home Άρθρα Λασίθι. Στους Πεύκους και στη γύρω περιοχή
Λασίθι. Στους Πεύκους και στη γύρω περιοχή

-Να είστε στην Ιεραπέτρα πριν απ΄το πέσιμο της νύχτας, λέει στο τηλέφωνο ο Άκης. Αλλιώς θα πρέπει νάχετε φακούς.
Δεν το ακούσαμε. Όχι γιατι αμφισβητήσαμε τις υποδείξεις του. Αλλά γιατί μας πλάνεψαν τα χρώματα και ο ουρανός του δειλινού στο Λιβυκό πέλαγος που απλωνόταν στον ορίζοντα. Έτσι η ανυπόμονη νύχτα του χειμώνα μας πρόλαβε από νωρίς στην Ιεράπετρα.
 

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Λασίθι. Στους Πεύκους και στη γύρω περιοχή
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΚΡΗΤΗ, Λασίθι

– Σας συνιστώ να φτάσετε στην Ιεράπετρα πριν απ’ το πέσιμο της νύχτας, λέει στο τηλέφωνο ο Άκης. Αλλιώς θα πρέπει νάχετε φακούς.

Δεν τον ακούσαμε. Όχι γιατί αμφισβητήσαμε τις υποδείξεις του. Αλλά γιατί μας πλάνεψαν τα χρώματα και ο ουρανός του δειλινού στα υψίπεδα του οροπεδίου του «Καθαρού». Η νύχτα μας προλαβαίνει στην Ιεράπετρα. Φτάνοντας στον «Άσπρο Ποταμό» το σκοτάδι είναι βαθύ. Στο φως των φακών ανηφορίζουμε τα σκαλοπάτια ανάμεσα σε ελιόδεντρα και πεύκα. Ανοίγουμε την ιδιόμορφη ξύλινη πόρτα και εισχωρούμε στο εσωτερικό. Από συνήθεια ψηλαφίζουμε τον τοίχο. Έχουμε ξεχάσει, ότι εδώ δεν υπάρχουν διακόπτες. Η φωτεινή δέσμη του φακού μας αποκαλύπτει στο τραπέζι και στο τζάκι τρεις γκαζόλαμπες, γεμάτες ως απάνω με πετρέλαιο και με λαμπογυάλια πεντακάθαρα. Δεν θυμάμαι πότε για τελευταία φορά άναψα γκαζόλαμπα. Ήταν μια διαδικασία αγαπημένη και γνωστή, που είχα επαναλάβει αναρίθμητες φορές στα πρώτα παιδικά χρόνια της ζωής μου στην Καβάλα.

Ανάβει η πρώτη λάμπα, ο μεγάλος χώρος φωτίζεται αμυδρά. Πέτρινοι τοίχοι, δάπεδο πλακόστρωτο, ένα τεράστιο πέτρινο τζάκι με παραστιά, χτιστά κρεβάτια, ένα μικρότερο δωμάτιο, μεγάλο ξύλινο τραπέζι με ψάθινες καρέκλες, κουζίνα με πετρογκάζ, σκεύη και στον τοίχο πιατοθήκη, παλιά έπιπλα λιγοστά, κεριά σε διάφορα σημεία στρατηγικά. Μια λιτότητα συγκλονιστική, που φέρνει στο νου άλλες εποχές. Τα μόνα στοιχεία σύγχρονης εποχής είναι το ψυγείο και μια παροχή ηλεκτρικού στον μικροσκοπικό χώρο του μπάνιου.

– Μαμά, που είναι η τηλεόραση; ρωτάει ξαφνικά η δυομισάχρονη Αθηνά.

Ξεσπάμε όλοι στα γέλια. Στο χλωρό φως των κεριών και της γκαζόλαμπας αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που περιμέναμε ν’ ακούσουμε. Η απορία ωστόσο της μικρής είναι δικαιολογημένη. Αφού υπάρχει ψυγείο και φως στο μπάνιο, γιατί να μην υπάρχει τηλεόραση; πώς να της εξηγήσεις, ότι ή φωτοβολταϊκή εγκατάσταση στον Άσπρο Ποταμό επαρκεί μόνον για τις απόλυτα απαραίτητες ανάγκες της μονάδας; Και ότι η τηλεόραση δεν θεωρείται μια απ’ αυτές; Μένει λοιπόν με το παράπονο, ότι θα στερηθεί τα «παιδικά» της. Αντίθετα εμείς είμαστε ελάχιστα δυστυχισμένοι, που δεν θα δούμε τις ειδήσεις.

Βγαίνω για λίγο στο πλακόστρωτο μπαλκονάκι. Νύχτα θεοσκότεινη. Το άγουρο φεγγαράκι δύσκολα βρίσκει δίοδο ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων και στα σύννεφα. Φυσάει δυνατά. Ακόμα κι εδώ, στη νότια Κρήτη, η νύχτα του Γενάρη είναι ψυχρή. Θυμάμαι τα λόγια της Μυρτώς Μπότσαρη: «Γιατί δεν έρχεστε την πανέμορφη άνοιξη ή το καλοκαιράκι, για να κάνετε και τα μπάνια σας στις παραλίες του Μακρύγιαλου;

Ο χειμώνας βέβαια έχει τη δική του γοητεία αλλά μπορεί να ταλαιπωρηθείτε, να κρυώσετε».

Έρχεται στο νου μου η ζέστη και η κοσμοπλημμύρα του Μακρύγιαλου το καλοκαίρι του 2000. Τότε που περιμέναμε από μέρα σε μέρα να κωπάσουν τα μελτέμια, για να σαλπάρουμε για το θρυλικό Κουφονήσι με το αρχαίο του θέατρο, το μοναδικό στην επικράτεια της Κρήτης.(1) Τώρα, έξι χρόνια αργότερα, ξαναβρίσκομαι στα ορεινά της ίδιας περιοχής.

Μετά τις λάμπες άμεση προτεραιότητα έχει το τζάκι. Χρησιμοποιούμε για προσάναμμα φρύγανα απ’ τα πεύκα και ξερόκλαδα ελιάς. Ο χώρος φωτίζεται απ’ τις φλόγες και γεμίζει θαλπωρή. Για καύσιμη ύλη έχουμε ξερά κούτσουρα ελιάς, το καλύτερο ξύλο για το τζάκι. Για λίγο μαζευόμαστε όλοι γύρω απ’ τη φωτιά, έτσι όπως έκαναν οι άνθρωποι παλιά, τότε που η κεντρική θέρμανση ήταν άγνωστη. Αν είχαμε και κάτι να ψήσουμε στο τζάκι, η αναβίωση του παρελθόντος θα ήταν αυθεντική. Δυστυχώς αυτό είναι κάτι, που δεν έχουμε προβλέψει. Αποφασίζουμε λοιπόν να εμπιστευτούμε τη διατροφή μας στην «Πιπεριά», στον ορεινό οικισμό «Πεύκοι». Το μαγαζάκι έχει παμπάλαια ιστορία, αφού ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1890! Σήμερα είναι ένα ταβερνάκι, που, έξι χρόνια μετά το 2000, δεν έχει φύγει από τη μνήμη μας. Θυμόμαστε με νοσταλγία το καλοκαιρινό του ταρατσάκι με την υπέροχη θέα, την ποικιλία των Κρητικών μεζέδων, κυρίως όμως το τεράστιο – και σπανιότατο – δέντρο Πιπεριάς, φυτεμένο εκεί πάνω από μισό αιώνα πριν.

Η «χειμερινή» Πιπεριά μας υποδέχεται μερικά μέτρα κάτω από την «θερινή» με Κρητική μουσική, πολύ θόρυβο και κόσμο, μια ατμόσφαιρα κεφάτη και χαρούμενη, τόσο γνώριμη στα μαγαζιά της Κρήτης. Παρατηρώντας τους Κρητικούς να διασκεδάζουν, να ανταλλάσσουν πειράγματα και κεράσματα, έχει την εντύπωση κανείς, ότι δεν τους αγγίζουν τα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Δεν είναι έτσι. Απλά τ’ αφήνουν πίσω την ώρα της χαράς, ίσως γιατί έχουν ενστερνισθεί, περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα, τη Φιλοσοφία του Ζορμπά. Στο μεταξύ ο Φάνης Εικοσιπεντάκης κερνάει τους «ξένους» τσικουδιά. (Τις επόμενες μέρες θ’ αποδειχθεί ο άνθρωπος-κλεδί για κάθε μας ανάγκη και κάθε πληροφορία για την περιοχή). Μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά παύουμε να αισθανόμαστε ξένοι, συναίσθημα γνώριμο σε κάθε σημείο της Κρήτης. Έχουμε βέβαια ένα επιπλέον προνόμιο. Είμαστε οι «δημοσιογράφοι από τη Θεσσαλονίκη», που θ’ ασχοληθούμε με τον τόπο τους. Η ιδιότητά μας περνάει αστραπιαία σ’ όλους τους θαμώνες με τα γνωστά επακόλουθα: οι τσικουδιές καταφθάνουν η μια πίσω απ’ την άλλη. Όταν, πολύ αργότερα, εγκαταλείπουμε την «Πιπεριά», συναγωνιζόμαστε σε ευτυχία τους Κρητικούς.

Τα κούτσουρα αντέχουν ακόμα στον Άσπρο Ποταμό. Την ψυχρή τούτη νύχτα του Γενάρη η φωτιά είναι σύντροφος πολύτιμος. Χαμηλώνει η φλόγα στην γκαζόλαμπα κι αποσυρόμαστε στα χτιστά μας κρεβάτια κάτω απ’ τις κουβέρτες. Ακούγεται μόνον ο ήχος του αέρα στα κλαδιά και η δυνατή βροχή.

 

ΣΤΟΥΣ ΠΕΥΚΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗ

 

Μετά την νυχτερινή βροχή ξημερώνει μια μέρα αστραφτερή. Στο εσωτερικό, ωστόσο, το φως που διεισδύει από το μικρό παράθυρο είναι λιγοστό. Είναι μια κατασκευαστική λεπτομέρεια που απορρέει από την εμπειρία των ντόπιων για εξασφάλιση δροσιάς κατά την πολύτιμη περίοδο της ζέστης στη νότια Κρήτη.

Το τζάκι δεν είναι πια απαραίτητο, βγαίνουμε με τους καφέδες μας στο ωραία ταρατσάκι. Πεύκα, ελιόδεντρα, σχοίνοι και χαρουπιές, περιβάλλον μαγευτικό ολόγυρά μας. Απέναντι ένα φαράγγι μεγαλόπρεπο με θεαματικούς βραχώδης σχηματισμούς, που απλά υποψιαζόμασταν την παρουσία τους τη νύχτα. Σε μια τέτοια πλαγιά του φαραγγιού είναι χτισμένος ο «Άσπρος Ποταμός», δέκα  παλιές αυθεντικές κατοικίες που χρησιμοποιούσαν άλλοτε για τις ανάγκες τους οι γεωργοί και κτηνοτρόφοι της περιοχής.

Απ’ αυτόν τον τόπο πέρασε τυχαία πριν μια 20ετία η Αλέκα. Αισθάνθηκε αμέσως κεραυνοβόλο έρωτα και οραματίστηκε να ανακαινίσει τις κατοικίες. 4 χρόνια αργότερα τα σπιτάκια ήταν έτοιμα. Σήμερα το συγκρότημα λειτουργεί από την Μυρτώ Μπότσαρη, κόρη της Αλέκας, με όλα τα παραδοσιακά στοιχεία του παρελθόντος: τζάκι, παλιά έπιπλα και υφαντά, κουζίνα και μπάνιο και περιορισμένη παροχή ηλεκτρικού από φωτοβολταϊκό ηλιακό σύστημα, που απέσπασε πρώτο βραβείο στην Ευρώπη. Όλα τα σπιτάκια συνδέονται μεταξύ τους με λιθόστρωτα μονοπάτια και, ανάλογα με το μέγεθός τους, μπορούν να φιλοξενήσουν από 2 έως 5 επισκέπτες. Καθένα έχει τη δική του προσωπικότητα και όλα έχουν θέα είτε προς το Φαράγγι των Πεύκων είτε προς την απεραντοσύνη του Λιβυκού. Είν’ ένας τόπος χαρισματικός, μέσα στη φύση και μόλις 5 χλμ. απ’ τη θάλασσα, που προσφέρει όλο το χρόνο γαλήνη, πνευματικότητα και απλότητα.

Ξεκινάμε την περιήγησή μας στα ηπειρωτικά με κατεύθυνση προς Πεύκους. Μετά από 5 περίπου χλμ. ανηφορικής διαδρομής προβάλλει απέναντί μας το πανέμορφο χωριό. Είναι χτισμένο με έντονη αμφιθεατρικότητα στους πρόποδες του απόκρημνου βραχώδους λόφου, στην κορυφή του οποίου δεσπόζει από παντού το κατάλευκο εξωκκλήσι του Εσταυρωμένου. Από το εκκλησάκι η θέα είναι ασύλληπτη προς τον απέραντο ορίζοντα του Λιβυκού, από την επιφάνεια του οποίου αναδύονται τα νησάκια Κουφονήσι και Χρυσή. Το στεριανό τοπίο ολόγυρα, στα υψίπεδα των 700-800 μέτρων είναι γυμνό, κατάσπαρτο από βράχους και άγρια φαράγγια, που αποπνέουν μια αυστηρότητα απερίγραπτη.

Παρά τις όποιες σύγχρονες οικοδομικές ατασθαλίες οι Πεύκοι εξακολουθούν να διατηρούν με τα σκαλοπάτια και σοκάκια, ένα σημαντικό τμήμα της παραδοσιακής τους γραφικότητας. Σε χαμηλό τμήμα του οικισμού, ανάμεσα σε πορτοκαλιές και λεμονιές, βρίσκεται η μεγάλη σκεπαστή «Κάτω Βρύση» με πέτρινες γούρνες, όπου παλιά οι νοικοκυρές έπλεναν τα ρούχα. Στο κορυφαίο σημείο του χωριού βρίσκεται το Δημοτικό Σχολείο, που έπαψε οριστικά να λειτουργεί το 1989. Δίπλα του έχει δημιουργηθεί ένα μικρό Λαογραφικό Μουσείο. Η γλυκύτατη κυρά-Ουρανία Ρεμουντάκη μας ξεναγεί στο πλήθος των εκθεμάτων, αργαλειό, χειροποίητα εργόχειρα, παλιά σκεύη και αντικείμενα της καθημερινής ζωής, εργαλεία παραδοσιακών επαγγελμάτων, παλιές φωτογραφίες και ένα ξύλινο ραδιόφωνο του 1937. Όλη τη θερινή περίοδο το Μουσείο είναι ανοιχτό καθημερινά ως το μεσημέρι. Λίγο χαμηλότερα από το σχολείο βρίσκονται οι δυο ενοικιαζόμενες κατοικίες του Γιώργου Αγγελάκη, παραδοσιακές, με θαυμάσια επίπλωση και χώρους και έξοχη θέα προς τον λόφο του Εσταυρωμένου και το πέλαγος (τηλ. 6976-438697).

Με συντροφιά μας το Γιώργο κάνουμε στάση για μια ρακή στην ταβερνούλα «Κληματαριά», της Ιωάννας Χριστοδουλάκη. Το μαγαζάκι είναι στον κεντρικό δρόμο και ξεκίνησε τη λειτουργία του στις αρχές της δεκαετίας του ’50 από τον Νικόλα Ταβλαδάκη. Εδώ έχουμε τη χαρά να γνωρίσουμε και τον κυρ-Διομήδη με τις πασίγνωστες παραδοσιακές του «μπαστούνες», που κατασκευάζει από ξύλο φτελιάς, πουρναριού, αγριελιάς ή χαρουπιάς.

Πάντα με τη συνοδεία του Γιώργου Αγγελάκη επισκεπτόμαστε στη συνέχεια το σπήλαιο Λατσίδα Βρέικου, ενάμιση περίπου χιλιόμετρο πάνω από τους Πεύκους. Βρίσκεται σ’ ένα γυμνό και ανεμοδαρμένο ασβεστολιθικό υψίπεδο και έχει πλούσιο λιθωματικό διάκοσμο από σταλακτίτες και σταλαγμίτες, είναι όμως αναξιοποίητο.

Από τους Πεύκους κατευθυνόμαστε προς τον Αγ. Στέφανο, 3,5 χλμ. προς τα δυτικά. Καθώς βρισκόμαστε στην εποχή συλλογής του ελαιόκαρπου, τα πλαϊνά του δρόμου, από την είσοδο κιόλας του χωριού, φιλοξενούν πολλές δεκάδες τσουβάλια με ελιές, που περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους για το λιοτρίβι.

Ο Αγ. Στέφανος είναι μεγάλος και ωραίος οικισμός, χτισμένος αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 400 περίπου μέτρων. Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει ο εντυπωσιακός ναός του πρωτομάστορα Στέφανου, στον οποίο οφείλει το όνομά του ο οικισμός. Σύμφωνα με τον αείμνηστο αρχαιολόγο και φίλο Νίκο Παπαδάκη (2) ή παλιά ονομασία του τόπου ήταν «Γρας», πιθανότατα από Ενετικό οικογενειακό όνομα. Μ’ αυτήν την ονομασία αναφέρεται ο οικισμός στην Ενετική απογραφή του 1583 με 305 κατοίκους. Ο λόφος πάνω απ’ το χωριό ονομάζεται από τους ντόπιους «Κάστελλος» ή «ΦορτέτσỨ, αφού έχει υπολείμματα Ενετικού φρουρίου, που πρέπει να ανεγέρθηκε τον 16ο αιώνα για την προστασία της περιοχής. Το πιο σπουδαίο είναι, ότι το κάστρο αυτό φαίνεται ότι κτίστηκε πάνω στα ερείπια γεωμετρικής ακροπόλεως. Στην περιοχή βρέθηκαν κάποια αρχαιολογικά ευρήματα αλλά δεν έχουν γίνει συστηματικές ανασκαφές.

Βγαίνοντας βόρεια του Αγ. Στέφανου συναντάμε μια πινακιδούλα με χειρόγραφη την ονομασία «Αόρι». Παίρνουμε τον αρκετά βατό χωματόδρομο και μετά από δύο χλμ. αντικρίζουμε σε πλαγιά μια μικρή συγκέντρωση σπιτιών. Είναι χτισμένα με πέτρα σκουρόχρωμη και μοιάζουν από μακρυά με μικρούς κύβους χωρίς την παραμικρή ένδειξη ζωής. Πλησιάζοντας παρατηρούμε, ότι τα περισσότερα σπίτια είναι σε μεγάλο βαθμό ερειπωμένα και οπωσδήποτε ακατοίκητα. Διατηρούν ωστόσο κάποια δείγματα καλής αρχιτεκτονικής, με πέτρινες λαξευτές παραστάδες και καμάρες, ενώ η τοιχοδομία αποτελείται κυρίως από αργολιθοδομή με ενδιάμεσο κονίαμα. Καθώς βαδίζουμε ανάμεσα σε χαλάσματα και ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, ακούγεται δυνατός ήχος μουσικής. Είν’ ένα αγροτικό που σταματάει στα πρώτα σπίτια του χωριού. Στη θέα τόσων ξένων σ’ αυτή την ερημιά οι επιβαίνοντες μένουν έκπληκτοι και μας ρωτάνε επιφυλακτικά από πού είμαστε. Μόλις τους απαντάμε, τα πρόσωπά τους χαλαρώνουν.

– Κοπιάστε πατριώτες για μια ρακή.

Είναι αδύνατον με τις συγκεκριμένες συνθήκες ν’ αρνηθούμε. Γιατί θάπρεπε άλλωστε; Η συνέχιση της περιήγησης μπορούσε να περιμένει. Περνάμε λοιπόν σ’ ένα μακρόστενο σπιτάκι, που το κέντρο του καταλαμβάνει μια σειρά από τραπέζια κολλημένα μεταξύ τους, που περιβάλλονται από άφθονες καρέκλες. Πιστεύουμε αρχικά ότι βρισκόμαστε σε καφενείο.

– Δεν είναι καφενείο αλλά καζαναριό, εξηγεί ο Κωστής Σπυριδάκης, γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «Τζουρνερής». Κι αυτά τα τραπέζια κι οι καρέκλες έχουν ετοιμαστεί για την αυριανή μέρα που θα βγάλουμε ρακή. Είστε από τώρα καλεσμένοι μου.

Γεμίζει τα ποτήρια ο Κωστής με τσικουδιά, φέρνει πράσινες ελίτσες τσακιστές, τόνο, παξιμάδι και τυράκι.

– Αυτά είναι πρόχειρα, μας λέει. Το τραπέζι το καλό θα γίνει αύριο.

Καθώς τρώμε και πίνουμε, μπαίνει κάποιος κρατώντας μια σακούλα μανιτάρια.

– Ε, μωρέ Θραμπάλη, και που τους βρήκες τους «θρουμπίτες»; τον ρωτάει ο Κωστής.

– Ψηλά στα γυμνά, του απαντάει εκείνος.

– Αυτός φίλοι μου είναι ο Μανώλης Γιαπιτζάκης, λέει ο Κωστής. Μα όλοι τόνε ξέρουνε σαν Θραμπάλη, δηλαδή χτίστη πέτρας πάππου προς πάππο. Αν δεν πεις το παρατσούκλι του, δύσκολο να τον εύρεις.

Ωραίος τόπος το Αόρι, σε υψόμετρο 600 μέτρων, με θέα εκπληκτική στα όρη της Θρυπτής, στους ελαιώνες και στα πέλαγα. Το 1930 είχε 80 μόνιμους κατοίκους. Μετά άρχισε σιγά-σιγά να ερημώνει. Το 1980 έφυγε κι ο τελευταίος του κάτοικος, ο Μιχαλής Τζωρτζάκης ο Κατσοπρίνης.

– Σήμερα το ξαναθυμήθηκαν το χωριό, καταλήγει ο Κωστής. Έρχονται ορισμένοι κι αγοράζουν. Αγόρασα κι εγώ κάποια ερείπια.

Τους αποχαιρετάμε με την υπόσχεση να επιστρέψουμε την επομένη. Καθώς κατηφορίζουμε, μακρυά στο πέλαγος σκοτεινιάζει ο ουρανός. Κάποιες στήλες βροχής, που ξεκινούν από τα σύννεφα και καταλήγουν στο νερό, ροδίζουν από το τελευταίο φως του δειλινού. Αργότερα στον Άσπρο Ποταμό η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Κουβαλάμε ξύλα, ανάβουμε το τζάκι και ξεκινάμε για τη φιλόξενη Πιπεριά.

– Ανακαλύψατε το Αόρι, γνωρίσατε τον Τζουρνερή και σας κάλεσε και στο καζάνι; λέει απορημένος ο Φάνης. Μα, εσείς είστε λαγωνικά. Να πάτε οπωσδήποτε, θα περάσετε καλά.

 

ΠΑΡΑΛΙΑ ΚΑΙ ΟΡΕΙΝΑ

Η μέρα στο ξεκίνημά της είναι ανταριασμένη, με βαριά σύννεφα, δυνατό αέρα, παροδικές σταγόνες βροχής αλλά και διαστήματα ηλιοφάνειας. Προβλέπεται καιρός συναρπαστικός, με συνεχείς εναλλαγές, η ευτυχία των φωτογράφων.

Κατηφορίζουμε στα παράλια και διασχίζουμε τον Μακρύγιαλο με κατεύθυνση προς Ιεράπετρα. Άλλοτε ήταν παραλιακός μικροσυνοικισμός του Αγ. Στεφάνου. Τις τελευταίες δεκαετίες, χάρη στις ωραίες του παραλίες, έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα καλοκαιρινό θέρετρο – μακρυνάρι, με πληθυσμική έκρηξη, άναρχη δόμηση, αναρίθμητα καταλύματα, ταβέρνες και καταστήματα και φοβερή κίνηση όλη τη θερινή περίοδο. Ο τόπος, ωστόσο, έχει μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αφού στη θέση «Πλακάκια», στα ΒΔ του οικισμού, εντοπίστηκε το 1971 από τον τότε Έφορο Αρχαιοτήτων Κωστή Δαβάρα μια σημαντιή μινωική αγροικία της Υστερομινωικής Ι εποχής (1550-1450 μ.Χ.). Από τα κινητά ευρήματα το σημαντικότερο ήταν ένας σφραγιδόλιθος από στεατίτη, που παρίστανε ένα ιερό πλοίο. Ήταν η πρώτη φορά που υπήρξε μαρτυρία για ιερό πλοίο στην Μινωική θρησκεία. Αργότερα, με την εποπτεία του Επιμελητή Αρχαιοτήτων Νίκου Παπαδάκη, ήρθαν στο φως στη θέση «Κατωβίγλι» ρωμαϊκές αρχαιότητες και μεγάλος αριθμός μαρμάρινων πλακών εξαιρετικής κατεργασίας και ποιότητας.

Μετά τον Μακρύγιαλο περνάμε από τον οικισμό του Κουτσουρά, έδρα του Δήμου Μακρύγιαλου. Εδώ συναντάμε τον Δήμαρχο Γιώργο Χατζάκη, που γνωρίζει από παλιά το περιοδικό και χαίρεται ιδιαίτερα που βρισκόμαστε στον τόπο του.

-Αφού ήδη γνωρίσατε το Αόρι και τον Τζουρνερή, θα τα ξαναπούμε στο καζάνι του το απόγευμα, μας λέει.

Συνεχίζουμε δυτικά και, 6 χλμ. μετά, φτάνουμε στην τοποθεσία «Αχλιά». Δημοφιλέστατη στην περιοχή είναι η παραλία «Γαλήνη», ένας κολπίσκος με άνοιγμα 200 περίπου μέτρων, λεπτό βοτσαλάκι μέσα κι έξω από τη θάλασσα και μεγάλο πλάτος ακτής.

Αρμυρίκια, ταβερνούλα, μερικά ενοικιαζόμενα δωμάτια αλλά κι ένα ακαλαίσθητο θερμοκήπιο στο κέντρο της ακτής, μόλις 50 μέτρα από το κύμα.

Εγκαταλείπουμε την ανοιχτοκύνη του Λιβυκού και ανηφορίζουμε βόρεια προς Σχοινοκάψαλα και Ορεινό. Περνάμε από ωραιότατες κοιλάδες με πεύκα και ελαιώνες. Τα κλαδιά των δέντρων λυγίζουν κατάφορτα από αμέτρητες μικροσκοπικές ελίτσες. Πολλά αγροτικά είναι σταματημένα στο πλάι του δρόμου και μαζεύουν. Έξι χλμ. μετά αντικρίζουμε τα Σχοινοκάψαλα, μεγάλο και γραφικό χωριό με αρκετά πέτρινα σπίτια. Είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σε υψόμετρα 400 περίπου μέτρων και αποτελεί το τελευταίο χωριό της επαρχίας της Ιεράπετρας. Σημαντικός είναι ο ναός του Αγ. Γεωργίου με τοιχογραφίες εξαιρετικής τέχνης. Ο τόπος είναι γεμάτος με άφθονα πηγαία νερά και αναφέρεται στην Ενετική απογραφή του 1583 με 162 κατοίκους.

Από τα Σχοινοκάψαλα κατευθυνόμαστε, αρχικά ανατολικά και στη συνέχεια βόρεια, προς Ορεινό.

Από τις ήρεμες πλαγιές με τις χαρουπιές, τους ελαιώνες και τους σχοίνους διασχίζουμε ξαφνικά ένα από τα πιο δυσπρόσιτα αλλά και θεαματικά τοπία της ορεινής περιοχής. Περνούν από τα μάτια μας άγρια φαράγγια, βραχώδεις σχηματισμοί που τον ίλιγγό τους μπορούν ν’ αντέξουν μόνον αετοί αλλά και απότομες πλαγιές, που στο λιγοστό τους χώμα κατάφεραν να γαντζωθούν και να αναπτυχθούν πολλά μεγάλα πεύκα. Αυτός ο αγώνας για επιβίωση, που κράτησε πολλές δεκαετίες, διακόπηκε βίαια από την καταστροφική φωτιά του Ιουλίου του 1993. Το αποτέλεσμα είναι θλιβερό. Από το περίφημο πευκοδάσος πολύ λίγα δέντρα διασώθηκαν, διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Αυτό που απόμεινε είναι μαυρισμένα υπολείμματα κορμών στις απάτητες πλαγιές. Το μόνο που κάπως διασκεδάζει την αγανάκτησή μας είναι ο καιρός: ήλιος, βροχή, αέρας κατά κύματα, βαθυγάλαζα κομμάτια ουρανού και μαύρα σύννεφα, ουράνια τόξα μικρά ή μεγάλα, έντονα ή αχνά, που σχηματίζονται και διαλύονται συνεχώς.

Φτάνουμε στο Ορεινό. Χτισμένο στα 600 μ. το χωριό οφείλει το όνομα στην ορεινή του τοποθεσία. Οι ντόπιοι το ονομάζουν «Ορνό» και έτσι αναφέρεται στην απογραφή των Ενετών με 217 κατοίκους. Κοντά στην πλατειούλα ένα καφενείο είν’ ανοιχτό. Τρεις ηλικιωμένοι στο εσωτερικό παρακολουθούν από τη τζαμαρία τη βροχή. Το μαγαζάκι κρατάει η Μαρία Παπαδάκη, μια γερόντισσα 87 ετών, ζωηρή και συμπαθεστάτη.

– Θα μας κάνετε καφεδάκι Ελληνικό;

– Βέβαια και μάλιστα με νεράκι απ’ το βουνό, χωνευτικό. Τρως όσο θέλεις, πίνεις νερό και σε δυο ώρες ξαναπεινάς.

– Μα τότε, κυρά-Μαρία, δεν συμφέρει να πίνεις από τούτο.

– Εγώ θάθελα ένα τσάι, λέει ο Νικόλας.

– Θα σου φτιάξω ένα «βραστάρι», «καρτεράκι», όπως το λέμε. Έχει μέσα δίκταμο, «κομπόχορτο» και βάλσαμο, όλα απ’ το βουνό.

Με έξι εγγόνια και άλλα τόσα δισέγγονα η κυρά-Μαρία, είχε τη μέγιστη ατυχία να χάσει την κόρη της σε ηλικία 65 ετών.

– Λάθεψε ο χάρος κι αντί για μένα πήρε εκείνη, μας λέει γεμάτη πίκρα.

Πίνουμε στην υγειά της και της ευχόμαστε να τα κατοστήσει. Η γερόντισσα των 87 ετών μας ευχαριστεί και διηγείται:

– Κάποτε ζούσε στο χωριό ένας γέρος 97 χρονώ. Καλή ώρα όπως τώρα, κάποιος του ευχήθηκε να τα κατοστήσει. Κι εκείνος του αποκρίνεται: «Ίντα μωρέ, απ’ την τσέπη σου τα δίνεις;». Εσάς βέβαια, είναι πολύ πιο γενναιόδωρη η ευχή σας.

Η βροχή σταματάει, βγαίνουμε στο δρόμο και κατευθυνόμαστε προς Σταυροχώρι. Φτάνουμε στο υψηλότερο σημείο της – χωμάτινης πια – διαδρομής, έναν αυχένα στα 700 μέτρα απ’ όπου η θέα είναι εξαίσια σ’ όλη την γύρω ορεινή χώρα και στο πέλαγος. Χαμηλότερα εμφανίζεται το Σταυροχώρι ανάμεσα σε λόφους, ελαιώνες και φαράγγια, στεφανωμένο από το ουράνιο τόξο που μας ακολουθεί παντού. Τις επόμενες ώρες, μέχρι το τελευταίο φως, περιηγούμαστε αυτή την πανέμορφη ορεινή ενδοχώρα με τον γραφικό οικισμό της Δάφνης, τη Χρυσοπηγή και τον ορεινότερο οικισμό της περιοχής, τον Μπέμπονα, χτισμένο σε υψόμ. 700 μ. στους πρόποδες του όρους Ορνό. Ειν’ ένας τόπος αθέατος από τους πολλούς, αυθεντικός, όπου δεν φτάνει ούτε ο απόηχος της κοσμοπλημμύρας των παραλίων.

Φτάνουμε στο Αόρι με το πέσιμο της νύχτας. Δεν είναι το έρημο χωριό που έχουμε γνωρίσει. Έξω απ’ το καζάνι επικρατεί μποτιλιάρισμα από κάθε είδους αυτοκίνητα και στο εσωτερικό του συνωστισμός. Μας υποδέχεται ο Τζουρνερής γελαστός και χαρωπός και καταφέρνει να μας βολέψει ξεβολεύοντας κάποιους άλλους. Χαιρετάμε την ομήγυρη και το Δήμαρχο και στρωνόμαστε στο τραπέζι, γεμάτο ασφυκτικά με κάθε είδους κρέατα και μεζέδες. Ανάμεσά τους λαγός μαγειρεμένος και ψημένοι «θρουμπίτες» από τη χθεσινή σοδειά, κρασιά διαφόρων ειδών και άφθονη ρακή. Τα τσουγκρίσματα παίρνουν και δίνουν, το ίδιο και τα χωρατά και οι ευχές. Όλοι ανέμελοι κι ευτυχισμένοι την ώρα τούτη του γλεντιού, κάθε Κρητικός κι ένας Ζορμπάς. Μαζί τους κι εμείς. Κάποια στιγμή σηκωνόμαστε.

– Μα ακόμα δεν προλάβατε να κάτσετε, διαμαρτύρεται ο Τζουρνερής. Από εδώ και μετά ξεκινάει το γλέντι.

– Έχουμε όμως κι ένα μικρό παιδί, που από το πρωί έχει ξεπεράσει κάθε όριο αντοχής.

Αυτή ήταν και η μόνη αποδεκτή αιτιολογία της πρόωρης αναχώρησής μας. Χαιρετιόμαστε με όλους σαν φίλοι από παλιά. Έξω η νύχτα του Γενάρη συνεχίζει βροχερή.

 

ΕΞΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ

 

Οι επόμενες μέρες αφιερώνονται σε περιηγήσεις στα ανατολικά, ως τη Μονή Καψά. Η ακτογραμμή δεν έχει την ηπιότητα των παραλιών του Μακρύγιαλου. Δεν λείπουν, ωστόσο, και κάποιοι όμορφοι ορμίσκοι, που τους ανακαλύπτουμε κατηφορίζοντας σύντομα μονοπάτια. Απέναντί μας αγναντεύουμε συνεχώς το Κουφονήσι, που τόσες αναμνήσεις μας συνδέουν με τη σαγηνευτική του ομορφιά αλλά και τον ανασκαφέα των αρχαιοτήτων του, τον αείμνηστο Νίκο Παπαδάκη. Ο καιρός εξακολουθεί συναρπάστικός, μ’ αυτή την απρόβλεπτη εναλλαγή ήλιου και βροχής και τη συχνή παρουσία ουράνιου τόξου.

Μερικά χιλιόμετρα πριν από τη Μονή Καψά ανηφορίζουμε τον καλό χωματόδρομο προς Κάτω Περιβολάκια. Τριάμιση χλμ. μετά βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα πελώριο συγκρότημα βράχων με κατακόρυφες ορθοπλαγιές. Ακριβώς από κάτω βρίσκονται σταθμευμένα δυο αγροτικά και τρία τζιπ της 3ης ΕΜΑΚ που εδρεύει στο Ηράκλειο. Σταματάμε και ρωτάμε τι συμβαίνει. Μας δείχνουν προς το βράχο. Τρεις άνδρες με κόκκινα κράνη και στολή κρέμονται από τον γκρεμό δεμένοι με σχοινιά, τουλάχιστον 40 μέτρα πάνω από το έδαφος.

– Προσπαθούν να κατεβάσουν ένα μικρό αρνί που ξεστράτισε από ψηλά και είχε παγιδευτεί, μας εξηγούν. Πέντε έχουν κιόλας γκρεμιστεί, καταφέραμε όμως να σώσουμε και έξι. Αυτό που απόμεινε είναι το τελευταίο.

Μόλις είχε αντιληφθεί που ήταν τα αρνιά του, ο κτηνοτρόφος ειδοποίησε την ΕΜΑΚ. Οι άντρες της δεν δίστασαν να διασχίσουν τη μισή Κρήτη για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε τη ριψοκίνδυνη επιχείρηση. Μισή ώρα μετά ένας διασώστης καταφέρνει να προσεγγίσει το αρνάκι και, χωρίς να το τρομάξει, να περάσει γύρω από το σώμα του το σχοινί. Μετά οι συνάδελφοί του το ανασύρουν με ασφάλεια. Οι ζητωκραυγές και τα χειροκροτήματά μας είναι η ηθική τους ανταμοιβή.

Τρία χλμ. μετά μπαίνουμε στα Κάτω Περιβολάκια. Το χωριουδάκι είναι χτισμένο σ’ ένα πανέμορφο οροπέδιο σε υψόμετρο 350 μέτρων, ανάμεσα σε θεαματικούς βράχους, λοφίσκους, εσπεριδοειδή και ελαιώνες. Το χωριό είναι μικροσκοπικό με πέτρινα μονώροφα σπιτάκια που συνδέονται μεταξύ τους με σοκάκια. Οι πόρτες είναι χαμηλές με λίθινη λαξευτή καμάρα στο άνω τμήμα. Ένας στενός δρομίσκος διασχίζει το χωριό και καταλήγει στην πλατειούλα. Καφενεδάκι έχει απομείνει μόνον ένα. Λειτουργεί μισόν αιώνα από τον συμπαθέστατο 84χρονο Γιώργο Ρεμουντάκη, που εξακολουθεί να το ανοίγει κάθε βράδυ με τη γυναίκα του. Εκεί, γύρω στην ξυλόσομπα, προσφέρει καφεδάκι ή καμιά ρακή στους ελάχιστους συντοπίτες του. Είναι μια γωνιά της Κρήτης άγνωστη στη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων τουριστών, ιδιαίτερα όμως δημοφιλής σ’ έναν μεγάλο αριθμό ξένων φυσιολατρών, που φτάνουν ως εδώ για να διασχίσουν το θεαματικό «Φαράγγι του Καψά». Με περηφάνεια μας δείχνει ο μπάρμπα-Γιώργης τις κολλημένες στον τοίχο φωτογραφίες, που κατά καιρούς του έχουν αποστείλει οι πεζοπόροι φίλοι του από διάφορες χώρες της Ευρώπης.

200 μέτρα πριν από την είσοδο του χωριού ξεκινάει το σηματοδοτημένο μονοπάτι που διεισδύει στο φαράγγι. Αποχαιρετάω τον Νικόλα και την Άννα και σπεύδω να γνωρίσω τον διπλανό συνοικισμό του Πέζουλα. Είναι χτισμένος σε δεσπόζουσα θέση πάνω από τη χοάνη του φαραγγιού και στους πρόποδες του εντυπωσιακού βραχώδους λόφου «Ριζά». Τα λίθινα σπιτάκια του, όχι παραπάνω από 60-70, μοιάζουν σαν προέκταση της σκούρας πέτρας του περιβάλλοντος. Στο λιθανάγλυφο ενός διακρίνω την χρονολογία 1886.

Μόνον δυο σπιτάκια είναι ασβεστωμένα και η ανθρώπινη παρουσία είναι ανύπαρκτη. Στο τέρμα όμως του υποτυπώδους δρομίσκου που διασχίζει το χωριό ακούγεται ήχος τηλεόρασης. Ο Γιάννης Ξενικάκης μένει έκπληκτος από την παρουσία ξένου αυτή την εποχή. Μένει μόνιμα στην Αθήνα αλλά δεν ξεχνάει και τον τόπο του.

– Ευτυχώς που έχει απομείνει και το ζεύγος Κωνσταντακάκη, μου λέει. Στη δεκαετία του ’40 ο οικισμός είχε 25 οικογένειες. Από το 60 και μετά αραίωσε ο κόσμος ως τη σημερινή εγκατάλειψη.

Αφήνω τον ευγενικό άνθρωπο στη μοναξιά του και παίρνω τον ανήφορο για τα Πάνω Περιβολάκια. Τρία χλμ. πανέμορφης διαδρομής και μπαίνω στα πρώτα σπίτια του έρημου χωριού. Σπίτια μικρά, λιθόκτιστα, ερειπωμένα τα περισσότερα, δρόμοι χωμάτινοι λασπωμένοι. Μα, πού βρίσκομαι; Στο οροπέδιο των 500 μ. μόνον η εκκλησούλα της Θεοτόκου είναι καλοασβεστωμένη και ανέπαφη.

Κι όμως, υπάρχει μια καμινάδα που καπνίζει σ’ αυτή την ερημιά. Είναι από το τζάκι του Γιάννη Κωνσταντάκη, του απόλυτου ερημίτη. Με βλέπει ξαφνικά μπροστά του και χωρίς δεύτερη κουβέντα με καλεί στο φτωχικό του για μια ρακή. Ρεύμα δεν έχει, ηλεκτρισμό του εξασφαλίζει η γεννήτρια, ο Γιάννης όμως απολαμβάνει τη μοναξιά του και τον τόπο του. Στις αναρίθμητες φωτογραφίες των τοίχων εικονίζονται δίπλα-δίπλα τόποι απ’ την Ελλάδα και τον κόσμο.

– Ταξίδεψα παντού, είδα κι έμαθα πολλά. Αυτή ειν’ η προίκα μου για τα στερνά μου χρόνια. Και η Θεσσαλονίκη σου, φίλε μου, μου άρεσε πολύ.

Απομεσήμερο στη Μονή Καψά, αυτό το υπέροχο μοναστήρι πάνω από το πέλαγος. Η Άννα και ο Νικόλας καταφθάνουν ιδρωμένοι.

Παρά την ακατάλληλη ώρα οι μοναχοί μας υποδέχονται με ευγένεια. Επισκεπτόμαστε αρχικά το Καθολικό με το καλλιτεχνικό του δάπεδο και το θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Εδώ βρίσκεται η – κατά την παράδοση – θαυματουργή εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, ο τάφος και τα ιερά λείψανα του κτήτορος της μονής Οσίου Ιωσήφ, γνωστότερου ως «Γεροντογιάννη», καθώς και τα λείψανα πολλών άλλων αγίων. Αμέσως μετά ανηφορίζουμε για 100 περίπου μέτρα τα σκαλοπάτια και το λαξευμένο στο βράχο μονοπάτι, που μας οδηγούν στο σπήλαιο, όπου επί 17 χρόνια ασκήτευσε ο όσιος. Όπως σημειώνει ο Αρχιμανδρίτης Μεθόδιος Περάκης, Ηγούμενος της μονής: το σπήλαιο είναι σε μια γρανιτένια κάθετη πλευρά του φαραγγιού των Περβολακίων. Το θέαμα είναι εξαιρετικό. Ο τόπος υποβλητικός, τραχύς και συγχρόνως γαλήνιος, η θέση απαράμιλλη στο Νότιο Κρητικό πέλαγος, ενώ το μεγαλόπρεπο φαράγγι που ανοίγεται, θαρρείς, κάτω από τα πόδια του επισκέπτη, σε κάνει να αισθάνεσαι πραγματικά «μεταξύ ουρανού και γης».

Η Μονή, φωλιασμένη μέσα στο βράχο, είναι σε υψόμ. 57 μέτρων και σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα. Ο χρόνος ίδρυσης της παλαιάς Μονής, πάνω στην οποία χτίστηκε από τον Όσιο Ιωσήφ η νέα, δεν είναι γνωστός. Πιθανολογείται όμως, ότι η Μονή ιδρύθηκε από ασκητές του 13ου με 14ου  αιώνα. Η καταστροφή και στη συνέχεια η εγκατάλειψή της τοποθετείται το 1460 ή το 1471 κατά την επιδρομή Τούρκων από τη θάλασσα. Σύμφωνα με την εγχάρακτη κτητορική επιγραφή στο υπέρθυρο του Καθολικού, οικοδομήθηκε εκ νέου το 1863. Πανηγυρίζει την 29η Αυγούστου, του Τιμίου Προδρόμου και την 7η Αυγούστου στη μνήμη του κτήτορός της Ιωσήφ Γεροντογιάννη.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Ένα απόγευμα διασχίζουμε το ωραίο κεφαλοχώρι των Λιθινών και κατηφορίζουμε τον χωματόδρομο προς Πεύκους. 3,5 χλμ. μετά, στην άκρη μιας αθέατης από την πυκνή βλάστηση ρεματιάς, συναντάμε ό,τι απέμεινε από τον οικισμό των Ανδρομύλων, ελάχιστα σπίτια με ωραία τοιχοποιία άλλα ερειπωμένα και άλλα ακατοίκητα και κλειστά. Διατηρείται ωστόσο μια θαυμάσια μυλαύλακα που χάνεται στα ψηλά χόρτα της ρεματιάς. Στην έξοδο του οικισμού σχηματίζεται μια υποτυπώδης πλατειούλα με μια υπεραιωνόβια χαρουπιά. Μπροστά της το παμπάλαιο εκκλησάκι των Αγ. Αποστόλων, με πρόσφατα συντηρημένες εξαιρετικές τοιχογραφίες. Ολόγυρα ελαιόδεντρα, πορτοκαλιές, μανταρινιές και λεμονιές. Τόπος μαγικός. Βρέχει ασταμάτητα. Ανάμεσα από τα βρεγμένα φυλλώματα των δέντρων κόβουμε μερικά πορτοκάλια και μανταρίνια. Γεμίζουν στόματα και χέρια με χυμούς. Η ανάμνηση της γεύσης τους, ακόμα και τώρα, παραμένει αξέχαστη.

back-button
next-button
lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_1 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_2 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_3 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_4 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_5 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_6 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_7 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_8 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_9 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_10 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_11 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_12 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_13 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_14 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_15 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_16 lasithi-stous-peukous-kai-sti-gurw-perioxi_17
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories