home Άρθρα Κρήτη: Διασχίζοντας το Φαράγγι Σαμαριάς
Κρήτη: Διασχίζοντας το Φαράγγι Σαμαριάς

Κάθε Έλληνας φυσιολάτρης και πεζοπόρος, που σέβεται τον εαυτό του, οφείλει – έστω μια φορά στη ζωή του- να διασχίσει τον «Φάραγγα», το θρυλικό Φαράγγι της Σαμαριάς.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Κρήτη: Διασχίζοντας το Φαράγγι Σαμαριάς
Κατηγορίες: Δραστηριότητες
Προορισμοί: ΚΡΗΤΗ, Χανιά

Κάθε Έλληνας φυσιολάτρης και πεζοπόρος, που σέβεται τον εαυτό του, οφείλει – έστω μια φορά στη ζωή του- να διασχίσει τον «Φάραγγα», το θρυλικό Φαράγγι της Σαμαριάς

Πρόλογος

Ένα φθινοπωρινό πρωινό του 2014 βρεθήκαμε στο Λιδωρίκι Φωκίδας. Στο μικρό καφέ το τζάκι ήταν αναμμένο από νωρίς. Με ανοιχτό τον χάρτη καταρτίζαμε το πλάνο των περιηγήσεών μας στην περιοχή.

Είστε δημοσιογράφοι; μας ρωτούν από το διπλανό τραπέζι

Από το περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ, τους απαντάμε.

Σηκώνεται ο ένας από τους δύο άντρες, πλησιάζει και μας σφίγγει εγκάρδια το χέρι.

Είμαι ο Αντώνης Εργαζάκης, από τους πιο πιστούς σας συνδρομητές. Και από δω ο φίλος μου ο Ρούσσος Βίγλης, από την Αγία Ρουμέλη Χανίων.

Από την Αγία Ρουμέλη; Εκεί όπου καταλήγει το Φαράγγι της Σαμαριάς;

-Ακριβώς, στις ακτές του Λιβυκού. Έχετε πάει, έτσι δεν είναι;

Κοιταζόμαστε με την Άννα. Πώς να του εξηγήσουμε ότι, μετά από τόσες επισκέψεις μας στην Κρήτη, δεν έχουμε αξιωθεί ακόμη να διαβούμε, το παγκοσμίως διάσημο Φαράγγι της Σαμαριάς; (1)

-Ε, μάλλον δεν σας βόλεψε, λέει με κατανόηση ο Ρούσσος. Πάντως, όποτε σας βγάλει ο δρόμος στη Σαμαριά, θα χαρώ να σας φιλοξενήσω στην Αγία Ρουμέλη.

-Σ’ ευχαριστούμε, θα’ ρθουμε σε πρώτη ευκαιρία.

Αυτή η «πρώτη ευκαιρία», έμελλε να καθυστερήσει παραπάνω από δύο χρόνια.

Η χαρά της προσμονής

Ακόμα να πάτε στην Κρήτη; λέει  στο τηλέφωνο ο Αντώνης Εργαζάκης. Ο Ρούσσος σας περιμένει.

Στο τηλέφωνο ο Ρούσσος δεν κρύβει τη χαρά του.

Άλλος ένας της παρέας πετάει από τη χαρά του. Είναι ο καλός μας φίλος και συνεργάτης, ο Κυριάκος Παπαγεωργίου, που μετά την γενέτειρά του, τον Βόλο, έχει ως δεύτερη τη Κρήτη. Μια Κρήτη, που χρόνια τώρα την περπατάει με πάθος και γνωρίζει τις απόκρυφες γωνιές της.

Μια απευθείας πτήση από την Θεσσαλονίκη μας φέρνει σε μόλις μια ώρα στα Χανιά. Πριν προλάβουμε να συνειδητοποιήσουμε την γεωγραφική μεταβολή, περιδιαβαίνουμε ανέμελα στα αγαπημένα στενάκια των Χανίων και στο εμβληματικό λιμάνι. Στο συνωστισμένο μας σοκάκι στο τρίτο δεκαήμερο του Ιούνη πηγαινοέρχονται τουρίστες από παντού. Κυλάνε οι βραδινές ώρες γλυκά, με ανείπωτη ομορφιά. Σχεδόν έχουμε λησμονήσει την αυριανή μας αποστολή. Μια αποστολή, ωστόσο, που μας επιβάλλει να ξυπνήσουμε νωρίς το πρωί, αν θέλουμε να προλάβουμε ένα από τα πρώτα λεωφορεία του ΚΤΕΛ Χανίων για το Οροπέδιο του Ομαλού, όπου βρίσκεται η αφετηρία του Φαραγγιού.

Μια μέρα μεγάλη σε διάρκεια και ουσία.

Ξημερώνει η πολυπόθητη και πολυαναμενόμενη μέρα της επίσκεψής μας στη Σαμαριά. Είναι η 21η Ιουνίου, η μεγαλύτερη σε διάρκεια μέρα του χρόνου.

Στις 07:50’ ακριβώς, με απόλυτη ακρίβεια, αναχωρεί, ασφυκτικά γεμάτο, το λεωφορείο για Ομαλό. Μια ώρα μετά φτάνουμε, με πορεία δαιδαλώδη, συνεχώς ανηφορική, στο φημισμένο Οροπέδιο Ομαλού, στις δυτικές απολήξεις των Λευκών Ορέων.(2) Στα νότια κράσπεδα του οροπεδίου, στην θέση Ξυλόσκαλο,(3) βρίσκεται το τουριστικό περίπτερο-εστιατόριο.  Εδώ έχουμε την αίσθηση, ότι βρισκόμαστε ξαφνικά στον «Πύργο της Βαβέλ», αφού στην ατμόσφαιρα πλανώνται λέξεις και φράσεις από διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής, της Ασίας, ακόμη και της Αφρικής.

Παρακολουθώ όλο αυτό το ετερόκλιτο πλήθος ανθρώπων κάθε ηλικίας, χρώματος και φυλής. Φωνακλάδικα σχολιαρόπαιδα, αλλά και μεσήλικες, και κάποιοι περασμένης ηλικίας. Φορούν καπέλα πλατύγυρα, τζόκεϋ, κεφαλομάντηλα, πολύχρωμα αθλητικά παπούτσια ή ορειβατικά, ακόμη και σανδάλια, αν είναι δυνατόν.

Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η αδημονία να διασχίσουν το Φαράγγι, μια διάσχιση που για τους περισσότερους αποτελεί όνειρο ζωής. Όπως άλλωστε και για μας.

09:45’. Επιτέλους, τα πρώτα μας βήματα αντηχούν στο χοντρό λιθόστρωτο της αφετηρίας του φαραγγιού. Η ένδειξη στο αλτίμετρο είναι 1.220μ. Στα υψίπεδα των Λευκών Ορέων ξεχωρίζουν λευκές κηλίδες χιονιού. Στην αντικρινή κόψη του φαραγγιού, στα Ν-ΝΔ, ορθώνεται ο φοβερός βράχινος όγκος του Γκίγκιλου, με την κορυφή του στα 1.974μ. Ακουμπισμένο στα ξύλινα κάγκελα βρίσκω ένα γερό ραβδί από κλαδί κυπαρισσιού. Θ’ αποδειχθεί πολύτιμος σύντροφος στην κατηφορική διάσχιση του φαραγγιού αλλά και στις πεζοπορίες των επόμενων ημερών.

Η συνεχιζόμενη κατηφοριά υποβοηθείται από πλατύσκαλα και ξύλινα κάγκελα. Σημαντικά είναι και τα έργα προφύλαξης από κατολισθήσεις με χρήση μεταλλικών πλεγμάτων και σκεπάστρων. Μετά τα πανέμορφα σφενδάμια εδραιώνεται η παρουσία των αιωνόβιων κυπαρισσιών και πουρναριών. Πού και πού εμφανίζονται και τα πρώτα πανύψηλα πεύκα «Τραχείας Πεύκης».(4) Φτάνουμε σ’ ένα εξαιρετικό μπαλκόνι θέας, αγναντεύοντας απέναντί μας τον Γκίγκιλο με τις χαοτικές του ορθοπλαγιές. Ένα φωνακλάδικο γκρουπ νεαρών Αγγλίδων μας προσπερνάει με φούρια. Όλη η προσοχή τους είναι στο κατηφορικό μονοπάτι, στις μύτες των παπουτσιών τους. Δεν φαίνεται να τους συγκινεί ούτε  η μεγαλόπρεπη θέα ούτε η δίγλωσση ενημερωτική πινακίδα για τα επιβλητικά δέντρα Τραχείας Πεύκης.

Αντίθετα εμείς, που βασική επιδίωξή μας είναι η απόλαυση του φαραγγιού και όχι ο χρόνος διάσχισής του, παρατηρούμε το μυρωδάτο φασκόμηλο και το ανθισμένο θυμάρι, τις φλύαρες κίσσες, τα μικροπούλια και τα κοτσύφια, τις πυροσβεστικές φωλιές και τα έργα υποδομής, κάθε λεπτομέρεια που συνιστά την συνολική ταυτότητα του φαραγγιού της Σαμαριάς.

10:45’. Με ρυθμό χαλαρό φτάνουμε στην τοποθεσία «Νερούτσικο», σε υψόμετρο 945 μέτρων. Εδώ ξεδιψάμε με υπέροχο, δροσερό νερό πηγής. Μας καλημερίζει ένας φύλακας στον Σταθμό Πρώτων Βοηθειών. Δίπλα του είναι «παρκαρισμένο» ένα λευκό, ήσυχο μουλάρι.

-Αυτό είναι το «νοσοκομειακό» της Σαμαριάς, τίποτε άλλο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εδώ.

Άλλη μια πηγή συναντάμε στο μονοπάτι. Αδύνατον να μην γευτούμε αυτό το παγωμένο, θείο δώρο του φαραγγιού.

11:15’. Πυροσβεστική φωλιά και πλατάνι, ξερή κοίτη της ρεματιάς που κατηφορίζει από τον Γκίγκιλο. Ανάμεσα στα πλατάνια προβάλλουν και οι πρώτες ανθισμένες πικροδάφνες. Να κι ένας ογκώδης μονόλιθος, που ισορροπεί δίπλα στο μονοπάτι. Προφανώς έχει κατρακυλήσει ως εδώ, μετά από κάποια γιγάντια κατολίσθηση σε απροσδιόριστο γεωλογικό παρελθόν. Η πρωτοτυπία της εικόνας είναι τα λεπτά υποστηλώματα από κλαδιά, που κάποιοι, με αίσθηση χιούμορ περιπατητές, έχουν τοποθετήσει στα ριζά του βράχου, ως απαραίτητες αντηρίδες.

11:25’.  Φτάνουμε στον χώρο ανάπαυσης «Ρίζα Συκιάς», σε υψόμετρο 745 μέτρων. Όλα είναι ωραία εδώ: τραπεζοκαθίσματα, παχιά σκιά,  κρυστάλλινο νερό της πηγής και μια πολύχρωμη κίσσα. Μένουμε ακίνητοι, η κίσσα ξεθαρρεύει και μας πλησιάζει στα 5 μέτρα. Της ρίχνει η Άννα ένα κομμάτι σάντουιτς. Η κίσσα κοντοστέκεται και μετά εφορμά, το αρπάζει και πετάει. Σ’ ένα λεπτό εμφανίζεται και πάλι, καμακώνει και το δεύτερο και εξαφανίζεται.

Ξεκούραστοι και κεφάτοι συνεχίζουμε την πορεία μας, περνάμε από ένα σημείο με αμέτρητους μικρούς και μεγάλους «κούκους», λιθοσωρούς δηλαδή, που έχουν στήσει χιλιάδες επισκέπτες.

11:45’. Σε μια επίπεδη πέτρα αναγράφεται η ένδειξη 3 χλμ., από την αφετηρία της διαδρομής.

-Τρία χιλιόμετρα σε δύο ώρες, λέει ο Κυριάκος. Δεν είναι και η κορυφαία επίδοση.

Για πρώτη φορά κυλάει λίγο νεράκι στην κοίτη της ρεματιάς, που δεν αργεί να χαθεί σε «υπόγεια διαδρομή». Συναντάμε ένα τμήμα λιθόστρωτο, κατηφορικό και πολύ ολισθηρό.

12:00’. Φτάνουμε σε Δασοφυλάκιο με φύλακα, μουλάρι σε αναμονή, τραπεζοκαθίσματα και WC. Πρωταγωνιστές είναι μερικά από τα πιο γιγάντια και επιβλητικά κυπαρίσσια που έχουμε συναντήσει ποτέ. Κάποια έχουν ηλικία πολλών αιώνων, και ύψος 35 περίπου μέτρα! (5) Την ωραιότητα του τόπου συμπληρώνει η ειρηνική παρουσία του ξωκκλησιού του Αγ. Νικολάου (6) πετρόχτιστου και πλακοσκέπαστου. Δεν λείπει το απαραίτητο δροσερό νερό. Εδώ συναντάμε ακόμα την πρώτη, μεγάλης ηλικίας αγριελιά κι έναν βράχο, με παράξενο σχήμα μανιταριού. Η όραση ποτέ δεν πλήττει στην Σαμαριά. Αρκεί να αξιοποιεί τα μάτια του κανείς και να μην τα έχει καρφωμένα μόνο στη γη.

12:55’. Σε υψόμετρο 535μ. συναντάμε τη θέση «Βρυσί». Για τη σκιά φροντίζουν πλατάνια και μια πολύκλαδη αγριοσυκιά. Τρία λεπτά μετά το Βρυσί, ακούγεται δυνατότερος ήχος νερού. Προέρχεται από ένα καταρράχτη, που δεν ξεπερνάει τα 5 μέτρα και καταλήγει σε μια λιμνούλα με κρυστάλλινα νερά. Κατηφορίζουμε ελαφρά, και μετά ανηφοράκι για μερικά λεπτά. Στις 13:30’ φτάνουμε στην θέση ξεκούρασης «Πουρνάρι». Εδώ υπάρχει πηγούλα με υποτυπώδη ροή νερού. Μετά το Πουρνάρι το μονοπάτι συνεχίζει, επίπεδο σχεδόν.

13:40’ Μια πέτρινη πλάκα μας ενημερώνει, ότι έχουμε ήδη φτάσει στο 6ο χλμ. στα μισά σχεδόν της διαδρομής.(7)

Βαδίζουμε με μέση ταχύτητα 1,5χλμ. την ώρα, λέω στην συντροφιά.

Δεν βαδίζουμε, σερνόμαστε μπαμπά, συμπληρώνει η Αθηνά.

Στον οικισμό της Σαμαριάς

14:00’.  Ένας βράχος αναγράφει την ένδειξη 7χλμ. Διασχίζουμε ένα γεφυράκι και περνάμε στην ανατολική όχθη της ρεματιάς. Εδώ βρίσκονται τα κτίσματα που έχουν απομείνει από τον παλιό οικισμό της Σαμαριάς. Εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του μετά το 1962 όταν το φαράγγι ανακηρύχθηκε σε Εθνικό Δρυμό.

Ο οικισμός αναφέρεται για πρώτη φορά σε γραπτές πηγές ως «Samaria», το 1577, από το Ενετό ευγενή Francesco Barozzi. Η εγκατάσταση ξεκίνησε από ανθρώπους, που κατ’ ανάγκη αναζήτησαν προστασία και στην συνέχεια εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο φαράγγι.

Ο οικισμός είναι χτισμένος σε υψόμετρο 350μ. Επίπεδος και αθέατος, μέχρι την τελευταία στιγμή. Λίγο νοτιότερα βρίσκονται τα ερείπια της Κάτω Σαμαριάς, που έπαψε να κατοικείται από την δεκαετία του 1920 εξαιτίας ενός διπλού φονικού, που υποχρέωσε τους κατοίκους σε εκπατρισμό.

Η Πάνω Σαμαριά είχε 12 περίπου σπίτια και η Κάτω 7. Μετά την εγκατάλειψη δεν συντηρήθηκαν, με αποτέλεσμα να ερειπωθούν. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η Διεύθυνση Δασών έχει αρχίσει την αποκατάσταση και επανάχρηση ορισμένων σπιτιών της Πάνω Σαμαριάς, για τις ανάγκες του προσωπικού της και για δραστηριότητες περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Εδώ μας καλωσορίζει ο Φύλακας του Δασαρχείου Χανίων Μάρκος Νενεδάκης, από τα Δράμια του Αποκορώνα.

Κοπιάστε να πιείτε ένα δροσερό νεράκι, λέει ο Μάρκος.

Από το πρωί νερό πίνουμε, σε κάθε πηγή, αποκρίνεται ο Κυριάκος.

Του ρίχνει μια συνωμοτική ματιά ο Μάρκος.

Έ, τώρα θα πιείτε και ρακές.

Για ένα δεκάλεπτο μόνο, έχουμε πολύ δρόμο ακόμα, λέει μισοαυστηρά η Άννα.

Γιατί αγχώνεστε, κυρία μου; Σήμερα είναι η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Αργεί να βραδιάσει.

Βολευόμαστε γύρω από ένα ξύλινο τραπέζι. Φέρνει ο Μάρκος τις ρακές, τσουγκρίζουμε και τσιμπάμε διάφορα καλούδια. Γύρω μας το σκηνικό εξελίσσεται μαγικό: τιτιβίσματα από μικροπούλια, κελάρυσμα νερού, ασίγαστο αεράκι στη σκιά. Η πιο αξιαγάπητη, ωστόσο, παρουσία είναι τα μικρά και μεγάλα αγριμάκια, (8)  που τριγυρνάνε ήρεμα ανάμεσά μας. Είναι ο θρυλικός κρητικός αίγαγρος, (9) το μεγαλύτερο άγριο θηλαστικό του νησιού. Λεβεντιά και μεγαλοπρέπεια, εντυπωσιακά κέρατα, παράτολμη κίνηση στους αβυσσαλέους γκρεμούς, απόλυτη αίσθηση ελευθερίας, είναι χαρακτηριστικά που θαυμάστηκαν και καθιέρωσαν το αγρίμι ως σύμβολο της αδούλωτης κρητικής ψυχής.

Οι κουβέντες, οι ρακές, ο φυσικός παράδεισος μας κρατούν αιχμάλωτους, για δύο ώρες στη Σαμαριά.

16:00’. Αποχαιρετάμε τον φίλο μας και σ’ ένα 5λεπτο, μια πινακίδα δείχνει αριστερά, την εκκλησούλα της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Το εκκλησάκι είναι μονόχωρο και καμαροσκέπαστο, με φθαρμένες τοιχογραφίες, από το πρώτο μισό του 14ου αιώνα.

16:25’. Φτάνουμε στο 8ο χλμ. και συναντάμε τον χώρο ανάπαυσης «Πέρδικα», σε υψόμετρο 300 μέτρων. Λίγο πιο κάτω, το φαράγγι στενεύει δραματικά, αποκτάει θεαματικές πτυχώσεις πετρωμάτων, που ως την έξοδό του στην Αγία Ρουμέλη, ανήκουν στους πλακώδεις ασβεστόλιθους.(10)

Ήδη εξαφανίζεται ο ήλιος και εισχωρούμε στη σκιά. Το έδαφος του μονοπατιού γίνεται πετρώδες και κακοτράχαλο. Σ’ ένα 20λεπτο εμφανίζεται το 9ο χλμ. της διαδρομής. Το φαράγγι εξακολουθεί στενό, με πλάτος από 15 ως 40 μέτρα. Το τοπίο είναι ασύλληπτα εντυπωσιακό. Ξαφνικά ακούγεται ζωντανός ήχος νερού, που αναβλύζει από μια αθέατη, πολύ δυναμική φλέβα του φαραγγιού. Ο τόπος γεμίζει πλατάνια και πικροδάφνες, χάνει τον άγριο χαρακτήρα του. Πολύ γρήγορα, το αρχικό ρέμα μεταμορφώνεται σε μικρό ποτάμι με γοργοκίνητα, κρυστάλλινα νερά. (11)

Να και το 10ο χλμ. σε υψόμετρο 240 μέτρων. Περνάμε ξύλινο γεφυράκι, ελάχιστα εκατοστά πάνω από την διαυγέστατη ροή του νερού. Στη βραχώδη ορθοπλαγιά ξεχωρίζει το κοίλο αποτύπωμα ενός γιγάντιου καταρράκτη, που την χειμερινή περίοδο ξεχύνεται κατακόρυφα, από ύψος που ξεπερνάει τα 40 μέτρα. Διασχίζουμε τα ριζά μιας φοβερής σάρας και στις 18:10’ φτάνουμε στον χώρο ανάπαυσης «Χριστός», με το ομώνυμο εκκλησάκι. Δυστυχώς η βρύση είναι στεγνή.

18:30’. Αποκαλύπτονται μπροστά μας οι Πόρτες, το στενότερο και πιο θεαματικό σημείο του φαραγγιού. Το υψόμετρο είναι 140μ. και κοντεύουμε ήδη στο 12ο χλμ. από το Ξυλόσκαλο. Καθώς πλησιάζουμε στο «μάτι της βελόνας», στην βραχώδη σχισμή του φαραγγιού, το δέος αυξάνει, πληθαίνουν οι σφυγμοί. Δεν είναι μόνον η ασύλληπτη στενωπός, αυτό το εξωπραγματικό φυσικό «δερβένι», που το άνοιγμά του φτάνει δεν φτάνει τα 3 μέτρα. Είναι κυρίως οι χαοτικές βράχινες «παραστάδες», που εγκλωβίζουν ανάμεσά τους την κλεισούρα, με κατακόρυφο ύψος που ξεπερνάει τα 100 μέτρα. Ακροπατούμε για μερικά μέτρα στο ξύλινο γεφυράκι, λίγα εκατοστά πάνω από το κρυστάλλινο νερό του ποταμού. Έγραφε ο Γιώργος Μανουσάκης(12) το 1980 για το «Πέρασμα του Φαραγγιού», στο Οδοιπορικό των Σφακίων: «Ο ποταμός πιάνει όλο το πλάτος του ανοίγματος, που είναι λιγότερο από τρία μέτρα, και πρέπει να βαδίζουμε άκρη-άκρη, πάνω σε μια σειρά πέτρες. Το νερό φλοισβίζει διάφανο και πεντακάθαρο στα πόδια μας, παιχνιδίζοντας με το φως του ήλιου. Τούτο το ειδυλλιακό ποταμάκι μεταμορφώνεται το χειμώνα σ’ έναν οργισμένο χείμαρρο που ανεβαίνει, σε μέρες κακοκαιρίας, τέσσερα με πέντε μέτρα ψηλά, κλείνοντας ολότελα το πέρασμα»

Αμέσως μετά αρχίζει ένα υπέροχο, ξεκούραστο μονοπάτι που στις 18:50’ μας οδηγεί στις εγκαταστάσεις του ελέγχου εισιτηρίων των επισκεπτών του φαραγγιού. Κτίσματα πέτρινα, ωραία, άλλα ερειπωμένα και άλλα αναστηλωμένα με ορατά ίχνη ζωής. Είναι ο εγκαταλελειμμένος οικισμός της Πάνω Αγίας Ρουμέλης, γενέτειρας του Ρούσσου.(13)

Μιλάμε στο τηλέφωνο με τον φίλο μας.

Πού είσαστε μωρέ; Χάσατε το δρόμο μέσα στο φαράγγι; Έρχομαι να σας παραλάβω.

Στις 19:15’, εννιάμιση ακριβώς ώρες από την αρχή της διαδρομής, ο Ρούσσος Βίγλης ανοίγει την γιγάντια αγκαλιά του. Πηδάμε στο φορτηγάκι και σε μερικά λεπτά διανύουμε την απόσταση των τριών περίπου χιλιομέτρων ως την Αγία Ρουμέλη.

Λέω πρώτα να ξαποστάσετε μ’ ένα καφεδάκι, λέει ο Ρούσσος. Μετά, τα βρίσκουμε τα υπόλοιπα.

Η πρώτη στάση, λοιπόν, γίνεται στο εστιατόριο «ARTEMIS» του Ρούσσου, που λειτουργεί από τα 1993. Στο ζεστό απόβραδο, χαλαρώνουμε στον ευρύχωρο υπαίθριο χώρο, με τα λουλούδια και τα φυτά.

Ρουφάμε απολαυστικά τον καφέ μας και σβήνουμε τη δίψα της ημέρας μ’ ένα νερό παγωμένο, που έχει γεύση εκπληκτική.

Τούτο το νερό έρχεται κατ’ ευθείαν από την πηγή του ποταμού του φαραγγιού, μας εξηγεί ο Ρούσσος.

Τακτοποιούμε τα πράγματά μας στο κατάλυμα του Ρούσσου «STUDIOS ARTEMIS» που λειτουργεί από το 1988. Βρίσκονται στο Δ άκρο του οικισμού, στους πρόποδες του πευκόφυτου βουνού.

Βράδυ πια, τσουγκρίζουμε τα ποτήρια με τις ρακές. Γαύρος μαρινάτος εξαιρετικός, πικάντικη κρητική γραβιέρα και νοστιμώτατες ελιές, ντομάτα και αγγουράκι απ’ το περβόλι.

Εξίσου υπέροχη είναι και η ρακή, από την παλιά ποικιλία «ρωμέϊκο». Ο Βολιώτης φίλος μας, βρίσκεται  στο στοιχείο του.

Ρούσσο μου, εγώ είμαι πλήρης. Μετά απ’ αυτά τι καλύτερο να πεθυμήσει κανείς;

Καλά, δοκίμασε και λίγο κουνέλι στο τσικάλι, με χοντρό αλάτι και λάδι. Πάει καλά με κόκκινο «μαρουβά», κρασί παλιωμένο από 10 χρόνια.

Νέες γευστικές εκπλήξεις από τον Ρούσσο. Αδύνατον ν’ αντισταθούμε στην μαγειρική του και στο κρασί του. Κυλάει η νύχτα ήρεμα, γλυκά, όπως το κόκκινο κρασί. Ήσυχη κουβεντούλα, διηγήσεις απ’ τα παλιά, κάποια στιγμή τα βλέφαρα βαραίνουν. Ήταν μεγάλη η σημερινή μέρα, ξεκίνησε από τις 6 τα χαράματα στα Χανιά, με τις δροσερές ανάσες του Βόρειου Κρητικού και καταλήγει στην Αγία Ρουμέλη, 18 ώρες μετά, με τις χλιαρές πνοές του Λιβυκού.

Αγία Ρουμέλη Παρελθόν και παρόν.

Την χθεσινή νύχτα, πριν παραδοθούμε στην αγκαλιά του «Μορφέα»,(14) αφήσαμε για μερικά λεπτά τα μάτια μας να πλανηθούν στον έναστρο θόλο του ουρανού. Αποκοιμηθήκαμε ακούγοντας γλυκόηχα κουδουνάκα αθέατου κοπαδιού.

Τα ίδια κουδουνάκια μας ξυπνούν με το πρώτο φως. Είναι στο μικρό, διπλανό μαντρί, στους λαιμούς προβάτων και κατσικιών, που συνωστίζονται βελάζοντας για το πρωινό τους τάϊσμα, από τα χέρια του κτηνοτρόφου. Πιο απόμακρα είναι τα κουδουνάκια κάποιων άλλων κατσικιών από τις σάρες της «Ξερόπορτας» ή «Ξερόποντας», όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι. Εκεί πάνω περνούν τη νύχτα τους και κατηφορίζουν το πρωί για να ταϊστούν.

Κάποιοι άλλοι, ευχάριστοι πρωινοί ήχοι, προέρχονται από τις δεκαοχτούρες και τα σπουργίτια κι από τον φλοίσβο των μικροκυμάτων του Λιβυκού, που σκάζουν στην αμμουδιά, καμιά εκατοστή μέτρα μπροστά. Γαλάζια απεραντωσύνη του πελάγους, ζωηρόχρωμα πευκοδάση και ασβεστολιθικοί βράχοι, γκριζωποί-κεραμιδί.

Είναι οι μαγικές εικόνες, που θ’ αντικρύζουμε όλες τις επόμενες μέρες της παραμονής μας στην Αγία Ρουμέλη

Ντόπιο βούτυρο, καλιτσούνια με μυζήθρα, μέλι από τα μελίσσια του Ρούσσου και ζυμωτό ψωμί, μας περιμένουν στον δροσερό κήπο για πρωινό. Ήδη από νωρίς σιγοβράζει στον ξυλόφουρνο το κρέας, που μαζί με το πιλάφι είναι το παραδοσιακό πιάτο των Κρητικών. Ξεκινάμε προς τα βόρεια, να γνωρίσουμε την Πάνω Αγία Ρουμέλη, που διασχίσαμε βιαστικά στην χθεσινή κάθοδό μας απ’ το φαράγγι.

Η πρώτη μας στάση, είναι η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου. Η τρίκλιτη βασιλική είναι χτισμένη στη θέση αρχαίου ναού, πιθανώς του Ταρραίου Απόλλωνα.(15) Στην νότια πλευρά, σώζονται στη θέση τους μεγάλοι λαξευτοί δόμοι από γκρίζο, τοπικό ασβεστόλιθο. Είναι η κρηπίδα του αρχαίου ναού, από τον οποίο επίσης διασώζεται μεγάλος αριθμός από λαξευτούς δόμους στους τοίχους της βασιλικής. Νότια της εκκλησίας σώζεται ένας καμαροσκέπαστος τάφος, ο οποίος πιθανώς ανήκε σε κάποια διακεκριμένη προσωπικότητα της Παλαιοχριστιανικής εποχής.

Το αρχικό δάπεδο το ναού ήταν ψηφιδωτό, από το οποίο σώζονται μόνον μερικά τμήματα, με σχέδια κυρίως γεωμετρικά. Η ποιότητα του ψηφιδωτού παραπέμπει στα αντίστοιχα δάπεδα της Σούγιας, του Φραγκοκάστελου και της Χερσονήσου που κατασκευάστηκαν από ψηφοθέτες που δραστηριοποιούνται στην Κρήτη και στο Άργος, τον 6ο αι. μ. Χ. Την ίδια αυτή εποχή χρονολογείται και η βασιλική της Αγίας Ρουμέλης, που αργότερα εγκαταλείφθηκε. Τον 15ο αι., εκεί κτίστηκε μικρός, καμαροσκέπαστος ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκο. Ίχνη τοιχογραφιών σώζονται στην κόγχη του ιερού.

Στα υψώματα του βουνού, δεσπόζει ο «Κούλες», το οθωμανικό κάστρο της Αγίας Ρουμέλης. Συνεχίζοντας την περιήγησή μας προς την «Πάνω Γειτονιά», θαυμάζουμε την φαρδειά κοίτη και την διαυγή ροή του ποταμού. Την εικόνα ομορφαίνουν ζωηρόχρωμες πικροδάφνες κι ένα απομονωμένο, πάνω στα χαλίκια, γεφύρι Βενετικής τεχνοτροπίας, που πιθανότατα χρονολογείται στην πρώιμη τουρκοκρατία. Το κεντρικό τόξο διατηρείται, ενώ το ανατολικό έχει παρασυρθεί από το νερό του ποταμού. 100μ. πιο πάνω, όρθιο ακόμη, σώζεται ένα ωραίο μονότοξο γεφύρι από την περίοδο της Βενετοκρατίας.

Αν και άρχισε να εγκαταλείπεται ήδη από το 1954 το χωριό,(16) διατηρεί ακόμη πολλά στοιχεία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Ο Ρούσος μας δείχνει το σπίτι όπου γεννήθηκε και μας οδηγεί στο μικροσκοπικό, και καμαροσκέπαστο εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου, του 18ου αιώνα.

Στην πλατεία του χωριού βρίσκεται ο κεντρικός κοιμητηριακός ναός της Αγίας Τριάδας, που χρονολογείται στον 16ο αιώνα. Είναι κτίσμα μονόχωρο και καμαροσκέπαστο, με διακοσμητικά εφυαλωμένα πινάκια στην δυτική όψη. Καμιά εκατοστή μέτρα από την εκκλησία, λειτουργούν οι εγκαταστάσεις του Κέντρου Πληροφόρησης «Άνθρωπος και Πέτρα». Εδώ μας υποδέχεται η Γεωργία Σεκέρογλου, με ειδίκευση στην δασική προστασία και μας ξεναγεί στα σημαντικά γεωφυσικά και γεωλογικά στοιχεία της ευρύτερης περιοχής.

Ανατολικά της Αγίας Τριάδας, στην απότομη πλαγιά του βουνού Αγγελόκαμποι, ασπρίζει ο ναΐσκος του Αγίου Αντωνίου, λαξευμένος στα τοιχώματα μιας κυκλικής σπηλιάς. Ο ναός βρίσκεται σε υψόμετρο 100 μέτρων, η αρχή του μονοπατιού στα 50 και ο χρόνος που απαιτείται για την ανηφορική διαδρομή μόλις 7 λεπτά. Είναι πολύ ευχάριστη η δροσιά στο εσωτερικό του ναΐσκου και εξαιρετική η θέα στο παλιό χωριό, στο φρούριο του Κούλε και στις πλαγιές του φαραγγιού.

Επιστρέφοντας κάνουμε μια στάση –κοντά στην νότια είσοδο του φαραγγιού- στο ένα από τα δύο αναψυκτήρια-καφέ, που ανήκει στον Σπύρο Βίγλη, αδελφό του Ρούσσου. Απολαμβάνουμε στην μεσημεριάτικη ζέστη, τον έξοχο αυτό χυμό πορτοκαλιού. Που τιμούν σχεδόν όλοι οι πεζοπόροι, που ολοκληρώνουν τη διάσχιση του φαραγγιού.

Στον Κούλε της Αγίας Ρουμέλης (17)

Ένα μονοπάτι ξεκινάει ΝΔ από την Αγία Τριάδα, περνάει πάνω από το ποτάμι και ανηφορίζει λοξά στις πλαγιές του βουνού, όπου δεσπόζει ο «Κούλες». Θυμάρι και ρίγανη, πεύκα και κυπαρίσσια, μονοπάτι πετρώδες αλλά καλό. Σε 7’ συναντάμε διακλάδωση δεξιά, που καταλήγει στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Συνεχίζουμε ευθεία, με ανήφορο ισχυρό. Με αργό βηματισμό φτάνουμε στην πύλη του κάστρου σε 25 λεπτά ακριβώς. Το αλτίμετρο δείχνει 205 μέτρα, μια υψομετρική διαφορά 155 μέτρων, από τα 50 της Αγίας Τριάδας.

Ιδρωμένοι από τον ανήφορο, εισπράττουμε την ανταμοιβή μας : την απόλυτη κάτοψη της Αγίας Ρουμέλης και το αχανές αγνάντεμα της απεραντωσύνης του Λιβυκού.

Η τοιχοποιία του κάστρου έχει αρκετές φθορές. Η κατασκευή είναι από κονίαμα και αργολιθοδομή και δείχνει προχειροφτιαγμένη και βιαστική. Το πάχος της τοιχοδομίας μετά βίας φτάνει το 1 μέτρο, το ύψος όμως ξεπερνάει σε κάποια σημεία τα 15 μέτρα. Περιμετρικά υπάρχουν σε πυκνή διάταξη πολεμίστρες.

Το σχήμα του κάστρου είναι ορθογώνιο. Ο διαμήκης άξονας, από Δ προς Α, φτάνει σε μήκος τα 30 περίπου μέτρα, ενώ η μικρή πλευρά του ορθογωνίου δεν ξεπερνάει τα 7 μέτρα. Η θέση του φρουρίου, του παρέχει μια εξαιρετική κατόπτευση τόσο προς το φαράγγι όσο και προς την θάλασσα.

Το σημείο, ωστόσο, δεν είναι ιδιαίτερα οχυρό αφού μόνο η νότια πλευρά είναι δυσπρόσιτη σχετικά. Όλες οι άλλες πλευρές είναι εύκολα προσβάσιμες και καθιστούν ευάλωτο το κάστρο. Το οποίο μαζί με άλλους αντίστοιχους κουλέδες σε περίοπτα σημεία των Σφακίων, κατασκευάστηκε για την καταστολή της Κρητικής Επανάστασης του 1866-1869.

Στην περιοχή της Αγίας Ρουμέλης υπάρχουν τέσσερις κουλέδες: δύο στο αντικρινό Αγγελοκάμπι και δύο στο λόφο πάνω από τον οικισμό. Ο οποίος, στη διάρκεια της επανάστασης, κάηκε δύο φορές, το καλοκαίρι του 1867 και τον Νοέμβρη του 1868. Αρκετά ψηλότερα από τον Κούλε που βρισκόμαστε, υπάρχει και ένα μικρότερο παρατηρητήριο, σε υψόμετρο 550 περίπου μέτρων.

Για την επιστροφή επιλέγουμε την συντομότερη αλλά πολύ πιο απότομη διαδρομή της νότιας πλευράς. Με μόνιμη θέα της Αγίας Ρουμέλης, καθώς και της Γαύδου και Γαυδοπούλας στα βάθη του Λιβυκού, κατηφορίζουμε το πετρώδες, κακοτράχαλο μονοπάτι. Σ’ ένα 20 λεπτο φτάνουμε στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, έχοντας έτσι πλήρη άποψη της κυκλικής διαδρομής.

Η σύγχρονη Αγία Ρουμέλη.

Μετά την πλημμύρα του Νοεμβρίου του 1954, το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας απαλλοτρίωσε το 1957 έκταση 21,5 στρεμμάτων στην παραλιακή θέση «Γιαλός»: Εκεί, δόθηκαν με κλήρο σε όλους σχεδόν τους κατοίκους οικόπεδα των 500 μέτρων. Κατά την δεκαετία του 70 -κυρίως- άρχισε η δημιουργία του σύγχρονου οικισμού στην δυτική όχθη του ποταμού, με ρυμοτομικό σχέδιο, οριζόντιων και καθέτων, που προσομοιάζει στο Ιπποδάμειο σύστημα της αρχαιότητας. (18)

Στον οικισμό χτίστηκαν σπίτια με αυλές καταλύματα και κάθε είδους μαγαζιά, για την εξυπηρέτηση των πεζοπόρων του φαραγγιού. Το οποίο αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα για την ανάπτυξη της περιοχής. Βέβαια, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, στην οικοδόμηση των κτισμάτων έχουν υιοθετηθεί αρχιτεκτονικές που πολύ απέχουν από την παραδοσιακή φυσιογνωμία του παλιού χωριού. Έτσι ο σημερινός οικισμός έχασε την ευκαιρία να είναι από αισθητική άποψη ελκυστικός.

Το παραθαλάσσιο μέτωπο είναι εξολοκλήρου κατειλημμένο από καταλύματα, εστιατόρια και καφέ που έχουν ανεμπόδιστη θέα στο Λιβυκό. Ωστόσο, στην τσιμεντένια προκυμαία εντύπωση προκαλεί η απουσία προστατευόμενου λιμανιού. Έτσι, τα καράβια που πιάνουν προς Σούγια, Παλαιόχωρα και Σφακιά είναι εκτεθειμένα στις διαθέσεις των περισσότερων καιρών και –ιδιαίτερα- της όστριας, του σορόκου και του γαρμπή.

Το 1991 είχε εγκριθεί ένα σημαντικό ποσό για κατασκευή μαρίνας στον δυτικό μυχό του όρμου, μας εξηγεί ο Ρούσος. Όπως έχετε διαπιστώσει, ακόμα παραμένουνε στην ανατολική παραλία τα εκατοντάδες τσιμεντένια μπλόκια που είχαν μεταφερθεί γι αυτό το σκοπό. Το σπουδαίο αυτό έργο δεν τελείωσε ποτέ, μπορείτε να μαντέψετε γιατί.

Πραγματικά, είναι ν’ απορεί κανείς πώς, ο τόσο πλεονεκτικός αυτός τόπος, στην έξοδο του διάσημου Φαραγγιού της Σαμαριάς, βρίσκεται κυριολεκτικά στο έλεος του Θεού ή μάλλον του Λιβυκού.

Η έξοχη μαγειρική του Ρούσσου Βίγλη

Στη διάρκεια της επταήμερης παραμονής μας στην Αγία Ρουμέλη, είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε ποικίλα πιάτα, σε αρκετά εστιατόρια και ταβέρνες. Με κάποιες εξαιρέσεις, η γενική εντύπωση ήταν αρκετά ικανοποιητική. Πουθενά όμως δεν συναντήσαμε την νοστιμιά και αυθεντικότητα των εδεσμάτων του Ρούσσου Βίγλη. Η φιλοσοφία του οποίου, στα 25 περίπου χρόνια που ασχολείται με την κρητική κουζίνα, παραμένει πάντα η ίδια: κορυφαίας ποιότητα τοπικές πρώτες ύλες, πατροπαράδοτος τρόπος παρασκευής και αυθεντικές κρητικές συνταγές, χωρίς ξενικές επιρροές.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή στην ταβέρνα  «ARTEMIS» έχει κανείς την εντύπωση ότι, πέρα από πελάτης, είναι φιλοξενούμενος και φίλος, σ’ ένα παραδοσιακό κρητικό σπιτικό. Ξυλόφουρνοι, πήλινα σκεύη και γάστρες, φουφούδες και παραστιές, γαργαλιστικές τσίκνες κρεατικών και ξεχωριστές ευωδιές οσπρίων, μυρωδικών και λαχανικών. Και από δίπλα, πάντα πρόθυμος ο Ρούσος ν’ απαντήσει σε ερωτήματα , να κεράσει ένα αχνιστό μεζεδάκι απ’ το τσικάλι, μια ρακή ή ένα κρασί. Μας δείχνει ο φίλος μας ένα χοντροφιαγμένο πήλινο σκεύος.

Αυτές είναι οι «εστίες», δηλαδή οι «παρασιές», που αλλού τις λένε πυροστιές ή παραστιές. Έχουν πάχος τουλάχιστον 3 εκατοστών και ενδιάμεσο γαρμπιλάκι, για καλύτερη συνοχή. Εδώ με κάρβουνα μόνο μισό κιλό, μπορεί να μαγειρευτεί και το σκληρότερο κρεατικό.

Κι αυτές οι «στάμνες» τι είναι Ρούσσο;

Είναι σιφνέικος τύπος, εκεί κάνω την ρεβυθάδα.

Παρατηρούμε τα διάφορα σκεύη, καθένα καμωμένο για ορισμένο είδος φαγητού. Τα πήλινα τσικαλάκια προορίζονται για ατομικές μερίδες αγριογούρουνου ή χοιρινού με σάλτσα κόκκινου κρασιού και φρέσκα φρούτα, σύκα ή κυδώνια. Τα μεγαλύτερα τσικάλια μπαίνουν πάνω στις εστίες για διάφορα φαγητά, όπως παραδοσιακό «τσιγαριαστό» ή κρεάς με γιαούρτι και ξινόχοντρο, φασολάδες και οτιδήποτε άλλο. Πάνω στις πήλινες πλάκες γίνονται οι μυζηθρόπιτες, οι επονομαζόμες και «Σφακιανές» πίττες.

Πρωί-πρωί παρακολουθώ τον Ρούσσο ν’ ανάβει ξερά πευκόξυλα σ’ έναν διώροφο ξυλόφουρνο που θυμίζει σπιτάκι.

Είναι δικιά μου πατέντα, μου εξηγεί. Έχει τοιχώματα, που εξασφαλίζουν την κυκλική ροή ζεστού αέρα για ψήσιμο ομοιόμορφο.

Παραδίπλα υπάρχει, βέβαια, και το παραδοσιακό καμπυλόσχημο φουρνάκι όπου χρησιμοποιήθηκαν πυρότουβλα με λάσπη, πετροβάμβακας με κοτετσόσυρμα για αποφυγή σκασιμάτων και ισχυρή τσιμεντοκονία. Κάθε χρόνο γίνεται και επικάλυψη με ασβέστη.

Εδώ ψήνεται το ζυμωτό ψωμί, λέει ο Ρούσσος, 15 περίπου κιλά κάθε φορά. Επίσης γίνεται και το παξιμάδι για τον ντάκο. Αλλά μπαίνει και η σιφνέϊκη ρεβυθάδα, πολλές ώρες σε σιγανή φωτιά.

Κάθε πρωί είχαμε την τύχη να γευόμαστε αυτό το μοναδικό ζυμωτό ψωμί. Απολαύσαμε ακόμη, γάστρες με λαχανικά, μυζήθρα με κρέας, απαράμιλλη τηγανιά μαγειρεμένη μέσα σε πορτοκάλι, κατσίκι και αρνί στο πυρομάχι με γιαούρτι, μπριάμ με λαχανικά απ’ το περβόλι και παραδοσιακούς κολοκυθοανθούς με ρύζι, στην κατσαρόλα ή τηγανιτούς με διάφορα τυριά και μυρωδικά.

Η μαγειρική του Ρούσσου Βίγλη καθώς και οι συντροφικές στιγμές που ζήσαμε μαζί του, θα αποτελούν πάντα μια από τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις μας από την παραμονή μας στην Αγία Ρουμέλη.

 

Σημειώσεις

 

(1) Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΦΟΡΕΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΡΥΜΟΥ ΣΑΜΑΡΙΑΣ, πάνω από 7 εκατ. επισκέπτες έχουν διασχίσει το φαράγγι από το 1981 μέχρι σήμερα.

(2) Τα Λευκά Όρη αποτελούν την μεγαλύτερη σε όγκο οροσειρά της Κρήτης, με μέγιστο υψόμετρο 2.453 μ. στην κορυφή Πάχνες.

(3) Η ονομασία «Ξυλόκαστρο» οφείλεται στην χρήση κορμών που άλλοτε χρησιμοποιούνταν για να υποβοηθήσουν την απότομη αρχική κατάβαση στο φαράγγι.

(4) Η Τραχεία Πεύκη οφείλει την ονομασία της στην τραχύτητα των βελονών της. Είναι δέντρο λιτοδίαιτο, προσαρμοσμένο σε ξηρά και άγονα εδάφη. Απαντάει σε υψόμετρα μέχρι και 1.200 μ. Μπορεί να φτάσει σε ύψος μέχρι 35 μέτρα.

(5) Στον Άγιο Νικόλαο υπάρχει μια από τις επιβλητικότερες συστάδες αιωνόβιων κυπαρισσιών. Αναφέρεται ότι σε κάποιο κυπαρίσσι οι ετήσιοι δακτύλιοι έδειξαν ηλικία τουλάχιστον 500 ετών.

(6) Ο ναός του Αγίου Νικολάου είναι χτισμένος στα μέσα του 18ου αιώνα.

(7) Το μήκος της διαδρομής στα όρια του Εθνικού Δρυμού είναι 12.800 μ. Από  την νότια είσοδο ως την παραλιακή Αγία Ρουμέλη είναι επιπλέον 3.200 μ. Επομένως, το συνολικό μήκος από το Ξυλόσκαλο ως την Αγία Ρουμέλη είναι 16.000 περίπου μέτρα.

(8) Η ονομασία «αγρίμι» αφορά στον αρσενικό αίγαγρο στην Κρήτη, ενώ για το θηλυκό χρησιμοποιείται και η ονομασία «σανάδα».

(9) Κατά τον Μπαμπινιώτη η λέξη «αίγαγρος» προέρχεται από τις λέξεις «αιξ» + «αγρός».

(10) Οι πλακώδεις ασβεστόλιθοι έχουν χαρακτηριστική γκριζομπλέ μορφή, με λευκές ταινίες ή σώματα πυριτιόλιθου που, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι απολιθώματα σφουγγαριών, που σήμερα βρίσκονται ενσωματωμένα στα πετρώματα.

(11) Παραδόξως, το ποτάμι της Σαμαριάς είναι ανώνυμο, σαν να στέρεψε ξαφνικά η γλωσσοπλαστική δυνατότητα των Κρητικών.

(12) Ποιητής και πεζογράφος (Χανιά 1933 – 2008).

(13) Άλλες ονομασίες είναι «Μέσα Αγία Ρουμέλη» ή «Πάνω Γειτονιά». Το όνομα «Παλιά Αγ. Ρουμέλη» δεν χρησιμοποιείται από τους ντόπιους.

(14) Γιος του Ύπνου και θεός των ονείρων στην αρχαία ελληνική μυθολογία.

(15) Η θέση της αρχαίας Τάρρας εντοπίστηκε Α της Αγίας Ρουμέλης, μετά την κοίτη του ποταμού που διασχίζει το Φαράγγι της Σαμαριάς.

(16) Αιτία της εγκατάλειψης ήταν η υπερχείλιση ενός χειμάρρου, που παρέσυρε αρκετά σπίτια.

(17) Στα τουρκικά «Kule» (Κούλε) σημαίνει πύργος, γι΄αυτό οι πύργοι που χτίστηκαν μεταξύ 1866 – 1869 ονομάστηκαν Κουλέδες.

(18) Ο οικοδομικός ιστός της Αγίας Ρουμέλης περιλαμβάνει τρεις δρόμους παράλληλους με την θάλασσα και πέντε κάθετους. Οι περισσότεροι δρόμοι είναι στρωμένοι με βότσαλα από την κοίτη του ποταμού.

back-button
next-button
kriti-faraggi-samarias- kriti-faraggi-samarias-_1 kriti-faraggi-samarias-_2 kriti-faraggi-samarias-_3 kriti-faraggi-samarias-_4 kriti-faraggi-samarias-_5 kriti-faraggi-samarias-_6 kriti-faraggi-samarias-_7 kriti-faraggi-samarias-_8
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories