home Άρθρα Κορωνησία: Στην καρδιά του Αμβρακικού
Κορωνησία: Στην καρδιά του Αμβρακικού

Βρισκόμαστε στην Κορωνησία. Το λιλιπούτειο ψαροχώρι. Ο τόπος ελάχιστα διαφέρει από νησί, η θάλασσα μοιάζει να μας κυκλώνει από παντού. Αν θέλαμε, μισό περίπου αιώνα πριν, να φτάσουμε ως εδώ, θα χρειαζόμασταν καϊκάκι. Γιατί η Κορωνησία ήταν νησιδούλα στην καρδιά του Αμβρακικού, με όλα τα μειονεκτήματα και τις ιδιαιτερότητες του νησιού. Το αρχικό όνομά της, μάλιστα, ήταν Κορακονησία, πιθανότατα από τα κοράκια ή τους μαυριδερούς κορμοράνους, που, εξαιτίας της πλούσιας ψαροτροφής, αφθονούν στην περιοχή.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Κορωνησία: Στην καρδιά του Αμβρακικού
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΗΠΕΙΡΟΣ, Άρτα

ΠΡΩΤΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΩΝΗΣΙΑ

Προτιμάτε να καθήσετε μέσα ή στο μπαλκόνι; μας ρωτάει η Γεωργία Πατέντα.

Εδώ ο καιρός θυμίζει καλοκαίρι, της απαντάμε.

Προτιμάμε λοιπόν το τραπέζι στην ταρατσούλα.

Τέλος Μάρτη. Ο μεσημεριάτικος ήλιος είναι ευχάριστα ζεστός. Με τις ακτίνες του διαγράφει οριστικά από τη μνήμη μας την θερμοκρασία των 2 βαθμών αλλά και τις αλπικές εικόνες με το άφθονο χιόνι, που μόλις μιάμιση ώρα πριν είχαμε αντικρύσει στα υψίπεδα του Μετσόβου. Βρισκόμαστε στην Κορωνησία. Το λιλιπούτειο ψαροχώρι. Ο τόπος ελάχιστα διαφέρει από νησί, η θάλασσα μοιάζει να μας κυκλώνει από παντού. Αν θέλαμε, μισό περίπου αιώνα πριν, να φτάσουμε ως εδώ, θα χρειαζόμασταν καϊκάκι. Γιατί η Κορωνησία ήταν νησιδούλα στην καρδιά του Αμβρακικού, με όλα τα μειονεκτήματα και τις ιδιαιτερότητες του νησιού. Το αρχικό όνομά της, μάλιστα, ήταν Κορακονησία, πιθανότατα από τα κοράκια ή τους μαυριδερούς κορμοράνους, που, εξαιτίας της πλούσιας ψαροτροφής, αφθονούν στην περιοχή.

Εκεί λοιπόν γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’50 άρχισε σιγά – σιγά το νησάκι να προσεγγίζει την ακτή της Σαλαώρας, την κοντινότερη στεριά. Ο τρόπος ήταν έξυπνος και απλός: Ξεκίνησαν οι κάτοικοι να δημιουργούν μέσα στη θάλασσα ένα στέρεο πλέγμα με φυσικά υλικά που παρείχε άφθονα και δωρεάν η γύρω περιοχή: καλάμια, ξύλα, σχοίνα και βούρλα, ψαθιά και ό, τι άλλο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως συνδετικό υλικό. Σύμμαχος στο έργο ήταν ο μαλακός βυθός και τα συνήθως ήρεμα και άβαθα νερά. Άλλωστε η τεχνογνωσία ήταν γνωστή από παλιά, από την κατασκευή των ξύλινων φραγμάτων των «διβαριών», των περιφραγμένων δηλαδή θαλάσσιων χώρων όπου αναπτύσσονταν τα ψάρια. Μέτρο – μέτρο άρχισε να δημιουργείται αυτή η παράξενη στράτα μέσα στη θάλασσα, το «ράμμα σύνδεσης» Κορωνησίας – Σαλαώρας. Ήταν στενό και ασταθές στην αρχή το μονοπάτι, μα όσο πήγαινε γινόταν πιο φαρδύ και συμπαγές. Με λάσπη από την λιμνοθάλασσα Λογαρού και σκληρές ασβεστολιθικές πέτρες από το λόφο της Σαλαώρας ολοκληρώθηκε το μπάζωμα γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Μετά ανέλαβε η ΜΟΜΑ την ασφαλτόστρωση. Από τότε, 4.7 χλμ. καλού δρόμου, με ευθείες ως επί το πλείστον, συνδέουν το ψαρολίμανο της Κορωνησίας με την ακτή της Σαλαώρας.

Μετά το πολύωρο ταξίδι των 370 χιλιομέτρων χαλαρώνουμε στα υπαίθρια τραπεζάκια της ταβέρνας. Βρίσκεται σε προνομιούχο σημείο θέας και ηρεμίας στην άκρη του οικισμού. Το επίσημο όνομά της είναι «Μυρταριά», ποιος την ξέρει όμως έτσι; Όλοι γνωρίζουν την ψαροταβέρνα του «Πατέντα». Με απόλυτη συνέπεια και υψηλό επαγγελματισμό ο συμπαθέστατος μπαρμπα – Πάνος έκανε το όνομά του πασίγνωστο τα τελευταία 30 χρόνια και συνώνυμο με την ποιότητα και τη γεύση. Αυτή τη γεύση την τόσο ιδιαίτερη, που μόνον στα ολόφρεσκα αλιεύματα του Αμβρακικού μπορεί να βρει κανείς.

Πολλές φορές τα τελευταία χρόνια μας έφεραν τα βήματά μας στην περιοχή του Αμβρακικού για πολυήμερες περιπλανήσεις και αντίστοιχα αφιερώματα στη Ροδαυγή Άρτας και στη Λιμνοθάλασσα της Ροδιάς, στην Πρέβεζα, την Αρχαία Νικόπολη και τη Λίμνη Ζηρού (τεύχη 37, 38, 41, 45, 56). Είναι αδύνατον να σβήσουν από τις αναμνήσεις μας οι γευστικές εμπειρίες από τον ανοιγμένο στη μέση και ψημένο στα κάρβουνα κέφαλο, το περίφημο «πετάλι», ή από την νοστιμώτατη σαρδέλλα, τις τσιπούρες και τις γαρίδες, τις σουπιές, τις γλώσσες και τους γωβιούς. Ναι, αυτούς τους ταπεινούς αλλά τόσο εύγευστους γωβιούς, ψάρι εξαφανισμένο και αγνοημένο από τις ψαροταβέρνες της Ελλάδας αλλά τόσο εκτιμώμενο από τους μερακλήδες στην περιοχή του Αμβρακικού. Δεν θα μπορούσε λοιπόν ο πολύπειρος μπαρμπα – Πάνος να μην βάλει στην τεράστια πιατέλλα, δίπλα στις κουτσομούρες και τις γλώσσες, τα καλαμάρια και τις γαρίδες, μερικούς ξεροτηγανισμένους, ολόφρεσκους γωβιούς. Μένουμε έκπληκτοι από την ποικιλία και την ποσότητα που περιέχει η πιατέλλα, μια πιατέλλα που απευθύνεται σε δυο μόνον ανθρώπους.

Ποιος θα τα φάει μπαρμπα – Πάνο τόσα ψάρια; Εσύ έφερες όλη την αλιευτική ποικιλία του κόλπου.

Αύριο θα δοκιμάσετε τσιπούρα, λαυράκι, κεφάλι και σουπιές. Έτσι για να εμπλουτίσετε την γκάμα των γευστικών σας εμπειριών.

 

ΣΤΗΝ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ «ΣΑΚΟΛΕΤΣΙ»

Στις ακτίνες του απομεσήμερου χρυσίζουν τα νερά του Αμβρακικού, παιχνιδίζουν στο ελαφρό αεράκι κι ύστερα σκάζουν με ήσυχα κυματάκια στην αμμουδερή ακτογραμμή. Στο βάθος του ορίζοντα, στην κατεύθυνση του σορόκου, ατενίζουμε τους λόφους που κρύβουν την Πρέβεζα και το στόμιο του Ακτίου, ενώ αριστερά γκριζάρουν οι ορεινοί όγκοι της Λευκάδας. Ακριβώς μπροστά μας το απογευματινό σοροκάκι σείει τα φυλλώματα από τους νεαρούς ευκάλυπτους, τις ελιές και τις λεμονιές. Αμέσως μετά γυαλίζει εκτυφλωτικά μια στενόμακρη υδάτινη επιφάνεια. Είναι το στόμιο που συνδέει τη λιμνοθάλασσα «Σακολέτσι» με τα νερά του Αμβρακικού. Μια χαμηλή, χορταριασμένη γλώσσα στεριάς παρεμβάλλεται σαν κυματοθραύστης ανάμεσα στην λιμνοθάλασσα και τον κόλπο, εξασφαλίζοντας ηρεμία στο Σακολέτσι.

Ίσως χρειάζεστε λίγη ξεκούραση, λέει η κόρη του μπαρμπα – Πάνου, η Γεωργία.

Αντίθετα, μετά το λουκούλειο γεύμα, χρειαζόμαστε έναν ήπιο περίπατο.

Τότε, μπορώ να σας συνοδέψω γύρω από τη λιμνοθάλασσα Σακολέτσι.

Μερικές δεκάδες μέτρα μετά την ταβέρνα ο ασφαλτόδρομος διασχίζει τα τελευταία σπίτια του χωριού κι ύστερα γίνεται καλός χωματόδρομος μέσα από ελιόδεντρα και σχοίνα. Στη συνέχεια μετατρέπεται σε μια στενή λωρίδα στεριάς, διασχίζει το ακύμαντο νερό και στρίβει δεξιά προς το «Πεθαμένο», μια κατάφυτη νησιδούλα που πήρε την ονομασία της από τα κοιμητήρια του χωριού. Ας αφήσουμε όμως για λίγο την γλαφυρή πένα του Αριστείδη Σχισμένου να μας περιγράψει την περιοχή του Σακολετσίου:

«Πρόκειται για μικρής έκτασης λιμνοθάλασσα εκπληκτικής ομορφιάς, που απλώνει το γαλαζοπράσινο σώμα της στην τριπλή αγκαλιά των νησιών της Κορωνησίας, του Περανησιού και του Πεθαμένου. Είναι από τις γραφικότερες περιοχές του Αμβρακικού καθώς η πλουσιώτατη χλωρίδα και των τριών νησιών φτάνει μέχρι τις παρυφές της λιμνοθάλασσας, δίνοντας την αίσθηση ότι οι πυκνόθαλοι θάμνοι φυτρώνουν μέσα απ’ τα νερά, δημιουργώντας συγγενικές συνθέσεις βαθυπράσινων και γαλαζοπράσινων αποχρώσεων… Η νηνεμία στη λιμνοθάλασσα αποτελεί σχεδόν μόνιμο φαινόμενο, καθόσον τα σώματα των τριών νησιών προστατεύουν αποτελεσματικά τα νερά της λιμνοθάλασσας. Περιμετρικά, μεταξύ των τριών νησιών, απλώνονται μικρού μήκους λουρονησίδες με πολλά κοχύλια, που είναι καθαρό δημιούργημα των αέναων ανέμων και των θαλάσσιων επενεργειών. Το Σακολέτσι αποτελεί για τους Κορωνησιώτες τον κοντινό θαλασσινό κήπο τους και η ζωή τους είναι στενά συνυφασμένη με την ιστορική διαδρομή της λιμνοθάλασσας. Αποτελεί το εύκολο και γρήγορο αποκούμπι τους, γιατί μόλις απλώσουν το χέρι τους, θα πιάσουν ψάρια για τις άμεσες ανάγκες τους».

Ακριβώς μετά τη νησίδα του Πεθαμένου τερματίζει ο χωματόδρομος μπροστά σ’ ένα μοναχικό, ξερακιανό δέντρο ελιάς. Δίπλα του ορθώνουν το ταπεινό μπόι τους τα εικονοστάσια του Αγ. Νικολάου, ένα καινούργιο κι ένα παλιό. Μερικά μέτρα παραέξω αρχίζει η απέραντη επιφάνεια του Αμβρακικού. Η απόσταση από την ταβέρνα του Πατέντα μόλις φτάνει τα 1600 μέτρα μέχρι εδώ. Αφήνουμε το αυτοκίνητο και ξεκινάμε την στενή λουρονησίδα με τα πόδια. Σχοίνα και ξύλα, χώμα και πέτρες, κάπως έτσι πρέπει να ήταν η αρχική στράτα που συνέδεε την Κορωνησία με την Σαλαώρα. Λίγα λεπτά αργότερα φτάνουμε στην ακτή του Περανησιού. Το έδαφός του είναι κατάφυτο από σχοίνους και θαμνώδη κυπαρίσσια, τόσο πυκνά που δημιουργούν έναν βαθυπράσινο όγκο συμπαγή και αδιαπέραστο.

Κάποτε που οι Κορωνησιώτες έβοσκαν τα ζώα στο νησί, διατηρούνταν ανοιχτά τα μονοπάτια, λέει η Γεωργία. Σήμερα, από την πολύχρονη αχρησία έχουν κλείσει.

Το διαπιστώνουμε ευθύς αμέσως, καθώς επιχειρούμε να διασχίσουμε κατά πλάτος το μακρόστενο νησί προς την κατεύθυνση της Κορωνησίας. Σ’ ένα μικρό χορταριασμένο ξέφωτο βρίσκουμε ένα στενό μονοπάτι, που μετά από μερικά μέτρα εξαφανίζεται μέσα σε πυκνότατους σχοίνους, κυριολεκτικά απροσπέλαστους. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με την Ν – ΝΔ ακτογραμμή του Περανησιού. Εδώ η περιδιάβαση είναι υπέροχη, ένας χαλαρός περίπατος πάνω σε αμμουδιά και αμέτρητα κοχύλια κάθε είδους και μεγέθους, που συσσωρεύτηκαν από την δύναμη των κυμάτων στους αιώνες.

Ο σορόκος έχει δυναμώσει λίγο και μας χαϊδεύει δροσερά. Ένας γλυκύτατος φλοίσβος από τα μικρά, βιαστικά κύματα μας συντροφεύει συνεχώς. Κάποια στιγμή περνάμε μπροστά από ένα παράξενο κοίλο χτίσμα, που ορθώνεται μισογκρεμισμένο σε ύψος τουλάχιστον 4 μέτρων δίπλα στην ακτή. Είναι αδύνατον να εξηγήσουμε την προέλευση ή τη χρήση του, ως το βράδυ που ο Παναγιώτης Πατέντας λύνει την απορία μας. Είναι ό, τι απόμεινε από ένα παλιό ασβεστοκάμινο.

Καθόμαστε για μερικά λεπτά πάνω στους σωρούς των κοχυλιών, ατενίζουμε ένα ως δύο μίλια απέναντί μας τα κατάφυτα μικρονήσια της Κορωνησίας που είναι αραδιασμένα στη σειρά. Πέρα από τον κόλπο, κυκλωμένα ακόμα απ’ το χειμώνα, μας γνέφουν τα χιονισμένα Ακαρνανικά και Αγραφιώτικα βουνά.

Χαλαρωμένοι και απόλυτα αναζωογονημένοι από την δροσερή ανάσα του Αμβρακικού επιστρέφουμε αργά στα εικονοστάσια και το μοναχικό ελιόδεντρο της ακτής.

 

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Σ’ έναν χαμηλό λοφίσκο, πίσω από την ταβέρνα του Πατέντα, δεσπόζει η «Κούλια», ένα κυκλοτερές πυργωτό φυλάκιο – παρατηρητήριο, που οικοδομήθηκε το 1860 από τους Τούρκους. Χτισμένο με πελεκητή πέτρα το οικοδόμημα, έχει εξ ολοκλήρου αναπλασθεί και διατηρεί τα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής του αναλλοίωτα. Μετά την Κούλια συναντάμε τον μικρό κοινοτικό ελαιώνα με αιωνόβια ελαιόδεντρα. Γύρω από τον ελαιώνα υπάρχουν κατοικίες με περιποιημένες αυλές και απαραίτητη παρουσία δέντρων λεμονιάς.

Πολύ γρήγορα ο δρόμος μας οδηγεί στο ΒΔ άκρο του λοφίσκου. Εδώ αγναντεύει την απεραντοσύνη του κόλπου το αρχαιότερο μοναστήρι του Αμβρακικού κόλπου, η Μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου της «Κορακονησίας». Σε παλαιά έγγραφα ο τόπος αναφερόταν ως «Κορακονήσι», ενώ από τον 19ο αιώνα ονομάζεται, επί το λογιώτερον, Κορωνησία. Σύμφωνα με τον Σταύρο Μαμαλούκο (1), δεν είναι γνωστός ο χρόνος ιδρύσεως της μονής. Η παλαιότερη μνεία της είναι του έτους 1193. Η μονή άκμασε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οπότε απέκτησε μεγάλη περιουσία και φήμη. Γύρω της εγκαταστάθηκαν οικογένειες ψαράδων, που μετά τα μέσα του 19ου αιώνα δημιούργησαν σταδιακά το σημερινό χωριό. Η μονή διαλύθηκε πιθανότατα στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ενώ το καθολικό της χρησιμοποιείται από τότε ως ενοριακός ναός του χωριού.

Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα – αναστηλωτή Σταύρο Μαμαλούκο, το καθολικό της μονής, κτίσμα του όψιμου 10ου αιώνα, είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Ηπείρου. Ο μικρών διαστάσεων ναός ανήκει στον σπάνιο τύπο των ημιεγγεγραμμένων σταυροειδών ναών με αρχικό νάρθηκα και τρούλλο. Το εσωτερικό του κοσμούν μέτριας τέχνης τοιχογραφίες του 17ου αιώνα και ενδιαφέρον ξυλόγλυπτο τέμπλο των μέσων του 19ου μάλλον αιώνα. Στα βόρεια του ναού υψώνεται το τύπου «διάτρητου τοιχώματος» κωδωνοστάσιο του 19ου, πιθανότατα, αιώνα. Στα νότια του ναού και σ’ επαφή μ’ αυτόν σώζεται ερειπωμένο το κτίριο του ελαιοτριβείου της μονής. Στο χορταριασμένο εσωτερικό του διατηρούνται ακόμη δυο μυλόπετρες.

30 περίπου μέτρα ΝΑ του καθολικού βρίσκεται άλλο ένα μνημείο, το παρεκκλήσιο του Αγίου Ονούφριου. Είναι μονόχωρος δρομικός θολοσκέπαστος ναΐσκος των χρόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου, με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα. Στον αύλειο χώρο του καθολικού της μονής, ανάμεσα στα χόρτα, υπάρχει και μια μεγάλη μαρμάρινη βάση κίονα. Μερικά μέτρα χαμηλότερα από το πλάτωμα όπου βρίσκεται ο ναός υπάρχει ένα θαυμάσιο πέτρινο πηγάδι, απ’ όπου κάποτε υδρεύετο το χωριό.

Για μερικά λεπτά περιδιαβαίνουμε στους δρομίσκους του οικισμού. Είναι ήρεμος, με ελάχιστη κίνηση και θορύβους, ένας συνοικισμός σχεδόν οικογενειακός. Κοινό γνώρισμα όλων σχεδόν των σπιτιών είναι οι αυλές, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν δέντρα λεμονιάς.

Από τα ηπειρωτικά κατηφορίζουμε στο επίπεδο της θάλασσας. Εδώ δεν υπάρχουν στενά δρομάκια αλλά απλόχωρα δρόμοι και περιποιημένες πλατείες, όπου συγκεντρώνεται όλη η εμπορική και τουριστική κίνηση του τόπου με ταβέρνες, καφετέριες και μπαράκια. Στο φως του δειλινού βολτάρουμε αργά και απολαυστικά στην προκυμαία, γύρω από το όμορφο ψαρολίμανο. Ύστερα καθόμαστε σε μια καφετέρια της παραλίας, αγναντεύοντας τα νερά του κόλπου στο τελείωμα της μέρας. Είναι καλή ώρα για ένα καφεδάκι.

 

ΣΤΗΝ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΛΟΓΑΡΟΥ

Η λωρίδα των 5 περίπου χιλιομέτρων που συνδέει την Κορωνησία με την ακτή της Σαλαώρας είναι κάτι παραπάνω από έναν απλό δρόμο σύνδεσης του μικρού νησιού με τη στεριά. Σ’ όλο του σχεδόν το μήκος αποκαλύπτει μια αλληλουχία τοπίων και εικόνων εκπληκτικών, που δημιουργούν οι χορταριασμένες νησιδούλες, τα ενδιάμεσα  καναλάκια, οι μικρές λιμνοθάλασσες, όπου ζουν και αναπτύσσονται τα ψάρια. Σ’ αυτό τον απέραντο «ιχθυότοπο» και υγρότοπο τα – συνήθως – ήρεμα νερά είναι οι φυσικοί καθρέφτες, όπου αντανακλώνται τα σύννεφα, τα βουνά, το γαλάζιο του ουρανού, οι φιγούρες των ερωδιών ή των ψαράδων με τα καμάκια τους στη βάρκα. Ένα από τα σημαντικότερα δώρα της διαδρομής για τον επισκέπτη είναι, ότι οι εικόνες ποτέ δεν είναι ίδιες, εναλλάσσονται με συναρπαστική ποικιλία ανάλογα με τις εποχές του χρόνου και τις ώρες της ημέρας. Αδύνατον να μείνει κανείς αδιάφορος σε τόση ομορφιά.

Οδηγώντας αργά, σταματώντας και φωτογραφίζοντας φτάνουμε από την Κορωνησία στην Σαλαώρα. Όπως σημειώνει ο Δημ. Ράπτης (2), «Ο Αλή Πασάς θέλοντας μια διέξοδο στο κράτος του προς την νότια Ήπειρο δημιούργησε το λιμάνι της Σαλαώρας συνδέοντάς το ταυτόχρονα με τον επίσης σπουδαιότατο οδικό χερσαίο άξονα που οδηγούσε από αυτό στα Γιάννενα. Υπήρχε σ’ αυτό τελωνείο, αποθήκες, εμπορικά καταστήματα, χάνι, κατοικία του Αλή Πασά και ικανοποιητικός αριθμός πλοίων. Η πτώση του Αλή Πασά και ο βομβαρδισμός του από τα ελληνικά πλοία επέφεραν την σταδιακή του παρακμή».

Το μόνο που απομένει σήμερα είναι το έξοχα αναπλασμένο οίκημα του Τουρκικού Τελωνείου που στεγάζει το Κέντρο Πληροφόρησης Σαλαώρας. Το λιμάνι στην ουσία είναι ένας τσιμεντένιος μώλος με μια «σπίθα» στην άκρη και μια τσιμεντένια γλίστρα για τα τρέϊλερς των ερασιτεχνών ψαράδων, που έρχονται από την ευρύτερη περιοχή να ψαρέψουν στα νερά του Αμβρακικού. Σάββατο πρωί μετράμε παρατεταγμένα πάνω από 15 τρέϊλερς. Σ’ ένα τμήμα της ακτογραμμής, λίγο βορειότερα από το παλιό Τελωνείο, έχει δημιουργηθεί μια στενόμακρη λιμνοθάλασσα, που αποτελεί ένα άριστο αλιευτικό καταφύγιο για πολυάριθμες ψαρόβαρκες.

Επιστρέφοντας στην Κορωνησία σταματάμε στις εγκαταστάσεις του Αλιευτικού Συνεταιρισμού Λογαρούς. Δεκάδες παρκαρισμένα αυτοκίνητα και κόσμος πολύς. Οι ψαράδες ξεψαρίζουν τα τελευταία δίχτυα, που είναι γεμάτα με τσιπούρες και – πολύ λιγότερα – λαυράκια. Πολλές τσιπούρες ξεπερνούν το μισό κιλό, κάποιες μάλιστα πλησιάζουν και το κιλό. Ψάρια ολόφρεσκα, λαχταριστά, «ελευθέρας βοσκής» στα νερά της τεράστιας λιμνοθάλασσας Λογαρούς. Η σημερινή τιμή τους από τις εγκαταστάσεις του Συνεταιρισμού είναι 14 ευρώ το κιλό, που το καλοκαίρι, σε περιόδους υψηλής ζήτησης, μπορεί να φτάσει και τα 20.

Είναι πανέμορφα ψάρια οι τσιπούρες του κιλού, λέω στον Βασίλη Νίκου, τον Πρόεδρο του Συνεταιρισμού.

Συμφωνώ, μου απαντάει, ξέρεις όμως πόσο διάστημα χρειάζεται ο γόνος μιας τσιπούρας 2 γραμμαρίων να φτάσει να γίνει ψάρι ενός κιλού;

Ομολογώ, πως δεν έχω ιδέα.

Τρία ολόκληρα χρόνια, λέει ο Βασίλης. Αν βέβαια το ψάρι δεν πιαστεί νωρίτερα στα δίχτυα και στη συνέχεια καταφέρει να επιβιώσει από τους γλάρους, τους πελεκάνους και, κυρίως, τους κορμοράνους. Αυτοί οι τελευταίοι έχουν εξελιχθεί στον μεγάλο μας εχθρό, όχι μόνον λόγω του αριθμού τους αλλά και εξαιτίας της ακόρεστης λαιμαργίας τους.

Έχοντας ιδρυθεί το 1972 ο Συνεταιρισμός αριθμεί σήμερα 82 ενεργά μέλη, έφτασε όμως να έχει και 100. Τα μέλη δουλεύουν σε τρεις βάρδειες και κάθε μήνα, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα, διανέμονται εξίσου τα κέρδη. Στις ζοφερές περιόδους που ζούμε, με τις ανασφάλειες και κυρίως τις μεγάλες ανισότητες σκέφτομαι, πως είναι μια κοινωνία ιδανική.

Από άποψη όγκου αλιευμάτων τι σημαίνει για τον Συνεταιρισμό μια καλή χρονιά; ρωτάω τον Βασίλη.

Τα σημαντικότερα αλιεύματα είναι της τσιπούρας, μου απαντάει. Μια καλή χρονιά κυμαίνεται από 50-70 τόνους. Οι αντίστοιχες καλές χρονιές για τα λαυράκια και τους κέφαλους είναι 4 έως 5 τόνοι.

Τι γίνεται με τα χέλια και τις γαρίδες;

Κουνάει το κεφάλι του ο Βασίλης:

Κάποτε ψαρεύονταν δεκάδες τόνοι χέλια και σήμερα κυμαίνονται στους δυο. Αμελητέες είναι και οι ποσότητες της γαρίδας και του γωβιού. Δυστυχώς οι συνθήκες αλιείας χειροτερεύουν διαρκώς.

Αποχαιρετάμε τον Βασίλη και συναντάμε τον Νίκο Σιόζιο, μέλος του Συνεταιρισμού, που μας περιμένει για μια περιπλάνηση στα νερά της Λογαρούς. Πίσω από τα γραφεία και τις αποθήκες είναι οι λιμενικές εγκαταστάσεις του Συνεταιρισμού. Πηδάμε στη βάρκα και παίρνουμε κατεύθυνση Β-ΒΑ προς την πόλη της Άρτας. Απλώνεται μπροστά μας η λιμνοθάλασσα Λογαρού, απέραντη και αστραφτερή στο φως του ήλιου, 36.000 στρέμματα ακύμαντης επιφάνειας. Είναι τέλεια η αίσθηση να γλιστράμε με ταχύτητα στα ακίνητα νερά. Σ’ ένα 10λεπτο περίπου πλησιάζουμε στην τοποθεσία «Καμάκια», με τις μικρές χορταριασμένες νησιδούλες, που φιλοξενούν τις αποικίες των αργυροπελεκάνων.

Ξαφνικά η ταχύτητα ελαττώνεται, μετά βίας συνεχίζει να κινείται η βάρκα. Έχουμε πέσει σε άβαθα νερά τόσο ρηχά, που η προπέλα της μηχανής ακουμπάει και αναδεύει τον λασπώδη βυθό θολώνοντας τα νερά. Παίρνουμε πορεία κυκλική γύρω από την μεγαλύτερη νησιδούλα, που έχει αναπτύξει στην ακτογραμμή της και καλαμιώνα. Πλέουμε αργά και θαυμάζουμε την αποικία των πελεκάνων. Πανέμορφα πουλιά, μ’ έναν γρήγορο υπολογισμό μετράμε πάνω από 40. Η ηρεμία τους είναι εντυπωσιακή ακόμα και με την τόσο θορυβώδη παρουσία μας. Μόνον όταν ο Νίκος κινείται προς το μέρος τους, αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το αραξοβόλι τους και να πετάξουν μ’ αυτές τις γνώριμες, τόσο αρχοντικές πτήσεις, μερικά εκατοστά πάνω από την ατάραχη επιφάνεια του νερού.

Κατευθυνόμαστε για λίγο προς το νησάκι «Φορτάλα», με το μικρό, γραφικό του ψαροκάλυβο. Ύστερα παίρνουμε πορεία ΝΔ προς τον λόφο της Σαλαώρας. Έχει βαθύνει πάνω από μισό μέτρο το νερό και μπορούμε πάλι να κινούμαστε με ταχύτητα. Πλησιάζουμε στα λημέρια των ερωδιών. Από μακρυά ήδη ξεχωρίζουν, ανάμεσα σε μικρονησίδες και καναλάκια, οι λεπτεπίλεπτες σιλουέττες σταχτοτσικνιάδων και λευκοτσικνιάδων. Σε αντίθεση όμως με τους πελεκάνους είναι πολύ φοβισμένα τούτα τα πουλιά. Αν και η μετακίνησή μας είναι αργή, ανεπαίσθητη σχεδόν, δεν μας επιτρέπουν να τα πλησιάσουμε πιο κοντά από 80-100 μέτρα. Κάθε φορά που παραβαίνουμε αυτό το όριο, εκφράζουν με νευρικές κινήσεις την ανησυχία τους, ανοίγουν τα όμορφα φτερά τους και πετούν λίγο παραπέρα. Δεν μας πειράζει. Αρκούμαστε να θαυμάζουμε από μακρυά την αιθέρια τους ομορφιά.

Πλώρη για την Κορωνησία και πάλι. Τέλεια μπουνάτσα. Είναι πρωτόγνωρη αίσθηση να πλέουμε τόση ώρα σε τόσο ρηχά και ήρεμα νερά. Περνάμε με ταχύτητα κοντά από ένα μεγάλο κοπάδι φαλλαρίδων. Αυτές αντιδρούν διαφορετικά από τα άλλα πουλιά. Αντί ν’ αλλάζουν θέση πετώντας φοβισμένες, προτιμούν να βουτάνε στο νερό, να μένουν μέσα μερικά δευτερόλεπτα και ύστερα να ξαναβγαίνουν λίγο μακρύτερα. Να και μερικές σκουφοβουτηχτάρες, με υψηλότερο λαιμό. Η συμπεριφορά τους είναι σχεδόν ίδια, προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο με βουτιές.

Πλησιάζουμε ένα μικρό σμήνος γλάρων. Μαύρα κεφάλια, σώματα ολόλευκα, καλογυμνασμένα και λεπτά. Διαγράφουν συνεχείς κύκλους μερικά μέτρα πάνω από την ήρεμη επιφάνεια, ανιχνεύουν με την απίστευτη όρασή τους το – όχι ιδιαίτερα – διάφανο νερό και ξαφνικά εφορμούν κατακόρυφα με ασύλληπτη ταχύτητα, όμοιοι με ρουκέτες. Η επιχείρηση δεν κρατάει περισσότερο από δύο – τρία δευτερόλεπτα. Όταν αναδύονται, τις περισσότερες φορές υπάρχει στο ράμφος τους κάποιο ψάρι.

Να όμως, λίγο μακρύτερα άλλος ένας θηρευτής. Αντίθετα με τους γλάρους, αυτός κινείται πολύ αργά, ανεπαίσθητα σχεδόν. Ώσπου βέβαια να εντοπίσει το θήραμά του. Τότε πρέπει να δράσει με μεγάλη ταχύτητα, ικανότητα και ακρίβεια. Είναι ο μπαρμπα – Γιάννης ο Παππάς με τη βάρκα του, απ’ το χωριό Μύτικας. Δεν είναι προφανώς προικισμένος με την οξύτατη όραση των γλάρων. Διαθέτει όμως άλλα εφόδια: εμπειρία, υπομονή κι ένα μακρύ, φοβερό καμάκι που καταλήγει σε 11 μυτερά δόντια, απαραίτητα για να καμακώσουν αποτελεσματικά το γλιστερό και ευκίνητο σώμα των χελιών.

Πολύωρο το ψάρεμα του μπαρμπα – Γιάννη και επίπονο, με συνεχή ορθοστασία και ένταση κάτω από τον ήλιο. Κάποια χέλια, ωστόσο, συστρέφονται μέσα στον κουβά. Ίσως σε άλλες εποχές να ήταν περισσότερα.

 

ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ

Πλησιάζει μεσημέρι. Στην άπνοια της λιμνοθάλασσας Λογαρούς η ζέστη γίνεται αισθητή. Ο μπαρμπα – Γιάννης απιθώνει το καμάκι του στο πλάι της βάρκας και βάζει μπρος τη μηχανή. Σηκώνει το χέρι και χαιρετάει. Αρκετά για σήμερα. Αύριο πάλι…

Βάζουμε κι εμείς πλώρη για τις εγκαταστάσεις του Συνεταιρισμού, θλιμμένοι κιόλας λίγο, που αφήνουμε πίσω μας εικόνες τόσο ποικίλες, τόσο ξεχωριστές. Να όμως που η νερένια μας περιπλάνηση δεν έχει τελειώσει ακόμα. Ένα άλλο σκάφος, μεγαλύτερο και με καρίνα, μας περιμένει στην Κορωνησία, στο λιμάνι. Είναι το καϊκάκι του Στέφανου Πατέντα, μέλους κι αυτού του Αλιευτικού Συνεταιρισμού. Μετά τις εμπειρίες της κλειστής λιμνοθάλασσας αναλαμβάνει ο Στέφανος να μας ξεναγήσει στα μικρονήσια ανοιχτά της Κορωνησίας και στα νερά του Αμβρακικού.

Αποπλέουμε από το καλά προφυλαγμένο ψαρολίμανο με κατεύθυνση Ν – ΝΑ προς τα Ακαρνανικά βουνά. Αφήνουμε αριστερά μας την λιμνοθάλασσα Σακολέτσι με το κατάφυτο, γνώριμό μας Πέρα Νησί και παίρνουμε πορεία για την «Βουβάλα», το μεγαλύτερο απ’ τα νησιά της Κορωνησίας. Η μπουνάτσα δεν είναι τόσο απόλυτη όσο στη Λογαρού, διατηρείται όμως ακόμα. Μόνον με το απογευματινό σοροκάκι θ’ αρχίσει να ρυτιδώνει το νερό. Να και δυο εκπρόσωποι του φτερωτού κόσμου αλλά διαφορετικοί απ’ τους πρωινούς. Ειν’ ένα ζευγάρι πάπιες που πετάνε βιαστικά, μερικά μέτρα πάνω απ’ το νερό.

Κυλούν τα λεπτά και τα νησάκια πλησιάζουν. Ανοιχτά στ’ αριστερά ο Βλάχος, το Διαπόρι και ο Αγ. Αντώνιος. Μπροστά μας η Βουβάλα, πιο ανοιχτά η Βοσινάρα και μερικές εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα το Νησόπουλο, το μικρότερο απ’ όλα.

Ένα τέταρτο περίπου μετά την αναχώρησή μας φτάνουμε μπροστά στη Βουβάλα, με την πυκνή θαμνώδη βλάστηση, τις αμμουδερές ακτές αλλά και τις στενές γλώσσες στεριάς, τις περίφημες λουρονησίδες, που την συνδέουν με τρία μικρότερα νησιά. Παράξενο τοπίο, πολύ ιδιαίτερο και ασυνήθιστο. Κατάσπαρτα εδώ κι εκεί μικρονήσια, χαμηλές αμμουδερές ακτές, πυκνή θαμνώδης βλάστηση κι ανάμεσά τους γλώσσες στεριάς, συνδετικός κρίκος που δημιούργησε η φύση με αμέτρητα κοχυλάκια. Μερικά μίλια νοτιότερα ασπρίζουν τα σπίτια της Βόνιτσας, ενώ στον ακύμαντο ορίζοντα του κόλπου διαγράφονται τα περιγράμματα πολλών σκαφών. Είναι οι ψαρόβαρκες που έχουν πέσει το πρωί από τον μώλο της Σαλαώρας.

Ξαφνικά, πολύ κοντά μας, ακούγεται ένας παφλασμός. Αμέσως μετά, ένας σκούρος όγκος προβάλλει απ’ το νερό. Είναι η ράχη ενός δελφινιού. Χάνεται για λίγο και μετά από μερικά μέτρα ξαναβγαίνει. Μαζί του εμφανίζονται άλλα δυο. Όμορφο θέαμα, τόσο αγαπητό, με το γνώριμο κεφάλι και το ρύγχος, τις στιλπνές σκουρόχρωμες ράχες, που τόσο θεαματικές καμπύλες διαγράφουν έξω απ’ το νερό.

Έχουν εντοπίσει κοπάδι από σαρδέλες, λέει ο Στέφανος.

Τα ακολουθούμε για μερικά λεπτά διακριτικά. Εκεί που νομίζουμε ότι είμαστε κοντά τους, αναδύονται εκατό μέτρα μακρυά. Κάποια στιγμή χάνονται. Ξαναφαίνονται στο βάθος, με πορεία προς το Άκτιο…

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1)Σ. Μαμαλούκου, «Μοναστήρια του Αμβρακικού», «ΠΡΟΤΑΣΗ», ΑΡΤΑ 1996

(2)Δημ. Ράπτη, «Από τη Λαογραφία του Αμβρακικού», «ΠΡΟΤΑΣΗ», ΑΡΤΑ 1996

 

back-button
next-button
korwnisia korwnisia_1 korwnisia_2 korwnisia_3 korwnisia_4 korwnisia_5 korwnisia_6 korwnisia_7 korwnisia_8 korwnisia_9 korwnisia_10 korwnisia_11 korwnisia_12 korwnisia_13 korwnisia_14 korwnisia_15 korwnisia_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories