home Άρθρα Μικρολίβαδο Γρεβενών
Μικρολίβαδο Γρεβενών

Μετά από τόσα ταξίδια σ’ αυτό τον ωραίο τόπο πρόβαλε ξαφνικά μια άγνωστη σε μας γωνιά των Γρεβενών, ίσως για να μας υπενθυμίσει, πως υπάρχει γύρω μας πολλή ακόμη ανεξερεύνητη Ελλάδα. Ήταν το ταπεινό Μικρολίβαδο, η παλιά Λαβανίτσα (Μικρό Λιβάδι). Πρώτη φορά ακούσαμε γι’ αυτό την περασμένη άνοιξη, από μια φίλη μας που ξέρει ν’ ανακαλύπτει τόπους και ανθρώπους. 

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Μικρολίβαδο Γρεβενών
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Γρεβενά

Εδώ και πολλά χρόνια τα Γρεβενά συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πιο προσφιλείς ταξιδιωτικούς μας προορισμούς. Θυμάμαι με νοσταλγία τη μακρινή εκείνη εποχή που με τους παλιούς μου φίλους Σίμο Μιχαηλίδη και Νίκο Μπαχαρίδη ψάχναμε – και ανακαλύπταμε – απολιθωμένους οργανισμούς στα εδάφη των Γρεβενών κάτω από το Σπήλαιο. Ήταν η εποχή, που οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι στα βουνά ήταν ελάχιστοι και τα ορεινά καταλύματα ανύπαρκτα.

Θυμάμαι ακόμη τις ατελείωτες ώρες περιπλάνησης με τον καλό μας φίλο, Δασολόγο Γρεβενών Γιάννη Τζατζάνη, τόσο στον συναρπαστικό ορεινό όγκο, όσο και στη θρυλική Βάλια Κάλντα, τότε που μόλις έπεφταν πάνω της τα πρώτα φώτα της δημοσιότητας. Και ούτε μπορώ να ξεχάσω τις εκπληκτικές περιηγήσεις μας στα αναρίθμητα πέτρινα γεφύρια, στα ποτάμια και στα ρέματα με τα πεντακάθαρα νερά και τις άγριες πέστροφες, στα ανεξάντλητα «μανιταροφόρα πεδία» και στους γραφικότατους ορεινούς οικισμούς, χαμένους στα βουνά.

Να όμως που μετά από τόσα χρόνια και μετά από τόσα ταξίδια σ’ αυτό τον ωραίο τόπο πρόβαλε ξαφνικά μια άγνωστη σε μας γωνιά των Γρεβενών, ίσως για να μας υπενθυμίσει, πως υπάρχει γύρω μας πολλή ακόμη ανεξερεύνητη Ελλάδα. Ήταν το ταπεινό Μικρολίβαδο, η παλιά Λαβανίτσα (Μικρό Λιβάδι). Πρώτη φορά ακούσαμε γι’ αυτό την περασμένη άνοιξη, από μια φίλη μας που ξέρει ν’ ανακαλύπτει τόπους και ανθρώπους.

– Εσείς, που έχετε ασχοληθεί με Γρεβενά, θα ξέρετε ασφαλώς το Μικρολίβαδο. Δύο χρόνια πριν στον ξενώνα και στη φύση αυτού του τόπου έχω ζήσει αξέχαστες στιγμές.

Ανασκαλεύουμε από τα Γρεβενά τις αναμνήσεις μας, μα Μικρολίβαδο δεν συναντάμε πουθενά. Τελικά το ανακαλύπτουμε, με τη βοήθεια του χάρτη, ανάμεσα στο τρίγωνο Περιβόλι, Σπήλαιο και Κρανιά, τόπους – εδώ και χρόνια – πασίγνωστους σε μας. Απλά το Μικρολίβαδο έχει την ατυχία – ή την τύχη – να φωλιάζει αθέατο μέσα στα βουνά των Γρεβενών, έξω από τις πολυσύχναστες οδικές αρτηρίες του νομού.

 

ΣΤΟΝ ΞΕΝΩΝΑ «ΜΙΚΡΟΛΙΒΑΔΟ»

 

Καθώς ο Ιούνης πλησιάζει προς το τέλος του, αναγγέλλεται ο πρώτος σοβαρός καύσωνας του εφετινού καλοκαιριού. Κι ενώ όλοι σπεύδουν προς τις θάλασσες, εμείς αποφασίζουμε να …πάρουμε τα βουνά, την δροσερότερη λύση σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Τις πρώτες απογευματινές ώρες η πόλη των Γρεβενών μας υποδέχεται φλεγόμενη, μέσα στην κυκλοφοριακή της συμφόρηση και στα άχαρα οικοδομήματα του κέντρου. Την διασχίζουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε και μετά από 6 περίπου χιλιόμετρα στρίβουμε αριστερά, με κατεύθυνση προς Κηπουριό, Κρανιά, Μηλιά και Μέτσοβο. Ήδη η ατμόσφαιρα αλλάζει σταδιακά, καθώς το υψόμετρο κυμαίνεται πάνω από τα 600 μ. και ο δρόμος περνάει ανάμεσα από δρυοδάση, γεφύρια και ποτάμια. Τα σύννεφα πυκνώνουν ολοένα και περισσότερο, στην Κρανιά ο ουρανός κρέμεται κατάμαυρος πάνω από τα κεφάλια μας.

Από την Κρανιά συνεχίζουμε για Μέτσοβο και , ένα περίπου χιλιόμετρο μετά, εγκαταλείπουμε το κεντρικό οδικό δίκτυο και στρίβουμε δεξιά για Μικρολίβαδο. Είναι ένας καινούργιος δρόμος, εξαιρετικά φαρδύς, που βρίσκεται στα τελικά στάδια της αποπεράτωσης. Κάποιες χωματουργικές εργασίες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, με βαριά οδοποιητικά μηχανήματα και μεγάλα φορτηγά που πηγαινοέρχονται ασταμάτητα και μας τυλίγουν μέσα σε πυκνό σύννεφο σκόνης.

Σ’ ένα τέτοιο σημείο της διαδρομής, κατηφορικό και με παχύ χωμάτινο υπόστρωμα, μας βρίσκει η καταιγίδα. Είναι σαν ν’ άνοιξαν ξαφνικά οι ουρανοί. Μέσα σε δευτερόλεπτα η σκόνη εξαφανίζεται, το παχύ στρώμα χώματος μετατρέπεται σε λάσπη, ολισθηρή και επικίνδυνη. Τα φορτηγά σπεύδουν να σταματήσουν στην άκρη του δρόμου, κάθε δραστηριότητα αναστέλλεται. Είναι τέτοια η σφοδρότητα της νεροποντής, που οι υαλοκαθαριστήρες αποδεικνύονται ανεπαρκείς να καθαρίζουν το παρμπρίζ. Επιστρατεύεται η τετρακίνηση και αρχίζει ένας δύσκολος αγώνας με τη λάσπη, που διαρκεί περίπου ένα πεντάλεπτο. Ύστερα το υπόστρωμα του δρόμου γίνεται σταδιακά σκληρότερο και στο τέλος δίνει τη θέση του σε άσφαλτο. Σε δύο λεπτά αντικρύζουμε απέναντί μας τα σπιτάκια του Μικρολίβαδου, οχτώ χιλιόμετρα συνολικά από την Κρανιά. Η καταιγίδα απομακρύνεται, μόνον κάποιες αραιές σταγόνες θυμίζουν πια το βίαιο ξέσπασμα της φύσης.

Μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν απ’ το χωριό μια πινακίδα μας δείχνει προς τ’ αριστερά την κατεύθυνση του ξενώνα. Ήδη το ωραίο κτίριο δεσπόζει 300 μέτρα απέναντί μας, μοναχικό μέσα στην αγκαλιά του πευκοδάσους. Σ’ ένα λεπτό βρισκόμαστε μπροστά στο ευωδιαστό γρασίδι και στα πολλά και ωραία λουλούδια του αύλειου χώρου του ξενώνα. Τρεις πρόσχαροι άνθρωποι έρχονται από το εσωτερικό και μας υποδέχονται. Είναι ο κύριος Μπάμπης Νιάνιος, η γυναίκα του Μάρω και ο γιος τους ο Βασίλης. Σχεδόν πάντα οι πρώτες μας εντυπώσεις είναι καθοριστικές για τη συνέχεια. Η οικογένεια Νιάνιου κερδίζει τις εντυπώσεις μας από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Είναι πολύ εύκολο να ξεχωρίσουμε στη συμπεριφορά τους το πηγαίο και το ανεπιτήδευτο από το προσποιητό και επίπλαστο, τη θερμή χειραψία από τη χλιαρή και το αυθόρμητο χαμόγελο από το «κατ’ ανάγκην». Στην επόμενη ώρα έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε, ότι οι οικοδεσπότες μας δεν είναι μόνον ευγενείς και φιλόξενοι αλλά επιπρόσθετα μορφωμένοι, καλλιεργημένοι, απλοί και προσηνείς, έτοιμοι να ικανοποιήσουν την κάθε επιθυμία μας.

Με σπουδές ιχθυολόγου ο Βασίλης εγκατέλειψε κάποια στιγμή τις επαγγελματικές ου ασχολίες και επέστρεψε στον τόπο του για να δημιουργήσει τον Απρίλιο του 2000 τον ξενώνα «Μικρολίβαδο». Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο. Το Μικρολίβαδο είναι ένας μικρούλης και άσημος οικισμός, με πολύ λίγους κατοίκους και απόλυτα ξεκομμένους από τις κεντρικές οδικές αρτηρίες των Γρεβενών και τα ταξιδιωτικά περάσματα της ευρύτερης περιοχής.

Στερείται της στοιχειώδους υποδομής που μπορεί να προσελκύσει έναν επισκέπτη, δεν έχει ούτε καφενείο ούτε ταβέρνα. Την εποχή που ξεκινούσε τη λειτουργία του ο ξενώνας – αλλά και ως πρόσφατα ακόμη – η οδική του σύνδεση με τους υπόλοιπους οικισμούς ήταν προβληματική και δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις, που το χωριό αποκλειόταν από τις λάσπες και τα χιόνια του χειμώνα.

Απέναντι σ’ όλες αυτές τις εγγενείς αντιξοότητες ο Βασίλης είχε να αντιπαρατάξει πείσμα, υπομονή, αγάπη για τον τόπο του και την αμέριστη συμπαράσταση των γονιών του. Επί πλέον είχε το όραμα να δημιουργήσει ένα κατάλυμα με ποιοτικές υπηρεσίες, που θα ήταν το απόλυτο ησυχαστήριο για τον κουρασμένο άνθρωπο της πόλης και ταυτόχρονα το ορμητήριο για εξερεύνηση και απόλαυση της απίστευτης φυσικής ομορφιάς της ευρύτερης περιοχής. Ο στόχος ήταν από την αρχή προκαθορισμένος. Ο ξενώνας Μικρολίβαδο δεν απευθύνετο στους κοσμικούς επισκέπτες αλλά σε πραγματικούς ταξιδευτές της ελληνικής υπαίθρου, φυσιολάτρες, πεζοπόρους, ορειβάτες, ανθρώπους της δράσης και της περιπέτειας αλλά και λάτρεις της καλής Ελληνικής κουζίνας, του αγνού κρασιού και τσίπουρου και των ωραίων ανθρώπινων στιγμών. Εδώ κάθε επισκέπτης έπρεπε να αισθάνεται φιλοξενούμενος και όλοι μαζί μια φιλική και ομοιογενής παρέα.

Η αναγνώριση και η επιτυχία ήρθαν νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν. Κάποιοι αρχικοί Θεσσαλονικείς και Αθηναίοι επισκέπτες έμειναν ενθουσιασμένοι από τη φιλοξενία της οικογένειας και έγιναν οι ζωντανοί διαφημιστές του ξενώνα στους κύκλους τους. Το ίδιο συνέβη και με αλλοδαπούς επισκέπτες, που εντελώς συμπτωματικά βρέθηκαν στο Μικρολίβαδο. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν τη μοναδική ευαισθησία να διαφημίσουν με δική τους πρωτοβουλία τον ξενώνα, όχι μόνον στους γνωστούς τους αλλά και σε ταξιδιωτικά έντυπα του τόπου τους. Το Μικρολίβαδο άρχισε να αποκτά ζωή, να βγαίνει από την αφάνεια. Τους δασικούς δρόμους και τα μονοπάτια, τις άφθονες πηγές, τα ποτάμια και τα ρέματα, τις βουνοκορφές και τα αλπικά υψίπεδα, τα εξαίσια δάση των μαυρόπευκων, της οξυάς αι των ρόμπολων, δεν τα απολαμβάνουν πια μόνον οι ντόπιοι βοσκοί και υλοτόμοι αλλά και πεζοπόροι, ορειβάτες ή και απλοί φυσιολάτρες από κάθε σημείο της Ελλάδας. Απόστρατος ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού ο Μπάμπης Νιάνιος, πεζοπόρος και ιδεολόγος φυσιολάτρης, τίθεται πάντα ανιδιοτελής στη διάθεση των επισκεπτών του για να τους μυήσει στις ομορφιές της γύρω περιοχής.

Ταχτοποιούμαστε στο ευρύχωρο και ωραίο δωμάτιό μας και από το μεγάλο μπαλκόνι απολαμβάνουμε για λίγο το γαλήνιο τοπίο του οροπεδίου του Μικρολίβαδου, κυκλωμένο ολόγυρα από συνεχόμενες κορυφές με πιο χαρακτηριστική ανάμεσά τους τη Λυκότρυπα. Ήδη όμως στη βεράντα τα καφεδάκια περιμένουν. Αμέσως μετά η κυρία Μάρω μας προσφέρει ένα σπάνιο σε άρωμα και γεύση γλυκό του κουταλιού, παρασκευασμένο από την ίδια. Έχει ως πρώτη ύλη αγριοφράουλες του δάσους που μάζεψε ο άντρας της.

– Αν είμαστε τυχεροί θα βρούμε μερικές, μας λέει ο Μπάμπης και μας προτείνει έναν περίπατο μετά την καταιγίδα.

Βαδίζουμε αρχικά ως το χωριό. Τα λίγα του σπίτια είναι συγκεντρωμένα γύρω από την πλατεία και την εκκλησία του Αϊ-Γιώργη. Ένα δροσερό και θαυμάσιας ποιότητας νερό ξεχύνεται άφθονο από τις τέσσερις βρύσες του χωριού, γεμίζοντάς μας με αισιοδοξία για τα πλούσια υδάτινα αποθέματα που διατηρούνται ακόμη στα βουνά. Ολόγυρα το πράσινο οργιάζει με δάση μαυρόπευκων, οπωροφόρα δέντρα και εκτεταμένες καλλιέργειες φασολιών, που είναι φημισμένα για την ποιότητά τους και περιζήτητα.

Λίγο έξω από το χωριό βρισκόμαστε σε μια υπέροχη τοποθεσία με πλατάνια, τεράστια σκλήθρα και πλούσια νερά. Εδώ, σε πείσμα της εξέλιξης, εξακολουθεί να λειτουργεί ακόμη η δριστέλλα και να πλένει με τον πατροπαράδοτο τρόπο τα βαριά ρούχα του χωριού.

Επιστρέφοντας περνάμε από τον τόπο με τις αγριοφράουλες. Είμαστε τυχεροί. Μέσα σε λίγη ώρα γεμίζουμε ένα πανεράκι. Ησυχασμένη και ήρεμη μετά την καταιγίδα, ετοιμάζεται η φύση να υποδεχτεί τη νύχτα. Πάνω στα βουνά κοκκινίζουν για λίγο τα τελευταία σύννεφα της δύσης και ύστερα εξαϋλώνονται απαλά, μένει πίσω τους το βαθύ γαλάζιο του ουρανού, που κάθε στιγμή σκουραίνει περισσότερο. Είναι μία ώρα απόλυτης γαλήνης και υπέροχης δροσιάς, ο καύσωνας δεν έχει θέση εδώ στο Μικρολίβαδο. Μαζευόμαστε όλοι στη βεραντούλα του ξενώνα, αντί για φως ανάβουμε κεριά, πρωταγωνιστές απόψε είναι τα άστρα του ουρανού και οι αναρίθμητες πυγολαμπίδες, που σαν μικροί αεικίνητοι φάροι αναβοσβήνουν διαρκώς μέσα στη νύχτα.

 

ΠΡΟΣ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΚΑΙ ΠΥΡΟΣΤΙΑ

 

Μια διαυγής ατμόσφαιρα μας καλημερίζει απ’ τα χαράματα. Μετά τη χθεσινή βροχή το φως είναι λαμπρό και η φύση υπέροχη. Στη δροσερή βεράντα προηγείται ο καφές και αμέσως μετά το πρωινό, με τις μαρμελάδες και το μέλι, το κέϊκ και τις εκπληκτικές πίτες της Μάρως, τυρόπιτα και χορτόπιτα με μια απίθανη ποικιλία χόρτων (τσουκνίδες, παζιά, λάπατα, σπανάκι, λουβουδιές, γλιστρίδα, βλήτα, κρεμμυδόφυλλα, κολοκυθοανθούς και ποιος ξέρει τι άλλο ακόμα).

– Τί λέει για σήμερα το πρόγραμμα; Ρωτάει ο Μπάμπης.

– Αναγνώριση της διαδρομής για Περιβόλι. Μας είναι απολύτως άγνωστη.

Πίσω από τη πλατεία του χωριού μια πινακίδα παραπέμπει δεξιά προς Μοναχίτι και αριστερά προς Περιβόλι με ένδειξη απόστασης 17 χλμ. Αρχικά το οδόστρωμα είναι κακοσυντηρημένο αλλά οπωσδήποτε βατό και από συμβατικά αυτοκίνητα. Αργότερα ομαλοποιείται, γίνεται σταθερό και αξιόπιστο. Είναι βέβαιο, πως η μελλοντική ασφαλτόστρωσή του θα είναι πολύ σημαντική, τόσο για το Μικρολίβαδο όσο και για την γρήγορη σύνδεση δυο βασικών οδικών αξόνων στα βόρεια και στα νότια του νομού των Γρεβενών.

Καθώς ανηφορίζουμε απλώνεται πίσω μας χαμηλά η πανοραμική εικόνα του οροπεδίου του Μικρολίβαδου, ενώ μετά από λίγο στα δεξιά μας αποκαλύπτεται σ’ όλο το άγριο μεγαλείο του το χαοτικό και θεαματικότατο φαράγγι του Βενέτικου, εξαιρετικά δημοφιλές στους λάτρεις του Καγιάκ. Η διαδρομή είναι πολυποίκιλη και ευχάριστη, περνάει συνεχώς ανάμεσα από βελανιδιές, έλατα, σφενδάμια και μαυρόπευκα. 7,8 χιλιόμετρα από την αναχώρησή μας συναντάμε στην θέση «Αμπέλια» την πλούσια ροή του Ασπροπόταμου, που κατηφορίζει από τα ψηλώματα του Περιβολιού και της Αβδέλλας και συμβάλλει στον Βενέτικο. Ο δρόμος συνεχίζει την ανηφορική του πορεία παράλληλα με τον ρού του Ασπροπόταμου και ανάμεσα σε εκπληκτικά δάση μαρόπευκων με τους ευθυτενής και αψεγάδιαστους κορμούς τους.

Στα 14,8 χλμ από το Μικρολίβαδο συναντάμε το εργοτάξιο του Δασαρχείου και τον ασφαλτοστρωμένο πια δρόμο προς Περιβόλι και Γρεβενά, που λίγα χρόνια πριν ήταν δύσκολος χωματόδρομος. Επανέρχονται όλες οι αναμνήσεις από την τόσο γνώριμή μας περιοχή, με την περίτεχνη μαρμαρόκτιστη πηγή και το πανέμορφο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, πετρόχτιστο, άριστα αποκαταστημένο, με τους δύο χαρακτηριστικούς πλακόσκεπους τρούλους που δεσπόζουν στην κορυφή του.

Μετά από λίγο προβάλλει απέναντί μας το Περιβόλι, σκαρφαλωμένο στις πλαγιές του, σε υψόμετρα που κυμαίνονται από τα 1200 ως τα 1300 μέτρα. Ανηφορίζουμε τον απότομο δρόμο ως την πλατεία και τη στιγμή εκείνη η απόσταση από το Μικρολίβαδο είναι 21 χλμ. ακριβώς και όχι 17 που ανέφερε η πινακίδα. Στα καφενεία και στις ταβέρνες της πλατείας πολύς κόσμος απολαμβάνει τη δροσιά. Βγαίνουμε από το χωριό με κατεύθυνση βόρεια προς Αβδέλλα και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα σταματάμε στο ξενοδοχείο «Βάλια Κάλντα». Για πολλά χρόνια το κατάλυμα αυτό έμοιαζε με φάντασμα, ασυντήρητο, εγκαταλελειμμένο και βαριά λαβωμένο από τις θεομηνίες και τα χιόνια του χειμώνα. Σήμερα έξοχα ανακαινισμένο, αποτελεί το καύχημα του Περιβολιού, με θέα πανοραμική προς το χωριό και σ’ όλες τις γύρω κορυφές.

Η Αγγελική μας προσφέρει καφεδάκι στον υπαίθριο χώρο, κάτω από τη δροσιά και το άρωμα τω αιωνόβιων πεύκων. Μετά από τόσα χρόνια σιωπής και εγκατάλειψης είναι μεγάλη η χαρά μας να ξανασυναντάμε ζωή σ’ αυτόν τον εξαίσιο χώρο.

Παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής προς το Μικρολίβαδο, άλλωστε η Μάρω έχει προαναγγείλει για το μεσημεριανό γεύμα κάτι ιδιαίτερο. Δεν ήταν όμως γραφτό να ήμασταν συνεπείς στο ραντεβού μας με τους φίλους μας.

Καθώς βγαίνουμε από το Περιβόλι, ένας δασικός δρόμος ανηφορίζει προς τα δεξιά. Είναι ένας απ’ αυτούς τους δρόμους, που τόσες φορές έχουμε προσπεράσει στο παρελθόν αλλά ουδέποτε έχουμε επιχειρήσει να τον γνωρίσουμε. Κόβω ταχύτητα και κοντοστέκομαι.

– Κατάλαβα, αναρωτιέσαι που βγάζει αυτός ο δρόμος, λέει η Άννα.

Νεύω το κεφάλι μου καταφατικά.

– Δυο – τρεις στροφές μόνον θέλω ν’ ανεβούμε, μήπως έχει κάποια ωραία θέα από ψηλά.

Ήδη όμως ξέρουμε και οι δύο πολύ καλά, πως μόνον αν καταλήγει ο δρόμος σε αδιέξοδο, υπάρχει πιθανότητα να επιστρέψουμε.

Δρόμος καλός και αξιόπιστος, δάσος πεύκων συνεχόμενο και πανέμορφο, μετά από λίγο υψίπεδα με βοσκοτόπια και θέα ανοιχτή προς Περιβόλι και , μακρύτερα ακόμα, προς Αβδέλλα.

Προσπερνάμε κάποιες δευτερεύουσες διακλαδώσεις και μετά από πέντε χιλιόμετρα περίπου συναντάμε την βασική διασταύρωση, που προς τα δεξιά κατευθύνεται προς Περιβόλι και Βοβάδια, ενώ προς τ’ αριστερά συνεχίζει προς Σαλατούρα Σταυρού και, κατά συνέπειαν, στην καρδιά της Βάγια Κάλντα. Αν κι έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά, το τοπίο μας είναι οικείο, αναγνωρίζουμε αμέσως αυτή τη βασική διαδρομή προς Βάλια Κάλντα. Σ’ αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε, η ομορφιά του τόπου ωστόσο μας τραβάει σαν μαγνήτης και αποφασίζουμε να συνεχίσουμε για λίγο ακόμη.

Κινούμαστε ήδη σε υψόμετρα 1600 περίπου μέτρων, η κυριαρχία του ρόμπολου, του επιβλητικού αυτού δέντρου των μεγάλων υψομέτρων, αρχίζει να γίνεται καταλυτική. Σε απόσταση 13 χιλιομέτρων από τη στιγμή που εγκαταλείψαμε την άσφαλτο στο Περιβόλι, φτάνουμε στη θέση «Σαλατούρα Σταυρού», το κομβικό αυτό σημείο με τις πολλές διακλαδώσεις, μια από τις οποίες καταλήγει στην καρδιά της Βάλια Κάλντας, στο φημισμένο Αρκουδόρεμα. Μπροστά στις τόσες οδικές αρτηρίες που διακλαδίζονται μπροστά μας μένουμε για λίγο αναποφάσιστοι. Ύστερα ακολουθούμε την πιο άγνωστη, μια διαδρομή προς τ’ ανατολικά. Πολύ γρήγορα αποδεικνύεται ένας δρόμος ελάχιστα χρησιμοποιημένος, με εξαιρετικά τραχύ οδόστρωμα. Έχει όμως το πλεονέκτημα ν’ ανηφορίζει διαρκώς ανάμεσα από πελώρια ρόμπολα ηλικίας πολλών αιώνων, αληθινά μνημεία της φύσης. Εξ’ άλλου η θέα γίνεται όλο και συναρπαστικότερη. Φτάνουμε σ’ ένα σημείο, πάνω από τα 1700 μ., που στα Δ-ΒΔ δεσπόζει απέναντί μας η γυμνή, γωνιώδης κορυφή του Αυγού, στα βόρεια μακρυά η Βασιλίτσα, λίγο δυτικότερα ο επιβλητικός όγκος του Σμόλικα και δυτικότερα ακόμη η φορερή κόψη, η τόσο χαρακτηριστική της Γκαμήλας.

Η μάχη μας με τον εχθρικό δρόμο κάποτε τελειώνει. 3,8 χιλιόμετρα από τη Σαλατούρα Σταυρού τερματίζουμε σ’ ένα υψίπεδο σε υψόμετρο 1800 μ. Το θέαμα που αντικρύζουμε είναι απίστευτο. Η επιφάνεια του εδάφους είναι σε κάθε της σημείο κατάσπαρτη με απομεινάρια κεραυνοβολημένων ρόμπολων. Κάποια απ’ αυτά έχουν πλαγιάσει υποταγμένα στην αγκαλιά της μάννας γης, ενώ κάποια άλλα δεν παραδέχονται το τέλος τους, εξακολουθούν να παραμένουν όρθια ακόμη και με τις αιχμηρές απολήξεις τους να προκαλούν τον ουρανό. Ωστόσο, ανάμεσα στα θλιβερά αποκαίδια απ’ την οργή του Δία, βρήκε το κουράγιο η γη να γεννήσει τους ανθούς της. Σ’ αυτό το υψόμετρο και μετά από τόσες βροχοπτώσεις η Άνοιξη μοιάζει να διαρκεί αιώνια. Αμέτρητα αγριολούλουδα γεμίζουν κάθε γωνιά του υψιπέδου και με τα ζωηρά τους χρώματα μετριάζουν τη μελαγχολία του τοπίου.

Τεράστια σύννεφα κατακτούν όλο και μεγαλύτερο τμήμα του απογευματινού ουρανού, ένα ψυχρό δυτικό αεράκι ρίχνει τη θερμοκρασία στους 23 βαθμούς, δεν νοσταλγούμε καθόλου το καμίνι της Θεσσαλονίκης. Αντί όμως αν απολαύσουμε τις ιδανικές αυτές συνθήκες ως το τελευταίο φως της μέρας, μας προσβάλλει και πάλι ο ιός της περιπέτειας. Στα ανατολικά του οροπεδίου διακρίνεται ένας δρόμος και κάποιος άλλος προς τα βόρεια. Επιλέγουμε τον πρώτο, προσδοκώντας να επιστρέψουμε μ’ αυτόν στο Μικρολίβαδο. Είναι μια πορεία προς το άγνωστο, σ’ έναν δρόμο κατηφορικό, δύστροπο, κατάσπαρτο με πέτρες αιχμηρές και επικύνδινες, που ανά πάσα στιγμή μπορούν να μας στοιχίσουν ένα σκασμένο λάστιχο. Ένα πεσμένο πεύκο καταμεσής του δρόμου ανακόπτει την πορεία μας. Με μεγάλη δυσκολία το παραμερίζω, τόσο όσο για να περάσει το αυτοκίνητο, 6 χιλιόμετρα πιο κάτω μας υποδέχεται ένας απέραντος λασπότοπος με βαθιά αυλάκια από τροχούς μεγάλων οχημάτων. Δεν το επιχειρούμε, δεν θέλουμε να προκαλέσουμε τη μοίρα περισσότερο. Λίγο πριν πέσει η νύχτα επιστρέφουμε στο Μικρολίβαδο με τη σιγουριά και ασφάλεια των γνωστών μας διαδρομών. Οι φίλοι μας βέβαια έχουν ανησυχήσει με την ολοήμερη απουσία μας.

– Μα εσείς φτάσατε στην Πυροστιά, μας λέει ο Μπάμπης, τόπο θεαματικό και δύσκολο, που πήρε την ονομασία του από τα πολλά καμμένα ρόμπολα. Αν ξεπερνούσατε τις λάσπες, θα φτάνατε σε μία ώρα στο χωριό. Την επόμενη φορά θα έρθω μαζί σας.

Θα ήταν ψέμα αν έλεγα, ότι δεν περνάμε.

Πρώτα μας ετοιμάζει ένα τσιπουράκι ο Βασίλης, έτσι για να ξεκουραστούμε από το δρόμο. Το συνοδεύει με φασόλια Μικρολίβαδου, λουκάνικο Γρεβενών, τηγανιτά κολοκυθάκια και μελιτζάνες από τον κήπο. Κι ενώ πιστεύουμε πως έχουμε τελειώσει, εμφανίζεται η κυρία Μάρω με μια τεράστια πιατέλα, που περιέχει αρνάκι στη γάστρα με πατάτες.

Αργά το βράδυ στο μπαλκόνι μας, ανάμεσα στις πυγολαμπίδες και τ’ αστέρια, σκεφτόμαστε με την Άννα, πως το Μικρολίβαδο δεν είναι ο ιδανικός τόπος για κάποιον που θέλει να διατηρήσει τη σιλουέτα του.

 

 

ΣΤΟ ΒΡΑΧΟ ΤΗΣ «ΤΡΥΠΗΜΕΝΗΣ»

ΚΑΙ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

 

Ο πρώτος άνθρωπος που συναντάω κάθε πρωί είν’ ο Βασίλης. Μαζί στη δροσιά της βεράντας μας, πίνουμε το πιο επιθυμητό καφεδάκι της ημέρας. Κατά σύμπτωση, με το Βασίλη πάλι ανταλλάσσουμε τα τελευταία μας κουρασμένα λόγια, όταν έχουν όλοι αποσυρθεί. Είναι σαν μια σιωπηρή συμφωνία ανάμεσά μας που τηρείται απαρέγκλιτα :καφεδάκι για ν’ ανοίξουν τα μάτια τα χαράματα και λίγο τσιπουράκι αργά τη νύχτα για να κλείσουν. Ο Μπάμπης, ως παλιός στρατιωτικός, είναι πιο πειθαρχημένος από μας, αποσύρεται νωρίτερα. Κάθε πρωί όμως είναι ζωηρός και ευδιάθετος, έτοιμος πάντα για ένα δυναμικό ξεκίνημα της μέρας. Μιας μέρας όμως που ξεκινάει με πυκνή ομίχλη και δροσιά που αγγίζει τα όρια της ψύχρας. Σαν να βρεθήκαμε ξαφνικά σε άλλη εποχή. Δεν ήταν τυχαία άλλωστε η χρήση της κουβέρτας την προηγούμενη βραδιά. Ωστόσο, μετά από λίγη ώρα η ομίχλη διαλύεται, ο ήλιος ξαναλάμπει.

– Έμβλημα πασίγνωστο της περιοχής μας είναι η «Τρυπημένη», λέει ο Μπάμπης, ένας πελώριος βράχος σε μια βουνοκορφή, που στο κέντρο του είναι τρυπημένος, σαν από χέρι κάποιου γιγάντιου όντος της Μυθολογίας. Με βάδισμα λίγης ώρας σε θαυμάσιο περιβάλλον θα βρεθούμε στους πρόποδες του βουνού, απέναντι από τη χαρακτηριστική τρύπα του βράχου.

Μπαίνουμε αρχικά στο αυτοκίνητο και παίρνουμε κατεύθυνση για Κρανιά. Σε απόσταση 1,6 χλμ από τον ξενώνα εγκαταλείπουμε την άσφαλτο και στρίβουμε σε δασικό δρόμο δεξιά. Στα 2,9 χλμ συναντάμε μια διασταύρωση και εξακολουθούμε δεξιά. Ολόγυρά μας κυριαρχεί ένα υπέροχο δάσος μαυρόπευκων με πολλά σφενδάμια ανάμεσά τους. Τα φυλλώματα γυαλίζουν στην πρωινή υγρασία, η ψύχρα στα σκιερά σημεία, παρά το ψήλωμα του ήλιου, συνεχίζει να είναι διαπεραστική. Το χώμα στο δρόμο είναι μαλακό και λασπωμένο, βαθιά χαρακωμένο από τις ρόδες των μεγάλων φορτηγών που μεταφέρουν τους κορμούς των δέντρων. Την περίοδο αυτή οι υλοτομήσεις είναι σε εξέλιξη. Δεκάδες κορμοί μαυρόπευκων βρίσκονται άτακτα ριγμένοι στα πλαϊνά του δρόμου και δημιουργούν ανάμεσά τους ένα πέρασμα, που όσο πάει και στενεύει. Μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα το πέρασμα αυτό παύει να υπάρχει, βρισκόμαστε σε αδιέξοδο, μπροστά σε τεράστιους κορμούς, κάθετα ριγμένους μες το δρόμο. Ήδη από ψηλά ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος του αλυσοπρίονου, αυτή η τόσο παράταιρη παρέμβαση του ανθρώπου στην ηχητική αρμονία της φύσης. Σαν να εξαφανίζεται για λίγο η ομορφιά του δάσους, η μαγεία του φυσικού περιβάλλοντος.

Αφήνουμε το αυτοκίνητο και συνεχίζουμε με τα πόδια. Το δάσος σταδιακά ξαναβρίσκει τον γαλήνιο χαρακτήρα του. Περνάμε δίπλα από πρανή με αγριοφράουλες. Σκύβουμε και μαζεύουμε αυτούς τους αγνούς και ολόδροσους καρπούς της φύσης και τα στόματά μας γεμίζουν με ευωδιά. Πυκνές φτέρες καλύπτουν το έδαφος, που και που ξεπροβάλλουν ντελικάτες ορχιδέες με τα πανέμορφα ανθάκια τους. Έλατα, κισσοί, βελανιδιές και φράξοι αναμειγνύονται διαρκώς με τα σφενδάμια και τα περήφανα μαυρόπευκα. Είν’ ένας τόπος απίστευτης ομορφιάς, μια διαδρομή κάτω από πλούσια σκιά, που είναι αληθινή απόλαυση. Λίγο πιο πάνω χαϊδεύει τα’ αυτιά μας ένας ήχος φυσικός, αυθεντικός, απόλυτα ταιριαστός στο περιβάλλον του βουνού. Είναι τα γάργαρα νερά από το Ρέμα της Τρυπημένης, που οι ντόπιοι ονομάζουν «Ποταμούλι». Ειν’ ένα ρέμα ασίγαστο σ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, μου μαζί με τόσα άλλα καταλήγει στην κοίτη του μεγάλου υδάτινου αφέντη της περιοχής, του ποταμού Βενέτικου.

Ένα ζωντανό του παρακλάδι, με πλούσια ροή, κόβει το δρόμο μας μερικές εκατοντάδες μέτρα παραπάνω. Βγάζουμε κάλτσες και παπούτσια και διασχίζουμε με ευκολία το ολόδροσο νερό.

– Στο σημείο αυτό, πριν από την τελική, μικρή ανηφόρα, επιβάλλεται μια στάση, λέει ο Μπάμπης και κανείς δεν έχει αντίρρηση.

Πυκνές ιτιές ορθώνονται με χάρη δίπλα στο νερό, δεν λείπουν οι οξυές καθώς και το σπάνιο δέντρο ίταμος, με τις τόσες ιδιαιτερότητες αλλά και τους θρύλους που το συνοδεύουν από την Ελληνική αρχαιότητα. Με μια ανηφορική αλλά ήρεμη πορεία φτάνουμε σε οχτώ σχεδόν λεπτά σ’ ένα σημείο της διαδρομής και σταματάμε σε υψόμετρο 1000 μέτρων. Στρέφουμε το βλέμμα μας στ’ ανατολικά και μερικές εκατοντάδες μέτρα ψηλότερα διαγράφεται με φόντο τον θολό πρωινό ουρανό ο περίφημος βράχος της Τρυπημένης. Η τεράστια τρύπα στο κέντρο του βράχου, το παράξενο αυτό γεωλογικό φαινόμενο, προβάλλει απέναντί μας με τη μεγαλύτερη ρεαλιστικότητα από οποιοδήποτε άλλο σημείο παρατήρησης.

Με χαλαρούς ρυθμούς απολαμβάνουμε και πάλι την εξαίσια διαδρομή της επιστροφής και σε μισή περίπου ώρα αισθανόμαστε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα η τόσο χαρακτηριστική και ωραία μυρωδιά των κομμένων πεύκων.

Να όμως που μια άλλη μυρωδιά, από ανθρώπινη δραστηριότητα αυτή, παίρνει τη σκυτάλη από τις ευωδιές της φύσης. Είναι το προκλητικό για την όσφρηση άρωμα της φρεσκοψημένης πρασόπιτας, που μόλις έχει βγει από το φούρνο της κυρίας Μάρως. Πώς να περιγράψεις τη γεύση αυτής της πίτας και το θαυμάσιο τραγανό φύλλο, που με τόση τέχνη ανοίγει η φίλη μας! Για τους λάτρεις της αυθεντικής χωριάτικης πίτας είναι μια εμπειρία αξεπέραστη.

Μετά από ένα τέτοιο γεύμα και μετά από τις τσιπουρολιχουδιές που έχει ετοιμάσει ο Βασίλης, θα άρμοζε μια μεταμεσημβρινή ανάπαυση χωρίς περιορισμούς. Για πρώτη φορά το συνειδητοποιώ, καθώς ο φίλος μου με ρωτάει, όσο πιο διακριτικά μπορεί, αν ισχύει η κοινή μας απόφαση για απογευματινό ψάρεμα στα νερά του ποταμού. Την ώρα του πρωϊνού καφέ που πάρθηκε η απόφαση όλα έμοιαζαν ειδυλλιακά και γραφικά, μετά τη μεσημεριανή ευτυχία όμως και τον ήλιο στα μεσούρανα, η πορεία μες το ρέμα δεν δείχνει ιδιαίτερα ελκυστική προοπτική.

Την «ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος» εμμένω στα υπεσχημένα κι έτσι, μια ώρα μόλις μετά την ευτυχία του γεύματος, πίνουμε έναν βιαστικό καφέ και προσπαθούμε να οπλιστούμε με την ψυχική δύναμη που μας είναι απαραίτητη. Με το συμβατικό αυτοκίνητο του Βασίλη φτάνουμε στη γέφυρα του Ασπροπόταμου στη θέση «Αμπέλια» και λίγο παρακάτω σταματάμε. Από ένα προσιτό σημείο κατεβαίνουμε την απότομη πλαγιά και φτάνουμε πλάι στην κοίτη του Ασπροπόταμου. Το ποτάμι, μετά τις συνολικές βροχοπτώσεις της χρονιάς, εξακολουθεί να έχει πλούσια ροή. Το νερό του κυλάει ολοζώντανο, άλλοτε ορμητικό ανάμεσα στις πέτρες και άλλοτε πιο ήρεμο, σχηματίζοντας αλλεπάλληλες λιμνούλες. Οι όχθες ολόγυρα είναι κατάφυτες, το φυσικό περιβάλλον είναι υπέροχο. Δεν είναι τυχαίο που ο Ασπροπόταμος, και μετά από λίγο το φαράγγι του Βενέτικου, είναι τόσο δημοφιλείς τόποι για τους λάτρεις του καγιάκ.

Στο μεταξύ ο Βασίλης χειρίζεται τον βαρύ πεζόβολο με μεγάλη δεξιοτεχνία, κάποιες φορές ακροβατώντας πάνω στις πέτρες επικίνδυνα.

Δυστυχώς το αποτέλεσμα δεν είναι ανάλογο των προσπαθειών του, η διαρκής κίνηση πλάι στη ζεστή και υγρή κοίτη του ποταμού μας προκαλεί ακατάσχετη εφίδρωση, το ψάρεμα με τον πεζοβόλο δεν είναι στατικό, είναι ένας συνεχής αγώνας, ένα κυνήγι των ψαριών. Πού και πού ασπρίζει στο δυχτάκι κάποια μπριάνα, καμιά όμως πέστροφα δεν μας κάνει την τιμή.

Μετά από δύο περίπου ώρες κι αφού έχουμε διατρέξει τουλάχιστον 600 μέτρα στην – όχι πάντα εύκολη – κοίτη του Ασπροπόταμου, επιστρέφουμε στο αυτοκίνητο  με καμιά δεκαριά μπριάνες μόνον στο σακούλι μας. κάποιες απ’ αυτές, που είναι ακόμα στο διχτάκι, τις φωτογραφίζω για ανάμνηση.

– Τώρα πέρασαν στην αθανασία, λέω στον Βασίλη όταν τελειώνω.

– Και το βράδυ θα περάσουν στο τηγάνι, συμπληρώνει ο φίλος μου.

Μια πηγούλα αθέατη δίπλα στο δρόμο, με κρυστάλλινο νερό, μας ξεδιψάει για λίγο πριν από την επιστροφή μας. Το ίδιο βράδυ, με τις μπριάνες έξοχα τηγανισμένες από την κυρία Μάρω και με όλα τα καθιερωμένα συμπληρώματα του Βασίλη, απολαμβάνουμε ως αργά ένα από τα ωραιότερα τσιπουράκια μας στο Μικρολίβαδο.

 

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΦΑΣΟΛΙΟΥ ΚΑΙ

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΠΡΟΣ ΠΥΡΟΣΤΙΑ

 

Ο χρόνος κυλάει γοργά στο Μικρολίβαδο, οι υποχρεώσεις μας στην άλλη άκρη της Ελλάδας, στη Μεθώνη, μας καλούν χωρίς να έχουμε ολοκληρώσει την αποστολή μας. υποσχόμαστε να επιστρέψουμε. Άλλωστε θέλουμε οπωσδήποτε να παρευρεθούμε στις 6 Αυγούστου στη «Γιορτή του Φασολιού», που έχει ήδη θεσμοθετηθεί στο Μικρολίβαδο από την προηγούμενη χρονιά, κάθε δεύτερη Κυριακή του Αυγούστου.

Νωρίς το απόγευμα της 8ης Αυγούστου ξαναπαίρνουμε τη γνωστή μας διαδρομή για Γρεβενά και με το τελευταίο φως της μέρας περνάμε την Κρανιά και στρίβουμε για Μικρολίβαδο. Είναι μια ωραία βραδιά χωρίς την τρομερή καταιγίδα της προηγούμενης φοράς. Οι εργασίες στο δρόμο επίσης έχουν προχωρήσει αισθητά και είναι βέβαιο πως εφέτος θα έχει ολοκληρωθεί η χαλικόστρωση.

Με μεγάλη χαρά ξαναβρίσκουμε τους φίλους μας και, όπως είναι αναμενόμενο, η κυρία Μάρω μας υποδέχεται με μια από τις περίφημες πια πίτες της.

Ασυνήθιστη κίνηση επικρατεί απόψε στην πλατεία του χωριού, που είναι περισσότερο φωταγωγημένη από κάθε άλλη φορά. Τα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου Μικρολίβαδου πρωτοστατούν στις τελευταίες ετοιμασίες για να υποδεχθούν τους πολυπληθείς αυριανούς επισκέπτες τους.

Τα χαράματα της 9ης Αυγούστου δεν βρίσκουν κανέναν αργόσχολο στο Μικρολίβαδο. Δίπλα στην πλατεία έχουν ήδη ανάψει οι φωτιές. Μεγάλα καζάνια έχουν τοποθετηθεί πάνω στις πυροστιές γεμάτα με τους περίφημους γίγαντες, που μετά το πρώτο βράσιμο θα στρωθούν σε λαμαρίνες και μπουν στον ξυλόφουρνο. Άλλοι πάλι ετοιμάζουν τα κρέατα που θα συνοδεύσουν τα φασόλια. Είναι από κάθε άποψη πολύ ευχάριστο να παρακολουθούμε όλη αυτή τη διαδικασία, τις εμπειρίες και συντονισμένες κινήσεις των ανδρών και γυναικών του Μικρολίβαδου. Είναι μια γοητευτική αναβίωση του παρελθόντος, τότε που τα γλέντια και τα πανηγύρια αποτελούσαν τον μοναδικό τρόπο διασκέδασης της Ελληνικής υπαίθρου και έναν από τους ελάχιστους τρόπους να γνωριστούνε, στη διάρκεια του χορού, οι νέοι μεταξύ τους.

Η μέρα ωστόσο προχωράει, ο Μπάμπης έχει εκπονήσει ένα φιλόδοξο πλάνο περιήγησης, που προβλέπεται να μας δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της ευρύτερης περιοχής της «Πυροστιάς».

Με αφετηρία την πλατεία του χωριού μηδενίζουμε το οδόμετρο και ξεκινάμε τη γνωστή μας διαδρομή για Περιβόλι. Στα 3 χλμ ακριβώς εγκαταλείπουμε αυτό το κεντρικό δίκτυο και ανηφορίζουμε αριστερά. Ήδη το τοπίο αποκτά όλα τα συναρπαστικά χαρακτηριστικά της Γρεβενιώτικης υπαίθρου με τα περίφημα μαυρόπευκα πανταχού παρόντα.

Στα 5,1 χλμ φτάνουμε στην τοποθεσία «Γκορτσιά», που στον χάρτη έχει την ονομασία «Αχλαδιά».

Αφήνουμε το αυτοκίνητο, παίρνουμε προς τα δεξιά έναν δευτερεύοντα δρόμο και μετά από 100 περίπου μέτρα σταματάμε. Κάτω χαμηλά προς τα ΒΔ αποκαλύπτεται η «Μούρα», η εκπληκτική χαράδρα του Ασπροπόταμου που κατηφορίζει από Περιβόλι και Αβδέλλα. Στη βάση αυτής της χαράδρας κυλάει με συνεχή ροή το Ρέμα της Μούρας, που μετά από λίγο συναντάει τον Ασπροπόταμο. Μακρυά στα ΒΔ διαγράφεται η κορυφή της Βασιλίτσας, ενώ πολύ πιο κοντά στην ίδια ευθεία, ασπρίζει στην κορυφή ενός λόφου ο Προφήτης Ηλίας της Αβδέλλας.

– Εκτός από το υπερθέαμα του τοπίου, αγαπώ το σημείο αυτό και για έναν άλλο λόγο, πολύ σημαντικότερο, ακούμε να μας λέει ο Μπάμπης. Στο Ρέμα της Μούρας, που από δω είναι αθέατο, γεννήθηκε κάτω από ένα έλατο η Μάρω, η γυναίκα μου.

Με ακόμη ωραιότερη διάθεση μετά απ’ αυτή την «εκ βαθέων» αποκάλυψη, επιστρέφουμε στο αυτοκίνητο και συνεχίζουμε τη διαδρομή μας.

Στα 7 περίπου χιλιόμετρα οι κλίσεις του εδάφους ομαλοποιούνται, μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα εκτείνεται μπροστά μας ένα εκπληκτικό οροπέδιο, σε υψόμετρο 1250 μετρών.

– Αυτό είναι το περίφημο «Υψίπεδο του Καρστέργιου», μας εξηγεί ο Μπάμπης. Κατά τον Β’. Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε έδρα τάγματος Νεοζηλανδών και πεδίο ρήψης εφοδίων. Αν δεν έχετε αντίρρηση, αξίζει για λίγο να το επισκεφτούμε.

Αφήνουμε το αυτοκίνητο και αμέσως τα πόδια μας βυθίζονται σ’ ένα απαλό και παχύ στρώμα χλόης, που , εξαιτίας των πολλών βροχών, εξακολουθεί να διατηρείται καταπράσινο. Είναι πραγματικά απίθανο να συναντάει κανείς τον μήνα Αύγουστο τόσο ζωντανό και πλούσιο χορτάρι. Ακόμη όμως πιο απίθανο αυτή την εποχή είναι να βρίσκει μανιτάρια. Τα διακρίνουμε σ’ ένα ξέφωτο και είναι τα περισσότερα σε άριστη κατάσταση. Ανήκουν στην οικογένεια των Αγαρικών, γνωστότερα στα Γρεβενά με την ονομασία «πρόβεια».

Κόβουμε τα τέσσερα καλύτερα και συνεχίζουμε. Λίγο πιο κάτω νέα ευρήματα μας αποκαλύπτει το οροπέδιο. Είναι τα άφθονα ίχνη από πατημασιές αρκούδας, τόσο στο μαλακό κοκκινόχωμα, όσο και στην επιφάνεια της χλόης, που έχει κυριολεκτικά σαρωθεί από τον όγκο και το βάρος του μεγάλου θηλαστικού. Λίγο πιο κάτω δίνεται η εξήγηση γι’ αυτήν την προτίμηση της αρκούδας στο υψίπεδο του Καραστέργιου. Είναι μια πηγή με εκπληκτική πηγή κρυστάλλινου νερού. Πίνουμε αχόρταγα και γεμίζουμε τα παγούρια μας, κανένα ζωντανό ον δεν μπορεί ν’ αντισταθεί σ’ αυτό το υπέροχο νερό.

Μετά απ’ αυτή τη δροσερή ανάπαυλα συνεχίζουμε τη διαδρομή μας ήδη όμως το οδόστρωμα γίνεται απαγορευτικό για συμβατικά αυτοκίνητα.

Στα 8,1 χλμ βρισκόμαστε μπροστά σε μια βασική διασταύρωση. Αριστερά ο δρόμος ανηφορίζει δύσβατος για Πυροστιά, ενώ δεξιά συνεχίζει προς την περιοχή «Οξυές» («Ανταρσία» στην τοπική ορολογία) και μετά από δαιδαλώδη διαδρομή καταλήγει στο Περιβόλι. Εμείς συνεχίζουμε αριστερά τον δασικό δρόμο που – εσφαλμένα κατά τον χάρτη – φαίνεται να τερματίζει μερικά χιλιόμετρα πιο πάνω, ενώ στην πραγματικότητα συνεχίζεται. Συναντάμε ένα ανηφορικό κομμάτι, φριχτά παραμορφωμένο από την τελευταία νεροποντή, καταφέρνουμε όμως και το περνάμε.

Στα 9,8 χλμ βρίσκουμε μπροστά μας νέα διασταύρωση, εμείς όμως εξακολουθούμε αριστερά. Κινούμαστε ήδη στις ΒΔ παρυφές της χαράδρας κάτω από την κορυφή του «Γκουκομίστου», με κατεύθυνση προς «Μπάλνες». Η θέα είναι μεγαλόπρεπη, σε υψόμετρο 1400 μ. εμφανίζονται ήδη τα πρώτα ρόμπολα και οι οξυές. Λίγο πιο πάνω συναντούμε ένα μικρό όμορφο οροπέδιο με δροσερή πηγή, ήδη ορθώνονται μπροστά μας επιβλητικά σε όγκο και ύψος ρόμπολα και μαυρόπευκα, αληθινά μνημεία της φύσης.

– Κάτι μου θυμίζει αυτό το τοπίο, λέει ξαφνικά η Άννα.

Η φωτογραφική της μνήμη λειτουργεί θαυμάσια, έχουμε πράγματι φτάσει σ’ εκείνο το σημείο, που αναγκαστήκαμε λόγω λάσπης τον Ιούνιο να διακόψουμε την κάθοδό μας από την Πυροστιά. Η διαδρομή είναι πια γνωστή, πιο πάνω συναντάμε και πάλι το δύστροπο πεύκο, που εξακολουθεί να παραμένει αμετακίνητο καταμεσής του δρόμου. Για άλλη μια φορά το μετακινούμε και μετά από λίγο, 17,8 χλμ ακριβώς από την πλατεία του Μικρολίβαδου, βρισκόμαστε μπροστά στα κεραυνοβολημένα ρόμπολα της Πυροστιά.

– Τώρα έχετε πλήρη άποψη από τη μία διαδρομή προς Πυροστιά, λέει ο Μπάμπης. Προτείνω αν ολοκληρώσουμε κατηφορίζοντας από τον άλλο δρόμο, αριστερά του οροπεδίου.

Από το κέντρο του οροπεδίου μηδενίζουμε και πάλι το οδόμετρο και παίρνουμε κατεύθυνση ΒΑ. Η θέα είναι και πάλι υπέροχη προς Περιβόλι, Άβδελλα και κορυφές της Βασιλίτσας, 4 χλμ πιο κάτω βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα θέαμα εκπληκτικό. Ένα ολόκληρο κοπάδι πρόβατα, σαν μια τεράστια συμπαγής μάζα, έχει βρει καταφύγιο από τη ζέστη του μεσημεριού στον «στάλο», το σκιερό μέρος κάτω από τα δέντρα. Τα υπολογίζουμε γύρω στα 300, έρχεται όμως ο βοσκός, ο Ιωάννης Σαΐτης του Αποστόλου από το Περιβόλι, που μας λέει πως είναι 800!

Στα 6,9 χλμ συναντάμε μια βασική διασταύρωση, που αριστερά οδηγεί προς Περιβόλι. Εμείς συνεχίζουμε προς τα δεξιά (ανατολικά). Ο δρόμος είναι καλός, η συναρπαστικότατη διαδρομή παρακολουθεί όλα τα θεαματικά στριφογυρίσματα της χαράδρας που αναπτύσσεται ανάμεσα στις τοποθεσίες «Ντραμάλα» και «Μούρα». Στα 11,3 χλμ διασχίζουμε με ευκολία το Ρέμα της Μούρας, ενώ στα 15,1 χλμ φτάνουμε στη διασταύρωση που είχαμε συναντήσει κατά την άνοδό μας στην Πυροστιά, 8,1 χλμ από την πλατεία του Μικρολίβαδου.

Από την ήδη γνωστή μας διαδρομή επιστρέφουμε στο ορμητήριό μας αργά το απόγευμα, έχοντας ολοκληρώσει μια καταπληκτική κυκλική διαδρομή προς Πυροστιά, με 17,8 χλμ στην άνοδο, 24,2 στην κάθοδο και 42 χιλιόμετρα στο σύνολο.

Το Μικρολίβαδο δίνει κιόλας την εικόνα πολυσύχναστου αστικού κέντρου. Εκατοντάδες επισκέπτες και αναρίθμητα αυτοκίνητα κατακλύζουν το χωριό και συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία του Αϊ – Γιώργη. Το κρασί ρέει άφθονο, οι γίγαντες φούρνου και το κρέας είναι υπέροχα. Σε λίγο ακούγονται πρώτοι ήχοι από την παραδοσιακή δημοτική ορχήστρα και το γλέντι αρχίζει με τους χορούς των γερόντων του χωριού. Μετά από λίγο είναι καθολική η συμμετοχή. Στις 4 τα ξημερώματα παύουν και οι τελευταίες νότες των οργάνων, σιγά-σιγά η πλατεία βυθίζεται στη σιωπή, μια ακόμα Γιορτή του Φασολιού αποτελεί παρελθόν για το Μικρολίβαδο.

 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΠΡΟΣ ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ

 

Τις επόμενες μέρες, πάντα με οδηγό μας τον Μπάμπη και τις πολύτιμες πληροφορίες του, έχουμε την εξαιρετική τύχη να γνωρίσουμε όλες τις δυνατές διαδρομές από τις περιοχές του Μικρολίβαδου και της Κρανιάς, προς τα απερίγραπτης ομορφιάς τοπία της Βάλια Κάλντα. Θα ήταν ουτοπικό και ίσως πολύ κουραστικό να προσπαθήσω να περιγράψω με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις αναρίθμητες διασταυρώσεις, τις χιλιομετρικές αποστάσεις και γενικά το δαιδαλώδες οδικό δασικό δίκτυο, κύριο και δευτερεύον, που οδηγεί στη Βάλια Κάλντα. Όλη αυτή η περιπλάνηση μας πήρε αρκετές μέρες και πάμπολλα χιλιόμετρα από νωρίς το πρωί ως το πέσιμο της νύχτας.

Θα θέλαμε ωστόσο να επισημάνουμε δύο κύριες οδικές αρτηρίες, που συγκεντρώνουν τα αυθεντικά χαρακτηριστικά των τοπίων των Γρεβενών, χιλιάδες μαυρόπευκα με ευθυτενείς κορμούς, πελώρια ρόμπολα στα μεγάλα υψόμετρα, ρέματα και πηγές με κρυστάλλινα νερά και παντού οργιώδη βλάστηση.

Η πρώτη βασική αρτηρία , με άριστο οδικό δίκτυο βατό σε κάθε αυτοκίνητο, ξεκινάει λίγα χιλιόμετρα πάνω από την Κρανιά στον δημόσιο δρόμο Κρανιάς – Μηλιάς – Μετσόβου. Πρώτα συναντάμε τη διασταύρωση προς την εκπληκτική τοποθεσία «Στράνια», με πανέμορφο ρέμα και μικρούς καταρράκτες. Στη συνέχεια του κεντρικού δρόμου βρίσκουμε στ’ αριστερά την πετρόχτιστη «Γυφτόβρυση» με πολύ κρύο νερό, δημιούργημα της Δασικής Υπηρεσίας Γρεβενών από το 1978. 7,6 χλμ από τη διασταύρωση της Στράνιας συναντάμε σε υψόμετρο 1450 μ., κάτω από έλατα, ρόμπολα και οξυές, ένα υπερυψωμένο χώρο δασικής αναψυχής με τραπέζι και μερικά παγκάκια. Εδώ, μέσα από κορμό δέντρου, ρέει μια από τις πιο κρύες και ωραίες πηγές, που μπορεί κάποιος να συναντήσει στο βουνό, 2,5 χιλιόμετρα πιο πάνω βρισκόμαστε στα πανέμορφα υψίπεδα της «Σαλατούρας Παπαγιάννη» και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα συναντάμε μπροστά μας την βασική διασταύρωση, που αριστερά οδηγεί στο Αρκουδόρεμα και στην καρδιά της Βάλια Κάλντας, ευθεία προς την Σαλατούρα Σταυρού και δεξιά κατηφορίζει προς Μικρολίβαδο. Κάθε μια απ’ αυτές τις διαδρομές οδηγεί σε τοπία μαγευτικά, που είναι δύσκολο να περιγραφεί η ομορφιά τους.

Αν πάντως κάποιος θέλει να επιστρέψει από διαφορετική διαδρομή, μπορεί να στρίψει δεξιά προς Μικρολίβαδο. Αυτή είναι η δεύτερη βασική αρτηρία που προτείνουμε, με δρόμο γενικά βατό αλλά όχι σε τόσο άριστη κατάσταση όσο της πρώτης. Από τη διαδρομή αυτή ως τον ξενώνα η συνολική απόσταση είναι 30 χιλιόμετρα περίπου.

Είναι αδύνατον σε περιορισμένο χρονικό διάστημα να γνωρίσει κανείς όλο το μεγαλείο της ορεινής φύσης πάνω από το Μικρολίβαδο.

Μπορεί ωστόσο, ακόμη και σε μερικές μόνον μέρες, να πάρει μια ισχυρή πρόγευση για το μοναδικό φυσικό κάλλος που πρόκειται να συναντήσει στις μελλοντικές περιπλανήσεις του.

Άλλωστε ο ξενώνας «Μικρολίβαδο» και οι

 

 

back-button
next-button
mikrolivado-grevenwn mikrolivado-grevenwn_1 mikrolivado-grevenwn_2 mikrolivado-grevenwn_3-scaled mikrolivado-grevenwn_4 mikrolivado-grevenwn_5 mikrolivado-grevenwn_6 mikrolivado-grevenwn_7 mikrolivado-grevenwn_8 mikrolivado-grevenwn_9 mikrolivado-grevenwn_10-scaled mikrolivado-grevenwn_11-scaled mikrolivado-grevenwn_12-scaled mikrolivado-grevenwn_13-scaled mikrolivado-grevenwn_14 mikrolivado-grevenwn_15-scaled mikrolivado-grevenwn_16-scaled
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories