Μιναρέδες που συναγωνίζονται με τα καμπαναριά, χριστιανικά και μουσουλμανικά νεκροταφεία στις άκρες των χωριών, ένα διαρκές αλισβερίσι λέξεων, ένα κράμα θρησκειών και πολιτισμών, ένα χωνευτήρι συνηθειών και νοοτροπιών… Αυτά και πολλά άλλα θα δει μπροστά του όποιος επισκέπτεται τα Πομακοχώρια του Έβρου.
Στα χωριά τους οι Πομάκοι ακολουθούν ήρεμους ρυθμούς ζωής. Είναι δεμένοι με τον τόπο τους παρά τις διακρίσεις που υπέστησαν ως θρησκευτική και γλωσσική μειονότητα – διακρίσεις που τους καθιστούσαν πολίτες δεύτερης ή και τρίτης κατηγορίας. Ζώνες επιτήρησης, φραγμοί και όρια, μπάρες, πύλες εισόδου και φυλάκια έξω από τα χωριά, που επιβλήθηκαν για λόγους θρησκευτικού φανατισμού, επεκτατικών βλέψεων και μισαλλοδοξίας. Από το 1995 οι μπάρες επιτέλους σηκώνονται και δίνονται εκ των υστέρων κάποια προνόμια προς αποκατάσταση της χρόνιας άνισης μεταχείρισης. Ωστόσο, στα ορεινά του δήμου Σουφλίου υπάρχει μια μειονότητα μέσα στη μειονότητα. Τα Πομακοχώρια της ανατολικής Ροδόπης, το Μεγάλο Δέρειο, το Γέρικο, το Γονικό, ο Πετρόλοφος, η Ρούσσα, η Σιδηρώ, το Μεσημέρι, η Μυρτίσκη, η Χλόη, το Μικράκι, ο Κισσός, κατοικούνται από τους Κιζιλμπάσηδες, μια αλεβίτικη ομάδα Μπεκτασήδων, που βιοπορίζεται κυρίως από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Είναι σιίτες μουσουλμάνοι, πιο κοντά προς τον δυτικό τρόπο ζωής, με μια πιο χαλαρή κι ανεκτική προσέγγιση στη λατρεία του Αλλάχ, που διαφοροποιούνται από την υπόλοιπη μουσουλμανική μειονότητα, καθώς δε νηστεύουν στο Ραμαζάνι, οι γυναίκες δε φορούν κατ΄ ανάγκη μαντίλα, άντρες και γυναίκες προσεύχονται μαζί στον ίδιο χώρο, ενώ διακρίνονται από μια βαθιά εσωτερικότητα ως εκφραστές της αγάπης, της ισότητας, και της αρμονικής συνύπαρξης χωρίς φυλετικό, θρησκευτικό ή άλλον διαχωρισμό. Εκεί, λοιπόν, στη μειονότητα μέσα στη μειονότητα, βρεθήκαμε τις πρώτες μέρες του Αυγούστου. Το πολύωρο ταξίδι ξεκινά με προορισμό τη Ρούσσα Έβρου.
Οι μεγαλιθικοί τάφοι
Πηγαίνοντας προς τη Ρούσσα, σε έναν χαμηλό λόφο με βελανιδιές, προσέξαμε τις βυσσινί πινακίδες της αρχαιολογικής υπηρεσίας που αναφέρονται σε μεγαλιθικούς τάφους. Ψάξαμε και τους βρήκαμε. Αν δεν ψάξεις, δεν βρίσκεις. Υποτιμημένα μνημεία του παρελθόντος, εγκαταλελειμμένα παρά την αξία και τη σπανιότητά τους, τεράστιοι τάφοι του 9ου-8ου αιώνα π.Χ., της πρώιμης εποχής του σιδήρου, κατασκευασμένοι από πέντε μεγάλες πλάκες και μ’ ένα χαρακτηριστικό άνοιγμα στη μια στενή πλευρά τους. Στο εσωτερικό των μεγαλιθικών τάφων τοποθετούνταν μεγάλα αγγεία με την τέφρα του νεκρού ή τα υπολείμματα της καύσης μαζί με τα κτερίσματα. Η πρόκληση ήταν μεγάλη! Μπήκαμε μέσα στον μεγαλιθικό τάφο και φωτογραφηθήκαμε.
Οι προϊστορικές βραχογραφίες
Άλλη μια βυσσινί επιγραφή μάς ωθεί να ξεστρατίσουμε και να ανακαλύψουμε αυτό που δηλώνει: Προϊστορικές βραχογραφίες. Ανηφορίζουμε το μονοπάτι δεξιά της πινακίδας και ψάχνουμε ανάμεσα στα βάτα. Κι εδώ μνημεία του παρελθόντος υποτιμημένα και αφημένα στην τύχη τους, που για να τα βρεις πρέπει να ψηλαφήσεις κάθε βράχο που συναντάς. Ήμασταν τυχεροί και στα 50 περίπου μέτρα φτάνουμε σ’ έναν μεγάλο βράχο σκαλισμένο, την προϊστορική βραχογραφία που αναζητούσαμε. Τα σχέδια στην επιφάνεια του βράχου χρονολογούνται ανάμεσα στο 1100 και 900 π.Χ. Με δυσκολία διακρίνουμε ανθρώπινες μορφές, πτηνά, ερπετά κι άλλα σύμβολα που πιθανότατα σχετίζονται με προϊστορικές δοξασίες. Αφήνουμε πίσω μας τα απομεινάρια του παρελθόντος και συνεχίζουμε την πορεία μας στο παρόν.
Το χωριό Μικρό Δέρειο, που αποτελεί κύριο σημείο πρόσβασης στα Πομακοχώρια της ανατολικής Ροδόπης, υπήρξε έδρα του καποδιστριακού δήμου Ορφέα. Ορφέας και Πομάκοι; Παράξενος συνδυασμός, όπως άλλωστε συμβαίνει σε τόπους πολυπολιτισμικούς.
Προορισμός μας είναι η Ρούσσα, χωριό 500 κατοίκων, ξακουστό για τον αλεβίτικο τεκέ του Κιζίλ Ντελή ή Σεγίτ Αλή Σουλτάν. Λέγεται αλλιώς και Μονή Μπεκτασήδων Κιζήλ Ντελή και είναι κορυφαίος τόπος προσκυνήματος των Αλεβιτών, από τους παλαιότερους διατηρημένους τεκέδες στα Βαλκάνια. Ο δερβίσης Σεγίτ Αλί Σουλτάν, ο επονομαζόμενος Κιζίλ Ντελή (κόκκινος τρελός) ίδρυσε τον τεκέ στα μέσα του 14ου αιώνα μ.Χ. και παρέμεινε εκεί. Εκεί βρίσκεται και ο τάφος του που αποτελεί σημαντικό τόπο προσκυνήματος. Ανοίγουμε τα λεξικά. Τεκές: λατρευτικός χώρος, σημείο συνάθροισης δερβίσηδων του τάγματος των Μπεκτασήδων, και κατ’ επέκταση στη νεοελληνική, ένας χώρος γεμάτος από καπνούς τσιγάρων, όπως στη φράση «Tεκέ το κάνατε εδώ μέσα»;
Μπαίνοντας από την είσοδο των Σαράντα Ιερών (Kırklar Kapısı), αισθανόμαστε το δέος και τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα που υποβάλλουν στον επισκέπτη όλοι οι χώροι πίστης και προσευχής. Η οθωμανική επιγραφή στην είσοδο γράφει στην τουρκική γλώσσα: «Ανοικοδομήθηκε στα οκτακόσια τέσσερα, ανακαινίστηκε στα χίλια εκατόν εβδομήντα τρία από τον Δερβίση Αλή ύστερα από επιθυμία του να γίνει πραγματικός άγιος, αν και τα ελλείμματά του πολλά». Αξίζει να σημειωθεί πως η ημερομηνία είναι σε έτη Εγίρας, επομένως το 804 αντιστοιχεί στο 1402 μ.Χ. και το 1173 στο 1759 μ.Χ.
Είναι ένα γαλήνιο συγκρότημα χαμηλών πετρόκτιστων κτιρίων, σαν χριστιανικό μοναστήρι, με πέτρα και ξύλο, φιλικά ζώα, παγκάκια που σε καλούν για χαλάρωση και αναστοχασμό. Πρώτο κτίριο είναι ο τουρμπές, το ταφικό δηλαδή μνημείο-μαυσωλείο του Σεγίτ Αλή Σουλτάν, όπου εισερχόμαστε χωρίς υποδήματα, καθώς το δάπεδο είναι στρωμένο με χαλιά. Δίπλα υπάρχει ξεχωριστός χώρος προσευχής (Μeydan Evi), το «κονάκι» (ξενώνας), το μαγειρείο και η τραπεζαρία. Καθόμαστε στο κέντρο της αυλής, στα όμορφα παγκάκια, κάτω από τα φύλλα της μουριάς 600 ετών, με τα θαυματουργά μούρα. Σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση, αν κάποιος φάει μούρα από το δέντρο αυτό, προστατεύεται από όλες τις αρρώστιες. Χώρος ιδανικός για ενδοσκόπηση και περισυλλογή.
Συνεχίζουμε για τη Ρούσσα, να προλάβουμε πριν βραδιάσει. Στόχος της αποστολής μας να παρακολουθήσουμε ένα παραδοσιακό αλεβίτικο δρώμενο, μια τριήμερη γιορτή θρησκευτικότητας και πολιτισμού, με προσευχές, κουρμπάνι (θυσίες ζώων) και αγώνες πάλης.
Γιατί όμως απ’ όλα τα αλεβίτικα χωριά στην εσχατιά της Ελλάδας επιλέχθηκε η Ρούσσα; Η απάντηση είναι ότι κάθε χρόνο, ο Αγάς είναι διαφορετικό πρόσωπο, το οποίο προτείνεται στην επιτροπή της κοινότητας των Αλεβιτών και στη συνέχεια εγκρίνεται. Κάθε χρόνο, τα δρώμενα τελούνται στο σπίτι του εκάστοτε Αγά και το πανηγύρι γίνεται στο χωριό του. Φέτος, λοιπόν, ο Αγάς που επιλέχθηκε ήταν από τη Ρούσσα, κι έτσι το δρώμενο φιλοξενήθηκε στο σπίτι του.
Παρασκευή βράδυ φτάνουμε στη Ρούσσα. Τι πρωτοακούμε; Πομάκικα, τουρκικά και ελληνικά. Τι πρωτοαντικρίζουμε; Χορευτικά συγκροτήματα με τα λάβαρα των συλλόγων από τα γύρω χωριά που περιμένουν να χορέψουν, στρωμένα τραπέζια με ρύζι και κρέας ως έκφραση φιλοξενίας και ισότητας, ενώ στο οδόστρωμα είναι στρωμένα χαλιά. Εκεί θα παλέψουν ένα είδος ελληνορωμαϊκής πάλης ημίγυμνοι παλαιστές επιδεικνύοντας τη δύναμή τους, οι γνωστοί «Πεχλιβάνηδες», αλειμμένοι με λάδι απ’ την κορυφή ως τα νύχια, φορώντας μόνο το «κισπέτ», το δερμάτινο παντελόνι μέχρι κάτω από το γόνατο. Το παντελόνι αυτό είναι το μόνο σημείο από το οποίο μπορούν να σηκώσουν τον αντίπαλο, καθώς το υπόλοιπο σώμα γλιστρά από το λάδι. Και μόλις ο νικητής αναγκάσει τον αντίπαλο να αγγίξει τη γη με την πλάτη, ηττημένος και νικητής μαζί παίρνουν μια πετσέτα και γυρίζουν ανάμεσα στους θεατές για να λάβουν το χρηματικό αντίτιμο για το θέαμα που προσέφεραν. Καθόμαστε κι εμείς, λοιπόν, στο στρωμένο τραπέζι ως φιλοξενούμενοι της κόρης του Αγά, της Αϊσέ, και παρακολουθούμε τα δρώμενα. Η Αϊσέ, καθηγήτρια Τουρκικής, φιλόξενη οικοδέσποινα, όπως της επέβαλλε ο ρόλος της, μας λύνει τις απορίες.
Κι ενώ νομίζαμε ότι θα ήμασταν μάρτυρες ενός τοπικού εθίμου μικρής εμβέλειας, στο διπλανό τραπέζι βλέπουμε μια μεγάλη ομάδα επισήμων. Τελικά, καταλήγουμε να είμαστε αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της επίσημης δικαίωσης των Αλεβιτών Μπεκτασί και της έμπρακτης εφαρμογής της ανεξιθρησκίας, καθώς -παρουσία της υπουργού Παιδείας Σοφίας Ζαχαράκη- διά νόμου αναγνωρίζονται οι εν Ελλάδι Μπεκτασήδες-Αλεβίτες ως θρησκευτικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Η ελληνική μπεκτασιδική κοινότητα πανηγυρίζει τη νέα νομοθετική ρύθμιση που εξασφαλίζει ισοτιμία με τη μουσουλμανική μειονότητα, κι εμείς μοιραζόμαστε τη χαρά τους. Έτσι, μια μικροσκοπική μειονοτική μουσουλμανική κοινότητα περίπου 4.000 πιστών, μια μειοψηφία εντός της μουσουλμανικής μειονότητας, γίνεται επισήμως ορατή.
Την επόμενη μέρα, ακολουθούμε τους εορτάζοντες Αλεβίτες στον δρόμο από τη Ρούσσα προς το ύψωμα Χίλια, στα σύνορα Ελλάδας-Βουλγαρίας, τον ιερό τόπο όπου εδώ και 7 αιώνες συγκεντρώνονται για να γιορτάσουν το Γιαγλά-Μπαϊράμι. Ο φετινός Αγάς μπαίνει επευφημούμενος στον χώρο της πάλης και κάθεται να παρακολουθήσει τους αγώνες. Ο Αγάς που έχει εκλεγεί για την επόμενη χρονιά χαιρετά τον φετινό Αγά, τον ασπάζεται και κάθεται δίπλα του. Ήχοι από ζουρνάδες και νταούλια παντού. Καντίνες, πάγκοι με μικροπωλητές, σούβλες, μπιφτέκια, κοτόπουλα, αναψυκτικά. Στα Χίλια υπάρχει οργανωμένη παλαίστρα. Το Σάββατο παλεύουν οι μικρότερες κατηγορίες παλαιστών, ενώ ο αγώνας κορυφώνεται την Κυριακή με αντιπάλους καταξιωμένους παλαιστές από την περιοχή αλλά και από τα Βαλκάνια, κυρίως από τη γειτονική Αδριανούπολη που έχει τεράστια παράδοση στους αγώνες ελαιοπάλης, με πιο γνωστούς τους ετήσιους αγώνες Kırkpınar. Οι αγώνες ελαιοπάλης αποτελούν το αποκορύφωμα των εκδηλώσεων, με ρίζες αιώνων ως συμβολική αναπαράσταση του πνευματικού αγώνα. Στην πάλη με λάδι απαιτείται περισσότερη δύναμη για να κρατήσεις και να πιάσεις τον αντίπαλο. Έτσι, κύριο στοιχείο παύει να είναι η ωμή δύναμη, και γίνεται η μαεστρία και το καθαρό μυαλό.
Αποχαιρετάμε το ύψωμα Χίλια σιγοτραγουδώντας το γνωστό τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου:
Μια νύχτα θα ‘ρθει από μακριά, βρε αμάν αμάν,
αέρας πεχλιβάνης,
να μην μπορείς να κοιμηθείς, βρε αμάν αμάν,
μόλις τον ανασάνεις.
Κι όπως συμβαίνει στις μεθοριακές περιοχές, το πέρασμα από τη μία χώρα στην άλλη είναι μια εύκολη υπόθεση. Αφού μπήκαμε και βγήκαμε στο βουλγαρικό έδαφος αρκετές φορές στην κορυφογραμμή, το απόγευμα επισκεπτόμαστε την πλέον κοντινή βουλγαρική πόλη, Ιβαΐλοβγκραντ, όπου μεταβαίνουν συχνά οι ντόπιοι για να προμηθευτούν φτηνή βενζίνη. Εκεί, κατευθυνόμαστε σ’ έναν εξαιρετικό πολιτιστικό χώρο και παρακολουθούμε μια συγκινητικότατη -παρά την αλλότρια γλώσσα- θεατρική παράσταση στη μνήμη της Ελένης Τοπαλίδου.
Στο οδοιπορικό μας αυτό, βιώσαμε τον διαθρησκευτικό διάλογο και την πολιτιστική ποικιλομορφία της Θράκης, ζήσαμε μια ζωντανή πολιτιστική εμπειρία, είχαμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε μια άγνωστη μα αυθεντική κοινότητα της Ελλάδας, απομονωμένη στο κλειστό ορεινό περιβάλλον της οροσειράς της Ροδόπης. Συνειδητοποιήσαμε πως η ζωή στα Πομακοχώρια του Έβρου ακολουθεί τους δικούς της αργούς ρυθμούς, σα να μην έχουν αλλάξει και πολλά στο πέρασμα του χρόνου. Εκεί, λοιπόν, που μπαίνει η πινέζα στον γεωγραφικό χάρτη, εκεί που οι γείτονες άλλοτε διεκδικούν κι άλλοτε παρέχουν με ανταλλάγματα, εκεί συναντήσαμε ανθρώπους ευγενικούς, συμπαθέστατους, ευπροσάρμοστους και συνάμα άγρυπνους φρουρούς της παράδοσης. Ένα ταξίδι που μας έδειξε πως η συμπαγής μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης επιμένει να επιβιώνει παρά τον τυφώνα της παγκοσμιοποίησης, παρά τα νέα ήθη και τις Σειρήνες του σύγχρονου τρόπου ζωής, διατηρώντας την ντόπια κουλτούρα, το χρώμα, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου. Ένα ταξίδι στα πιο απομακρυσμένα Πομακοχώρια του Έβρου που ζητούν την προσοχή και το νοιάξιμό μας.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλουμε στον Μανώλη και την Ελένη, τους φιλόξενους ιδιοκτήτες της μονάδας ΕΥΡΟΘΗΡΑΜΑ, στον Πεντάλοφο, το ακριτικό χωριό. Πρόκειται για μια πρότυπη μονάδα όπου μπορεί κανείς να συνδυάσει ξεχωριστά γεύματα, μέρες ξεκούρασης και περιπάτων στα μονοπάτια μιας τεράστιας φυσικής, δασώδους έκτασης, αλλά και να δει τα ζώα που εκτρέφονται εκεί.






















