home Άρθρα Μουσείο Ακρόπολης Αθηνών: Η σκηνοθεσία μιας αρχιτεκτονημένης εμπειρίας
Μουσείο Ακρόπολης Αθηνών: Η σκηνοθεσία μιας αρχιτεκτονημένης εμπειρίας

Το Μουσείο Ακρόπολης, το οποίο υλοποιήθηκε –μετά κόπων και βασάνων– το 2009, στεγάζει τα ευρήματα του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης των Αθηνών, ενώ παράλληλα «διεκδικεί» την επιστροφή των Ελγίνειων Μαρμάρων στον τόπο όπου γεννήθηκαν. Η αρχιτεκτονική πρόταση των Bernard Tschumi και Μιχάλη Φωτιάδη αποτελεί μια σύγχρονη σκηνοθετημένη εμπειρία με θέμα τη μεγαλοπρέπεια του Παρθενώνα και των πέριξ μνημείων, μια σύνθεση που συνδυάζει τη δημόσια αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και το αρχαίο τοπίο σε μια δυναμική οπτική αφήγηση.

Κείμενο: Γιάννης Πολυβώτης
Φωτογραφίες: Εύα Πολιουδάκη
Μουσείο Ακρόπολης Αθηνών: Η σκηνοθεσία μιας αρχιτεκτονημένης εμπειρίας
Κατηγορίες: Αρχαιολογία, Μνημεία
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Αθήνα

Το Μουσείο Ακρόπολης, το οποίο υλοποιήθηκε –μετά κόπων και βασάνων– το 2009, στεγάζει τα ευρήματα του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης των Αθηνών, ενώ παράλληλα «διεκδικεί» την επιστροφή των Ελγίνειων Μαρμάρων στον τόπο όπου γεννήθηκαν. Η αρχιτεκτονική πρόταση των Bernard Tschumi και Μιχάλη Φωτιάδη αποτελεί μια σύγχρονη σκηνοθετημένη εμπειρία με θέμα τη μεγαλοπρέπεια του Παρθενώνα και των πέριξ μνημείων, μια σύνθεση που συνδυάζει τη δημόσια αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και το αρχαίο τοπίο σε μια δυναμική οπτική αφήγηση.

Ιούνης 2022. Το Μουσείο Ακρόπολης κλείνει φέτος 13 χρόνια ζωής, έχοντας πια αποκτήσει στιβαρή θέση τόσο στον αστικό χάρτη της ελληνικής πρωτεύουσας, όσο και στη χωρική συνείδηση των Αθηναίων. Με επίκεντρο τα ευρήματα του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης, το μουσείο υλοποιήθηκε για να στεγάσει κάθε αντικείμενο που έχει βρεθεί πάνω στον ιερό βράχο και στους πρόποδές του, καλύπτοντας ένα ευρύ χρονικό διάστημα από τη Μυκηναϊκή περίοδο έως τη Ρωμαϊκή και Παλαιοχριστιανική Αθήνα.

Το νέο μουσείο, μαζί με το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, συνθέτουν ίσως την αιχμή του δόρατος της δημόσιας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Τα δύο αυτά τοπόσημα δεν αποτελούν μονάχα σημαντικά ταξιδιωτικά αξιοθέατα, αλλά απτά παραδείγματα της συνεισφοράς τής δημόσιας αρχιτεκτονικής στην κατανόηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και της θεμελίωσης νέων σχέσεων με την πόλη, το τοπίο, τον χώρο και την ιστορία.

Ιστορική αναδρομή

Ήδη από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης άρχισε να γίνεται επιτακτική η ανάγκη ανέγερσης ενός σύγχρονου μουσείου για τη στέγαση των γλυπτών του Παρθενώνα και των ευρημάτων του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης. Η χωρική ανεπάρκεια του παλαιού μουσείου –το οποίο βρισκόταν πάνω στον ιερό βράχο–καθώς και η ανάγκη προφύλαξης των αρχιτεκτονικών μελών του Παρθενώνα από την τοξική ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας, καθόρισαν το αρχικό πλαίσιο για την υλοποίηση ενός μουσείου αντάξιου των εκθεμάτων του.

Οι πρώτοι εθνικοί αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί του 1976 και 1979 απέβησαν άκαρποι, ενώ η σωρεία ενστάσεων και έντονων διαφωνιών για την επιλογή του προτεινόμενου οικοπέδου –θέση Μακρυγιάννη, όπου εν τέλει κατασκευάστηκε σήμερα το μουσείο– οδήγησε στην παρ’ ολίγον ματαίωση του όλου εγχειρήματος. Λίγα χρόνια αργότερα, η υπόθεση απέκτησε νέα δυναμική. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, με πρωτεργάτιδα την τότε υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη (1920–1994), το όραμα του νέου μουσείου έλαβε πολιτικές διαστάσεις, καθώς συνδέθηκε με την επιστροφή των Ελγίνειων Μαρμάρων –τα οποία ως και σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο, στο Λονδίνο– εκεί όπου γεννήθηκαν. Έτσι, το 1989 διοργανώθηκε νέος, διεθνής αυτήν τη φορά, αρχιτεκτονικός διαγωνισμός του οποίου το Α΄ Βραβείο, των Ιταλών Manfredi Nicoletti (1930-2017) και Lucio Passarelli (1922-2016), δεν υλοποιήθηκε ποτέ λόγω των δικαστικών προσφυγών του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, οδηγώντας έτσι στην ακύρωση του διαγωνισμού.

Στη συνέχεια, το 1995, η δημιουργία του Οργανισμού Ανέγερσης του Νέου Μουσείου Ακρόπολης –που στεγαζόταν στο διατηρητέο κτήριο Βάιλερ, εντός της θέσης Μακρυγιάννη– έδωσε νέα ώθηση στη μελέτη του έργου. Οι αρχικές προβλέψεις των 45.000τ.μ. μειώθηκαν στα 25.000τ.μ., ενώ παράλληλα ενσωματώθηκαν στις προδιαγραφές του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού τα νεοανασκαφέντα αρχαιολογικά ευρήματα της συνοικίας Μακρυγιάννη. Έτσι, τον Σεπτέμβρη του 2001 ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα του τέταρτου και τελευταίου αρχιτεκτονικού διαγωνισμού. Οι 91,08 βαθμοί που έλαβε η πρόταση των Bernard Tschumi (1944- ) και Μιχάλη Φωτιάδη (1937- ) ήταν αρκετοί για να αποσπάσει το Α΄ Βραβείο. Αυτήν τη φορά, όμως, οι επακόλουθες δικαστικές διαμάχες δεν εμπόδισαν την ολοκλήρωση του έργου, το οποίο άνοιξε τις πύλες του στο παγκόσμιο κοινό στις 21 Ιούλη του 2009, σχεδόν 35 χρόνια μετά την αρχική ιδέα πραγμάτωσης ενός νέου μουσείου για την Ακρόπολη των Αθηνών.

Bernard Tschumi

«Αρχιτεκτονική είναι η φόρμα της γνώσης και όχι η γνώση της φόρμας.»

Ο Bernard Tschumi, ο οποίος σχεδίασε το νέο Μουσείο Ακρόπολης σε συνεργασία με τον Έλληνα συνάδελφό του Μιχάλη Φωτιάδη, εδραιώνεται στο παγκόσμιο αρχιτεκτονικό στερέωμα κατά τις δεκαετίες του ’70 και ‘80 μέσα από το πλούσιο θεωρητικό και υλοποιημένο του έργο. Ο συντονισμός του με το συγκαιρινό φιλοσοφικό κίνημα της Αποδόμησης –με κύριο εκπρόσωπο τον Γάλλο διανοητή Jacques Derrida (1930-2004)– καταδεικνύει την προσήλωσή του προς μία «αρχιτεκτονική-δρώμενο» (architecture-event) παρά προς μία «αρχιτεκτονική-αντικείμενο-μορφή». Όταν αναλύει ο ίδιος ένα έργο του κάνει λόγο για έννοιες που αφορούν την «προγραμματική ιδέα» (concept), το «περιέχων» (context) και το «περιεχόμενο» (content). Δεν τον ενδιαφέρει η μορφή και το αρχιτεκτονικό ύφος. Αυτά αποτελούν για εκείνον «προκύπτον αποτέλεσμα» (resultante) παρά σημείο εκκίνησης. Εξού και η μορφολογική ανομοιομορφία των υλοποιημένων έργων του, τα οποία όμως ακολουθούν μια κοινή θεωρητική στρατηγική: μια συνεχής έρευνα που παίρνει κάθε φορά διαφορετικές όψεις. Ο Γαλλοελβετός αρχιτέκτονας αντιλαμβάνεται τον εαυτό του περισσότερο ως σκηνοθέτη της κίνησης των ανθρώπων-χρηστών μέσα στα κτήριά του, παρά ως έναν δημιουργό με ένα ιδιαίτερο προσωπικό φορμαλιστικό ύφος, όπως οι περισσότεροι σύγχρονοί του αρχιτέκτονες της πρωτοπορίας.

Αρχιτεκτονική σύνθεση

«Πώς μπορείς να συνθέσεις αρχιτεκτονική στη σκιά του Παρθενώνα κατασκευάζοντας ένα από τα πιο σημαντικά κτήρια όλων των εποχών;»

«Πώς σχεδιάζεις ένα κτήριο σε οικόπεδο στο οποίο ήδη “κατοικούν” ανεκτίμητα αρχαιολογικά ευρήματα και που παράλληλα ανήκει σε σεισμογενή περιοχή;»

«Πώς σχεδιάζεις ένα μουσείο που θα περιέχει μια σημαντική συλλογή κλασικών ελληνικών γλυπτών, καθώς και ένα ξεχωριστό αριστούργημα, την Παρθενώνεια Ζωφόρο της οποίας σημαντικό μέρος βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, στο Λονδίνο;»

Η συνθετική λύση που πρότειναν για το νέο Μουσείο Ακρόπολης το δίδυμο των αρχιτεκτόνων Tschumi και Φωτιάδη είχε ως αφετηρία τα τρία παραπάνω ερωτήματα. Όπως προαναφέρθηκε, πρωτεύουσα σημασία για τον Tschumi, όσον αφορά τη σύλληψη της «προγραμματικής ιδέας» (concept), έχουν το «περιέχων» (context) και το «περιεχόμενο» (content), παρά τα μορφολογικά χαρακτηριστικά ή το αρχιτεκτονικό ύφος.

Στην περίπτωση του μουσείου, στα «περιέχοντα» στοιχεία εντάσσονται: η κοντινή σχέση με τον βράχο της Ακρόπολης, τα αρχαιολογικά ευρήματα που βρίσκονται στο οικόπεδο με υψηλό ποσοστό κάλυψης και τα οποία πρέπει να μείνουν ανέγγιχτα και επισκέψιμα, ορισμένα διατηρητέα κτίσματα του 19ου και 20ού αιώνα (Μέγαρο Βάιλερ, πολυκατοικίες Διονυσίου Αρεοπαγίτου αρ. 17 και 19), ο υπόγειος σταθμός του μετρό που βρίσκεται εντός του οικοπέδου, η αυστηρή πολεοδομική νομοθεσία, η υψηλή σεισμικότητα και ο περιορισμός του ύψους. Ως προφανές «περιεχόμενο» ορίζονται τα μοναδικής αριστουργηματικής τεχνοτροπίας εκθέματα που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης με αποκορύφωμα την «ελλιπή» Παρθενώνεια Ζωφόρο.

Με δεδομένους τους ασυνήθιστους περιορισμούς που επιβάλλει η θέση του μουσείου, η αρχιτεκτονική ομάδα μετουσίωσε σε απτή μορφή τρεις «προγραμματικές ιδέες»:

Μια Ιδέα από φως

Περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία μουσείου, οι συνθήκες δημιουργίας του νέου Μουσείου Ακρόπολης έχουν να κάνουν με το φως. Πέρα από το γεγονός ότι το φως της Αθήνας είναι διαφορετικό από το φως άλλων πόλεων –όπως του Λονδίνου ή του Βερολίνου–, το φως που απαιτείται για εκθέματα γλυπτικής διαφέρει από το αντίστοιχο φως για εκθέματα ζωγραφικής ή χαρακτικών σχεδίων. Το μουσείο οφείλει να επιτρέπει την είσοδο του «αρχαίου αττικού» φυσικού φωτός στο εσωτερικό του.

Μια Ιδέα κίνησης

Η κίνηση μέσα στον χώρο και στον χρόνο αποτελεί μια κρίσιμη διάσταση της αρχιτεκτονικής και ειδικότερα του συγκεκριμένου μουσείου. Η πορεία του επισκέπτη σχηματίζει μια τρισδιάστατη θηλιά-βρόχο, προσφέροντας έναν αρχιτεκτονικό περίπατο, μια πλούσια χωρική εμπειρία που ξεκινάει από τα πρώιμα αρχαιολογικά ευρήματα και τα γλυπτά της Αρχαϊκής περιόδου, κορυφώνεται με τα Παρθενώνεια γλυπτά και επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης μέσα από τη μετα-Παρθενώνεια και τη Ρωμαϊκή και Παλαιοχριστιανική Αθήνα. Η χωροχρονική αφήγηση οργανώνεται γύρω από έναν κεντρικό πυρήνα βοηθητικών λειτουργιών και κατακόρυφων κινήσεων συνδυάζοντας μια γραμμική κίνηση στον χώρο με καλλιτεχνικό και ιστορικό ενδιαφέρον. Με περισσότερους από 5.000 επισκέπτες καθημερινά, η ακολουθία της κίνησης μέσα από τα εκθέματα του μουσείου οφείλει να είναι απόλυτα διαυγής.

Μια τεκτονική και προγραμματική Ιδέα: Βάση, Κορμός, Στέψη

Η βάση του μουσείου μετεωρίζεται πάνω από τις υπάρχουσες αρχαιολογικές ανασκαφές (σπιτιών, εργαστηρίων, λουτρών, δρόμων κλπ, κυρίως της ύστερης αρχαιότητας), καθώς εδράζεται σε υποστυλώματα με τη μορφή pilotis. Το επίπεδο αυτό περιλαμβάνει τον χώρο υποδοχής –με θέα προς τις ανασκαφές μέσω των γυάλινων δαπέδων–, χώρους περιοδικών εκθέσεων, αμφιθέατρο χωρητικότητας 200 ατόμων, κατάστημα εκμαγείων, πωλητήριο, μικρό καφέ και λοιπούς βοηθητικούς χώρους. Μία διαφανής ράμπα –αναφορά στην ανάβαση στον ίδιο τον βράχο της Ακρόπολης–, με οπτική επαφή προς τα ευρήματα των ανασκαφών, οδηγεί τους επισκέπτες στο αμέσως επόμενο επίπεδο.

Ο κορμός του κτηρίου εκφράζεται μέσω ενός μεγάλου, διπλού ύψους, τραπεζοειδούς αρχιτεκτονικού όγκου ο οποίος στεγάζει τους ελεύθερα οργανωμένους εκθεσιακούς χώρους της Αρχαϊκής, μετα-Παρθενώνειας και Ρωμαϊκής περιόδου. Σε ιδιαίτερα περίοπτη θέση δεσπόζουν οι πέντε Καρυάτιδες του Ερεχθείου, με αισθητή την απουσία της έκτης που βρίσκεται από το 1832 στο Βρετανικό Μουσείο, στο Λονδίνο. Σε ένα ενδιάμεσο επίπεδο του κορμού βρίσκεται μικρό πωλητήριο και εστιατόριο με υπαίθριους χώρους στην ταράτσα του στεγάστρου της εισόδου. Επίσης, εδώ χωροθετούνται ένα αμφιθέατρο πολυμέσων, το σαλόνι των επισήμων, καθώς και λοιποί βοηθητικοί χώροι.

Η στέψη αποτελείται από τη γυάλινη ορθογωνική αίθουσα –με διαστάσεις, σχήμα και προσανατολισμό πανομοιότυπων με αυτών του Παρθενώνα– που περιλαμβάνει αποκλειστικά τον γλυπτικό διάκοσμο του αρχαίου ναού (μετόπες, αετώματα, ζωφόρος κ.ά.). Αυτός τοποθετείται γύρω από μια κλειστή αυλή-σηκός που λειτουργεί ως υποδοχέας φωτός το οποίο διοχετεύεται μέσω των γυάλινων δαπέδων ως τις υπόγειες ανασκαφές. Η εξωτερική πλευρά της κλειστής αυλής φιλοξενεί τη Ζωφόρο του Παρθενώνα στην οποία ξεχωρίζουν με λευκό χρώμα τα τμήματα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο – μια μουσειολογική προσέγγιση που επιτυγχάνει με εύγλωττο τρόπο το αίσθημα του κενού και της  ιστορικής ασυνέχειας, στέλνοντας παράλληλα ένα επιτακτικό μήνυμα για την επιστροφή των Ελγίνειων Μαρμάρων. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του γυάλινου περιβλήματος της αίθουσας παρέχουν ιδανικές φωτιστικές συνθήκες για τη θέαση των γλυπτών, επιτρέπουν την οπτική αντιπαραβολή με το ίδιο το αρχαίο μνημείο, ενώ προστατεύουν τους επισκέπτες και τα εκθέματα από την εξωτερική θερμότητα και τη θάμβωση. Έτσι, ο προσανατολισμός των γλυπτών και η στρατηγική τους τοποθέτηση παρέχουν ένα χωρικό πλαίσιο που ευνοεί την κατανόηση του επιτεύγματος του ίδιου του Παρθενώνα.

Οι επισκέπτες του ιστορικού κέντρου των Αθηνών, έχοντας πιθανότατα ξεκινήσει τον περίπατό τους από το Θησείο ή το Μοναστηράκι, διασχίζουν το μερικώς υλοποιημένο πρόγραμμα ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων μέσω των οδών Αδριανού και Αποστόλου Παύλου, θαυμάζοντας το ιστορικό σύνολο του βράχου της Ακρόπολης και των πέριξ μνημείων. Στη συνέχεια, ανηφορίζουν προς τον λόφο του Φιλοπάππου όπου τους περιμένει η ποιητική τεχνοτροπία της αρχιτεκτονικής του Δημήτρη Πικιώνη (1887-1968) και η λιτή εκκλησία του Λουμπαρδιάρη. Έπειτα, κατηφορίζουν τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου με τις νεοκλασικές και art deco προσόψεις των κτηρίων του 19ου και 20ού αιώνα, ενώ προς το τέλος του πεζόδρομου ξεπροβάλλει μία σκάλα πλάτους 24 μέτρων που τους οδηγεί στο Μουσείο Ακρόπολης.

Αυτή η πορεία –στον χώρο και στον χρόνο– δεν καταλήγει σε ένα κτήριο που μιμείται ιστορικές φόρμες (όπως έκανε ο νεοκλασικισμός του 19ου αιώνα ή ο μεταμοντερνισμός των μέσων προς τέλη του 20ού αιώνα) ή σε ένα κτήριο του μοντέρνου κινήματος που αδιαφορεί για το «πνεύμα του τόπου» (genius loci), αλλά σε ένα κτήριο-γέφυρα προς τον 21ο αιώνα που αναζητά και βρίσκει μία «μέση οδό», καθώς αντιλαμβάνεται τις τοπικές συνθήκες και την παράδοση με τρόπο αισθησιακό, και όχι φορμαλιστικό.

Η αρχιτεκτονική πρόταση των Tschumi-Φωτιάδη ισορροπεί με ευαισθησία ανάμεσα στους δυσεπίλυτους περιορισμούς που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι δύο αρχιτέκτονες. Το κτήριο προκύπτει αβίαστα, χωρίς επιτηδευμένο σχεδιασμό, με μία σχεδόν κλασική μοντερνιστική λογική, ενώ παράλληλα σέβεται το κύρος των «αθάνατων» εκθεμάτων που απαιτούν ένα διακριτικό κέλυφος το οποίο δεν προκαλεί με τη μορφή του. «Στόχος αυτής της ενορχηστρωμένης απλότητας είναι να επικεντρωθούν τα συναισθήματα και ο νους του θεατή στα εκπληκτικά έργα τέχνης», σημειώνει ο Tschumi, συνοψίζοντας σε μία πρόταση την πεμπτουσία της κατασκευής.

Οι περισσότεροι επισκέπτες εκπλήσσονται στη θέα του μουσείου εξαιτίας του αδιαμφισβήτητου όγκου του – απόρροια της θέσης του έργου, του απαιτητικού κτηριολογικού προγράμματος και του πυκνού αστικού ιστού. Όμως, η προσέγγιση προς την είσοδο του μουσείου, ο χώρος υποδοχής και η οπτική σύνδεση με τα αρχαιολογικά ευρήματα μέσω των γυάλινων δαπέδων, αβλύνουν την αρχική –μνημειακή– εντύπωση του κτηρίου λόγω της διάχυτης ηρεμίας που αποπνέει η γεωμετρική καθαρότητα του περιβάλλοντος χώρου. Εκείνη τη στιγμή, ξεκινάει ένα «ταξίδι» όπου ο χρόνος επίσκεψης και ο ιστορικός  χρόνος μοιάζουν να συγχέονται.

Το 1940, ο σοβιετικός σκηνοθέτης Sergei Eisenstein (1898-1948) περιέγραφε την Ακρόπολη ως ένα από τα αρχαιότερα φιλμ στην ανθρώπινη ιστορία, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο κινείται ο επισκέπτης στον χώρο. «Είναι δύσκολο να φανταστείς μία σειρά από εικόνες για ένα αρχιτεκτονικό σύνολο που να έχει συντεθεί με περισσότερη απλότητα από την αντίστοιχη που δημιουργούν τα πόδια μας περπατώντας ανάμεσα στα μνημεία της Ακρόπολης». Ο Tschumi, βαδίζοντας στα «χνάρια» του Eisenstein, «σκηνοθετεί» ένα μοντάζ οπτικών εμπειριών. Ο επισκέπτης, κατά τη διάρκεια της πορείας του, συλλέγει και συναρμολογεί τις εικόνες που συγκεντρώνει. Μόνο όμως όταν φτάσει στον τελικό του προορισμό –στην περίοπτη και ολόφωτη αίθουσα του Παρθενώνα– «συγκροτεί ένα συνεκτικό όραμα». Η «αέρινη» στέψη του οικοδομήματος συμπυκνώνει επιδέξια τη διαλεκτική της ορατότητας και της αλληλεπίδρασης μεταξύ των «λειψών» εκθεμάτων, της Ακρόπολης και της σύγχρονης, πολύβουης μητρόπολης.

Εν κατακλείδι, το Μουσείο Ακρόπολης περιστρέφεται γύρω από έναν αποκαλυπτικό στοχασμό για τη μεγαλοπρέπεια του Παρθενώνα, ενώ φιλοδοξεί να αντηχήσει τη μαθηματική διαύγεια του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Μια σύνθεση που συνδυάζει την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και το αρχαίο τοπίο σε μια δυναμική οπτική αφήγηση.

back-button
next-button
mouseio-akropolis-athinwn mouseio-akropolis-athinwn_1 mouseio-akropolis-athinwn_2 mouseio-akropolis-athinwn_3 mouseio-akropolis-athinwn_4 mouseio-akropolis-athinwn_5-scaled mouseio-akropolis-athinwn_6
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories