home Άρθρα Κίμωλος: ένα αστέρι γεννιέται
Κίμωλος: ένα αστέρι γεννιέται

Η Κίμωλος χωρίζεται από τη Μήλο με έναν δίαυλο 960 μέτρων. Έχει περίμετρο 14 μίλια, ενώ το εμβαδόν της αγγίζει τα 40 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα. Είναι ορεινό και άνυδρο νησί με σπάνια ορυκτά και πετρώματα που φιλοτεχνούν τεράστιους πίνακες γεωλογικών διαστρώσεων και ποικίλων χρωματισμών. Το μεσαιωνικό της όνομα ήταν Argentiera και το σύμβολό της η τρίαινα.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Φώτης Μαρινάκης ,Άννα Καλαϊτζή
Κίμωλος: ένα αστέρι γεννιέται
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Κίμωλος

“τo λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση του μαύρου…”

Οδυσσέας Ελύτης     Το Αξιον Εστί

 

Η Κίμωλος χωρίζεται από τη Μήλο με ένα δίαυλο 960 μέτρων. Έχει περίμετρο 14 μίλια, ενώ το εμβαδό της αγγίζει τα 40 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα. Είναι ορεινό και άνυδρο νησί, με σπάνια oρυκτά και πετρώματα που φιλοτεχνούν τεράστιους πίνακες γεωλογικών διαστρώσεων και ποικίλων χρωματισμών. Το μεσαιωνικό της όνομα ήταν Argentiera και το σύμβολό της η τρίαινα.

 

“Υπάρχει ένα ρευστό κι απροσδιόριστο κ ά τ ι”, λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στα «Μικρά Έψιλον», που περιβρέχει τα πάντα γύρω μας και μας κάνει να αισθανόμαστε τη δεύτερη φύση των πραγμάτων.

Kάθε φορά που προσεγγίζω την Κίμωλο, το απόσπασμα του Ελύτη, μου θυμίζει το νησί με το ρευστό κι απροσδιόριστο κ ά τ ι.

Οι “τόποι” στην Ελλάδα εκπέμπουν ένα υπερφυσικό και συνάμα ένα μεταφυσικό φως. Όπου “τόπος” βέβαια δεν είναι μόνο το φυσικό τοπίο, αλλά η “ψυχή” των τόπων.

O Οδυσσέας Ελύτης κατάφερε αυτό το υπερφυσικό φως που αναβλύζει από τα μοναδικά στην υφήλιο νησιωτικά τοπία του Αιγαίου να το μεταμορφώσει (μεταστοιχειώσει – μετασχηματίσει) σε μεταφυσικό φως στον ουρανό του Αιγαίου, κάτι ανάλογο με το φως που είχαν ανακαλύψει οι προσωκρατικοί της Ιωνίας και είχε σχέση με το  λ ό γ ο,  την ψυχή και τη φύση των πραγμάτων που τους περιτριγύριζαν.

Το Αιγαιακό τοπίο και το ελληνικό φως έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην υπόθεση του ποιητικού βάθρου πάνω στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η θεωρία των νησιών.

 

Είναι αναγκαία αυτή η εισαγωγή για να μπούμε με ασφάλεια στο χωρόδραμα της Κιμώλου, ένα εκτυφλωτικό τοπίο που καταθέλγει με τη μοναδική του ποιητική στόφα και διάσταση.

“Εύορμο, από νήας είσας”. Έτσι λέει ο Όμηρος το λιμάνι του Αιγαίου. Και τέτοιο πιστεύουμε πως είναι κάθε λιμάνι των Κυκλάδων. Δε θέλουμε εδώ στην Κίμωλο τίποτ’ άλλο, παρά να βρούμε την ποίηση του Αιγαίου, από την επιφάνεια ίσαμε το βυθό, με τα χρώματα, τον πολιτισμό και τις αντανακλάσεις των ομηρικών λέξεων.

Μπαίνοντας στην Κίμωλο έχουμε απέναντί μας ένα λιμάνι με τους στίχους του Σιμωνίδη και του Αρχίλοχου, μα και τους ηθμούς του  γραφικού Κιμωλιάτη ψαρά που εξακολουθεί να τριγυρνάει, να καλάρει και να ορμίζεται στις σκάλες και τα γυρογιάλια του νησιού, ψέλνοντας και τραγουδώντας.

Είναι ένα λιμάνι που στίλβει από μοναξιά, θάμπος και απερίσπαστη γαλήνη. Κι από πάνω του ξεχωρίζεις ορθάνοιχτα παντζούρια, λότζες, και λιακωτά, κλιμακωτά και ολοφώτεινα, πλημμυρισμένα από το αέναο, μυστήριο κι ακατάλυτο φως, αγκαλιασμένα μεταξύ τους και λουσμένα στο φως και στον ασβέστη, πλημμυρισμένα από ευωδιές μαντζουράνας και κατιφέ.

Ακολουθήσαμε με το βλέμμα όλη την ακτογραμμή κι ύστερα βουτήξαμε στις θάλασσες που εμβαπτίζουν τις στεριές. Κι εκεί είδαμε το χρώμα του βυθού, τις σκάλες που μεσολαβούν ως τον πυθμένα και την ποσειδωνία τους. Με τι χαρά και τι ευχαρίστηση λοιπόν μπήκαμε στο λιμανάκι της απλωσιάς και της λιτότητας.  Στο Ψάθη. Όπου κάθε σπίτι μοιάζει μ’ ένα θραύσμα από παλιό σηκό, κάθε κληματαριά και στεγάδι μ’ ένα κιονόκρανο και κάθε λιακωτό με μιαν ουράνια έκθεση φωτός και αναγαλιάς. Εκεί που κάθε φωνή ή κάθε μακρόσυρτο ααα ή ουουου μοιάζει με σόλο κουτσομπόληδων ανέμων που τα λένε στις ταράτσες και στα λιακωτά.

Να ‘μαστε λοιπόν στο φίνο τοπίο των όρμων και των λιμανιών της Κιμώλου, όπου η ποικιλία και ο πλούτος των ειδών, των χρωμάτων και των αναλαμπών, θα επικυρώνουν την ανεπίληπτη μοναδικότητά της.Τα ελληνικά νησιά είναι πάντα μια επίκαιρη γιορτή ανθεστηρίων, και τα λιμάνια τους ένας μόνιμος ύμνος και ωδή στη θύελλα ή στη γαλήνη, σε ίσες δόσεις.

Ναι! Φτάσαμε κιόλας, ιδρωμένοι αλλά μεστοί από  υψηλές ηδονές, στο Χωριό, τον μοναδικό οικισμό του νησιού που αποτελεί κόσμημα και πλούτο, μέσα σε μια ευφορία πολλών “ψυχών” που το θυμιατίζουν, το προσκυνάν  και το δοξολογούν. Αράξαμε στην πλατεία κι εκεί ανάμεσα στη σκιά και τη λαμπηδόνα του ασβέστη, ψηλαφήσαμε τις πηγές των ονείρων και τους βυθούς των αστεριών. Συλλογιστήκαμε το πριν και το μετά, το νυν ίσαμε το αεί. Τούτο το νησί του Αιγαίου είναι υφασμένο από όνειρα φτωχών ψαράδων και ξωμάχων γεωργών. Οράματα δουλεμένα στο καλέμι των ανέμων, εξαϋλωμένες σταυροβελονιές με ψυχές ακοίμητες όρθιες στο φως, ηλιοκαμένες, που στέκουν μπροστάρισες σε κάθε πικρό στεναγμό των δυτικών ανέμων. Η Κίμωλος δεν είναι παρά ένα αστέρι που γεννιέται τώρα. Ένα αστέρι που ωστόσο μεσουρανεί στον ουρανό του Αιγαίου, μα είχε και έχει το μειονέκτημα να βρίσκεται στη σκιά της διάσημης Μήλου που χάρη στην Αφροδίτη της επισκιάζει πολλά – αν όχι όλα – από τα νησιά του αρχιπελάγους.

Η Κίμωλος δεν αποτελεί απλά μια μικρογραφία ή ένα δορυφόρο της Μήλου. Αποτελεί μια ανεξάρτητη, αυτοτελή και πολυδύναμη βραχωμένη νησιωτοπούλα, με πλήθος εμβληματικά μυστικά. Μυστικά τα οποία συνιστούν ένα πελώριο θαυμαστικό που το κατέχουν το λατρεύουν και το αξιοποιούν με τα βήματά τους οι αισθαντικοί περιηγητές και ταξιδιώτες του Κυκλαδικού συμπλέγματος. Η περιήγηση είναι ένας διαρκής πειραματισμός με οδηγό την αποκάλυψη της αλήθειας. Νομίζω πως, όταν βαδίζουμε, πρέπει να παραμερίζουμε τον αυτάρεσκο ρομαντισμό της εικόνας και το θρίαμβο του θαυμασμού. Οι εικόνες που μας τριγυρίζουν και μας αποκαλύπτονται εδώ στην άγρια Κίμωλο δεν είναι θραύσματα επιφανειακών εντυπώσεων ούτε μυστήρια κοσμικά φαινόμενα που συνομιλούν μαζί μας με όρους αίσθησης και συγκίνησης, αλλά βαθύτατες ανασκαφές που θέτουν σε έρευνα και οργασμό το μυστήριο της αλήθειας.

Εδώ στην Κίμωλο, βρισκόμαστε απέναντι από άγρια βράχια, κόφτρες, γκρεμούς και μπαΐρια, που λες και τα έσπειρε ο θυμωμένος Θεός.

Η Κίμωλος δεν έλκει την ονομαστική καταγωγή της από την Κιμωλία γη, όπως φαντάζονται οι περισσότεροι, (παρά το ότι ο Στράβων γράφει “Κίμωλος, ένθα η γη η κιμωλία”), μια και το νησί είναι διάστικτο από εγγενή ηφαιστειακά πετρώματα, κορυφαίο των οποίων είναι η κιμωλία γη (είδος πηλού), αλλά το όνομά της το πήρε από τον πρώτο οικιστή, τον Κίμωλο, ηγεμόνα των αρχαϊκών χρόνων στο νησί. Παρά ταύτα ο Θεόφραστος στην “Ορυκτολογία” του, ο Διοσκορίδης και ο Πλίνιος, αλλά και ο Αριστοφάνης μνημονεύουν την κιμωλία γη.

Aναφορές στην κιμωλία γη κάνουν και οι Tourneforte, Olivier, Sonnini, Gouffier, oι οποίοι μιλούν για δυο είδη κιμωλίας γης, την άσπρη και την γκρίζα.

Αλλά η Κίμωλος είχε κι άλλα ονόματα στην αρχαιότητα που έσβησαν με τα χρόνια. Την έλεγαν Εχινούσα, σύμφωνα με τον Πλίνιο (από τους πολλούς αχινούς που είχε) αλλά και Εχιδνούσα (εξ  αιτίας των πολλών φιδιών που ζούσαν στο νησί).

Το νησί πρωτοκατοικήθηκε στα Νεολιθικά χρόνια, αλλά  πολύ αργότερα εποικίστηκε από Δωριείς. Είναι γεγονός ότι τον 5ο π.Χ. αιώνα η Κίμωλος είχε αναπτύξει αρκετά προηγμένο πολιτισμό, ενώ ήταν οργανωμένη σύμφωνα με τα πρότυπα της αθηναϊκής ηγεμονίας. Όσον αφορά τη σχέση της με τη Μήλο, οι Κιμωλιάτες ήρθαν σε σύγκρουση με τους γείτονές τους για την επικυριαρχία των νησίδων της Πολυαίγου (τότε Πόλυβος), της Ετηρείας (Αγίου Γεωργίου) και της Λιβείας (Αγίου Ευσταθίου), με αποτέλεσμα η διαμάχη να οδηγηθεί στο Αμφικτιονικό Συνέδριο, το οποίο τελικά απεφάνθη υπέρ των απόψεων της Κιμώλου.

Στη διαδρομή των χρόνων που ακολούθησαν η Κίμωλος υπετάγη στους Ρωμαίους το 168 π.Χ. όταν όλες οι Κυκλάδες περιήλθαν στη ρωμαϊκή κυριαρχία, μέχρι που παρήκμασαν εντελώς, ιδιαίτερα μετά το 44 π.Χ. Από αυτό το χρονικό σημείο και μετά η Κίμωλος αναφέρεται ως τόπος εξορίας αλλά και ως τόπος εξόρυξης της κιμωλίας και των άλλων πετρωμάτων, από τα οποία βρίθει η γη του νησιού.

Τώρα ως προς το θέμα της κιμωλίας, είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως το νησί τα μινωικά χρόνια και μέχρι τουλάχιστον τον 18ο π.Χ. αιώνα εξήγαγε την κιμωλία που ήταν ένα μοναδικό είδος αργίλου, με λευκαντικές και απορρυπαντικές  ιδιότητες.

Το νησί της Κιμώλου παρότι σχετικά μικρό το βαραίνει μεγάλη και ογκώδης ιστορία, τόσο φυσική όσο και αισθητική. Θα χωρίσουμε το αφιέρωμα μας σε πέντε ενότητες που σχετίζονται με τους κατοίκους και το φυσικό περιβάλλον.

Πρώτη ενότητα το Χωριό και η κουκλίστικη Γούπα. Δεύτερη οι παραλίες  Πράσσα, Ελληνικά και Άσπρα Γκρέμια. Τρίτη, οι διαδρομές στο νησί, ανάβαση στο Σκιάδι και στο Παλιόκαστρο. Τέταρτη ο γύρος του νησιού και ο γύρος της Πολυαίγου. Και πέμπτη οι άνθρωποι του.

Πριν όμως υπεισέλθουμε στα μυστήρια ηφαιστειογενή πετρώματα του νησιού και περιηγηθούμε τις μοναδικές τοιχογραφίες των βραχωμένων παρειών της, θα κάνουμε μια σύντομη διαδρομή στο νησί με την υπερχειλίζουσα φαντασία που αφήνει άναυδους τους επισκέπτες της.

Η Κίμωλος πρωί – βράδυ είναι πάντα κομψή, φωτεινή, γλυκιά κι ανυπότακτη. Είναι και θαλασσινή και ουράνια και πολύ γήινη.  Ένα κομμάτι διχασμένο από τις αναταράξεις και τους καταποντισμούς, μάγμα ηφαιστειακό του μπετονίτη και της καολίνης, του θειαφιού και της λάβας, μα και των θερμών υδάτων που αναβλύζουν από πλήθος πηγαία κιμωλιακά πετρώματα. Είναι το νησί που θρέφεται από το νέκταρ των ουρανών, την αμβροσία της θάλασσας και το μούστο των ξηρικών της αμπελιών. Η Κίμωλος είναι η μεγαλύτερη από τις νησίδες – δορυφόρους της Μήλου που απέχει από αυτή 960 μέτρα. Έχει σχήμα ελλειψοειδές, περίμετρο 14 μίλια και εμβαδόν 40 τετρ. χιλιομέτρα. Γενικά είναι ορεινό νησί που αποτελείται από τρείς μεγάλες και τρεις μικρότερες κορυφές. Το Παλιόκαστρο (362 μ.) στο οποίο υπάρχουν  αρχαία ερείπια, ο Σκλάβος (325 μ.) και ο Προφήτης Ηλίας (175 μ.) λίγο νοτιότερα από τα άλλα δυο.

Μεμονωμένα βουνά είναι ο Κέδρος (177 μ.), τα Σιδεροκάψια, στα οποία βρέθηκαν ίχνη από αρχαίες μεταλλευτικές εργασίες, η Πεταλίδα και το Ξαπλοβούνι (100 μ.). Από τις κορυφές των βουνών αυτών αποκαλύπτεται η μαγευτική θέα των νησιών της Σίφνου, της Πάρου, της Φολεγάνδρου, της Σικίνου και φυσικά της Μήλου και αν ο καιρός είναι καλός κι επικρατεί ευδία φαίνεται ακόμη και η Κρήτη.

Τα τρία ακρωτήρια που την περιβάλλουν είναι βόρεια της Γερακιάς, νότια του Αγ. Γεωργίου και δυτικά της Πεταλίδας. Σχεδόν όλα τα παράλια λευκάζουν από τον πώρο λίθο και διαστρώνονται από πίνακες γεωλογικών χρωμάτων, συνήθως λευκά, ασημιά και υπέρυθρα. Από το ασημί χρώμα (αργυρόχρωμο) πήρε το όνομά της η Κίμωλος τον μεσαίωνα από τους ναυτικούς της Δύσης Argentiera (Αρζαντιέρα).

Είναι νησί ηφαιστειογενές, με αρκετούς ανοιχτούς όρμους που δημιουργήθηκαν από τις προσχώσεις και τα ρεύματα της βροχής. Η νότια παράκτια πλευρά του νησιού, διαθέτει και τον όρμο Ελληνικά ή Λίμνη, όπου βρέθηκε η αρχαία βυθισμένη νεκρόπολη της Κιμώλου. Η πόλη αυτή ήταν ενωμένη με τη νησίδα του Αγίου Ανδρέα. Πέρα από αυτή βρίσκονται η Μπονάτσα, η Εννηά και η Αλυκή.

Το κεντρικό λιμάνι της Κιμώλου, η Ψάθη, αποτελεί το επίνειο του νησιού όπου μεθορμίζουν όλα τα πλοία και προσβάλλεται μόνο από τον σορόκο. Αριστερά της Ψάθης όπου σήμερα είναι η Γούπα, υπήρχαν ανέκαθεν οι λαξεμένοι νεώσοικοι, τους οποίους οι ντόπιοι αποκαλούν “σύρματα”. Νότια το νησί περιβάλλεται από τις βραχονησίδες Άγιος Ευστάθιος και Άγιος Γεώργιος.

Στη βόρεια και ανατολική πλευρά του νησιού βρίσκονται και οι μεταλλικές θειούχες πηγές, λίγο δυτικότερα από την πανέμορφη ακτή των Πράσσων.

 

Ο γύρος της ακτογραμμής

Ξεκινώντας τη γνωριμία μας με το νησί θα συμμετάσχουμε σε μια θαλασσινή περιήγηση, με σκάφος που θα έχουμε την τύχη να το κυβερνά ένας θαλασσόλυκος καπετάνιος, που αψηφά τους καιρούς, τα βράχια της ακτογραμμής, τις σπηλιές και τ’ αντιμάμαλα. Το παρατσούκλι του «ο Χειμώνας». Πλοηγώντας το σκάφος του, που ελίσσεται ανάμεσα από σκοπελάκια, υβώματα και υφάλους, ο καπετάν-Βαγγέλης ο Βαμβακάρης ξεναγεί τους ταξιδιώτες του στα θαλάμια των θαλασσοσπηλιών και στις φωλιές της φώκιας ως ένας θαλασσινός Παυσανίας.

Θα περάσουμε το ακρωτήρι της Ανατολής κι ύστερα το Πουλί για να προσορμίσουμε στον κόλπο των Μοναστηριών κι έπειτα στον Γαμπά, λίγο πριν από την κάμψη της Γερακιάς.

Έπειτα θα μπούμε στο Αγιόκλημα και θα πιάσουμε την αμμουδιά στο Φιδάκι, με τα θειαφένια τείχη. Θα περάσουμε έξω από τα λευκόχρυσα βράχια της Αθηνιάς και τελικά θα αγκυροβολήσουμε πάνω από ένα βυθισμένο πηγάδι στον όρμο των Ελληνικών δίπλα σχεδόν από το νησάκι του Αγιανδρέα. Σε όλους αυτούς τους ορμίσκους και τις σπηλιές ο καπετάν-Βαγγέλης θα εισορμά και θα αγκυροβολεί για μια εκτονωμένη βουτιά στα θεσπέσια νερά της νησιού.

Την επόμενη μέρα με το ίδιο σκάφος θα επιχειρήσουμε το γύρο της Πολυαίγου (Πόλυβο την λένε οι Κιμωλιάτες). Εδώ η φαντασία αδυνατεί να συλλάβει τις ακριβείς διαστάσεις της πραγματικότητας ενός βραχώδους νησιού που θεωρείται πια για τους λάτρεις της αυθεντικής ομορφιάς και του μεγαλείου της φύσης μέγα ζητούμενο της κυκλαδικής εποποιΐας.

Η Πολύαιγος, η οποία ονομάστηκε από τους δυτικούς Isola Bruciata  ή ile Brullee, δηλαδή κεκαυμένη νήσος, από το χρώμα των βουνών της, έχει περίμετρο 9 μίλια, υψόμετρο 370 μέτρα, σχήμα ωοειδές και χωρίζεται από την Κίμωλο με ένα δίαρμα (πορθμό) ενός μιλίου. Φημίζεται για τα κόκκινα φίδια και τα κόκκινα βράχια της.

Η φαντασία απογειώνεται μέσα από ένα εκπληκτικό χρωματικό πλαίσιο βραχωδών εξάρσεων που διαγκωνίζονται η μια την άλλη για να αποδώσουν τις εξωκοσμικές διαφάνειες των νερών και των βράχων.

Τα βράχια όλης της νότιας και ανατολικής ακτής του νησιού μοιάζουν με κρατήρες και αμφορείς που έχουν στόμια και χερούλια, ζυμωμένα από το σορόκο, σαν βράχινο  φυσητό γυαλί. Το ύψος τους ψηλώνει ίσαμε τριάντα μπόγια κι ανιστορεί το θρίαμβο της πέτρας σαν ένα έργο ποιητικής φαντασίας από το “κοσμικό” χέρι του Δημιουργού.

Στην θαλάσσια διαδρομής μας θα κάνουμε τρεις στάσεις. Η μια στον τρυπητό βράχο της Φανάρας (φυσική καμάρα πάνω από ένα θαλασσόσπηλιο), η δεύτερη στον όρμο της Αμμούρας, με το ωραίο μονοπάτι για τον Φάρο της Πολυαίγου, μια από τις θεαματικότερες διασχίσεις του φαρικού οδοιπορικού στο Αιγαίο και η  τρίτη στην Άσπρη Πούντα στον κάβο Χοχλιακά, αφού πρώτα διασχίσουμε τους εντυπωσιακούς εξωτικούς Καλόγερους που στέκουν πυλωροί βράχινοι μέσα στη θάλασσα με κείνες τις αιχμηρές απολήξεις των κορυφών τους.

Ο γύρος της Πολυαίγου θα ολοκληρωθεί με μια επί πλέον στάση στης Παναγιάς τ’ Αυλάκι, ύστερα από την παράκαμψη της Κάτω και της Επάνω Μερσίνης, με μιαν επίσκεψη στο μικρό ξωκλήσι της Παναγιάς.

Τις επόμενες μέρες της παραμονής μας στην Κίμωλο θα τις αφιερώσουμε στις διαδρομές που μπορούν να γίνουν στο κύριο σώμα του νησιού.

1η Διαδρομή : Αφορά τον περίπατο στη Γούπα – Καρά, που απέχει ενάμιση χιλιόμετρο από την παραλία της Ψάθης. Παίρνουμε την άσφαλτο από τον παράλιο οικισμό και κυκλώνοντας τον επίνειο βράχο της Ψάθης από ανατολικά κατηφορίζουμε από τσιμεντένιο δρομάκι προς τη λιλιπούτεια παραλία της Γούπας. Η θέα του άναρχου παράλιου οικισμού, η βραχώδης μορφολογία της ακτογραμμής με τα λευκόσπιτα, παρατεταγμένα ανομοιόμορφα, δημιουργούν μιαν εικόνα αλλοπρόσαλλη, πλην μαγευτική και εντυπωσιακά πρωτότυπη.

Θα περπατήσουμε για ώρα γύρω και μέσα από αυτά τα φανερά κι απόκρυφα στενώματα, τις αυλές και τις μάντρες των φτωχικών σπιτιών, συνεχίζοντας τη βόλτα μας παραλιακά ίσαμε το εκκλησάκι του Αϊ-Νικόλα.

2η Διαδρομή: Αφορά την επίσκεψη στα Πράσσα, την ωραιότερη παραλία της Κιμώλου. Εκεί πριν να ρίξουμε μια βουτιά στα συναρπαστικά νερά, θα περπατήσουμε πρώτα σε εγκάρσιο βάθος του όρμου, με κατεύθυνση το μέτωπο των ορυχείων του μπετονίτη. Η βόλτα αυτή μέσα στον κεντρικό πυρήνα των εξορύξεων θα εμπλουτίσει τις εντυπώσεις μας με τις θεαματικές τοιχογραφίες των βράχων που είτε σκαμμένες είτε όχι αποτυπώνουν μια λευκόσαρκη εποποιΐα των ηφαιστειακών πετρωμάτων. Κατόπιν θα περπατήσουμε ίσαμε το εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη, στα ανατολικά της χερσονήσου από όπου θα έχουμε μιαν εκπληκτική και πανέμορφη άποψη – θέα της παραλίας των Πράσσων και του Πρασσονησιού.  Εδώ η αποθέωση της κρυσταλλικής αιγιαλίτιδας, εδώ ο κοιτώνας των χρυσών κυμάτων, εδώ τα νήματα που ράβουν γεωμετρικούς κύκλους, διαμορφώνοντας μιαν επιφάνεια διάφωτη, κρουστή κι επιστρωμένη από μυριάδες κόκκους κιμωλίας γης πάνω σ’ έναν πίνακα που δεν σβήνει ποτέ, από κανένα σπόγγο κι από κανένα περαστικό αιθρηγενέτη άνεμο.

3η Διαδρομή: Αφορά μια υπέροχη διάσχιση του εξωτικού κιμωλιάτικου τοπίου που διανθίζεται από ατέλειωτα ξηρικά τοπία με ελάχιστα καλλιεργημένα χωράφια και λίγα αμπέλια. Λόφοι κρεμασμένοι ο ένας από τον άλλο, με επίστεγα εξωκκλήσια στις καμπύλες κορυφές τους που στεφανώνουν την γκριζόφαιη απόχρωση των πλαγιών και των βαθιών κοιλάδων. Η πορεία που θα κάνουμε θα ξεκινήσει από το Χωριό, με κατεύθυνση το περίφημο Σκιάδι, κι από εκεί με μια διαρκή τραβέρσα των ενδιάμεσων λόφων θα φτάσουμε στην κορφή του Παλιόκαστρου, όπου σηματοδοτείται και το κολωνάκι του κορυφαίου υψομέτρου. Η επιστροφή θα γίνει προς τη Μαυροσπηλιά. Το πρώτο μέρος της διαδρομής γίνεται πάνω σε τσιμεντόστρωτο δρομάκι που ξεκινάει από το Ταχυδρομείο του Χωριού κι ανηφορίζει προς την ακραία συνοικία Λεμπουνιά. Από εκεί ένα κακοτράχαλο μονοπάτι διασχίζει τη ρεματιά και φτάνει στο δρόμο που έρχεται από το Χωριό με κατεύθυνση το Σελλάδι. Ο χωματόδρομος είναι προτιμότερος καθώς από εκεί περνούσε και το παλιό λιθόστρωτο που σχεδόν καταστράφηκε. Όταν φτάσουμε σε χαρακτηριστικό διάσελο θα περάσουμε το ξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων και μια αρχαία δεξαμενή σμιλεμένη πάνω στους βράχους για όμβρια ύδατα, στα αριστερά του δρόμου και λίγο πιο πάνω διακλαδίζεται το μονοπάτι για το Σκιάδι και το Παλιόκαστρο. Ακολουθούμε το θαυμάσια σηματοδοτημένο μονοπάτι για το Σκιάδι, το Μανιτάρι, όπως αποκαλείται από τους ντόπιους, όπου θα φτάσουμε ύστερα από εικοσάλεπτη πορεία. Ο μονόλιθος αυτός της Κιμώλου – σήμα κατατεθέν του νησιού – έχει υπέροχη θέα και προς τα βουνά και προς τη θάλασσα.

Από εκεί επιστρέφουμε στη διακλάδωση απ’ όπου παίρνουμε ένα δύσβατο σχετικά μονοπάτι που ανεβοκατεβαίνει τις ράχες, τους βουνίσιους κορμούς και τα σελάδια ανάμεσά τους. Η πορεία κρατάει περίπου τρία τέταρτα, είναι λίγο δύσβατη, αφού παρεμβάλλονται αραιοί θάμνοι, φρύγανα και λόχμες και φτάνει στη ρίζα του Παλιόκαστρου. Η ανάβαση γίνεται μόνο από τη βόρεια πλευρά, καθώς από τις άλλες είναι απόκρημνη και απλησίαστη. Εδώ υπήρχε αρχαία πόλη, στο ψηλότερο σημείο του νησιού, όπου ακόμη και σήμερα σώζονται τείχη πολυγωνικής τειχοποιίας με έναν ισόδομο δυο περιβόλων. Στην κορυφή διακρίνονται τα θεμέλια άγνωστου οικήματος, πιθανά ενός πύργου. Διακρίνονται επίσης λαξευμένοι σπηλαιώδεις σχηματισμοί, αλλά και κάποιες λαξευτές κλίμακες. Από το Παλιόκαστρο, όπου η θέα είναι επιβλητική, πάνω από τον όρμο Αγιόκλημα θα γυρίσουμε πίσω και θα πάρουμε το μονοπάτι που θα μας φέρει στη διασταύρωση του Σκιαδιού. Από εκεί θα κατηφορίσουμε σε ατραπό που δεν είναι καλά σηματοδοτημένη, σε ξερό και άνυδρο τοπίο, με πολλές πέτρες και νότια – νοτιοδυτική κατεύθυνση που θα μας φέρει σε άλλη μισή ώρα στην παραλία της Μαυροσπηλιάς.

4η Διαδρομή: Eλληνικά – Μαυροσπηλιά – Ασπρα Γκρέμια: Η διαδρομή αυτή αποτελεί μέρος της συνολικής περιήγησης του νότιου σκέλους του νησιού που ξεκινάει από την παραλία της Αλυκής και διασχίζει το νοτιοδυτικό παράλιο τμήμα της, με πέρασμα από την περιοχή των Ελληνικών, όπου τοποθετείται και η αρχαία πόλη του νησιού. Θα περπατήσουμε κατά μήκος της παράκτιας γραμμής του αιγιαλού, περνώντας διαδοχικά από την Μπονάτσα, το ωραίο και γραφικό Καλαμίτσι, θα βγούμε ψηλότερα από τη Φυκιάδα και θα κατηφορίσουμε για την αρχαία Λίμνη ή περιοχή των Ελληνικών, όπου δεσπόζει το νησάκι του Αγιανδρέα, πάνω στο οποίο βρέθηκαν λείψανα και ερείπια της αρχαίας πόλης. Η πόλη όμως αυτή έχει κατά το μεγαλύτερο μέρος της βυθιστεί και βρίσκεται σε βάθος τεσσάρων έως πέντε μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Σημαντικοί και εξέχοντες δύτες αρχαιολόγοι  έχουν καταγράψει όλο το ανεύρυσμα της βυθισμένης πόλης και συνεχίζουν την εργασία αποκάλυψης και άλλων τμημάτων της χαμένης πολιτείας των Ελληνικών. Συνεχίζοντας την πορεία μας γιαλό-γιαλό θα πορευτούμε μέχρι την ωραία παραλία της Μαυροσπηλιάς, όπου θα κατοικοεδρεύσουμε έως ότου πέσει ο ήλιος μέσα από τα βραχώδη τρυπητά νησάκια «Άσπρα Γκρέμια», για να καταγράψουμε μια χρυσή σελίδα της πανέμορφης δύσης. Και είναι τα Άσπρα Γκρέμια μια σαρωτική κατάλευκη πλαγιά της νοτιοδυτικής Κιμώλου γεμάτη από διάσπαρτους μονόλιθους και απότομα κρημνά.

Το Χωριό και το Κάστρο        

Όπως στα αρχαία χρόνια έτσι και σήμερα η Κίμωλος ήταν και είναι μονόπολη. Ο οικισμός του Κάστρου ανάγει τη γένεσή του στον 13ο αιώνα κι είναι κτισμένος πάνω σε ψηλή ράχη, ένα τέταρτο της ώρας από το επίνειο της Ψάθης. Από την Ψάθη ανέβαινε (είναι ακόμη σε χρήση) παλιό λιθόστρωτο. Ο συνοικισμός του Κάστρου είναι μοναδικός, καθώς δεν υπάρχουν ίχνη νεότερων οικήσεων. Διακρίνεται δε σε δυο συνοικισμούς, τον Παλιό και τον Καινούργιο, τα δε κτίσματά του κατά βάση αποτελούνται από διώροφα αψιδωτά και κογχωτά οικοδομήματα. Το Κάστρο είναι τετράγωνο κι έχει αυξηθεί με προσθήκη άλλης μιας τετράγωνης ζώνης. Παλιά υπήρχαν τέσσερις πύργοι αμυντικοί, που τους αποκαλούσαν “βελούαρδους”. Οι πύλες του Κάστρου ήταν και είναι δυο, η Επάνω Πόρτα, όπως τη λένε, που φέρει χρονολογία του 1646 και η Κάτω Πόρτα, με έτος κατασκευής το 1650 (ημερομηνία υπέρθυρου). Στο μισό του τετραπλεύρου βρίσκεται ο ναός της του Χριστού Γεννήσεως, κτισμένος το 1592, όπως προκύπτει από εντοιχισμένη επιγραφή. Τα σπίτια είναι όλα κατάλευκα, με πλακόστρωτα δαιδαλώδη σοκάκια και μικρές πλατείες, πολύ γραφικά, καθώς δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ελκυστικό σύνολο. Αποτελούνται από ανώγεια και κατώγεια. Στον περίπατό μας αυτό γύρω και μέσα από το Κάστρο θα συναντήσουμε εκτός από την εντυπωσιακή Μητρόπολη και άλλες έξι παλιές εκκλησίες που έχουν χαρακτηρισθεί ως ιστορικά μνημεία. Σημαντικότερες είναι της Ζωοδόχου Πηγής, των Ταξιαρχών, και βέβαια της Θεοτόκου που εγκαινιάστηκε το 1873. Στο Χωριό λειτουργεί και Αρχαιολογικό Μουσείο με ευρήματα από την περιοχή των Ελληνικών.

Από τους πολλούς ανθρώπους του νησιού, με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή και γνωριμία ξεχωρίσαμε κάποιους που είναι δεμένοι με το νησί κι αποτελούν τρόπο του λέγειν τον συνδετήριο κρίκο με τη ζωή, τις δραστηριότητες και τη μνήμη του τόπου. Άνθρωποι που τους ευχαριστούμε για όλα όσα μας χάρισαν με τις κουβέντες και τις πράξεις τους.

Είναι ο Καπετάν-Βαγγέλης ο Βαμβακάρης ο θαλασσόλυκος, ο Μανώλης ο Μουστάκας ο οδηγός του λεωφορείου, άριστος γνώστης της ιστορίας του νησιού, ο 90χρονος Μανώλης Μάστορας μια αθόρυβη φυσιογνωμία της υπαίθρου που τριγυρνάει σε όλες τις εξοχές με το γαϊδουράκι του, ο   92χρονος Αυγουστής Γαλανός ο λειτουργός κάθε παλιάς (αλλά και σημερινής) θαλάσσιας επικοινωνίας της Κιμώλου και όλα τα γυρονήσια, ο επίσης 92χρονος καπετάν-Δημήτρης ο Σάρδης από τη Γούπα, ο Φώτης ο Μαρινάκης ο πρόεδρος των Κιμωλιστών με τεράστια δραστηριότητα στο νησί, ο Αποστόλης ο Μποχώρης ο χιουμορίστας ταβερνιάρης του χωριού κι ο Γιάννης ο Βεντούρης πρώην κοινοτάρχης με επίσης μεγάλη δραστηριότητα γνώση των προβλημάτων του τόπου ναυτική εμπειρία κι ενδιαφέρον για την επίλυση των προβλημάτων του νησιού.

Η Κίμωλος που γνωρίσαμε, που περπατήσαμε κι αφουγκραστήκαμε είναι εντέλει ένα πανέμορφο και ολοζώντανο νησί των Κυκλάδων, με υπέροχους ανθρώπους, ξεχωριστά τοπία, σπλάχνα γεμάτα λάβα, θειάφι και κιμωλία γη, μα πιο πολύ είναι μια υπέροχη πινακοθήκη ζωντανών και άϋλων αγαθών (πραγμάτων και ανθρώπων) για υπέροχα και ξεχωριστά όνειρα.

Ένας αέναος ψαλμός από φως, που φλοισβίζει στο πέλαγος με χίλια αλληλούϊα…

 

Σημειώσεις: Η μοναδική αρχαία μνεία του νησιού οφείλεται στον Άμφι και τον Αθήναιο που διέσωσαν ένα στίχο στον οποίο γίνεται αναφορά στις κιμώλιες ισχάδες (*). Ελάχιστοι ιστορικοί και περιηγητές ασχολήθηκαν με το νησί. Τη μνημονεύουν απλά ο Σκύλαξ, ο Πτολεμαίος, ο Πλίνιος και ο Οβίδιος, ενώ την αγνόησε ο πολύς νησιογράφος Μπουοντελμόντι, που είχε περιηγηθεί σε 70 νησιά του Αιγαίου. Από τους νεότερους περιηγητές την επισκέφτηκαν ο Τουρνεφόρ, ο Σοννίνι και ο Ολιβιέ.

Στην Κίμωλο λατρεύονταν η Αθηνά, η Άρτεμις κι ο Ποσειδώνας…

 

(*) Εν Θουρίοις τούλαιον, εν Γέλα φακοί

ικάριος οίνος, ισχάδες κιμώλιαι

 

Ισχάδες = ξηρά σύκα

back-button
next-button
kimwlos kimwlos_1 kimwlos_2 kimwlos_3 kimwlos_4 kimwlos_5 kimwlos_6 kimwlos_7 kimwlos_8
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories