home Άρθρα Αγναντεύοντας τη θρακική Μαρώνεια
Αγναντεύοντας τη θρακική Μαρώνεια

Η πρώτη φορά ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ‘ 80. Mια νύχτα χειμωνιάτικη με δυνατό νοτιά. Και με ολόγιωμο φεγγάρι.
-Μια τέτοια νύχτα δεν είναι για να μένουμε στο σπίτι είχε πει ο οικοδεσπότης μας. Πάμε να οσμιστούμε την ανάσα του πελάγου.
Ο νοτιάς λυσσομανούσε στη Μαρωνίτικη ακτή. Από τα βάθη του Θρακικού τα κύματα ορμούσαν το ένα πίσω απ’ τα’ άλλο. Στο ασημένιο φως του φεγγαριού οι αφροί τους έλαμπαν ολόλευκοι. Κι εμείς, καθισμένοι πάνω στα νοτισμένα βότσαλα, απομέναμε σιωπηλοί, καθένας με τις σκέψεις του. Αργότερα, σαν νιώσαμε πια χορτασμένοι απ’ την ανάσα και τον ήχο του πελάγου, γυρίσαμε στην ηρεμία του σπιτιού. Γέμισαν και ξαναγέμισαν τα ποτήρια με ντόπιο Μαρωνίτικο κρασί, τον μακρινό απόγονο του αρχαίου Iσμαρικού. Μας πήρε ο ύπνος κατάχαμα, πλάι στο τζάκι…
Την εποχή εκείνη ήταν αδύνατον να φανταστώ, τι θα μου αποκάλυπτε, χρόνια αργότερα, αυτή η μικρή γωνιά της Θράκης. 

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Αγναντεύοντας τη θρακική Μαρώνεια
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΡΑΚΗ, Ροδόπη

 

Η Ροδόπη του παρελθόντος, η Ροδόπη του σήμερα, η Ροδόπη του αύριο…

Ένας τόπος, μια ιστορία, ένας πίνακας φτιαγμένος με δεκάδες χρώματα και αρώματα. Ένας τόπος πλασμένος από τη διαφορετική μαγιά πολλών ανθρώπων, που συνθέτουν μαζί ένα πολυπολιτισμικό καμβά, μοναδικό στην Ελλάδα…

Η Ροδόπη σήμερα έπαψε να είναι ο τόπος εξορίας, η άκρη της γης, το σύνορο. Έπαψε να είναι στην άκρη του πουθενά, «λησμονημένη και γυμνή»…

Η Ροδόπη δεν είναι πλέον terra incognita είναι ένα σταυροδρόμι λαών και πολιτισμών, μια γέφυρα επικοινωνίας, ένα επίνειο προς την ιστορική Βαλκανική της ενδοχώρα.

Η Ροδόπη είναι ένας τόπος μοναδικής και απαράμιλλης ομορφιάς, που αξίζει να γνωρίσει κανείς καλά. Να μυηθεί στα μυστικά του, να αναζητήσει τα υπέροχα μονοπάτια του, να καταδυθεί στα νερά του, να βρει στοιχεία που δεν απαντώνται αλλού.

Κάθε βήμα στη Ροδόπη είναι ένα πραγματικό ταξίδι, στο χώρο και στο χρόνο…

Η Ροδόπη είναι τελικά η γη των Θρύλων και των παραδόσεων. Είναι όμως και η Ροδόπη της Ανάπτυξης και της σύγχρονης πραγματικότητας.

Αυτήν την πραγματικότητα η Νομαρχία φιλοδοξεί  να προβάλει. Θέλει να δώσει την πραγματική εικόνα μιας περιοχής που ξέρει να αξιοποιεί και να προβάλλει τον πλούτο της. Που έχει στο επίκεντρο του είναι της τον άνθρωπο. Που μαγεύει τον επισκέπτη με την ομορφιά, το κάλλος και τις εικόνες του.

Η Ροδόπη και η Μαρώνεια είναι πραγματικά ο ιδανικός προορισμός για εναλλακτικές τουριστικές αποδράσεις.

Η Πατροπαράδοτη Θρακιώτικη φιλοξενία εγγυάται γι΄ αυτό.

Σαν Νομάρχης Ροδόπης, γέννημα θρέμμα αυτού του τόπου, σας καλώ σε αυτό το ταξίδι, που είμαι βέβαιος ότι θα σημαδέψει τη ζωή σας και θα σας δώσει μοναδικές εμπειρίες που δύσκολα θα ζήσετε αλλού. Η Ροδόπη θα μείνει για πάντα στην καρδιά σας.

 

ΜΑΡΩΝΕΙΑ

ΑΓΝΑΝΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΘΡΑΚΙΚΟ

Η πρώτη φορά ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ‘ 80. μια νύχτα χειμωνιάτικη με δυνατό νοτιά. Και με ολόγιωμο φεγγάρι.

-Μια τέτοια νύχτα δεν είναι για να μένουμε στο σπίτι είχε πει το οικοδεσπότης μας. Πάμε να οσμιστούμε την ανάσα του πελάγου.

Ο νοτιάς λυσσομανούσε στη Μαρωνίτικη ακτή. Από τα βάθη του Θρακικού τα κύματα ορμούσαν το ένα πίσω απ’ τα’ άλλο. Στο ασημένιο φως του φεγγαριού οι αφροί τους έλαμπαν ολόλευκοι. Κι εμείς, καθισμένοι πάνω στα νοτισμένα βότσαλα, απομέναμε σιωπηλοί, καθένας με τις σκέψεις του. Αργότερα, σαν νιώσαμε πια χορτασμένοι απ’ την ανάσα και τον ήχο του πελάγου, γυρίσαμε στην ηρεμία του σπιτιού. Γέμισαν και ξαναγέμισαν τα ποτήρια με ντόπιο Μαρωνίτικο κρασί, τον μακρινό απόγονο του αρχαίου Εομαρικού. Μας πήρε ο ύπνος κατάχαμα, πλάι στο τζάκι…

Την εποχή εκείνη ήταν αδύνατον να φανταστώ, τι θα μου αποκάλυπτε, χρόνια αργότερα, αυτή η μικρή γωνιά της Θράκης.

 

ΟΙ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ ΤΗΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ

 

Με προσανατολισμό στ’ Ανατολικά.

Πιστεύω, πως η Ελλάδα διαθέτει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό, που την διαφοροποιεί ουσιαστικά από τις άλλες χώρες. Είναι η εξαιρετική εναλλαγή φυσικού περιβάλλοντος κάθε μορφής σε συνδυασμό με την πυκνότατη παρουσία ανθρώπινων στοιχείων κατοίκησης και μνημείων πολιτισμού από τα βάθη των αιώνων. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε κάθε γωνιά της Ελληνικής γης. Η Μαρώνεια βέβαια δεν θα μπορούσε ν’ αποτελεί εξαίρεση, άσχετα αν δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Χειμώνα πάλι το’ φερε η σύμπτωση να επιστρέψουμε στο Θρακικό, 20 χρόνια μετά την πρώτη μας γνωριμία. Νοτιάς και πάλι δυνατός. Αγναντεύουμε τα κύματά του με την Άννα σε μια μοναχική ακτή, έξω απ’ τη Μαρώνεια. Όλη η ακτογραμμή μοιάζει με τείχος συμπαγές από βράχους κατακόρυφους, σε μήκος πολλών εκατοντάδων μέτρων. Σ’ αυτό το ακλόνητο φυσικό προμαχώνα σκάζουν τα προαιώνια κύματα του νότου με όση μανία διαθέτουν. Ο ήχος τους είναι φοβερός. Και δεν προέρχεται μόνον από την πρόσκρουση της θάλασσας στους βράχους. Οφείλεται κυρίως στην βίαιη διείσδυσή της στις σπηλιές και στις ρωγμές, που κάποιες επικοινωνούν και με την επιφάνεια του εδάφους. Απ’ αυτές τις ρογμώσεις ξεπηδούν πίδακες με εκατομμύρια σταγονίδια, σαν ατμός, μ’ έναν ήχο υπόκωφο, μοναδικό, που καμιά περιγραφή δεν θα μπορούσε ν’ αποδώσει.

-Είχατε την τύχη να γνωρίσετε την περίφημη ακτή της «Μαρμαρίτσας» στις κορυφαίες της στιγμές, εξηγεί ο Γιώργος Βολουδάκης. Και η τρύπα απ’ όπου ξεπηδούσαν ο ήχος κι ο ατμός, δεν ήταν άλλη από την «Τρύπα της Γοργόνας».

Μάιος του 2005. Στην τρίτη αυτή προσέγγιση στόχος  μας είναι ν’ αποκαλύψουμε την άγνωστη Μαρώνεια, των αντιθέσεων και εκπλήξεων. Οικοδεσπότης μας στο Ξενοδοχείο Ρωξάνη και πολύτιμος ξεναγός μας είναι ο Γιώργος Βολουδάκης, από παππού Κρητικό Μακεδονομάχο απ’ τα Χανιά, που παντρεύτηκε και έμεινε στη Μαρώνεια.

Ψηλός και πληθωρικός, ο Γιώργος, με σπουδές αρχαιολογίας σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού, κατέχει άριστα την ιστορία του τόπου του και το φυσικό του περιβάλλον. Αρχαιολάτρης ο ίδιος και φυσιολάτρης, δεν διστάζει – έστω και με προσωπικό κόστος – να τα βάζει με οποιονδήποτε απεργάζεται ανοίκειες παρεμβάσεις που βλάπτουν την αισθητική του τοπίου ή την διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αρχικά μπορεί κάποιος να τον θεωρήσει επιθετικό και υπερβολικό, πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει, ότι από τέτοιους ανθρώπους έχει ανάγκη αυτός ο τόπος και όχι από αδιάφορους και ανεύθυνους.

Παράλληλα με τις ξενοδοχειακές του δραστηριότητες, στις οποίες έχει πολύτιμους συμπαραστάτες τους γονείς και τη γυναίκα του, ο Γιώργος επιδίδεται σε περιβαλλοντικές δραστηριότητες, που απευθύνονται στους επισκέπτες της μονάδας και θα μας απασχολήσουν παρακάτω.

Το Ξενοδοχείο «ΡΩΞΑΝΗ» ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2000. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 170 μέτρων στις Δ υπώρειες του Ίσμαρου, σε ελαφρά επικλινή πλαγιά 14 στρεμμάτων σε αμυγδαλεώνα. Βρίσκεται στη Δ είσοδο της Μαρώνειας και σε απόσταση 450 μέτρων από την πλατεία του χωριού. Η θέα του είναι απεριόριστη σ’ όλη την ευρύτατη πεδιάδα προς τα Δ, ενώ προς τα Ν χάνεται στην απεραντοσύνη του Θρακικού Πελάγους. Με ατμοσφαιρική διαύγεια έχει κανείς την τύχη να αγναντεύει τις κορυφές του Φαλακρού και του Παγγαίου, το Άγιον Όρος και τη Θάσο, ακόμη και τη Λήμνο. Όταν πριν από τρία χρόνια το επισκεφθήκαμε για πρώτη φορά, το ξενοδοχείο αποτελείτο από ένα κτιριακό συγκρότημα με 15 πολύ άνετα μονόχωρα και δίχωρα δωμάτια, όλα εξοπλισμένα με τηλεόραση, ψυγείο, τηλέφωνο, κλιματισμό και internet. Σήμερα στον εξωτερικό χώρο του συγκροτήματος – και για λίγες ακόμη μέρες – επικρατεί μια ευχάριστη ακαταστασία, που οφείλεται στις τελικές εργασίες που απομένουν για την επέκταση της μονάδας με 11 επιπλέον μεγάλων διαστάσεων δωματίων, αναμόρφωση του αύλειου χώρου και προσθήκηη πισίνας.

Η αίθουσα πρωινού και εστίασης είναι πολύ ευχάριστη, με μεγάλη ευρυχωρία, θέα και πολύ καλή επίπλωση. Το μπαρ είναι εφοδιασμένο με μια εξαιρετική ποικιλία γνωστών αλλά και σπάνιων ποτών, ενώ εξίσου καλά ενημερωμένη με εκλεκτά κρασιά είναι και η κάβα. Άλλωστε αυτό το μεράκι του για το κρασί ο Γιώργος σκοπεύει να το αξιοποιήσει ακόμη καλύτερα στο καινούργιο συγκρότημα. Στο υπόγειό του θα δημιουργηθεί μεγάλη αίθουσα με πλουσιώτατη κάβα κρασιών για γευσιγνωσίες, ενώ επιπλέον προβλέπεται η δημιουργία ειδικών αιθουσών με HOME THEATER και INTERNET. Έτσι η Ρωξάνη θα μπορεί να προσφέρει – και μάλιστα σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές – μια σειρά από συνολικές υπηρεσίες στους επισκέπτες της.

Ο καφές στο ωραίο μπαλκόνι της αίθουσας πρωινού τελειώνει, είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε τις περιηγήσεις μας στην περιοχή. Ο πρώτος προορισμός μας είναι στα ανατολικά της Μαρώνειας. Με αφετηρία την πλατανοσκέπαστη πλατεία διασχίζουμε το χωριό και μετά από 500 μέτρα κατευθυνόμαστε αριστερά. Στα 1,2 χλμ. στρίβουμε αριστερά προς Αγ. Χαράλαμπο και στα 2,6 χλμ. και πάλι αριστερά σε βατό χωματόδρομο με κατεύθυνση προς «Αρχαίο Θέατρο» και παραλία «Μαρμαρίτσας». Το τοπίο είναι ήμερο, ένα συνηθισμένο Ελληνικό τοπίο με χαμηλή βλάστηση και ελαιώνες, είναι όμως προικισμένο με κάποια από τα μνημεία του αρχαίου παρελθόντος της Μαρώνειας, που αρχίζουν να εμφανίζονται διαδοχικά στο πέρασμά μας.

Έτσι, στα 3,9 χλμ. μια πινακίδα δεξιά μας οδηγεί στα υπολείμματα του Ιερού του Διονύσου, 150 μόλις μέτρα από το δρόμο. Εδώ ανακαλύφθηκε η περίφημη κεραμική «Αρχαία Μάσκα», που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομητηνής. 300 μέτρα πιο κάτω περνάμε δίπλα από το Αρχαίο Θέατρο της Μαρώνειας. Δεν έχει τις μεγαλειώδης διαστάσεις των Θεάτρων της Επιδαύρου και της Δωδώνης ούτε την αρρενωπότητα του ορεινού τοπίου των 600 μ. του θεάτρου της Αρχαίας Κασσώπης. Είναι όμως ένα μικρό κομψοτέχνημα, σε τόπο ειδυλλιακό, που μας εντυπωσιάζει με την περίτεχνη αρχιτεκτονική του και την τελειότητα λάξευσης των μαρμάρινων κερκίδων. Μας επιφυλάσσει και μια ευχάριστη έκπληξη. Οι μοναδικοί του επισκέπτες – εκτός από μας – είναι ένα νεαρό  και συμπαθέστατο ζευγάρι από την Αθήνα, που, με τα τεύχη του περιοδικού μας, πραγματοποιούν το γαμήλιο ταξίδι τους στη Θράκη. (Καλή σας ώρα Άρη και Αλίκη, όπου και αν βρίσκεστε).

5 περίπου χιλιόμετρα μετά την Μαρώνεια αρχίζει να διαφοροποιείται το τοπίο. Ενώ διατηρεί τα γενικά του χαρακτηριστικά – χαμηλό υψόμετρο, ήπιες κλίσεις, θάμνοι και ελαιόδεντρα – εντούτοις αποκτάει σταδιακά μια ιδιαιτερότητα, που είναι ορατή ακόμη και από ανυποψίαστο ταξιδιώτη. Η ιδιαιτερότητα οφείλεται στην τραχύτητα του εδάφους, που μοιάζει ξαφνικά σαν να έχασε από πάνω του το χώμα. Ακόμα και η βλάστηση έχει επηρεαστεί, καθώς τώρα είναι αραιότερη, ενώ το ύψος των πουρναριών και των ελαιόδεντρων είναι χαμηλότερο. Και είναι πράγματι έτσι, αφού όλος ο τόπος είναι κατάσπαρτος από συμπαγή στρώματα ασβεστόλιθου.

Η μεγαλύτερη αίγλη, ωστόσο, του τοπίου οφείλεται σε λόγους ιστορικούς. Εδώ λειτουργούσε κάποτε το Αρχαίο Λατομείο της Μαρώνειας. Ο Γιώργος Βολουδάκης μας υποδεικνύει, και εύκολα αναγνωρίζουμε σε διάφορα σημεία των βράχων, ίχνη αρχαίας λάξευσης, από το μάρμαρο που εξορύσσετο. Άλλωστε και η σύγχρονη ονομασία «Μαρμαρίτσα» είναι δηλωτική της ταυτότητας της περιοχής. Το τοπίο είναι σκληρό, σαν τον ασβεστόλιθο που καλύπτει το έδαφός του. Η ποικιλομορφία του είναι συγκλονιστική. Στ’ ανατολικά ορθώνεται ο τραχύτατος όγκος του λόφου του Αγ. Γεωργίου. Στις απότομες πλαγιές του κυριαρχούν καταλυτικά αναρίθμητοι βράχοι με γκριζωπές αποχρώσεις, κάθε δυνατής διάστασης και σχήματος, που δημιουργούν ένα έδαφος εχθρικό και απροσπέλαστο.

Στα νότια η εικόνα είναι τελείως διαφορετική. Ο χωματόδρομος καταλήγει μετά από 300 περίπου μέτρα στην ακτή της Μαρμαρίτσας. Εδώ το έδαφος είναι κατάσπαρτο από αμέτρητα κομμάτια σιδηρομεταλλεύματος. Οι βράχοι έχουν τους χρωματισμούς της ώχρας ιδιαίτερος και ιδανικός για τη δημιουργία ενός φυσικού γεωλογικού πάρκου σ’ αυτή την ερημιά. Στο λιγοστό χώμα φυτρώνουν ταπεινές αγριελιές, τυραννισμένες από τη βία και την αλμυρή ανάσα των νοτιάδων. Γύρω ο τόπος μοσχοβολάει θυμάρι και λυγαριά. Είναι η πρώτη φορά που αντικρύζουμε σχεδόν γαληνεμένη αυτή την ακτή του Θρακικού, που τη θυμόμαστε μέσα στην παραζάλη και τα βογγητά από τα κύματα του νότου. Τίποτε σήμερα δεν θυμίζει την αγριότητά της. Οι δυο βοτσαλωτοί κολπίσκοι, που αγκαλιάζουν τη μικρή χερσόνησο «Νησάκι», είναι ήρεμοι. Όρθιοι σε μια βραχονησίδα, τέσσερις ψαράδες έχουν ριγμένα τα καλάμια τους. Η «Τρύπα της Γοργόνας» είναι κι αυτή σιωπηλή.

Στεκόμαστε από πάνω και την περιεργαζόμαστε με την ησυχία μας, ένα κατακόρυφο άνοιγμα με ύψος 8 έως 9 μέτρων, που συνδέει την επιφάνεια του εδάφους με τη θάλασσα.

Επιστρέφουμε στο κεντρικό δίκτυο,  που διασχίζει ελαιώνες. Υπομονετικά και έμπειρα χέρια ανθρώπων έχουν δημιουργήσει γύρω από πολλά ελαιόδεντρα κυκλικές πεζούλες με περίτεχνη ξερολιθιά. Κάποτε από εδώ περνούσε στράτα αρχαία, λιθόστρωτη, με κάποια υπολείμματα και σήμερα εμφανή, όσα δεν κάλυψε ο δρόμος. Σε λίγο καιρό δεν αποκλείεται να υπάρχει άσφαλτος…

Ένα χιλιόμετρο μετά την διασταύρωση προς Μαρμαρίτσα συναντάμε πινακίδα που αναγράφει «Δυτικά τείχη Αρχαίας Ισμάρας». Κάποια μεμονωμένα τμήματα τείχισης είναι σε ορισμένα σημεία ευδιάκριτα.

Ολόγυρα η περιοχή είναι βαθύτατα επηρεασμένη από την γεωμορφολογία του λόφου του Αγ. Γεωργίου, αφού συναντάμε διαρκώς παρόμοιους βράχους. Ένας τέτοιος θεαματικότατος και πελωρίων διαστάσεων  ορθώνεται σαν γιγάντιο γλυπτό της φύσης 70-80 μέτρα δεξιά μας. Επιχειρούμε να σκαρφαλώσουμε στις – φαινομενικά – αθώες του πλευρές, για ν’ ανεβούμε στην κορυφή. Οι υγρές λειχώνες στην επιφάνειά του γλυστρούν τόσο πολύ, ώστε κάθε απόπειρα είναι μάταιη.

Ήδη, πάνω στο δρόμο , υψώνονται δύο πινακίδες. Η πρώτη αναγράφει: «Μεγαλιθική Πύλη – Λαξευτός Ληνός». 30 μέτρα πιο κάτω, η τεράστια δεύτερη αναφέρει: «Ακρόπολη Αρχαίας Ισμάρας».

-Αυτή δεν έχει καμιά πρακτική αξία, λέει ο Γιώργος. Δείχνει απλά την κατεύθυνση προς την ακρόπολη. Και είναι βέβαια παραπλανητική, αφού η πρόσβαση, από αυτό το σημείο ως εκεί, είναι αδύνατη.

Δεν υπάρχει και ούτε θα μπορούσε να υπάρχει μονοπάτι σ’ αυτό το δύσβατο έδαφος. Εμείς, ωστόσο, μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε την πρώτη. Μονοπάτι φαρδύ, σχεδόν σαν δρόμος, ανηφορίζει με ήπια κλίση και σε λιγότερο από ένα 10λεπτο φτάνει μπροστά σε μεγάλη πινακίδα με διπλή κατεύθυνση. Στην ευθεία (Β) οδηγεί στον «Λαξευτό Ληνό», ενώ αριστερά (Δ) προς την «Μεγαλιθική Πύλη». Κατευθυνόμαστε αρχικά αριστερά και σ’ ένα λεπτό βρισκόμαστε αρχικά αριστερά και σ’ ένα λεπτό βρισκόμαστε σε μικρό πλάτωμα. Μερικές δεκάδες μέτρα μακρυά μας ορθώνεται με συγκλονιστική λιτότητα η πύλη. Είναι μια αίσθηση που δύσκολα περιγράφεται. Δύο όρθιοι λαξευτοί μονόλιθοι σε σχήμα παραλληλόγραμμου, δημιουργούν ανάμεσά τους το άνοιγμα της πύλης. Οι διαστάσεις τους είναι εντυπωσιακές. Το ύψος τους ξεπερνάει το 1,80 μ., ενώ το πλάτος και το πάχος κυμαίνονται από 60 έως 70 εκατοστά. Αν σκεφθούμε, ότι και ένα τμήμα είναι θεμελιωμένο στο έδαφος, τότε το βάρος τους δεν μπορεί να είναι λιγότερο από τόνους. Αριστερά και δεξιά της πύλης αρχίζει ανάμεσα στα πυκνά πουρνάρια η μακρά γραμμή της ογκώδους τείχισης, με ύψος χαμηλό, που σε ελάχιστα σημεία υπερβαίνει το ένα μέτρο. Για άλλη μια φορά, όπως τόσες άλλες στο παρελθόν, υποκλινόμαστε μπροστά στην κατασκευαστική ευφυΐα και τις δυνατότητες που είχαν αναπτύξει με τα μέσα της εποχής τους οι μακρινοί μας πρόγονοι. Ένας, ακόμη εντυπωσιακότερος, μεγάλιθος είναι πεσμένος δίπλα από την πύλη. Είναι το τεράστιο υπέρθυρο με σχήμα ελλειψοειδές, σαν πρώιμο μισοφέγγαρο και μήκος που πλησιάζει τα τρία μέτρα.

Πως ανυψώθηκαν πάνω από τους μεγάλιθους της πύλης; Θα παραμένει για πάντα η απορία.

Αν και κακοτράχαλος και αδιαπέραστος απ’ τα πυκνά πουρνάρια, ο τόπος έχει μιαν απαράμιλλη γοητεία, που αιχαμαλωτίζει πολύ από το χρόνο μας. Από υψόμετρο 100 μέτρων ατενίζουμε χαμηλά στα Δ-ΝΔ την παραλία της Μαρμαρίτσας και την απεραντοσύνη του Θρακικού, ενώ πάνω απ’ τα κεφάλια μας ορθώνεται ο εχθρικός λόφος του Αγ. Γεωργίου. Προς τα κεί είναι η δεύτερη διαδρομή μας. Επιστρέφουμε στην πινακίδα με την κατεύθυνση προς «Λαξευτό Ληνό» και αμέσως μετά βρισκόμαστε σ’ ένα ωραιότατο οροπέδιο με γέρικες ελιές. Μια πινακίδα με βέλος μας κατευθύνει δεξιά (Δ). ακολουθεί μια ωραιότερη διαδρομή σε μονοπάτι σηματοδοτημένο σε στρατηγικά σημεία με 6 ακόμη πινακίδες. Πάντα ολόγυρά μας οι θεαματικοί και τόσο χαρακτηριστικοί βράχοι του Αγ. Γεωργίου.

Σ’ ένα 12λεπτο με χαλαρό βηματισμό φτάνουμε στο τέλος της διαδρομής μας, σε υψόμετρο 150 μέτρων. Εδώ, στους κακοτράχαλους πρόποδες του λόφου, ένας βράχος ξεχωρίζει από τους άλλους. Όλο το τμήμα της ανώτερης επιφάνειάς του είναι λαξευμένο σε βάθος 60-70 εκατοστών. Είναι ο «Λαξευτός Ληνός», το περίφημο αρχαίο πατητήρι. Υπάρχουν δυο λαξεύσεις. Η μεγάλη θυμίζει μπανιέρα με διαστάσεις 1,80Χ1 περίπου μέτρο. Εδώ τοποθετούσαν και πατούσαν τα σταφύλια. Στο κατώτερο τμήμα της δεξαμενής υπάρχει οπή μέσα από την οποία διοχετεύοταν το γλεύκος και συγκεντρωνόταν στην δεύτερη – μικρότερη – λαξευτή κοιλότητα του βράχου σε σχήμα κυκλικό. Σ’ αυτό λοιπόν το λιτότατο αλλά και λειτουργικότατο πρωτόγονο πατητήρι έβγαζαν τα Θρακικά φύλα που κατοικούσαν την αρχαία Ισμάρα την πρώτη ύλη – τον μούστο – του μετέπειτα διάσημου για την ποιότητά του «Ισμαρικού Οίνου». Λίγες φορές έχουμε βρεθεί μπροστά σε ένα τόσο απέριττο μνημείο της αρχαιότητας. Προσπαθούμε με την φαντασία μας να συνθέσουμε την τοπογραφία της περιοχής, τα αμπελάκια στα μικρά επικλινή ξέφωτα, τους κάδους μεταφοράς των σταφυλιών, τα λιθόκτιστα σπίτια σε πλήρη αρμονία με το τοπίο, την πύλη και το προστατευτικό τείχος, την δεσπόζουσα στην κορυφή του λόφου Ακρόπολη και τα απόκρυφα μονοπάτια που οδηγούσαν ως αυτήν…

Στον κεντρικό χωματόδρομο και πάλι συνεχίζουμε την πορεία μας ανατολικά στον τόπο και στο χρόνο. Ιερό Διονύσου Αρχαίο Θέατρο, Αρχαίο Λατομείο και, πριν λίγο, η Πύλη και ο Ληνός. Τόσες διαφορετικές εκφάνσεις του αρχαίου Θρακικού πολιτισμού σε τόσο μικρή διαδρομή. Και πάντα σ’ ένα τοπίο παράξενο, υποβλητικό, με φόντο το Θρακικό.

2 σχεδόν χιλιόμετρα μετά, μια πινακίδα μας κατευθύνει δεξιά προς «Σύναξη».

– Εδώ είναι η ομώνυμη παραλία καθώς κι ένα ακρωτήρι, που είναι το πλησιέστερο σημείο της Θρακικής γης προς την Σαμοθράκη, λέει ο Γιώργος. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα πολύ σημαντικότερο και εξολοκλήρου αθέατο.

Στρίβουμε δεξιά τον – μάλλον δύσβατο χωματόδρομο και, 300 ακριβώς μέτρα μετά την πινακίδα, σταματάμε. Στ’ αριστερά του δρόμου σχηματίζεται ένα μικρό άνοιγμα ανάμεσα στον ελαιώνα. Δεν υπάρχει ούτε πινακίδα ούτε μονοπάτι. Με ΝΑ προσανατολισμό – κάθετα περίπου προς το δρόμο – βαδίζουμε για ένα δίλεπτο ανάμεσα σε γέρικα ελαιόδεντρα. Και τότε, εντελώς απρόσμενα, προβάλλει ένα απίστευτα μεγαλόπρεπο ερειπωμένο οικοδόμημα. Είναι η περίφημη «Παλαιοχριστιανική Βασιλική της Σύναξης», ένα μνημείο του 5ου αι. με επιβλητικές διαστάσεις: μήκος 54,40, πλάτος 20,30 και ύψος – κατ’ εκτίμησιν – 16 μέτρα! Η εντύπωση είναι συγκλονιστική. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα μνημείο 15 αιώνων με μαρμάρινους λαξευτούς ογκόλιθους μεγαλιθικής κατασκευής, έξοχο μαρμάρινο δάπεδο, θωράκια με φυτικό διάκοσμο και ρόδακες, τοιχοποιία βυζαντινή με λίθους και τουβλάκια, τεράστια κόγχη ιερού, βυζαντινό θολωτό τάφο και εγκάρσιο κλείτος με ημικυκλικούς λαξευτούς μεγάλιθους γκρίζου μαρμάρου. Κάποιοι μεγάλιθοι είναι τεραστίων διαστάσεων και βάρους, όπως μία παραστάδα πεσμένη δίπλα στην είσοδο, με μήκος 4μ., πλάτος 1 και πάχος μισό μέτρο, που το βάρος της πρέπει να υπερβαίνει τους 5 τόνους!

Πρώτος ο Γεώργιος Μπακαλάκης, που οδοιπόρησε στη Σύναξη το 1937, αναγνώρισε στα ερείπια την αψίδα παλαιοχριστιανικής βασιλικής «καμωμένης από καμπύλους μαρμάρινους δέμους». Οι παρατηρήσεις του συμπληρώθηκαν από τον ακούραστο φύλακα αρχαιοτήτων Μαρώνειας Φώτιο Κωνσταντινίδη. Ωστόσο, η ανασκαφική διερεύνηση του μνημείου έγινε για πρώτη φορά από τον Αρχαιολόγο Χαράλαμπο Μπακιρτζή σε τέσσερις ανασκαφικές περιόδους το 1985, 1986, 1987 και 1990. Πριν από την έναρξη της έρευνας (1985) τα ερείπια ήταν σκεπασμένα από πουρνάρια και λιθοσωρούς. Σε όλα αυτά είχε προστεθεί και η αταξία παλαιών και νεώτερων λαθρανασκαφών προς ανακάλυψη θησαυρών. Για την αποκάλυψη του μνημείου κόπηκαν τα πουρνάρια και απομακρύνθηκαν συνολικά 130 κυβ. μέτρα πέτρας. Μετά από όλα αυτά φάνηκε, ότι στα ερείπια της τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής είχαν χρησιμοποιηθεί και κατεργασμένα μάρμαρα από αρχαιότερα ρωμαϊκά κτίρια και επιπλέον στα μεσοβυζαντινά χρόνια ιδρύθηκε μοναστήρι, που αποτελείτο από δυο πτέρυγες διαμερισμάτων, μονόχωρο επιμήκη ναό με νάρθηκα και στο μέσον υπαίθρια αυλή. Το μοναστηριακό αυτό συγκρότημα ιδρύθηκε τον 9/10ο – 11ο αιώνα.

Στο θαυμάσιο βιβλίο του «ΣΥΝΑΞΗ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ, ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ ΑΝΑΣΚΑΦΗΣ», ο Χ. Μπακιρτζής περιγράφει με τρόπο εξαιρετικό τους χώρους του μνημείου, τα διάφορα ευρήματα, τη σχέση του βασιλιά της Ισμάρου Μάρωνα με την περιοχή, καθώς και την σπουδαιότητα της Σύναξης κατά την αρχαιότητα, από την οποία ξεκινούσε όποιος ήθελε να επισκεφθεί την Σαμοθράκη ως προσκυνητής του Ιερού των Μεγάλων Θεών. Και καταλήγει ο αρχαιολόγος:

Άρα το μεγάλο οικοδόμημα, ερείπια του οποίου σώζονται κοντά στον αιγιαλό της Σύναξης, δεν είναι λιμενικές εγκαταστάσεις αλλά ξενώνας για τη διαμονή των προσκυνητών πριν και μετά τη μετάβασή τους στη Σαμοθράκη. Συνεπώς δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί και για ποιους ήταν στημένο στη Σύναξη ένα ηρώον, πιθανόν του Μάρωνος, του οποίου η λατρεία ήταν διαδεδομένη και στην περιοχή της Μαρώνειας και στη Σαμοθράκη. Δεχόμενοι λοιπόν ηρώον και ηρωολατρεία στη Σύναξη κατά τα ρωμαϊκά χρόνια, δεν είναι δύσκολο επίσης να καταλάβουμε γιατί μία εκκλησία παλαιοχριστιανική ιδρύθηκε στην ίδια θέση, πολύ περισσότερο αφού το ρεύμα των προσκυνητών προς τη Σαμοθράκη δεν σταμάτησε αλλά συνεχίστηκε και στους πρώτους χριστιανικούς αίώνες».

 

ΣΤΟΝ ΛΟΦΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

Καθώς τον ατενίζουμε από τους πρόποδες μας γεμίζει με δέος και θαυμασμό για τους θεαματικούς βράχους και τις δυσπρόσιτες πλαγιές. Είναι ο Αγ. Γεώργιος, το βουνό της Σύναξης με την αρχαία ακρόπολη και τα μακρά τείχη, που ταυτίζεται με την ομηρική Ίσμαρο. Για τις βραχόσπαρτες πλαγιές του η Μαρωνίτικη παράδοση αναφέρει, ότι οι πέτρες όλου του κόσμου ξεκίνησαν να πάνε στην Πόλη για να χτιστούν στην Αγιασοφιά. Σταμάτησαν όμως στο βουνό του Αγ. Γεωργίου και έμειναν εκεί.

Είναι μάταιο να προσπαθήσει κανείς να εκπορθήσει «κατά μέτωπον» τις εχθρικότατες πλαγιές. Πίσω από τον λόφο όμως και Ν της κορυφής του Ίσμαρου με τις εγκαταστάσεις των ραντάρ, υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Φτάνει κανείς σε χαρακτηριστική τσιμεντένια ποτίστρα κάτω από τα ραντάρ με τρεις τρόπους:

α. Ανηφορίζοντας με καλό χωματόδρομο και Ν κατεύθυνση από το χωριό «Ασκητές».

β. Ακολουθώντας -400 μ. πριν από το ξενοδοχείο «ΡΩΞΑΝΗ» – την πινακίδα προς την θέση «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΩΝΕΙΑ» και τον ανηφορικό δρόμο πίσω από τον Ίσμαρο.

γ. Ακολουθώντας τον στενό ασφάλτινο στρατιωτικό δρόμο, κατόπιν όμως ειδικής άδειας που δύσκολα χορηγείται, από την Αεροπορική Βάση Ισμάρου. Ξεκινώντας από την ποτίστρα, στα 200 μ. στρίβουμε αριστερά και στο 1 χλμ. Κατηφορίζουμε δεξιά. Απέναντί μας στα ΝΔ δεσπόζουν οι κορυφές του Αγ. Γεωργίου, ενώ στους πρόποδες σχηματίζεται ένα χαρακτηριστικό πετρώδες πλάτωμα. Με λίγη προσοχή ήδη μπορούμε να διακρίνουμε μετά το πλάτωμα το μονοπάτι, μια ανεπαίσθητη λεπτή γραμμή, που διασχίζει λοξά την πυκνή βλάστηση προς τις κορυφές.

Ο δρόμος είναι ακατάλληλος για συμβατικά αυτοκίνητα. Στα 2,4 χλμ. ανηφορίζουμε ελαφρά δεξιά και στα 2,8 χλμ. από την ποτίστρα φτάνουμε στο πλάτωμα και στο σημείο εκκίνησης. Ασβεστολιθικές πλάκες και πουρνάρια, τοπίο σκληρό αλλά με ιδιαίτερη γοητεία. Αρχίζουμε την πορεία μας από υψόμετρο 320 μ. με κατεύθυνση ΝΔ. Το μονοπάτι είναι αρχικά υποτυπώδες, χωρίς σήμανση, σε δυο όμως λεπτά γίνεται απόλυτα ευδιάκριτο. Είναι πετρώδες αλλά με ήπιες σχετικά κλίσεις και όχι κουραστικό. Κυρίαρχη βλάστηση είναι τα πουρνάρια, πυκνά και αδιαπέραστα.

Σ’ ένα 20λεπτο με χαλαρό ρυθμό φτάνουμε σε ομαλό αυχένα, σε υψόμετρο 450 μ., ανάμεσα στις δίδυμες κορυφές του Αγ. Γεωργίου. Ήδη η θέα είναι απεριόριστη προς την μακρότατη ακτογραμμή της Μαρώνειας, το λιμάνι και την απεραντοσύνη του Θρακικού. Με κατεύθυνση Β-ΒΔ παίρνουμε ένα μονοπάτι, που μετά από 50 μ. μας οδηγεί στο μεταβυζαντινό εξωκκλήσι του Αγ. Γεωργίου. Είναι κατασκευασμένο με περίτεχνη ξερολιθιά από λαξευτές γκρίζες πέτρες μικρών διαστάσεων. Ο χώρος του ναΐσκου είναι καλυμμένος κατά το ήμισυ από κεραμοσκεπή, που καλύπτει το λιτότατο Ιερό με μερικά εικονίσματα. Μπροστά από την είσοδο υπάρχει πέτρινο πηγάδι με νερό ενώ το έδαφος είναι κατάσπαρτο με κομμάτια κεραμικής. Για μερικά λεπτά συνεχίζουμε το μονοπάτι παραμερίζοντας με δυσκολία τα πυκνά πουρνάρια κάτω από την οχυρωμένη με ισχυρό τείχος κορυφή του λόφου. Ύστερα επιστρέφουμε στο εξωκκλησάκι και βαδίζοντας προς τα Ν-ΝΑ κατευθυνόμαστε προς τη δεύτερη κορυφή. Σε πολλά σημείο το μονοπάτι έχει κλείσει, η πορεία ανάμεσα στα πουρνάρια είναι δυσχερέστατη και μας στοιχίζει πολλές μικρογρατζουνιές και ένα σχισμένο μπλουζάκι. Σ’ ένα 5λεπτο ωστόσο αποζημιωνόμαστε. Βρισκόμαστε στην κορυφή του Αγ. Γεωργίου, σε υψόμετρο 461 μ., μπροστά στην αρχαία ακρόπολη. Με συνολική περίμετρο 1330 μ., η οχύρωση είναι ισχυρότατη. Αποτελείται από κυκλώπεια τείχη, που το πάχος τους κυμαίνεται από 2-3 μέτρα, ενώ το ύψος τους σε κάποια σημεία ξεπερνάει τα 3 μέτρα. Οι όψεις του τείχους – εξωτερική και εσωτερική – αποτελούνται κατά κανόνα από λαξευτούς μεγάλιθους ενώ το τμήμα ανάμεσά τους καλύπτεται από αργολιθοδομή. Η ακρόπολη χρονολογείται στον 9ο και 8 αιώνα π.Χ. Χρησιμοποιήθηκε όμως ως οχύρωση και αργότερα στα πλαστικά και βυζαντινά χρόνια, όπως μαρτυρούν οι επισκέπτες των τειχών και η κεραμική αυτών των εποχών. Η ακρόπολη έχει ταυτιστεί με την πόλη των Κικόνων Ισμάρα ή Ίσμαρο, όπου κατοικούσε ο Μάρων, ιερεύς του Απόλλωνα και βασιλιάς της Ισμάρου και συγχρόνως μυθικός οικιστής της Μαρώνειας.

Από την ποτίστρα κάτω από τα ραντάρ φτάνουμε μετά από 6 χλμ. στους «Ασκητές», με την μεγάλη πετρόχτιστη εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, κτίσμα του 1899. Στρίβουμε δεξιά από το καφεπαντοπωλείο «Το Κέντρο» και μετά από 900 μ. και πάλι δεξιά προς «Πετρωτά». Στα 3,6 χλμ. βρισκόμαστε μπροστά στις μεγάλες χοάνες που σχηματίζει στο έδαφος ένα θεαματικότατο λατομείο, με έντονους χρωματισμούς που θυμίζουν πίνακες αφηρημένης τέχνης. 300 μ. μετά συναντάμε την άσφαλτο και στρίβουμε δεξιά για Πετρωτά. Στα 8 χλμ. από τους Ασκητές μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια του μικρού οικισμού, χτισμένου στα ριζά του πελώριου και τόσο χαρακτηριστικού βραχώδους συγκροτήματος.

Κατηφορίζουμε απαλά σε διαδρομή με πλούσια βλάστηση. 4 χλμ. μετά τα Πετρωτά φτάνουμε στα παράλια του Θρακικού Πελάγους και στρίβουμε δεξιά (αριστερά η ακτογραμμή καταλήγει έξω από την Αλεξανδρούπολη). Αρχίζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παράκτια διαδρομή με πολυποίκιλες εικόνες σε σχετικά βατό χωματόδρομο. Συναντάμε διαδοχικά έναν μεγάλο κόλπο με βοτσαλωτή ακτή και μετά από λίγο αντικρύζουμε τα ηπειρωτικά μια – υπό κατασκευή – μεγάλων διαστάσεων εκκλησία, με άφθονη χρήση τσιμέντου και ακατανόητο λόγο ύπαρξης σ’ αυτή την ερημιά. Σε λίγα λεπτά αιχμαλωτίζει το βλέμμα μας ψηλά ένα συγκλονιστικό βραχώδες μετέωρο, ένα σύμπλεγμα βράχων κολοσσιαίων διαστάσεων με λείες, κατακόρυφες πλαγιές, που κάθε έμπειρος αναρριχητής θα ήταν ευτυχής να κατακτήσει.

Διακρίνουμε μπροστά μας την πινακίδα προς τη Σύναξη και ψηλά τον κακοτράχαλο όγκο του Αγ. Γεωργίου, που, μετά την ανάβαση στις κορυφές του, τον θεωρούμε πιο οικείο και λιγότερο εχθρικό. Παρατηρούμε την ένδειξη στο οδόμετρο: 23 χλμ. ως εδώ από την ποτίστρα. Έχουμε διαγράψει έναν πλήρη κύκλο του Αγ. Γεωργίου, με στεριανά και παραθαλάσσια τοπίο, που ούτε στιγμή δεν μας άφησαν να πλήξουμε.

9 χλμ. μετά μπαίνουμε στην ωραία πλατεία της Μαρώνειας. Είναι πλακόστρωτη, μεγάλων διαστάσεων και την κόβει στη μέση ο δρόμος, που διασχίζει το χωριό. Μπαράκι, καφενεία, ταβερνούλες και καταστήματα, εδώ χτυπά ο σφυγμός του οικισμού. Από τα Δ έχει ευρύτατη θέα προς τον κάμπο και τη θάλασσα, ενώ το Α της τμήμα σκιάζεται από μια πανύψηλη μουριά και δυο πλατάνια. Το ένα απ’ αυτά έχει ογκωδέστατο κορμό, που μας αποκαλύπτει ηλικία πολλών αιώνων. Ανάμεσά τους, και λίγο χαμηλότερα από το επίπεδο της πλατείας, βρίσκεται μια παμπάλαια κρήνη μεγάλων διαστάσεων, με συνεχή ροή δροσερού νερού. Η αρχιτεκτονική της είναι περίπλοκη, με πελεκητούς πωρόλιθους, αψίδα, διακοσμητικά σχέδια και δυο κυκλικά σύμβολα, που απεικονίζουν ήλιο και φεγγάρι.

Χτισμένος αμφιθεατρικά στις ΝΔ πλαγιές του Ίσμαρου, ο οικισμός της Μαρώνειας εκτείνεται σε υψόμετρο από 150-200 μέτρα. Περιδιαβαίνοντας τις ανηφοριές της, η Μαρώνεια μας αποκαλύπτει σημεία ωραίας θέας και μερική οικήματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Σε κάποιων η λιθοδομή έχουν ενσωματωθεί διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη από αρχαία ευρήματα της περιοχής, κομμάτια κιόνων ή και επιγραφών. Τουλάχιστον έχουν παραμείνει στον τόπο τους, με εξωστρέφεια και ειλικρίνεια, αδιάσπαστη διακόσμηση της τοιχοποιίας των σπιτιών. Επιβλητικό σε διαστάσεις είναι το Δημοτικό Σχολείο της Μαρώνειας, εξαίρετο κτίσμα πετρόχτιστο του 1908.

Αργά το απόγευμα, πριν από τη βραδινή μας έξοδο, ηρεμούμε για λίγο στο μπαλκόνι της Ρωξάνης. Προλαβαίνουμε τον ήλιο, καθώς δύει πίσω από τις κορυφές του μακρινού Παγγαίου. Λίγο νοτιότερα κυριαρχεί στο πέλαγος ο ογκώδης κορμός της Θάσου, ενώ πιο πίσω ακόμη αχνοφαίνεται το περίγραμμά του Άθω. Λίγο αργότερα βρισκόμαστε στην ακτή του Πλατανίτη, στα τραπεζάκια της ταβέρνας «Υδρία», 20 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Έξοχο λευκό, εμφιαλωμένο ντόπιο κρασί, φρεσκότατα ψάρια και καταπληκτική σαρδέλλα καπνιστή. Η πανσέληνος αναδύεται πάνω από το Θρακικό ανάμεσα στα σύννεφα, φέρνοντας στο νου μνήμες παλιές και αξέχαστες. Παίρνει να φυσάει ένας ψυχρός σορόκος, μα τον αγνοούμε. Δεν μπορούμε ωστόσο ν’ αγνοήσουμε τη συναυλία των αηδονιών, που μας κρατάει για πολλή ώρα ξύπνιους στο μπαλκόνι της Ρωξάνης.

 

ΣΤΟΥΣ ΥΓΡΟΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ

 

Ξημερώνει μια μέρα του Μάη ζεστή και ηλιόλουστη. Οι πρωινοί θαμώνες του καφενείου της πλατείας αποζητάνε τη σκιά. Πίνουμε κοντά τους ένα δεύτερο καφεδάκι, ζώντας την ατμόσφαιρα του χωριού, τις κουβέντες των ανθρώπων, την κίνηση των αγροτικών και των τρακτέρ. Αμέσως μετά ξεκινάμε με τον Γιώργο μια περιήγηση στις ακτές της Μαρώνειας, με σημείο εκκίνησης την παραλία του Πλατανίτη. Κινούμαστε αρχικά Α. Είναι μια εκτεταμένη παραλία που καταλήγει στον Αγ. Χαράλαμπο και στο μεγάλο λιμάνι της Μαρώνειας. Η ακτή είναι ιδιαίτερα ελκυστική για τους λάτρεις της θάλασσας και αποτελείται από λευκό βοτσαλάκι και διάφανα νερά. Σε κορυφαίο σημείο πάνω απ’ την ακτή δεσπόζουν οι – υπό αποπεράτωση – εγκαταστάσεις του «Κέντρου Αγροτουρισμού Μαρώνειας». Πρόκειται για ένα κτίριο μοντέρνας αρχιτεκτονικής που θα στεγάζει το Κέντρο Πληροφόρησης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης, με στόχο την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα συνολικής ανάδειξης των στοιχείων του οικολογικού συστήματος, της ανθρωπογεωγραφίας και του πολιτισμικού πλούτου της περιοχής. Το Κέντρο θα είναι εξοπλισμένο με σύγχρονα τεχνικά μέσα πληροφόρησης και προβολής, ώστε ο επισκέπτης να συμμετέχει σ’ ένα διαχρονικό οδοιπορικό στην ιστορία, τη φύση, τους βιότοπους και την οινο-γαστρονομία της Ροδόπης.

Μερικές εκατοντάδες μέτρα ανατολικότερα ο Αγ. Χαράλαμπος είναι δημοφιλέστατος προορισμός, όχι μόνον για την πληθώρα των μνημείων και ευρημάτων από τις ιστορικές περιόδους της Μαρώνειας αλλά και για το μεγάλο λιμάνι στη θέση του αρχαίου λιμανιού, τμήματα του οποίου σώζονται είτε υπέργεια είτε υποθαλάσσια. Γραφικές ψαροταβέρνες πλαισιώνουν το λιμάνι. Σε μια μάλιστα απ’ αυτές (Γιάννα και Ρούλα), απομονωμένη στο Δ άκρο πάνω από τη θάλασσα, εκτός από το γαλήνιο περιβάλλον και τη θαυμάσια εξυπηρέτηση, απολαύσαμε υπέροχα ψάρια ημέρας και τις νοστιμότερες ίσως τηγανιτές πατάτες και μελιτζανοσαλάτα, που θυμόμαστε τα τελευταία χρόνια στις περιηγήσεις μας.

Ας επιστρέψουμε όμως και πάλι στην παράλια χώρα Δ του Πλατανίτη. Η ακτή είναι κυριολεκτικά αχανής και εκτείνεται σε μήκος πολλών χιλιομέτρων, άλλοτε αμμουδερή και άλλοτε βοτσαλωτή, με τοπογραφία εναλλασσόμενη. Από τα πιο εντυπωσιακά τμήματά της είναι ένας κόλπος με άνοιγμα 1,5 περίπου χλμ., μετά τον οικισμό του Προφήτη Ηλία. Η πρόσβαση στην ακτή είναι δυνατή με αθέατους σχεδόν και στενούς χωματόδρομους, που διασχίζουν χαμηλό και πυκνό πευκοδάσος. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ωραίας αμμουδερής παραλίας είναι ένας συνεχής τοίχος από σκληρό κοκκινόχρωμα που περιβάλλει την ακτή και είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό τόσο στις έντονες βροχοπτώσεις όσο και στη μανία των κυμάτων του σορόκου και γαρμπή. Αυτό το συμπαγές κοκκινόχρωμο τείχος ορθώνεται σε ύψος 5-8 μέτρων και σχηματίζει σ’ όλο του το μήκος πολύ όμορφες κοιλότητες, ρωγμές και μικροσπηλιές εξαιρετικά θεαματικές. Εξάλλου, επειδή η πρόσβαση δεν είναι από τις ευκολότερες, η ηρεμία της παραλίας είναι εξασφαλισμένη. Δεν λείπουν ωστόσο και οι ανθρώπινες παρεμβάσεις, με διάφορες ακαλαίσθητες παραθεριστικές εγκαταστάσεις, που επηρεάζουν αρνητικά τη φυσική ομορφιά του τόπου. Σε κάποια μάλιστα σημεία της ακτογραμμής το πρόβλημα είναι εντονότερο και προσβάλλει τις έννοιες της καθαριότητας και αισθητικής.

Κατά μήκος της ακτής η ενδοχώρα έχει τη δική της ομορφιά με εκτεταμένες πεδιάδες καλλιεργημένες με σιτάρι και βαμβάκι, αμπελάκια στις πλαγιές αλλά και ωραίες κατοικίες με περιποιημένα λουλούδια και αυλές, ένα τοπίο «ήπιο και ειδυλλιακότατο. Μετά τον οικισμό του Προφήτη Ηλία η εικόνα αιφνιδιαστικά μεταβάλλεται, το υγρό στοιχείο υπεισέρχεται έντονα στην ξηρά. Είναι μια διαδοχή από λιμνοθάλασσες και βαλτότοπους, ένα εκτεταμένο υγρολίβαδο με συνεχώς εναλλαγές. Μέσα απ’ τους πυκνούς καλαμιώνες πλάι στο δρόμο αναδύονται ήδη ποικίλες φωνές πουλιών. Πιστεύουμε αρχικά, πως η μόνη αίσθηση που θα μείνει ικανοποιημένη θα είναι η ακοή.

Ο Γιώργος ωστόσο μας καθησυχάζει:

– Θα δούμε αρκετά και διάφορα πουλιά. Αν μάλιστα προσέξουμε λιγάκι, ίσως κάποια μας κάνουν τη χάρη να ποζάρουν στους φακούς μας.

Εμφανίζονται αρχικά μερικοί φωνακλάδες γλάροι. Το είδος είναι κοινό, μας αφήνει αδιάφορους. Αμέσως μετά διαγράφεται πάνω από την ακίνητη επιφάνεια του νερού η χιονόλευκη και λεπτεπίλεπτη παρουσία ενός λευκοτσικνιά. Μερικές δεκάδες μέτρα πίσω του διακρίνουμε ανάμεσα στη χαμηλή βλάστηση την πολύ μεγαλύτερη αλλά και περισσότερο ανήσυχη φιγούρα ενός σταχτοτσικνιά. Επιστρατεύονται στη στιγμή τα κυάλια του Γιώργου και οι τηλεφακοί των μηχανών. Ο φίλος μας έχει από χρόνια ειδικευτεί στην παρατήρηση των πουλιών και προσφέρει τις γνώσεις και τα τεχνικά του μέσα στους επισκέπτες της Ρωξάνης, που ζουν μαζί του την ωραιότατη εμπειρία παρατήρησης της ποικίλης ορνιθοπανίδας της περιοχής.

Μια μικρή αποικία κρυπτοτσικνιάδων δεν δείχνει να ενοχλείται από την παρουσία μας, μας επιτρέπει να τους παρατηρούμε και να τους φωτογραφίζουμε με την ησυχία μας, από απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων. Εξίσου φιλικός είναι ένας καλαμοκανάς που βαδίζει αρχοντικά με τα λεπτά και μακρυά του πόδια, καθώς και μια φαλλαρίδα που κολυμπάει ανέμελα. Φαίνεται πως τα πουλιά, με εξαίρεση τον σταχτοτσικνιά, έχουν γενικά αποδεχθεί την συχνή και καθημερινή παρουσία των ανθρώπων, χωρίς μάλιστα να επηρεάζονται ούτε από τον συνεχή θόρυβο των αυτοκινήτων, που διασχίζουν τον ασφαλτόδρομο δίπλα στον υγρότοπο. Είναι συναρπαστικό να παρατηρεί κανείς και να προσπαθεί να ερμηνεύει τις ποικίλες συμπεριφορές και εκδηλώσεις των πουλιών, πως κινούνται, πως πετούν, πως τρέφονται, πως εκδηλώνουν μεταξύ τους συντροφικότητα αλλά και διαμάχη ή τάσεις επικράτησης. Άλλοτε ήρεμα και ανέμελα, άλλοτε επιφυλακτικά και καχύποπτα, πάντα όμως τόσο όμορφα. Έχουμε χάσει σχεδόν την αίσθηση του χρόνου. Άλλωστε και το συνολικό τοπίο είναι υπέροχο, με τα πρασινωπά χρώματα του υγρολίβαδου, τα ακίνητα νερά και ψηλά το γαλάζιο του ουρανού. Πρέπει, ωστόσο, να συνεχίζουμε την περιήγησή μας. Φτάνουμε στο προστατευμένο από τους ανέμους και γεμάτο με βάρκες αλλά ελάχιστα γραφικό λιμάνι του Ίμερου, διασχίζοντας δρόμο που ευωδιάζει από αναρίθμητα σπάρτα. Ύστερα κατευθυνόμαστε ΒΔ προς την Λίμνη Ισμαρίδα.

Διασχίζουμε την τσιμεντένια κοίτη του Λίσσου ποταμού, που κι αυτή την εποχή κατεβάζει στη θάλασσα άφθονο νερό. Καμιά γέφυρα δεν συνδέει σ’ αυτό το σημείο τις όχθες του, με λίγο περισσότερο νερό η κοίτη είναι πρακτικά αδιαπέραστη. Στη διαδρομή μας συναντάμε χωμάτινα πρανή με τις χαρακτηριστικές τρύπες από τις φωλιές μελισσοφάγων, έχουμε μάλιστα την τύχη να δούμε και να φωτογραφίσουμε ένα απ’ αυτά τα πανέμορφα και ποικιλόχρωμα πουλιά. Δεν έχουμε όμως την ίδια τύχη με τους πορφυροτσικνιάδες, λίγο αργότερα, στα υγρολίβαδα της λίμνης. Οι μεγαλόσωμοι και σπάνιοι αυτοί ερωδιοί με το εκπληκτικό τους φτέρωμα, είναι εξαιρετικά καχύποπτοι. Μόλις αντιλαμβάνονται την παρουσία μας από απόσταση μεγαλύτερη των 50 μέτρων, ανοίγουν τα μεγάλα τους φτερά, απογειώνονται και με αργές κινήσεις απομακρύνονται σε σημεία της λίμνης μακρινά και αθέατα.

Η Λίμνη Ισμαρίδα περιβάλλεται από βαλτότοπους και πυκνούς καλαμιώνες, που δεν επιτρέπουν την προσέγγιση στις όχθες της. Μέσα σ’ αυτό το υγροτοπικό περιβάλλον, απόλυτα προφυλαγμένα και αθέατα, ζουν αναρίθμητα πουλιά, που τιτιβίζουν ασταμάτητα. Από το επίπεδο του δρόμου δεν μπορούμε να έχουμε συνολική άποψη της λίμνης. Βρίσκουμε λοιπόν έναν ανηφορικό αγροτικό δρόμο που μας οδηγεί στην κορυφή προκείμενου λοφίσκου, απ’ όπου η θέα της λίμνης είναι πανοραμική. Ολόγυρα το τοπίο είναι γλυκύτατο, καλλιεργημένες πεδιάδες, λοφοπλαγιές και στο βάθος του Β ορίζοντα το μακρότατο περίγραμμα της οροσειράς της Ροδόπης.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Η Λίμνη Ισμαρίδα κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά της. Επιστρέφουμε. Η ώρα του δειλινού μας βρίσκει στην υγροτοπική περιοχή του Προφήτη Ηλία. Οι κινήσεις των πουλιών έχουν περιοριστεί, οι φωνούλες τους ακούγονται όλο και λιγότερο. Ο φτερωτός κόσμος ετοιμάζεται να υποδεχτεί τη σιγαλιά της νύχτας.

-Θα έλεγα, ότι σ’ αυτό τον τόπο θα άξιζε ν’ αποχαιρετίσουμε τη μέρα, προτείνει ο Γιώργος Βολουδάκης.

Δεν έχουμε αντίρρηση. Άλλωστε το παιχνίδισμα των τελευταίων ακτίνων του ήλιου στα γαλήνια νερά, είναι η ωραιότερη εικόνα, πριν πέσει το σκοτάδι.

back-button
next-button
marwneia marwneia_1 marwneia_2 marwneia_3 marwneia_4 marwneia_5 marwneia_6 marwneia_7 marwneia_8 marwneia_9 marwneia_10 marwneia_11 marwneia_12 marwneia_13 marwneia_14 marwneia_15 marwneia_16 marwneia_17 marwneia_18 marwneia_19 marwneia_20 marwneia_21
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories