να μην ακούς τίποτα και ταυτόχρονα ν’ ακούγεται ο εσωτερικός σφυγμός και ανάσα της γης; Να μην ακούγεται ο κόσμος μηδέ η αναπνοή σου; Να πυροβολείσαι από χιλιάδες κρότους; Eσωτερικούς; Ή μήπως όχι; Μπορεί κάπου κάποιος να ολοφύρεται; Και μαζί να ευωχείται;   Xωρίς να μπορείς να τον εντοπίσεις; Υπάρχει χώρος στο κόσμο που να μην χωράει η λογική σου; Υπάρχει! Μόνο στη φαντασία της έντεχνης Φύσης;          Αυτή τη φαντασία κατεργάζεται η Νιάλα…Μα, θα μου πείτε, διαθέτει φαντασία η Φύση; Η Νιάλα, ας το πούμε θαρρετά, διαθέτει.    Χρειάζεται μόνο να τείνουμε αυτί, να την αφουγκραστούμε. Ν’ αφουγκραστούμε τους κρότους τους βρυγμούς και τα τριξίματά της. Τις ανεπαίσθητες – ορατές και αθέατες – φωνές της Φύσης. Εδώ πάνω στο εκμαγείο της φαντασίας. Της παρθένας τέχνης και του μυστικού τροφείου της Φύσης. Αληθινού θυσιαστηρίου.Φαντασίας και ουράνιου μυστηρίου.        Αφηγείται λοιπόν η ίδια η φύση. Και χρησιμοποιεί ρήματα καθημερινής χρήσης. To υιοθετώ και το αφομοιώνω.        Ρήματα που ενεργοποιούν ή αποδυναμώνουν. Τον συνδετήρα του ανθρώπου με τη γαλήνη. Τη μια και μόνη γαλήνη, τη γαλήνη της Νιάλας. Που κρατάει με νύχια και με δόντια την παρθενία της. Α, και κάτι τελευταίο. Τα πάντα εδώ στη Νιάλα είναι ορατά, τα πάντα φευγαλέα. Με το φως ν’ αλλάζει συνεχώς, σε θέατρο φασματικό αντικατοπτρισμών…

Ας αφουγκραστούμε λοιπόν τη γαλήνη της Νιάλας να αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, καθώς διασχίζουμε το ρέμα του Ασπρου, βαθιά μέσα στο πέταλο της Νιάλας, πριν είναι αργά κι οι ανεμογεννήτριες σαρώσουν τη γαλήνη της για πάντα…

 

Μιλάει ο έλατος. Ψιθυρίζει η οξιά. Μειδιά ο φράξος. Φλυαρεί το σκλήθρο. Αυθαδιάζει ο χάραδρος. Τρανεύει ο βράχος. Κοκκινίζει από ντροπή η φτέρη. Αντιλαλεί ο ρούφουλας. Φρουμάζει η δαμάλα. Γρυλλίζει ο λύκος και το τσακάλι. Κουβεντιάζει η λιόσκονη με τα σκιάδια. Αυτοκτονεί ο καταρράχτης. Ψέλνει ο αγέρας νότες βυζαντινές. Κρυφτούλι παίζει ο lactarius deliciosus. Το πευκομανίταρο.  Σκαλώνουν οι Πέντε Πύργοι…προσκυνώντας τα πόδια του Φλιτζανιού.        Και νεύει η Σβώνη του Καταρραχιά. Ανοίγοντας κι οι δυο διάλογο. Με τη στέγη τ’ ουρανού.

Διάπλατη γαλήνη συνεπώς.

Πολύγλωσση πολυσχιδής και πολυζυμωμένη.

 

(*) Eντμουντ Κήλυ, “Αναπλάθοντας τον Παράδεισο”,  Εξάντας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα.

Δημήτρης Χατζής, Οι Ανυπεράσπιστοι

Bob Gibbons, Οδοιπορικό στην Ελληνική Φύση.

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΔΙΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ  (*)

 

“Το να φεύγεις για να σκοτώσεις συμπατριώτες σου στερείται το κίνητρο του κανονικού πολέμου”…

Κέβιν Αντριους,  “Η πτώση του Ικαρου”

 

Ένα βροχερό και παχνιασμένο Σάββατο κάποιου Νοέμβρη, πριν δέκα περίπου χρόνια, πήρα την απόφαση ν’ ανηφορίσω, κόντρα στον καιρό, ως το μνημείο που είναι στημένο στα υψίπεδα της Νιάλας, στην καρδιά των ορεινών Αγράφων, για να βαδίσω πρώτ’ απ’ όλα  επάνω στις ωραιότερες βουνοκορφές της χώρας κι έπειτα ν’ αποτίσω έναν οφειλόμενο φόρο τιμής και μνήμης σε αυτούς που χάθηκαν εκείνη την παγωμένη νύχτα του 1947, καθώς αγκαλιασμένοι  (στρατιώτες του  κυβερνητικού στρατού και αντάρτες), μαζί με πλήθος πλάνητων και αμάχων χωρικών βρέθηκαν νεκροί, από το ψ ύ χ ο ς…

Κανείς δεν κατάλαβε γιατί πέθαναν αγκαλιασμένοι οι μισητοί αντίπαλοι εκείνη τη νύχτα, αφού τη μέρα που προηγήθηκε αλλάζανε σφοδρά πυρά μεταξύ τους σκοτώνοντας ο ένας τον άλλον. Γιατί κανείς δεν καταλαβαίνει τις αιτίες του πολέμου και την ηθική των διαταγών, αφού απλοί στρατιώτες ήταν όλοι τους που εκτελούσαν εντολές…

Ήταν το σούρουπο της 12ης Απριλίου του 1947, που οι αντίπαλοι του εμφυλίου δεν άντεξαν την παγωνιά και κόχεψαν κάτω από την ίδια σκηνή, σώμα με σώμα, για να ζεσταθούν και πολλοί πέθαναν αγκαλιασμένοι. Τη νύχτα που πέρασε την έβγαλαν, κάτω από ιστορικά ανεξακρίβωτες συνθήκες, πλάϊ-πλάϊ, αναστέλλοντας συνάμα κάθε εχθροπραξία. Οι στρατιώτες είχαν στρατοπεδέψει σ’ ένα γούβωμα της βουνοπλαγιάς, για να εγκλωβίσουν τους αντάρτες που υποχωρούσαν κι οι τελευταίοι για να μπορέσουν να διαφύγουν πίσω από τα υψώματα της Νιάλας με κατεύθυνση την Πίνδο.

Εκεί, στα 1.800 μέτρα των Αγράφων, σήμερα έχει στηθεί ένα απέριττο λιτό επιτύμβιο, που θυμίζει στα πουλιά, τις σαύρες και στους “τρελούς” που περνούν από κει, την ανεπανάληπτη εκείνη, και μοναδική στην ιστορία, πράξη συμφιλίωσης…

*

Από το νέο περιφερειακό δρόμο της Καρδίτσας βγήκα γρήγορα στον ανήφορο για την Καστανιά. Ανέβηκα στον Ίταμο προσεγγίζοντας εύκολα και άνετα το Ανθηρό. Πέρασα τη διασταύρωση για Καροπλέσι, και κατευθύνθηκα για το χωριό της Σάϊκας…

Η Σάϊκα, ένα πανέμορφο χωριουδάκι, στα ριζοβούνια της Νιάλας, πνιγμένο στα έλατα και κάτω από την μυτερή κορυφή της Σβώνης, διαθέτει ένα ιστορικό μοναστήρι, κρησφύγετο του Κατσαντώνη, τη μονή της Αγίας Τριάδας, που ανακαινίστηκε πρόσφατα. Από εδώ φεύγει ο δρόμος για την καρδιά της Νιάλας, μεσ’ από ένα χαραδρωτό βάραθρο, δρόμος που κλείνει με την πρώτη βροχή. Όμως εγώ παίρνω αυτόν που φεύγει ανατολικά και κάνει μερικές κούρμπες απάνω από το χωριό μέχρι να βγει στα ελατόζωνα πρανή. Η διαδρομή είναι συναρπαστική. Το θέαμα γίνεται συνταρακτικό μπαινοβγαίνοντας στην ομίχλη. Δε βλέπω ούτε στα τρία μέτρα. Περνάω ένα διάσελο, που μόνο με την αίσθηση της εμπειρίας μου υπολογίζω. Κι όταν μια ξαφνική ευδία θρυμματίζει την καταχνιά,  β λ έ π ω  σαν σε θεία αποκάλυψη το αγνό μαζί και άγριο πρόσωπο του βουνού. Αργά μες στο Νοέμβρη ψαύω τη γυμνή ορεινή αλήθεια, ζωσμένη από ένα πράσινο που δεν έχει ούτε ο Μάης…

Στο νου μου έρχεται ο θείος Πλάτωνας που λέει ότι “η Φύσις δεν είναι απλώς ό, τι φαίνεται, αλλά και ό,τι συλλαμβάνει ο νους”…

*

Η ομίχλη οδηγείται από ένα αόρατο χέρι μακριά και φεύγει, αλλά ξανάρχεται, βυθίζοντας κάθε τόσο τ’ ακροδάχτυλά της βαθιά στο σώμα του βουνού κι ύστερα αφανίζεται πάλι για να αναζωογονηθεί, και να φτιάξει σχήματα αλλοπρόσαλλα κι εντυπωσιακά.

Μηχανικά οδηγώ πια εκεί στα ψηλώματα. Περνάω τη διασταύρωση για τον κτηνοτροφικό οικισμό Κ α μ ά ρ ι α  και φτάνω ψηλά από δαύτα, εκεί πια που ο κύριος άξονας κατηφορίζει για το γνωστό ευρυτανικό χωριό Άγραφα. Εκεί όμως υπάρχει ένα τρίσταυρο, καθώς ένας δευτερεύων δρόμος ανηφορίζει για τις κορφές και τα υψίπεδα της φοβερής Νιάλας.

*

Σε διαρκή στροφάδια αναλώνω την επόμενη μισή ώρα, έχοντας αντίπαλό μου την κουρτίνα μιας οχληρής καταχνιάς.

Φτάνω σε μια χαρακτηριστική λωρίδα βουνού. Από δω αρχίζουν τα ωραία. Το άγιο σώμα της Νιάλας με καλωσορίζει.

Πίσω μου αφήνω τις κορυφές του “Πουλιού” και του “Παπαδημήτρη”. Μπροστά μου ξετυλίγεται ένα θαύμα που είναι σπάνιο και μοναδικό στη θωρακισμένη από τα βουνά ενδοχώρα μας.

Στη στιγμή πέφτει απάνω στην ανατολική κόψη, ένα θεόρατο μολυβένιο παλτό που καλύπτει το σύμπαν. Κάθεται απάνω στη ράχη της νότιας βουνόραχης, και δε λέει να προχωρήσει. Αφήνει ξεσκέπαστο τον έναν ώμο των Αγράφων και κρύβει τον άλλονα με τα μαύρα κροσσωτά του νέφια. Το βλέμμα σαρκώνει τη νότια πλευρά της ορεινής βουνοπλημμύρας. Και νά η Φτέρη, το Ντελιδήμι, η Λιάκουρα, τ’ Ασπρόρεμα, τα Αγραφα, το Τροβάτο, η ακατάλυτη Ομορφιά.

Από την άλλη, το βλέμμα χάνει την επαφή του με τις κορφές και μαζί του χάνεται ολόκληρη η μαγεία της Νιάλας.

Προχωρώντας απάνω στην κορφογραμμή για δυο χιλιόμετρα κι έχοντας την αίσθηση πως ιππεύω το ουράνιο σέλας, – ομίχλη από δω, διαύγεια από κει -, αντικρίζω στο βάθος, σε μιαν απείραχτη πλαγίτσα, το πρώτο από τα δύο μνημεία του εμφυλίου. Είναι αυτό της επίσημης πολιτείας. Δεξιά μου ίσα που φεγγίζει μια υποψία της Σβώνης.

Μπαίνω με δέος στην απόλυτη κυριαρχία της ομίχλης. Κάτι με υποψιάζει πως δεν θα ξαναβγώ. Όταν αφήνω το σέλωμα του βουνού, αδυνατώ να προσεγγίσω δίχως όραση το πρώτο μνημείο και προχωρώ στα τυφλά. Δεν μπορεί κάπου θα υπάρχει, σκέφτομαι, ένα πλάτωμα, ένας υποτυπώδης χώρος στάθμευσης, που θα φαίνεται μπροστά απ’ τις ροδιές, ώστε να υπονοήσω ότι εδώ θα γίνεται το ετήσιο μνημόσυνο των νεκρών.

Οδηγώ με την αίσθηση ενός τιμονιέρη καραβιού… Ωστόσο η τύχη που βοηθάει τους τολμηρούς, με προστατεύει και μου δείχνει μες στην απόλυτη κυριαρχία της θολούρας το σημείο εκείνο που λίγο πάνωθέ του υψώνεται το λιτό κι απέριττο μαρμαράκι των νεκρών του εμφυλίου.

*

“Ένας τόπος ολόγυμνος απλωνόταν μπροστά τους, ίσιος πέρα για πέρα και λυσσασμένος αγέρας τον έδερνε… Το τρόμαξαν όλοι αυτό το τίποτα π’ απλωνότανε μπρος τους, κάνανε πίσω… Ουρλιάζοντας πίσω τους, ένας άσπρος θάνατος τους κυνήγαγε”…

Έτσι περιγράφει τον τόπο αυτό, μα και το σμίξιμο, παρακάτω, ανταρτών και στρατιωτών, μέσα στις ίδιες σκηνές, ο Δημήτρης Χατζής, στο συγκλονιστικό διήγημά του ΟΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ… Και συνεχίζει:

“Οι αντάρτες περάσανε τ’ άσπρο πλάτωμα… Κυνηγημένοι ακόμη από κείνο το φόβο του χάους. Κατεβαίναν όπως τους πήγαινε ο κατήφορος. Η σκηνή των στρατιωτών βρισκόταν πιο κάτω, μέσα στο γούβωμα – δεν την είδαν, δε βλέπανε πια… Πέσανε πάνω της, πασπατεύοντας βρήκανε τ’ άνοιγμα, μπήκανε μέσα…

– Αντάρτες είμαστε, μη βαράτε…

Ύστερα όλοι μαζί πέσανε δίπλα στους στρατιώτες. Δε βλέπανε τίποτα, δεν κάνανε τίποτα, κανένας δεν είπε τίποτα. Ακουγόταν μόνο το βόγκημα αυτών που πονούσαν. Ο αγέρας λύσσαγε στην κορφή. Το κρύο δυνάμωνε. Στριμωχνόταν ό ένας κοντά στον άλλο – δε βλέπαν, δεν ξέραν ποιός ήταν στρατιώτης ή αντάρτης. Η τάξη χάλασε μέσα, ξεσκεπάστηκαν, κρυώνουνε πάλι. Φοβούνται και σφίγγονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Λουφάζουν. Το πρωϊ θα βρεθούν εκεί. Οι στρατιώτες θα ξαναγίνουν στρατιώτες, οι αντάρτες θα γίνουν αντάρτες”…

*

Τίποτα δεν δείχνει πως θα υποχωρήσει η ομίχλη. Γι αυτό και σύντομα, φοβούμενος και την κατάσταση του δρόμου, που είναι νεροφαγωμένος και κακοτράχαλος, εγκαταλείπω αυτό για το οποίο ήρθα και κατηφορίζω προς τον πολιτισμό. Και μόλις βγω στον αυχένα του Αγίου Νικολάου, όπου βρίσκω το χαλικοστρωμένο δρόμο που έρχεται από το φράγμα και κατευθύνεται για τα Βραγγιανά, στρίβω δεξιά, και οδηγώ αργά-αργά μεσ’ από τη χλωρή βλάστηση του όψιμου φθινόπωρου στον Έλατο κι από κει στο φράγμα. Μπορεί η απόσταση να είναι μακρινή  και να διανύεται με μικρή ταχύτητα και διαρκείς αναταράξεις, αλλά άξιζε τον κόπο να περιδιαβώ τούτη την πιο άγρια περιοχή των Αγράφων.

*

Για ν’ ανέβεις λοιπόν ως τη Νιάλα, πρέπει πρωτ’ απ’ όλα να δοκιμάσεις τις αντοχές σου, ν’ αφήσεις πίσω την πόλη ή το χωριό σου,  τη θάλασσα και τις πηγές, από όπου άρδευες μια ζωή, τους φόβους, τις παγίδες και τα μη, τις ελιές, τ’ αμπέλια και τα δάση, την “ομορφιά”, όπως σου την έμαθαν, τις δήθεν απειλές και τους φόβους για τη ζωή, τους λύκους και τους κεραυνούς, κι ακόμη-ακόμη, όλους εκείνους τους ψύλλους που ροκάνιζαν την ελευθερία και το ήθος σου και σου μάθαν να ζεις γύρω από δυο τετραγωνικά τρόμου και ντροπής, και τότε, αφού αλλάξεις ένδυμα, ψυχή και σκέψη και πάρεις όλο το μαύρο πάνω σου, ώστε να γίνεις άτρωτος από φωτιές, φοβίες και μικρόψυχα πάθη, τότε θα είσαι έτοιμος να περάσεις τη μεγάλη Πύλη, που ακούει στο όνομα Νιάλα, υποψιασμένος πια πολίτης του κόσμου, στων  ορέων  ιδεών την πόλη…

Όχι, εδώ δεν είναι η Πύλη του παραδείσου. Εδώ είναι η Κόλαση της ομορφιάς και των ευδαίμονων αισθήσεων η Θύρα.

Από εδώ αρχίζει το φοβερό βήμα της ζωής, ένα κράμα υψηλής ζωικής τέχνης.

Καλό δρόμο για τη Νιάλα, που την είπανε Νεράϊδα!…

 

 

Ε Π Ι Μ Ε Τ Ρ Ο

(*) Ποιο ήταν το γεγονός που έκανε τη Νιάλα των Αγράφων ιστορικό τόπο; Συνοπτικά θα αναφέρουμε τα εξής:

“Στις 12 Απρίλη του 1947” γράφει η Παναγιώτα Μαλαίνου, δόκτωρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, “με σφοδρότατη κακοκαιρία, τμήμα του ΔΣΕ καθώς και γυναικόπαιδα ανταρτών που τους ακολουθούσαν διαβαίνοντας το διάσελο της Νιάλας κατά την υποχώρησή τους, έπεσαν πάνω σε στημένα αντίσκηνα του Τακτικού Στρατού που φύλαγε το πέρασμα εναντίον τους. Νύχτωνε, η χιονοθύελλα εμαίνετο, η παγωνιά είχε ακινητοποιήσει τους φύλακες και αποδεκατίσει τους κυνηγημένους. Στο πέρασμα της Νιάλας όπου ο ένας στρατός περίμενε να πολεμήσει με τον άλλο δεν ανταλλάχθηκαν τα αναμενόμενα μεταξύ των πυρά. Αντιθέτως κάποιοι αντάρτες, εξουθενωμένοι, στριμώχθηκαν στις ίδιες σκηνές με τους φαντάρους για να προστατευθούν από τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Όμως όταν το πρωί, η μανία του καιρού κόπασε, ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί, έγιναν συλλήψεις, εκτελέσεις και από τις δυο πλευρές των στρατοπέδων. Η ανακωχή ήταν μόνο για μια νύχτα…”

Οι μαρτυρίες αυτών που επιβίωσαν από εκείνη την παγωνιά και τον όλεθρο είναι αντικρουόμενες. “Στις αφηγήσεις των ανταρτών”, συνεχίζει η Παναγιώτα Μαλαίνου, “οι μνήμες επικεντρώνονται στο θάνατο λόγω παγετού και στη συμφιλίωση που βάσταξε τόσο λίγο”.

Οσοι συμμετείχαν στην τραγωδία της Νιάλας, συγκρότησαν την ταυτότητά τους μέσα στον συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο και στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή.

Αξιοσημείωτο είναι πως οι αναμνήσεις, οι ατομικές αφηγήσεις και οι προσωπικές μαρτυρίες συνθέτουν τη συλλογική μνήμη των πρώην ανταρτών που επί πολλές δεκαετίες σιωπούσαν.

Οι Κουτσούκης-Σακκάς γράφουν πως μετά τη μεταπολίτευση και με τη μεσολάβηση της χρονικής απόστασης οι νικητές του Εμφυλίου διαμόρφωσαν τη συλλογική μνήμη. Ετσι όμως έσπασε η σιωπή των ανταρτών του ΔΣΕ.

Η Νιάλα, ένας τόπος όπου ασκήθηκε βία για ιδεολογικούς σκοπούς, είναι τόσο πηγή αναμνήσεων όσο και τόπος προσκυνήματος.

Ο Φίλιππος Ηλιού γράφει πως στη Νιάλα επί σειρά δεκαετιών δεν υπήρχε ούτε ένα μνημείο που να μνημονεύει τον τόπο του συμβάντος. Η διάβαση από τον αυχένα της Νιάλας είναι μια διαβατήρια τελετή…

“Στη Νιάλα” συμπεραίνει η Μαλαίνου, “το παρελθόν ανασυντίθεται ως μνήμη, λειτουργεί δε ως εργαλείο δικαίωσης…”

Κατά τον Green στο ερώτημα πώς αντιλαμβανόμαστε το τοπίο αναφέρει ότι αναζητήσαμε τη σημασία του τοπίου της Νιάλας… Η Νιάλα μεταμορφώθηκε από χώρο παραγωγικής δραστηριότητας σε ιστορικό μνημείο και κατόπιν σε χώρο αισθητικής απόλαυσης και πεδίο απόδρασης” καταλήγοντας πως “Το τοπίο αντιμετωπίζεται όχι στατικά αλλά ως πολιτισμική διαδικασία”.

Βιβλιογραφία: Tα Αγραφα στη διαδρομή της Ιστορίας. Πρακτικά Συνεδρίου του 2008. Νοναρχιακή Διεύθυνση Ευρυτανίας.

back-button
next-button
niala-oi-purgoi-twn-agrafwn niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_1 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_2 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_3 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_4 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_5 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_6 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_7 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_8 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_9 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_10 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_11 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_12 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_13 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_14 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_15 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_16 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_17 niala-oi-purgoi-twn-agrafwn_18
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories