home Άρθρα Μαργαρίτες Ρεθύμνου: Η μαγεία του πυλού
Μαργαρίτες Ρεθύμνου: Η μαγεία του πυλού

Περιδιαβαίνουμε τον κεντρικό δρόμο που διασχίζει τις Μαργαρίτες. Είναι αδύνατον να τον περάσουμε με βήμα αδιάφορο και ταχύ. Αυτός δεν είναι ο συνηθισμένος δρόμος ενός χωριού. Είναι μια αυθεντική «Οδός της Τέχνης», μια οδός κατάσπαρτη από κεραμικά εργαστήρια, το ένα σχεδόν δίπλα στο άλλο. Οι βιτρίνες τους είναι φορτωμένες από τα δημιουργήματα των Μαργαριτσανών αγγειοπλαστών. Είναι όλοι αυτοί οι σπουδαίοι μάστορες, που από τα χρόνια του Βυζαντίου διασώζουν την κεραμική τέχνη από γενιά σε γενιά. Ακόμη επιζούν στις Μαργαρίτες απόγονοι βυζαντινών και βενετσιάνων αρχόντων: Μουάτσοι, Δάνδαλοι, Δαλαμβέληδες και Καλλέργηδες. Αυτοί, σύμφωνα με την διατύπωση του Κώστα Σταυρακάκη (1), «δεν στόλισαν τα χέρια τους με χρυσό αλλά έγιναν «χρυσοδάχτυλοι» πλάστες της αργιλόμαζας».

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Μαργαρίτες Ρεθύμνου: Η μαγεία του πυλού
Κατηγορίες: Παράδοση, Χειροτεχνήματα / Χειροτέχνες
Προορισμοί: ΚΡΗΤΗ, Ρέθυμνο

Περιδιαβαίνουμε τον κεντρικό δρόμο που διασχίζει τις Μαργαρίτες. Είναι αδύνατον να τον περάσουμε με βήμα αδιάφορο και ταχύ. Αυτός δεν είναι ο συνηθισμένος δρόμος ενός χωριού. Είναι μια αυθεντική «Οδός της Τέχνης», μια οδός κατάσπαρτη από κεραμικά εργαστήρια, το ένα σχεδόν δίπλα στο άλλο. Οι βιτρίνες τους είναι φορτωμένες από τα δημιουργήματα των Μαργαριτσανών αγγειοπλαστών. Είναι όλοι αυτοί οι σπουδαίοι μάστορες, που από τα χρόνια του Βυζαντίου διασώζουν την κεραμική τέχνη από γενιά σε γενιά. Ακόμη επιζούν στις Μαργαρίτες απόγονοι βυζαντινών και βενετσιάνων αρχόντων με τα ίδια ονόματα:Μουάτσοι, Δάνδαλοι, Δαλαμβέληδες και Καλλέργηδες. Αυτά, σύμφωνα με την διατύπωση του Κώστα Σταυρακάκη (1), «δεν στόλισαν τα χέρια τους με χρυσό αλλά έγιναν «χρυσοδάχτυλοι» πλάστες της αργιλόμαζας».

Βρισκόμαστε στις Μαργαρίτες της επαρχίας Μυλοποτάμου, 27 χλμ. ανατολικά της πόλης του Ρεθύμνου. Από υψόμετρο 300 μέτρων ο οικισμός δεσπόζει στο Κρητικό Πέλαγος και σ’ έναν κάμπο καταπράσινο από ελαιώνες και κυπαρίσσια, βαλανιδιές αμπελάκια και χαρουπιές. Κατά τον Χριστόφορο Σκλαβενίτη – Χαραλαμπή (2), παλιά αρχοντικά και εκκλησίες, πόρτες θολωτές και λιθανάγλυφα ανώφλια μαρτυρούν ιστορία και αρχοντιά. Το χωριό, χτισμένο μάλλον κατά τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο, έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην επαρχία Μυλοποτάμου. Το 1332, μετά την αποτυχία της επανάστασης του Βάρδου Καλλέργη με υπαρχηγό τον Μαργαριτσανό Νικόλαο Προκοσύρρη, «η ακμάζουσα και ονομαστή εν Μυλοποτάμω κωμόπολις των Μαργαριτών, γκρεμίσθηκε εκ θεμελίων (υπό των Βενετών) και οι κάτοικοι σφαγιάσθησαν». Σύντομα όμως το χωριό ξαναχτίστηκε και προόδευσε, όπως αποδεικνύουν και οι ωραίες εκκλησίες του 1380. Ως προς την ονομασία του χωριού υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Κατά την επικρατέστερη οφείλεται στα «μαγαρικά», τα μη υαλωμένα μαγειρικά σκεύη που είναι μουντζουρωμένα από την καπνιά. Άλλωστε, η αρχική ονομασία του τόπου στα τουρκικά και βενετσιάνικα έγγραφα είναι «Μαγαρίτες». Και, όπως αναφέρει ο Κ. Σταυρακάκης, «εδώ η μάγαρη, (ο πηλός δηλαδή) που λερώνει τα χέρια και τα ρούχα των αγγειοπλαστών, δίνει χαρακτηρισμό σε ανθρώπους και τοπωνύμια».

Ας επιστρέψουμε όμως στην «Οδό της Τέχνης» των Μαργαριτών. Κάθε βιτρίνα, μικρή ή μεγάλη, ταπεινή ή πολυτελής, αξίζει την προσοχή μας. Γιατί κάθε μια στεγάζει τις δικές της φόρμες, σχέδια, χρώματα, παραστάσεις και εμπνεύσεις, που αποπνέουν την προσωπικότητα, την κουλτούρα και την τέχνη των δημιουργών τους. Δεν έχει καμιά σημασία, αν κάποια έργα μας αγγίζουν περισσότερο ή λιγότερο. Όλα αυτά τα δημιουργήματα, έτσι όπως μας περιβάλλουν με εκπληκτική ποικιλία χρωμάτων και μορφών, συντηρούν την μακραίωνη συνέχεια μιας τέχνης, που γεννήθηκε στην Κρήτη και διατηρήθηκε αδιάλειπτα για 8 περίπου χιλιάδες χρόνια. Αυτό μαρτυρούν τα εκατοντάδες πανάρχαια κεραμική ευρήματα, που κοσμούν μουσεία, αρχαιολογικά και λαογραφικά. Η παρατήρηση ωστόσο, έστω και προσεκτική, των διαφόρων έργων στις βιτρίνες, καθόλου δεν μας βοηθά να κατανοήσουμε τις λεπτομέρειες, τις τεχνικές, τα διαδοχικά στάδια που μεσολαβούν ως το τελικό αποτέλεσμα που αποσπά τον θαυμασμό μας. Μόνον η παρακολούθηση ενός αγγειοπλάστη «επί το έργον» μπορεί να ρίξει λίγο φως στην άγνοιά μας, να λύσει κάποιες από τις απορίες μας.

Απευθυνόμαστε λοιπόν – στην τύχη – σε 2 από τους περίπου 17 αγγειοπλάστες που δραστηριοποιούνται στις Μαργαρίτες. Ο πρώτος είναι ο Κώστας Γαλλιός και ο δεύτερος ο Γιώργος Δαλαμβέλας. Δέχονται πρόθυμα ν αμας ξεναγήσουν στα μυστικά της τέχνης τους, στον συναρπαστικό κόσμο του πηλού.

 

ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΑΛΛΙΟΥ

 

– Δεν είσαι και πολύ κεντρικά, λέω στον αγγειοπλάστη. Λείπουν οι φανταχτερές σου βιτρίνες από την «Οδό της Τέχνης». Πως σε βρίσκουν;
– Όσοι ψαχουλεύουν και τις παρόδους, με βρίσκουν, απαντάει ο Κωστής. Οι περισσότεροι βέβαια επισκέπτες του χωριού περιορίζονται σε κέντρο. Δεν με πειράζει όμως. Καλά είναι κι έτσι.

– Ωσπου να γίνουν τα καφεδάκια, τριγυρνάμε στον χώρο όπου εκτίθενται τα έργα του Γαλλιού. Υπέροχες είναι οι φόρμες, τα φινιρίσματα αλλά και οι απαλοί χρωματικοί τόνοι των χρηστικών – ως επί το πλείστον – αντικειμένων που δημιουργεί ο Κωστής. Πιάτα μικρά και μεγάλα, κούπες και φλιντζανάκια, ποτήρια κρασιού και ρακής, κηποπήγια και σκεύη πυρίμαχα για τον φούρνο, σουπιέρες εκπληκτικές, ποικίλων διαστάσεων και για διάφορες χρήσεις. Τα συναρπαστικότερα ίσως έργα, με την μεγαλύτερη πρωτοτυπία και τις περισσότερες κατασκευαστικές δυσκολίες και απαιτήσεις είναι οι μικροί και μεγάλοι δίσκοι κεράσματος. Λεπτεπίλεπτοι, περίτεχνοι, με εκπληκτικά χρώματα, αληθινά έργα τέχνης.

Μια συνολική ματιά στον εκθετήριο χώρο αποκαλύπτει κάτι ακόμα: τα έραγ που εκτίθενται δεν είναι πολλά, οι προθήκες και τα ράφια αναπνέουν. Εδώ δεν παρατηρείται ο συνωστισμός των εμπορικού χαρακτήρα μικροαντικειμένων, που συναντάει κανείς παντού και προσελκύουν πάντα μια μεγάλη μερίδα αγοραστών. Είναι ίσως κι αυτή μια από τις ιδιορρυθμίες του Γαλλιού. Στα ράφια του φιλοξενεί μόνον δημιουργήματα των χεριών του και μόνον όσα εγκρίνει απόλυτα ο ίδιος, χωρίς συμβιβασμούς σε τάσεις ή απαιτήσεις της αγοράς.

Εισχωρούμε στα άδυτα, στον χώρο του εργαστηρίου, όπου πολλές ώρες της ημέρας ο Κωστής συνομιλεί με τον πηλό, τον τροχό, τον στενό συνεργάτη του τον Μανώλη αλλά και κάποιους επισκέπτες που έρχονται μέχρι εδώ για να τον βρουν. Αντίθετα από το εκθετήριο, μια γλυκειά ακαταστασία κυριαρχεί εδώ, με την απαραίτητη παρουσία σκόνης και πηλού. Στον τοίχο, δίπλα σε κάποια μικροεργαλεία, είναι καρφωμένα πάμπολλα χαρτάκια, διαφόρων διαστάσεων. Πλησιάζω και ρίχνω μια ματιά. Είναι παραγγελίες. Επιγραμματική περιγραφή του παραγγελθέντος αντικειμένου, όνομα πελάτη, ημερομηνία παράδοσης και τηλέφωνο.

– Τις τηρείς αυτές τις ημερομηνίες; ρωτάω τον Κωστή.

– Ποτέ, μου απαντάει γελώντας, με ξέρουν όμως και δεν με παρεξηγούν.

Μερικά μέτρα παραέξω,, στον ευρύχωρο αύλειο χώρο, βρίσκεται το πρόχειρα στεγασμένο εργαστήριο, το καμίνι όπου ψήνονται τα αντικείμενα, ο χώρος όπου στεγνώνουν στον ήλιο.

Η μέρα εδώ έχει ξεκινήσει από νωρίς το πρωί με την κατασκευή εφτά «κυτεμάτων», που είναι τοποθετημένα το ένα πλάι στο άλλο περιμένοντας να στεγνώσουν. Κύτεμα ή κίτεμα είναι η βάση, το κατώτερο δηλαδή τμήμα του πιθαριού, πάνω στο οποίο θα συνδεθούν στη συνέχεια οι υπόλοιπες «στομωσιές». Στομωσιές είναι τα διαδοχικά μέρη του πιθαριού, από ζώνη σε ζώνη, ως το ανώτερο σημείο, το χείλος του πιθαριού.

Εξετάζει ο Κωστής τη σκληρότητα του πηλού στα κυτέματα και ξεκινάει τη σύνδεση της πρώτης στομωσιάς. Για το σκοπό αυτό τοποθετεί προσεκτικά πάνω στο χείλος του κυτέματος το «μακαρόνι», τον κυλινδρικό πηλό δηλαδή, που με την κατάλληλη επεξεργασία στον τροχό θ’ αποτελέσει την πρώτη, μετά το κύτεμα, στομωσιά. Η ίδια ακριβώς διαδικασία πρόκειται να γίνει και στα υπόλοιπα κυτέματα. Όταν θα ολοκληρωθεί η σύνδεση σε όλα τα κυτέματα της πρώτης στομωσιάς, θα μεσολαβήσει ένα χρονικό διάστημα, ώσπου να στεγνώσει ο πηλός.

Μετά θα επαναληφθεί η διαδικασία για την δεύτερη στομωσιά και στη συνέχεια για την τρίτη ή και την τέταρτη, αν το μέγεθος του πιθαριού είναι τέτοιο, που απαιτεί και τέταρτη στομωσιά. Στο τέλος θα γίνει το «αύχιωμα», δηλαδή η τοποθέτηση των χεριών του πιθαριού. Επειδή η παράλληλη ολοκλήρωση εφτά πιθαριών είναι μια διαδικασία που μπορεί να κρατήσει παραπάνω από μία μέρα, ο Κωστής αναλαμβάνει να κατασκευάσει πλήρως ένα πιθάρι, ώστε να παρακολουθήσουμε όλα τα διαδοχικά στάδια ως το τέλος. Ο Μανώλης από τη μεριά του επιταχύνει το στέγνωμα του πηλού μ’ ένα φλόγιστρο, που προσθέτει αρκετούς βαθμούς στην ήδη υψηλή θερμοκρασία της ημέρας.

– Μ’ αυτό το φλογερό εργαλείο έχεις μετατρέψει το εργαστήριο σε κόλαση, πειράζω τον Μανώλη.

Γελάει: – Χωρίς αυτό θα περιμένετε ώρες, δεν θα προλάβετε να δείτε το τέλος του πιθαριού.

Τοποθετεί ο Κωστής τα μακαρόνια, φτιάχνει τις στομωσιές, παρατηρεί με προσοχή από δύο μέτρα την εξέλιξη της καμπυλότητας του σχήματος, άλλοτε επεμβαίνει λίγο, άλλοτε όχι, αποφασίζει με το μάτι, χωρίς μοιρογνωμόνια και όργανα ακριβείας, πάντα με το αλάνθαστο αισθητήριο του δημιουργού.

Στην τελευταία στομωσιά, το χείλος στο ανώτερο σημείο ξεφεύγει λίγο από το απόλυτο επίπεδο. Το καταλαβαίνει αμέσως ο Κωστής.

– Τώρα δεν μπορώ τίποτε να κάνω, αλλιώς θα το χαλάσω.

Είν’ ένα εντυπωσιακό, υπέροχο πιθάρι, ύψους ενός μέτρου και δύο εκατοστών, με όλη τη γοητεία του χειροποίητου, πού δεν υπακούει στους αυστηρούς κανόνες της απόλυτης συμμετρίας των μηχανών.

– Ποια είναι η γνώμη σου για τους συναδέλφους σου στο Θραψανό Ηρακλείου; ρωτάω ξαφνικά τον Κωστή.

Δεν αιφνιδιάζεται καθόλου.

– Έχουν τον πηλό στο αίμα τους, κληρονομιά από τους παππούδες τους, μεγαλώνουν με τον πηλό. Κανείς μας δεν τους παραβγαίνει.

– Και για τους αρχαίους αγγειοπλάστες, τι έχεις να πεις;

Σηκώνει ψηλά, ανυπεράσπιστος τα χέρια.

– Εμείς δεν είμαστε τίποτε μπροστά τους.

Εκείνοι ήταν μάστορες αξεπέραστοι, με πρωτόγονα μέσα αλλά απαράμιλλη εμπειρία, τενχική και αισθητική. Γι’ αυτό και μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια εξακολουθούν να τους θαυμάζουν στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.

Τελειώνουν τα φινιρίσματα, μπαίνουν τα χερούλια. Χαϊδεύει ο Κωστής με τα δάχτυλα τον πηλό, εδώ δεν έχει τη βοήθεια του τροχού. Μ’ ένα λεπτό συρματόσχοινο, το «τέλι», κόβεται η βάση του πιθαριού, απελευθερώνεται από το «πανωτρόχι» ή αλλιώς το «κεφαλάρι». Είναι πανέτοιμο να μεταφερθεί για στέγνωμα στον ήλιο.

 

ΜΙΚΡΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΣΤΟΥ «ΓΙΑΝΣΗ»

 

Μετά την πολύωρη ακινησία και απραξία αισθανόμαστε την ανάγκη να ξεμουδιάσουμε λιγάκι. Παίρνουμε ένα στενό κάτω απ’ του Κωστή. Ξιδιπλώνονται στα μάτια μας οι αθέατες οικιστικές λεπτομέρειες του οικισμού των Μαργαριτών, που έχει κηρυχθεί διατηρητέος από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Κατά τους Εθνολόγους Χριστόφορο Βαλλιάνο και Μαρία Παδουβά, «ο οικισμός έως το 1980 διακρινόταν για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του ποιότητα. Κατεδαφίσεις και άθλιες νέες κατασκευές έχουν ήδη αλλοιώσει ανεπανόρθωτα τον αισθητικό, αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό του χαρακτήρα». (3)

Φαίνεται πως δεν υπερβάλλουν στις εκτιμήσεις τους οι δυο εθνολόγοι. Αυτό γίνεται αντιληπτό από την αναπόφευκτη σύγκριση των οικιστικών και αρχιτεκτονικών στοιχείων του παρελθόντος και του παρόντος. Ευτυχώς, η απαράμιλλη φινέτσα και ωραιότητα της παράδοσης εξακολουθεί να είναι παρούσα, έστω και ανάμεσα στους εξουθενωτικούς όγκους των νέων οικοδομών. Ανακαλύπτουμε λοιπόν παλιά σπίτια, αρχοντικά και μη, με τοιχοποιίες από λαξευτή πέτρα, χοντρά σφυρήλατα κάγκελα στα παράθυρα, εξώθυρες θολωτές με μαρμάρινες παραστάδες, που οι παμπάλαιες ξύλινες τάβλες τους, άλλες ζωγραφισμένες και άλλες σκαλιστές, εξακολουθούν ν’ αντέχουν στο χρόνο.

Η εντυπωσιακότερη πόρτα βρίσκεται σ’ ένα παλιό αρχοντικό πίσω από τον ξενώνα ΕΙΡΗΝΗ. Είναι επιβλητικών διαστάσεων με μαρμάρινες παραστάδες και πολλές διακοσμήσεις. Εκεί δίπλα σώζεται και το παμπάλαιο, φρουριακής αρχιτεκτονικής εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου των Δανδάλων, με βαρειές πέτρινες αντηρίδες που υποστηρίζουν τον τοίχο της βόρειας πλευράς. Θαυμάσιας αρχιτεκτονικής και παμπάλαιος είναι και ο ναός του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου στην Μεσοχωριά, που οι Βενετσιάνοι διπλασίασαν το αρχικό του μέγεθος και το τοποθέτησαν και οικόσημο. Εξαίρετο είναι το καμπαναριό ενώ η αγιογράφηση είναι συμβολική και δείχνει τα ταραγμένα χρόνια που ο χριστιανισμός προσπαθούσε να στεριώσει.

Να και μια πολύ γραφική αρχιτεκτονική λεπτομέρεια, η «δεματαρέ». Είναι μια στρόγγυλη λαξευτή πέτρα, ενσωματωμένη σε χαμηλό ύψος στον τοίχο του σπιτιού. Η τρύπα που έχει στο κέντρο χρησίμευε για να περνάει το σχοινί, με το οποίο δενόταν το υποζύγιο, το «όχημα» δηλαδή της εποχής, που μετά το τέλος της δουλειάς του «πάρκαρε» δίπλα στην είσοδο του σπιτιού.

Στην πλατεία της Κοινότητας με την προτομή του Ηγουμένου του Αρκαδίου Γαβριήλ, μας καλωσορίζει το θερινό εστιατόριο του καλού μας φίλου Κώστα Γιαννουσάκη, του πασίγνωστου «Γιάνση». Τον πρωτογνωρίσαμε στις αρχές του 2008 στο χειμερινό του μαγαζί και μάλιστα στον απίθανο υπόγειο χώρο του 16ου αιώνα με τους χοντρούς πέτρινους τοίχους, τις καμάρες, το δάπεδο με την μυστική καταπακτή. Εκεί, στο αναμμένο τζάκι, σιγοψηνόταν το «αντικριστό», αληθινή ιεροτελεστία! Σήμερα, στο θερμό μεσημέρι του Ιούνη, δεν αποζητάμε κλειστούς χώρους, αγναντεύουμε από τον δροσερό υπαίθριο χώρο το Κρητικό πέλαγος και τον κάμπο, κάτω από την παχειά σκιά που δημιουργείται απ’ τις μουριές απ’ τις μουριές.

Κεφάτος και πληθωρικός πάντα ο Γιανσής γεμίζει το τραπέζι με καλοκαιρινή παραδοσιακή κουζίνα αλλά και πικάντικα ορεκτικά και ποικιλία ψητών κρεατικών. Ένα θαυμάσιο λευκό κρασάκι είναι ο καλύτερος σύντροφος για τούτη τη ζεστή ώρα της ημέρας. Που, βέβαια, δεν έχει τελειώσει ακόμη.

 

ΣΤΟ ΚΕΡΑΜΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΑΛΑΜΒΕΛΑ

 

Μερικές δεκάδες μέτρα πάνω από του Γιάνση μας υποδέχεται στο κεραμείο του ο Γιώργος Δαλαμβέλας με την σύζυγό του Μαρινίκη, που επίσης δημιουργεί έργα με πηλό. Γεννημένος το 1972 στις Μαργαρίτες ο Γιώργος, μπορεί να καυχιέται ότι έχει στο αίμα του τον πηλό, αφού ο πατέρας του αλλά κι ο αδελφός του παππού του υπήρξαν αγγειοπλάστες.

Ο Γιώργος δημιουργεί μια μεγάλη ποικιλία χρηστικών, κυρίως, αντικειμένων, που ενσωματώνουν σε μεγάλο βαθμό τις αναγνωρίσιμες παραδοσιακές φόρμες του τόπου του. Άλλη τεχνοτροπία σε τούτο το εργαστήρι. Εδώ δεν συναντάμε τις μεγάλες φόρμες και τα πιθάρια, τις υαλώσεις και τα τολμηρά χρώματα του Γαλλιού αλλά λεπτεπίλεπτα αντικείμενα δουλεμένα με τεχνικές του παρελθόντος, όπως το υπομονετικό στίλβωμα του πηλού με το «βότσαλο» καθώς και η διακόσμησή του με τον «πλοκό». Τι είναι όμως ο πλοκός; Ίσως το πιο απλό – και απλοϊκό – εργαλειάκι, που μπορεί να φανταστεί κανείς, τοι αντίστοιχο με το πινελάκι των ζωγράφων. Είν’ ένα ξυλάκι όμοιο με μολύβι, που έχει δεμένες στην άκρη του μία ή περισσότερες τρίχες προβάτου. Αυτές οι τρίχες, βουτηγμένες σε κοκκινόχωμα δημιουργούν, με μια επιδέξια κίνηση, πανέμορφα ανθέμια.

 

ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ (Από το βιβλίο Η ΛΑΪΚΗ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ)

 

«Οι Μαργαριτισανοί αγγειοπλ΄στες διακοσμούσαν και διακοσμούν ακόμα τις στάμνες, τα μπρίκια, τα παγούρια και μικρά αγγεία, με σχέδια φτιαγμένα από κοκκινόχωμα. Για την εργασία αυτή χρησιμοποιούν τον πλοκό, ένα λεπτό ξυλάκι σαν μολύβι, λίγο πιο μακρύ, στην άκρη του οποίου έχουν δέσει μια φούντα από μαλλί προβάτου, μήκους οχτώ περίπου εκατοστών. Σε μια λεκανίδα διαλύουν κόκκινο χώμα που το βρίσκουν ψηλά στο βουνό, ώσπου να γίνει ένας αραιός λεπτόκοκκος μπαντανάς. Μέσα σ’ αυτόν βουτάνε την άκρη του πλοκού και, όπως το μαλλί έχει βραχεί, το σέρνουν γρήγορα με μια πειτήδεια κίνηση πάνω στην επιφάνεια του αγγείου σχεδιάζοντας μονοκοντυλιά ένα ωραίο ανθέμιο. Όταν το αγγείο έχει μεγάλη επιφάνεια, τότε ο πλοκός έχει τρεις φούντες μαλλί ώστε, με μια κίνηση, να σχεδιάζοντας τρία ανθέμια. Μετά το ψήσιμο το σχέδιο παίρνει χρώμα σκούρο κόκκινο».

Όλα αυτά τα θεωρητικά, εκτός από την διαδικασία του ψησίματος, μας τα επιδεικνύει στην πράξη με πολύ επιδέξιες κινήσεις ο Γιώργος. Που, παρά το προχωρημένο απομεσήμερο, δεν περιορίζεται μόνον σε ενημέρωση στον χώρο του εργαστηρίου αλλά μας καλεί να τον ακολουθήσουμε και στα εδάφη της περιοχής, στα παραδοσιακά καμίνια και στις «λίμπες», όπου προετοιμάζεται ο πηλός.

Ανηφορίζουμε προς την νότια έξοδο του χωριού. Συναντάμε αρχικά τον ναό του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου, που χτίστηκε το 1383 από τον Ιερομόναχο Γεώργιο Κλάδο και τους κατοίκους του χωριού. Πέτρινο τέμπλο με ίχνη τοιχογραφιών και ερειπωμένες παμπάλαιες αψίδες εξωτερικά του ναού.

Χαμηλότερα αποκαλύπτεται το εκπληκτικό κατάφυτο φαράγγι των Μαργαριτών. Λίγο πιο πάνω και αριστερά του δρόμου βρίσκουμε τον Μιχαήλ Αρχάγγελο, τον «Αστράτηγο» της Πανωχωριάς, με τον τάφο του κτήτορα, οικόσημα – πιθανόν – των Δανδόλων και δικέφαλο αετό. Το καμπαναριό είναι από μάρμαρο και πωρόλιθο, η είσοδος με λαξευτές μαρμάρινες παραστάδες, το πλακόστρωτο δάπεδο είναι παμπάλαιο, ενώ διακρίνονται και αρκετές φθαρμένες αλλά ωραίες τοιχογραφίες.

300 περίπου μέτρα πιο πάνω, στα όρια του οικισμού και αθέατο μέσα στα χόρτα και τα μπάζα νεοανεγειρόμενης μεγάλης οικοδομής ανακαλύπτουμε το παλιό εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου. Βρισκόμαστε ήδη έξω απ’ το χωριό και εμφανίζονται τα πρώτα εργαστήρια των παλιών αγγειοπλαστών.

– Πριν πάμε στα καμίνια, προτείνω να αφιερώσουμε ένα λεπτό στο εξωκκλήσι του Αγ. Αντωνίου, λέει ο Γιώργος.

Με τσιμεντόδρομο κάτω από τον κεντρικό δρόμο φτάνουμε σ’ ένα λεπτό στο σπηλαιώδες εξωκκλήσι, με την τοιχογραφία στον βράχο της κόγχης του Ιερού, την παλιά εικόνα του Αγ. Αντωνίου και το στρωμένο με πλάκες παμπάλαιο πάτωμα.

– Μέχρι τη δεκαετία του ’80 τα παιδιά του σχολείου συνήθιζαν να τοποθετούν ένα νόμισμα στην εικόνα του Αγίου. Αν το νόμισμα παρέμενε κολημμένο θα περνούσαν τις εξετάσεις, αν έπεφτε, όχι.

Βρισκόμαστε ήδη στα «Τσικαλαριά», την περιοχή στα νότα του χωριού, που ονομάστηκε έτσι, γιατί αριστερά και δεξιά του δρόμου ήταν χτισμένα τα εργαστήρια των αγγειοπλαστών. Κατά τον Κώστα Σταυρακάννη, τα πρώτα καμίνια χτίζονται νότια του οικισμού για δυο κυρίως λόγους:

α. Η κάποια θα παρασύρεται εκτός οικισμού από τους βόρειους ανέμους και τα μελτέμια του καλοκαιριού.

β. Η Βυζαντινή νομοθεσία καθορίζει να χτίζονται εκτός κατοικημένης περιοχής τα εργαστήρια που ρυπαίνουν. Η θέση αυτή είναι επίσης ευνοϊκή γιατί υπάρχουν κοντά χώμα, νερό, ξύλα. Τα καμίνια χτίζονται σε άνετο χώρο, που απλώνουν το χώμα για να το κοπανίσουν, να το κοσκινίσουν (την «α»λωταρέ»), να προετοιμάσουν και να ζυμώσουν τον πηλό. Στον αύλειο αυτό χώρο τοποθετούν 6-8 τροχιά για την κατσσκευή μεγάλων αγγείων. Εκεί επίσης τα στεγνώνουν. Βέβαια, απαραίτητη για τον αγγειοπλάστη είναι η κατασκευή εργαστηρίου που θα τον προφυλάξει από τον ήλιο, τους ανέμους, το κρύο και τη βροχή και θα φιλοξενήσει τον ποδοκίνητο τροχό, τα εργαλεία, τα μικρότερα άψητα και ψημένα αγγεία.

Οι περισσότεροι αγγειοπλάστες χρησιμοποίησαν τα εργαστήρια για προσωρινή ή μόνιμη κατοικία τους. αυτό συμπεραίνεται από τα τζάκια που διέθεταν τα περισσότερα εργαστήρια για τη μαγειρική μα και για να ζεσταθούν στις κρύες νύχτες του χειμώνα».

Ένα τέτοιο εργαστήριο από τα πιο παραδοσιακά και παλιά είναι του μπάρμπα- Μανώλη Συραγόπουλου, σε ηλικία σήμερα 84 ετών. Δεν έχουμε την τύχη να τον συναντήσουμε κι ούτε θέλουμε να ενοχλήσουμε τούτη την ώρα τον παλαίμαχο αγγειοπλάστη, που πρόσφατα αποσύρθηκε από την ενεργό δράση. Χάρις στο Γιώργο όμως έχουμε την δυνατότητα να επισκεφθούμε το εσωτερικό του εργαστηρίου του, εκεί όπου κατανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Πέτρινο σπιτάκι, μονόχωρο και λιτότατο. Σε μια γωνιά ένα πολύ απλό τζάκι από την ίδια πέτρα των τοίχων. Έπιπλα ελάχιστα, ένα ταπεινό τραπεζάκι, μια καρέκλα μπροστά στον παραδοσιακό ποδοκίνητο τροχό. Η καταπόνηση κι οι μακροχρόνιες βλάβες του ενός ποδιού, της λεκάνης και της μέσης ήταν παραπάνω από αναμενόμενες για τους παλιούς αγγειοπλάστες που δούλευαν ατελείωτες ώρες τον ποδοκίνητο τροχό. Σε μερικά ράφια απομένουν πολύ λίγα φτωχικά αντικείμενα, μερικά μικρά αγγεία, καθώς και τρεις «Έπαινοι» κορνιζαρισμένοι στους τοίχους. Είναι οι διακρίσεις, η αναγνώριση της μακρόχρονης ποιοτικής προσφοράς στην τέχνη του πηλού του μεγάλου μάστορα και δασκάλου πολλών νεώτερων αγγειοπλαστών. Στον υπαίθριο χώρο υπάρχουν δύο παραδοσιακά πέτρινα καμίνια, ένα μεγάλο κι ένα μικρό, ενώ διατηρούνται ακόμη, στερεωμένα στο έδαφος, δύο μεγάλα μισά πιθάρια, που χρησιμοποιούντο ως «λίμπες», για την προετοιμασία του πηλού. Δεκάδες μικρά πήλινα αντικείμενα είναι κατάσπαρτα έξω απ’ το σπιτάκι. Εγκαταλείπουμε το εργαστήρι του μπάρμπα – Μανώλη με μια αίσθηση πίκρας. Είναι μάλλον απίθανο να ξαναζωντανέψει αυτός ο χώρος δουλειάς, που συνοψίζει τόσο γλαφυρά την νεώτερη ιστορία των αγγειοπλαστών των Μαργαριτών.

Η περιοχή όμως κρύβει πολλά ακόμη μνημειακά έργα και εγκατας΄τασεις των παλιών αγγειοπλαστών. Όπως ένα καμίνι κατασκευασμένο μισό αιώνα πριν, παρόμοιο με κάποιο άλλο στην γειτονική αρχαία Ελεύθερνα. Ο Γιώργος στέκεται για μερικά δευτερόλεπτα μπροστά του.

– Σ’ αυτό το καμίνι δούλεψε ως τα τέλη της δεκαετίας του ‘ 60 ο πατέρας μου, λέει απλά.

Πιο πάνω υπάρχει ένα μεγαλύτερο.

Κοντά του μερικές ορθογώνιες λίμπες, λαξεμένες σε επίπεδο συμπαγή βράχο, οι μοναδικές αυτού του είδους στην περιοχή.

Να και μια, λαξεμένη επίσης, στέρνα, που προμήθευε στις λίμπες το απαραίτητο νερό.

«Πιθαρουλιανά» είναι ο τελευταίος συνοικισμός των πιθαράδων έξω απ’ το χωριό.

Αμέσως μετά αρχίζουν ελαιώνες και πλούσια βλάστηση. Κάπου εδώ βρίσκονται και οι εγκαταστάσεις του Γιώργου, το παραδοσιακό του πετρόχτιστο καμίνι, το μικρόσπιτο, δυο ορθογώνιες λίμπες κατασκευασμένες από τούβλο, ο σωρός του χώματος από το βουνό, που θα κοσκινιστεί για να φύγουν οι πέτρες. Δίπλα είναι ο σωρός με την «λεπίδα», τα κομματάκια του σχιστόλιθου, που αναμειγνύονται σε μια συγκεκριμένη αναλογία με το χώμα για να φτιάξουν τον πηλό.

– Όποιος είναι ο ρόλος του χαλικιού στο μπετόν, αυτός περίπου είναι κι ο ρόλος της λεπίδας στον πηλό, λέει ο Γιώργος.

Η όλη διαδικασία μοιάζει απλή αλλά δεν είναι. Από τη συλλογή του χώματος στο βουνό μέχρι το τελικό αποτέλεσμα στη βιτρίνα, πολλά και κουραστικά στάδια μεσολαβούν.

Ελέγχει ο Γιώργος την πλαστικότητα του πηλού, τον κρίνει έτοιμο για επεξεργασία κι αρχίζει το μάζεμά του από τις λίμπες σε πήλινα δοχεία. Είναι απίστευτα βαρύ υλικό ο πηλός κι όσο κι αν φαίνεται απίθανο, οι λίμπες χωρούν πάνω από 200 κιλά.

– Πόσο θα πλήρωνες αν αγόραζες έτοιμο αυτό τον πηλό; ρωτάω τον φίλο μας.

– Ελάχιστα, μου απαντάει. Ένας τόνος ως την πόρτα μου θα μου στοίχιζε λιγότερα από 150 ευρώ. Για τα συγκεκριμένα όμως έργα που κάνω, τούτος ο πηλός είναι ιδανικός.

Με φορτωμένο το θηριώδες αγροτικό επιστρέφουμε στο εργαστήριο. Μας περιβάλλουν και πάλι οι κομψότατες φόρμες στις προθήκες και στα ράφια. Λίγη ώρα πριν, κάτω από τον καυτό απογευματινό ήλιο, παίρναμε μια μικρή, πολύ μικρή γεύση από τα αρχικά δύσκολα στάδια που μεσολαβούν ώσποιυ να γίνουν αυτά τα κομψοτεχνήματα.

Πολύ θα θέλαμε να είχαμε την δυνατότητα – και κυρίως τον χρόνο – να επισκεπτόμασταν έναν έναν όλους τους αγγειοπλάστες των Μαργαριτών, να παρακολουθούσαμε τις επιδέξιες κινήσεις τους, την τεχνοτροπία και τις ιδιαιτερότητές τους, να γνωρίζαμε ποιοι προικισμένοι μάστορες κρύβονται πίσω απ’ αυτή τη θαυμαστή παράδοση, την μαγεία του πηλού στις πανέμορφες Μαργαρίτες. Έστω και μ’ αυτή τη σύντομη επαφή όμως πιστεύουμε, ότι φεύγουμε λίγο σοφότεροι από την πρώτη μας επίσκεψη.

 

Ευχαριστούμε θερμότατα,

Τον Κωστή Γαλλιό και τον συνεργάτη του Μανώλη, τον Γιώργο Δαλαμβέλα και την γυναίκα του Μαρινίκη, καθώς και τον Γιάνση για την υπέροχη κουζίνα του.

back-button
next-button
margarites-rethumnou margarites-rethumnou_1 margarites-rethumnou_2 margarites-rethumnou_3 margarites-rethumnou_4 margarites-rethumnou_5 margarites-rethumnou_6 margarites-rethumnou_7 margarites-rethumnou_8 margarites-rethumnou_9 margarites-rethumnou_10 margarites-rethumnou_11 margarites-rethumnou_12 margarites-rethumnou_13 margarites-rethumnou_14 margarites-rethumnou_15
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories