home Άρθρα Κυπαρισσία: Το αγνάντιο του Ιονίου
Κυπαρισσία: Το αγνάντιο του Ιονίου

Θεωρείται –και πράγματι είναι- η μεγαλύτερη αμμουδερή, ομοιογενής παραλία της Ελλάδας. Το μήκος της είναι εξωπραγματικό, πλησιάζει τα 60 χιλιόμετρα! Πρόκειται, βέβαια για τον αχανή Κυπαρισσιακό κόλπο, που οριοθετείται από το Κατάκολο στο Βορρά και την Κυπαρισσία στο Νότο.

Αυτή την πολιτεία επιχειρούμε να γνωρίσουμε. Όχι μόνον το παραθαλάσσιο, πεδινό της τμήμα αλλά κυρίως τα ψηλώματά της. Γιατί εκεί βρίσκεται η Παλιά Πόλη και το Κάστρο, τα καλνετρίμια και τα στενά, τα παλιά σπίτια κι αρχοντικά, οι παλιές πέτρινες βρύσες, οι άνθρωποι, απλοί και φιλικοί, η απαράμιλλη θέα του Ιονίου. Στις εξοχές της Κυπαρισσίας πεζοπορούμε σ’ έναν πανέμορφο φαράγγι, γνωρίσουμε έναν εμβληματικό Μυκηναϊκό τάφο και ανηφορίζουμε στο Ψυχρόν Όρος, ένα πολύ ιδιαίτερο βουνό. Η Κυπαρισσία είναι τόπος που αφήνει υπέροχες αναμνήσεις, τόσο σε τουρίστες όσο και σε αυθεντικούς περιηγητές.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Κυπαρισσία: Το αγνάντιο του Ιονίου
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ, Μεσσηνία

 

ΤΟ ΑΓΝΑΝΤΙΟ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

Αποχαιρετήσαμε την Κυπαρισσία απρόθυμα, με μισή καρδιά. Σαν να’ ταν ένας καινούργιος φίλος, που παρά την σύντομη γνωριμία μαζί του, προλάβαμε και τον αγαπήσαμε. Αρχικά μας κέρδισε ο τόπος. Ήμερος και ήρεμος, ποικιλόμορφος, επιβλητικός και ιστορικός. Αμέσως μετά μας κέρδισαν οι άνθρωποι. Ευγενικοί και καλοσυνάτοι, εξυπηρετικοί και φιλόξενοι. Αυτοί οι άνθρωποι είναι η ψυχή της Κυπαρισσίας, οι πολύτιμοι πρεσβευτές της. Κάποιοι εγκατέλειψαν υποχρεώσεις και ασχολίες κι ήρθαν μαζί μας, σε αρχαιολογικούς χώρους και μονοπάτια, στα καλντερίμια της Άνω Πόλης και στο Κάστρο. Εκεί όπου εξακολουθεί να χτυπά η καρδιά της παλιάς πόλης με τις γραφικές γειτονιές, την αρχιτεκτονική παράδοση, τους ήρεμους ανθρώπους, που διατηρούν συνήθειες μιας εποχής που έχει οριστικά χαθεί.

 

ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ

Τρία λεπτά. Τόσα χρειαζόμαστε για ν’ απομακρυνθούμε από τους συνωστισμένους δρόμους της Κάτω Πόλης. Ύστερα παίρνουμε την ανηφορική ευθεία της 25ης Μαρτίου και φτάνουμε στην Παλιά Πόλη.(1) Είναι η πανάρχαια πολιτεία, που βρίσκεται στην ίδια θέση για περισσότερα από 4.000 χρόνια! Στην Ιλιάδα αναφέρεται ως «Κυπαρισσήεις», στον κατάλογο των πόλεων που συνεισέφεραν πλοία στην εκστρατεία της Τροίας. Αυτή την θρυλική πολιτεία ξεκινάμε να γνωρίσουμε, η οποία, όπως αναφέρει η Τζίμα Ιμιρζιάδη,(2) «με την αμφιθεατρική της θέση και την εκπληκτική θέα προς το πέλαγος και τον κάμπο, από οποιοδήποτε σημείο σταθείς, αναδίδει μια σπάνια ατμόσφαιρα, υπέροχη και ανάλαφρη την ημέρα και μαγική μόλις πέσει το σκοτάδι».

Δεν είναι υπερβολή. Καθώς φτάνουμε στην Πλατεία της Παλιάς Πόλης, ένας ευρύτατος ορίζοντας απλώνεται ολόγυρά μας. Είναι μια πολυποίκιλη διαδοχή εικόνων, από τα γεωμετρικά οικοδομικά τετράγωνα της Κάτω Πόλης και τον νωχελικό κάμπο, ως την απεραντοσύνη του Ιονίου. Εδώ πάνω ξαποσταίνει το βλέμμα, αλαφρώνει η ψυχή.

Καλώς ήρθατε στην Αρκαδιά, λέει ένας πρόσχαρος άνθρωπος και μας σφίγγει τα χέρια.(3)

Αυτός είναι ο Μπάμπης Μπακολιάς, ο τελευταίος παραδοσιακός μπακάλης της Παλιάς Πόλης, μας εξηγεί ο Αντιδήμαρχος Γιώργος Σαμπαζιώτης.

Μαγαζάτορας τρίτης γενιάς ο Μπάμπης, κληρονόμησε το Παντοπωλείο «Η Παλιά Αρκαδιά», από τον παππού του Χαραλάμπη και τον πατέρα του Παναγιώτη. Παρά τις μαθηματικές σπουδές του προτίμησε να επιστρέψει στην γενέθλια γη και να συνεχίσει το μοναδικό μπακάλικο που έχει απομείνει από το 1920 και εξακολουθεί να λειτουργεί.

Θα πρότεινα ένα τσιπουράκι μα ειν’ ακόμα νωρίς, λέει ο Μπάμπης. Ας πιούμε λοιπόν πρώτα έναν καφέ.

Τον απολαμβάνουμε στο Καφέ-μπαρ «ΕΝΤΕΚΑ και ΕΝΤΕΚΑ», που έχει δημιουργήσει σ’ ένα παραδοσιακό κτίριο ο Κώστας Παντελής. Δίπλα από το επιβλητικό τριώροφο κατηφορίζουμε ένα καλντερίμι με ανοιχτόχρωμη πέτρα. Είναι ένας απ’ αυτούς τους περίφημους πέτρινους σκαλόδρομους της Παλιάς πόλης, που τους περπάτησαν αναρίθμητα πόδια στους αιώνες, κάνοντας τις πέτρες τους λείες, γυαλιστερές.

Το καλντερίμι, στρέφει δεξιά και συνεχίζει προς το θρυλικό «Σταυροπάζαρο». Εκεί ήταν άλλοτε το κέντρο της εμπορικής ζωής, εκεί χτυπούσε ως τα χρόνια του μεγάλου πολέμου η καρδιά της πόλης. Γι’ αυτό το εμβληματικό κομμάτι της πόλης έχει γράψει μερικά έξοχα βιωματικά κείμενα ο, γεννημένος το 1929 στην Κυπαρισσία, Δήμος Χριστόπουλος.(4)

Πριν προλάβουμε να το καταλάβουμε, βρισκόμαστε κιόλας στον χώρο του Σταυροπάζαρου. Που, οφείλει την ονομασία του στους δυο παράλληλους δρόμους και στα δυο καλντερίμια που τους έτεμναν κάθετα και σχημάτιζαν σταυρούς.

Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Χριστόπουλος: «Όλο αυτό το σύμπλεγμα δρόμων…ήταν γεμάτο από συνεχόμενα καταστήματα κάθε λογής, μικρά και μεγάλα, κολλητά το ένα στο άλλο. Κόσμος πολύς, κίνηση μεγάλη, εμπορεύματα άφθονα και ποικίλα, έδιναν όλα μαζί μια εικόνα σπάνιας αγοράς και εξαίσιας ομορφιάς. Ήταν μια αγορά, που συνεδύαζε την αρχοντιά της παλιάς εποχής με το λαϊκό, λίγο ανατολίτικο χρώμα και την οχλοβοή εμποροπανηγυριού. Μια αγορά όπου κυριαρχούσαν οι άξιοι επαγγελματίες με την μεγάλη πείρα και την άψογη συμπεριφορά, που κρατούσαν τις μεταξύ τους συναλλαγές, όπως και τις σχέσεις με τους καταναλωτές σε υψηλό επίπεδο και ήσαν οι δημιουργοί της φήμης εκείνης, που άφησε εποχή».

Την προσοχή μας έλκει ένα σπίτι του πρώιμου 19ου αιώνα, με πέτρα και τουβλάκια. Σε κάποια σημεία διατηρούνται σκόμη οι αυθεντικοί χρωματισμοί. Περνούν από τα μάτια μας εικόνες του παρελθόντος. Μια αυλόθυρα με αψίδα και παραστάδες από πελεκητή πέτρα. Πιο πέρα τα υπολείμματα ενός τούρκικου χαμάμ. Νά κι ένα πετρόχτιστο τριώροφο, με χρονολογία 1866 στο σιδερένιο του υπέρθυρο. Κάποια ίχνη ωραίας ζωγραφικής σώζονται ακόμη στους εσωτερικούς τοίχους, καθώς και το εντυπωσιακό αλλά σκουριασμένο χρηματοκιβώτιο του αρχοντικού που με τους εξαίρετους χώρους και την κορυφαία θέα θα μπορούσε, κατάλληλα αναπλασμένο, να μεταμορφωθεί σ’ ένα κατάλυμα, πραγματικό στολίδι της Παλιάς πόλης.

Ήδη πολύ κοντά μας στα βόρεια ορθώνονται οι ερειπωμένες οχυρώσεις του κάστρου. Πριν από την είσοδο βρίσκεται η μικρή, ιστορική πλατεία του κάστρου με τον πλάτανο και τις δυο βρύσες από την εποχή της τουρκοκρατίας. Η αρχιτεκτονική τους είναι εξαίρετη, στην μια μάλιστα σώζεται εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα με αραβική επιγραφή.

Κάτω από τον πλάτανο βρίσκεται και η προτομή του οπλαρχηγού Γιαννάκη Γκρίτζαλη, που εκτελέστηκε το 1834 από τον κυβερνητικό στρατό του Όθωνα, επειδή επαναστάτησε διαμαρτυρόμενος για τις διώξεις του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. Αμέσως πιο πάνω από την πλατειούλα του κάστρου σώζονται τα ερείπια του μεγάλου τούρκικου τζαμιού και δίπλα του ένα οίκημα, όπου παλιά στεγαζόταν η Νομαρχία, στα χρόνια που η Κυπαρισσία ήταν πρωτεύουσα του νομού Μεσσηνίας, από το 1843 ως το 1903. Σήμερα το κτίριο αυτό προορίζεται να στεγάσει το Λαογραφικό Μουσείο.

 

ΡΟΜΑΝΤΙΚΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Ας απολαύσουμε μερικές γλαφυρές περιγραφές του Δήμου Χριστόπουλου. Η πλατεία του Πλάτανου αποτελούσε την ΒΑ είσοδο στην Πόλη. Ήταν ο πρώτος σταθμός όλων όσοι ερχόντουσαν με τα υποζύγιά τους από τα ΒΑ χωριά της Κυπαρισσίας. Εδώ σχηματιζόταν ένα είδος απρογραμμάτιστης αγοράς. Γιατί εδώ συγκεντρώνονταν όλα τα γεωργικά προϊόντα που έφερναν οι άνθρωποι του μόχθου απ’ τα χωριά τους: σκόρδα, κρεμμύδια, φασόλια, κηπευτικά…

Αυτά έπρεπε πρώτα να πουλήσουν, για να μπορέσουν κατόπιν να μπουν στην κυρίως αγορά και ν’ αγοράσουν αλάτι, φωτιστικό πετρέλαιο, σπίρτα, βακαλάο, σαρδέλλες, χταπόδι, ρύζι, ζάχαρη, μακαρόνια και ό,τι άλλο δεν μπορούσαν να παράγουν οι ίδιοι.

Έτσι περίπου γινόταν η συναλλαγή των χωρικών, που όμως δεν ερχόντουσαν μόνον γι’ αυτό. Ήθελαν παράλληλα να θαυμάσουν την όμορφη πόλη, να χαζέψουν το φημισμένο της παζάρι, να δούνε κίνηση και κόσμο. Και η ταλαιπωρία της πεζοπορίας -ψυχικά τουλάχιστον- δεν τους κούραζε. Γιατί, όταν πατούσαν το πόδι τους στο ποικιλόμορφο παζάρι του Σταυροπάζαρου, αισθάνονταν ψυχική αγαλλίαση τέτοια, που ξεχνούσαν κάθε κούραση. Άλλωστε καθένας θα είχε πολλά να διηγηθεί επιστρέφοντας στο χωριό του, όπου με αδημονία οι συγχωριανοί του αποζητούσαν να μάθουν τα καθέκαστα της Αρκαδιάς και της αγοράς. Το ευχάριστο γι’ αυτούς ήταν, πως όσα προϊόντα κι αν έφερναν, επωλούντο σχεδόν αμέσως. Ήταν μια μεγάλη αγορά δεκαέξι περίπου χιλιάδων, αφού οκτώ χιλιάδες ήσαν οι κάτοικοι της πόλης κι άλλοι τόσοι οι επισκέπτες.

Στην πλατεία όμως του Πλάτανου λειτουργούσαν και κάποια πρόχειρα μικροκρασοπουλιά, όχι από επαγγελματίες αλλά από τους γύρω κατοίκους, που έβγαζαν έτσι ένα μικρό, έκτακτο εισόδημα.

Σε μια φουφού λοιπόν με κάρβουνα, τηγάνιζαν διάφορους μεζέδες, όπως βακαλάο ή κομματάκια από «μπιτζεριές», δηλαδή συκωταριές. Δίπλα, πάνω σ’ ένα πρόχειρο τραπεζάκι, έβαζαν φέτες ψωμί και μια μπουκάλα κρασί, για τη «λιγούρα», όπως έλεγαν. Καθώς όμως άνοιγε η όρεξη, το σερβίρισμα επαναλαμβανόταν δυο και τρεις φορές. Κι ήταν μια πανδαισία ν’ ακούς το τσιτσίρισμα των τηγανιών Γενάρη μήνα, να μοιάζει με την «συμφωνία ήχου» των τζιτζικιών στο λιοπύρι του Αυγούστου. Κι από την άλλη να σου σπάει τη μύτη η τσίκνα των μεζέδων…

 

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

Κατηφορίζουμε από την πλατεία του Πλάτανου την οδό της Ελένης Χαμέρη. Εδώ δεσπόζει ένα παλιό σπίτι με σαχνισί. Ο μισός δρόμος είναι στρωμένος με καλντερίμι, που άλλοτε καταλάμβανε όλο το οδόστρωμα. Λίγο πιο κάτω συναντάμε την πασίγνωστη «Παζαρόβρυση», χτισμένη με πελεκητό πωρόλιθο αλλά με «μή πόσιμο» νερό.

Στην εξώπορτα ενός σπιτιού, παρατηρούμε ένα παράξενο, ογκώδες αντικείμενο, με σχήμα κυλινδρικό. Το μήκος του πλησιάζει το 1.5μ., ενώ η διάμετρός του δεν είναι μικρότερη από 80 εκατοστά. Ασβεστωμένο όπως είναι, δεν δείχνει το υλικό κατασκευής του.

Αν δεν είχε ασβεστωθεί, θα θαυμάζαμε έναν χειροκίνητο οδοστρωτήρα από πελεκητή συμπαγή πέτρα, εξηγεί ο Μπάμπης.

Ανηφορίζουμε προς τον ναό της Αγ. Τριάδας, του 19ου αιώνα, με δεσπόζουσα θέση στην πόλη. Εντυπωσιακές οι διαστάσεις του ναού και υψηλής τέχνης το επιχρυσωμένο, ξυλόγλυπτο τέμπλο. Πολύ σημαντικό κειμήλιο είναι και ο παμπάλαιος επιτάφειος, ενώ μια καμπάνα δεξιά της εισόδου, φέρει χρονολογία 1880.

Πάνω από τον ναό ένας ανηφορικός τσιμεντόδρομος μας βγάζει, στην κατασκευασμένη με εξαιρετική τέχνη «Σταφιδόβρυση», που κι αυτή, δυστυχώς, δεν διαθέτει πόσιμο νερό. Παραδίπλα βρίσκεται και το παλιό εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Δυστυχέστατα η πρόσβαση δεν είναι δυνατή, αφού η αυλόθυρα είναι σφαλισμένη με λουκέτο, τοποθετημένο -ανεξήγητα- από τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου.

Μεσημεριάζει. Τα βήματά μας μας οδηγούν στην Πλατεία της Αρκαδιάς. Σ’ όλη την ανατολική πλευρά της πλατείας υπήρχαν διάφορα μαγαζιά, που περιγράφει ο Δήμος Χριστόπουλος: πολλά μπακάλικα και ταβέρνες, φούρνοι, χασάπικο, ζαχαροπλαστείο και φαρμακείο, μοδιστράδικο, βιβλιοπωλείο, μικρό κουρείο και τόσα άλλα, που φανέρωναν την μεγάλη εμπορική κίνηση εκείνης της εποχής.

Την ίδια ακμή είχε και η δυτική πλευρά της Αρκαδιάς, όπου εξακολουθεί να υπάρχει το κτίριο του παλιού Γυμνασίου. Αρχικά στέγαζε τον ξενώνα με την επωνυμία «Μορφεύς», που ήταν ο αρχαιοελληνικός θεός του Ύπνου. Εδώ μάλιστα, είχε φιλοξενηθεί και ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ (1841-1929) όταν είχε περιοδεύσει στην Πελοπόννησο.

Μας δίνει πολλές πληροφορίες ο Χριστόπουλος για τα μαγαζιά, τους ιδιοκτήτες και τα ήθη της εποχής. Για το κουρείο του Νιόνιου του Μπαρμπόπουλου αναφέρει πως ο ιδιοκτήτης του ήταν ένας ωραίος άνδρας και το κουρείο του από τα καλύτερα της πόλης. «Πελατεία του ήταν κυρίως η πρώτη τάξη της τότε υψηλής κοινωνίας, η λεγόμενη άρχουσα τάξη. Ο Μπαρμπόπουλος ήταν άλλωστε και κομμωτής γυναικών. Αυτό όμως μόνον κατ’ οίκον, κατόπιν παραγγελίας, γιατί οι τότε κυρίες και δεσποινίδες δεν επιτρεπόταν να πηγαίνουν στα κουρεία».

Νομίζω, πως ήρθε η ώρα για ένα τσιπουράκι, λέει ο Μπάμπης.

Βρισκόμαστε στο μπακαλικάκι του, την «Παλιά Αρκαδιά». Για τον παππού του Μπάμπη, τον Χαραλάμπη Μπακολιά, αναφέρει ο Χριστόπουλος ότι «πέραν του ότι ήταν ένας αξιοσέβαστος φαμελίτης, πατέρας έξι παιδιών, υπήρξε και μια ανήσυχη επιχειρηματική φυσιογνωμία. Είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει βιοτεχνία ζαχαροειδών προϊόντων, όπως λουκούμια και γλυκά του κουταλιού. Η ιδέα ήταν άριστη και το ξεκίνημα ενθαρρυντικό. Ήλθε όμως ο πόλεμος του ’40 και μετά η Κατοχή, που ανέκοψαν την ενθουσιώδη προσπάθειά του».

Το εσωτερικό του μπακάλικου διατηρεί ακόμη κάτι από την αύρα της παλιάς εποχής, με την γραφική ακαταστασία και τον συνωστισμό των ποικίλων προϊόντων, πολλά από τα οποία, όπως τυροκομικά, σαλάμι, λάδια και ελιές είναι εξαίρετα ντόπια προϊόντα.

Δυο μικρά στρόγγυλα, σιδερένια τραπεζάκια βρίσκονται στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην είσοδο του μπακάλικου. Μερικοί γείτονες γνώριμοι του Μπάμπη, καθισμένοι στις ψάθινες καρέκλες, πίνουν το τσιπουράκι τους. Οι λαδόκολλες στα τραπέζια και τα πρόχειρα μεζεδάκια ανακαλούν στη μνήμη μου το μπακάλικο του κυρ-Μηνά, στη γειτονιά «Σούγιολου», της γενέτειράς μου της Καβάλας. Έτσι και τότε, καθώς έπαιρνε να μεσημεριάζει, οι θαμώνες έκαναν μια περασιά απ’ του κυρ-Μηνά για δυο-τρία ουζάκια, «για την όρεξη», όπως έλεγαν, πριν από το μεσημεριανό με την οικογένεια.

Να λοιπόν τώρα κι εγώ, βρίσκομαι στη θέση εκείνων των παλιών Καβαλιωτών, τσιμπολογάω με τις οδοντογλυφίδες μου ελίτσες, τσουγκρίζω το ποτήρι μου με τον Μπάμπη και την Άννα. Ωραία είναι. Ωστόσο, καθώς αργά-αργά γυρίζει ο ήλιος, κρύβεται κάποια στιγμή πίσω από τον όγκο ενός σπιτιού. Στη σκιά του η θερμοκρασία πέφτει αισθητά.

Κανένα πρόβλημα, λέει ο Μπάμπης.

Παίρνει το σιδερένιο τραπεζάκι και το πάει στο αντικρινό πεζοδρόμιο, εκεί που χτυπάει ο ήλιος. Βγαίνουν τα μπουφάν, συμπληρώνει ο φίλος μας τα μεζεδάκια με γραβιέρα Άρτας, σαλαμάκι Τρίπολης και ελιές δικής του παραγωγής. Κυλάει το μεσημεράκι γλυκά και συντροφικά…

 

ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ

Απομεσήμερο πια ξεκινάμε για το Κάστρο. Περνάμε δίπλα από μια πέτρινη βρύση που γράφει στην μαρμάρινη πλάκα: «Πάρτε νερό μαζί σας, το μέλλον έχει πολύ ξηρασία. Μιχάλης Κατσαρός». Δυστυχώς από τη βρύση δεν τρέχει σταγόνα νερού.

Περνάμε την είσοδο του Κάστρου, απλή, όχι καμιά καστρόπορτα επιβλητική. Κοντά της, ωστόσο, στην ΝΑ γωνία, η οχύρωση στο επίπεδο του εδάφους είναι εντυπωσιακή. Όπως γράφει ο Γιάννης Γκίκας (5): «Η αρχαία εποχή έχει την ανεξίτηλη σφραγίδα της αποτυπώσει στην νοτιοανατολική γωνία του κάστρου. Είναι κάτι ασήκωτοι ογκόλιθοι, χτισμένοι κατά το «ισοδομικό σύστημα» τοιχοποιΐας, δηλαδή με κανονικές (και ισοϋψείς) οριζόντιες στρώσεις λίθων. (6) Πάνω σ’ αυτά τα τείχη, τα «κυκλώπεια», τα «πελασγικά», όπως θέλετε πέστε τα, είναι χτισμένο το μεταγενέστερο φρούριο».

Κατά την Νικολία Ιωαννίδου, επίσης: «πιθανόν στην ίδια θέση βρισκόταν και η ακρόπολη των κλασσικών χρόνων ή κάποιο άλλο προγενέστερο κτίσμα. Στοιχεία αποτελούν οι πώρινοι δόμοι κτισμένοι κατά το ισόδομο σύστημα με εγχάρακτα ελληνικά γράμματα, που παρατηρούνται ειδικά στον πύργο που προστάτευε το κάστρο από τα νοτιοανατολικά».

Το Κάστρο της Κυπαρισσίας είναι κτισμένο σε βραχώδη λόφο, 150 περίπου μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας στις υπώρειες του όρους Ψυχρό. Η θέση του είναι τέτοια, ώστε να κυριαρχεί στην εύφορη πεδιάδα της Ηλείας και Μεσσηνίας. Σ’ αυτό τον λόφο βρισκόταν η Ακρόπολη της αρχαίας Κυπαρισσίας, ενώ στην παραλία είχε αναπτυχθεί σημαντικό λιμάνι, λείψανα του οποίου έχουν εντοπισθεί και χρονολογούνται περίπου από τον 4ο αι. π.Χ. Η διατηρούμενη οχύρωση έχει σε κάτοψη ακανόνιστο τραπεζοειδές σχήμα, με κάλυψη περίπου 7.000 τετραγωνικών μέτρων.

Μπαίνουμε στο κάστρο, ανηφορίζουμε λιθόστρωτο και σκάλες, ακολουθούμε χωμάτινο δρομάκι ανάμεσα από μεγάλα πεύκα, συναντάμε παλιό κανόνι. Στην δυτική πλευρά της οχύρωσης χάσκει ένα μεγάλο άνοιγμα με τοξωτό υπέρθυρο, που οι ντόπιοι ονομάζουν «μάτι του κάστρου». Νά κι ένα λιλιπούτειο θεατράκι, καλοφτιαγμένο με λαξευτή πέτρα. Περιπλανιόμαστε στο υψηλότερο τμήμα της ακρόπολης με τον ορθογώνιο πύργο, τον λεγόμενο «κεντρική ντάπια» και με τον κυκλικό πύργο, την «μικρή ντάπια», στην ΒΑ γωνία του κάστρου. Μας χαιρετούν δυο χαριτωμένες κοπέλλες. Είναι η Καρολίνα και η Πάολα, που έχουν φτάσει στο κάστρο της Κυπαρισσίας από την μακρινή Αργεντινή.

Κατηφορίζουμε ανάμεσα από τα χαλάσματα της ακρόπολης. «Το κάστρο είναι τόσο ερειπωμένο, που δύσκολα μπορεί κάποιος να το φανταστεί, όπως ήταν στα χρόνια της ακμής του. Ωστόσο, αυτό το ερειπωμένο σήμερα κάστρο, καθώς υψώνεται πάνω από τα σπίτια της σύγχρονης Κυπαρισσίας, φορτωμένο με θρύλους, φέρνει στη μνήμη των νεοτέρων τη μακραίωνη ιστορία της μικρής πολιτείας και τους συνεχείς αγώνες των κατοίκων της».(7) Αγώνες αρχικά ενάντια στους Φράγκους, στη συνέχεια ενάντια στους Τούρκους του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή. Ακολουθεί η Ενετοκρατία και μετά η Β’ Τουρκοκρατία από το 1715 ως το 1821, οπότε η Κυπαρισσία απελευθερώθηκε οριστικά.

Αφήνουμε για τελευταία φορά ν’ αντηχήσουν τα βήματά μας στο υπέροχο λιθόστρωτο του «Μεγάλου Καλντεριμιού» στην καρδιά του Σταυροπάζαρου. Είναι εδώ, όπου με πρωτοβουλία του Νίκου και της Τζίμας Ιμιρζιάδη, και με την συνεργασία του Δήμου, διοργανώνεται τα τελευταία χρόνια στις αρχές Αυγούστου το «Παζάρι Αντικών και Παλαιών Αντικειμένων». Το Παζάρι διαρκεί 6 μέρες και προσελκύει πάνω από 10.000 επισκέπτες απ’ όλη την Ελλάδα.

Στην πόλη όμως χτυπάει η καρδιά κι ενός άλλου οργανισμού. Είναι ο Μορφωτικός Εκπολιτιστικός Σύλλογος Κυπαρισσίας, που ιδρύθηκε 25 χρόνια πριν και, με την Πρόεδρό του Σόνια Τουρκολιά-Ηλιοπούλου, αποτελεί έναν από τους πιο δραστήριους συλλόγους της Μεσσηνίας. Έχει στο ενεργητικό του πληθώρα πολιτιστικών εκδηλώσεων, επιστημονικές ημερίδες, λογοτεχνικές βραδιές. Έχει εκδώσει το εκπληκτικό λεύκωμα «Φωτογραφικές Μνήμες της Κυπαρισσίας». Ανάμεσα στους εκλεκτούς ομιλητές που έχουν κατά καιρούς δώσει διαλέξεις συμπεριλαμβάνονται η Πρύτανις του Πανεπιστημίου των Παρισίων Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, ο Διευθυντής του Πλανηταρίου Διονύσιος Σιμόπουλος, ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής Δημήτρης Νανόπουλος, ο Πρύτανης του Παν/μίου Κρήτης Γεώργιος Γραμματικάκης και τόσοι ακόμη σημαντικοί άνθρωποι του πνεύματος.

Η πόλη της Κυπαρισσίας λοιπόν δεν αρκείται να είναι μόνον κατ’ όψιν όμορφη αλλά φροντίζει παράλληλα να καλλιεργεί τον χαρακτήρα και το πνεύμα αυτών που την κατοικούν.

Περιδιαβαίνουμε ως το σούρουπο την Παλιά Πόλη. Θαυμάζουμε το επιβλητικό Θεοδωρακοπούλειο Νηπιαγωγείο με την πελεκητή πέτρα, τις ανάγλυφες παραστάσεις, τη μνημειακή αυλόθυρα του 1787. Εδώ και ο ωραίος ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου, ένα ωραίο λίθινο καλντερίμι, παλιά βρύση, μονοκατοικίες, αυλές με μπανανιές, πορτοκαλιές και λεμονιές.

Σε μικρή πλατεία βρίσκεται το μαρμάρινο Ηρώο Πεσόντων. Απέναντι μεγάλο ερειπωμένο σπίτι. Δίπλα του ανηφορίζει καλντερίμι με χοντρές πέτρες και ενδιάμεσο αυλακάκι για να κυλάει το νερό. Πιο πάνω τα τελευταία σπίτια της πόλης, πευκοδάσος και η κορυφή του λόφου. Σ’ ένα από τα υψηλότερα σημεία βρίσκεται η παλιά δεξαμενή της ενετικής περιόδου. Εδώ μας οδηγεί τσιμεντόδρομος με πολύ έντονη κλίση, ενώ εντυπωσιακή είναι η μπρούτζινη «Αρκαδιανή μητέρα» με το μωρό της στην αγκαλιά. Περιφερειακός ασφαλτόδρομος μας βγάζει στον κοιμητηριακό ναό του Αγ. Δημητρίου, παμπάλαιο και ερειπωμένο. Συνεχίζοντας με χωματόδρομο στις εξοχές φτάνουμε μετά από λίγα χιλιόμετρα στο εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου, σ’ ένα εξαίσιο οροπέδιο, στους πρόποδες του βουνού. Από εκεί ατενίζουμε την παλιά και νέα πόλη, τον ορίζοντα ως τα βάθη του πελάγους…

 

ΜΙΚΡΗ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΠΟΛΗ

Μετά τις περιγραφές των πολύωρων περιπλανήσεών μας στην Πάνω Πόλη θα πίστευε ίσως κάποιος, ότι η παραθαλάσσια Κυπαρισσία δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον. Δεν είναι αλήθεια. Η Κάτω Πόλη ανήκει σ’ αυτές τις μικρές, προνομιακές πολιτείες, που παρ’ όλη τη σύγχρονη ανάπτυξη διατηρούν ακόμη τον ανθρώπινο χαρακτήρα τους.

Κεντρικός δρόμος είναι η Ελευθ. Βενιζέλου, που διασχίζει την πόλη από τα ΒΑ προς τα ΝΔ. Εδώ η κίνηση είναι ζωηρή. Αυτή άλλωστε είναι και η βασική αρτηρία που οδηγεί προς τους διάσημους προορισμούς της Νότιας Πελοποννήσου Πύλο, Νήσο Σφακτηρία, Γιάλοβα και Βοϊδοκοιλιά, Μεθώνη και Κορώνη. Ωστόσο, και στις συνωστισμένες ακόμα ώρες της ημέρας, δεν αισθανόμαστε ούτε καταπίεση ούτε ασφυξία. Σε κανέναν οδηγό δεν παρατηρούμε τα σύνδρομα της επιθετικότητας, του εκνευρισμού και της βιασύνης που ταλανίζουν τους οδηγούς των μεγάλων αστικών κέντρων. Εξίσου ευχάριστοι για πεζούς και οχήματα είναι οι επίπεδοι δρόμοι, άνετοι και φαρδείς, που αλληλοτέμνονται κάθετα και δημιουργούν μια ρυμοτομία εκπληκτική. Που δεν είναι καθόλου βαρετή, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Φροντίζουν γι’ αυτό οι ποικίλες αρχιτεκτονικές των οικημάτων, η πολυμορφία όψεων και όγκων. Άλλοτε συναντάμε καλοσοβαντισμένα νεοκλασσικά με απαλούς χρωματισμούς και άλλοτε πετρόχτιστα με εμφανή λιθοδομία από πελεκητή πέτρα. Πολλά μπαλκόνια υποστηρίζονται από σκαλιστά μαρμάρινα φουρούσια. Αυλές με λουλούδια και εσπεριδοειδή, κυρίως λεμονιές, χαρίζουν στις γειτονιές της Κυπαρισσίας μια όψη φιλική και ευχάριστη, που τέρπει τον επισκέπτη. Στους κεντρικούς, κυρίως, δρόμους προβάλλουν και αρκετές πολυκατοικίες, που δεν φαίνονται, ωστόσο, να ξεπερνούν τους 4 ορόφους.

Στην ΝΑ έξοδο της πόλης, στην αρχή της Ελ. Βενιζέλου, μας εντυπωσιάζει ένα ισόγειο, μεγάλου μήκους κτίριο με ωραία αρχιτεκτονική αλλά και βαρειά λαβωμένο από την εγκατάλειψη και τον χρόνο. Κάποτε αποτελούσε ένα από τα ιστορικότερα κτίρια της Εθνικής Τραπέζης. Σήμερα ανήκει στον Δήμο Τριφυλίας, που έχει σπουδαία πλάνα ανάπλασης του οικοδομήματος και αξιοποίησής του ως Πνευματικό Κέντρο. Στις αίθουσές του θα φιλοξενείται μόνιμη έκθεση με αντίγραφα των εκπληκτικών ευρημάτων από τις ανασκαφές της Περιστεριάς, καθώς και ποικίλες εκδηλώσεις πολιτισμού. Στον υπάρχοντα υπαίθριο χώρο, επίσης, ο Δήμος φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν θερινό κινηματογράφο.

Στην άλλη έξοδο της πόλης, την ΒΔ, υπάρχει ένα άλλο μνημείο του παρελθόντος. Είναι ο παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός της Κυπαρισσίας με το θαυμάσιο πετρόχτιστο κτίριο της χαρακτηριστικής αρχιτεκτονικής των παλιών σταθμών. Στις γραμμές είναι ακινητοποιημένη μια ατμομηχανή, ενώ η αίθουσα του σταθμού είναι κλειστή.

Από τα μέσα του 2009 ελάχιστα πια τραίνα φτάνουν ως εδώ, μας λέει κάποιος από το καφενείο του σταθμού. Σε λίγο καιρό κι αυτά θα σταματήσουν.

Αυτή η περιοχή της πόλης είναι πολύ σημαντική αφού η αρχαία Κυπαρισσία απλωνόταν στις θέσεις Μούσγα και Φόρος, ΒΑ του σιδηροδρομικού σταθμού. Εκεί αποκαλύφθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα, θεμέλια ισοδομικά χτισμένα με ορθογώνιους πωρόλιθους, καθώς και σπόνδυλοι δωρικών κιόνων από τα μακεδονικά και ρωμαϊκά χρόνια. Το 1926, ανατολικά του σταθμού βρέθηκε νεανικό αγένειο κεφάλι, φτιαγμένο από λεπτόκοκκο μάρμαρο, το οποίο μάλλον ανήκε σε ερμαϊκή στήλη και παρίστανε τον Απόλλωνα ή τον Διόνυσο. Χρονολογήθηκε γύρω στον 4ο αι. π.Χ.

Στην περιοχή αποκαλύφθηκαν και αρκετά χάλκινα και ασημένια νομίσματα με παραστάσεις της Αθηνάς και του Διονύσου. Και, όπως σημειώνει ο συγγραφέας Πέτρος Μπίκος, «σ’ αυτά τα ευρήματα έρχονται να προσθέσουν τη δική τους μαρτυρία για τη συνεχή ζωή και την σημασία της αρχαίας Κυπαρισσίας ιστορικοί, γεωγράφοι και πεζογράφοι της αρχαιότητας». Έτσι λοιπόν την Κυπαρισσία αναφέρουν ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός και γεωγράφος Στράβωνας (63 π.Χ. – 21 μ.Χ.), ο προγενέστερός του ιστορικός Πολύβιος (200-120 π.Χ.), ο Λατίνος συγγραφέας και γεωγράφος Πλίνιος (1ος αι. μ.Χ.), ο μεγάλος περιηγητής Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.), ο Αλεξανδρινός γεωγράφος Πτολεμαίος (138-180 μ.Χ.) και τέλος ο χρονογράφος Ησύχιος τον 6ο αι. μ.Χ. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας, στην πόλη υπήρχε ιερό του Απόλλωνα και της Κυπαρισσίας Αθηνάς. Στην εποχή του μάλιστα η Κυπαρισσία αποτελούσε το μεγαλύτερο σε πληθυσμό κέντρο της Δυτικής Μεσσηνίας.

 

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ «ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑΣ»

Από την Κυπαρισσία κατευθυνόμαστε για Πύργο και πολύ γρήγορα στρίβουμε δεξιά για Ράχες. Από την πλατειούλα του χωριού μια πινακίδα μας οδηγεί προς τα ανατολικά στον αρχαιολογικό χώρο Περιστεριάς. Διασχίζουμε ένα ειδυλλιακότατο τοπίο με πολύπλοκο ανάγλυφο, λιβάδια, λοφίσκους και ελαιώνες. 3.6 χιλιόμετρα μετά, φτάνουμε μπροστά στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου Περιστεριάς. Ο χώρος είναι περιφραγμένος και εκτείνεται σε μια ήπια πλαγιά κατάφυτη με ελαιόδεντρα. 100 περίπου μέτρα Β-ΒΔ της εισόδου συναντάμε τον θολωτό τάφο. Είν’ ένα κατασκευαστικό αριστούργημα, ο τρίτος σε διάσταση θολωτός τάφος στην Ελλάδα, με διάμετρο 12 μέτρα και ίσο περίπου ύψος. Η αντήχηση των βημάτων μας στο εσωτερικό του τάφου είναι εκπληκτική. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο πίσω βρίσκεται το σπιτάκι, όπου έμενε η αρχαιολογική αποστολή του ανασκαφέα αρχαιολόγου Σπύρου Μαρινάτου. Λίγο χαμηλότερα βρίσκεται και ένας δεύτερος τάφος, κυκλικός και με θαυμάσια τοιχοποιία αλλά χωρίς οροφή.

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ: ΟΙ ΜΥΚΗΝΕΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ

Οι ανασκαφές στο λόφο της Περιστεριάς πραγματοποιήθηκαν κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970 υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, με επικεφαλής τον Σπ. Μαρινάτο και στη συνέχεια τον Γ. Κορρέ. Έχουν ανασκαφεί τρεις θολωτοί Μυκηναϊκοί τάφοι, εκ των οποίων ο ένας είναι αναστηλωμένος, και έχουν αποκαλυφθεί κατάλοιπα οικιών, περιβόλων και οχύρωσης. Ένας τέταρτος θολωτός τάφος, βρέθηκε σε οικόπεδο νότια του λόφου, εκτός του περιφραγμένου αρχαιολογικού χώρου. Τα ευρήματα δείχνουν, πως ο λόφος, με τα κτίσματα του, χρησιμοποιήθηκε από τη Μεσοελλαδική εποχή (2050-1680 π.Χ.), ενώ υπάρχουν και οικιστικά κατάλοιπα των πρώιμων ρωμαϊκών χρόνων της εποχής του Νέρωνα (37-68 μ.Χ.). Η ανάδειξη της Περιστεριάς, ως ενός ισχυρού διοικητικού κέντρου της Δυτικής Πελοποννήσου ανάγεται στην πρώιμη μυκηναϊκή εποχή (1500 π.Χ.) πριν από την ακμή του Ανακτόρου του Νέστορος. Τα ταφικά μνημεία της Περιστεριάς, αποτελούν ένα από τα αρχαιότερα παραδείγματα θολωτών τάφων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Μολονότι οι θολωτοί τάφοι είχαν συλληθεί ήδη από την αρχαιότητα, τα διασωθέντα πολύτιμα αντικείμενα μαρτυρούν τον πλούτο των κατοίκων, αλλά και τις επαφές με την Μινωική Κρήτη. Επιπλέον δίνουν στοιχεία για την άσκηση οικιακής λατρείας, αλλά και για την κοινωνική διάρθρωση των Μυκηναίων. Μετά την παρακμή της Περιστεριάς γύρω στο 1400 π.Χ. αναπτύχθηκε ένα άλλο μυκηναϊκό κέντρο στην περιοχή της Μουριατάδας, που ταυτίζεται με την ομηρική Αμφιγένεια.

 

ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΚΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Δεξιά της εισόδου του αρχαιολογικού χώρου ξεκινάμε ένα φαρδύ, μονοπάτι προς το Φαράγγι του Αρκαδικού ποταμού. Το μονοπάτι κινείται κατά μήκος της περίφραξης του περίπου για 4 λεπτά. Μετά η περίφραξη, δίνει τη θέση της σ’ ένα απόκρημνο, πρανές. Εδώ κατηφορίζει το μονοπάτι. Κατάφυτος ο τόπος από σχοίνα, πουρνάρια και κουμαριές, κυπαρίσσια, σφενδάμια και αριές. Χαμηλά προβάλλει η ωραιότατη κοιλάδα του Αρκαδικού ποταμού με τη δική της ιδιαίτερη βλάστηση.

Εξαιρετικά καλοφτιαγμένο το μονοπάτι μας χαρίζει μια ειδυλλιακή διαδρομή. Που, δυστυχώς, δεν κρατάει πολύ. Ήδη συναντάμε στ’ αριστερά μας την διακλάδωση προς Πηγή και Σταλακτίτες. Μπαίνουμε σε δάσος σκιερό, εξαφανίζεται ο ήλιος. Πριν συμπληρώσουμε ένα τέταρτο από την έναρξη της διαδρομής, φτάνουμε στο χαμηλότερο σημείο του φαραγγιού. Ξύλινη γεφυρούλα πάνω απ’ το ρυάκι, χτιστή βρύση, πλακόστρωτος χώρος κι ένα καλοφτιαγμένο πέτρινο πεζούλι. Αυτά τα έργα, καθώς κι η συντήρηση του μονοπατιού οφείλονται στην πρωτοβουλία του Δήμου Κυπαρισσίας και του Συλλόγου Μυραίων και Αλημακαίων «Η ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ».

Ανάμεσα στην πλούσια βλάστηση παρεμβάλλονται πλατάνια, δέντρα δάφνης και τεράστιες κληματσίδες. Ο τόπος θυμίζει ζούγκλα. Η σκιά και η υγρασία, ρίχνουν την θερμοκρασία αισθητά. Αναζητούμε ηλιόλουστα σημεία. Όχι όλοι όμως. Η Άννα, σε μια αξιοθαύμαστη έξαρση θάρρους και υψηλού επαγγελματισμού, αποφασίζει να εγκαταλείψει τις ευχάριστες ακτίνες του ήλιου και να φωτογραφίσει τα ανήλιαγα έγκατα του φαραγγιού. Που είναι στην ουσία μια στενή σχισμή ανάμεσα σε κάθετους βράχους, ύψους αρκετών μέτρων πάνω από την κοίτη του ρυακιού. Αψηφώντας το παγωμένο νερό βγάζει η Άννα κάλτσες και παπούτσια και διεισδύει στην κοίτη, σε έδαφος λασπώδες και μαλακό. Ελάχιστα μέτρα μετά εξαφανίζεται πίσω από τη στενή σχισμή των βράχων, κρατώντας επιπλέον στα χέρια τον βαρύ τρίποδα και την φωτογραφική της μηχανή. Σε μισό λεπτό η μόνη απόδειξη της ύπαρξής της είναι το νερό του ρυακιού, που από τα βήματά της κυλάει ήδη θολό.

Είναι πάντα τόσο τολμηρή; ρωτάει ο Θανάσης.

-Ναι, κάθε φορά που οι περιστάσεις το απαιτούν.

30 λεπτά μετά τη διείσδυσή της στο φαράγγι εμφανίζεται η Άννα. Η ικανοποίηση στο πρόσωπό της είναι έκδηλη. Και, αντίθετα απ’ ό,τι φοβόμασταν, δεν είναι μελανιασμένη από το κρύο.

Με προφύλαξε η λάσπη, που κρατούσε τα πόδια μου σε μια θερμοκρασία υποφερτή. Δυστυχώς δεν κατάφερα να φτάσω ως το τέλος του φαραγγιού, γιατί το νερό βάθαινε πολύ και δεν ήμουν έτοιμη να κολυμπήσω τέτοια εποχή. Πιστεύω όμως πως το καλοκαίρι, με άλλες θερμοκρασίες και λιγότερο νερό, θα είναι μια εμπειρία μοναδική.

Με ζωηρό βηματισμό καλύπτουμε την απόσταση και την υψομετρική διαφορά των 55 μέτρων ως τον αρχαιολογικό χώρο, σε 12’. Είναι ήδη μεσημέρι. Ο καιρός στα μέσα του Γενάρη είναι ανοιξιάτικος κι ο ήλιος ευχάριστα ζεστός. Απέναντί μας στα νότια ορθώνεται ο πολυκόρυφος όγκος του αρχαίου όρους Αιγάλεω, γνωστότερου με την ονομασία Ψυχρόν Όρος.

Πώς ανεβαίνει κανείς στην κορυφή; ρωτάω τον Θανάση.

Δεν ξέρω ακριβώς, αν και ντόπιος, μου απαντάει. Θα ήθελα πάντως ν’ ανέβω κάποτε σε τούτο το βουνό.

Και γιατί δεν ανεβαίνουμε τώρα; ρωτάει η Άννα.

 

ΑΝΗΦΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

Συζητάμε για λίγο τις πιθανότητες του εγχειρήματος. Η ώρα είναι περασμένη, σκοτεινιάζει νωρίς και δεν έχουμε σαφή άποψη για την πρόσβαση στο βουνό. Ωστόσο η επιθυμία αποδεικνύεται ισχυρότερη από τις όποιες επιφυλάξεις. Αποφασίζουμε να ξεκινήσουμε λοιπόν και ό,τι ήθελε προκύψει…

Επιστρέφουμε στην Κυπαρισσία και πριν από την πόλη στρίβουμε αριστερά τον επαρχιακό δρόμο προς Βρύσες. Στο γεφυράκι, ακριβώς στην είσοδο του χωριού, ανηφορίζουμε σε απότομο τσιμεντόδρομο. Που πολύ γρήγορα εξελίσσεται σε χωμάτινο δρόμο εχθρικό, κατάλληλο μόνον για 4×4. Ανοίγουμε λίγο πιο πάνω μια κλειστή συρμάτινη πόρτα και συνεχίζουμε. Ο δρόμος χαλάει όλο και περισσότερο ταλαιπωρώντας επιβάτες και αυτοκίνητο. Επί τέλους, 4 ακριβώς χιλιόμετρα μετά το χωριό, τερματίζουμε σ’ ένα πλάτωμα, σε υψόμετρο 740 μέτρων. Ένα χοντρό λάστιχο διοχετεύει σε μια τσιμεντένια ποτίστρα άφθονο νερό. Πάνω απ’ τα κεφάλια μας ορθώνεται απότομα το βουνό. Η ψηλότερη κορυφή του, που τόσο χαρακτηριστικά φαινότανε απ’ τον κάμπο, είναι απ’ αυτό το σημείο αθέατη.

15:00’. Αρχίζουμε ν’ ανηφορίζουμε με γενική διεύθυνση ΒΑ, σ’ ένα ανεπαίσθητο, κακοτράχαλο μονοπάτι. Η σήμανση είναι ανύπαρκτη και ο τόπος κατάσπαρτος με πέτρες και θαμνώδη πουρνάρια. Ανάμεσά τους ελίσσεται η γιδόστρατα, άλλοτε υποτυπώδης και άλλοτε εμφανής. Καθώς ανεβαίνουμε ο Κυπαρισσιακός κόλπος αποκαλύπτεται σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μια αχανής γαλάζια καμπύλη με αμμουδερή ακτογραμμή, που όμοιά της σε ομοιογένεια και μήκος δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

15:15’. Φτάνουμε σε υψόμετρο 835μ. Η μέχρι τώρα πετρώδης, θαμνοσκέπαστη πλαγιά μεταμορφώνεται θεαματικά. Δίνει τη θέση της σ’ ένα δάσος με αιωνόβιες Αριές. Τα δέντρα είναι πραγματικά εκπληκτικά, με πελώριους κορμούς, που όμοιούς τους -σε ηλικία και μεγαλοπρέπεια- ουδέποτε ως τώρα έχουμε συναντήσει.

15:30’. Βρισκόμαστε ήδη σε υψόμετρο 930 μέτρων. Προσπαθούμε να εντοπίσουμε την πορεία μας περνώντας από γιδόστρατα σε γιδόστρατα. Αρχίζουμε ν’ ανεβαίνουμε κάθετα σχεδόν την απότομη πλαγιά. Δεν είναι εύκολο. Το έδαφος είναι χωμάτινο, υγρό και ολισθηρό. Κι ενώ εμείς αγκομαχούμε, πετάγεται ξαφνικά μπροστά μας ένα χαριτωμένο λαγουδάκι, που εξαφανίζεται στον ανήφορο με απίστευτη ταχύτητα. Η υπεροχή του απέναντι στα σερνάμενα δικά μας βήματα είναι καθολική.

16:00’. Μια ώρα ακριβώς από την αναχώρησή μας φτάνουμε σε υψόμετρο 1.070 μέτρων, στην αρχή της κορυφογραμμής. Έχουμε ήδη βγει πάνω από τα τελευταία δέντρα του δάσους της αριάς, η ράχη του βουνού είναι και πάλι σκεπασμένη από αγκαθωτούς θάμνους και πουρνάρια. Αμέτρητες αιχμηρές ασβεστολιθικές πέτρες συνθέτουν μαζί με τους θάμνους ένα έδαφος δύσβατο και απόλυτα κακοτράχαλο. Επιπλέον η αυξημένη υγρασία κάνει τις πέτρες ολισθηρές κι ιδιαίτερα επικίνδυνες.

Σταματάμε να ξαποστάσουμε. Αρχίζει να φυσάει ένα αεράκι, αρκετά ψυχρό. Δεν είναι καθόλου παράξενο. Άλλωστε στο «Ψυχρόν Όρος» βρισκόμαστε. Απέναντί μας δεσπόζει η κορυφή, στα 1.225 μέτρα, βραχώδης και σουβλερή. Αναμετράμε την απόσταση που μας χωρίζει, την υψομετρική διαφορά των 150 περίπου μέτρων, το δύσβατο έδαφος. Στα μέσα του Γενάρη, σε μιάμιση ώρα το φως θα είναι λιγοστό. Κινδυνεύουμε να μας προλάβει η νύχτα μέσα στο δάσος, χωρίς σημαδεμένο μονοπάτι, σε ολισθηρές, απότομες πλαγιές. Κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον αναποφάσιστοι.

Μεσολαβούν μερικές στιγμές. Η υπευθυνότητα και η πρόνοια αντιμάχονται την φιλοδοξία και τον προσωπικό εγωισμό. Αμέσως μετά καταλήγουμε σε μια απόφαση, που γίνεται ομόφωνα δεκτή. Η κορυφή του Ψυχρού Όρους μπορεί να περιμένει ως την επόμενη φορά.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ

Στο ξημέρωμα ο ήλιος ανατέλλει μεσ’ από σύννεφα. Από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου μας αγναντεύουμε το μεγάλο λιμάνι και τα νερά του Ιονίου, βαθυγάλανα και ακύμαντα. Είν’ ένα ωραίο πρωινό για να κινηθούμε στις παραλίες.

Έξω από την πόλη της Κυπαρισσίας μπαίνουμε σε αγροτικούς δρόμους, κοντά στην σιδηροδρομική γραμμή. Γύρω μας ελιόδεντρα πολύ περιποιημένα. Κάποια απ’ αυτά έχουν ηλικία πολλών αιώνων με εντυπωσιακούς, κορμούς. Είναι μακραίωνη η παράδοση του τόπου στην καλλιέργεια της ελιάς. Μια παράδοση που διατηρείται αναλλοίωτη ως τις μέρες μας. Και έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδου, από τα κορυφαία που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο.

Μερικά χιλιόμετρα μετά διασχίζουμε τον παραθεριστικό οικισμό «Καλό Νερό». Ο δρόμος φτάνει πολύ κοντά στην ακτή κι ύστερα συνεχίζει βόρεια. Αφήνουμε το αυτοκίνητο, βυθίζονται μαλακά τα βήματά μας στην αμμουδιά. Μια αμμουδιά πλάτους πολλών δεκάδων μέτρων κατάσπαρτη από θάμνους θυμαριού. Ένας μαΐστρος απαλός αλλά αρκετά ψυχρός φτάνει στα πρόσωπά μας από τα βάθη του Ιονίου. Σηκώνουμε τους γιακάδες, αρχίζουμε να βαδίζουμε στην έρημη αμμουδιά. Κανένας θόρυβος δεν ταράζει την ηρεμία του τόπου. Ποιος να’ ρθει στην παραλία τούτη την εποχή. Μόνον ο γλυκός ήχος του φλοίσβου ακούγεται στην άκρη της ακτής. Πού και πού καταδέχεται να μας ρίξει ένα χαμόγελο ο ήλιος. Αραιώνουν τότε οι τόνοι του γκρίζου, παίρνει και πάλι η θάλασσα αποχρώσεις πράσινες και γαλάζιες, ξυπνούν στη μνήμη στιγμές καλοκαιριού…

Συνεχίζουμε τη μοναχική πορεία μας προς τα βόρεια. Ελαιώνες, συστάδες πεύκων, ένα ξωκλήσι, καλλιέργειες κι αγροτόσπιτα. Ανάμεσα στις αμμοθίνες και τα θυμάρια παρεμβάλλεται ένας γήινος τάπητας, χρωματισμένος ροζ από αναρίθμητα λουλούδια. Θαλερά, πανύψηλα πεύκα, με υπέροχα μονοπάτια ανάμεσά τους, μας θυμίζουν το ειδυλλιακό πευκοδάσος του Καϊάφα, πριν καεί το φοβερό καλοκαίρι του 2007. Νά και μια πινακίδα του «Αρχέλωνα».

 

ΑΡΧΕΛΩΝ BOX/ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΜΕ ΚΥΡΙΩΣ ΚΕΙΜΕΝΟ

Στα βόρεια της πόλης βρίσκεται ο Κόλπος της Κυπαρισσίας που φτάνει μέχρι το Κατάκολο κοντά στον Πύργο. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η εκτενής παραλία με μήκος πάνω από 44 χιλιόμετρα που ξεκινά από το Καλό Νερό και διακόπτεται μόνο από τις εκβολές του Αλφειού, της Νέδας, και μικρότερων ποταμών. Είναι ένα από τα σημαντικότερα συστήματα αμμοθινών στην Ελλάδα σε έκταση και βιοποικιλότητα. Εδώ βρίσκουμε ιδιαίτερα σπάνια βλάστηση όπως το κρινάκι της θάλασσας και άλλα φυτά που είναι ευάλωτα σε ανθρωπογενείς παρεμβάσεις αλλά σημαντικά για την διατήρηση των αμμοθινών. Πίσω από τις αμμοθίνες βρίσκεται και το παράκτιο δάσος, ιδιαίτερο  χαρακτηριστικό της δυτικής Πελοποννήσου.

Η θάλασσα του Κυπαρισσιακού Κόλπου φιλοξενεί σημαντικά λιβάδια Ποσειδωνίας στα ρηχά νερά του. Αυτά σταθεροποιούν τον αμμώδη βυθό και χρησιμεύουν ως μαιευτήριο για μεγάλο αριθμό θαλάσσιων οργανισμών και ψαριών. Τα οικοσυστήματα αυτού το είδους έχουν μειωθεί επικίνδυνα στην Μεσόγειο και γι’αυτό τον λόγο όλη η θαλάσσια περιοχή του κόλπου από την Κυπαρισσία μέχρι το Κατάκολο είναι μέρος του δικτύου «Φύση 2000» (Natura).

Ο Κόλπος της Κυπαρισσίας είναι η δεύτερη σημαντικότερη περιοχή ωοτοκίας για την θαλάσσια χελώνα Καρέττα καρέττα στην Μεσόγειο. Από τον Μάιο μέχρι τον Αύγουστο και μόνο την νύχτα οι μητέρες χελώνες βγαίνουν από την θάλασσα και σέρνονται σε απόσταση από 15 μέχρι και 40 μέτρα προς το πίσω μέρος της παραλίας. Μόλις βρουν ένα κατάλληλο και ήσυχο σημείο σκάβουν στην άμμο με τα πίσω πτερύγια έναν στενό λάκκο με βάθος περίπου μισό μέτρο. Αμέσως μετά γεννάνε κατά μέσο όρο 110 αβγά και αφού τα καλύψουν και πάλι με άμμο επιστρέφουν στην θάλασσα. Τα αβγά χρειάζονται πενήντα μέρες στην ζέστη της άμμου για να εκκολαφτούν. Η έξοδος των νεοσσών ξεκινά μετά τα μέσα Ιουλίου και συνεχίζεται μέχρι τα μέσα του Οκτώβρη.

Κατά την περίοδο αναπαραγωγής το νότιο μέρος του κόλπου παρακολουθείται καθημερινά από ομάδες του Συλλόγου για την Προστασία της Θαλάσσιας Χελώνας «ΑΡΧΕΛΩΝ».

Η μεγαλύτερη απειλή για τις φωλιές της χελώνας στην περιοχή είναι η θήρευση από σκύλους, αλεπούδες και κουνάβια που σκάβουν τις φωλιές και τρώνε τα αβγά τους. Επιπλέον, η τουριστική ανάπτυξη χωρίς περιβαλλοντικούς όρους προκαλεί παρενόχληση σε μητέρες χελώνες που θέλουν να γεννήσουν και θανάσιμο αποπροσανατολισμό σε μικρά χελωνάκια που βγαίνουν από την φωλιά και ψάχνουν την θάλασσα.

 

Μετά τον οικισμό της Ελαίας συναντάμε την γέφυρα της Νέδας, του μοναδικού ποταμού με θηλυκό όνομα στην Ελλάδα. Το ποτάμι χωρίζει τους Νομούς Μεσσηνίας και Ηλείας και αποτελεί το όριο των Περιφερειών Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδας. Αυτό θα είναι το όριο και της δικής μας περιήγησης, οι εκβολές της Νέδας στην παραλία. Παίρνουμε τον δρόμο παράλληλα με τους καλαμιώνες, μια συνεχόμενη πυκνή συστάδα, που δείχνει με απόλυτη ακρίβεια την πορεία του ποταμού. Ο τόπος είναι ειρηνικός, με θερμοκήπια, πορτοκαλεώνες και ελαιώνες.

Το παραποτάμιο ταξίδι μας δεν κρατάει πολύ. 1600 μέτρα μετά την γέφυρα η κοίτη του ποταμού μεταβάλλεται σε μια διώρυγα, αμμουδερή και γραφικώτατη, πλάτους 7-8 μέτρων. Μέσα σ’ αυτή τη διώρυγα, και για 200 περίπου μέτρα, το ποτάμι ρέει με κατεύθυνση προς τα βόρεια, παράλληλα με την ακτογραμμή. Στην έξοδο της διώρυγας, το καθάριο, γλυκό νερό της Νέδας, συναντάει τα αλμυρά και εξίσου καθαρά νερά του Ιονίου Πελάγους. Είναι μια όμορφη εμπειρία να βαδίζουμε στο πλάι των εκβολών του ποταμού, ως εκεί που σκάζει το κύμα στην άκρη της ακτής.

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ

Τόσες μέρες ζώντας μαζί της είναι δύσκολο να στρέψουμε ξαφνικά τα νώτα μας στην Κυπαρισσία, να πάρουμε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής για την πρωτεύουσα του Βορρά. Για να καθυστερήσουμε λίγο περισσότερο την παραμονή μας στη Μεσσηνία, δεν ακολουθούμε απευθείας την κεντρική αρτηρία για τον Πύργο. Λοξοδρομούμε αρχικά προς τον μικρό ημιορεινό οικισμό του Μύρου, κοντά στην Περιστεριά. Τρία πέτρινα πηγάδια, παλιά σπίτια, μερικά ερειπωμένα και άλλα αγορασμένα και αναστηλωμένα από Γερμανούς. Το άλλοτε σχολείο του χωριού, ένα μικρό ταπεινό πετρόχτιστο με δυο χώρους, είναι τώρα αποθήκη σανού.

Το 1980 ερήμωσε το χωριό. μόνιμοι πια κάτοικοι παραμένουν οι αδελφοί Αθανασόπουλοι, Κανέλλος και Αποστόλης, κτηνοτρόφοι και εργένηδες μέχρι τώρα. Δυο άνθρωποι σ’ έναν οικισμό! Πάλι καλά. Ο πληθυσμός του είναι διπλάσιος από το αντικρινό Αλιμάκι, που ο μοναδικός κάτοικός του είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα, η Χριστίνα Ράμου.

Από το παραθαλάσσιο Καλό Νερό, στρίβουμε προς τα ηπειρωτικά, στον δρόμο για Καλαμάτα. Φτάνουμε σε μια εκπληκτική ημιορεινή κοιλάδα, στους νότιους πρόποδες του όρους Τετράζιο. Εδώ είναι χτισμένο το μεγάλο, πολύ όμορφο χωριό Ψάρι. Απέναντι στα δυτικά είναι σκαρφαλωμένο το μικρότερο Άνω Δώρειο, ο ιστορικός Σουλιμάς, απ’ όπου το 1821 ξεκίνησε η εξέγερση των Ντρέδων. Ψηλότερα ακόμη, στις πλαγιές του Τετράζιου, διακρίνονται μερικά σπίτια από το Άνω Ψάρι, ένα χωριουδάκι, όπου ένας μόνον μόνιμος κάτοικος έχει πια απομείνει. Αθέατη πίσω απ’ το Τετράζιο, κυλάει τα νερά της η περίφημη Νέδα ενώ, βορειότερα ακόμη, στα πετρώδη υψίπεδα της Ανδρίτσαινας, ορθώνεται ένα παγκόσμια διάσημο Ιερό, ο θρυλικός ναός του Επικούρειου Απόλλωνα. Ένα όμορφο ορμητήριο πάνω από το Ψάρι είναι τα τρία παραδοσιακά πέτρινα σπίτια του ξενώνα «ΡΙΖΕΣ», μέσα σ’ έναν θαυμάσιο ελαιώνα με απόλυτη ηρεμία.

Πριν εγκαταλείψουμε την Μεσσηνιακή γη χαρίζουμε στους εαυτούς μας μια στάση ακόμη. Είναι στο χωριό Κεφαλόβρυση, το παλιό Ρίπεσι. Εδώ, στο υψόμετρο των 550 μέτρων, έχει αλλάξει ο καιρός. Συναντάμε ομίχλη και μαζί μ’ αυτήν κρύο και δυνατή βροχή. Κι ενώ αναρωτιόμαστε, αν ήταν σκόπιμη αυτή η παράκαμψη, βλέπουμε πάνω από μια καμινάδα να στροβιλίζεται καπνός. Είναι από το τζάκι στο κουτούκι του Περικλή το «Φαγοποτίον εν Ρίπεσι», όπως αναγράφει η πινακίδα.

Ελάτε να ζεσταθείτε μ’ ένα τσιπουράκι, λέει ο φίλος μας.

Το συνοδεύει με μικροσκοπικές τσακιστές ελίτσες δικής του παραγωγής, ξυδάτες, μέσα σε λάδι εκπληκτικό. Δεν θυμάμαι τα τελευταία χρόνια να έχω δοκιμάσει νοστιμώτερες ελιές. Ρίχνω μια ματιά στο μαγαζούδι του Περικλή. Το παλιό ισόγειο πετρόσπιτο έχει μεταμορφωθεί σ’ έναν πανέμορφο χώρο με ξύλινο πάτωμα, ξύλινο ταβάνι και ψάθινες καρέκλες, πέτρα στους τοίχους και φωτογραφίες παλιές. Όλα είναι παραδοσιακά και ωραία. Ακόμη ωραιότερα είναι τα μεζεδάκια και η φιλοσοφία του Περικλή. Μια φιλοσοφία απλή και αυθεντική, φερμένη από το παρελθόν.

Αν μια μέρα δεν έχω άγρια χόρτα, μπορεί και να μην ανοίξω το μαγαζί. Χωρίς κρέας δεν έχω πρόβλημα να τ’ ανοίξω.

Για ν’ αποδείξει του λόγου το αληθές μας φέρνει ο Περικλής μια χορτόπιτα.

-Ψήνεται μόνον σε χάλκινο ταψί και τα βασικά χόρτα είναι η «λέχουρδα» (άγριο σκόρδο), οι «καυκαλίθρες», οι «παπαρούνες» και πολλά άλλα ακόμη.

Εξαίσια πίτα με διάφορα αρώματα από τα βότανα της φύσης. Μπαίνει ο Περικλής στην κουζίνα για να βράσει άγρια σπαράγγια και «οβριές», ένα χόρτο που μοιάζει με σπαράγγι και ειν’ από τους ντόπιους πολύ επιθυμητό. Έτσι όπως αχνίζουν ακόμη, μας τα σερβίρει με ξυδάκι και μπόλικο λάδι. Είναι μια σαλάτα θεϊκή. Μπαίνει στο μαγαζί τινάζοντας την ομπρέλλα του, ο Πρόεδρος της παλιάς Κοινότητας του κοντινού Σιδηροκάστρου, ο Πάνος ο Μητρόπουλος.

Ωραίες οι οβριές έτσι; Εδώ τις θεωρούμε αφροδισιακές. Γι’ αυτό και λέμε: «οβριές, οβριές, φαρμάκι για γριές».

Φέρνει ο Περικλής ένα πολύ ιδιαίτερο μεζεδάκι: Φασόλια με «λέχουρδες» ή «χουρδουλιέρες», άγριο σκόρδο δηλαδή, ανάμεικτο με άλλα χόρτα.

Μόνον χόρτα θα μας ταΐσεις Περικλή; ρωτάει ο Πάνος.

-Σας κρατάω και κάτι ακόμα για το τέλος.

Μπαίνει στην κουζίνα και επιστρέφει με βαθειά πιάτα αχνιστά. Μας τυλίγει μια θεσπέσια ευωδιά.

Τί είναι; ρωτάει η Άννα.

Τραχανάς με ζωμό από ντόπιο ζυγούρι, εξηγεί ο Περικλής.

Πρέπει να ψάξω  πολύ στη μνήμη μου για να βρω σούπα ωραιότερη απ’ αυτήν. Αλλά και ζυγούρι τόσο υπέροχο, τόσο τρυφερό.

Καλά τα χόρτα αλλά δεν είναι άσχημο και το κρέας, λέει με θυμοσοφική διάθεση ο Πάνος, και δεν έχει άδικο.

Αποχαιρετάμε τον Περικλή, αποχαιρετάμε την βροχερή Κεφαλόβρυση με τα αστείρευτα νερά. Δεν θ’ αργήσουμε να ξανάρθουμε, είναι βέβαιο αυτό. Ο Πρόεδρος επιμένει να περάσουμε και μια βόλτα απ’ το χωριό του, το όμορφο Σιδηρόκαστρο, με τα ωραία πέτρινα σπίτια χτισμένα αμφιθεατρικά, το βιολογικό λάδι, τα εξαίρετα κτηνοτροφικά προϊόντα. Αλλά και με την περίφημη σκάλα με τα 89 σκαλοπάτια και τα μοναδικά αγάλματα, που οδηγεί στην παλιά, επιβλητική εκκλησία του Αγ. Νικολάου. Ένας προορισμός πολύ ξεχωριστός.

Μέσα από στενούς δρόμους σε μια θαυμάσια διαδρομή, μας επαναφέρει ο Πρόεδρος στα παράλια, στην κεντρική αρτηρία προς τον Πύργο. Πίσω μάς γνέφει η Κυπαρισσία στην καταχνιά του μεσημεριού.

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1) Η παλιά Πόλη της Κυπαρισσίας έχει ανακηρυχθεί «Ιστορικός-Διατηρητέος Οικισμός» με το ΦΕΚ 1159/Β/29.12.1979 και «Αρχαιολογικός χώρος» με το ΦΕΚ 347/Β/10.4.1998.

 

(2) Η Τζίμα Ιμιρζιάδη είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της αστικής, μή κερδοσκοπικής εταιρείας «Πρόγραμμα για την προστασία και ανάδειξη της Παλιάς Πόλης της Κυπαρισσίας».

 

(3) Κατά την Διδάκτορα Ιστορίας Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας Νικολία Ιωαννίδου, «η Κυπαρισσία μετονομάσθηκε σε Αρκαδιά κατά την μέση βυζαντινή εποχή, όταν αποικίσθηκε από φυγάδες από την ορεινή Αρδαδία. Η πρώτη μάλιστα μνεία ως «Αρκαδιά» έγινε το έτος 1097, στον κώδικα Vaticanus Graecus» (Τεύχος 9, 2005 της Επιστημονικής έκδοσης «ΜΝΗΜΕΙΟ και περιβάλλον»).

 

(4) Τα κείμενα αυτά, χάρη στις προσπάθειες και τη φροντίδα της Τζίμας Ιμιρζιάδη, έχουν αποτελέσει το περιεχόμενο ενός καταπληκτικού βιβλίου με τίτλο «Σταυροπάζαρο». Νωρίτερα τα κείμενα αυτά είχαν πρωτοδημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Νέο Βήμα της Κυπαρισσίας».

 

(5) ΚΑΣΤΡΑ-ΤΑΞΙΔΙΑ, Γ’ ΤΟΜΟΣ.

 

(6) Αν οι οριζόντιες στρώσεις δεν είναι ισοϋψείς, η τοιχοποιΐα ονομάζεται «ψευδοϊσοδομικό σύστημα».

 

(7) Πέτρος Μπίκος, «Φωτογραφικές Μνήμες της Κυπαρισσίας».

 

ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ/ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Πέτρου Μπίκου, «ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ», ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ», Μορφωτικός Εκπολιτιστικός Σύλλογος Κυπαρισσίας, Κυπαρισσία 2002

-Δήμου Ι. Χριστόπουλου, «ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΠΑΖΑΡΟ», Κυπαρισσία 2009

-Γιάννη Π. Γκίκα, «ΚΑΣΤΡΑ-ΤΑΞΙΔΙΑ», Γ’ ΤΟΜΟΣ, εκδ. «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα 1985

-Νικολία Μ. Ιωαννίδου, «ΚΑΣΤΡΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ Η ΑΡΚΑΔΙΑΣ», περιοδ. ΜΝΗΜΕΙΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, ΤΕΥΧΟΣ 9, ΘΕΣ/ΝΙΚΗ 2006

-Δημήτριος Στρατικόπουλος, «Ίδρυση και ανάπτυξη του οικισμού Παραλία της Κυπαρισσίας», ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, 2009, ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ.

-Στάθη Η. Παρασκευόπουλου, «ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ, ένας τόπος ομορφιάς και ιστορίας», ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ 2005

 

Ευχαριστούμε θερμά

-Τον Δήμαρχο Τριφυλίας Κων/νο Κόλλια και τον Αντιδήμαρχο Γιώργο Σαμπαζιώτη.

-Την Πρόεδρο του Μορφωτικού Εκπολιτιστικού Συλλόγου Κυπαρισσίας Σόνια Τουρκολιά.

-Την Πρόεδρο του Συλλόγου για την Προστασία και Αναβίωση της Παλιάς Πόλης Κυπαρισσίας Τζίμα Ιμιρζιάδη.

-Τον οινοπαραγωγό Θανάση Αποστολόπουλο

-Τον Μήτσο Τσίγγανο με το εκπληκτικό κτήμα

-Τον Περικλή Κανελλόπουλο στο «Φαγοποτίον Εν Ρίπεσι».

-Τον Πρόεδρο Σιδηροκάστρου Πάνο Μητρόπουλο

-Τον Αρχαιολόγο Γιώργο Κορρέ για την πολύτιμη συμμετοχή του στο άρθρο

-Το ξενοδοχείο KYPARISSIA BEACH και προσωπικά

για την υπέροχη φιλοξενία τους.

back-button
next-button
kuparissia kuparissia_2 kuparissia_5 kuparissia_8 kuparissia_9 kuparissia_10 kuparissia_11 kuparissia_12 kuparissia_13 kuparissia_14 kuparissia_15 kuparissia_16 kuparissia_17 kuparissia_18 kuparissia_19 kuparissia_20 kuparissia_21 kuparissia_22 kuparissia_23 kuparissia_24 kuparissia_25 kuparissia_26 kuparissia_27 kuparissia_28 kuparissia_29 kuparissia_30 kuparissia_31 kuparissia_32 kuparissia_33 kuparissia_34 kuparissia_35 kuparissia_36
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories