home Άρθρα Μαλέα Άκρα: Στον κάβο των ανέμων
Μαλέα Άκρα: Στον κάβο των ανέμων

Τον Φεβρουάριο που μας πέρασε είχαμε την ευτυχία να βαδίσουμε στο νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ελλάδας, το ακρωτήριο Ταίναρο. Τόπος, μοναχικός, απαλλαγμένος από ρύπανση, θορύβους και καραβάνια τουριστών. Εδώ πρωταγωνιστές ήταν τα πόδια, όχι το αυτοκίνητο. Και κυρίαρχα στοιχεία στη φύση, η χαμηλή βλάστηση και η πέτρα. Μια πέτρα κατάσπαρτη στο έδαφος αλλά άριστα λαξευμένη στους τοίχους των Μανιάτικων πύργων και σπιτιών.
Φύγαμε από την άκρη τούτη της Ελλάδας γεμάτοι νοσταλγία επιστροφής. Ωστόσο, μακρυά στον ανατολικό ορίζοντα μια άλλη στεριά λόγχιζε τη θάλασσα, ακρωτήρι διάσημο κι αυτό. Ήταν ο θρυλικός Κάβο Μαλιάς, φόβητρο των ναυτικών της Μεσογείου από τ’ αρχαία χρόνια ως τα σήμερα.
– Μα και πεζοπορικός προορισμός από τους πιο δημοφιλείς, συμπληρώνει ο καλός φίλος και συνεργάτης Κώστας Ζαρόκωστας. Να μια καλή ευκαιρία να επιστρέψεις στο νότο της Λακωνίας. Το μόνο πρόβλημα είναι, πως η Θεσσαλονίκη πέφτει λίγο μακρυά.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Μαλέα Άκρα: Στον κάβο των ανέμων
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ, Λακωνία

Τον Φεβρουάριο που μας πέρασε είχαμε την ευτυχία να βαδίσουμε ως το νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ελλάδας, το ακρωτήριο Ταίναρο. Τόπος ιστορικός και ωραίος, μοναχικός, απαλλαγμένος από ρύπανση, θορύβους και καραβάνια τουριστών. Εδώ πρωταγωνιστές ήταν τα πόδια, όχι το αυτοκίνητο. Και κυρίαρχα στοιχεία στη φύση ήταν η λιτότητα, η χαμηλή βλάστηση και η πέτρα. Μια πέτρα κατάσπαρτη και ανώμαλη στο έδαφος αλλά άριστα λαξευμένη στους τοίχους των Μανιάτικων πύργων και σπιτιών.

Φύγαμε από την άκρη τούτη της Ελλάδας γεμάτοι νοσταλγία , επιθυμία επιστροφής. Ωστόσο, μακρυά στον ανατολικό ορίζοντα μια άλλη στεριά λόγχιζε τη θάλασσα, ακρωτήρι διάσημο κι αυτό. Ήταν ο θρυλικός Κάβο Μαλιάς, φόβητρο των ναυτικών της Μεσογείου από τ’ αρχαία χρόνια ως τα σήμερα.

– Μα και πεζοπορικός προορισμός από τους πιο δημοφιλής, συμπληρώνει ο καλός φίλος και συνεργάτης Κώστας Ζαρόκωστας. Να μια καλή ευκαιρία να επιστρέψεις στο νότο της Λακωνίας. Το μόνο πρόβλημα είναι, πως η Θεσσαλονίκη πέφτει λίγο μακρυά.

Δεν ήταν πρόβλημα. Για μας το ταξίδι στην Ελλάδα ποτέ δεν αποτελεί πρόβλημα, όσο μακρύ κι αν είναι. Η απόφαση λοιπόν πάρθηκε στη στιγμή. θα βρισκόμασταν με τον Κώστα στην Νεάπολη του Λακωνικού κόλπου, απέναντι από την πανέμορφη Ελαφόννησο. Πολύ κοντά στη διάσημη άκρη του Μαλέα. Αλλά και δίπλα στις απολιθωματοφόρες θέσεις με τα σημαντικότατα σε παγκόσμιο επίπεδο – παλαιοντολογικά ευρήματα του Δήμου Βοιών. Αυτή έμελλε να είναι η μέγιστη έκπληξη αυτού του ταξιδιού. Ενός ταξιδιού που ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη το πρωί και τελείωσε στην Νεάπολη τη νύχτα. 830 χιλιόμετρα. Σχεδόν 11 ώρες!

Τα πρώτα μας βήματα στην προκυμαία της Νεάπολης είναι αδέξια, μουδιασμένα, σαν να βρισκόμασταν σε πλεούμενο με καιρό. Φυσάει δυνατά. Είν’ ένας μαΐστρος που φτάνει απ’ τη μεριά της Ελαφοννήσου, ψυχρός αλλά ζωογόνος. Βρίσκουμε τον Κώστα σ’ ένα παραθαλάσσιο μπαράκι. Μ’ ένα καφέ συνερχόμαστε εντελώς.

– Και μ’ ένα κρασάκι θα νιώσετε καλύτερα, λέει ο Κώστας. Σας έχω ένα μαγαζάκι-έκπληξη.

Παλιός ο Κώστας στην περιοχή, γνωρίζει καλά κατατόπια και ανθρώπους. Έχει βαδίσει σε πολλά απ’ τα μονοπάτια του Μαλέα, έχει περάσει στο ακροθαλάσσι νύχτες μαγικές, μέσα σε αυτοκίνητο. Η τελευταία του αξέχαστη εμπειρία, που τον έχει δέσει αδιάσπαστα με τους ανθρώπους και τον τόπο, ήταν η απρόσμενη φιλοξενία του σ’ ένα εξοχικό σπιτάκι στην περιοχή του Αγίου Νικολάου. Στο ίδιο σπιτάκι που θα μείνουμε κι εμείς.

Εγκαταλείπουμε την παραθαλάσσια Νεάπολη κι ανηφορίζουμε στα ηπειρωτικά. Μετά το Λάχι φτάνουμε στον μεγάλο, ημιορεινό οικισμό του Αγ. Νικολάου. Στενά δρομάκια, σπίτια αμφιθεατρικά χτισμένα, κάποια παλιά με ωραία αρχιτεκτονική, πολύ πράσινο στο περιβάλλον και λουλούδια στις αυλές. Αν και νύχτα, η ωραιότητα του τόπου είναι ορατή. Σε μια στροφή του δρόμου το σύντομο ταξίδι μας τελειώνει. Είν’ ένα σημείο του χωριού αραιοχτισμένο, μοιάζει πιο πολύ με πυκνοδασωμένη ρεματιά. Στα φώτα των στύλων της ΔΕΗ αποκαλύπτεται αρχικά ο κορμός και στη συνέχεια τα πολύπλοκα κλαδιά ενός γιγάντιου πουρναριού. Είναι ίσως το μεγαλύτερο, το πιο εντυπωσιακό πουρνάρι που έχω δει ποτέ. Τέτοιο μέγεθος δέντρου έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε κυρίως σε πλατάνια. Δίπλα απ’ αυτό το μνημείο της φύσης, σε υπερυψωμένο σημείο πάνω από το δρόμο, βρίσκεται η Νεράιδα.

Τούτη τη νυχτερινή ώρα, στην άκρη της υγρής, δασωμένης ρεματιάς, νομίζω πως το όνομά της είναι αυτό που της ταιριάζει περισσότερο. Αν και βρισκόμαστε ήδη στις αρχές του Απρίλη, η νύχτα είναι ψυχρή. Η Νεράιδα μας υποδέχεται με το τζάκι της αναμμένο. Είν’ ένα «κρεμαστό» τζάκι στο κέντρο της αίθουσας, για να είναι οι φλόγες των ξύλων από όλους ορατές. Μαζί με τα σώματα ζεσταίνονται κι οι ψυχές.

Στους τοίχους φωτογραφίες παλιές. Φορεσιές και φυσιογνωμίες μιας άλλης εποχής. Σε μιαν άκρη ένα τζούκμποξ. Πανέμορφο, αστραφτερό, σαν τα χρόνια της νιότης μας που συνδέθηκαν μαζί του. Λειτουργεί στην εντέλεια με τα δισκάκια του των 45 στροφών και μ’ όλα εκείνα τα αξέχαστα σουξέ της λαϊκής και ξένης μουσικής, που μας γεμίζουν με τόση νοσταλγία.

Έρχεται στην παρέα μας ο Στάθης Σαρμπάνης. Είναι ο άνθρωπος που προσκάλεσε τον φίλο μας τον Κώστα στο εξοχικό σπιτάκι του Αγ. Νικολάου και απόκοψε κάνει το ίδιο και για μας. Δεν είναι δικό του το σπιτάκι αλλά του ναυτικού φίλου του Νίκου Αλιφέρη, που με μεγάλη προθυμία το διαθέτει για τη φιλοξενία των ανθρώπων που θα γράψουν για τον τόπο του.

Θεωρούμε πολύ μεγάλη την ηθική αξία αυτής της προσφοράς, που λίγο αργότερα βρίσκει μιμητές στα πρόσωπα των υπευθύνων της Νεράιδας, του Παντελή Μεΐμέτη και του Αντώνη Δαμιανάκη. Την νοστιμιά και την ποικιλία των μεζέδων της Νεράιδας δύσκολα συναντάει κανείς σε ταβέρνα της επαρχίας. Το ζυμωτό ψωμί είναι από αλεύρι αλεσμένο παραδοσιακά σε δικό τους μύλο, το θαυμάσιο λευκό κρασί και η ρακή είναι δικά τους και βέβαια είναι χειροποίητο το νοστιμώτατο «τσαΐτι», η πίτα με δυόσμο και τυρί.

Κάποιοι μεζέδες θυμίζουν Κρήτη, όπως τα σαλιγκάρια στιφάδο, το χανιώτικο «μπουρέκι», το κατσικάκι τσιγαριστό, ενώ κάποιοι άλλοι κουζίνα ανατολής, όπως τα «πιτάκια Καππαδοκίας» με παστουρμά, το «γκιούλμπασι» (τρία διαφορετικά κρεατικά στη λαδόκολλα με σκόρδο και καυτερή) ή ακόμη και το πολύ πικάντικο «μελιτζαναμπέτ», με αρνάκι ψιλοκομμένο και κόκκινο πιπέρι. Γιουρτομεζές με μελιτζάνα, «καγιανάς», μοσχαράκι σβησμένο με ούζο, κότσι μελωμένο και ποιος ξέρει τι άλλο ακόμα, βγαίνει από την κουζίνα της Νεράιδας. Για επιδόρπιο έρχεται η Κρητική ρακή αλλά και το «ουζοκάρυδο», μαύρο λικέρ από ούζο και καρύδι. Δεν είναι παράξενη αυτή η μείξη των Κρητικών και ανατολίτικων συνταγών αν σκεφθεί κανείς, ότι ο Παντελής Μεϊμέτης έχει ρίξει από την ανατολή ενώ ο Αντώνης Δαμιανάκης από την Κρήτη.

Και οι δυο πάντως δικαιούνται απόλυτα τον τίτλο του «μερακλή». Γνωρίζονται από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 όταν ο Αντώνης, 13 ετών τότε, ήδη βοηθούσε τον θείο του στη Νεράιδα, ενώ ο Παντελής ερχόταν ως πελάτης. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι δυο φίλοι συνεργάστηκαν σε διάφορες δουλειές με αποκορύφωμα το θρυλικό μαγαζί της παραλίας του Σίμου στην Ελαφόννησο, που ασχολήθηκαν μαζί του με φωτογραφίες κι αφιερώματα αναρίθμητα μέσα ενημέρωσης Ελληνικά και διεθνή. Από το 2006 οι δυο φίλοι έχουν διοχετεύσει όλη την εμπειρία και τη φιλοσοφία τους στη λειτουργία της Νεράιδας. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία, ότι στον τομέα τους παράγουν πολιτισμό.

Είναι πια περασμένα μεσάνυχτα, όταν ξεκινάμε με τον Στάθη για το σπιτάκι της εξοχής, ελάχιστα χιλιόμετρα νότια του χωριού. Άσφαλτος πρώτα και στη συνέχεια μερικές εκατοντάδες μέτρα καλού χωματόδρομου. Στο φως των αστεριών προβάλλει το σπιτάκι κατάλευκο, μοναχικό, μέσα σε κτήμα από νεαρές ελιές. Ο αύλειος χώρος είναι καλυμμένος από αμέτρητες μαργαρίτες και χαμομήλια. Καθώς περνούμε ανάμεσά τους μας τυλίγει μια υπέροχη ευωδιά. Παρά την μεγάλη κούραση της μέρας χαρίζουμε στους εαυτούς μας μερικά λεπτά στην μυρωδάτη νύχτα, κάτω από τον έναστρο ουρανό.

 

ΣΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Νομίζω αρχικά πως είναι νύχτα ακόμα. Από τ’ ανοιχτά πανζούρια του δωματίου μου δεν εισχωρεί καθόλου φως. Ωστόσο το ρολόι μου δείχνει ξημερώματα. Απλά το πρωινό είναι θεοσκότεινο. Μαύρα σύννεφα καλύπτουν απ’ άκρη σ’ άκρη τον ουρανό, έχουν ακινητοποιηθεί πολύ χαμηλά πάνω απ’ τη γη.

Πίνουμε τον πρώτο καφέ της μέρας με τον Κώστα και τον Πέτρο. Πάνω από τις κορυφές των ελιόδεντρων αγναντεύουμε στον ορίζοντα την σκοτεινή επιφάνεια του κόλπου της Νεάπολης. Αρχίζουν να σκάζουν με πάταγο στο τσιμέντο οι πρώτες σταγόνες της βροχής. Αμέσως μετά μοιάζει ο ουρανός να ενώθηκε με τη γη. Απολαμβάνουμε αυτό το ξέσπασμα της φύσης, που τόση ανάγκη έχει το διψασμένο χώμα της Λακωνίας και της Ελλάδας. Έχουμε την βεβαιότητα, ότι η δυνατή ανοιξιάτικη μπόρα πολύ γρήγορα θα δώσει τη θέση της σ’ ένα ηλιόλουστο πρωινό με διαυγή ατμόσφαιρα, ιδανική για φωτογράφιση.

Μετά από λίγα λεπτά η μπόρα σταματάει, αφήνει όμως στο πόδι της μια επίμονη βροχή, βγαλμένη κατ’ ευθείαν από καιρό φθινοπωριάτικο. Αισιοδοξώντας ότι θ’ αλλάξουν όλα στη διάρκεια της μέρας, μπαίνουμε στο αυτοκίνητο κι αρχίζουμε την περιήγησή μας με νότια κατεύθυνση σ’ έναν χωματόδρομο στους πρόποδες της Κριθίνας. Είναι η πιο ογκώδης οροσειρά που δεσπόζει στην χερσόνησο του Μαλέα, με την ψηλότερη κορυφή της να φτάνει τα 794 μέτρα.

Περνώντας κάτω από τις νότιες απολήξεις της Κριθίνας ορθώνεται κοντά μας μια θεαματική κορυφή με σχήμα κωνικό. Είναι ο βραχώδης όγκος του Ζόμπολου (Κοντοβίγλι στο χάρτη), με υψόμετρο που πλησιάζει τα 600 μέτρα. Εκτός από τον θεαματικό όγκο του Ζόμπολου, εξίσου ή και περισσότερο εντυπωσιακή είναι η εκτεταμένη και ελαφρά επικλινής επιφάνεια του εδάφους που απλώνεται χαμηλά. Η βλάστηση δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, αποτελείται από χαμηλούς θάμνους, θυμάρι, αγριολούλουδα και αγκάθια. Αυτό όμως που κάνει το τοπίο ξεχωριστό είναι οι αναρίθμητοι βράχοι, κάθε σχήματος και μεγέθους που είναι κατάσπαρτοι παντού. Δεν είναι απαραίτητο να είναι κάποιος γεωλόγος για ν’ αντιληφθεί την γενεσιουργό αιτία της παρουσίας των βράχων. Είναι οι γιγαντιαίες κατολισθήσεις σε μια μακρινή γεωλογική περίοδο, που είχαν ως αποτέλεσμα την αποκόλληση των βράχων από τις πλευρές και τα ανώτερα τμήματα του βουνού. Διαφορετική βέβαια ερμηνεία θα έδιναν οι ευφάνταστοι πρόγονοί μας. Θα τοποθετούσαν εδώ το πεδίο της Τιτανομαχίας, ανάμεσα στους Τιτάνες και στους Ολύμπιους Θεούς.

Με αδιάβροχα και ομπρέλλες προσπαθούμε να φωτογραφίσουμε τον σπάνιο τούτο τόπο, που μοιάζει με τη βροχή ν’ αποκτάει ακόμη μεγαλύτερη γοητεία. Συνεχίζουμε για το εκκλησάκι της Αγια-Μαρίνας, λίγο πάνω από τη βραχώδη ακτή.

– Σ’ αυτό το σημείο περίπου θα καταλήξει η διάσχιση του αυριανού μας μονοπατιού, αν βέβαια μας το επιτρέψει ο καιρός, παρατηρεί ο Κώστας. Εδώ, όπως και σε άλλα σημεία της ακτογραμμής, θ’ αντιληφθείτε τον πλούτο, την ομορφιά και την ιδιαιτερότητα των παλαιοντολογικών ευρημάτων της συνολικής περιοχής.

Από την Αγια-Μαρίνα κατευθυνόμαστε δυτικά προς τον μικρό οικισμό του Προφητηλία με το γραφικό του ψαρολίμανο. Είναι το σημείο εκκίνησης της αυριανής μας διαδρομής. Συνεχίζοντας το παραθαλάσσιο οδικό δίκτυο δυτικά, περνάμε πάνω από μια βραχώδη ακτή.

– Βρισκόμαστε στις  Άσπες, λέει ο Κώστας. Τα τοιχώματα της ακτής αποτελούνται από θηραϊκή γη και από άλλα υλικά, που θα άξιζε να δείτε.

Με συνεχή βροχή κατεβαίνουμε στην ακτή. Δεν χρειάζεται να μας πει τίποτε ο Κώστας. Από τα πρώτα κιόλας βήματα έχουμε την αίσθηση πως βρισκόμαστε σ’ ένα υπαίθριο μουσείο με αμέτρητους απολιθωμένους θαλάσσιους οργανισμούς, που εμπειρικά θα περιγράφαμε ως κοχύλια, σφουγγάρια, χτένια και αχιβάδες. Είναι στέρεα ενσωματωμένα παντού, στους μικρούς και μεγάλους βράχους της ακτής αλλά και όλη την κάθετη τομή των τοιχωμάτων της παραλίας, που μοιάζουν πολύ σαθρά και ευάλωτη στο κύμα, αλλά δεν είναι. Βαδίζουμε με δυσκολία ανάμεσα στις πέτρες και στην χοντρή άμμο, που βουλιάζει βαθειά κάτω από τα πόδια μας.

– Το εκπληκτικό είναι, ότι αυτή η ανώμαλη και βραχώδης ακτή, που τόσο δυσκολεύει τα βήματά μας, ήταν το περσινό καλοκαίρι απόλυτα καλυμμένη από άμμο. Μόνον δυο-τρεις μεγάλοι βράχοι εξείχαν απ’ αυτήν. Να και η απόδειξη: αυτά τα υπολείμματα από το δίχτυ και τους στύλους του βόλεϊ, που έπαιζαν στην αμμουδιά τα παιδιά μεταναστών.

Συνεχίζουμε τον παραθαλάσσιο χωματόδρομο, πάντοτε με κατεύθυνση δυτική. Πριν από τον μικρό οικισμό του Κόρακα κατεβαίνουμε για λίγο στην βραχώδη ακτή. Εδώ ορθώνεται ο «Άνθρωπος», ένας απολιθωμένος κορμός μερικά μόλις μέτρα από τη θάλασσα. Κατάσπαρτα και κολλημένα στις σκληρές επιφάνειες των βράχων διατηρούνται αναλλοίωτα για πολλά εκατομμύρια χρόνια, πάμπολλα απολιθώματα θαλασσίων ειδών του μακρινού γεωλογικού παρελθόντος αυτής της περιοχής.

Η βροχή μας διώχνει από τον τόπο. Μπουφάν, παντελόνια και παπούτσια έχουν μουσκέψει. Ο αέρας που φυσάει είναι ψυχρός, γεμάτος υγρασία. Βρίσκουμε ζεστό καταφύγιο δίπλα στο αναμμένο τζάκι της Νεράιδας. Τοποθετούμε στις καρέκλες τα μπουφάν για να στεγνώσουν. Βάζει ο Αντώνης μερικές ρακές να ζεσταθούμε, να συνεφέρουμε. Έξω έχουν ανοίξει οι καταρράχτες του ουρανού.

Αργά το απόγευμα επιστρέφουμε στο εξοχικό μας. Ξύλα δεν υπάρχουν, το τζάκι είναι σβηστό. Το ηλεκτρικό καλοριφέρ μάταια πασχίζει να μας χαρίσει ζεστασιά.

 

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ-ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ

 

Το μονοπάτι αυτό είναι ένα από τα πολλά – 14(!) συνολικά σηματοδοτημένα μονοπάτια της Χερσονήσου του Μαλέα. Η περιοχή είναι ένας πεζοπορικός παράδεισος, που μας θυμίζει αμέσως την αντίστοιχη της Μέσα Μάνης και του Ταίναρου. Έτσι ο νομός Λακωνίας αναδεικνύεται σ’ έναν από τους πιο πρωτοπόρους στην ήπια αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας.

Το μονοπάτι που ενώνει τα δυο εξωκκλήσια ακολουθεί πιστά το περίγραμμα του νοτιότερου τμήματος της ακτογραμμής της Χερσονήσου του Μαλέα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του λεπτομερέστατου χάρτη, το μήκος του είναι 4 χιλιόμετρα και ο χρόνος που απαιτείται για την διάσχισή του δίχως στάσεις, 1 ώρα και 20 λεπτά.

– Είμαι βέβαιος πως θα σας ενθουσιάσει το μονοπάτι, λέει ο Κώστας. Γιατί, εκτός από την μόνιμη οπτική επαφή του με τον θαλάσσιο ορίζοντα και τον όγκο των Κυθήρων, έχει την ιδιαιτερότητα, ότι περνάει δίπλα από τις θεαματικότερες απολιθωματοφόρες θέσεις της συνολικής περιοχής.

Αφήνουμε το αυτοκίνητο κοντά στο λευκό εκκλησάκι του Προφητηλία και ξεκινάμε από το μικρολίμανο με κατεύθυνση ανατολική. Ακολουθούμε τα σημάδια, κόκκινα σε λευκό περίγραμμα. Μετά την χθεσινή ολοήμερη νεροποντή ένας λαμπρός ήλιος κυριαρχεί στον καταγάλανο ουρανό. Έχουν απομείνει μόνον μερικά αραιά σύννεφα. Αλλάζουν θέση με μεγάλη ταχύτητα, σπρωγμένα από έναν ολοζώντανο γαρμπή, που πρέπει να πλησιάζει τα 6 μποφόρ. Η ατμόσφαιρα είναι διαυγέστατη και η ορατότητα εξαιρετική. Τα Κύθηρα στα νότια απέχουν μια δρασκελιά, πιο κάτω είναι τα Αντικύθηρα. Στα δυτικά διαγράφεται με μεγάλη ευκρίνεια η άκρη του Ταίναρου. Με λίγη προσοχή καταφέρνουμε να διακρίνουμε και την λευκή κουκίδα του φάρου.

Ευκολοδιάβατο το μονοπάτι, πάει παράλληλα με την βραχώδη ακτογραμμή. Το σκληρό έδαφος είναι καλυμμένο από αγκαθωτούς θάμνους, σχοίνα και θυμάρι. Η σηματοδότηση είναι συνεχής και το μονοπάτι ευδιάκριτο. Ρίχνουμε μια τελευταία ματιά στον Προφητηλία, που χάνεται πίσω μας οριστικά. Καράβια πάνε κι έρχονται συνεχώς. Ο δίαυλος ανάμεσα στη Χερσόνησο του Μαλέα και στην νήσο των Κυθήρων είναι το πιο πολυσύχναστο σημείο της Μεσογείου. Ψηλά στα βόρεια ορθώνεται ο απότομος κωνικός όγκος του Ζόμπολου, ενώ μπροστά μας απλώνεται ο αμμουδερός κολπίσκος Μιμήτσουλας, στην τοποθεσία Τηγανάκια. Βαδίζουμε αργά, απολαυστικά, παρατηρώντας που και που απολιθωμένα κοχύλια, κολλημένα αδιάσπαστα στους βράχους.

Διασχίζουμε την αμμουδερή παραλία, κατάσπαρτη με γιαλόξυλα που ξεβράζει ο καιρός. Το μονοπάτι απομακρύνεται από την ακτή, ανηφορίζει ελαφρά προς το εσωτερικό. Η χάραξή του αρχίζει να γίνεται ασαφής και η σήμανση αραιώνει. Ακολουθούμε την πορεία μας από εμπειρία και διαίσθηση μάλλον, παρά επειδή ακολουθούμε σηματοδοτημένο μονοπάτι. Άλλωστε τα σήματα που υπάρχουν σε κάποιες πέτρες είναι ξεθωριασμένα και αδιόρατα. Επειδή η θαμνώδης βλάστηση είναι πολύ πυκνή σ’ αυτή την περιοχή, είναι απαραίτητες κάποιες εργασίες διάνοιξης και σήμανσης.

Την κατεύθυνση βέβαια δεν την χάνουμε, μας την δείχνει το λευκό περίγραμμα του μικρού φάρου (της Σπίθας), που ορθώνεται μερικές εκατοντάδες μέτρα μπροστά.

Το έδαφος ξαφνικά γεμίζει από αναρίθμητα «όστρακα», που στην ορολογία των αρχαιολόγων δεν είναι τα θαλάσσια κελύφη αλλά μικρά θραύσματα από αρχαία αγγεία ή κεραμίδια. Η παρουσία τους εδώ δεν είναι τυχαία. Βρισκόμαστε στην περιοχή του Βρωμώντα, όπου υπήρχε η αρχαία πόλη Βρώμη, με θεμέλια σπιτιού και ναού μερικές δεκάδες μέτρα από τη θάλασσα. Το μονοπάτι περνάει δίπλα από χαμηλό ξεροπήγαδο. Φτάνουμε στη Σπίθα, που τοποθετήθηκε το 1921 πάνω από το ακρωτήριο Ζόμπολο. Βρισκόμαστε ήδη στα μισά της διαδρομής και, εκτός από απολιθωμένα κελύφη στους βράχους και στο έδαφος, δεν έχουμε συναντήσει τα θεαματικά απολιθώματα που είχε προαναγγείλει ο Κώστας.

Ο φίλος μας, που προπορεύεται, σταματάει 100 μέτρα μετά τη Σπίθα, πάνω από μικρό βραχώδη όρμο. Δεν λέει τόποτε, αρκείται να μας δείξει με το χέρι στην ακτή. Μερικά μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, σφηνωμένοι ανάμεσα σε αιχμηρούς άγριους βράχους, ξεχωρίζουν κάποιοι άλλοι βράχοι.

Οι χρωματισμοί τους είναι λευκοκίτρινοι και το σχήμα κυκλικό. Μοιάζουν στην ουσία με τομές κυλίνδρων, που το εσωτερικό τους τμήμα αφαιρέθηκε, και δεν είναι συμπαγές αλλά κοίλο. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία. Αυτά που βλέπουμε είναι τμήματα απολιθωμένων κορμών από φοίνικες, που μερικά εκατομμύρια χρόνια πριν ευδοκιμούσαν στην παράκτια ζώνη αυτής της περιοχής.

Η πορεία μας γίνεται όλο και πιο συναρπαστική. Μερικά λεπτά αργότερα το μονοπάτι περνάει πάνω από ένα στενό, απόκρημνο φιόρδ. Το θαλάσσιο στόμιό του μόλις χωράει ένα μικρό καΐκι. Είναι το Κλεφταύλακο. Τα νερό στο εσωτερικό του είναι ήρεμα σαν λίμνη, δεν τα επηρεάζει με τις πνοές του ο γαρμπής. Στην στεριανή του είσοδο αργοπεθαίνουν παρατημένες δυο βάρκες, η μία σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης.

Κατεβαίνουμε μερικές δεκάδες μέτρα ως την άκρη του κολπίσκου. Σχοίνα και μικρές χαρουπιές, σπηλιές 3 ως 4 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Στο εσωτερικό τους τοιχαλάκια από ξερολιθιά. Κάποια χαράγματα στους βράχους. Δυο μέτρα από τη θάλασσα πηγάδι με «τουλούμπα» (τρόμπα νερού).

-Μ’ αυτό το νερό λουζόμασταν στις διακοπές μας, λέει ο Κώστας.

Φαίνεται πως ο φίλος μας γνωρίζει και τα πιο απόκρυφα σημεία της περιοχής.

Συνεχίζουμε και μετά από λίγο προβάλλει ο βραχώδης κόλπος του «Πουνέντε». Εδώ μέχρι το 1950 φόρτωναν τα εμποροκάικα τα ονομαστά βατικιώτικα κρεμμύδια και τα άλλα προϊόντα της ευρύτερης περιοχής. Το τοπίο είναι πολύ ιδιαίτερο με βράχους απίθανων σχημάτων και πολλές μικρές θαλασσοσπηλιές. Σημαντικά είναι επίσης τα αναρίθμητα απολιθώματα θαλάσσια όστρακα, μια πυκνή μάζα στην επιφάνεια του βράχου, που θυμίζει μωσαϊκό. Σε μια λεία βράχινη εξέδρα, πολύ κοντά στη θάλασσα, είναι εμφανέστατα αποτυπωμένες οι βάσεις δυο απολιθωμένων κορμών. Ο τόπος όμως έχει και κάτι ακόμα, πολύ σπουδαίο να μας δείξει. Είναι τα υπολείμματα τοιχοποιίας από τον αρχαίο οικισμό του Νυμφαίου, μερικά μέτρα πάνω απ’ την ακτή.

Το μονοπάτι απομακρύνεται για λίγο από τη θάλασσα, παίρνει κατεύθυνση βόρεια προς τον τελικό μας προορισμό.

– Ήταν πολύ συναρπαστική η διαδρομή, λέω στον Κώστα.

– Μα, δεν τελείωσε, τα ωραιότερα δεν τα είδαμε ακόμη.

Σε κάποιο καλλιεργημένο χωράφι η σήμανση είναι ασαφής την ξαναβρίσκουμε όμως και σε μερικά λεπτά αντικρίζουμε απέναντί μας το λευκό εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας. Το μονοπάτι μας συναντάει έναν καρόδρομο, που σ’ όλο του το πλάτος είναι καλυμμένος με επίπεδα, συμπαγή τμήματα βράχων. Ο δρόμος αυτός σε λιγότερο από 200 μέτρα καταλήγει στην ακτή. Σε πολλά σημεία του βραχώδους οδοστρώματος συναντάμε τις χαρακτηριστικές βάσεις των απολιθωμένων κορμών, σύρριζα κομμένες, πιθανότατα απ’ αυτούς που κατασκεύασαν το δρόμο.

Αυτό που μας εντυπωσιάζει πρώτα στην ακτή είναι μερικά καμπυλωτά σκαλοπάτια, περίτεχνα σμιλεμένα πάνω σ’ έναν συμπαγή βράχο, που καταλήγει σχεδόν ως την επιφάνεια της θάλασσας. Δεν γνωρίζουμε από ποιον λαξεύτηκαν και πότε, ο λιθοξόος, ωστόσο, που δημιούργησε αυτό το κομψοτέχνημα στο βράχο, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από την καλαισθησία και την τέχνη των αρχαίων μας προγόνων. Αλλά ούτε και η φύση υπολείπεται σε δημιουργικότητα και έμπνευση. Το αποδεικνύει σε κάθε σημείο της ακτής με το εντυπωσιακό Απολιθωμένο Δάσος των μικρών και μεγάλων κορμών, που πήραν την πέτρινη μορφή τους εκατομμύρια χρόνια πριν και άντεξαν ως τις μέρες μας.

Όπου κι αν γυρίσουμε το βλέμμα μας μας συντροφεύει η πέτρινη ομορφιά, με τέτοια ποικιλία σχημάτων και μορφών, που είναι αδύνατον να αισθανθούμε κορεσμό ή να αποφανθούμε ποια φόρμα είναι ωραιότερη. Κάποιοι μάλιστα κορμοί παρουσιάζουν μια ιδιαιτερότητα που τους κάνει μοναδικούς. Το κοίλο τμήμα τους συνεχίζει αρκετά βαθειά μέσα στο βράχο, που από κάτω είναι κούφιος και επικοινωνεί με τη θάλασσα. Έτσι, κάθε φορά που υπάρχει κυματισμός το νερό εισχωρεί βίαια και με χαρακτηριστικό σφυριχτό ήχο μέσα σ’ αυτό το φυσικό σιφώνι και στη συνέχεια εκτοξεύεται στον αέρα με ορμή, σαν τους πασίγνωστους πίδακες των θερμών πηγών.

Έρχεται και μας βρίσκει ο Στάθης με την κορούλα του. Η μικρή χοροπηδάει με ενθουσιασμό πάνω στους βράχους. Σε μερικά χρόνια, όταν θα αντιληφθεί την ιδιαιτερότητα και σημαντικότητα αυτών των βράχων, θα αγαπήσει τον τόπο της ακόμη περισσότερο.

Πάνω από μια ώρα τριγυρνάμε στις ακτές της Αγιά-Μαρίνας. Θα μπορούσαμε να μείνουμε ως τη νύχτα, να επιστρέψουμε και το επόμενο πρωί, να μελετήσουμε τις φόρμες των γεωμορφών σ’ όλες τις ώρες και μ’ όλους τους φωτισμούς. Μας παρηγορεί η σκέψη, ότι ίσως πολύ σύντομα επιστρέψουμε, για μια ολοκληρωμένη επιστημονική παρουσίαση όλων των παλαιοντολογικών ευρημάτων του Δήμου Βοιών. Καταλήγουμε στην διπλανή ακτή «Κανατάκι», έναν γλυκύτατο κολπίσκο με διάφανα νερά αλλά και μερικούς κορμούς ενσωματωμένους στα κάθετα τοιχώματα των βράχων, που μοιάζουν να στρέφονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Είναι οι τελευταίες εικόνες ενός οδοιπορικού, που έχει ήδη καταγραφεί στην μνήμη μας, ως ένα από τα συναρπαστικότερα που μπορεί να ονειρευτεί κανείς.

 

ΣΤΟΝ ΚΑΒΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

 

Τόσες μέρες ατενίζουμε από μακρυά το τελευταίο τμήμα του Κάβο-Μαλιά, την «Μαλέα Άκρα» των αρχαίων. Είναι η θρυλική απόληξη της Χερσονήσου του Μαλέα, που στα χρόνια του μεσαίωνα ονόμασαν Capo d’ Angelo, δηλαδή «Ακρωτήρι των Αγγέλων». Πιστεύω πως οι φοβερές φουρτούνες του οφείλονταν στο φτερούγισμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ.

Αυτό το διάσημο ακρωτήρι ξεκινάμε να γνωρίσουμε. Και μαζί μ’ αυτό το μοναστηράκι της Αγ. Ειρήνης, το ασκηταριό των ερημιτών και τις άλλες παμπάλαιες εκκλησιές. Ξαφνικά, περνάει μια σκέψη απ’ το μυαλό μου.

– Πόσο εύκολο είναι να περάσουμε τη νύχτα στη Μονή; ρωτάω τον Στάθη.

– Πολύ εύκολο αν σας δώσουμε τα κλειδιά απ’ τα κελιά. Καλύτερα όμως θα ήταν αν ήμασταν κι εμείς.

Ρίχνει μια ματιά στον Σταύρο, τον αδερφό του.

– Τι λες, πάμε μαζί με τα παιδιά;

Τα δυο αδέλφια συσκέπτονται για λίγο, αναμετρούν τις υποχρεώσεις και τις δουλειές τους. ύστερα λέει ο Στάθης:

– Έτσι κι αλλιώς δεν τελειώνουν οι δουλειές. Θάρθουμε μαζί σας. Εσείς, πάρτε μαζί σας μόνον τα ρούχα και τις φωτογραφικές σας μηχανές. Όλα τα υπόλοιπα θα τα φροντίσουμε εμείς.

Μετά την Αγ. Μαρίνα συνεχίζει χωματόδρομος. Στα δυόμιση περίπου χιλιόμετρα τερματίζει σ’ ένα μικρό πλάτωμα, που δεσπόζει πάνω απ’ την απόκρημνη ακτή. Μερικές αγριοχαρουπιές είναι τα μόνα δέντρα στην κακοτράχαλη πλαγιά. Αφήνουμε τ’ αυτοκίνητα στη σκιά τους και ξεκινάμε. Είν’ ένα συναρπαστικό πρωινό, όμοιο με το χθεσινό. Γαρμπής φρεσκαρισμένος, ήλιος και σύννεφα. Ανηφορικό το μονοπάτι και πετρώδες αλλά βατό. Γύρω του θαμνώδης βλάστηση πυκνή, σχοίνα, θυμάρια, αχινοπόδια και άλλα αγκάθια. Πού και πού χαμηλές αγριοχαρουπιές. Οι φλόμοι έχουν ανθίσει είναι καταστόλιστοι με μικρά κίτρινα ή κόκκινα λουλουδάκια. Τα πολύπλοκα φουντωτά κλαδιά τους, τους κάνουν να μοιάζουν με ομπρέλλες. Ένα υπέροχο άρωμα πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Το εντοπίζουμε αμέσως. Προέρχεται από ένα θάμνο, που μοιάζει με φασκόμηλο. Τα λουλούδια του είναι μεγάλα, με κίτρινο χρώμα ζωηρό.

– Εμείς το λέμε μπαμπακουφιά, εξηγεί ο Στάθης. Το κεντρικό τμήμα του λουλουδιού κάποτε το ξεραίναν και το χρησιμοποιούσαν σαν φυτίλι στα καντηλάκια.

Το μονοπάτι είναι χαραγμένο ανάμεσα σε πειρώματα ασβεστολιθικά, πολύ σκληρά. Σε κάποια σημεία είναι σμιλεμένο στο χείλος του γκρεμού. Σκέτος ίλιγγος! 50 μέτρα πιο κάτω χάσκουν βράχοι κοφτεροί. Πάνω τους σκάζουν τα κύματα του γαρμπή με ήχο βουερό. Είν’ ένας σύντροφος μόνιμος, τόσο αγαπητός. Βαδίζουμε και ανασαίνουμε βαθειά τις δροσερές και αμόλυντες πνοές του ανέμου. Πέλαγος, κύματα και καράβια, γκρέμια και μονοπάτι όλο πέτρα, άνεμος δυνατός και Κύθηρα στο βάθος, βουητό θάλασσας και αρώματα βουνού. Αυτή είναι πορεία! Μακαρίζουμε την τύχη μας που μας έφερε σ’ αυτό τον μεγαλειώδη τόπο με την άγρια, παρθενική ομορφιά στην άκρη της Ελλάδας.

Φτάνουμε στο υψηλότερο σημείο, στην τοποθεσία «Άλογο». Μονοπάτι στενό, σκαμένο στην πέτρα, από κάτω γκρεμός, λείος βράχος γκριζωπός, κομμένος με μαχαίρι. Στρέφουμε ελαφρά ΒΑ. Δυο βήματα και ξαφνικά χάνεται ο αέρας. Αρχίζει η ζέστη, λες και βρεθήκαμε σε άλλο τόπο.

Κατηφορίζουμε για μερικές εκατοντάδες μέτρα, ως την τοποθεσία «Κάμινος», στο επίπεδο της θάλασσας. Ένα απότομο φαράγγι καταλήγει εδώ δημιουργώντας έναν στενό, βραχώδη όρμο με άνοιγμα που δεν ξεπερνάει τα 10 μέτρα.

– Εδώ δροσίζονται τα καλοκαίρια οι πεζοπόροι, λέει ο Σταύρος. Σ’ όλη την ακτογραμμή είναι το μοναδικό σημείο με πρόσβαση στη θάλασσα.

Ανηφορίζουμε και πάλι. Σε μερικά λεπτά περνάμε από τη στροφή της Κακιάς Σκάλας, ένα πέρασμα στο βράχο. Εδώ ο αέρας είναι και πάλι δυνατός. Απότομες σάρες αυλακώνουν τις πλαγιές. Κάποιες καταλήγουν ως τη θάλασσα.

Φτάνουμε στο εικονοστάσι του Σταυρού, σε υψόμετρο 75 μέτρων. Το τοπίο είναι πολύ θεαματικό. Η περιοχή λέγεται και «12 μαγαζιά», γιατί από τη θάλασσα διακρίνονται 12 τρύπες στους συμπαγείς βράχους του γκρεμού.

Κατήφορος τώρα με έδαφος σαθρό. Χρειάζεται λίγη προσοχή. Στρίβει το μονοπάτι και αμέσως μετά εμφανίζεται η κλειστή αυλόθυρα της μονής. Δυο λεπτά ακόμη κι εμφανίζεται ψηλά το λευκό περίγραμμα της Αγίας Ειρήνης. Απότομο το ανηφοράκι, η τελευταία μικρή δοκιμασία πριν απ’ το τέλος της πορείας. Σχεδόν πάντα έτσι συμβαίνει. Ίσως για νάναι μεγαλύτερη η χαρά του τερματισμού.

Πλάτωμα στενόμακρο, τελείως επίπεδο, στην άκρη της απότομης πλαγιάς. Ένα μπαλκόνι εκπληκτικό, σε υψόμετρο 65 μέτρων πάνω από το πέλαγος. Παπαρούνες, αγριοχαρουπιές, αμυγδαλιές και ελιές. Μια μεγάλη συστάδα πεύκων κι ένα κυπαρίσσι φουντωτό. Χαμηλότερα πολλές μεγάλες φραγκοσυκιές. Ψηλά ορθώνεται η «Βάρδια», ένας βραχώδης όγκος με υψόμετρο 553 μέτρων, ένας τρομερός γκρεμός που απομονώνει τον τόπο εντελώς από το βοριά.

Τρία κελιά, το ένα δίπλα στο άλλο, είναι εφοδιασμένα με ημίδιπλες ξύλινες κουκέτες. Η πρόσοψή τους είναι χτισμένη με ωραία λιθοδομή, οι πόρτες είναι θολωτές από πωρόλιθο λαξευτό.

– Κάποτε ήταν από τούβλο, λέει ο Σταύρος. Τα γκρεμίσαμε και τα φτιάξαμε από πέτρα. Μεγάλος αγώνας ώσπου να έρθουν μέχρι εδώ τα υλικά.

Πρόεδρος του Συλλόγου «Φίλων Κάβο-Μαλιά» ο Σταύρος. Όλες σχεδόν οι κατασκευές και μερεμέτια περνάνε από τα χέρια του. Στο μεγάλο κελί είναι η κουζινούλα, μια διπλή κουκέτα, η λιτή τραπεζαρία και το τζάκι. Δίπλα μια αποθηκούλα και στη συνέχεια το κελί του ιερέα. Μια μικρή φωτοβολταϊκή μονάδα εξασφαλίζει ηλεκτρικό ρεύμα στους λαμπτήρες, στο ψυγειάκι και στο ραδιόφωνο που μας χαρίζει μουσική. Πέντε μέτρα απέναντι, πάνω σε βράχο, δεσπόζει το εκκλησάκι της Αγ. Ειρήνης. Είναι χτισμένο από τα τέλη του 19ου αιώνα πάνω στα χαλάσματα παλαιότερου ναού.

Ναός τρουλαίος, μικροσκοπικός, με διαστάσεις 3,75 Χ 4,75 μέτρα. Στο ξύλινο τέμπλο διακρίνουμε εικόνες των αρχών του 20ου αιώνα, έργο του αγιογράφου μοναχού Νέστορα Βασαλάκη,, από τους Δαφνέδες του Ρεθύμνου. Στο ταρατσάκι του ναού το καμπαναριό και η στέρνα. Απέναντι ακριβώς το στενόμακρο περίγραμμα των Κυθήρων.

Ανατολικά του ναού ξεκινάμε ένα ομαλό χωμάτινο μονοπάτι κάτω από τα πεύκα. 250 μέτρα μετά φτάνουμε στην άκρη ενός γκρεμού, στο αυτοσχέδιο βαρούλκο με το συρματόσχοινο. Κατασκευάστηκε για ν’ ανεβαίνουν ευκολότερα από τη θάλασσα τα υλικά για τη μονή. Αμέσως μετά αρχίζουμε τα θαύματα. Και πρώτα ο μικροσκοπικός ερειπωμένος ναΐσκος των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.

Αν και ερειπωμένο, το παμπάλαιο μνημείο είναι εκπληκτικό. «Από την πρώτη οικοδομική φάση του παλαιότερου ναού, σώζεται τμήμα της ημικυκλικής αψίδας του ιερού και του βόρειου τοίχου, που έχει κτισθεί με αργολιθοδομή και χρήση πλίνθων. Την αψίδα στο εσωτερικό της περιτρέχει κτιστό βαθμιδωτό Σύνθρονο, στο μέσον του οποίου διαμορφώνεται με λαξευμένους πωρόλιθους επισκοπικός θρόνος. Η ύπαρξή του θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα, ότι ο ναός χρονολογείται στους Παλαιοχριστιανικούς χρόνους» (1).

Αμέσως μετά κατηφορίζουμε μερικά στενά πέτρινα σκαλοπάτια, κάτω από έναν μικρό αμυντικό πύργο με θέα στρατηγική σ’ όλο τον ορίζοντα. Στρίβουμε μερικά μέτρα αριστερά και βρισκόμαστε στο πλακόστρωτο δάπεδο του δεύτερου, μεγαλύτερου ναού του Αγ. Γεωργίου. Είναι το ακρότατο σημείο του Κάβο-Μαλιά.

Η αίσθηση από τον ερειπωμένο ναό είναι συγκλονιστική. Ο Αγ. Γεώργιος θεωρείται, από αρχιτεκτονική άποψη, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Λακωνίας. Πιστεύεται ότι η χρονολογία κτίσεως είναι το μεσοδιάστημα του 13ου-14ου αιώνα. Το μήκος του ναού είναι 13 μέτρα και το πλάτος του 5,90. δυστυχώς, στο πέρασμα των αιώνων είναι μεγάλες οι φθορές. Η νότια πλευρά έχει πέσει, καθώς και ολόκληρη η θολωτή καμάρα. Έχει επίσης καταπέσει η ανατολική πλευρά και το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής. Σώζεται μόνον η βορεινή πλευρά, μέχρι του σημείου όπου αρχίζει η καμάρα.

Στη βόρεια πλευρά του τοίχου μια θύρα οδηγεί σ’ ένα παρεκκλήσι με κατάλευκο τρούλο και διαστάσεις μικροσκοπικές: 2,2 Χ 3 μέτρα. Το εσωτερικό είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες, που παρά τις μεγάλες φθορές και αλλοιώσεις αποπνέουν εξαίρετη τεχνική και χρονολογούνται από τον καθηγητή Δραυδάκη και τους συνεργάτες του στο πρώτο τρίτο του 15ου αιώνα. (2).
Είναι αδύνατον να εγκαταλείψουμε αμέσως αυτό τον σπουδαίο τόπο. Τα μνημειακά ερείπια του Αγ. Γεωργίου σ’ αυτή την ακρότατη ερημιά μας έχουν καθηλώσει. Μερικές δεκάδες μέτρα χαμηλότερα λυσσομανάει ο γαρμπής, με ένταση που φτάνει και ξεπερνάει τα 7 μποφόρ. Ο ήχος των κυμάτων πάνω στα βράχια είναι θεϊκός. Είμαστε τυχεροί, που με τέτοιες συνθήκες γνωρίζουμε τον τόπο άγριο, ρωμαλέο, όπως τον θέλουν οι θρύλοι στους αιώνες. Εξηγείται απόλυτα γιατί οι περισσότεροι οδοιπόροι που φτάνουν ως εδώ, μεταμορφώνονται σε προσκυνητές που επιστρέφουν ξανά και ξανά.

Κοντά στο ηλιοβασίλεμα επιστρέφουμε στη μονή. πρώτο μας μέλημα να μαζέψουμε ξύλα για τη βραδινή φωτιά. Δεν είναι ακριβώς ξύλα αλλά ξεροί θάμνοι που αφθονούν στην περιοχή.

Ο ήλιος βασιλεύει αθέατος πίσω απ’ τα βουνά. Η κοκκινωπή του ανταύγεια μένει για ώρα στην επιφάνεια του νερού. Καθώς πέφτει το σκοτάδι ξεπηδούν οι πρώτες φλόγες απ’ το τζάκι. Ο Στάθης αρχίζει να καθαρίζει τις πατάτες, ο Σταύρος ετοιμάζει τα κρέατα στη σχάρα. Γεμίζουν τα ποτηράκια με τσίπουρο διπλής απόσταξης του Στάθη. Χρόνια είχα να γευτώ τέτοιο άρωμα. Πέφτουν οι ψιλοκομμένες πατάτες στο τηγάνι με το παρθένο ελαιόλαδο. Κι ύστερα η σχάρα με τα κρέατα στη θράκα του τζακιού. Αρχίζει ο Σταύρος τις ψαράδικες αφηγήσεις. Για παραγάδια, καθετές, καλαμάρια που πηδούν μέσα στη βάρκα. Η νύχτα εξελίσσεται μαγικά. Όπως μαγική είναι κι η εικόνα του έναστρου ουρανού.

Γύρω στα μεσάνυχτα, χορτασμένοι, κουρασμένοι και νυσταγμένοι αποσυρόμαστε για ύπνο, ο καθένας στο ιδιωτικό του κελί. Φως για τη νύχτα έχουμε από ένα λυχναράκι του λαδιού. Αληθινή πολυτέλεια! Αληθινή ομορφιά!

 

Στις πεντέμισι τα χαράματα εξακολουθεί να τρεμοπαίζει η φλογίτσα του λυχναριού. Βγαίνω έξω στην πρωινή δροσιά. Είναι ακόμη σκοτεινά. Ο γαρμπής έχει πέσει, κανένας ήχος δεν φτάνει απ’ την ακτή. Η σκέψη μου πάει στο ξάγναντο του Αη-Γιώργη. Εκεί θάθελα να υποδεχτώ την ανατολή.

– Ξύπνησες τελικά, λέει πίσω μου ο Σταύρος. Και μάλιστα πολύ πριν βγει ο ήλιος.

Φτάνουμε στον εξώστη του Αη-Γιώργη με το χάραμα. Απέναντι τα φώτα από τα χωριουδάκια των Κυθήρων. Στην κατεύθυνση της ανατολής το κόκκινο γίνεται όλο και ζωηρότερο. Περιμένουμε με το βλέμμα καρφωμένο. Ξαφνικά, η έρημη γραμμή του ορίζοντα ζωντανεύει. Ειν’ ένα καράβι. Η σκοτεινή μακρόστενη σιλουέττα του κινείται αργά προς το αναμενόμενο σημείο ανατολής. 5 λεπτά μετά τις  7 ένα φωτεινό χρυσοκόκκινο σημαδάκι ξεμυτίζει απ’ το νερό. Τη στιγμή ακριβώς εκείνη περνάει από μπροστά του η πλώρη του καραβιού. Είν’ ένα θέαμα σπάνιας ομορφιάς, που συνεχίζεται για αρκετά δευτερόλεπτα ακόμη, καθώς ο ήλιος εγκαταλείπει γοργά το κρησφύγετό του στα βάθη του Αιγαίου και αναδύεται σαν φλεγόμενη σφαίρα στην πρύμνη του καραβιού.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εδώ και μια περίπου 10ετία πρωτοστατεί στην έρευνα και ανάδειξη της ιδιαίτερης παλαιοντολογικής σημασίας της περιοχής ο καθηγητής Ευάγγελος Βελιτζέλος, Διευθυντής του Τομέα Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας το Παν/μίου Αθηνών. Είχε την καλοσύνη να μου αποστείλει συνοπτικά τα νέα επιστημονικά δεδομένα που προέκυψαν τους τελευταίους μήνες από τις έρευνες που πραγματοποίησε μαζί με διακεκριμένους συναδέλφους του από το Βουκουρέστι. Τα ευρήματα αυτά είναι τόσο σημαντικά, που έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον εξειδικευμένων Ευρωπαίων επιστημόνων. Εμείς, αρκούμαστε προς το παρόν, σ’ αυτή την πρώτη μας γνωριμία με την περιοχή. Αισιοδοξούμε, ότι σύντομα θα επανέλθουμε μ’ ένα ολοκληρωμένο επιστημονικό άρθρο γι’ αυτή την μοναδική παλαιοντολογικής αξίας περιοχή της Λακωνίας.

back-button
next-button
malea-akra malea-akra_1 malea-akra_2 malea-akra_3 malea-akra_5 malea-akra_6 malea-akra_7 malea-akra_8 malea-akra_9 malea-akra_10 malea-akra_11 malea-akra_12 malea-akra_13 malea-akra_14 malea-akra_15 malea-akra_17 malea-akra_20 malea-akra_21 malea-akra_22 malea-akra_24 malea-akra_26 malea-akra_27 malea-akra_28 malea-akra_29 malea-akra_30 malea-akra_31 malea-akra_32 malea-akra_33 malea-akra_34 malea-akra_35 malea-akra_36
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories