home Άρθρα Η χερσόνησος των Μεθάνων: Ένας τόπος για αυθεντικους περιηγητές
Η χερσόνησος των Μεθάνων: Ένας τόπος για αυθεντικους περιηγητές

Διασχίζουμε την πόλη των Μεθάνων με το γραφικό νησάκι των Αγίων Αναργύρων, την απλόχωρη και ωραία παραλία, το λιμάνι, τα εστιατόρια, τις καφετερίες και τα ξενοδοχεία. Είναι μια πόλη όμορφη, άνετη και φιλική στον επισκέπτη. Από το κέντρο περίπου ένας δρόμος ανηφορίζει προς το εσωτερικό και σε δύο λεπτά διασχίζει τον συνοικισμό “Δριτσέικα”.
Αμέσως μετά αποκαλύπτεται μπροστά μας μια υπέροχη κοιλάδα, το “Θρονί”, κατάφυτη με αμυγδαλιές, συκιές, ελιές και μικρά αμπελάκια άριστα καλλιεργημένα. Καθώς την διασχίζουμε, είναι αδύνατον να υποψιαστούμε το γεωλογικό της παρελθόν. Στην πραγματικότητα όμως το “Θρονί”, όπως και τόσες άλλες μικρές και μεγάλες κοιλάδες στη χερσόνησο, είναι ένας από τους κρατήρες που δημιουργήθηκαν μετά τις εκρήξεις των ηφαιστείων των Μεθάνων.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Ανέστης Ρέκκας
Η χερσόνησος των Μεθάνων: Ένας τόπος για αυθεντικους περιηγητές
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Αττική

Δύο πράγματα ήξερα ως τώρα για τα Μέθανα: το πρώτο ήταν, ότι εδώ και πολλά χρόνια αποτελούν μια από τις διασημότερες λουτροπόλεις της Ελλάδας. Και το δεύτερο, ότι η Χερσόνησος των Μεθάνων μαζί με την Μήλο, τη Σαντορίνη και την Νίσυρο, συγκαταλέγεται στα ενεργά ηφαίστεια της χώρας μας και αποτελεί τμήμα του λεγόμενου «ενεργού ηφαιστειακού τόξου του νοτίου Αιγαίου. Είναι μια ζώνη σε σχήμα τόξου, πλάτους λίγων δεκάδων και μήκους 450 χιλιομέτρων, που αρχίζει από τον Ισθμό της Κορίνθου και καταλήγει στη Νίσυρο. Όταν λοιπόν έφτασε στα γραφεία μας η πρόσκληση για επίσκεψη και παρουσίαση της περιοχής, αναρωτιόμουν, ποια μπορούσαν να είναι τα επιπλέον εκείνα στοιχεία, που θα δικαιολογούσαν αυτή την επίσκεψη και, πολύ περισσότερο, τη δημιουργία ενός άρθρου.

Μετά από μια εβδομάδα ολοήμερων περιηγήσεων με αυτοκίνητο, με πόδια και με σκάφος εγκατέλειπα την περιοχή με ανάμεικτα συναισθήματα. Το αρχικό ήταν μια βαθειά απογοήτευση, που οφείλετο στη διαπίστωση, ότι ο χρόνος μιας εβδομάδας – έστω και με καταιγιστικούς ρυθμούς – είναι στην πραγματικότητα ελάχιστος για την σε βάθος γνωριμία της Χερσονήσου των Μεθάνων. Το δεύτερο συναίσθημα ήταν – ευτυχώς – πολύ πιο αισιόδοξο από το πρώτο. Ήταν η επιθυμία και η προσμονή της επανόδου, η εσωτερική ανάγκη να κινηθώ με γλυκούς και χαλαρούς ρυθμούς ανάμεσα στο τόσο ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον αυτού του τόπου και στους υπέροχους ανθρώπους του.

 

ΣΤΗ ΓΑΛΗΝΗ ΤΗΣ «ΑΡΣΙΝΟΗΣ»

 

Η αρχική ωστόσο υποδοχή που επιφυλάσσει η πόλη των Μεθάνων στον ανυποψίαστο επισκέπτη δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστη, αφού η είσοδος στην πόλη συνοδεύεται με μια διάχυτη δυσοσμία στην ατμόσφαιρα. Είναι η χαρακτηριστική έντονη οσμή του υδρόθειου που προέρχεται από τις πασίγνωστες θειούχες πηγές που αναβλύζουν από την λεγόμενη «Βρωμολίμνη». Οι μνήμες επανέρχονται σε δευτερόλεπτα και με μεταφέρουν δύο χρόνια πριν στην παρόμοια ατμόσφαιρα που επικρατεί μόνιμα στην περιοχή των κρατήρων των ενεργών ηφαιστείων της Νισύρου.

Κατά τον καθηγητή Φυσικής του Α΄ Γυμνασίου Λαμίας Ελευθέριο Πλατάκη (1), που στα τέλη της δεκαετίας του 1940 έκανε συστηματικές παρατηρήσεις και μετρήσεις, «αι θερμαί πηγαί (2) των Μεθάνων είναι απότοκοι της ηφαιστείας δράσεως. Το ύδωρ αυτών αναβλύζει εκ διαφόρων ρωγμών των πετρωμάτων, αφού διέλθει εις αρκετόν βάθος εκ των ηφαιστειογενών πετρωμάτων και εμπλουτισθεί εξ αυτών δια θερμότητος και διαφόρων συστατικών εις τα όποια οφείλει τας ιαματικάς του ιδιότητας. Αι ιαματικαί πηγαί των Μεθάνων δύνανται να ενταχθώσιν εις τρεις κατηγορίας λαμβανομένης υπ’ όψιν τα συστάσεως του ύδατος αυτών, ήτοι:

  1. Εις τα θειούχους αλιπηγάς.
  2. Εις τας οξυπηγάς.»

Μερικές από τις θειούχες αλιπηγές των Μεθάνων ήταν γνωστές και κατά την αρχαιότητα, τις αναφέρει μάλιστα και ο Παυσανίας στις περιηγήσεις του.

Αφήνουμε προσωρινά τις πηγές με τις εγκαταστάσεις των λουτρών και την δομή του υδρόθειου και διασχίζουμε την πόλη των Μεθάνων με το γραφικό νησάκι των Αγίων Αναργύρων, την απλόχωρη και ωραία παραλία, το λιμάνι, τα εστιατόρια, τις καφετερίες και τα ξενοδοχεία. Είναι μια πόλη όμορφη, άνετη και πολύ φιλική στον επισκέπτη. Από το κέντρο περίπου των Μεθάνων ένας δρόμος ανηφορίζει προς το εσωτερικό και σε δύο λεπτά διασχίζει τον συνοικισμό «Δριτσέικα» που δεσπόζει πάνω από την πόλη. Κάποια από τα σπίτια εμφανίζουν στοιχεία της παραδοσιακής ντόπιας αρχιτεκτονικής με χρήση σκουρόχρωμης ηφαιστειακής πέτρας, τόσο όμοιας με την πέτρα της Νισύρου αλλά τόσο διαφορετικής με την πέτρα που συναντούμε στην τοιχοποιία των περισσότερων περιοχών της χώρας.

Αμέσως μετά τον συνοικισμό Δριτσέικα ο ανήφορος τελειώνει, αποκαλύπτεται μπροστά μας μια υπέροχη κοιλάδα, μακρόστενη και σχεδόν επίπεδη. Σε όλη της την έκταση είναι κατάφυτη με αμυγδαλιές, συκιές, ελιές, χαρουπιές και μικρά αμπελάκια άριστα καλλιεργημένα. Πολλές πεζούλες, χτισμένες με εξαιρετική τέχνη και πάντα με σκουρόχρωμες ηφαιστειακές πέτρες, ορθώνονται ως όρια ανάμεσα στις ιδιοκτησίες ή προορίζονται να συγκρατούν το χώμα σε σημεία επικλινή.

Η ειδυλλιακότατη αυτή κοιλάδα είναι η τοποθεσία «Θρονί», που περιβάλλεται από τραχειές βουνοπλαγιές με το χαρακτηριστικό καφέ-κεραμιδί χρώμα των ηφαιστειακών πετρωμάτων. Καθώς την διασχίζουμε, καταπράσινη από τις ποικίλες καλλιέργειες, είναι αδύνατον να υποψιαστούμε το γεωλογικό της παρελθόν. Στην πραγματικότητα όμως το «Θρονί», όπως και τόσες άλλες μικρές και μεγάλες κοιλάδες στη χερσόνησο, είναι ένας από τους κρατήρες που δημιουργήθηκαν μετά τις εκρήξεις των ηφαιστείων των Μεθάνων.

Πεντέμιση χιλιόμετρα μετά το κέντρο των Μεθάνων μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια του «Μεγαλοχωρίου». Αμέσως κατηφορίζουμε αριστερά ακολουθώντας την πινακίδα προς την «Αρχαία Ακρόπολη» και την πολύ διακριτικότερη πινακίδα προς τον ξενώνα «Αρσινόη». Είναι το τέρμα του προορισμού μας, 650 περίπου χιλιόμετρα μακρυά από τη Θεσσαλονίκη. Ο Περικλής, ο Θανάσης και η Ιμβριώτισσα γυναίκα του Πεύκα – με το τόσο ασυνήθιστο όνομα – μας καλωσορίζουν στον τόπο τους με μεγάλη εγκαρδιότητα. Μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ανάμεσα σε φίλους που τους γνωρίζουμε από παλιά.

– Για να συνέλθετε από το μακρύ ταξίδι, θα συνιστούσα αρχικά ένα καφεδάκι στη δροσιά, προτείνει η Πεύκα.

Η δροσιά οφείλεται σε δύο λόγους: στη σκιά που ρίχνουν τα κλαδιά του τεράστιου πεύκου, που κυριαρχεί με την παρουσία του μπροστά από τον ξενώνα και στον θαλασσινό μαΐστρο που φυσάει ελαφρά από τα βορειοδυτικά και μας μεταφέρει τις πνοές του κόλπου της Επιδαύρου.

Ψημένος σε σιγανή φωτιά και με τις σωστές δοσολογίες και καϊμάκι, ο καφές της Πεύκας είναι από τους ωραιότερους «μέτριους» που έχω δοκιμάσει στη ζωή μου. Μετά τη ζέστη του απομεσήμερου και την κούραση του ταξιδιού αφήνω το βλέμμα μου να πλανηθεί στην ανεμπόδιστη θέα του δυτικού ορίζοντα, στον μακρόστενο και βαθυγάλαζο κόλπο της Επιδαύρου, που χωρίζει τη Χερσόνησο των Μεθάνων από τις ακτές της Τροιζηνίας. Πάνω απ’ αυτές τις ακτές εκτείνεται μια επιμήκης οροσειρά, στο υψηλότερο σημείο της οποίας δεσπόζει η τριγωνική κορυφή «Ορθολίθι», με υψόμετρο 1103 μέτρα.

Μακρύτερα στα ΒΔ διακρίνεται ο οικισμός της Επιδαύρου και πιο πίσω ακόμη, διαγράφεται στον ουρανό το περίγραμμα του Αραχναίου. Στον εγγύτερο ορίζοντα, στην κατηφορική πλαγιά από τον ξενώνα ως τη θάλασσα, κυριαρχούν με το βαθυπράσινο χρώμα τους αμυγδαλιές, συκιές, αμπελάκια, ελιές και χαρουπιές.

Και παντού πεζούλες και ξερολιθιές, χώμα στεγνό και καφεκόκκινο, τσουρουφλισμένο ανελέητα απ’ τον ήλιο. Αν δεν μεσολαβούσε η στενή γλώσσα στεριάς, που σαν φυσικός ομφάλιος λώρος συνδέει τη χερσόνησο των Μεθάνων με τις ακτές της Τροιζηνίας, θα πίστευα ότι βρισκόμουν σε νησί και ιδιαίτερα στη Νίσυρο. Όπως εκεί έτσι κι εδώ είναι ίδια σχεδόν η μορφολογία του εδάφους, η ποικιλία της βλάστησης, ο πολύχρονος αγώνας των ανθρώπων ενάντια στην τραχειά γη του ηφαιστείου. Μετά από τόσες φορές σε τούτη τη γωνιά της Πελοποννήσου, στην Επίδαυρο, στο Λυγουριό, στα Δίδυμα, στο Πόρτο Χέλι και στις Σπέτσες, αναρωτιέμαι – και δεν μπορώ να δώσω εξήγηση – πως παρέμεινε έξω απ’ τους προορισμούς μου αυτός ο τόπος ο τόσο ιδιαίτερος.

– Κι ακόμα δεν έχεις δει τίποτε, μου λέει ο Σταύρος Κούβαρης.

Δεν πάνε πάνω από δύο λεπτά που έχει σταματήσει το αυτοκίνητό του έξω από τον ξενώνα. Όπως πριν από λίγο με τους ανθρώπους που μας υποδέχτηκαν, έτσι και τώρα με τον Σταύρο αισθάνομαι πως έχω απέναντί μου φίλο απ’ τα παλιά.

– Εγώ έτσι κι αλλιώς νιώθω ότι σε ξέρω μέσα απ’ τις σελίδες σου, μου λέει. Άλλωστε αν δεν σε ήξερα, δεν θα επέμενα ότι τα Μέθανα είναι προορισμός που ταιριάζει απόλυτα σε σένα και στους αναγνώστες σου.

Λεπτός και γεροδεμένος, λάτρης της πεζοπορίας, της ιστορίας και της φύσης, ο Σταύρος υπήρξε ο κύριος μοχλός, που τούτη τη γαλήνια απογευματινή ώρα αγναντεύω τον κόλπο της Επιδαύρου από τον ξενώνα Αρσινόη. Δεν πάει πολύς καιρός που επικοινώνησε μαζί μας.

Μα ήταν τόσο θερμό το κάλεσμά του και τόσο γλαφυρές οι περιγραφές του για τον τόπο, που κατάφερε ν’ ανατρέψει όλους τους σχεδιασμούς και τις προτεραιότητες του περιοδικού. Το πιο αξιοσημείωτο όμως είναι, ότι ο Σταύρος Κούβαρης δεν είναι καν Μεθανιώτης. Γεννημένος και μεγαλωμένος στον Πειραιά, απαρνήθηκε νωρίς τα θέλγητρα αλλά και την κοσμοπλημμύρα του μεγάλου λιμανιού και τα τελευταία 25 χρόνια είναι μόνιμα εγκατεστημένος με την οικογένειά του στην κωμόπολη του Γαλατά, απέναντι από τον Πόρο.

Εντυπωσιασμένος από τις γεωλογικές ιδιαιτερότητες και το φυσικό περιβάλλον των Μεθάνων άρχισε να εξερευνά συστηματικά και να ανακαλύπτει μικρούς και μεγάλους κρατήρες του ηφαιστείου, τοποθεσίες με ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον, εγκαταλελειμμένους οικισμούς και εξωκκλήσια, παλιά μονοπάτια και ξεχασμένα καλντερίμια, που συνδέουν κάποτε μεταξύ τους τα χωριά της Χερσονήσου, πριν από τη διάνοιξη των ασφάλτινων και δασικών διαδρομών.

Στη συντροφιά προστίθεται ο Θοδωρής Ιωάννου. Πολυταξιδεμένος στις θάλασσες για χρόνια επέστρεψε και εγκαταστήθηκε μόνιμα με την οικογένειά του στη γενέθλια γη, στον μικρό οικισμό της Καμμένης Χώρας, στα ΒΔ της χερσονήσου. Είναι εκεί, όπου η δράση και τα αποτελέσματα των εκρήξεων του ηφαιστείου είναι ίσως περισσότερο εντυπωσιακά και εμφανή από κάθε άλλο σημείο της χερσονήσου των Μεθάνων. Ακούραστος, εφευρετικός και πολυμήχανος αλλά κυρίως φανατικός λάτρης του τόπου του, ο Θοδωρής έχει στήσει σχεδόν με τα ίδια του τα χέρια μια δραστηριότητα υπηρεσιών εστίασης στους πολυάριθμους επισκέπτες του ηφαιστείου.

– Τις επόμενες μέρες θα έχουμε αρκετές φορές την ευκαιρία να επισκεφτούμε και ν’ απολαύσουμε τις υπηρεσίες του Θοδωρή αλλά και τις ιδιαιτερότητες του τόπου του, λέει ο Σταύρος. Προς το παρών ας χαλαρώσουμε στη νυχτερινή γαλήνη της Αρσινόης.

Μοναδικός απών από τη συντροφιά είναι ο Δημήτρης Πάλλης που, αμέσως μετά την πρόσκληση του Σταύρου, εκδήλωσε την μεγάλη του προθυμία να μας φιλοξενήσει στον ξενώνα του. Γεννημένος στον Πειραιά αλλά με πολλές γενιές προγόνων από την «Άνω Μούσκα» και την «Κουνουπίτσα» των Μεθάνων, ο Δημήτρης δεν έχει την ευτυχία – εξαιτίας των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων στο μεγάλο λιμάνι – να ζει μόνιμα στην πατρογονική του περιοχή. Για να αντισταθμίσει αυτό το έλλειμμα, ανέλαβε πολύ πρόσφατα – από τις Αποκριές του 2004 – τον ξενώνα «Αρσινόη» και, τουλάχιστον τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές, βρίσκεται κοντά στον τόπο, με τον οποίο από παιδί είναι δεμένος με τόσες αναμνήσεις.

Οι εγκαταστάσεις της Αρσινόης αποτελούνται από δύο ανεξάρτητα οικήματα. Στο πρώτο, που χρησιμεύει ως αίθουσα εστίασης, στεγάζετο μέχρι το 1960 το παλιό Δημοτικό Σχολείο του Μεγαλοχωρίου, ενώ στο δεύτερο οίκημα με τα διαμερίσματα διαμονής, λειτουργούσε ως τα τέλη της δεκαετίας του ‘ 80 το νεώτερο Σχολείο. Ο Δημήτρης πήρε τα δύο άψυχα κτίρια και, με πολύ μεράκι, γούστο και προσωπική εργασία, κυριολεκτικά τα μεταμόρφωσε. Τα έξι διαμερίσματα είναι διώροφα με εσωτερική σκάλα και μπορούν να φιλοξενήσουν τέσσερα άτομα ή με οικογένεια στα δύο κρεβάτια του ισογείου και στο διπλό του ανωγείου. Το ανώγειο στεγάζεται με επικλινές ξύλινο ταβάνι που δημιουργεί την αίσθηση μιας γραφικής σοφίτας, ενώ το μεγάλο ύψος της οροφής από το δάπεδο χαρίζει στο κατάλυμα άνεση και απλοχωριά. Όλα τα διαμερίσματα είναι εξοπλισμένα με πολύ καλής ποιότητας επίπλωση, μεγάλο ψυγείο, ηλεκτρικές εστίες, μαγειρικά σκεύη και ευρύχωρο λουτρό με μπανιέρα. Επί πλέον όλα είναι εφοδιασμένα με κεντρική θέρμανση και κλιματισμό.

Η μεγαλύτερη όμως πρωτοτυπία των διαμερισμάτων έγκειται στην ονομασία τους. Αντί να τα προσδιορίσει ο Δημήτρης χρησιμοποιώντας απρόσωπους αριθμούς από το 1 έως το 6, προτίμησε να τους δώσει τις ονομασίες ισάριθμων ποιημάτων από τις συλλογές διάσημων Ελλήνων ποιητών. Έτσι στις πόρτες τους είναι φιλοτεχνημένα τα ονόματα «Ηλιάτορας», από το ποίημα «Ο ήλιος ο ηλιάτορας» του Ελύτη, «Άνθη πέτρας» από το ομώνυμο ποίημα του Σεφέρη, «Μελτέμι» από το αντίστοιχο ποίημα του Προβελέγγιου, «Μαραμπού» από το πασίγνωστο ποίημα του Καββαδία, «Ιθάκη» από το κορυφαίο ποίημα του Καβάφη και «Πρωινό Άστρο» από το ομώνυμο ποίημα του Ρίτσου. Το πιο σημαντικό βέβαια είναι, ότι σε κάθε διαμέρισμα υπάρχουν καλαίσθητα αντίγραφα των αντίστοιχων ποιημάτων.

Οι ευχάριστες όμως εκπλήξεις για τους επισκέπτες της Αρσινόης δεν έχουν τελειώσει ακόμη. Στο ξύλινο τραπεζάκι κάθε διαμερίσματος υπάρχει για καλωσόρισμα – μια μικρή φιάλη με ντόπιο κρασί, ένα καινούργιο καλοξυμμένο μολύβι και ένα καλαίσθητο σημειωματάριο με το σήμα του ξενώνα. Υπάρχει επίσης ένα ενημερωτικό σημείωμα για τη χερσόνησο των Μεθάνων και το Μεγαλοχώρι, καθώς και ένα πεζοπορικό οδοιπορικό για την ενδοχώρα με κατατοπιστικό σκαρίφημα. Πράγματα απλά και ελάχιστα δαπανηρά, που αποδεικνύουν όμως την ευαισθησία και το ενδιαφέρον του Δημήτρη Πάλλη, τόσο για τον τόπο όσο και για τους επισκέπτες του.

Ανάμεσα στα δύο οικήματα παρεμβάλλεται ωραίος αύλειος χώρος με δέντρα, πλακόστρωτο και παρτέρια με λουλούδια. Από κάθε σημείο της αυλής η θέα είναι μαγευτική προς τα αντικρυνά βουνά της Τροιζηνίας με τον δεσπόζοντα «Ορθόλιθο» και τον μακρόστενο κόλπο της Επιδαύρου, ενώ από πάνω στα Β-ΒΑ, ορθώνονται απότομες ηφαιστειογενής βουνοπλαγιές με το «Μεγαλοχώρι» και το «Μεγαλοποτάμι» στους πρόποδές τους.

Η νύχτα του Μάη κάτω απ’ το μεγάλο πεύκο προχωράει, ο μαΐστρος γίνεται όλο και πιο δροσερός ολόγυρά μας. Κανείς ωστόσο δεν είναι διατεθειμένος να στερηθεί το προνόμιο αυτής της Μαγιάτικης νύχτας, όταν μάλιστα απόψε βρίσκεται σε εξέλιξη η έκλειψη σελήνης. Ήδη ο παλιός μου φίλος και φωτογράφος του περιοδικού Ανέστης Ρέκκας έχει από ώρα στήσει τον τρίποδά του και τον έχει προσανατολίσει προς το ολόγιωμο φεγγάρι, που κάθε λίγο χάνει ένα μέρος απ’ τη λάμψη του.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο Δημήτρης Πάλλης από τον Πειραιά. Προσπαθώ να του περιγράψω συνοπτικά τις στιγμές που ζει η συντροφιά μας στον ξενώνα του.

-Σας καλοτυχίζω, μου λέει. Πίστεψέ με, πως, αν και με κυκλώνει αυτή την ώρα το τσιμέντο, είμαι νοερά κοντά σας, πίνω κρασάκι κάτω από το πεύκο και βλέπω απέναντί μου το φεγγάρι. Θα κάνω τ’ αδύνατα δυνατά σε δυο μέρες να είμαι εκεί.

 

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΕΙΣ

ΣΤΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟ ΤΩΝ ΜΕΘΑΝΩΝ

 

Δεκάδες μικροπούλια – σπίνοι, φλώροι, καρδερίνες – αθέατα μέσα στα κλαδιά των γύρω δέντρων, μας ξυπνούν από τα χαράματα με την ποικιλία των κελαηδημάτων τους. Είναι μια ηχητική πανδαισία, ένα απαράμιλλο φυσικό ξυπνητήρι, που θα έχουμε την πολυτέλεια να μας ξυπνάει αβίαστα κάθε πρωί όλες τις μέρες της παραμονής μας στην Αρσινόη.

Το Μεγαλοχώρι και το διπλανό μικρότερο του Μεγαλοποτάμι είναι δύο προνομιούχοι οικισμοί. Χτισμένοι αμφιθεατρικά στη Ν-ΝΔ υπώρειες της «Χελώνας», που με υψόμετρο 740 μ. είναι η υψηλότερη κορυφή της Χερσονήσου των Μεθάνων, δεσπόζουν σ’ όλο τον κόλπο της Επιδαύρου και στα βουνά της Τροιζηνίας. Η τοιχοποιία των παλαιότερων σπιτιών των οικισμών βασίζεται σε καλοδουλεμένη ντόπια ηφαιστειακή πέτρα που αφθονεί παντού, τις τελευταίες όμως δεκαετίες τα σύγχρονα οικήματα έχουν σε μεγάλο βαθμό παρεκλίνει από την αρχιτεκτονική παράδοση. Ευτυχώς το περίτεχνο κτίσιμο της πέτρας έχει διατηρηθεί άριστα στις πάμπολλες πεζούλες, που βρίσκονται σε κάθε σημείο όπου απαιτείται η συγκράτηση του χώματος στις επικλινείς πλαγιές. Σε απόσταση 6 περίπου χιλιομέτρων από τα Μέθανα, οι δύο οικισμοί έχουν ολόγυρά τους ένα κατάφυτο φυσικό περιβάλλον. Έχουν επιπλέον το πλεονέκτημα να απέχουν μόλις ένα χιλιόμετρο από την ομαλή δυτική ακτή, κατά μήκος της οποίας έχει αναπτυχθεί ο οικισμός «Βαθύ».

Δίπλα από την είσοδο του ξενώνα κατηφορίζει με απότομη κλίση ένας τσιμεντόδρομος, που αποτελεί την κύρια πρόσβαση του Μεγαλοχωρίου προς τη θάλασσα. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο κάτω διατηρείται, ανάμεσα στις αμυγδαλιές και τις ολάνθιστες ελιές, ένα παλιό αλώνι σε άριστη κατάσταση. Σε απόσταση 700 περίπου μέτρων το επικλινές έδαφος γίνεται επίπεδο, βρισκόμαστε ήδη πολύ κοντά στη θάλασσα. Στ’ αριστερά του δρόμου, ανάμεσα στις καταπράσινες ελιές και λεμονιές, προβάλλει το ολόλευκο εξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου. Ο ναΐσκος είναι σταυροειδής με τρούλο, χτισμένος με χοντρούς πέτρινους τοίχους, που δυστυχώς είναι ασβεστοχρισμένοι και δεν αποκαλύπτουν λεπτομέρειες της παμπάλαιας τοιχοποιίας τους. Ένα χαμηλό πορτάκι και επτά σκαλοπάτια μας οδηγούν κάτω από την επιφάνεια του εδάφους στο μικροσκοπικό και λιτό εσωτερικό. Αν και κάτω από το έδαφος το εσωτερικό του ναΐσκου είναι ευδιάκριτο από το διάχυτο πρωινό φως που εισχωρεί από την ανοιχτή πορτούλα και από τα μακρόστενα ανοίγματα στη βάση του τρούλου που θυμίζουν πολεμίστρες.

Στους ασβεστοχρισμένους εσωτερικούς τοίχους δεν υπάρχουν τοιχογραφίες εκτός από ελάχιστα αδιόρατα ίχνη στις δύο κόγχες του χτιστού τέμπλου. Ακόμα κι αυτά όμως τα χρωματισμένα απομεινάρια είναι αρκετά για να μας μεταδώσουν κάτι από την αύρα της ευσέβειας του άγνωστου καλλιτέχνη. Δίπλα στο εκκλησάκι υπάρχει ένας πέτρινος φράκτης, που στο άνω μέρος του καταλήγει σε αυλάκι αρδευτικό κατασκευασμένο με την εξαιρετική ηφαιστειακή πέτρα, ενώ το κοίλο τμήμα του αυλακιού είναι επενδεδυμένο με πολύ καλό ασβεστοκονίαμα.

Μερικά μέτρα απέναντι από τον ναΐσκο προβάλλει μέσα από το έδαφος μια στέρνα νερού με στόμιο κυκλικό διαμέτρου ενός περίπου μέτρου. Το στόμιο είναι έξοχα κατασκευασμένο από συμπαγή λαξευτή πέτρα, ενώ κάτω από την επιφάνεια του εδάφους η εξαιρετική πετρόχτιστη κατασκευή συνεχίζεται τετράγωνη και καταλήγει σχεδόν πέντε μέτρα χαμηλότερα σε πυθμένα χωρίς νερό.

150 περίπου μέτρα στα Β.Δ του Αγ. Νικολάου ορθώνεται ένας λοφίσκος. Ανάμεσα στην πυκνότατη βλάστηση που τον περιβάλλει διακρίνονται καθαρά τμήματα αρχαίας οχύρωσης. Είναι το περίφημο «Παλαιόκαστρο», η «Αρχαία Ακρόπολη» που αναγράφει η πινακίδα στην είσοδο του Μεγαλοχωρίου. Η ακρόπολη αυτή αποτελεί τη σημαντικότερη και παλαιότερη αρχαιολογική θέση της χερσονήσου των Μεθάνων, γιατί έχει κατοικηθεί 5.000 χρόνια π.Χ., από τη Μέση Νεολιθική περίοδο.

Παραμερίζοντας τα πυκνά κλαδιά και χόρτα που έχουν εξαφανίσει το μονοπάτι προσεγγίζουμε το χώρο της ακρόπολης και θαυμάζουμε τα μεταγενέστερα τείχη της Κλασικής και Ελληνιστικής περιόδου, που διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Για την κατασκευή τους έχουν χρησιμοποιηθεί μεγάλοι ογκόλιθοι από σκουρόχρωμο ηφαιστειακό πέτρωμα, τόσο άριστα λαξευμένοι και συναρμοσμένοι μεταξύ τους, ώστε η χρήση κονιάματος είναι περιττή. Στη θέα αυτού του τείχους του κατασκευασμένου μ’ αυτό το υλικό και με το τόσο εξαιρετικό ισοδομικό σύστημα, μου έρχεται αυτόματα στο νου η αντίστοιχη αλλά πολύ ογκωδέστερη και επιβλητικότερη οχύρωση της αρχαίας ακροπόλεως της Νισύρου.

Στο Παλαιόκαστρο λοιπόν βρίσκονται τα λείψανα της αρχαίας πόλης των Μεθάνων, χώρος που κατά το μεγαλύτερο τμήμα του έχει απαλλοτριωθεί και έχει κηρυχθεί αρχαιολογικός και προστατευόμενος ήδη από το 1979. επίσης ένα μεγάλο τμήμα της αρχαίας πόλης βρίσκεται στα όρια του οικισμού Βαθύ, ενώ λείψανα αρχαίων κτιρίων είναι ορατά και μέσα στη θάλασσα.

Αν θέλαμε να αναφερθούμε, έστω και συνοπτικά, στην ιστορική εξέλιξη της χερσονήσου των Μεθάνων, θα λέγαμε, ότι κατοικήθηκαν ήδη από τα Νεολιθικά χρόνια. Σύμφωνα με ευρήματα στον Ισθμό και στο νησάκι μπροστά από τη Βρωμόλιμνη η κατοίκηση συνεχίστηκε πυκνότερα και στα Πρωτοελλαδικά χρόνια. Στα Μεσοελλαδικά χρόνια υπάρχει κενό. Στα Μυκηναϊκά όμως χρόνια τα Μέθανα έφτασαν σε μεγάλη ακμή. Αυτό επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα της ακρόπολης των Μεθάνων στο Μεγαλοχώρι, από την κοιλάδα «Θρόνι», όπου βρέθηκε λίθινος θρόνος, υπαίθριο ιερό και οικισμός, από τα ευρήματα στην κορυφή της Χελώνας αλλά κυρίως από την πρόσφατη εντυπωσιακή ανακάλυψη της αρχαιολόγου Ελένης Κονσολάκη, μυκηναϊκού ιερού και οικισμού στον Αγ. Κων/νο.

Στην αρχαϊκή εποχή φαίνεται ότι τα Μέθανα δεν ανήκουν στην Τροιζήνα αλλά ήταν σύμμαχοι του Άργους. Στα κλασικά όμως χρόνια τα Μέθανα συμμαχούν με τη γειτονική Τροιζήνα και ακολουθούν τις τύχες της. Έτσι το 425 π.Χ., κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, οι Αθηναίοι αποσπούν τα Μέθανα από τους Τροιζηνίους και χτίζουν στον ισθμό ένα οχυρό. Στη διάρκεια του 3ου π.Χ. αιώνα τα Μέθανα περιέρχονται στην εξουσία των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, που εισάγουν στην πόλη τη λατρεία της Ίσιδας και του Σάραπι και μετονομάζουν τα Μέθανα σε «Αρσινόη την εν τη Πελοποννήσω», προς τιμήν της αδελφής του Πτολεμαίου Φιλάδελφου.

Η εξουσία των Πτολεμαίων διαρκεί έναν αιώνα και τελειώνει το 145 π.Χ. με την είσοδο των Ρωμαίων στην Ελλάδα. Στα Ρωμαϊκά χρόνια η πόλη των Μεθάνων εξακολουθεί να υπάρχει αλλά είναι σε φθίνουσα πορεία. Στους Βυζαντινούς χρόνους η Τροιζήνα μαζί με τα Μέθανα ανήκουν στην «Επαρχία της Ελλάδος» που περιλάμβανε 79 πόλεις. Τέλος στους νεώτερους χρόνους η ευρύτερη περιοχή είναι γνωστή από την Γ΄. Εθνοσυνέλευση, που ξεκίνησε στις 18 Ιανουαρίου του 1827 στην Ερμιόνη και ολοκληρώθηκε στην Τροιζήνα με την ψήφιση του Πρώτου Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος.

Κάτω από το Παλαιόκαστρο αρχίζει ο παραθαλάσσιος ασφαλτοστρωμένος δρόμος κατά μήκος της δυτικής ακτογραμμής που καταλήγει μετά από λίγο στον οικισμό Βαθύ. Στην ουσία όλη αυτή η παραλία αποτελεί συνέχεια του οικισμού Βαθύ και περιλαμβάνει στη σειρά γραφικότατα ταβερνάκια δίπλα στη θάλασσα, ενοικιαζόμενα δωμάτια με άμεση θέα στον κόλπο της Επιδαύρου, αυλές με λουλούδια και περιβολάκια, καθώς και συνεχόμενες κατοικίες που είναι ως επί το πλείστον ασβεστοχρισμένες, κάποιες όμως απ’ αυτές είναι κατασκευασμένες παραδοσιακά και αποκαλύπτουν τη θαυμάσια τοιχοποιία τους με την λαξευτή ηφαιστειακή πέτρα. Είναι αληθινή απόλαυση να βαδίζουμε χαλαρά πλάι στη ρηχή ακροθαλασσιά με τα διάφανα νερά. Η είσοδος βέβαια των λουομένων στη θάλασσα δεν παρέχει την ευκολία πρόσβασης μιας αμμώδους παραλίας, αφού η άκρη της ακτής είναι στρωμένη με ηφαιστειακές κροκάλες. Άλλωστε ελάχιστες είναι οι αμμουδερές παραλίες στην ακτογραμμή της χερσονήσου των Μεθάνων. Ωστόσο η πρόσβαση δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη αφού οι κροκάλες είναι μάλλον ομαλές και, μετά από μερικά μέτρα, η επιφάνεια του βυθού είναι αμμώδης.

Ωραίες εικόνες με γραφικές ανθρώπινες στιγμές αντικρύζουν τα μάτια μας σ’ όλη τη διάρκεια της παραθαλάσσιας περιπλάνησή μας. Αρχικά συναντάμε τον Γιάννη Πάλλη, που έχει το ταβερνάκι του μπροστά στη θάλασσα, κάτω από το Παλαιόκαστρο. Τον βρίσκουμε να σκαλίζει και να περιποιείται με φροντίδα το βιολογικό περιβολάκι του, που όλο το καλοκαίρι προμηθεύει με φρέσκα λαχανικά τους πελάτες της ταβέρνας. Χωρίς να γνωρίζει ακόμα την ιδιότητά μας, δεν διστάζει να παρατηρήσει τις δουλειές του και να μας κεράσει καφεδάκι.

Λίγο πιο κάτω, σ’ ένα μικροσκοπικό αλιευτικό καταφύγιο με λιμενοβραχίονα από πέτρα, είναι αραγμένη μια ψαρόβαρκα. Ο ηλικιωμένος ψαράς πηγαινοέρχεται με φούρια στο κατάστρωμά της, κάνει τις τελευταίες ετοιμασίες για το ψάρεμα. Μας αντιγυρίζει ευγενικά της «καλημέρα» και συνεχίζει τη δουλειά του. Μέσα σε λίγα λεπτά είναι έτοιμος, λύνει τους κάβους, ακούγεται ο γνώριμος ρυθμικός ήχος της πετρελαιομηχανής και η βάρκα ανοίγεται αργά στον κόλπο της Επιδαύρου.

Σε μια προεξοχή του τσιμεντένιου μόλου δυο ερασιτέχνες ψαράδες έχουν ριγμένα τα καλάμια τους. Τους πλησιάζουμε και πιάνουμε κουβεντούλα, που περιστρέφεται φυσικά γύρω από το ψάρεμα. Τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά, τα ψάρια έχουν λιγοστέψει. Ωστόσο οι ψαράδες δεν έχασαν άδικα την ώρα τους.

Τα ψαράκια που έχουν βγάλει είναι αρκετά για το μεσημεριανό της οικογένειας.

Σ’ ένα σημείο της παραλίας συναντάμε μια ψαροταβέρνα, τραβηγμένη έξω απ’ το νερό πάνω στους τάκους της. Τη στιγμή που πλησιάζουμε ένα ηλικιωμένος ναυτικός με το πινέλο στο χέρι βάφει με ιδιαίτερη επιμέλεια τα πλαϊνά του σκάφους. Ετοιμάζουμε βιαστικά τις φωτογραφικές μηχανές.

– Θα σας πείραζε να σας φωτογραφίσουμε, έτσι όπως βάφετε το σκάφος;

– Γιατί να με πειράζει παλικάρι μου; Έτσι κι αλλιώς είναι κάτι που το κάνω απ’ αγάπη. Κάντε λοιπόν τη δουλειά σας, όπως κι εγώ κάνω τη δική μου.

Αργότερα ο άντρας της Πεύκας ο Θανάσης, που είναι καραβομαραγκός, μας πληροφορεί πως ο συμπαθής γεροντάκος είναι ο καπτάν-Λεωνίδας Λέκκας, που το επόμενο πρωί θα ρίξει τη βάρκα του στη θάλασσα, μετά τις εργασίες συντήρησης που την κρατούσαν στη στεριά.

– Αν έχετε χρόνο, ελάτε να παρακολουθήσετε, έχει ενδιαφέρον, πρότεινε ο Θανάσης, και συνεχίζει τη δουλειά του. Μέσα σε λίγα λεπτά είναι έτοιμος, λύνει τους κάβους, ακούγεται ο γνώριμος ρυθμικός ήχος της πετρελαιομηχανής και η βάρκα ανοίγεται αργά στον κόλπο της Επιδαύρου.

Περνάμε μπροστά από ένα σπίτι, που την αυλή του χωρίζει από τη θάλασσα ο δρόμος. Δύο άντρες, ο ένας πλάι στον άλλον, είναι σκυμμένοι πάνω από τα δίχτυα τους. Είναι τόσο προσηλωμένοι στη δουλειά τους, που, αν και περνάμε από κοντά τους, δεν σηκώνουν τα κεφάλια.

– Καλημέρα, πως τα πολεμάτε βρε παιδιά;

– Πώς να τα πολεμάμε, κούραση και ταλαιπωρία, μας λέει ο γηραιότερος.

– Τι μαστορεύετε στα δίχτυα; Επιμένω.

– Τα αρματώνουμε και τα ετοιμάζουμε για μπακαλιάρο. Κοπιάστε όμως να πούμε καμιά κουβέντα.

Ο κυρ-Αντρέας Λάμπρου και ο γιος του Γιάννης ασχολούνται επαγγελματικά πολλά χρόνια με το ψάρεμα, έχουν κι αυτοί να μας πουν τις δικές τους ιστορίες, γεμάτες άλλοτε με καλές ψαριές και άλλοτε με ατυχίες. Δίπλα στα δίχτυα βρίσκεται μια παμπάλαια και ογκώδης πετρελαιομηχανή θαλάσσης. Μου την δείχνει ο κυρ-Αντρέας με περηφάνια. Διαβάζω στον κορμό της την εταιρεία και την χρονολογία κατασκευής. Είναι κατασκευασμένη το 1960 στην Ελλάδα και η ιπποδύναμή της φτάνει τους 15 ίππους.

– Το αγαπάω πολύ αυτό το σίδερο που βλέπεις. Ήταν πιστός σύντροφος για πολλές δεκαετίες. Στα χρόνια της έδινε 9 μίλια δρόμο σε δεκάμετρο Σπετσιώτικο σκαρί. Για μένα είναι κειμήλιο, θα μείνει για πάντα εδώ μπροστά στη θάλασσα, να γερνάει σαν συνταξιούχος καπετάνιος εγώ, αν και πέρασαν τα χρόνια, το παλεύω ακόμα με τη βοήθεια του Γιάννη.

Αφήνουμε τους καλούς ανθρώπους στις δουλειές τους, χαιρετάμε έναν ψαρά που χτυπάει υπομονετικά στον τσιμεντένιο μόλο τα χταπόδια του και, μετά από ένα χιλιόμετρο περίπου, φτάνουμε στο Βαθύ. Ο μικρός οικισμός έχει αναπτυχθεί περιμετρικά του κυκλικού σχεδόν και ασφαλέστατου λιμανιού, που φιλοξενεί στα ήρεμα νερά του, από βάρκες και ψαροκάϊκα μέχρι σκάφη αναψυχής, κάποια απ’ τα οποία είναι πολυτελέστατα. Λόγω της ασφάλειας που παρέχει αλλά και της γρήγορης πρόσβασης από τον Πειραιά, το Βαθύ είναι πολύ δημοφιλής προορισμός, όχι μόνον κατά την θερινή περίοδο αλλά και κατά τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες όλου του χρόνου. Ήταν επόμενο λοιπόν να αναπτυχθεί μια αξιόλογη – για τα δεδομένα του μικρού οικισμού – τουριστική υποδομή που περιλαμβάνει ταβερνούλες, κάποια καταστήματα και ενοικιαζόμενα δωμάτια που τα τελευταία χρόνια πολλαπλασιάζονται με ταχύτατους ρυθμούς. Πρόκειται στην ουσία για έναν οικοδομικό οργασμό, που βέβαια στην πράξη θα εξυπηρετήσει περισσότερο την αυξανόμενη ζήτηση, έχει όμως η επακόλουθη συνέπεια την αλλοίωση σ’ ένα βαθμό της γραφικότητας του οικισμού. Στις ψαροταβέρνες του λιμανιού είναι πάντα διαθέσιμο φρεσκότατο ντόπιο ψάρι, που βγάζουν καθημερινά τα ψαροκάϊκα. Σε μια μάλιστα απ’ αυτές – στην ψαροταβέρνα του «Τζίμη» στο κέντρο του λιμανιού – έχει κανείς τη δυνατότητα να γευτεί και ψάρια, που τα τελευταία χρόνια σπανίζουν όλο και περισσότερο από τις Ελληνικές θάλασσες όπως ροφούς, στείρες, σφυρίδες και συναγρίδες, όστρακα σαργούς και φαγκριά. Το προνόμιο αυτό οφείλεται στην πολύχρονη εμπειρία του Τζίμη από τους βυθούς της περιοχής και στην μεγάλη του ικανότητα στο ψαροτούφεκο. Απλός και με λιγοστές κουβέντες – όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της θάλασσας – ο Τζίμης δύσκολα ξανοίγεται στον πρώτο περαστικό και ακόμη δυσκολότερα μιλάει ή καυχιέται για τα αλιευτικά του κατορθώματα. Του αρκεί το γεγονός, ότι σχεδόν καθημερινά βρίσκεται σε άμεση επαφή με τον αγαπημένο του κόσμο των βυθών και της σιωπής, κάτι που είναι γι’ αυτόν περισσότερο προσωπική ανάγκη και τρόπος ζωής και δευτερευόντως επαγγελματική ενασχόληση. Αν δεν μας έδειχνε η γυναίκα του η Ρούλα έναν μεγάλο αριθμό από φωτογραφίες με θαυμάσια ψάρια που κατά καιρούς έφερε ο άντρας της, πολύ αμφιβάλλω αν ποτέ ο Τζίμης, θα μας έκανε λόγο γι’ αυτά.

Καθώς απολαμβάνουμε με τον Ανέστη το καφεδάκι μας μπροστά στη γαλήνια θάλασσα και στο γραφικό λιμανίσιο τοπίο στο Βαθύ, χτυπάει το τηλέφωνο. Η έκπληξή μου είναι τεράστια και ακόμη περισσότερο η χαρά μου. Σε απόσταση μερικών δεκάδων χιλιομέτρων απ’ τα Μέθανα βρίσκεται ο αγαπημένος μου Κύπριος φίλος Κώστας με την οικογένειά του.

Η τόσο γνώριμη φωνή με τη χαρακτηριστική του προφορά επαναφέρει άμεσα στη μνήμη μου το προ τετραετίας ταξίδι μας στην Κύπρο με την Άννα και την εκπληκτική εμπειρία να φιλοξενηθούμε και να περιηγηθούμε στον υπέροχο αυτό τόπο με τη συντροφιά του Κώστα και της γυναίκας του Μαρίας. Ήξερα από καιρό, ότι τον μήνα Μάϊο θα περνούσαν οι φίλοι μας τις διακοπές τους στην Ελλάδα, δεν φανταζόμουν όμως, ότι θα είχαμε την μεγάλη ευχαρίστηση να βρεθούμε σ’ αυτό τον τόπο τον τόσο μακρινό από τη Θεσσαλονίκη.

– Επιθυμία μας είναι να γνωρίσουμε το ηφαίστειο στα Μέθανα, μου λέει ο Κώστας. Μήπως θα μπορούσαμε να πάμε μαζί;

Θα ήταν αδύνατον να έχω την παραμικρή αντίρρηση, άλλωστε το ηφαίστειο ήταν στις προτεραιότητές μας.

 

ΣΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ ΤΗΣ ΚΑΜΜΕΝΗΣ ΧΩΡΑΣ

 

Μετά από 4 χρόνια αγκαλιαζόμαστε με τους αδελφούς Κυπρίους. Ο μόλις μερικών μηνών τότε Στρατούλης είναι τώρα ένα ζωηρό αγοράκι 4 ετών, ενώ το νεώτερο μέλος της οικογένειας είναι η μικρούλα Φωτεινή, δύο ετών. Ο Κώστας και η Μαρία είναι όπως τους ήξερα, πάντα χαμογελαστοί και ανοιχτόκαρδοι αλλά και αισιόδοξοι για το μέλλον της πατρίδας τους.

Τηλεφωνώ στον Σταύρο Κούβαρη. Δεν διστάζει να εγκαταλείψει τις δουλειές του στο Γαλατά, να διανύσει τα 30 χιλιόμετρα που μας χωρίζουν και να έρθει να μας συναντήσει στην Αρσινόη, αναλαμβάνοντας το ρόλο ξεναγού. Παίρνουμε όλοι το δρόμο προς το Βαθύ και αμέσως μετά ανηφορίζουμε ελαφρά την ακτογραμμή. Είναι μια ωραία διαδρομή που διασχίζει πευκοδάση, ενώ χαμηλά αποκαλύπτεται η θεαματική βραχώδης ακροθαλασσιά με αρκετούς ενδιάμεσους κολπίσκους.

Στο τέρμα της ακτογραμμής δεσπόζει το βορειδυτικότερο σημείο της Χερσονήσου των Μεθάνων, το βραχώδες ακρωτήρι της «Κρασοπαναγιάς» με το ομώνυμο εξωκκλήσι σκαλωμένο πάνω από τη θάλασσα. Πολύ γρήγορα παίρνουμε κατεύθυνση προς το εσωτερικό και σε λίγα λεπτά εμφανίζεται η στενή κοιλάδα με τα πρώτα σπίτια της Καμμένης Χώρας. Το χωριουδάκι, που οι ντόπιοι συνηθίζουν ν’ αποκαλούν «Καημένη Χώρα», είναι χτισμένο στους πρόποδες του λόφου του ηφαιστείου, στην κατάληξη μιας απότομης πλαγιάς κατάσπαρτης από αναρίθμητους όγκους λάβας, που, όπως πυρακτώνονται χωρίς το παραμικρό ίχνος βλάστησης κάτω από τις ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου, δικαιολογούν απόλυτα την ονομασία του οικισμού. Ωστόσο η αντικρινή πλαγιά της κοιλάδας αποτελεί μια κραυγαλέα αντίθεση με το καταπράσινο χρώμα του θαλερού πευκοδάσους που την καλύπτει. Διασχίζουμε το μακρόστενο χωριό και μετά από ένα χιλιόμετρο η άσφαλτος τελειώνει, δίνει τη θέση της σε χωματόδρομο, που ανηφορίζει απότομα προς το ορεινό εσωτερικό της χερσονήσου. Στο σημείο ακριβώς αυτό βρίσκεται η δεύτερη – και πιο πρωτότυπη – δραστηριότητα του Θοδωρή, ένα πανέμορφο καλυβάκι, κατασκευασμένο από τον ίδιο με κορμούς πεύκων σε υπερυψωμένη θέση πάνω από το δρόμο. Εδώ ο φίλος μας παρέχει πληροφορίες αλλά και καφέ, μπύρα και αναψυκτικά στους επισκέπτες, που επιστρέφουν ξαναμμένοι από τη διαδρομή τους στο ηφαίστειο. Απέναντι ακριβώς από το καλυβάκι διακρίνεται η αρχή του μονοπατιού με την σχετική πινακίδα προς το ηφαίστειο.

– Τα παιδάκια θα μείνουν εδώ με τη μαμά τους; Ρωτάει τον Κώστα ο Σταύρος.

– Όχι βέβαια, απαντάει κατηγορηματικά ο φίλος μου, όλη η οικογένεια θ’ ανέβει στο ηφαίστειο. Εμείς στην Κύπρο περπατάμε.

Το μονοπάτι είναι καλοσχηματισμένο, μετά από λίγο γίνεται ανηφορικό, χωρίς όμως να παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Κάποια σημεία είναι απότομα, με τις ανθρώπινες όμως επεμβάσεις, όπως σκαλοπατάκια ή ομαλοποίηση του εδάφους, είναι ευκολοδιάβατα. Η διαδρομή ελίσσεται αρχικά ανάμεσα σε πεύκα, πολύ γρήγορα όμως η βλάστηση εμπλουτίζεται με κουμαριές, πουρνάρια και αγριελιές, ευωδιαστά σπάρτα και ανθισμένες λαδανιές. Ανάμεσα σ’ αυτή την τόσο ειδυλλιακή και ειρηνική φύση παρεμβάλλονται τα προαιώνια υπολείμματα του βίαιου ξεσπάσματος από τα έγκατα της γης. Είναι οι θεαματικοί σχηματισμοί λάβας, σαν πετρωμένα προϊστορικά τέρατα με παράξενα σχήματα, που με το καφεκόκκινο χρώμα τους δημιουργούν μια ισχυρή αντίθεση με το βαθυγάλανο φόντο του Σαρωνικού στα χαμηλά.

Στο μεταξύ η οικογένεια του Κώστα ανηφορίζει αδιαμαρτύρητα κάτω από τον καυτερό μεσημεριάτικο ήλιο. Ο Στρατούλης χοροπηδάει μπροστά μαζί με τον Σταύρο, ενώ η μικρή Φωτεινή ακολουθεί στο τέλος αργά με τη μητέρα της. Μετά από 20 λεπτά με χαλαρό βάδισμα και έχοντας καλύψει υψομετρική διαφορά 70 μέτρων από την αναχώρηση μας φτάνουμε κάτω ακριβώς από την κορυφή του λόφου του ηφαιστείου, σε υψόμετρο 420 μέτρων. Το σημείο είναι κατάσπαρτο με μεγάλους και ανώμαλους όγκους λάβας, έχει όμως άφθονη βλάστηση και θέα πανοραμική στα νησιά του Σαρωνικού. Ένα δροσερό αεράκι μας ανταμείβει για την προσπάθειά μας, η οικογένεια των Κυπρίων συγκεντρώνεται πανευτυχής κάτω από την ευεργετική σκιά ενός πεύκου. Μακάρι και οι ελληνικές οικογένειες – εκτός από λίγες βέβαια εξαιρέσεις – να συνήθιζαν να βιώνουν με τα παιδιά τους τέτοιες εμπειρίες.

Βρισκόμαστε λοιπόν στην περιοχή του κρατήρα της Καμμένης χώρας, ενός από τους 30 συνολικά μικρούς και μεγάλους κρατήρες, που είναι διάσπαρτοι στο έδαφος της χερσονήσου των Μεθάνων. Ο καθηγητής Ελ. Πλατάκης αναφέρει σχετικά ότι «εις την χερσόνησον των Μεθάνων ευρίσκονται λείψανα πολλών ηφαιστείων εκρήξεων. Ούτω προς ΝΑ του υψώματος Χελώνα, εις θέσιν «Στραβόλογγος», απαντάται μέγας κρατήρ εις το μέσον του οποίου εξέχει ωραιότατος επιγενής τοιούτος (νησί). Αμφότεροι σήμερον είναι κατάφυτοι με άμπελους. Εις την θέσιν «Μακρύλογγος» ευρίσκεται μέγας επίσης χαρακτηριστικός κρατήρ με επιγενή εντός αυτού. Ομοίως προς Ν της «Επάνω Μούσκας» έτερος ικανών διαστάσεων. Έτεροι κρατήρες παρατηρούνται παρά το χωρίον Καμμένη Χώρα, παρά τον Αγ. Ανδρέαν, Ζωοδόχον Πηγήν, Κωσόνουν (σημερινή Κυψέλη), τα Αρχαία Μέθανα και αλλαχού. Μέχρι τούδε έχουν ανευρεθεί επί της Χερσονήσου τριάκοντα ηφαιστειακοί κρατήρες. Εκ των κρατήρων τούτων τελευταίοι έδρασαν οι παρά την Καμμένην Χώραν. Τούτο συνάγεται αφ’ ενός εκ της ποιότητος του εκ τούτων ανεκχυθεντος και περί αυτούς αποτεθέντος υλικού και αφ’ ετέρου εκ της μορφολογικής τούτου εμφανίσεως (ύπαρξης ελαχίστης διαβρώσεως).

Ο Fouque παραδέχεται, ότι η έκρηξις της Καμμένης είναι η αναφερόμενη υπό του Στράβωνος του Οβιδίου και του Παυσανίου».

Ο Στράβωνας λοιπόν γράφει σχετικά στα «Γεωγραφικά του: «Περί Μεθώνων  δε εν τω Ερμιονικώ κόλπω όρος επταστάδιου το ύψος, ανεβλήθη γεννηθέντος αναφυσήματος φιλογώδους, μεθ’ ημέραν μεν απρόσιτον υπό του θερμού και της θειώδους οσμής, νύκτωρ δε εκλάμπον πόρρω και θερμαίνον, ώστε ζέειν την θάλατταν επί σταδίους πέντε».

Ο Οβίδιος πάλι που διέπλεε το Μυρτώο Πέλαγος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της έκρηξης με την παρακάτω αναφορά: «Παρά την Τροιζήνα ευρίσκεται ύψωμα άδενδρον και απότομον, το οποίον άλλοτε ήτο πεδιάς. Το έδαφος όμως της πεδιάδας τούτης εξήρθη λόγω τση ισχυροτάτης πιέσεως των αερίων των εγκεκλεισμένων εντός σκοτεινών σπηλαίων, τεινόντων να εξέλθουν εις την επιφάνειαν της γης, όπως αναδύεται φλύκταινα εις το πρόσωπον του ανθρώπου. Το έξαρμα εκείνο παρέμεινε μόνιμον λαβόν των μορφών λόφου μετά την επί μακρόν χρόνον διαρκέσασαν στεροποίησίν του».

Τέλος ο Παυσανίας που επισκέφθηκε την περιοχή γύρω στο 150 μ.Χ. αναφέρει μεταξύ των άλλων (σε ελεύθερη μετάφραση): «Σε απόσταση τριάντα σταδίων από τη μικρή πόλη των Μεθάνων βρίσκονται τα θερμά λουτρά. Τα νερά των λουτρών ανέβλυσαν για πρώτη φορά στα χρόνια της βασιλείας του Αντιγόνου, γιου του Δημητρίου του Μακεδόνος. Το νερό δεν φάνηκε αμέσως. Στην αρχή βγήκε από τη γη μια μεγάλη φλόγα και όταν αυτή έσβησε, άρχισε να τρέχει νερό πάρα πολύ ζεστό, που και σήμερα ακόμα τρέχει» Και καταλήγει ο Παυσανίας λέγοντας, πως «κανείς δεν μπορούσε να μπει στη θάλασσα και να λουστεί, γιατί κινδύνευε από τα πολλά θαλάσσια θηρία, δηλαδή τα σκυλόψαρα».

Η ακριβής χρονολογία της έκρηξης δεν είναι γνωστή, πρέπει όμως να συνέβη ανάμεσα στα χρόνια 277-240 π.Χ. που έζησε ο Αντίγονος. Η χερσόνησος βέβαια των Μεθάνων δημιουργήθηκε από την ηφαιστειακή δραστηριότητα, πολύ νωρίτερα, ΙΙ περίπου εκατομμύρια χρόνια πριν κατά την «τριτογενή περίοδο».

Μερικά μέτρα από το σημείο που καθόμαστε διακρίνεται μια σχισμή του εδάφους. Ο Σταύρος μας κάνει νόημα να πάμε κοντά του. Εισχωρούμε με προσοχή και διαπιστώνουμε έκπληκτοι, ότι βρισκόμαστε μέσα σε μια τεράστια ρωγμή. Τα κάθετα σχεδόν τοιχώματά της συγκλίνουν στην οροφή δημιουργώντας μια οξεία γωνία, που η κορυφή της απέχει από το έδαφος τουλάχιστον 15 μέτρα. Το εκπληκτικότερο όμως είναι, ότι τα τοιχώματα αυτά αποτελούνται από συμπαγή βράχο, με τόσο λεία επιφάνεια, που μοιάζει να δημιουργήθηκε από την κόψη γιγάντιου μοσχαριού της φύσης. Με πραγματικό δέος απ’ αυτόν τον απίστευτο γεωλογικό σχηματισμό ξαναβγαίνουμε στο φως και παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής προς την Καμμένη Χώρα.

– Πριν σας αποχαιρετήσουμε, δώστε μας τη χαρά να σας ετοιμάσουμε ένα Κυπριακό φαγητό, λέει ο Κώστας με την επιστροφή μας στην Αρσινόη.

Βγάζει διάφορες πρώτες ύλες από το αυτοκίνητο, η Μαρία μπαίνει στην κουζίνα με την Πεύκα και σε λίγη ώρα, κάτω από τη δροσερή σκιά του πεύκου, γευματίζουμε όλοι με το υπέροχο Κυπριακό πληγούρι, που τόσο είχαν εκτιμήσει στην Κύπρο. Όταν κάποια στιγμή οι φίλοι μας μας αποχαιρετάνε, είναι βέβαιο πως έχουν κερδίσει την αγάπη και την εκτίμηση, όλων αυτών που τους γνώρισαν στην Αρσινόη.

Το ίδιο βράδυ μας έχει καλεσμένους ο Θοδωρής στην Καμμένη Χώρα, για μια ειδική «θεραπεία» στο «Οινοθεραπευτήριο». Παρά τη ζέστη της ημέρας η μαγιάτικη νύχτα είναι ψυχρή, το αναμμένο τζάκι είναι ευπρόσδεκτο. Είμαστε μια μεγάλη συντροφιά στην οποία συμμετέχει ο Δήμαρχος Μεθάνων Χρήστος Πάλλης και πολλοί άλλοι ωραίοι άνθρωποι. Ο Θοδωρής με τη Δανέζα σύζυγό του Ντόρτε μας παρέχουν μια εκπληκτική φιλοξενία με νοστιμώτατα ντόπια κρέατα και άφθονο κρασί. Με τον Δήμαρχο Μεθάνων, που δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο μας, συζητάμε πολλά για τον τόπο του που, αν και ελάχιστα γνωρίζουμε ακόμη, μας έχει κερδίσει τόσο με τις συνταρακτικές γεωφυσικές του ιδιότητες όσο και με την φιλικότητα και ευγένεια των κατοίκων του. Στο δρόμο για την Αρσινόη αργά τη νύχτα, ένας νεαρός ασβός και μια αλεπού περνάνε για δευτερόλεπτα μπροστά από τα φώτα του αυτοκινήτου, πριν εξαφανιστούν στα σκοτάδια του πευκοδάσους.

 

ΚΑΤΑ ΜΗΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ

ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΑΣ ΑΚΤΟΓΡΑΜΜΗΣ

 

Η μέρα ξεκινάει με μια σύντομη περιήγηση στην πόλη των Μεθάνων και με ξεναγό μας πάντα το Σταύρο Κούβαρα. Πρώτος μας σταθμός το νησάκι των Αγ. Αναργύρων, απέναντι από τη Βρωμολίμνη, με το θειούχο της περιβάλλον και το επιβλητικό ξενοδοχείο «ΑΙ ΠΗΓΑΙ». Το νησάκι των Αγίων Αναργύρων – όπως επικράτησε να λέγεται από την ομώνυμη εκκλησία του μεσοπολέμου – είναι στην ουσία μια μικρή χερσόνησος, που σήμερα επικοινωνεί με την πόλη των Μεθάνων με δρόμο, ενώ στο παρελθόν συνδέετο με μια στενή λωρίδα άμμου. Σώζεται μεγάλο τμήμα οχυρωματικού περιβόλου Ελληνιστικής εποχής ενώ περιμετρικά υπάρχει η δυνατότητα περιπάτου.

Κάποτε η νησίδα ήταν τελείως άδενδρη, ενώ σήμερα, εκτός από την εκκλησία στο κέντρο, υπάρχει και νεώτερο δασάκι πεύκων, στο οποίο μπορεί να συναντήσει κανείς απομεινάρια αναψυχής της πάλαι ποτέ ακμάζουσας λουτρόπολης των Μεθάνων.

Πολύ συνοπτικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε εδώ, ότι οι πρώτες προσπάθειες συστηματικής αξιοποίησης των ιαματικών πηγών ανάγονται στη δεκαετία του 1870. Στις αρχές του 20ου αιώνα ιδιοκτήτης είναι ο γιατρός Σ. Αλούπης και, όπως αναφέρετο τότε χαρακτηριστικά, «ο χώρος ηλεκτροφωτίζεται πλουσιότατα».

Το 1906 έγιναν υδροθεραπευτήρια στην πηγή Διαμαντοπούλου και το 1912 έγινε το υδροθεραπευτήριο του Αγ. Νικολάου. Ο μεσοπόλεμος θα σημάνει μια νέα φάση στην υδροθεραπεία, καθώς το κράτος αναδιοργανώνεται και η μεσαία τάξη αναπτύσσεται. Έτσι και στα Μέθανα κατασκευάζεται το 1930 το σύγχρονο Δημόσιο υδροθεραπευτήριο και το 1936 το ιδιωτικό «Άγιοι Ανάργυροι».

Οι λουτροπόλεις φτάνοντας στο απόγειο της αίγλης τους αυτή την περίοδο έχουν την τύχη να αποκτήσουν και μερικά από τα καλύτερα δείγματα της μεσοπολεμικής αρχιτεκτονικής.

Τα στοιχεία αυτής της γεμάτης αναζητήσεις μεταβατικής περιόδου, όπου ο νεοκλασικισμός, ο εκλεκτισμός, η Art Nouveau και το μοντέρνο κίνημα συνυπάρχουν, είναι εμφανή στα ξενοδοχεία και τις λουτρικές εγκαταστάσεις. Το κτίριο «Ζαχαράτου» στην παραλία είναι χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής του μοντέρνου κινήματος.

Περιπλανιόμαστε για αρκετή ώρα στην πόλη των Μεθάνων με την καθαριότητα, την τάξη και τη ζωηρή της κίνηση, που συνυπάρχει όμως με ήρεμους ρυθμούς. Απέναντι από τον ΟΤΕ, στην παράλληλη με την παραλία οδό Χρήστου Λαδά, διασώζονται με μεγάλους φοίνικες μπροστά τους αλλά και με εμφανέστατα ίχνη φθοράς δύο επιβλητικά ξενοδοχεία, που άκμασαν κατά τον μεσοπόλεμο. Μετά τη δεκαετία του ‘ 50 άρχισε η παρακμή, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθούν οριστικά κατά τη δεκαετία του ‘ 70.

Στην ΒΑ έξοδο της πόλης βρίσκεται το οίκημα πρώην Δήμα, που πέρασε στο κράτος κατά τα χρόνια του Μεταξά και λειτούργησε μέχρι το 1940 ως υδροθεραπευτήριο με εξειδικευμένο προσωπικό από τη Γερμανία. Σήμερα βρίσκεται σε φάση ανάπλασης και επαναλειτουργίας. Λίγο πιο κάτω, και μερικές δεκάδες μέτρα από την ακτή, διασώζεται σε πολύ καλή κατάσταση το ξενοδοχείο του Δήμα, που σήμερα χρησιμοποιείται ως ιδιωτική κατοικία από τους απογόνους του.

Σε απόσταση ενάμιση χιλιομέτρου από την προβλήτα των Μεθάνων ένας παραθαλάσσιος δρόμος τερματίζει μπροστά σ’ έναν κολπίσκο. Είναι η παραλία της Λιμνιώνας, η ωραιότερη και πιο δημοφιλής πλαζ της χερσονήσου. Για να φτάσει ο δρόμος ως εκεί χρειάστηκε να κοπεί στη μέση ένας λοφίσκος, που τα κάθετα πρανή του μοιάζουν με μια γιγάντια πύλη απ’ την οποία διέρχεται ο δρόμος. Ο κόλπος έχει άνοιγμα 200 περίπου μέτρων με νερά πρασινογάλαζα.

Σκαλοπάτια οδηγούν στην ακροθαλασσιά που αποτελείται από χοντρή άμμο και λεπτά σκουρόχρωμα βοτσαλάκια. Μια σειρά από αρμυρίκια κατά μήκος της ακτής παρέχουν σχετική σκιά στους λουομένους, που έχουν επιπλέον στη διάθεσή τους ένα μπαράκι πάνω από τη θάλασσα.

Στην επιστροφή μας προς την πόλη μας τηλεφωνεί ο Θανάσης ο καραβομαραγκός για να μας αναγγείλει, ότι όπου νάναι η ψαροταβέρνα του καπτάν-Λεωνίδα πέφτει στη θάλασσα.

Αναβάλλουμε για λίγο το πλάνο της περιήγησής μας και επιστρέφουμε στο Βαθύ. Φρεσκοβαμμένος και πεντακάθαρος ο «Άγιος Νεκτάριος» διανύει τις τελευταίες του στεριανές στιγμές, πριν ξαναβρεθεί στο φυσικό του χώρο.

Γεμάτος φούρια αλλά και ευθύνη ο Θανάσης μπαινοβγαίνει μέσα στη θάλασσα, επιβλέπει τους μοχλούς, τους τάκους, τα φαλάγγια και τις τροχαλίες, δίνει οδηγίες στους ανθρώπους που τον βοηθάνε. Πόντο – πόντο το βαρύ ξύλινο σκαρί εγκαταλείπει τη στεριά και εισχωρεί στη θάλασσα. Όταν πια όλα είναι έτοιμα ο Θανάσης δίνει το τελικό πρόσταγμα και ο «Άγιος Νεκτάριος» απελευθερώνεται από τα δεσμά του οριστικά, ξαναβρίσκει το γνώριμο περιβάλλον του στον κόλπο της Επιδαύρου. Όλοι συγχαίρουν καραβομαραγκό και καπετάνιο και εύχονται το σκάφος νάναι καλοτάξιδο.

Εμείς επιστρέφουμε στα Μέθανα και ξεκινάμε την περιήγησή μας στην ανατολική ακτογραμμή, ακολουθώντας από το τέρμα της παραλίας την πινακίδα προς την Κυψέλη και τους υπόλοιπους οικισμούς. Ο δρόμος κερδίζει αρκετό ύψος και μας χαρίζει μια πανοραμική θέα στην παραλία της Λιμνιώνας που ο βυθός της, κάτω από τα διάφανα νερά, διαγράφεται με κάθε λεπτομέρεια.

Διασχίζουμε συνεχόμενους ελαιώνες και μετά από 1,3 χλμ. από την έξοδο των Μεθάνων στρίβουμε για λίγο αριστερά στον λοφίσκο του Αγ. Κωνσταντίνου.

– Πριν επισκεφτούμε τον σημαντικό προϊστορικό οικισμό που ανέσκαψε η Ελένη Κονσολάκη, ελάτε δύο λεπτά να σας γνωρίσω τον μπάρμπα – Γιάννη, έναν καταπληκτικό άνθρωπο, που ζει σχεδόν δίπλα στην πόλη σαν ερημίτης, λέει ο Σταύρος.

Μετρίου αναστήματος, με βλέμμα διαυγές, λεπτοκαμωμένος και συμπαθέστατος, ο μπάρμπα – Γιάννης στα ογδόντα του έχει την ευκινησία αγριοκάτσικου. Με συνθήκες απόλυτης λιτότητας ζει σ’ ένα ταπεινό αυτοσχέδιο καλυβάκι μέσα στον ελαιώνα, με τα λίγα προβατάκια και τα ζωάκια του. Επιμένει να μας προσφέρει τυρί, γάλα ή ό, τι άλλο έχει. Αρνούμαστε ευγενικά, κουβεντιάζουμε για λίγο μαζί του και τον αποχαιρετάμε. Σε τρία λεπτά είμαστε στον Μυκηναϊκό οικισμό, μόλις 50 μέτρα από την άσφαλτο σε λοφίσκο με ελαιώνα που δεσπόζει πάνω από τη θάλασσα. Εδώ, δίπλα στο εκκλησάκι του Αγ. Κωνσταντίνου, η Ελένη Κονσολάκη εντόπισε και ανέσκαψε τον μυκηναϊκό οικισμό και είχε την ευγενή καλοσύνη να μας μιλήσει γι’ αυτόν με τρόπο αυθεντικό:

 

 

Συνεχίζουμε προς την ανατολική ακτή τη διαδρομή μας και μετά από ενάμιση χιλιόμετρο συναντάμε μια βασική διακλάδωση.

Αριστερά ο δρόμος κατευθύνεται προς το εσωτερικό, στους οικισμούς Κυψέλη, Αγ. Θεόδωροι και Κουνουπίτσα, ενώ στην ευθεία συνεχίζει παράλληλα με την ακτογραμμή. Ακολουθούμε αυτή τη διαδρομή και μετά από λίγο μια διακλάδωση μας οδηγεί ως την θάλασσα στην τοποθεσία «Λιμνιώνα». Υπάρχει ένα μόνον σπίτι, όλη η ακτή είναι κατάσπαρτη με χοντρά ηφαιστειακά βότσαλα, σ’ ένα όμως σημείο η πρόσβαση είναι αρκετά φιλική προς τους λουομένους.

Συνεχίζουμε τον παραθαλάσσιο δρόμο και πολύ γρήγορα συναντάμε μια πινακίδα που μας κατευθύνει προς τον αρχαιολογικό χώρο «ΟΓΑ». Μετά από 200μ. συνδυασμού τσιμεντόδρομου και δύσβατου χωματόδρομου καταλήγουμε σ’ ένα μικρό ξύλινο κιόσκι. Το τοπίο είναι ερημικό, η γη καλυμμένη με ψηλά χόρτα και αγκάθια, που σημαίνει πως δεν έχει πρόσφατα καλλιεργηθεί.

Άλλωστε ολόκληρη αυτή η περιοχή δεν καλλιεργήθηκε ποτέ με μηχανικά μέσα και το ελαφρά επικλινές και τραχύ έδαφος είναι οριοθετημένο με αλεπάλληλες πετρόχτιστες πεζούλες, που κάποιες έχουν κατασκευασθεί ήδη από τον 19ο αιώνα. Σε απόσταση 250 περίπου μέτρων προς τα Β διακρίνονται στο ανώτερο τμήμα ενός λοφίσκου ίχνη αρχαίας οχύρωσης. Μια αρκετά ασαφής σηματοδότηση με μπλε μπογιά πάνω στις ξερολιθιές μας δείχνει την κατεύθυνση προς τον λόφο και πιθανώς την πορεία ενός μονοπατιού που υπήρχε παλαιότερα, πριν εξαφανιστεί μέσα στα πυκνά αγριόχορτα. Βαδίζοντας με δυσκολία στο ανώμαλο έδαφος και μερικές φορές σκαρφαλώνοντας στις ξερολιθιές, φτάνουμε μετά από ένα ταλαιπωρημένο 8λεπτο στο λόφο. Το ανώτερο τμήμα του είναι σχεδόν επίπεδο, με διαστάσεις που ξεπερνούν τα 100 Χ 50 μέτρα.

Η ακρόπολη είναι περίκλειστη με ισχυρή τοιχοποιΐα, που στον τρόπο κατασκευής της δεν διαφέρει και πολύ από τις ξερολιθιές που συναντάμε στις πεζούλες. Απλά οι πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν  είναι ογκωδέστερες και το πλάτος της οχύρωσης φτάνει τα 2 μέτρα, ενώ το ύψος σε αρκετά σημεία ξεπερνάει τα 4 μέτρα. Περιμετρικά της ακρόπολης διακρίνεται και μια πρόσθετη εξωτερική οχύρωση ασθενέστερη, που σε μεγάλο βαθμό είναι καλυμμένη από πυκνά πουρνάρια.

Βαδίζοντας στο εσωτερικό εντοπίζουμε πολύ κοντά στο τείχος μια βάση από λευκό μάρμαρο σε άψογο κυλινδρικό σχήμα. Με διάμετρο μισού μέτρου και ύψος που εξέχει 70 περίπου εκατοστά από το έδαφος, η κολώνα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση.

Ακριβώς μπροστά της, ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά μιας τερεβυνδιάς, διακρίνεται μια χαμηλή ξερολιθιά σε σχήμα κυκλικό, με διάμετρο περίπου 2 μέτρων. Παραμερίζουμε λίγο τα κλαδιά και διαπιστώνουμε έκπληκτοι, ότι είναι το στόμιο της δεξαμενής νερού. Οι διαστάσεις της είναι εντυπωσιακές, το βάθος ξεπερνάει τα 6 μέτρα και ίδια περίπου πρέπει να είναι και η διάμετρος του πυθμένα που είναι καλυμμένος με νερό. Εξίσου εντυπωσιακή είναι και η κατασκευή των τοιχωμάτων της. Μεγάλα τμήματα αποτελούνται από συμπαγή βράχο, ενώ άλλα τμήματα είναι επικαλυμμένα με υδραυλικό κονίαμα για επίτευξη μέγιστης στεγανότητας.

10 περίπου μέτρα Δ-ΝΔ της δεξαμενής διασώζονται τα υπολείμματα ενός τετράγωνου προμαχώνα, που είναι κατασκευασμένος με άριστη τοιχοποιία λαξευτών ογκόλιθων κατά το ισοδομικό σύστημα. Η στρατηγική θέση του προμαχώνα εξασφαλίζει από υψόμετρο 80 μέτρων θέα πανεποπτική σ’ όλη τη γύρω πεδινή περιοχή, στη θάλασσα και στη νήσο Αγγίστρι που προβάλλει πολύ κοντά προς τα ΒΑ.

Οι πληροφορίες μας μιλούν για μια επιγραφή λαξευμένη σε φυσικό βράχο από την οποία προκύπτει, ότι κάποια υπολείμματα που δεν έχουν ακόμη ανασκαφεί, ανήκουν σε αρχαίο ναό που ήταν αφιερωμένος στον Ποσειδώνα Φυτάλμιο. Δυστυχώς, παρά την προσπάθειά μας, ο εντοπισμός του φυσικού αυτού βράχου είναι αδύνατος. Για τους πεζοπόρους, τέλος, σημειώνουμε, ότι το παλαιόκαστρο του Ογά ή Ογνιά συνδέεται με τον οικισμό της Κυψέλης με καλντερίμι, η διάσχιση του οποίου διαρκεί ένα ημίωρο.

Συνεχίζουμε τη διαδρομή μας κατά μήκος της βραχώδους ακτογραμμής, που οι παραλίες της είναι φιλικές μόνον σε όσους είναι εξοικειωμένοι με τα βότσαλα. Ανοιχτά μέσα στη θάλασσα θαυμάζουμε εδώ και αρκετή ώρα το «Πετροκάραβο». Είναι μια επιμήκης και θεαματική συστάδα βράχων που η διάταξή τους, έτσι όπως ξεπροβάλλουν στη γραμμή από την επιφάνεια της θάλασσας, δημιουργεί το περίγραμμα ενός καραβιού ή ενός αναδυθέντος υποβρυχίου.

Το απομεσήμερο μας βρίσκει πεινασμένους στον παραθαλάσσιο οικισμό του Αγ. Γεωργίου με την ομώνυμη μεγάλη εκκλησία. Ένα πολύ ευρύχωρο και ασφαλέστατο απ’ όλους τους καιρούς αλιευτικό καταφύγιο παρέχει στην ήρεμη επιφάνειά του καταφύγιο σε πολλές ψαρόβαρκες. Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό του λιμανιού που το κάνει πραγματικά μοναδικό είναι, ότι η προέκταση του λιμενοβραχίονα δεν είναι ένας συνηθισμένος μόλος, όπως φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά ένα αληθινό καράβι. Παρατηρώντας κανείς με μεγαλύτερη προσοχή αντιλαμβάνεται αμέσως την ύπαρξη των διαφόρων μερών του σκάφους, τμήματα της σιδερένιας πλώρης και των σιδερένιων πλαϊνών, την μισοκατεστραμμένη πρύμνη και βέβαια το μακρόστενο σχήμα του σκάφους, που όλο το εσωτερικό του αποτελείται από συμπαγές τσιμέντο.

– Αυτό το παράξενο σκάφος είναι το φημισμένο στα Μέθανα «Τσιμεντόπλοιο», λέει ο Διαμαντής Παπαϊωάννου, ιδιοκτήτης του «Μουράγιου», της παραθαλάσσιας ταβερνούλας.

Έχει μήκος 45 και πλάτος 9 μέτρα και κατασκευάστηκε μαζί με τρία άλλα παρόμοια από τους Γερμανούς στα ναυπηγεία του Περάματος κατά την περίοδο 1943-44. Ως υλικά κατασκευής χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά το σίδερο και το τσιμέντο για να μπορούν τα σκάφη να αντιστέκονται στους συμμαχικούς βομβαρδισμούς. Απ’ όσο ξέρω, τα άλλα τρία είναι βυθισμένα στους βυθούς διαφόρων σημείων της Ελλάδας. Το μόνο που επέζησε είναι αυτό, που ρυμουλκήθηκε ως εδώ το 1958 σαν πολεμικό κειμήλιο και από τότε αποτελεί προέκταση του λιμενοβραχίονα. Βέβαια έχει υποστεί πολλές φθορές που του έχουν αλλοιώσει αρκετά την αρχική μορφή, δεν παύει όμως να αποτελεί για πάντα το τσιμεντόπλοιο του πολέμου.

Όση ώρα μιλάει ο κυρ-Διαμαντής δεν σταματάει να ξεψαρίζει αθερίνα από το δίχτυ που μόλις έβγαλε από τη θάλασσα, μεζές ιδανικός για το ουζάκι μας πλάι στην ακροθαλασσιά και απέναντι από το Αγγίστρι και την Αίγινα. Το ταβερνάκι «Μουράγιο» είναι για τον Αγ. Γεώργιο σημείο αναφοράς εδώ και 16 χρόνια. Πιο πίσω ο Διαμαντής, που κατάγεται από την Κουνουπίτσα, ετοιμάζει μια ωραιότατη επέκταση της ταβέρνας και στον άνω όροφο ενοικιαζόμενα δωμάτια με θέα στη θάλασσα. Αξιοποιεί έτσι με τον καλύτερο τρόπο ένα παμπάλαιο οίκημα με κελιά μοναχών και αποθήκες, που ήταν κάποτε μετόχι της Μονής του Αγίου Λεοντίου της Αίγινας. Ανάμεσα στον ναό του Αγ. Γεωργίου και το συγκρότημα των κελιών ασφυκτιά το μικροσκοπικό και μακρόστενο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος., εξ ολοκλήρου με στέγη θολωτή. Είναι καλυμμένο με τόσο παχύ στρώμα σοβά εξωτερικά και εσωτερικά, που έχει εξαφανισθεί κάθε έννοια τοιχοποιίας αλλά και κάθε πιθανή τοιχογραφία, εκτός από κάποια αδιόρατα σχεδόν ίχνη στο ιερό.

Η ώρα περνάει, ζητάμε από τον Διαμαντή το λογαριασμό, δεν επρόκειτο όμως να τον μάθουμε ποτέ.

– Εσείς ήρθατε από τη Θεσσαλονίκη να γράψετε για τον τόπο μας. Εγώ δεν μπορώ να κεράσω ένα ουζάκι;

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

ΣΤΑ ΥΨΟΜΕΤΡΑ ΤΩΝ ΟΡΕΙΝΩΝ

 

– Προτείνω να αφήσουμε για σήμερα τα παράλια και να πάρουμε μια γεύση από τον ορεινό όγκο, με μια επίσκεψη στον εγκαταλελειμμένο οικισμό της Παναγίτσας και στο ομώνυμο εξωκκλήσι, λέει ο Σταύρος.

Επιστρέφουμε στα Μέθανα και ανηφορίζουμε προς Μεγαλοχώρι. Αμέσως μετά τα Δριτσέικα ακολουθούμε δεξιά την πινακίδα προς «Στραβόλογγο» και «Αρχαίο Πύργο». 200 μ. μετά συναντάμε και πάλι την πινακίδα προς «Στραβόλογγο» και «Αρχαίο Πύργο». 200 μ. μετά συναντάμε και πάλι την πινακίδα «Αρχαίος Πύργος» και τον διακρίνουμε στ’ αριστερά μας, μέσα σε ελαιώνα. Το οικοδόμημα είναι τετράγωνο με διαστάσεις 8 Χ 8 και ύψος 2 μ. Η τοιχοποιία είναι άριστη με λαξευτούς ηφαιστειακούς λίθους, ενώ ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η πύλη με ογκόλιθους μεγάλων διαστάσεων.

Συνεχίζουμε την άσφαλτο ανηφορικά και μετά από λίγο απολαμβάνουμε την πανοραμική θέα της πόλης των Μεθάνων. Δύο σχεδόν χιλιόμετρα μετά αφήνουμε την άσφαλτο και συνεχίζουμε αριστερά σε βατό χωματόδρομο.

Μας υποδέχεται, σε υψόμετρο 500 μέτρων ένας αυχένας φοβερά εκτεθειμένος στον αέρα αλλά με θέα που είναι προς κάθε κατεύθυνση κορυφαία. Σ’ αυτό το ανεμοδαρμένο σημείο βρίσκεται χτισμένο το εξωκκλήσι του Αγ. Παντελεήμονα με χαραγμένη στο υπέρθυρο τη χρονολογία 1815. Το παλιό πλακόστρωτο δάπεδο διατηρείται αυθεντικό και σε κάποιες πλάκες φέρει χαραγμένες διάφορες παράξενες παραστάσεις σε σχήμα τέλειων κύκλων.

Αφήνουμε χαμηλότερα αριστερά μια μεγάλη κεραία κινητής τηλεφωνίας και συνεχίζουμε τον σχετικά δύσβατο χωματόδρομο προς Παναγίτσα. Δύο χιλιόμετρα μετά μπαίνουμε στα όρια του οικισμού, που ο τελευταίος του μόνιμος κάτοικος τον εγκατέλειψε το 1965.

Βρισκόμαστε στη νότια πλαγιά της Χελώνας σε υψόμετρο 530 μέτρων. Γύρω μας μεγάλες αμυγδαλιές, αναρίθμητες πεζούλες, σπίτια ακατοίκητα και κάποια ερειπωμένα, εκπληκτική λαξευτή στέρνα με χαραγμένη τη χρονολογία 1924 και με πολύ νερό. Είν’ ένας τόπος υπέροχος με θέα εκπληκτική, που, αν είχε διατηρήσει τους κατοίκους του και είχε υποταχθεί σε κάποιο σχέδιο ανάπτυξης, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ιδανικό ορεινό προορισμό για περιηγητές και φυσιολάτρες. Η μοναδική εκδήλωση ζωής προέρχεται από την περιφραγμένη αυλή ενός μεγάλου ακατοίκητου σπιτιού, που χρησιμοποιείται ως στάνη και στο έδαφός της είναι καθισμένα αρκετά χαριτωμένα κατσικάκια.

Δίπλα από τη στάνη κατηφορίζει ένα κακοτράχαλο καλντερίμι που διασχίζει τον οικισμό. Σ’ ένα ερειπωμένο σπίτι χάσκει η σκεπή φτιαγμένη με αγριόξυλα, άχυρο και λάσπη. Κάποια άλλα όμως σπίτια διατηρούν δείγματα της εξαίρετης τοιχοποιίας τους, πάντα με πελεκητή ηφαιστειακή πέτρα.

Ο Σταύρος μας οδηγεί σε μια διώροφη κατοικία, που εξακολουθεί να παραμένει όρθια και ανήκε στην οικογένεια Λαζάρου. Στο ισόγειο διασώζεται ο ξύλινος σκελετός ενός παμπάλαιου αργαλειού, το χωνί από ένα γραμμόφωνο, παλιά σιδερένια εργαλεία και λιθόκτιστο πατητήρι σταφυλιών. Εξωτερική σκάλα οδηγεί στον δεύτερο όροφο με το επιδαπέδιο τζάκι, σκεπή από καλαμωτή, παλιά έπιπλα και σκεύη, φθαρμένο πηλίκιο της Σχολής Ευελπίδων, κασόνι από το «Μονοπώλιο Ελληνικού Πετρελαίου», που πάνω του έχει σφραγίδα με χρονολογία 1935. Παντού σκόνη και αράχνες, σιωπή και ακινησία.

Πριν φωλιάσει μέσα μας η θλίψη, γυρίζουμε πλάτη στο παρελθόν και κατηφορίζουμε το σηματοδοτημένο – αλλά αρχικά κακότεχνο – καλντερίμι προς το εξωκκλήσι της Παναγίτσας. Λίγο πιο κάτω συναντάμε την μοναδική ανθρώπινη ύπαρξη στην περιοχή, τον μπάρμα – Γιώργη Δημητρίου, τσομπάνο, γεννημένο στην Παναγίτσα. Γνωστός του Σταύρου, μας καλησπερίζει πρόσχαρα δίπλα στο μουλάρι του και μας συνοδεύει ως το εκκλησάκι. Βαριακούει λιγάκι αλλά είναι ομιλητικός και ευδιάθετος. Απορώ από πού αντλεί τη διάθεση μέσα σ’ αυτή την ερημιά.

– Εδώ ειν’ ο τόπος που γεννήθηκα και αγάπησα, μου απαντάει, και εδώ ελπίζω να κλείσω και τα μάτια μου. Δεν ήταν βέβαια πάντα έτσι. Κάποτε είχε ζωή και ομορφιά, σταφύλια, στάρια, φρούτα και όλα τα γεννήματα. Ύστερα σιγά-σιγά φύγαν οι άνθρωποι, ο τόπος άρχισε να σβήνει. Τελευταίος έφυγα εγώ, το 1965. Τα καλοκαίρια όμως είμαι εδώ.

Σ’ ένα 12λεπτο είμαστε μπροστά στο εκκλησάκι. Είναι υπέροχο, ρυθμού σταυροειδούς εγγεγραμμένου μετά τρούλου. Ο ασβέστης απουσιάζει εντελώς, η τοιχοποιία διατηρείται αναλλοίωτη με πελεκητή ηφαιστειακή πέτρα και ενδιάμεσα κεραμιδάκια και κονίαμα. Είναι κατασκευή στιβαρότατη, με τοίχους που ξεπερνούν σε πάχος τα 70 εκατοστά. Εξωτερικά δίπλα στο ιερό είναι εντοιχισμένη ολοστρόγγυλη μαρμάρινη πλάκα διαμέτρου 50 περίπου εκατοστών, που προφανώς ανήκει σε παλαιότερο κτίσμα. Οι εξωτερικές διαστάσεις του ναΐσκου είναι 7 Χ 4 μέτρα.

Από τον μικρό πρόναο περνάμε στον κυρίως ναό, όπου σώζονται ακόμη τοιχογραφίες πολύ καλής τεχνοτροπίας αλλά με αρκετές φθορές. Το εκκλησάκι δεν έχει παράθυρα, μόνον τέσσερα μακρόστενα ανοίγματα στη βάση του τρούλου σαν πολεμίστρες και ένα στην κόγχη του ιερού. Το φως που μπαίνει είναι λιγοστό, χαρίζει στο ταπεινό εξωκκλήσι μια αξεπέραστη ιερότητα. Ολόγυρα ο τόπος είναι κατάφυτος με πουρνάρια, ελαιόδεντρα και μικρά επίπεδα χωραφάκια.

– Αν είχαμε χρόνο θα μπορούσαμε ν’ ακολουθήσουμε απ’ εδώ το καλντερίμι και σ’ ένα 40λεπτο περίπου, μέσα από μια θαυμάσια διαδρομή, να καταλήξουμε στο Μεγαλοχώρι, λέει ο Σταύρος. Πρέπει όμως να συνεχίσουμε την ορεινή μας περιοδεία.

Ο ανήφορος είναι δύσκολος, με γρήγορο βάδισμα μας παίρνει ένα τέταρτο. Ο μπάρμπα-Γιώργης μας ξεπροβοδίζει ως τον οικισμό. Στον τόπο του όμως έχει τουλάχιστον το προνόμιο, να διαθέτει ιδιόκτητο μεταφορικό μέσο, το μουλάρι του. Τον αποχαιρετάμε και μετά από λίγη ώρα ξαναβρισκόμαστε στην άσφαλτο. Χτυπάει το τηλέφωνο του Σταύρου. Είναι ο Δημήτρης Πάλλης, που μόλις έχει φτάσει από τον Πειραιά στην Αρσινόη, και ανυπομονεί να μας γνωρίσει. Εγκαταλείπουμε λοιπόν το σχέδιο για τη διάσχιση του ορεινού όγκου και επιστρέφουμε στο Μεγαλοχώρι.

 

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΛΥ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ

 

Φτάνοντας στον αύλειο χώρο της Αρσινόης τα χρώματα της δύσης έχουν βάψει τον ορίζοντα της Επιδαύρου πορφυρό. Είναι μια απ’ αυτές τις απέραντα γαλήνιες στιγμές, αυτό το μεταίχμιο ανάμεσα στη μέρα και στη νύχτα, που εύχεσαι να κρατήσει αιώνια.

Ανοίγει ο Δημήτρης Πάλλης μια θερμή, μεγάλη αγκαλιά και μας καλωσορίζει. Η αρχική αίσθηση που είχα στα Μέθανα, εξακολουθεί να είναι παρούσα. Αισθάνομαι σαν να βρίσκομαι διαρκώς ανάμεσα σε παλιόφιλους. Μας ρωτάει ο Δημήτρης για τις πρώτες μας εμπειρίες και εντυπώσεις, θέλει να μάθει αν όλα παν καλά, αν μας λείπει κάτι, αν είμαστε ευχαριστημένοι από την περιποίηση και τη μαγειρική της Πεύκας.

– Αν τολμάει, ας πει κάτι κακό, λέει γελώντας δίπλα μου η Πεύκα.

Δεν κάθεται όμως μαζί μας για πολύ. Επιστρέφει φουριόζα στην κουζίνα της, απ’ όπου ξεχύνονται οι πρώτες γαργαλιστικές μυρωδιές, που μας γεμίζουν με προσμονή και αισιοδοξία.

– Απόψε είστε τα τιμώμενα πρόσωπα, η βραδιά είναι δική σας, ανακοινώνει ο Δημήτρης. Έχω καλέσει μερικούς καλούς φίλους να σας γνωρίσουν και να πιουν μαζί σας ένα κρασάκι.

Καθώς παίρνει να βραδιάζει συγκεντρώνονται σιγά-σιγά οι καλεσμένοι του Δημήτρη. Έχουμε λοιπόν τη μεγάλη χαρά και την τιμή να σφίξουμε τα χέρια του Δημάρχου Μεθάνων Χρήσου Πάλλη και της συζύγου του Γιώτας, του Αντιδημάρχου Βασίλη Παντελή, του Προέδρου του Δημ. Συμβουλίου Γιώργου Φλαμπούρη, του Δημοτικού Συμβούλου Δημήτρη Λάμπρου, του επιχειρηματία στην Αθήνα Τάκη Ξάνθου, του Γιώργου Λέκκα και της συζύγου του Φένης, του Προέδρου του Δημ. Διαμ. Μεγαλοχωρίου Περικλή Κόλλια, του δασκάλου Γιάννη Γεωργιόπουλου και της συζύγου του Λιάνας. Δεν απουσιάζουν από τη συντροφιά ο Θανάσης Βαρεμάς, ο σύζυγος της Πεύκας, ο συνεργάτης μου φωτογράφος Ανέστης Ρέκκας και βέβαια ο καλός μας φίλος Σταύρος Κούβαρης.

Η πρόποση του οικοδεσπότη μας Δημήτρη Πάλλη είναι κολακευτική και πολύ τιμητική και μου δίνει την ευκαιρία για μια αντίστοιχη πρόποση για τον ωραίο τόπο των Μεθάνων και τους εξίσου ωραίους ανθρώπους του.

Η βραδιά κυλάει με κέφι ζωηρό και αμείωτο, σε όλους κυριαρχεί ανεπιτήδευτη εξωστρέφεια και ευχάριστη διάθεση. Σ’ αυτό βέβαια συντελεί αρχικά το εξαιρετικό τσίπουρο του Πάλλη, που συνοδεύεται με την ποικιλία των νοστιμιών της Πεύκας. Αμέσως μετά σειρά έχει ένα θαυμάσιο ντόπιο κρασί που ρέει άφθονο με τα νοστιμώτατα κρεατικά της περιοχής και τις άλλες λιχουδιές της Πεύκας, που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι μελιτζάνες πικάντικες με διάφορα τυριά, τα τυροπιτάκια με δυόσμο και το «μερακλίδικο κοτόπουλο» με πιπεριές, κρεμμυδάκια και τυρί.

Όσο περνάει η ώρα το κέφι δυναμώνει, έρχεται η στιγμή που ο Γιάννης Γεωργιόπουλος, ο δάσκαλος, ο φυσιολάτρης και πεζοπόρος, βγάζει στην επιφάνεια μιαν άλλη του ιδιότητα, αυτή του τροβαδούρου. Αποκαλύπτει με στοργή από το κάλυμμά της την κιθάρα του, χαϊδεύει τις χορδές της απαλά και γεμίζει ο χώρος με νότες παλιές και αγαπημένες, μπαλάντες και τραγούδια ρομαντικά, που είναι στα χείλη όλων μας. Η μουσική σκυτάλη περνάει αργότερα στον Γιώργο Φλαμπούρη, με τη δική του κιθάρα και τις δικές του νότες από αξέχαστα τραγούδια λαϊκά, που σημάδεψαν με την παρουσία τους μιαν ολόκληρη εποχή.

Εκεί κάπου γύρω από τις τρεις – ή μήπως ήταν τέσσερις; – οι φωνές παίρνουν να βραχνιάζουν, τα ποτήρια φτάνουν ως τα χείλη όλο και αραιότερα, τα κλαδιά των πεύκων σείονται από δυνατό βοριά, το φεγγάρι χαμηλώνει προς τη δύση ανάμεσα σε σύννεφα. Ένας-ένας οι φίλοι αποχωρούν και η χειραψία μαζί τους είναι τώρα ακόμα πιο θερμή.

 

ΣΤΟΝ ΥΠΕΡΟΧΟ ΟΡΕΙΝΟ ΟΓΚΟ

 

Παρά τη χθεσινοβραδινή βαριά συννεφιά και ανεμοθύελα η μέρα ξημερώνει λαμπρή, ιδανική για μια περιοδεία στο βουνό. Τα πουλιά όμως κελαηδούν για αρκετή ώρα πριν καταφέρουν να μας ξυπνήσουν. Μ’ έναν δυνατό διπλό καφέ της Πεύκας είμαστε έτοιμοι και ξεκινάμε. Στα 3.0 χλμ. από την Αρσινόη συναντάμε πριν από τα Δριτσέικα τη γνωστή μας πινακίδα προς Στραβόλογγο και Αρχαίο Πύργο. Ανηφορίζουμε αριστερά μηδενίζοντας το οδόμετρο. Περνάμε τη διασταύρωση προς Παναγίτσα και συνεχίζουμε. Λίγο πιο πάνω αντικρύζουμε μια εικόνα πρωτοφανή. Μια οχιά βρίσκεται ακριβώς στη μέση της ασφάλτου με ανασηκωμένο το μπροστινό τμήμα του κορμιού της. Φρενάρω πέντε περίπου μέτρα μπροστά της, ο Ανέστης βγαίνει με την φωτογραφική του μηχανή και την φωτογραφίζει βιαστικά. Η οχιά δεν αντιδρά καθόλου στην παρουσία του. Τότε ο Ανέστης την πλησιάζει στο ενάμιση μέτρο και την φωτογραφίζει με την ησυχία του. Η οχιά παραμένει ακίνητη σαν να μην έχει πρόθεση να φύγει. Μόνον όταν ο φίλος μου της πετά μικρά πετραδάκια, αποφασίζει να κατεβάσει το κεφάλι της και να συρθεί με ελιγμούς σ’ ένα θάμνο έξω απ’ το δρόμο.

Στα 4,3 χλμ. συναντάμε μια βασική δισταύρωση. Στην ευθεία οδηγούμαστε προς την Καμμένη Χώρα ενώ δεξιά προς την Κυψέλη και τους άλλους οικισμούς. Κινούμαστε αρχικά στην ευθεία. Πολύ γρήγορα η άσφαλτος τελειώνει, ο χωματόδρομος όμως είναι βατός. Ένα ωραίο πευκοδάσος απλώνεται απέναντί μας και ανάμεσά του ξεχωρίζει το εξωκκλήσι του Αγ. Αθανασίου. Χαμηλότερα ανοίγεται μια χοάνη εδάφους με απόκρημνα πρανή, που βέβαια είναι άλλος ένας από τους 30 κρατήρες των Μεθάνων. Συνεχίζουμε ανάμεσα σε πεύκα και κουμαριές και μετά από λίγο φτάνουμε στο οροπέδιο με υψόμετρο 600 μέτρων και περιποιημένα αμπελάκια.

Στα 6,9 χλμ. συναντάμε μια διακλάδωση. Κατευθυνόμαστε αρχικά αριστερά, περνάμε μια μικρή στάνη, έναν συλλέκτη ομβρίων υδάτων και μια δεξαμενή και αμέσως μετά τερματίζουμε στην άκρη ενός γκρεμού με κορυφαία θέα προς το Βαθύ και τον κόλπο της Επιδαύρου. Επιστρέφουμε και συνεχίζουμε την δεξιά διακλάδωση που μας οδηγεί σε μια λίθινη λαξευτή στέρνα με αρκετό νερό. Ακολουθεί ένα θαυμάσιο λιβαδοτόπι με ένα μεγάλο κοπάδι κατσικιών και ωραιότατες πεζούλες.

Είναι ακόμη ένα θεαματικό οροπέδιο – κρατήρας, που περιβάλλεται από βουνά με άγρια ηφαιστειογενή πετρώματα.

Στην άκρη του οροπεδίου ο δρόμος κατηφορίζει απότομα αριστερά και, λόγω της μεγάλης κλίσης του, είναι αρκετά δύσβατος και χρειάζεται προσοχή. Λίγο πιο κάτω, στα δεξιά του δρόμου, διακρίνεται η σηματοδότηση της πορείας ενός όμορφου καλντεριμιού. Το καλντερίμι αυτό είναι τμήμα της πολύωρης πεζοπορικής πορείας, που ξεκινάει από το Μεγαλοχώρι, διέρχεται από το ήδη γνωστό μας στην Παναγίτσα, κατηφορίζει – από το σημείο αυτό – προς την «Στέρνα του γαμπρού» και καταλήγει στην Καμμένη Χώρα και στη θάλασσα.

Χαμηλά απέναντί μας προβάλλει ένα πανέμορφο εκκλησάκι, που με το ολόλευκό του χρώμα βρίσκεται σε μεγάλη αντίθεση με τον σκουρόχρωμο οικισμό που είναι δίπλα του. Το εκκλησάκι είναι η «Αγία Σωτήρα» και ο οικισμός η «Στέρνα του Γαμπρού», χτισμένος παραδοσιακά εξ ολοκλήρου με ηφαιστειακή πέτρα αλλά ερειπωμένος και ακατοίκητος από χρόνια. Κατά την τοπική παράδοση ο οικισμός πήρε το όνομά του, όταν ένας γαμπρός από την Καμμένη Χώρα που πήγαινε να νυμφευθεί, έπεσε και πνίγηκε σε μια στέρνα με νερό. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Σάββα Αθανασίου το 1907 καταγράφηκαν στο χωριό 7 κάτοικοι.

Μετά την εκκλησία ο δρόμος κατηφορίζει και πάλι, περνάει πάνω από ένα άριστα διατηρημένο αλώνι και συνεχίζει ανάμεσα από μικρά επίπεδα οροπέδια με καλλιέργειες. Αρχίζει ένα πυκνό πευκοδάσος. Πολλοί κορμοί μεγάλων πεύκων είναι βαθειά χαραγμένοι από χρόνια, τότε που οι Μεθενίτες έβγαζαν από τα πεύκα και εμπορεύονταν μεγάλες ποσότητες ρετσινιού. Η Καμμένη Χώρα προβάλλει εντυπωσιακά στο βάθος της στενής της κοιλάδας, με τη μια πλαγιά κατάσπαρτη από τη λάβα του ηφαιστείου. Ένα τεράστιο πεύκο, ξεριζωμένο προφανώς από τη χθεσινοβραδινή ανεμοθύελλα είναι πεσμένο κάθετα στο δρόμο. Περνάμε ακριβώς στα όρια κάτω απ’ αυτήν την απρόσμενη αψίδα.

Ο Θοδωρής στο πεύκινο καλυβάκι του μερεμετίζει τις ζημιές της καταιγίδας.

Δεν του αρνούμαστε το καφεδάκι που μας προσφέρει. Φτάνουμε στην Καμμένη Χώρα μετά από μια συνολική απόσταση 14 συναρπαστικών χιλιομέτρων από την Αρσινόη. Ο Θοδωρής επιμένει να γευματίσουμε μαζί του, εμείς όμως είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε την εξερεύνηση του ορεινού όγκου.

Επιστρέφουμε στο Μεγαλοχώρι, περνάμε αστραπιαία μπροστά από την Αρσινόη χωρίς να σταματήσουμε και ξαναρχίζουμε την γνωστή μας διαδρομή πάνω απ’ τα Δριτσέικα. Φτάνουμε στη βασική διασταύρωση (4,3 χλμ. από τον Αρχαίο Πύργο) και τη φορά αυτή φεύγουμε δεξιά. Ωραίο οδόστρωμα, πεύκα, κουμαριές, ανθισμένα σπάρτα, αμπελάκια με πεζούλες, πανέμορφες εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη. Μετά από λίγο εκπληκτική εικόνα της Αίγινας και ξύλινο κιόσκι για απόλαυση της θέας. Ο δρόμος κατηφορίζει με αλλεπάλληλες στροφές, κάτω χαμηλά προβάλλει ένας ευρύτατος ηφαιστειακός κρατήρας με θαυμάσιους αμπελώνες, οριοθετημένους με τις ωραιότερες ίσως πεζούλες που έχουμε ως τώρα αντικρύσει. Ειν’ ένα θέαμα μοναδικό, που από το υψόμετρο των 400 μέτρων που το παρατηρούμε, μοιάζει με τεράστιο χαλί διακοσμημένο με πολύπλοκα σχέδια, που έχουν δημιουργήσει ο μόχθος και το μεράκι των ανθρώπων.

Κατηφορίζουμε συνεχώς με κλειστές φουρκέτες που δεν έχουν τελειωμό. Ανάμεσά τους προβάλλουν οι κόκκινες κεραμοσκεπές των Αγ. Θεοδώρων, ενώ πάνω από τα γαλήνια νερά του Σαρωνικού ορθώνεται στο βάθος το εντυπωσιακό «Πετροκάραβο». Στο τέρμα του μεγάλου αυτού κατήφορου ο δρόμος διακλαδίζεται. Αμέσως δεξιά διασχίζει την Κυψέλη, ένα όμορφο χωριό χτισμένο σε λοφίσκο, με θέα πανοραμική και αρκετά δείγματα παλιάς ωραίας αρχιτεκτονικής. Ξεχωρίζει ένα μεγάλο σπίτι με το αυθεντικό σωμόν του χρώμα στην πρόσοψη, που δυστυχώς είναι ακατοίκητο.

Αν θελήσουμε να συνεχίσουμε από την Κυψέλη για τα Μέθανα, θα συναντήσουμε μετά από 2,3 χλμ. τον παραθαλάσσιο δρόμο και μετά από 5 θα μπούμε στην πόλη των Μεθάνων.

Από την διασταύρωση της Κυψέλης φεύγουμε αριστερά και μετά από ενάμιση χιλιόμετρο περνάμε από το κέντρο των Αγ. Θεοδώρων. Είν΄ ένα γραφικό χωριό με αρκετά παραδοσιακά σπίτια ανάμεσα στα οποία δεσπόζει ένα αρχοντικό με βαριά σιδερένια πόρτα και ένα ωραίο υπέρθυρο με ηφαιστειακές πελεκητές πέτρες, όπου είναι ανάγλυφη η χρονολογία 1882.

Από τους Αγ. Θεοδώρους έχουμε τη δυνατότητα μετά από 3 χλμ. να φτάσουμε στον Αγ. Γεώργιο και στη θάλασσα. Εμείς συνεχίζουμε ΒΔ και μετά από 3,5 χλμ. περίπου φτάνουμε στον εκτεταμένο οικισμό της Κουνουπίτσας, με την εκκλησία των Εισοδείων της Θεοτόκου στην κεντρική πλατεία και πολλά σπίτια με αξιόλογη αρχιτεκτονική. Πριν μπούμε στο κέντρο του οικισμού μια πινακίδα μας δείχνει αριστερά την κατεύθυνση προς «Αγ. Βαρβάρα», «Παλαιά Λουτρά» και «Μακρύλογγο». Ο δρόμος ανηφορίζει και μετά από λίγο προβάλλει η Κουνουπίτσα με κάτοψη πανοραμική.

Λίγο πιο πάνω, στ’ αριστερά του δρόμου, ανηφορίζει ένα στενό καλντερίμι, που μετά από πορεία δύο έως δύομιση ωρών οδηγεί στο εκκλησάκι του Αϊ-Θανάση στη θέση Μακρύλογγος. Είναι κι αυτά ένα από τα 20 τουλάχιστον μικρά και μεγάλα καλντερίμια, που με συνολικό μήκος 70 περίπου χλμ. αυλακώναν το έδαφος της χερσονήσου των Μεθάνων καθιστώντας την έναν πεζοπορικό παράδεισο.

Στα 2,3 χλμ. από την Κουνουπίτσα συναντάμε αριστερά, κοντά στο δρόμο, την εκκλησία της Αγ. Βαρβάρας. Το ανατολικό τμήμα της εκκλησίας είναι πετρόχτιστο, ωραίο και παλιό η δυτική του όμως επέκταση (αλήθεια, για ποιο λόγο έγινε;) είναι κατασκευασμένη από τσιμέντο με την γνωστή του «αισθητική», που συμπληρώνει βάναυσα τη γραφική παλιά εκκλησούλα.

Στην περιοχή όμως υπάρχει και ένα άλλο μνημείο της Ορθοδοξίας εξ ολοκλήρου αυθεντικό. Είναι το εξωκκλήσι του Αγ. Κωνσταντίνου, σε απόσταση 250 περίπου μέτρων Α-ΝΑ του ιερού της Αγ. Βαρβάρας. διασχίζοντας χόρτα και πεζούλες ανάμεσα από αμυγδαλιές και αιωνόβια ελαιόδεντρα, φτάνουμε σ’ ένα πεντάλεπτο σ’ ένα βραχώδη λοφίσκο, με το γνωστό τσιμεντένιο κολωνάκι του Τριγωνομετρικού Δικτύου της Γ.Υ.Σ. Εδώ, από υψόμετρο 320 μ., η θέα προς Κουνουπίτσα, Αγ. Γεώργιο και τα νησιά του Σαρωνικού είναι συγκλονιστική.

Ακόμη συγκλονιστικότερο όμως είναι το μικροσκοπικό εξωκκλήσι του Αγ. Κων/νου. Με εξωτερικές διαστάσεις που δεν ξεπερνούν τα 4,5 Χ 3 μ. είναι ένα λιθόκτιστο κομψοτέχνημα, που, καθώς είναι ανεπίχριστο, διατηρεί όλη την παλιά του γοητεία και τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες της τοιχοποιίας του. Μικρά κεραμιδάκια που παρεμβάλλονται ανάμεσα στην πέτρα σχηματίζουν διακοσμητικά μοτίβα, τόσο στην είσοδο όσο και στα ανώτερα τμήματα των πλάγιων τοίχων. Το σημαντικότερο όμως – και σπανιότερο – αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό είναι η σκεπή. Αποτελείται από δυο στρώματα. Το αρχικό είναι καλυμμένο με φαρδιές κεραμικές πλάκες μεγάλων διαστάσεων ενώ από πάνω τους, σε παράλληλες σειρές, είναι στερεωμένα με κονίαμα τα γνωστά καμπύλα κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Δυστυχώς η σύγχρονη ξύλινη πορτούλα είναι κλειδωμένη κι έτσι δεν μπορούμε να έχουμε άποψη για το εσωτερικό.

 

 

Χαμηλότερα από το εκκλησάκι και δίπλα σ’ ένα υπεραιωνόβιο ελαιόδεντρο προβάλλουν από τη γη δυο λαξευτές σε λίθο στέρνες με την γνωστή θαυμάσια κατασκευαστική τεχνική.

Για να συμπληρώσουμε την περιήγησή μας στα ηπειρωτικά της χερσονήσου, δεν απομένει παρά το ορεινό τμήμα πάνω από την Αγ. Βαρβάρα, με τους υπάρχοντες οικισμούς. Θεωρούμε όμως απαραίτητο ένα διάλειμμα στο τελευταίο παράκτιο σημείο, τον οικισμό του Αγ. Νικολάου.

– Άλλωστε η ώρα είναι ιδανική για ένα ουζάκι δίπλα στη θάλασσα, λέει ο Σταύρος.

Ήρεμο και γραφικό το ταβερνάκι βρίσκεται μπροστά στην ακτή, που είναι κατάσπαρτη από ανώμαλους όγκους λάβας. Μπροστά μας στα βόρεια, στην πλησιέστερη απόσταση από τα Μέθανα το Αγκίστρι, με τον οικισμό του Λιμενάρια. Ανατολικότερα η Αίγινα με τους δικούς της οικισμούς και με το υψηλότερο βουνό της, το Όρος. Μπροστά στην Αίγινα ξεχωρίζει με το απόλυτα κυνικό της – από αυτή την οπτική γωνία – σχήμα η βραχονησίδα Μονής. Μέσα στη γαλήνη του απομεσήμερου ακούγεται από τη θάλασσα ο ρυθμικός ήχος πετρελαιομηχανής. Είναι ο «Άγιος Νεκτάριος» με τον καπετάν-Λεωνίδα. Μας αναγνωρίζει και μας χαιρετάει κουνώντας χαρούμενα το χέρι του.

Τις επόμενες ώρες περιπλανιόμαστε στους μικρούς ημιορεινούς οικισμούς των «Παλαιών Λουτρών» η Κάτω Μούσκας και του Μακρύλογγου ή Πάνω Μούσκας. Είναι γραφικότατοι οικισμοί με πολλά παραδοσιακά σπίτια και εξαίρετη θέα προς το Σαρωνικό και τα νησιά του. Δυστυχώς πολύ λίγοι είναι οι κάτοικοι που εξακολουθούν να παραμένουν.

Το οδικό δίκτυο συνεχίζεται και πάνω από τον Μακρύλογγο με χωματόδρομο που για ένα χιλιόμετρο είναι βατός, αργότερα όμως γίνεται εχθρικός για συμβατικά αυτοκίνητα. Είναι μια εξαίσια διαδρομή, που καθώς εξελίσσεται ανηφορικά πάνω από τον Μακρύλογγο, αποκαλύπτει υπέροχες εικόνες του Σαρωνικού αλλά και του κατάφυτου κρατήρα που με διάφορες καλλιέργειες αναπτύσσεται πάνω απ’ το χωριό.

Τρία χιλιόμετρα μετά συναντάμε τη διασταύρωση, που προς τα δεξιά μας οδηγεί προς την Καμμένη Χώρα ενώ αριστερά προς Μεγαλοχώρι και Μέθανα. Ολοκληρώνουμε έτσι και το τελευταίο τμήμα του ορεινού δικτύου των Μεθάνων, όχι όμως και των ποικίλων πεζοπορικών διαδρομών, που απαιτούν πολυήμερη προσπάθεια.

Μετά την ολοήμερη περιήγησή μας σε παραλίες και βουνά η Αρσινόη μοιάζει με γαλήνιο αραξοβόλι. Οι φίλοι μας μας υποδέχονται έτοιμοι να μοιραστούν μαζί μας ωραίες ανθρώπινες στιγμές στη γαλήνια νύχτα του Μάη.

Η Πεύκα θέτει στη διάθεσή μας τις γευστικές της δημιουργίες και ο Πάλλης την εξαιρετική του κάβα με 9 επιλεγμένα χύμα κρασιά και περίπου 25 εμφιαλωμένα μικρών οινοποιών, που αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο φάσμα ελληνικών και γαλλικών ποικιλιών από τα σημαντικότερα οινοπαραγωγικά διαμερίσματα της χώρας. Τι να πρωτοδοκιμάσεις και τι να πρωτοαπολαύσεις!

Την αποψινή όμως βραδιά ένα νέο μέλος έχει προστεθεί στη σύνθεση της συντροφιάς. Είναι ο Δημήτρης Βρανάς, φωτογράφος από την Αθήνα, που με το αστείρευτο κέφι, την αισιοδοξία και το χιούμορ του – αιχμηρό πολλές φορές – χαρίζει στην ομήγυρη άφθονο γέλιο, αυτό το τόσο πολύτιμο για την ψυχική υγεία μας αγαθό.

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΗ

ΜΕΡΑ ΣΤΑ ΜΕΘΑΝΑ

 

Την περίοδο αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη η διάνοιξη μιας νέας οδικής αρτηρίας, που η ολοκλήρωσή της θα εξυπηρετήσει πολύ τους επισκέπτες του δυτικού ιδιαίτερα τμήματος της Χερσονήσου των Μεθάνων, δηλαδή Μεγαλοχώρι, Μεγαλοποτάμι, Βαθύ και Καμμένη Χώρα. Η αρτηρία αυτή, της οποίας φορέας υλοποίησης είναι ο Δήμος Μεθάνων, θα συνδέσει τον ισθμό της Χερσονήσου απευθείας με την παραλία στο Βαθύ, κάτω ακριβώς από το Παλαιόκαστρο, χωρίς την αναγκαστική διέλευση από την πόλη των Μεθάνων. Η εξοικονόμηση απόστασης αλλά και χρόνου είναι προφανώς: τα 12 χλμ. που χωρίζουν σήμερα τον ισθμό από το Βαθύ – με αρκετές στροφές και διελεύσεις από οικισμούς – θα δώσουν τη θέση τους σ’ έναν φαρδύ και ταχύ παραθαλάσσιο δρόμο μήκους μόλις 4 χλμ!

Ξεκινάμε λοιπόν από το Παλαιόκαστρο για να γνωρίσουμε αυτή την οδική αρτηρία. Τα πρώτα 2,5 χλμ. είναι εξαιρετικά δύσβατα, απολύτως ακατάλληλα για συμβατικά αυτοκίνητα. Το τοπίο όμως είναι υπέροχο. Το χερσαίο τμήμα της διαδρομής είναι κατάφυτο, ενώ στο παραθαλάσσιο αναπτύσσονται κόλποι και όρμοι με νερά ρηχά και αμμουδιές ελκυστικές, τις πιο φιλικές και ωραιότερες της Χερσονήσου των Μεθάνων. Δυστυχώς οι ιχθυοπαραγωγικές μονάδες που έχουν εγκατασταθεί στους πιο απάνεμους και ιδανικούς κολπίσκους για κολύμπι, απαξιώνουν σε μεγάλο βαθμό αυτό το πλεονέκτημα.

Στα 2,2 χλμ. από το Παλαιόκαστρο, αθέατο πάνω από το δρόμο, βρίσκεται το «Σπήλαιο των Περιστεριών». Ανακαλύφθηκε το 1973 από τέσσερις Μεθανίτες και στη συνέχεια εξερευνήθηκε από την Άννα Πετροχείλου. Μας παίρνει περίπου ένα 5λεπτοκ για να καλύψουμε την κακοτράχαλη πρόσβαση από το δρόμο ως το σπήλαιο. Η είσοδός του όμως ανάμεσα στους μεγάλους πεσμένους ογκόλιθους είναι εντυπωσιακή. Η οροφή αποτελείται από συμπαγή ασβεστόλιθο και είναι μεγαλόπρεπη, με άνοιγμα που ξεπερνάει τα 40 μ., ενώ το ύψος της κυμαίνεται από 10-12 μέτρα. Εξίσου εντυπωσιακό είναι και το δάπεδό του σπηλαίου, που αποτελείται από λιμνούλα με διάφανο νερό. Το βάθος της κυμαίνεται γύρω στο 1,5  μ., ενώ το σχήμα της είναι τριγωνικό με βάση που ξεπερνάει τα 30 μ. Καθώς εισχωρεί στο εσωτερικό στενεύει και δημιουργεί τρεις θαλάμους, που η επίσκεψή τους απαιτεί βάρκα.

Στο πρώτο  αυτό τμήμα του σπηλαίου ο σταλακτιτικός διάκοσμος είναι φτωχός και αποτελείται κυρίως από στενούς και μικρού μεγέθους παραπετασματοειδείς σταλακτίτες. Ο μοναδικός ήχος που ακούγεται είναι οι σταγόνες που πέφτουν από ψηλά στους βράχους και στα νερά της λίμνης.

Ξαναβγαίνουμε στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού και μετά από 300 μ. συναντάμε το ασφάλτινο τμήμα του δικτύου. Ακολουθεί η εκκλησία της Θεοτόκου, που εκτός από το καμπαναριό της, είναι με τόσο παχύ στρώμα σοβαντισμένη, ώστε είναι αδύνατον να μαντέψουμε την τοιχοποιία της. 200 μ. πριν φτάσουμε στο στενό του ισθμού και στην κεντρική αρτηρία των Μεθάνων, ο Σταύρος μας ζητάει να σταματήσουμε. Ένα ταπεινό μονοπάτι ανηφορίζει ελαφρά έξω από το δρόμο προς τα νότια, περνάει μπροστά από το εξωκκλήσι του Αγ. Αντωνίου και μας φέρνει απέναντι σε υπολείμματα αρχαίας οχύρωσης. Γράφει σχετικά ο Α. Μηλιαράκης (3):

«Ο ισθμός ο συνδέων τα Μέθανα μετά της ηπείρου της Τροιζηνίας έχει πλάτος 300 περίπου μέτρων και μήκος ενός χιλιομέτρου. Υπάρχουσι δ’ επ’ αυτού δύο φρούρια αρχαία και ίχνη τείχους του ισθμού, ίσως των χρόνων του Πελοποννησιακού πολέμου, καθ’ α μαρτυρεί και Θουκυδίδης».

Συνεχίζουμε το άριστα σηματοδοτημένο μονοπάτι και σ’ ένα λεπτό φτάνουμε σε σημείο του στενού με πανοραμική θέα και προς τις δύο θάλασσες, στα ανατολικά και δυτικά.

Ανάμεσα από σχοίνους, πουρνάρια και κυπαρίσσια, το ανηφορικό και πετρώδες μονοπάτι μας οδηγεί σε μερικά λεπτά στην κορυφή ενός λόφου, στο αρχαίο κάστρο που έχτισε ο στρατηγός Νικίας των Αθηναίων, για να επιβλέπει τις κινήσεις των Σπαρτιατών στην περιοχή. Μερικές δεκάδες μέτρα ανατολικότερα σώζεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση το μικρό κάστρο που έχτισε ο Φαβιέρος στα χρόνια του Ιμπραήμ και οργάνωσε το πρώτο τακτικό Σώμα Στρατού στην Ελλάδα. Αυτός είναι και ο λόγος, που ο αντικρινός οικισμός στα Ν-ΝΔ ονομάστηκε «Τακτικούπολη».

Από το υψόμετρο των 130 μ. καταλήγουμε με χαλαρό ρυθμό στην άσφαλτο περίπου σ’ ένα 10λεπτο.

-Για τις τελευταίες σας εικόνες έχω κανονίσει έναν μικρό περίπλου στις συναρπαστικότερες ακτές της χερσονήσου, ανακοινώνει λίγο αργότερα ο Δημήτρης Πάλλης.

Νωρίτερα το απόγευμα σαλπάρουμε από το λιμάνι στο Βαθύ με το καϊκάκι «Άγιος Σπυρίδωνας»  του Κώστα Κοντογιάννη.

Προορισμός μας οι άγριες και αλιμένες δυτικές και βορειοδυτικές ακτές. Κατευθυνόμαστε αρχικά προς το περίφημο ακρωτήρι της Κρασοπαναγιάς. Μέρες τώρα το αντικρύζουμε από μακρυά με το ταπεινό ομώνυμο εξωκκλήσι. Το καϊκάκι σκίζει με χαμηλή ταχύτητα τα ήρεμα νερά, μας επιτρέπει να αποθαυμάζουμε και να φωτογραφίζουμε την πολύπλοκη ακτογραμμή με τους ορμίσκους και τους κόλπους, τις χαραδρώσεις και τα φαράγγια που φτάνουν ως τη θάλασσα, τα πευκοδάση και τους γκρεμούς. Σ’ ένα σημείο στα ενδιάμεσα της απόστασης εμφανίζεται απέναντί μας μια εικόνα εκπληκτική. Στους λευκόγκριζους ασβεστόλιθους της ακτής παρεμβάλλεται βίαια μια ολόκληρη πλαγιά καλυμμένη από τους σκουρόχρωμους όγκους της λάβας.

Παρακάμπτουμε σύρριζα τον κάβο με το εξωκκλήσι και συνεχίζουμε βορειότερα. Καινούργια ακτογραμμή, καινούργιες εικόνες. Κατακόρυφοι γκρεμοί, θαλερό πευκοδάσος, ακτές με όγκους λάβας, μετά από λίγο ήπιες πλαγιές κατάφυτες με συκιές, ύστερα νέοι γκρεμοί, σπηλιές και πευκοδάση και στο τέλος ο περίφημος «Μαύρος Κάβος», μια τεράστια πλαγιά που η επιφάνειά της, εχθρική και αφιλόξενη, αποτελείται αποκλειστικά από λάβα.

Πάνω ψηλά, σαν σκοτεινή «Ακρόπολη» της περιοχής, το γνωστό μας ηφαίστειο της Καμένης Χώρας.

Φωτογραφίζουμε συνεχώς. Κάποια στιγμή διαπιστώνουμε με έκπληξη και τρόμο, ότι στις θήκες της φωτογραφικής μας τσάντας δεν υπάρχουν άλλα φιλμς. Και τότε ο Βρανάς με μια κίνηση αλληλεγγύης και συναδελφικότητας που θα μας μείνει αξέχαστη, ανοίγει τη δική του τσάντα και θέτει στη διάθεσή μας το τελευταίο του φιλμ.

-Εγώ είμαι πιο κοντά, θα ξανάρθω. Εσείς το χρειάζεστε περισσότερο. Άλλωστε είναι μια καλή ευκαιρία να γλυτώσω απ’ αυτό το βραχνά, να θέλω να φωτογραφίσω τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια.

Λέγοντας τα λόγια αυτά, τραβάει βιαστικά τις δύο τελευταίες του στάσεις, βάζει τη μηχανή στην τσάντα, φοράει τα γυαλιά του και ξαπλώνει ανάσκελα στην πρύμνη, πλάι στον καπετάνιο.

Καθώς χαμηλώνει ο ήλιος, πηδάμε απαλά στο μικρό τσιμεντάκι του κάβου και ανηφορίζουμε τα λίγα σκαλοπάτια ως το ξωκκλήσι. Ανοίγουμε την πόρτα κι ανάβουμε ένα κερί. Από το ανοιχτό παραθυράκι αγναντεύουμε τη θάλασσα.

Λιτό και απέρριτο το εσωτερικό, δεν μας εντυπωσιάζει με την περίτεχνη αρχιτεκτονική του αλλά με την ταπεινότητα, τις μικροσκοπικές διαστάσεις και τη θέση του, μια ιερή προέκταση του κάβου της Φρασοπαναγιάς…

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Ένα βράδυ, αρκετά αργά για τα δεδομένα του Μεγαλοχωρίου, ο Δημήτρης Πάλλης προτείνει να κεράσει ένα κρασάκι στο καφενείο του μπάρμα-Γιώργη. Την ώρα εκείνη το μαγαζί είναι άδειο από πελάτες. Ο μπάρμπα-Γιώργης και η κυρά-Μαρία έχουν βάλει μπροστά τους από ένα ποτηράκι κρασί από το βαρέλι κι ετοιμάζονται να φάνε τα ψαράκια τους. Αμέσως αισθανόμαστε άβολα. Ο Δημήτρης ζητάει συγνώμη κι ετοιμαζόμαστε να φύγουμε.

Ο μπάρμπα-Γιώργης όμως έχει άλλη άποψη.

– Μια και ήρθατε παιδιά, θα το πιείτε το κρασάκι σας. Κι αν δεν υπάρχει έτοιμος μεζές, κάτι θα βρούμε, λέει και κοιτάει με σημασία τη γυναίκα του.

Παίρνει εκείνη ένα καινούργιο πιάτο, βάζει μέσα τα ολόφρεσκα σποράκια που προορίζονταν  γι΄ αυτούς και μας τα φέρνει. Όλες μας οι διαμαρτυρίες πέφτουν στο  κενό.

– Μην ανησυχείτε, εμείς θα βολευτούμε με ντομάτα και τυράκι. Στην ηλικία μας καλά είναι για το βράδυ…

Δεν θα συνιστούσα τα Μέθανα σ΄ αυτούς που προσδοκούν να βρουν στη διακοπές τους αμμουδιές εξωτικές, κοσμοπολίτικη ζωή και πολυτέλεια, ονόματα «επωνύμων» λαμπερά. Σε τούτη την περιοχή αυτά σπανίζουν. Θα προέτρεπα όμως να επισκεφθεί τα Μέθανα κάθε πραγματικός ταξιδευτής, φυσιολάτρης, πεζοπόρος, ανιχνευτής ωραίων ανθρώπινων στιγμών. Γιατί τα Μέθανα διατηρούν ακόμη σε μεγάλο βαθμό, αυτά που άλλοι τόποι έχουν χάσει από χρόνια: ανθρωπιά και αυθεντικότητα.

 

back-button
next-button
methana methana_1 methana_2 methana_3 methana_4 methana_5 methana_6 methana_7 methana_8 methana_9 methana_10-scaled methana_11 methana_12 methana_13 methana_14 methana_15-scaled methana_16-scaled methana_17 methana_18
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories