home Άρθρα Μάρμαρο Θάσου: Πιο λευκό από το χιόνι
Μάρμαρο Θάσου: Πιο λευκό από το χιόνι

Το χιονόλευκο δολομιτικό και το ημίλευκο ασβεστιτικό μάρμαρο της Θάσου είναι μεταξύ των ακριβότερων και διασημότερων πετρωμάτων από την αρχαιότητα έως σήμερα. Η Θάσος υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα λατομικά κέντρα από την Αρχαϊκή έως την Βυζαντινή περίοδο. Το μάρμαρο που εξορύχθηκε χρησιμοποιήθηκε τόσο ως δομικό υλικό όσο και στην κατασκευή γλυπτών. Η Αλυκή αποτελεί ένα από τα εντυπωσιακότερα παραδείγματα της αρχαίας Ελληνικής τεχνολογίας. Η φήμη που έχει το θασίτικο μάρμαρο σήμερα έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο από τις Η.Π.Α. και την Κίνα έως τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Κείμενο: Βασίλης Μέλφος
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Μάρμαρο Θάσου: Πιο λευκό από το χιόνι
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Θάσος

 

Το λευκό μάρμαρο

Το λευκό μάρμαρο είναι στενά συνδεδεμένο με την πολυτέλεια στην αρχιτεκτονική και την γλυπτική, και το βρίσκουμε σε πολλά αναγνωρισμένου κύρους δομικά έργα. Τα ακριβά ξενοδοχεία, οι αριστοκρατικές κατοικίες, οι σημαντικοί λατρευτικοί χώροι, όπως ναοί, τζαμιά και ιερά, τα δαπανηρά δημόσια κτήρια, οι θεόρατοι ουρανοξύστες, κοσμούνται από λαμπερό, αμιγές λευκό μάρμαρο. Επίσης σε όλα τα αρχαιολογικά μουσεία του κόσμου τα γλυπτά υψηλής αισθητικής έχουν κατασκευαστεί από αυτό το ιδιαίτερο πέτρωμα. Η χρήση του ως ένδειξη πλούτου και πολυτέλειας δεν αποτελεί γνώρισμα της σύγχρονης εποχής, αλλά ανάγεται στην αρχαιότητα, και μάλιστα συνδέεται με την ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού. Ο Σωκράτης στον «Ερυξία ή Περί Πλούτου» του Πλάτωνα, αναφέρει ότι όποιος κατείχε «λυχνίτη λίθο» δηλαδή παριανό μάρμαρο, ήταν πάρα πολύ πλούσιος.

Τα μάρμαρα είναι ανθρακικά πετρώματα που προήλθαν από τη μεταμόρφωση λεπτόκοκκων ασβεστιτικών ή δολομιτικών ιζημάτων που ονομάζονται ασβεστόλιθοι και που σχηματίστηκαν πριν από εκατομμύρια χρόνια σε βαθιές θάλασσες. Όταν αυτά τα ιζήματα βρεθούν σε μεγάλα βάθη στο στερεό φλοιό της Γης, σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών και πιέσεων, επιδέχονται μία μεταβολή στον ιστό τους και μετατρέπονται σε αδροκρυσταλλικά πετρώματα, τα μάρμαρα. Η αρχική σύσταση των ασβεστόλιθων καθώς και ο βαθμός της μεταμόρφωσής τους καθορίζουν σημαντικά την ποιότητα των μαρμάρων. Γενικά, τα μάρμαρα είναι μονόμικτα πετρώματα, δηλαδή αποτελούνται κυρίως από ένα και μόνο ορυκτό, τον ασβεστίτη, με μικρές μόνο ποσότητες άλλων ορυκτών που συμμετέχουν σε ίχνη. Όταν το πέτρωμα περιέχει δολομίτη καλείται δολομιτικό, που είναι πιο σπάνιο από το ασβεστιτικό.

Τα μάρμαρα έχουν λευκό, λευκότεφρο ή τεφρόλευκο χρώμα, ενώ συχνά παρουσιάζουν χρωματικές διαβαθμίσεις κατά ζώνες. Επίσης υπάρχουν και μάρμαρα με αποχρώσεις ποικίλων χρωμάτων, όπως κόκκινο, πράσινο, καστανό, που σχετίζονται με τις διάφορες προσμίξεις. Ο εμπορικός όρος μάρμαρο, περιλαμβάνει εκτός από τα ανθρακικά πετρώματα που περιγράψαμε παραπάνω, και πλήθος άλλων διακοσμητικών λίθων, με διαφορετική σύσταση και αλλιώτικα χαρακτηριστικά, που όμως δεν περιλαμβάνονται στην γεωλογική έννοια μάρμαρο.

Η λέξη μάρμαρο χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Όμηρο (Οδύσσεια Ι 499, Ιλιάδα Ζ 243 και Μ 380) ως «μάρμαρος» και είχε την έννοια του ογκόλιθου ή της κροκάλας με έντονη λάμψη, ανεξαρτήτως σύστασης. Μετά το 400 π.Χ. αποδόθηκε στην λέξη η έννοια του κρυσταλλικού λαμπερού λευκού πετρώματος που χρησιμοποιήθηκε στα αρχιτεκτονικά μέλη κτηρίων (Θεόφραστος, Περί Λίθων 9 και 69). Η λέξη προέρχεται από το ρήμα «μαρμαίρω» δηλαδή αστράφτω, λάμπω, φωτοβολώ, και περιγράφει τις αντανακλάσεις του ήλιου στις έδρες των κρυστάλλων του ασβεστίτη, που σχηματίζονται κατά την θραύση του μαρμάρου, λόγω του σχισμού τους.

 

Η γεωλογία και το μάρμαρο της Θάσου

Η Θάσος αποτελεί τμήμα της μάζας της Ροδόπης που αποχωρίστηκε από αυτήν λόγω της έντονης εκτατικής τεκτονικής δραστηριότητας στον χώρο του Β. Αιγαίου. Με βάση τις πρόσφατες γεωλογικές έρευνες, ολόκληρο το νησί που αποτελεί ένα μεταμορφικό σύμπλεγμα, αναδύθηκε στην επιφάνεια κατά μήκος ρηγμάτων αποκόλλησης από τον κατώτερο στερεό φλοιό. Οι τεκτονικές αυτές διεργασίες άρχισαν πριν από 26 εκ. χρόνια και συνεχίστηκαν έως και το Μέσο Μειόκαινο (13 εκ. χρόνια) και δημιούργησαν ένα τεράστιο αντίκλινο με την παρουσία μεταμορφωμένων πετρωμάτων όπως γνεύσιοι, σχιστόλιθοι και μάρμαρα, αλλά και την δημιουργία ενός απότομου αναγλύφου με ύψος 1206 μ.

Τα μάρμαρα της Θάσου χωρίζονται σε διάφορους ορίζοντες και διακρίνονται σε ασβεστιτικά και δολομιτικά. Τα ασβεστιτικά μάρμαρα εκτείνονται σε μεγάλη έκταση περιφερειακά του νησιού, ενώ τα δολομιτικά περιορίζονται στην βορειοανατολική και ανατολική Θάσο, συχνά σε στενούς ορίζοντες. Στην Θάσο εντοπίζονται κυρίως δύο εμπορικές ποικιλίες: η ημίλευκη κρυσταλλίνα που είναι το ασβεστιτικό μάρμαρο, και το χιονόλευκο που αποτελείται από το δολομιτικό μάρμαρο. Το ασβεστιτικό μάρμαρο έχει χρώμα ημίλευκο έως λευκότεφρο, και κατά θέσεις εμφανίζει λεπτές ζώνες με τεφρό χρώμα. Γενικά είναι ένα ομοιογενές και αδρόκοκκο πέτρωμα, με ευμεγέθεις κρυστάλλους ασβεστίτη με μήκος που μπορεί να φθάσει έως 2 mm και σπάνια έως 5 mm. Η ορυκτολογική σύσταση του ασβεστιτικού μαρμάρου αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από ασβεστίτη με ίχνη χαλαζία.

Το δολομιτικό μάρμαρο της Θάσου είναι σχεδόν λευκό (9.5/10 στην κλίμακα Munsel) και ένα από τα λευκότερα μάρμαρα στον κόσμο. Πρόκειται για ένα συμπαγές μεσοκοκκώδες πέτρωμα που αποτελείται από κρυστάλλους δολομίτη με μέγεθος που φθάνουν τα 2,5 mm. Η ορυκτολογική του σύσταση αποτελείται από 99% δολομίτη και 1% ασβεστίτη, με ίχνη φλογοπίτη, χαλαζία και απατίτη.

Το μάρμαρο της Θάσου κατά την αρχαιότητα

Η Θάσος αποικήθηκε το 680 π.Χ. από Παρίους που πιθανώς να γνώριζαν την μοναδική ποιότητα των μαρμάρων, αλλά και την στρατηγική θέση του νησιού στο Β. Αιγαίο. Εκτός από την εντατική εκμετάλλευση των κοιτασμάτων χρυσού, αργύρου, σιδήρου και χαλκού κατά την αρχαιότητα, στην οικονομία της Θάσου συνέβαλε σημαντικά και η εξόρυξη μαρμάρου από τα λατομεία του νησιού, ήδη από τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. Οι πολύχρονες ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στη Θάσο έχουν φέρει στο φως πλήθος αρχαιοτήτων που χρονολογούνται από την Αρχαϊκή περίοδο και μετά, και περιλαμβάνουν την Αγορά της πόλης, το θέατρο, τα νεκροταφεία, ιερά, γλυπτά καθώς και το τείχος της αρχαίας πόλης. Εξέχουσα θέση κατείχε η λατρεία του Ηρακλή που ήταν μία από τις σημαντικότερες θεότητες στη Θάσο και προστάτης των λατόμων και των μεταλλωρύχων.

Η Θάσος υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα λατομικά κέντρα του αρχαίου κόσμου από την Αρχαϊκή έως την Βυζαντινή περίοδο. Το μάρμαρο που εξορύχθηκε χρησιμοποιήθηκε ως δομικό υλικό σε οικοδομήματα, αλλά και για την κατασκευή γλυπτών με εκτεταμένη διακίνηση σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Οι κυριότερες αρχαίες λατομικές δραστηριότητες εξόρυξης μαρμάρου εντοπίζονται στο βορειοανατολικό (Ακρόπολη, Σαλιάρα, Βαθύ) και νότιο-νοτιανατολικό (Αλυκή, Ακρωτήριο Μάρμαρα) τμήμα της Θάσου.

Στην Ακρόπολη εντοπίζονται τα παλαιότερα λατομεία που βρίσκονται πολύ κοντά σε ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα αρχαία μεταλλεία χρυσού στο νησί. Στα λατομεία της Ακρόπολης που είναι σχετικά μικρά σε μέγεθος, διατηρούνται τα ίχνη εξόρυξης των ογκολίθων μαρμάρου, κυρίως τα περιμετρικά αυλάκια, οι εγκοπές για τις χαλύβδινες σφήνες και οι λαξεύσεις του τύκου, της τυπίδας, του κοπιδιού και του βελονιού. Επιτόπου εντοπίζονται ογκόλιθοι που δεν έχουν εξορυχθεί, ενώ σημαντική θέση κατέχει το υπαίθριο ιερό του Πάνα, μια ημικυκλική κοιλότητα λαξευμένη στο μάρμαρο, με ανάγλυφο του θεού του 4ου αι. π.Χ. Από το λατομείο αυτό εξορύχθηκαν ογκόλιθοι για την κατασκευή των τειχών και των κτηρίων της Ακρόπολης με τις μεγαλιθικές πύλες, τους πύργους και τα οχυρά με τις περίτεχνες λιθανάγλυφες παραστάσεις. Εντυπωσιακά είναι τα λαξευτά σκαλοπάτια με απότομη κλίση που οδηγούν προς το αρχαίο μεταλλείο χρυσού της Ακρόπολης.

Το διάσημο λευκό δολομιτικό μάρμαρο της Θάσου προερχόταν από τον όρμο του Αγ. Ιωάννη όπου παλαιότερα διασώζονταν μεγάλος αριθμός αρχαίων λατομείων. Όμως οι παράνομες εξορύξεις των παλαιότερων χρόνων κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος αυτών των σημαντικών δειγμάτων της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας. Σήμερα διατηρούνται λίγα αλλά σημαντικά υπολείμματα της λατομικής δραστηριότητας, κατά μήκος της ακτής, από την παραλία Σαλιάρα έως το Πόρτο Βαθύ. Τα ίχνη της αρχαίας λατόμησης συνυπάρχουν με την σύγχρονη εντατική εκμετάλλευση του δολομιτικού μαρμάρου σε μία εύθραυστη ισορροπία.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα αποτελούν οι διάσπαρτοι παρατημένοι μονολιθικοί ογκόλιθοι, ορθογώνιου σχήματος, που είναι σπασμένοι ή κατεστραμμένοι. Επάνω τους διατηρούνται ακόμη και σήμερα τα ίχνη επεξεργασίας, παρά την διάβρωση που έχουν υποστεί από τη θάλασσα, τον αέρα και την βροχή. Τα περισσότερα από αυτά τα αρχιτεκτονικά μέλη καταστράφηκαν πιθανώς σε κάποιο στάδιο της μεταφοράς τους, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθούν επιτόπου και να διασώζονται μέχρι σήμερα.

Λίγο πριν φθάσουμε στο Πόρτο Βαθύ εντοπίσαμε μία μονολιθική μαρμάρινη λαξευτή κλίμακα με 3 σκαλοπάτια, πεταμένη επάνω στα βράχια. Με την πρώτη ματιά δεν καταλάβαμε τι ακριβώς ήταν και ήμασταν έτοιμοι να την προσπεράσουμε, αλλά ο Θεόφιλος επέμενε να την εξετάσουμε προσεκτικά. Με λίγη δυσκολία κατεβήκαμε ακροβατώντας στα βράχια και όταν βρεθήκαμε μπροστά της δεν πιστεύαμε στα μάτια μας! Η αρχαία αυτή κλίμακα με μήκος 2 μ. και πλάτος 1,10 μ. περίπου, πιθανώς να προοριζόταν για κάποιο πολυτελές δημόσιο κτήριο ή για κάποιο ιερό. Κανένας δεν γνωρίζει. Στέκεται όμως εκεί αγέρωχη εδώ και αιώνες, αγναντεύοντας το πέλαγος και αντιμετωπίζοντας την μανία των κυμάτων.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διάσπαρτες οπές επάνω στο πετρώδες έδαφος σε σχήμα κυκλικό ή τετραγωνικό, διαμέτρου και βάθους που φθάνουν έως 10 cm. Η χρησιμότητά τους ήταν σημαντική αφού μέσα στις οπές αυτές προσαρμόζονταν γεροί και χοντροί ξύλινοι πάσσαλοι, τμήματα των ανυψωτικών μηχανών. Με τη βοήθεια των μηχανών αυτών μεταφέρονταν οι όγκοι μαρμάρου από τον χώρο εξόρυξης στην πλατφόρμα φόρτωσης και στη συνέχεια στο πλοίο που θα τους μετέφερε. Κατά την αρχαιότητα υπήρχαν διάφοροι τύποι ανυψωτικών μηχανών ανάλογα με τις ανάγκες του έργου και του κάθε λατομείου. Η επινόησή τους άρχισε ήδη από την Αρχαϊκή περίοδο αφού δεν υπήρχε άλλος τρόπος μεταφοράς των τεράστιων και υπέρβαρων λίθων.

Ο Ήρωνας ο Αλεξανδρεύς μας διασώζει τον τρόπο λειτουργίας αυτών των μηχανών που τις χαρακτηρίζει μονόκωλες, δίκωλες, τρίκωλες ή τετράκωλες, ανάλογα με τον αριθμό των δοκαριών που χρησιμοποιούταν σαν στήριγμα. Αυτοί ήταν οι πρώτοι γερανοί κατακόρυφης ανύψωσης που εδώ και 2.500 χρόνια η τεχνολογία τους δεν έχει μεταβληθεί καθόλου. Στο Πόρτο Βαθύ η μεταφορά των μαρμάρινων ογκολίθων σήμερα γίνεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, όπως και τότε! Μία τρίκωλος ανυψωτική μηχανή στέκει εκεί, αγέρωχη, περιμένοντας το επόμενο πλοίο για να το φορτώσει με το πολύτιμο χιονόλευκο φορτίο από το νησί της Θάσου. Μόνον τα υλικά κατασκευής του έχουν αλλάξει εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια που αντί για ξύλο, σήμερα χρησιμοποιείται χάλυβας με μεγαλύτερη αντοχή και δυνατότητα μεταφοράς.

Στο νότιο άκρο της Θάσου βρίσκεται η χερσόνησος της Αλυκής. Στις δύο πλευρές του ισθμού που οδηγεί στην χερσόνησο σχηματίζονται δυο φυσικοί ορμίσκοι που από την αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν ως λιμάνια. Ολόκληρη η χερσόνησος αποτελείται από συμπαγές πέτρωμα λευκότεφρου μαρμάρου και ήταν ένα από τα μεγαλύτερα υπαίθρια λατομεία της αρχαιότητας. Η συνεχής λατόμηση είχε ως αποτέλεσμα να εξορυχθεί ένα μεγάλο μέρος της χερσονήσου έως την επιφάνεια της θάλασσας. Το μεγαλύτερο τμήμα του αρχαίου λατομείου έχει καταληφθεί από νερά λόγω της ανύψωσης της θάλασσας στο βόρειο Αιγαίο κατά 0,5 έως 2 m. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γεμίσουν με αλάτι οι αρχαίες εγκολπώσεις δημιουργώντας μικρές φυσικές αλυκές που έδωσαν και το όνομα Αλυκή στην περιοχή, τοπωνύμιο βεβαιωμένο από την υστεροβυζαντινή περίοδο.

Το αρχαίο λατομείο Αλυκής είναι ένα από τα μεγαλύτερα στην Ανατολική Μεσόγειο και πολύ εντυπωσιακό, και λειτούργησε για περισσότερα από 1.000 χρόνια, τουλάχιστον από τον 7ο αι. π.Χ. Εντοπίζονται ίχνη από την εξόρυξη, καθώς και εγκαταλειμμένα ημίεργα με τη μορφή ορθογώνιων ογκολίθων, σπασμένων κιόνων, βάσεων κιόνων κλπ. Ο αρχαιολογικός χώρος της Αλυκής περικλείει, εκτός από τα αρχαία λατομεία, και τα απομεινάρια ενός αρχαίου οικισμού, ένα ιερό και δυο παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Η λατρεία στο χώρο αυτό άρχισε στα μέσα του 7ου αι. π.Χ., τότε που εγκαταστάθηκαν οι Παριανοί στο νησί, και σχετίζεται τόσο με τη λειτουργία των λατομείων όσο και με τα πλοία και τους ναυτικούς που ταξίδευαν στην Αλυκή για να φορτώσουν τα μάρμαρα.

Στην Αλυκή εντοπίζονται σε πολύ καλή κατάσταση τα ίχνη από την εξόρυξη των μαρμάρινων ογκολίθων σε πολύ μεγάλη έκταση. Κόβουν την αναπνοή τα κοφτά βράχια πολύ μεγάλου ύψους κάτι που δείχνει την επικινδυνότητα της δουλειάς που έκαναν οι λατόμοι, είτε ήταν αιχμάλωτοι πολέμου, είτε δούλοι, είτε ελεύθεροι εργάτες. Σημαντικά ευρήματα αποτελούν οι εγκαταλειμμένοι κίονες σε σχεδόν τελική μορφή επεξεργασίας, ένας λαξευμένος «κρίκος» επάνω στο μάρμαρο για το δέσιμο των σχοινιών, πύργοι και φυλάκια για την επιτήρηση των λατομείων, καθώς και οι τεράστιοι όγκοι των λατομικών υπολειμμάτων από την επιτόπια επεξεργασία των εξορυγμένων ογκολίθων. Είχε μεγάλη σημασία να δίνεται το τελικό σχήμα στα αρχιτεκτονικά μέλη για τα οποία είχε γίνει παραγγελία, ώστε να επιτυγχάνεται η μείωση του βάρους και έτσι η μεταφορά τους να είναι πιο εύκολη. Άλλα σημαντικά κατάλοιπα που βρίσκουμε στα αρχαία λατομεία της Αλυκής είναι οι τετράγωνες κοιλότητες για την εγκατάσταση των ανυψωτικών μηχανών, τα ίχνη από τα εργαλεία, όπως του τύκου και της σφήνας, και οι περιμετρικές αύλακες για την λατόμηση του μαρμάρου.

Ολόκληρη η Αλυκή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας και διασώζεται σήμερα σε πολύ καλό βαθμό. Προστατεύεται από την αρχαιολογική υπηρεσία και το Υπουργείο Πολιτισμού και αποτελεί σημαντικό πόλο έλξης τουριστών από όλο τον κόσμο.

Το μάρμαρο της Θάσου ταξίδεψε σε όλον τον αρχαίο κόσμο αφού χρησιμοποιήθηκε ως δομικό υλικό σε κτίσματα σε όλη την περιοχή της Μεσογείου. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και η εύκολη μεταφορά του μέσω των θαλασσινών δικτύων εμπορίου της εποχής εκείνης. Κατά την Ελληνιστική περίοδο εξάγονταν σε ανεπεξέργαστους ογκόλιθους, ενώ αργότερα στην Ρωμαϊκή εποχή και στα Πρωτοχριστιανικά χρόνια γινόταν εξαγωγή ημιτελών, σχεδόν διαμορφωμένων, αρχιτεκτονικών μελών. Μάρμαρο από την Θάσο έχει βρεθεί στην Θεσσαλία (αρχαία Μελιβοία, Λάρισα), στην Μακεδονία (Θεσσαλονίκη, Δίον, Πέλλα, Φίλιπποι, Αμφίπολη), στην Θράκη (Μαρώνεια, Ζώνη-Μεσημβρία, Σαμοθράκη), στην Αθήνα, στην Θήβα, στους Δελφούς, στις μεγάλες πόλεις της Μικράς Ασίας (Πέργαμος, Σάρδεις, Έφεσος, Γέρασα), αλλά και στην Όστια, το αυτοκρατορικό λιμάνι της Ρώμης.

 

Σύγχρονα λατομεία στην Θάσο

Η φήμη που είχε το θασίτικο μάρμαρο συνεχίστηκε και στην σύγχρονη εποχή. Το λευκό μάρμαρο της Θάσου είναι διάσημο για την λευκότητά του, τον τρόπο με τον οποίο αντανακλά το φως του ήλιου και για τον ρόλο του στην βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων στα οποία τοποθετείται. Ειδικά το χιονόλευκο δολομιτικό μάρμαρο παρέχει μεγαλύτερη αντανάκλαση του ηλιακού φωτός συγκριτικά με οποιοδήποτε άλλο λευκό μάρμαρο παγκοσμίως, κρατώντας δροσερή θερμοκρασία για παρατεταμένη χρονική περίοδο, καθιστώντας το ιδανικό για ορθομαρμάρωση σε θερμές περιοχές. Το μάρμαρο αυτό δεν είναι απλά ένα υλικό πολυτελείας με διεθνή φήμη, αλλά ένα από τα ακριβότερα διακοσμητικά πετρώματα παγκοσμίως.

Η εξορυκτική δραστηριότητα στη Θάσο άρχισε τη δεκαετία του 1950 και έφτασε σε έξαρση την περίοδο 1980-1992, οπότε και λειτουργούσαν πάνω από 70 λατομεία. Η εξόρυξη γίνεται κυρίως σε ανοικτά υπαίθρια λατομεία, ενώ πρόσφατα ξεκίνησαν και οι υπόγειες εκσκαφές που θα δώσουν μία εκθετική αύξηση της παραγωγής.

Το μάρμαρο της Θάσου εξάγεται σε τακτική βάση κυρίως στην Ευρώπη και στην Ασία. Οι κύριες εφαρμογές του περιλαμβάνουν την γλυπτική, την κάλυψη δαπέδων, και την διακόσμηση και κατασκευή μνημείων και κτηρίων. Ένα ποσοστό του μαρμάρου εξάγεται υπό μορφή ανεπεξέργαστων ογκολίθων σε ξένες χώρες, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής απορροφάται από ελληνικές επιχειρήσεις επεξεργασίας μαρμάρου για να καταλήξει όμως στο σύνολό του, μετά από επεξεργασία, στην παγκόσμια αγορά. Η μεταφορά των εξαγόμενων προϊόντων γίνεται με containers που φορτώνονται σε πλοία από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Οι χώρες στις οποίες εξάγεται το μάρμαρο της Θάσου είναι το Ιράκ, η Κίνα, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ιταλία, η Ισπανία κ.ά. Ειδικά η Κίνα απορροφάει σημαντικό ποσοστό του εξορυχθέντος πετρώματος, ενώ προτιμάται πολύ και από τις αραβικές χώρες.

Ενδεικτικά το μάρμαρο της Θάσου έχει χρησιμοποιηθεί σε πλήθος κτιρίων στην Αθήνα, όπως στο Εφετείο, στο Ειρηνοδικείο, στο κτίριο της Γερμανικής πρεσβείας, στο κτίριο Shelman και στο ξενοδοχείο Hilton. Επίσης κοσμεί το Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαρκελώνης στην Ισπανία, καθώς και ξενοδοχεία, συγκροτήματα πολυτελών διαμερισμάτων και γραφείων και ιδιωτικές κατοικίες στην Πορτογαλία, στην Ρωσία, στο Μαυροβούνιο, στην Σιγκαπούρη, στην Κορέα, στις Φιλιππίνες και αλλού.

Μεγάλη φήμη έχει στον αραβικό κόσμο λόγω του λευκού χρώματός του που θεωρείται ιερό στη μουσουλμανική θρησκεία και προσφέρει μία επιβλητική πολυτέλεια. Το μάρμαρο από την Θάσο έχει χρησιμοποιηθεί στην κάλυψη μεγάλων εκτάσεων των δαπέδων στους θρησκευτικούς χώρους λατρείας στην Μέκκα και στην Μεντίνα. Χιλιάδες προσκυνητές κάθε χρόνο συρρέουν τον μήνα του μουσουλμανικού Ραμαζανιού για να προσκυνήσουν. Εκεί η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει και έως τους 50 °C. Το θασίτικο χιονόλευκο μάρμαρο έχει τη μεγαλύτερη αντανάκλαση του ηλιακού φωτός, καθώς και τη χαμηλότερη απορρόφηση θερμότητας από άλλα παρόμοια λευκά πετρώματα όπως αυτό του Βιετνάμ. Τα χαρακτηριστικά αυτά εξασφαλίζουν στους πιστούς ιδανική θερμοκρασία εδάφους για να γονατίσουν. Η διάθεση του μαρμάρου άρχισε το 2008, από δύο μεγάλες λατομικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Θάσο, αλλά και από μικρότερες μονάδες που ασχολούνται με την εξόρυξη και παραγωγή του συγκεκριμένου προϊόντος, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Άλλα κτήρια στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα που έχουν επενδυθεί με μάρμαρο Θάσου είναι στο Αμπού Ντάμπι, όπως το Μεγάλο Τζαμί του Σεΐχη Zayed Bin Sultan Al Nahyan, η Προεδρική Αίθουσα Υποδοχής στο αεροδρόμιο καθώς και το θεματικό πάρκο της Ferrari. Επίσης θα το συναντήσουμε στην Τυφλίδα της Γεωργίας (Εθνική Όπερα και Καθεδρικός Ναός Sameba), στο Ουζμπεκιστάν (Εθνικό Κοινοβούλιο, Συνεδριακό Κέντρο και Εθνική Βιβλιοθήκη Τασκένδης), στην Ρωσία (Καθεδρικός Ναός του Χριστού Σωτήρα στη Μόσχα), αλλά και στο τέμενος Masjid All Hayy στο Σάνφορντ των ΗΠΑ.

Μία ακόμη διάσημη εφαρμογή του μαρμάρου από την Θάσο αποτελεί η χρήση του στην πόλη Ασγκαμπάτ στο Τουρκμενιστάν, η οποία είναι επίσης γνωστή ως η «Λευκή Πόλη». Το προσωνύμιο αυτό δόθηκε εξαιτίας του γεγονότος ότι οι εξωτερικές όψεις των κτιρίων σε ολόκληρη την πόλη είναι λευκού χρώματος. Έτσι το θασίτικο μάρμαρο αποτελεί κυρίαρχο δομικό υλικό στις επενδύσεις και την διακόσμηση των κτιρίων όπως το Συνεδριακό Κέντρο του Ασγκαμπάτ.

Η έντονη λατομική δραστηριότητα των τελευταίων δεκαετιών έχει δημιουργήσει μία πίεση στο φυσικό περιβάλλον ιδιαίτερα στο βορειανατολικό τμήμα του νησιού εκεί όπου εξορύσσεται το χιονόλευκο δολομιτικό μάρμαρο. Φυσικά δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις διαμαρτυριών ότι οι εξορύξεις μερικές φορές ξεφεύγουν από τα όρια που ορίζουν οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Εντούτοις στην περιοχή και ιδιαίτερα στις παραλίες Σαλιάρα και Πόρτο Βαθύ η τουριστική προσέλευση είναι ιδιαίτερα αυξημένη κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, γιατί προσφέρουν ένα καταπληκτικό ολόλευκο τοπίο με το μοναδικό τυρκουάζ χρώμα της θάλασσας, που τις κάνει ελκυστικές, σε μία πάντοτε εύθραυστη ισορροπία.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των λατομικών επιχειρήσεων εκτός από τον πολύ περιορισμένο χώρο που έχουν στην διάθεσή τους για την ανάπτυξη των εξορύξεων, είναι η διάθεση των λατομικών αποβλήτων που παράγονται κατά τόνους κάθε χρόνο. Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι ειδικά το δολομιτικό μάρμαρο, λόγω των εξαιρετικών φυσικο-χημικών και μηχανικών ιδιοτήτων του, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε πολυάριθμες βιομηχανικές και περιβαλλοντικές εφαρμογές. Τέτοιες εφαρμογές αποτελούν τα πληρωτικά, λευκαντικά και επικαλυπτικά προϊόντα σε βιομηχανίες χάρτου, χρωμάτων, ελαστικών, καθώς και στην παραγωγή λιπασμάτων, υαλοπινάκων, πυρίμαχων υλικών και φαρμακευτικών προϊόντων.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

F.H.L. I. KIRIAKIDIS Marbles & Granites S.A.: www.fhl.gr

Herrmann J.J., Barbin V., Mentzos A., Reed R. (2002). Architectural decoration and marble from Thasos, Macedonia, central Greece, Campania, and Provence. ASMOSIA VI, June 15-18 2000, 329-350.

Herz N. (1988). Classical marble quarries of Thasos. Anschnitt, 6, 232-240

Stone News (2017). Τα μάρμαρα Θάσου δεσπόζουν στη Μέκκα.

Καντηράνης Ν., Τσιραμπίδης Α., Φιλιππίδης Α., Κασώλη-Φουρναράκη Α., Χρηστάρας Β. (2001). Βιομηχανικές χρήσεις των ανθρακικών πετρωμάτων της νήσου Θάσου (Ελλάς). Δελτίο της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας, 34, 1145-1154.

Κοκκορού-Αλευρά Γ., Πουπάκη Ε., Ευσταθόπουλος Α., Χατζηκωνσταντίνου Α. (2014). Corpus αρχαίων λατομείων. Πανεπιστήμιο Αθηνών, σελ. 350.

Λασκαρίδης Κ., Πατρώνης Μ., Μπαντουνά Ι., Κουσερής Ι. (2015). Χαρακτηριστικά Διακοσμητικών Πετρωμάτων Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης. Έκθεση ΙΓΜΕ, σελ. 78.

Μέλφος Β. (2015). Αρχαία λατομεία μαρμάρου στην Μακεδονία: ορυκτολογική, πετρογραφική και ισοτοπική (C,O) μελέτη. Πρακτικά του 10ου Συνεδρίου της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας, 22-24 Οκτωβρίου 2014, Θεσσαλονίκη, 536-548.

Σίσκογλου Ν. (2014). Αρχαία λατομεία Θάσου: από τα έγκατα της γης στα μεγαλύτερα μνημεία της ιστορίας. Χρονόμετρο, Καθημερινή Εφημερίδα της Καβάλας.

Τζεφέρης Π. – Ο Ελληνικός Ορυκτός Πλούτος: http://www.oryktosploutos.net.

back-button
next-button
marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_1 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_2 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_3 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_4 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_5 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_6 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_7 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_8 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_9 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_10 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_11 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_12 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_13 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_14 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_15 marmaro-thasou-pio-leuko-apo-to-xioni_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories