Στον δρόμο από τα Λουτρά Αιδηψού προς το χωριό Λίμνη, συναντάμε τον οικισμό Ήλια. Τρία χιλιόμετρα μετά, και πάνω στον κεντρικό δρόμο, συναντάμε μια μεγάλη πινακίδα με φωτογραφίες από τους καταρράκτες. Ακολουθούμε τον χωματόδρομο και τις πινακίδες και μπαίνουμε στο μονοπάτι που μας οδηγεί έπειτα από 45’ στους μικρούς και στο μεγάλο καταρράκτη.
Είμαστε στην Αιδηψό πραγματοποιώντας ειδικές διαδρομές στη γύρω περιοχή, όταν στον ξενώνα που διαμένουμε, εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά μας ένας αστυνομικός που ζητάει να μας δει ιδιαιτέρως. Αστυνομικός; Μήπως έχουμε παρκάρει παράνομα. Αλλά ιδιαιτέρως γιατί; Τραβάμε για το σαλόνι του ξενώνα κι εκεί, σε μια γωνιά, ο αστυνομικός βγάζει από την τσάντα του αντί για ένταλμα σύλληψης ή την κλήση κατηγορουμένου ή μάρτυρα, ένα τεύχος από το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ και το αποθέτει επάνω στον τραπέζι, περιμένοντας την αντίδρασή μας. Εγώ και η Άννα μένουμε άφωνοι. Τι θέλει από μας ο αστυνομικός με το ΠΑΝΟΡΑΜΑ;
Γρήγορα λύνεται η γλώσσα του και μας αποκαλύπτει ότι είναι αναγνώστης και θαυμαστής του περιοδικού, κι ότι τώρα δεν ήρθε απλώς να μας γνωρίσει, μα να μας προτείνει μια αγαπημένη του διαδρομή στον κοντινό περίγυρο χώρο της Αιδηψού, ένα υδάτινο υπερθέαμα. Την επόμενη στιγμή μ’ όλα τ’ αυτιά σε επιφυλακή, παρακολουθούμε τον Φώτη να διασχίζει τοπία υπερβατικού κάλλους και να οργιάζει με περιγραφές για τις κατακτήσεις μιας άγνωστης μικροχώρας στη Βόρεια Εύβοια, μια περιοχή στην οποία είναι ταμένος και θέλει να μας τη γνωρίσει. Ο λόγος του ρέει σαν καταρράκτης και η νοσταλγία του γι’ αυτόν τον καταρράκτη που περιγράφει δε σταματά, καθώς τον πλουτίζει με την ευφάνταστη και γραφική διήγηση. Καθώς φεύγουμε λέει, από τα Λουτρά της Αιδηψού με κατεύθυνση τα Ήλια, τις Ροβιές και τη Λίμνη, και περνώντας το παραθαλάσσιο ψαροχώρι των Ηλίων, θέλουμε άλλα τρία χιλιόμετρα μέχρι να συναντήσουμε αριστερά στον δρόμο μια πινακίδα που δείχνει έναν τεράστιο καταρράχτη. Μας έχει πείσει. Κι έτσι αύριο, θα τον ακολουθήσουμε για να μας οδηγήσει σε αυτή την πανώρια φυσική τοπογραφία, που αποτελεί μια ωραία και πρωτότυπη διαδρομή στη δυτική πλαγιά του όρους που φέρει το όνομα Τελέθριο.
Το άλλο πρωί, όμως, ο φίλος μας είναι απασχολημένος με την υπηρεσία του και αδυνατεί να μας συνοδέψει ως τον καταρράκτη. Γι’ αυτό και μας δίνει τηλεφωνικά τις οδηγίες πώς θα ξεκινήσουμε τη διαδρομή, πού θα συναντήσουμε τον πρώτο καταρράκτη, πού θ’ αφήσουμε τον κύριο χωματόδρομο και πώς θα βρεθούμε στα δύσκολα περάσματα για τον δεύτερο και μεγαλύτερο καταρράκτη, βαθιά μέσα στο χαραδρωμένο σώμα του Τελέθριου όρους.
Πράγματι, τρία περίπου χιλιόμετρα μετά τα Ήλια, βρίσκουμε καρφωμένη στα βράχια μια μεγάλη φωτογραφική πινακίδα που παραπέμπει στη βαθιά ρεματιά και στους καταρράκτες Δαφνοκούκι. Στην αρχή κατηφορίζουμε στη ρεματιά, την περνούμε και συνεχίζουμε ανηφορίζοντας σε χωματόδρομο που ύστερα από λίγο γυρίζει προς τον Νότο με κατεύθυνση τη θάλασσα του Ευβοϊκού. Λίγο μετά τη στροφή αυτή, βρίσκουμε μονοπάτι εγκαταλείποντας τον δρόμο που χώνεται μέσα στη ρεματιά, για να προσεγγίσει τον πρώτο μικρό καταρράκτη στο βάθος του αρχόμενου φαραγγιού.
Επιστρέφοντας στο αρχικό σημείο της παράκαμψης, συνεχίζουμε τον ήπιο, αλλά ανηφορικό χωματόδρομο που θα μας φέρει στην επόμενη μεγάλη αναστροφή, την οποία θ’ ακολουθήσουμε τώρα για κάμποσο μέχρι ο κύριος δρόμος να φύγει προς τα δεξιά μας ενώ εμείς βαδίζουμε στον μικρότερο δρομάκο, που συνεχίζει για το εσωτερικό της χαράδρας.
Ο στενός αυτός δρομάκος κάποτε τελειώνει κι είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε ένα μονοπάτι, το οποίο στην αρχή κατηφορίζει μέχρι να βρεθεί σ’ ένα κουφωτό πλατάνι, μισοκαμμένο, τον περίφημο «Κούφιο Πλάτανο» – ένα σημείο εξαιρετικά ειδυλλιακό, στο οποίο θα μείνουμε για λίγο θαυμάζοντας τόσο το μεγάλο τρυπημένο πλατάνι, όσο και την ωραία φύση γύρω μας που είναι διάσπαρτη από πικροδάφνες, από τις οποίες άλλωστε πήρε και το όνομά του το φαράγγι Δαφνοκούκι.
Πάνω από τον Κούφιο Πλάτανο αρχίζει ένα στενό, δύσβατο μονοπάτι, που σε ορισμένα σημεία γίνεται και απόκρημνο, για να τραβερσάρει την ανατολική πλαγιά της χαράδρας και μέσα από στοές και πυκνή βλάστηση, να τελειώσει στην «πλατεία», θα λέγαμε – μια μεγάλη βάθρα με πρασινογάλαζες αποχρώσεις, όπου πέφτουν από τα 35 περίπου μέτρα τα πλούσια νερά του μεγάλου καταρράκτη του Δαφνοκουκίου. Κατηφορίζουμε προσεχτικά γιατί οι πέτρες γλιστρούν, και προσεγγίζουμε τη βάθρα, με σκοπό να εισπράξουμε την ωραιότερη εικόνα του μεγάλου αυτού, εντυπωσιακού καταρράκτη που πέφτει σε διαδοχικές λεκάνες δημιουργώντας πανέμορφες στάσεις και σκαλώματα.
Η χαράδρα Δαφνοκούκι είναι μια από τις αναρίθμητες όμοιες χαράδρες που σχηματίζει το Τελέθριον Όρος στη δυτική του όψη. Η κατάφυτη χλωριδική αυτή ζώνη του βουνού αποτελείται από αδιαπέρατα πετρώματα, γι’ αυτό κι έχουν όλες οι χαράδρες μόνιμη ροή νερού. Η συγκεκριμένη, πάντως, χαράδρα με τους καταρράκτες, που ονομάζεται Δαφνοκούκι, αποστραγγίζει τις πτυχώσεις ανάμεσα στο Γυμνό και την Πετρομαγούλα, κι ωστόσο αποκαλείται Ξερακόρεμα, παρ’ όλη τη συνεχή ροή του νερού. Ιδιαίτερα ο κάτω ρους της χαράδρας που μας ενδιαφέρει εδώ, ελίσσεται μέσα από στενά και βαθιά κολπώματα που αποκαλούνται «μισγάγγειες», μέσα από σκαλιά δηλαδή οφιολίθων, που είναι ουσιαστικά οι γεννήτορες αυτών των καταρρακτών.
Η όλη διαδρομή δε θα μας πάρει παραπάνω από μιάμιση ώρα, χώρια οι στάσεις και οι ενατενίσεις.










