home Άρθρα Λαύκος: Η κρυμένη γοητεία του Νότιο Πήλιο
Λαύκος: Η κρυμένη γοητεία του Νότιο Πήλιο

Αν λοιπόν κάποιος περάσει απλά έξω απ’ το χωριό και συνεχίσει, θα μείνει με την εντύπωση πως ο Λαύκος είναι ένας κοινότατος, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον οικισμός. Μια άποψη βέβαια πέρα για πέρα λανθασμένη. Που ανατρέπεται απόλυτα μόλις ανηφορίσουμε μερικές δεκάδες μέτρα προς το κέντρο του χωριού. Εδώ αρχίζει να αποκαλύπτεται όλη η κρυμμένη γοητεία του Λαύκου. Πού αποτυπώνεται αρχικά στην μεγάλη πλατεία, σημείο αναφοράς για ντόπιους και επισκέπτες.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Λαύκος: Η κρυμένη γοητεία του Νότιο Πήλιο
Κατηγορίες: Οικισμοί παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, Παραλίες / Ακτές, Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Μαγνησία

 

– Τούτη την ώρα δεν περίμενα να βρω κάτι ανοιχτό.

Χαμογελάει ο καφετζής.

– Δεν έχεις άδικο. Τόσο νωρίς μόνον φούρνους και παραδοσιακά καφενεία βρίσκεις ανοιχτά. Τι θέλεις όμως να σου φέρω;

– Παραδοσιακό ελληνικό καφέ. Τι άλλο;

Εξαφανίζεται στο μισοσκότεινο εσωτερικό ο καφετζής. Σε δύο λεπτά επιστρέφει  με το κλασσικό λευκό φλιτζανάκι κι ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Τα ακουμπάει προσεκτικά στο στρόγγυλο σιδερένιο τραπεζάκι, τραβάει μια καρέκλα και κάθεται δίπλα μου. Ύστερα πιάνουμε την κουβέντα. Είμαι ο μοναδικός του πελάτης. Δεν έχει αρχίσει ακόμη η δουλειά…

Νιώθω προνομιούχος να βρίσκω, λίγο μετά τις 6 το πρωί, ένα καφενείο ανοιχτό. Και να ξεκινάω τη μέρα μου σε μια από τις ωραιότερες πλατείες του Πηλίου. Την πλατεία του Λαύκου. Πάνε αρκετά χρόνια από εκείνη την Άνοιξη, που βρεθήκαμε για πρώτη φορά σε τούτη την πλατεία. Κι είχαμε σε μια από τις ταβέρνες της δοκιμάσει τρυφερές κορυφές φτέρης, μαγειρεμένες με αυγά.

Πλησιάζει ο δεύτερος πελάτης. Με καλημερίζει και πιάνει ένα τραπεζάκι σε θέση στρατηγική, έτσι που να μπορεί να εποπτεύει κάθε κίνηση στο χώρο της πλατείας, ποιος έρχεται, ποιος φεύγει. Ύστερα σηκώνει το χέρι:

– Ένα καφέ ρε Μανώλη, ν’ ανοίξει το μάτι μας.

Σηκώνεται ο καφετζής να φτιάξει τον δεύτερο καφέ. Χαμηλού αναστήματος, λεπτός και αεικίνητος, ο Μανώλης Φορλίδας είναι ο μοναδικός παραδοσιακός καφετζής που έχει απομείνει στο χωριό. Είναι γεννημένος στο Λαύκο το 1941, «κατοχικός», όπως μου λέει. Αδύνατον να υποπτευθεί κάποιος την ηλικία του, δεν μοιάζει ούτε 60.

Στη νότια άκρη της πλατείας το καφενείο, στεγάζεται σε κτίσμα του 1785. Κάποτε εδώ λειτούργησε και χάνι. Στα 3 δωμάτιά του εξυπηρετούντο οι περαστικοί από Σκόπελο, Σκιάθο, Προμύρι και Κατηγιώργη, που τους έπιανε η νύχτα στο δρόμο για τον Βόλο.

– Ο παππούς μου ο Δημήτρης θυμόταν και τον Παπαδιαμάντη, όταν, νεαρό καλογεροπαίδι έμεινε στο χάνι. Εδώ έμειναν ακόμη ο Δελμούζος και ο Βάρναλης, που έκανε για ένα διάστημα στο λύκειο Αργαλαστής Λυκειάρχης.

Ακολουθώ για λίγο τον Μανώλη στο εσωτερικό. Λιτότατο, με τα απολύτως απαραίτητα. Τα σανίδια στο ταβάνι είναι από την πολυκαιρία διογκωμένα. Σ’ ένα σημείο εξέχουν δυο γάντζοι.

– Είναι ό,τι απόμεινε από τις δραστηριότητες του κρεοπωλείου, λέει ο φίλος μας. Στο χώρο λειτουργούσε ακόμα κουρείο, ταβέρνα και καφενείο. Στην αθώα εκείνη εποχή επιτρεπόταν η συνύπαρξη τόσο διαφορετικών δραστηριοτήτων στο ίδιο μαγαζί.

Περνάνε τα λεπτά, προχωράει το πρωινό. Η πλατεία ζωντανεύει, ανοίγει και το αντικρινό μπακαλικάκι η «ΑΦΡΟΔΙΤΗ». Είναι παραδοσιακό κι αυτό, ασφυκτικά γεμάτο από κάθε είδους προϊόντα, με την γνωστή γραφική ακαταστασία όπως παλιά. Μόνον η πινακίδα εξευρωπαΐστηκε, έγινε «mini-market».

Γεμίζουν ένα – ένα τα τραπεζάκια του Μανώλη. Από συνταξιούχους, ηλικιωμένους αλλά και νέους, Έλληνες και αλλοδαπούς, που κάνουν μια στάση για καφέ πριν πάνε για δουλειά. Απόλυτα ανδροκρατούμενο το καφενείο της πλατείας, η παράδοση τηρείται, δεν συνηθίζουν σ’ αυτό το χώρο να κάθονται οι ντόπιες.

– Μόνον μια φορά το μήνα γεμίζει από γυναίκες το μαγαζί, λέει ο Μανώλης. Είναι τότε που πληρώνονται οι συντάξεις του Ο.Γ.Α.

Αφήνουμε τον φίλο μας στην πρωινή του φούρια και προχωράμε καμιά πενηνταριά μέτρα παρακάτω. Εδώ έχει ξεκινήσει η μέρα ακόμη πιο νωρίς, στις 4 τα χαράματα. Τότε άναψαν τα ξύλα στον ξυλόφουρνο του Δροσίτη. Που τον δουλεύει ο κυρ-Γιώργης με το γιο του Γιάννη. Τους συναντάμε τούτη την ώρα να βγάζουν τα κουλούρια. Χορτόπιτες και τυρόπιτες, με παραδοσιακό χειροποίητο φύλλο, είναι ήδη έτοιμες από ώρα. Το ψωμί από προζύμι θα βγεί λίγο αργότερα.

Παλιό σταθμό τραίνου θυμίζει το μαγαζί με τις χαρακτηριστικές δίρριχτες σκεπές. Χτίστηκε στα πρώτα χρόνια του 1900 και για μεγάλο διάστημα ήταν εμπορικό κατάστημα με ποικίλα προϊόντα. Το 1970 η οικογένεια Δροσίτη άναψε εδώ τον παραδοσιακό ξυλόφουρνο, τόσο απαραίτητο για τις ταβέρνες και τους κατοίκους του χωριού.

Ωραίο παλιό δάπεδο, μαλτεζόπετρες και πυρότουβλα και, πάνω από την πόρτα της εισόδου, μια καλλιτεχνική επιγραφή που μας υπενθυμίζει ότι εδώ θα βρούμε, «τον άρτον ημών τον επιούσιον».

Σε υψόμετρο 400 περίπου μέτρων η μεγάλη πλατεία του Λαύκου είναι στρωμένη με πλάκες πηλιορείτικες, ορθογώνιες και τετράγωνες. Οι πλάκες αυτές αντικατέστησαν το παλιό λιθόστρωτο δάπεδο στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Οι επεμβάσεις όμως των νεοτέρων δεν σταμάτησαν εκεί. 25 χρόνια μετά άρχισαν συστηματικά να ξηλώνουν ή να καλύπτουν με πλάκες και τσιμέντο τα παλιά καλντερίμια, περίτεχνα στρωμένα με πέτρες φυτευτές. Ήταν μια εξέλιξη που στέρησε τον Λαύκο από το σύνολο σχεδόν των παραδοσιακών του καλντεριμιών. Ελάχιστα πια δείγματα σε κάποιους αθέατους παράδρομους, απομένουν.

 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΑΥΚΟ

 

Για τον αμύητο περαστικό η αρχική εικόνα του Λαύκου είναι απογοητευτική, σχεδόν απωθητική. Πράγματι, ο επαρχιακός δρόμος που φτάνει από την Αργαλαστή, διασχίζει τις ανατολικές παρυφές του οικισμού, περνώντας ανάμεσα από επαγγελματικές εγκαταστάσεις και αδιάφορα τσιμεντόσπιτα. Από τον κύριο οικοδομικό ιστό το μόνο που διακρίνεται είναι το ανώτερο τμήμα του καμπαναριού, οι κορυφές των κυπαρισσιών και οι στέγες των σπιτιών. Αν λοιπόν κάποιος περάσει απλά έξω απ’ το χωριό και συνεχίσει, θα μείνει με την εντύπωση πως ο Λαύκος είναι ένας κοινότατος, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον οικισμός. Μια άποψη βέβαια πέρα για πέρα λανθασμένη. Που ανατρέπεται απόλυτα μόλις ανηφορίσουμε μερικές δεκάδες μέτρα προς το κέντρο του χωριού. Εδώ αρχίζει να αποκαλύπτεται, σταδιακά όμως και όχι μια κι έξω, όλη η κρυμμένη γοητεία του Λαύκου. Πού αποτυπώνεται αρχικά στην μεγάλη πλατεία, σημείο αναφοράς για ντόπιους και επισκέπτες.

Την καθημερινή της ζωή η πλατεία την ξεκινάει απ’ τα χαράματα στο καφενεδάκι του Μανώλη. Την τερματίζει αργά τη νύχτα στην καφετέρια και στις τρεις μεγάλες ταβέρνες. Που για τους μερακλήδες του τσίπουρου ξεκινάνε από νωρίς με ωραία και πρωτότυπα μεζεδάκια. Αργότερα σερβίρονται πιάτα παραδοσιακά της ελληνικής κουζίνας και ποικιλία ντόπιων κρεατικών που καλύπτουν όλο το φάσμα των γαστρονομικών μας απαιτήσεων.

Είναι αληθινή ευχαρίστηση ν’ απολαμβάνουμε τώρα το καλοκαίρι όλες αυτές τις λιχουδιές στα απλόχωρα τραπεζάκια, κάτω από τη δροσιά και τον παχύ ίσκιο των οχτώ πανύψηλων πλατανιών. Τα περισσότερα απ’ αυτά φυτεύτηκαν το 1887.  Ήταν η χρονιά που μεταφέρθηκε το νεκροταφείο και άρχισε να χτίζεται η νέα, μεγαλύτερη εκκλησία στη θέση της μικρότερης παλιάς.

Κυρίαρχα, ωστόσο, δέντρα φημισμένα στην πλατεία είναι τα δυο κυπαρίσσια, μπροστά στην εκκλησία. Το ένα μάλιστα απ’ αυτά είναι γιγάντιο, αληθινό μνημείο της φύσης.

– Πρέπει να φυτεύτηκε γύρω από τα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα, μας λέει ο Δημοτικός Σύμβουλος Στάθης Χαρανάς. Και για να μην σπάσει η πανύψηλη κορυφή του απ’ τον αέρα και το χιόνι, όπως άλλων κυπαρισσιών, οι χωριανοί αποφάσισαν στις αρχές του 20ου αιώνα να την κόψουν.

Ο Δημήτρης Λαμπαδάρης στο βιβλίο του «ΛΑΥΚΟΣ, Το αρχοντοχώρι του Νότιου Πηλίου», αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «… το ένα γλύτωσε από τον ξεριζωμό γιατί έκοψαν την κορυφή του και περιορίστηκε το ύψος του.

Έτσι δόθηκε η ευκαιρία στους μικρούς μαθητές να αναδεικνύουν τις αναρριχητικές τους ικανότητες φθάνοντας μέχρι το «Κομμένο», που θεωρούνταν τότε μεγάλη επιτυχία».

Παρατηρώντας προσεκτικά το κυπαρίσσι διαπιστώνουμε, πως τα τελευταία 100 χρόνια μετά το κόψιμο της κορυφής του, ό,τι έχει χάσει σε ύψος το έχει κερδίσει σε περιφέρεια και όγκο κλαδιών, που, δυο μέτρα πάνω από το έδαφος, σχηματίζουν μια πυκνή, εντυπωσιακή ομπρέλλα. Με τη βοήθεια του Χρήστου Φώτου, του οικοδεσπότη μας στον «Ξενώνα των Χρωμάτων», μετράω την περίμετρο στο πιο ογκώδες τμήμα του κορμού. Φτάνει τα 6,5 μέτρα (!), διάσταση πολύ αξιόλογη αλλά και σπάνια για δέντρο κυπαρισσιού.

Δίπλα από την εκκλησία ορθώνεται το πανύψηλο, νεοκλασσικής τέχνης κωδωνοστάσιο, καθώς και η προτομή του δωρητή του, Αριστείδη Πολίτη. Ο Λαυκιώτης ευεργέτης μετανάστευσε μικρός στην Αμερική, πρόκοψε αλλά δεν αξιώθηκε ως το τέλος της ζωής του να γυρίσει στην πατρίδα.

Το μεγαλύτερο τμήμα της ανατολικής πλευράς της πλατείας καταλαμβάνει το όμορφο κτίριο του Δημαρχείου του Δήμου Σηπιάδος. Εκεί πιο πίσω είναι ο χώρος στάθμευσης και η παιδική χαρά.

– Αυτό τον χώρο κοσμούσε το περίφημο νεοκλασσικό κτίριο, που από το 1904 στέγαζε το Παρθεναγωγείο του Λαύκου, μου λέει ο Μανώλης. Δυστυχώς το 1957 κατεδαφίστηκε. Ακόμα θυμάμαι τα μάρμαρα στις πόρτες και στις σκάλες. Όπως βέβαια και τα ποικίλα μαγαζιά, που κάλυπταν όλες τις δραστηριότητες και τις τέχνες του ανθρώπου. Ήταν το «Μικρό Πολυτεχνείο», όπως λέγαμε τότε το χωριό.

Στα τόσα πολλά και σημαντικά της πλατείας δεν θα μπορούσε να μην έχει θέση κι ένας αυθεντικός χώρος πολιτισμού. Είναι το «Φάμπειο Μουσείο», στο Β τμήμα της πλατείας, που στεγάζεται στο παλιό Δημοτικό Σχολείο του χωριού. Στον αύλειο ήδη χώρο είναι εκτεθειμένα μερικά υπέροχα γλυπτά του ζωγράφου και γλύπτη Θανάση Φάμπα, που γεννήθηκε στον Λαύκο το 1922. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής τα πήρε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών και στη συνέχεια στο Ινστιτούτο Καλών Τεχνών του Βουκουρεστίου. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Φάμπας έχει διατρέξει μια πολυδιάστατη και εξαιρετικά σημαντική καλλιτεχνική διαδρομή, με πολλές διακρίσεις και εκθέσεις ατομικές και ομαδικές στην Ελλάδα και στον κόσμο.

Θαυμάζουμε για αρκετή ώρα το απόλυτα προσωπικό ύφος και την τεχνοτροπία του καλλιτέχνη, με την χρήση των απαλών χρωματικών τόνων και την έξοχη παρουσία των γυναικείων μορφών που κυριαρχούν θεματικά στην πλειονότητα των έργων του.

Η γραφικότητα όμως του Λαύκου δεν περιορίζεται μόνον στην πλατεία. Κάθε δρομάκι στενό ή φαρδύ, επίπεδο ή επικλινές, στρωμένο με πλάκες ή με παλιό λιθόστρωτο, αποκαλύπτουν γωνιές και όψεις του Λαύκου ποικίλες και με μεγάλο ενδιαφέρον. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική είναι παρούσα στο μεγαλύτερο τμήμα του οικισμού.

Οι λίγες σύγχρονες επεμβάσεις είναι ανίσχυρες να επηρεάσουν την πηλιορείτικη φυσιογνωμία του τόπου. Που είναι ανεξίτηλα αποτυπωμένη στις θαυμάσιες τοιχοποιίες των πέτρινων σπιτιών, στα μαρμάρινα υπέρθυρα με τα πλούσια λιθανάγλυφα, στα μαρμάρινα σκαλιστά φουρούσια που τόσο συχνά συναντάμε στα μπαλκόνια του Λαύκου με τα βαριά σφυρήλατα κάγκελα. Και ακόμη στις ανάγλυφες χρονολογίες κατασκευής των σπιτιών, που αποπνέουν την αίγλη του 19ου αιώνα στα παλιά αρχοντικά και των αρχών ή μέσων του 20ου αιώνα στα μεταγενέστερα νεοκλασσικά.

Περιποιημένες αυλές, περιβολάκια και λουλούδια, καθαροί πλακόστρωτοι δρόμοι με ελάχιστη παρουσία τροχοφόρων χαρακτηρίζουν τις γειτονιές του Λαύκου. Έστω κι αν έχουν λείψει σε μεγάλο βαθμό τα παραδοσιακά καλντερίμια, είναι μεγάλη ευχαρίστηση να περιδιαβαίνουμε στους δρόμους και ν’ ανακαλύπτουμε συναρπαστικές λεπτομέρειες από το αρχιτεκτονικό παρελθόν του μεγάλου οικισμού.

 

ΣΤΟΝ «ΞΕΝΩΝΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ»

 

Ως πού μπορεί να φτάσει το μεράκι ενός ανθρώπου; Αν ψάχνουμε την απάντηση εδώ στο Λαύκο, δεν έχουμε παρά να κατηφορίσουμε 50 περίπου μέτρα ΒΔ της πλατείας. Εκεί θα συναντήσουμε μπροστά μας τον «Ξενώνα των Χρωμάτων». Κυρίως όμως θα γνωρίσουμε τους οικοδεσπότες μας, τον δικηγόρο Βόλου Χρήστο Φώτου και τη γυναίκα του Ελένη.

Και μέσα σε λίγα λεπτά θ’ αντιληφθούμε τι σημαίνει μεράκι, συλλεκτική ιδεολογία και αγάπη για το παρελθόν και την ιστορία της γενέθλιας γης της Θεσσαλίας και πιο ειδικά της Μαγνησίας.

– Από χρόνια ασκούσαν πάνω μου μια ακατανίκητη έλξη τα βιβλία των παλιών περιηγητών και ιστορικών, Ελλήνων και ξένων, που αναφέρονται στην Θεσσαλία. Τον θαυμασμό μου όμως προκαλούσαν και τα χαρακτικά του 16ου και των επόμενων αιώνων, έργα σπουδαίων Ευρωπαίων καλλιτεχνών.

Τα θέματά τους ήταν εμπνευσμένα από την Θεσσαλική τοπιογραφία, αρχαιολογία και χαρτογραφία, παραδοσιακές ενδυμασίες και εικόνες από την καθημερινή ζωή εκείνης της εποχής, μιας εποχής που έχει παρέλθει οριστικά. Ήταν ένας πραγματικός θησαυρός για τον τόπο μου, άγνωστος στο ευρύ κοινό, που είχαν δημιουργήσει μεγάλοι χαράκτες, ζωγράφοι, περιηγητές και χαρτογράφοι.

Ξεκίνησε λοιπόν ο Χρήστος Φώτου, αρχικά την έρευνα και στη συνέχεια τη συλλογή των σπάνιων αυτών έργων με υπομονή  και αγάπη. Ήταν μια πολύχρονη προσπάθεια, που απέφερε την «Συλλογή Φώτου», μέρος της οποίας έχει εκτεθεί το 1998 στο Μουσείο της Μακρυνίτσας. Το μεγάλο όμως όραμα του Χρήστου ήταν η δημιουργία ενός ιδιαίτερου χώρου, όπου θα εκτίθετο μόνιμα ένα τμήμα της συλλογής. Στον Λαύκο, ένα από τα πιο παραδοσιακά πηλιορείτικα χωριά, εντόπισε το μισοερειπωμένο Αρχοντικό Κρυστάλλη, σε επιβλητικό κτίσμα του 1861. Οι πολυετείς προσπάθειες ανάπλασης απέδωσαν καρπούς. Τον Οκτώβριο του 2007 ο «Ξενώνας των Χρωμάτων», ο μοναδικός εικαστικός ξενώνας του Πηλίου, άρχισε να υποδέχεται ενοίκους και επισκέπτες.

Με τον καλό μας Βολιώτη φίλο και συνεργάτη, τον δικηγόρο Κυριάκο Παπαγεωργίου, είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε, ήδη από τα πρώτα στάδια λειτουργίας του, τον ξενώνα.

Μας είχε εντυπωσιάσει η εκπληκτική ποιότητα ανάπλασης του αρχοντικού, με την άριστα δουλεμένη πέτρα και το ξύλο, τη διατήρηση αυτούσιων των αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών. Στη συνέχεια είχαμε εκτιμήσει ιδιαίτερα την θαυμάσια επιλογή των χρωματικών τόνων και την εναλλαγή τους από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ήταν ένας πραγματικός «Ξενώνας των Χρωμάτων». Η αποκάλυψη βέβαια ήταν η συναρπαστική ξενάγηση του Χρήστου στα έργα τέχνης, ανηρτημένα στους τοίχους του σαλονιού και των δωματίων.

Σήμερα, ενάμισι χρόνο μετά, έχουμε την τύχη να διαμένουμε σ’ αυτό το τόσο ιδιαίτερο κατάλυμα και συγκεκριμένα στη σουίτα του ORTELIUS. Ο εξαίρετος χώρος με το υπνοδωμάτιο και το καθιστικό οφείλει το όνομά του στην χαλκογραφία του 1590, του περίφημου χαρτογράφου Abraam Ortelius. Θέμα της είναι τα Τέμπη, με την απεικόνιση του Πηνειού, του Ολύμπου και του θρόνου του Διός. Υπάρχει επίσης ένας χαλκόγραφος χάρτης του G. Mercator, φιλοτεχνημένος το 1606 – 1638. Τα τέσσερα σιδερόφρακτα παράθυρα της σουίτας μας χαρίζουν μοναδική θέα στον Παγασητικό με τα νησιά του, σε τμήμα του Λαύκου, στον ορεινό όγκο του Τισσαίου. Μια λεπτομέρεια που έχει διατηρηθεί είναι το ιδιόμορφο παράθυρο της «λαδέρας» ή «καταχύστρας», απ’ όπου εκτοξεύετο καυτό λάδι σε ληστές ή επίδοξους εισβολείς. Τα δίκλινα δωμάτια, οι σουίτες αλλά και το παράσπιτο της αυλής μας εκπλήττουν  με τα σπάνια έργα της συλλογής του Χρήστου, με τη συνολική ποιότητα διακόσμησης και επίπλωσης αλλά και τα θαυμάσια ανατομικά στρώματα, από τα ωραιότερα που έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα. Κάθε χώρος έχει τη δική του μοναδική προσωπικότητα και οφείλει το όνομά του στον μεγάλο καλλιτέχνη, έργο του οποίου φιλοξενεί.

 

ΣΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΛΙΝΑ

 

Σήμερα πίνουμε τον πρώτο καφέ της μέρας όχι στα τραπεζάκια του Μανώλη με θέα στην πλατεία αλλά και στη βεράντα του ξενώνα, αγναντεύοντας τον Παγασητικό και την επιμήκη κορυφογραμμή του Τισσαίου. Με τον πλούσιο μπουφέ είμαστε εγκρατείς. Προβλέπεται να περπατήσουμε στο φημισμένο καλντερίμι, που, πριν γίνουν οι δρόμοι, συνέδεε τον Λαύκο με το επίνειό του, τη Μηλίνα.

Ξεκινάμε από τον ξενώνα και στα 30 περίπου μέτρα συναντάμε στενό και μισοκρυμμένο αλλά αυθεντικό καλντερίμι, που με έντονη κλίση κατηφορίζει αριστερά. Σ’ ένα λεπτό περνάμε έξω από το Μουσείο Ραδιοφώνου «Αντώνης Ταβάνης», που τούτη την πρωινή ώρα είναι κλειστό. Μερικά μέτρα μετά συναντάμε την πασίγνωστη «Παλιόβρυση», κάτω από αιωνόβιο πλάτανο. Σ’ αυτή τη ρεματιά, απόκρυφη από τα μάτια των πειρατών, έφτασαν περί τα τέλη του 15ου και τις αρχές του 16ου αιώνα οι πρώτοι οικιστές, που δημιούργησαν τον πυρήνα του μετέπειτα οικισμού. Οι οικιστές προήρχοντο από διάφορα μέρη της Ελλάδας: Κυκλαδονήσια, Ήπειρο, Πελοπόννησο, Χαλκιδική, Αλμυρό, Πηλιορείτικα χωριά. Με όλον αυτό τον εποικισμό ο Λαύκος αριθμούσε στα 1815, σύμφωνα με τον Αργ. Φιλιππίδη, 500 σπίτια. Πλατάνια, συκιές και καρυδιές ρίχνουν πάνω μας παχειά σκιά. Πίνουμε λίγο δροσερό νερό, διασχίζουμε το πέτρινο γεφυράκι στην κοίτη της ρεματιάς και ανηφορίζουμε ελαφρά αντικρύζοντας το εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής ψηλότερα δεξιά.

Σκιερό το μονοπάτι κάτω από πυκνές άριες, δάφνες και πουρνάρια, μας οδηγεί πολύ γρήγορα στα δυτικά ψηλώματα του Λαύκου. Προβάλλει απέναντί μας το όμορφο χωριό με τα μεγάλα σπίτια, τις συστάδες του πράσινου και τα κόκκινα κεραμίδια. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα σκουρόχρωμα κυπαρίσσια και η πανύψηλη σιλουέττα του λευκού καμπαναριού. Μετά τα τελευταία σπίτια αρχίζει το καλντερίμι. Ο Λαυίκος μένει πίσω μας, μια άλλη θέα συναρπαστική και πολυποίκιλη διαφεντεύει ήδη τον ευρύτατο ορίζοντα. Είναι αρχικά η πανοραμική κάτοψη του εκτεταμένου οικισμού της Μηλίνας. Και αμέσως μετά τα γραφικότατα φιόρδ που σχηματίζονται ανάμεσα στα παράλια της Μηλίνας και στο νησάκι του Αλατά. Πιο πίσω ακόμη διαγράφεται το τόσο αγαπημένο από χρόνια νησί του Τρίκερι. Κοντά του, στα δεξιά, αναδύονται τα μικρούλικα, ακατοίκητα Πυθονήσια. Εκεί, πριν λίγα χρόνια, ζήσαμε σε αντίσκηνο το συναρπαστικότερο τετραήμερο της ζωής μας με πλήρη απομόνωση και ολοκληρωτική απεξάρτηση από τα «αγαθά του πολιτισμού». Ψηλά στ’ αριστερά, 600 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, μας γνέφει ένας άλλος παλιός γνώριμος, ο κακοτράχαλος ορεινός όγκος του Τισσαίου.

Την ευτυχία της όρασης συμπληρώνει η μεγάλη ευχαρίστηση της πεζοπορίας πάνω στο υπέροχο λιθόστρωτο με τις φυτευτές στο έδαφος πέτρες, που με τόση μαστοριά καλύπτουν το μονοπάτι. Ήπιες κλίσεις, προστατευτικό τοιχαλάκι και περίτεχνες στροφές. Είναι μια πορεία ασφαλής και ξεκούραστη ανάμεσα σε φυσικό περιβάλλον κατάφυτο από αβατσινιές, λαδανιές, νεαρές ελιές και κουμαριές.

Μισή περίπου ώρα μετά την αναχώρησή μας το μονοπάτι επιφυλλάσσει στους πεζοπόρους του μια έκπληξη ωραιότατη. Είναι μια παλιά πέτρινη πηγή με πλούσια ροή δροσερότατου νερού. Δίπλα της βρίσκεται το εκκλησάκι της Παναγιάς της «Μεσοσπορίτισσας», που οι ντόπιοι ονομάζουν «Μοναστηράκι». Γραφικότατος ο ναΐσκος, τυπικό δείγμα πηλιορείτικου εξωκκλησιού με ασβεστοχρισμένους τοίχους και τρούλλο πλακοσκέπαστο.

Απολαμβάνουμε για μερικά λεπτά το εξαίσιο περιβάλλον, τα τιτιβίσματα των πουλιών στα μικρά πλατάνια της ρεματιάς. Ύστερα, απαλλαγμένοι από δίψα και ιδρώτα, συνεχίζουμε το καλντερίμι, που σε κάποια σημεία ξεπερνάει σε πλάτος τα 3 μέτρα. Να και μια ολάνθιστη μυρτιά. Μας χαρίζει το αιθέριο, λεπτεπίλεπτο άρωμά της.

Πλησιάζουμε στα πρώτα εξοχικά σπίτια της Μηλίνας. Μια παράκαμψη στ’ αριστερά μας οδηγεί μετά από 100 περίπου μέτρα στην κοίτη πλατανοσκέπαστης ρεματιάς. Εδώ δίπλα είναι χτισμένα δυο ωραία πέτρινα σπίτια, το ένα του 1924. Εσπεριδοειδή και μεγάλο πιθάρι, στην αντικρινή όχθη το ξωκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής. Δίπλα του ένα ερειπωμένο λιοτρίβι, χωρίς σκεπή, με χορταριασμένο εσωτερικό, σιδερένια κάγκελα στα παράθυρα και τοιχοιποιΐα που παραμένει όμορφη ακόμη.

Το καλντερίμι πλησιάζει προς το τέλος του. Να οι τσιμεντόδρομοι με τα πρώτα αυτοκίνητα. Η λιθόστρωτη παράδοση είναι ήδη παρελθόν.

 

ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΧΑΤΖΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 

Πάνω από την εκκλησία της Αγ. Παρασκευής, στα Δ του οικισμού, αρχίζει ένας περιφερειακός ασφαλτόδρομος με κατεύθυνση Β και στη συνέχεια Α. Περνάει από τις παρυφές του χωριού, όπου τα τελευταία χρόνια έχουν χτιστεί αρκετές μονοκατοικίες, που μιμούνται την πηλιορείτικη αρχιτεκτονική αλλά διαφέρουν τελείως από την τόσο χαρακτηριστική αρχιτεκτονική του Λαύκου. Στο Β τμήμα του περιφερειακού δρόμου, 40 περίπου μέτρα μετά τις ελαιαποθήκες του Λαμπαδάρα, ξεκινάει ένας δρομίσκος – χωρίς σήμανση -, που λίγα μέτρα μετά μετατρέπεται σε καλοφτιαγμένο λιθόστρωτο μονοπάτι. Είναι η αρχή του παραδοσιακού μονοπατιού που κάποτε συνέδεε τον Λαύκο με την Αργαλαστή. Σήμερα, μετά την πολύχρονη αχρησία, σε πολλά σημεία έχει κλείσει  ή έχει χαθεί εξαιτίας των δρόμων που έχουν διανοιχθεί.

Κατηφορικό το καλντερίμι μας οδηγεί σε 3 μόλις λεπτά στην μεγάλη πετρόχτιστη κρήνη του Χατζή. Είναι παλαιό κτίσμα, στο αρχικό τμήμα του οποίου έχουν προστεθεί νεότερα. Η διαφορά της τοιχοποιίας είναι εμφανής. Για λίγα λεπτά καθόμαστε στη σκιά του υπεραιωνόβιου πλατανιού με συντροφιά τον ήχο της αδύνατης ροής, τον μακρινό ορίζοντα και την πυκνότατη βλάστηση που κυριαρχεί παντού.

Κατευθυνόμαστε ήδη προς την πολύ δημοφιλή Μονή του Αγ. Αθανασίου. 500μ. μετά την πλατεία, στον δρόμο προς την Αργαλαστή, στρίβουμε σε χωματόδρομο δεξιά. Στο 1,5 χλμ. συναντάμε αριστερά μας το γραφικό εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία και στα 2,5 χλμ. περνάμε μπροστά από το όμοιας αρχιτεκτονικής εκκλησάκι του Αγ. Παντελεήμονα. Μαζί μας είναι και ο γραμματέας του Δήμου Σηπιάδος Δημήτρης Γιαννακός. Με βατό χωματόδρομο και μέσα από πυκνή θαμνώδη βλάστηση φτάνουμε μετά από 6,3 χλμ. μπροστά στις εγκαταστάσεις της μονής. Ο τόπος είναι πολύ ειδυλλιακός, μια γλυκύτατη κοιλάδα με υψόμετρο 150 μέτρων, χαμένη μέσα στη φύση, μακρυά από κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα.

Ένας ψηλός, ισχυρός τοίχος περιβάλλει τη μονή. Η ξύλινη αυλόθυρα είναι βαριά, με δεκάδες μεγάλα πλατυκέφαλα καρφιά. Για το άνοιγμά της επιστρατεύει ο Δημήτρης ένα τεράστιο χειροποίητο κλειδί, σαν κι αυτά που ανοίγαν άλλοτε τα παλιά αρχοντικά, τους πύργους του Μεσαίωνα. Πίσω από την αυλόθυρα αποκαλύπτεται ο πλακόστρωτος αύλειος χώρος της μονής με το πηγάδι, τα λουλούδια και τα δέντρα, το καθολικό, τις βοηθητικές εγκαταστάσεις και τα κελλιά. Το καθολικό είναι βυζαντινού ρυθμού, μονόχωρο και λιτό, με ελάχιστα ζωγραφικά μοτίβα στο εσωτερικό του τρούλλου.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εξωτερικά το καθολικό, με τις εκπληκτικές λιθανάγλυφες διακοσμήσεις του Ζουπανιώτη γλύπτη Σπύρου Μίλιου. Είναι τέτοια η λεπτοδουλειά του καλλιτέχνη τόσο στην κτητορική επιγραφή όσο και στις παραστάσεις του κυρτού του ιερού, που μοιάζει με αληθινό κέντημα σε μάρμαρο. Ο Βολιώτης μάλιστα λαογράφος Κίτσος Μακρής ανέφερε το 1958 εγκωμιαστικά ότι «.. σχηματοποίηση, έντονη διακοσμητική διάθεση, έξαρση του κυρίου θέματος και τεχνική αρτιότητα συγκεντρώνονται στα λαϊκά αυτά ανάγλυφα».

50 μόλις μέτρα έξω απ’ τη μονή ρέει το πλατανοσκέπαστο ρέμα «Αξυλίθρα», που μετά από 2,5 περίπου χλμ. καταλήγει στην παραλία της Πάλτσης. Ακόμα κι αυτή την άνυδρη εποχή εξακολουθεί να τρέχει, ενώ την περίοδο του χειμώνα κατεβάζει πολύ νερό. Στις λάσπες του διακρίνονται ίχνη αγριογούρουνων, ενώ δεν λείπουν οι νεροχελώνες και τα χέλια.

 

ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ

Καθώς κατηφορίζουμε το καλντερίμι προς την Παλιόβρυση συναντάμε το Μουσείο Ραδιοφώνου «Αντώνης Ταβάνης». Στεγάζεται στο διώροφο πέτρινο αρχοντικό που παραχώρησε στον Πολιτιστικό Σύλλογο Λαυκιωτών «Η Δράση», η εικαστικός και μέλος του Συλλόγου Μάγδα Καραστάθη. Το όνομα του Μουσείου εδόθη από τον Σύλλογο προς τιμήν του Αθηναίου γλύπτη, ποιητή αλλά και λάτρη του ραδιοφώνου Αντώνη Ταβάνη, που εγκαταστάθηκε το 1990 στον Λαύκο και πέθανε το 2006, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αναβίωση του Συλλόγου.

Τι είναι όμως το Μουσείο Ραδιοφώνου; Είναι το μοναδικό στο είδος του στην Ελλάδα, που από τις 26 Οκτωβρίου 2008 φιλοξενεί 100 συλλεκτικά ραδιόφωνα, κατασκευασμένα από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 ως το 1960. Τα ραδιόφωνα αυτά παραχώρησε ευγενικά από την μεγάλη του συλλογή ο Γερμανός συλλέκτης WILFRIED SCHOEPS. Την όλη προσπάθεια υποστήριξε οικονομικά ο Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων και προσωπικά η Διευθύντρια της Πινακοθήκης και των Μουσείων του Δήμου Αθηναίων, ιστορικός τέχνης, Νέλλη Κυριαζή, καθώς και η επιμελήτρια καλλιτεχνικών εκδόσεων Σαλώμη Παπαδοπούλου, χάρη και στη μεσολάβηση του κατοίκου Λαύκου, ηθοποιού Δημήτρη Πιατά.

Με ιδιαίτερη ευγλωττία αλλά και πληθώρα τεχνικών γνώσεων ο ξεναγός μας Στάθης Ν. Σφονδυλιάς μας παρουσιάζει ταυτότητα και χαρακτηριστικά μοντέλων που άφησαν εποχή στον κόσμο του ήχου, ένα Ιταλικό του 1938 με ξύλο και λινάτσα, ένα SABA του 1932, ένα Αγγλικό του 1936, ένα PHILLIPS ξύλινο του 1939, τραντζίστορς Αμερικάνικα ZENITH ΚΑΙ RCA παγκόσμιας λήψης και τόσα πολλά και αξιόλογα εκθέματα ακόμη. Και, όπως αναφέρει η Νέλλη Κυριαζή, «τα ραδιόφωνα που επιλέχθηκαν προσεκτικά από τον ίδιο τον Γερμανό συλλέκτη, παρακολουθούν την πορεία, τις τεχνικές εξελίξεις και τις αισθητικές μεταμορφώσεις αυτού του μέσου. Μερικά απ’ αυτά, ειδικά τα παλαιότερα, έχουν τον χαρακτήρα καλλιτεχνικού αντικειμένου. Πλαισιωμένα με φωτογραφίες από παλιά βιβλία και ενημερωτικό υλικό αφηγούνται στον επισκέπτη την ιστορία τους, ανακαλούν μνήμες και συγκινησιακές φορτίσεις ή, απλά, πληροφορούν τους διαδικτυακούς καταναλωτές ταχύτητας, για μια άλλη καταγραφή ροής του πραγματικού χρόνου».

 

ΩΡΑΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΟΝ ΛΑΥΚΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΑΡΑΛΙΑ

 

Κατηφορίζοντας το καλντερίμι απ’ την πλατεία φτάνουμε σε λιγότερο από 2 λεπτά στο Αρχοντικό Παρίση. Χτισμένο το 1835 το τριώροφο κτίριο συντηρήθηκε ιδανικά από τον πολιτικό μηχανικό Χρήστο Θεοχαρόπουλο και το 1998 στέγασε το πρώτο κατάλυμα του Λαύκου.

Η ευρύχωρη λουλουδιασμένη βεράντα προσφέρει θέα εξαιρετική στον Παγασητικό και στο Τισσαίο. Το διατηρητέο κτίριο έχει κρατήσει το ύφος και τις ιδιαιτερότητες του παλιού αρχοντικού με τις πολεμίστρες στους παλιούς τοίχους και πολλά παλιά έπιπλα και αντικείμενα, που αποπνέουν τον αέρα μιας άλλης εποχής. Σώζεται ακόμη το τούρκικο συμβόλαιο του σπιτιού, καθώς και ένα παμπάλαιο μπαούλο με τα αρχικά Κ. Π., του πρώτου ιδιοκτήτη Κώστα Παρίση.

Στις ταβέρνες της πλατείας του Λαύκου περνάμε πολλές όμορφες στιγμές, άλλοτε στην μεσημεριανή σκιά των πλούσιων φυλλωμάτων και άλλοτε στις δροσερές ώρες της νύχτας. Τις ώρες τούτες ζωντανεύει ο τόπος με το πλήθος των θαμώνων και την θορυβώδη αλλά τόσο γραφική παρουσία των παιδιών.

Μερικές δεκάδες μέτρα στο δρόμο για το φούρνο είναι και το ταβερνάκι της Μάγδας, με την σκιερή πέργκολα, τα νόστιμα μεζεδάκια, τις λαϊκές τιμές και την φιλόξενη εξυπηρέτηση της Μάγδας. Αλλά και μερικές εκατοντάδες μέτρα στο δρόμο προς τη Μηλίνα ανακαλύπτουμε το «Άγναντο», μια ταβερνούλα αλλά και χώρο πολιτισμικών εκδηλώσεων, με θέα μοναδική στον ευρύτατο στεριανό και θαλάσσιο ορίζοντα. Έκπληξη αποτελούν οι γευστικές δημιουργίες του Γιάννη Μόρφη, που παράλληλα με την τοπική κουζίνα, προτείνει μερικά ιδιαίτερα πιάτα, εμπνευσμένα από τις πολύχρονες αναζητήσεις του στον μεσογειακό χώρο της γεύσης.

Οι προχωρημένες ώρες της νύχτας ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά στη βεράντα του Ξενώνα των Χρωμάτων. Με το φως των αστεριών και των κεριών, άλλοτε μόνοι και άλλοτε με τη συντροφιά της Ελένης και του Χρήστου, αφήνουμε τον χρόνο να κυλάει με ήσυχη κουβεντούλα και απόλυτη γαλήνη.

Πολύ δύσκολα φτάνουν ως εδώ ήχοι άλλοι εκτός από τους μυστικούς, παράξενους ήχους της νύχτας.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αυτή η απόλαυση δεν συγκρίνεται με καμμία, λέει με μισόκλειστα μάτια η Άννα.

Μάταια προσπαθώ να την πείσω, ότι δεν είμαστε εδώ αποκλειστικά για διακοπές, ότι κάποτε πρέπει να εγκαταλείψουμε την θάλασσα, να επιστρέψουμε στον Λαύκο. Δεν της δίνω, ωστόσο, άδικο. Τα νερά στην παραλία της Πάλτσης είναι εξωτικά, πολύ δύσκολα αποφασίζει κάποιος να τα αφήσει. Μα, μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει στις παραλίες των Ποτιστικών και της Μελανής; Στον θεαματικότατο Μουρτιά και στις παραλίες του Κατηγιώργη; Ακόμη πιο κοντά είναι η αμμουδιά του Μικρού και μέσα στον κόλπο οι παραλίες του όρμου Βαλτούδι, η ονειρεμένη Τζάστενη, οι μικροί και μεγάλοι κόλποι ως το Τρίκερι. Με ορμητήριο τον ημιορεινό, δροσερό και φιλόξενο Λαύκο όλες οι εκπληκτικές παραλίες του Παγασητικού και του Αιγαίου είναι στη διάθεση του κάθε επισκέπτη, όλης της οικογένειας.

Μα κι όταν δροσίσει ο καιρός, στον φθινοπωρινό και χειμωνιάτικο Λαύκο, μ’ ένα ποτήρι κρασί ή τσίπουρο δίπλα στο αναμμένο τζάκι μπορούμε να ζήσουμε υπέροχες στιγμές.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

– Γιάννης Κίζης, «ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΑ», εκδ. ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΤΒΑ, ΑΘΗΝΑ 1994.

– Δημήτρης Ε Λαμπαδάρης, «Γεννέθλια γη ο ΛΑΥΚΟΣ», ΑΘΗΝΑ 1996

– Κώστας Λιάπης, «ΠΗΛΙΟΝ ΟΡΟΣ», ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΗΛΙΟΥ, ΖΑΓΟΡΑ 2001.

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

 

Θερμά ευχαριστούμε τον Χρήστο Φωτίου και την Ελένη για την μοναδική τους φιλοξενία στον «Ξενώνα των Χρωμάτων» αλλά και για την ολόπλευρη στήριξη του έργου μας.

Ευχαριστούμε επίσης τον καφετζή Μανώλη Φορλίδα, αστείρευτη πηγή πληροφοριών για τον Λαύκο, τον Δημ. Σύμβουλο Στάθη Χαρανά, τον Δημήτρη Γιαννακό και τον Στάθη Σφονδυλιά.

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΛΑΥΚΟΥ:

ΑΠΟ ΒΟΛΟ: 48 χλμ.

ΑΠΟ ΘΕΣ/ΚΗ: 260 χλμ.

ΑΠΟ ΑΘΗΝΑ: 360 χλμ.

 

ΚΩΔΙΚΟΣ ΚΛΗΣΗΣ 24230

ΔΗΜΟΣ ΣΗΠΙΑΔΟΣ: 660050

ΙΑΤΡΕΙΟ ΛΑΥΚΟΥ: 65275

ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΛΑΥΚΟΥ: 66044

ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΑΡΓΑΛΑΣΤΗΣ: 54611

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΑΡΓΑΛΑΣΤΗΣ: 55199

ΜΟΥΣΕΙΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ: 6974 451186

Υπάρχει βενζινάδικο και μηχάνημα ATM PROBANK στην κεντρική πλατεία Λαύκου.

 

ΔΙΑΜΟΝΗ

 

– ΞΕΝΩΝΑΣ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

24230 65225, 6979 547793

 

-Αρχοντικό «ΠΑΡΙΣΗ»

 

-Αρχοντικό «ΓΑΛΑΝΗ», 2423065550

 

-Αρχοντικό «ΚΤΕΝΑ», 2423065562

  • Ενοικ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, 24230

 

back-button
next-button
laukos---notio-pilio laukos---notio-pilio_1 laukos---notio-pilio_2 laukos---notio-pilio_3 laukos---notio-pilio_4 laukos---notio-pilio_5 laukos---notio-pilio_6 laukos---notio-pilio_7 laukos---notio-pilio_8 laukos---notio-pilio_9 laukos---notio-pilio_10 laukos---notio-pilio_11 laukos---notio-pilio_12 laukos---notio-pilio_13 laukos---notio-pilio_14 laukos---notio-pilio_15 laukos---notio-pilio_16 laukos---notio-pilio_17
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories