home Άρθρα Γραβιά Φωκίδας, ένας τόπος ιστορικός
Γραβιά Φωκίδας, ένας τόπος ιστορικός

Άρκεσε μόλις μια μέρα. Ήταν η 8η Μαΐου 1821. Τη μέρα εκείνη η Γραβιά έπαψε να είναι ένα άσημο χωριό. Το ταπεινό της Χάνι, χτισμένο με πλιθιές, μεταμορφώθηκε σε Κάστρο, έγινε σύμβολο ανδρείας και αυταπάρνησης στους αιώνες. Το όνομα και μόνον της Γραβιάς μας γεμίζει με περηφάνεια. Παράλληλα όμως και με την επιθυμία να γνωρίσουμε τους ανθρώπους και τον τόπο.
Ας δούμε λοιπόν, εκτός από το θρυλικό της Χάνι, τι άλλο έχει να μας δώσει η Γραβιά.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Γραβιά Φωκίδας, ένας τόπος ιστορικός
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Φωκίδα

ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 

Άρκεσε μόλις μια μέρα. Ήταν η 8η Μαΐου 1821. Τη μέρα εκείνη η Γραβιά έπαψε να είναι ένα άσημο χωριό. Το ταπεινό της Χάνι, χτισμένο με πλιθιές, μεταμορφώθηκε σε Κάστρο, πέρασε στη σφαίρα του θρύλου. Έγινε σύμβολο ανδρείας και αυταπάρνησης στους αιώνες. Το όνομα και μόνον της Γραβιάς μας γεμίζει με μεγάλη υπερηφάνεια. Παράλληλα όμως και με την επιθυμία να γνωρίσουμε τους ανθρώπους και τον τόπο.

Έναν τόπο, που ως τώρα διασχίζαμε πάντα βιαστικοί, πάντα προσανατολισμένοι σε άλλους προορισμούς. Ας δούμε λοιπόν,, εκτός από την εποποιία της μάχης στο θρυλικό της Χάνι, τι άλλο έχει να μας δώσει η Γραβιά.

 

ΠΡΩΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΗ ΓΡΑΒΙΑ

 

Μερικά χιλιόμετρα μετά τη Λαμία ανηφορίζουμε δεξιά. Αφήνουμε πίσω μας την ταχύτητα και ασφάλεια της Εθνικής Οδού. Δεν μας λυπεί καθόλου. Γιατί παράλληλα γλιτώνουμε από την βαρετή και νυσταλέα οδήγηση στον κάμπο, τις αλλεπάλληλες εκνευριστικές στάσεις των διοδίων. Καλλίδρομο λοιπόν, υψόμετρο και ανοιχτές στροφές, πυκνά δάση και αέρας βουνού, το καθιερωμένο μας καφεδάκι στο φτηνό πρατήριο της ΕΚΟ. Μετά από λίγο κατηφορίζουμε για Γραβιά. Την συναντάμε σοτυς βόρειους πρόποδες του Δυτικού Παρνασσού, στην άκρη ενός εκτεταμένου οροπεδίου με μέσο υψόμετρο 400 περίπου μέτρων. Ολόγυρα ορθώνονται οι οροσειρές του Καλλίδρομου, του Παρνασσού, της Οίτης και της Γκιώνας. Στις κατάφυτες πλαγιές τους διακρίνονται κάποια από τα χωριουδάκια της Γραβιάς.

Η μικρή κωμόπολη εξακολουθεί να κινεί το ενδιαφέρον μας, να μας προσελκύει για μια περιπλάνηση σε δρόμους και στενά. Ο γραφικός της χαρακτήρας οφείλεται κυρίως στα πετρόχτιστα σπίτια του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Σώζονται ακόμη αρκετά και μάλιστα σε καλή κατάσταση διατήρησης. Κάποια, όπως το κτίριο που στεγάζει το Δημαρχείο, είναι εντυπωσιακών διαστάσεων. Με την εξαίρετη τοιχοποιία και την παραδοσιακή τους αρχιτεκτονική κοσμούν τους δρόμους και τους χαρίζουν έναν αέρα αρχοντιάς. Επιπλέον μας θυμίζουν, πώς ήταν κάποτε η Γραβιά, πριν από την επέλαση του τσιμέντου και των σύγχρονων ακαλαίσθητων κατασκευαστικών εφαρμογών.

Το μεγαλύτερο τμήμα του οικισμού είναι επίπεδο, με καλή ρυμοτομία, φιλικούς άνετους δρόμους και σπίτια χαμηλά που επιτρέπουν να περνάει ανεμπόδιστα το φως. Οι αυλές είναι περιποιημένες, με πολλά λουλούδια και περιβολάκια με λαχανόκηπους. Δεν λείπουν τα οπωροφόρα δέντρα και οι κληματαριές, που οπωσδήποτε συμβάλλουν στην ωραία εικόνα της Γραβιάς. Ακόμη γραφικότερο είναι το νότιο τμήμα του οικισμού, που είναι αμφιθεατρικά χτισμένο στις ομαλές βόρειες απολήξεις του Δ. Παρνασσού.

Στον κεντρικό δρόμο που διασχίζει τη Γραβιά βρίσκονται οι ταβερνούλες, τα καφέ και τα περισσότερα μαγαζιά.

Πριν από δυο μόλις χρόνια αυτός ο δρόμος ήταν μονίμως συνωστισμένος και δεν ησύχαζε καμία ώρα της ημέρας ή της νύχτας. Τούτο οφείλετο στη θέση της Γραβιάς και στα αμέτρητα αυτοκίνητα που κινούντο πάνω στον ζωτικό οδικό άξονα που συνδέει την Λαμία με την Άμφισσα και κατ’ επέκταση την Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα με την Δυτική Στερεά, τα παράλια του Ιονίου και την Πάτρα. Με την διάνοιξη της περιφερειακής οδού που παρακάμπτει τη Γραβιά απαλλάχτηκαν οι κάτοικοι μια για πάντα από την σοβαρότατη επιβάρυνση των καυσαερίων και του τρομερού θορύβου, ιδιαίτερα των μεγάλων φορτηγών.

Κοντά στην έξοδο του οικισμού προς Άμφισσα, χτισμένο με έξοχη ρεαλιστικότητα, δεσπόζει εδώ και μια περίπου δεκαετία το σύμβολο του τόπου, το θρυλικό Χάνι της Γραβιάς. Η επίσκεψη εδώ είναι μια εμπειρία μοναδική, αφού μας μεταφέρει πίσω στο χρόνο αναβιώνοντας την εικονική αναπαράσταση της ιστορικής μάχης μέσω των πολυμέσων και των νέων τεχνολογιών.

 

ΒΑΡΓΙΑΝΗ, Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΥΨΟΜΕΤΡΟΥ

 

Από τη Γραβιά κατευθυνόμαστε για την Άμφισσα. Είναι μια ωραία διαδρομή με ανηφόρες και στροφές. Καλής ποιότητας και φαρδύς ο ασφαλτόδρομος ελίσσεται κατά μήκος της κοιλάδας που σχηματίζεται ανάμεσα στις ανατολικές απολήξεις της Γκιώνας και τις δυτικές του Δ. Παρνασσού. Στην κοίτη της κοιλάδας κυριαρχεί το ζωηρό πράσινο χρώμα των πλατανιών, που υποδηλώνει την ύπαρξη νερού. Πάνω από την στενή ανοιχτόχρωμη γραμμή των πλατανιών αρχίζει το βαθυπράσινο των έλατων. Η παρουσία τους είναι καθολική στις πλαγιές του Παρνασσού. Δεν μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο και για τις πλαγιές της Γκιώνας, αφού οι εκτεταμένες επιφανειακές εξορύξεις βυξίτη στα πρανή έχουν διασπάσει σε πολλά σημεία τη συνοχή του εδάφους. Παρά τις προσπάθειες αναδάσωσης η αποκατάσταση του τοπίου είναι μόνον μερική. Η επαναφορά στην αρχική του μορφή είναι αντικειμενικά αδύνατη, ιδιαίτερα στα σημεία εκείνα, όπου μετά την απόληψη του βωξίτη, έχει απομείνει σκέτος βράχος.

5 χιλιόμετρα μετά τη Γραβιά περνάμε με γεφυράκι πάνω από το «Στενό Ρέμα» και ανηφορίζουμε τις πλαγιές του Παρνασσού. Μια πινακίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου μας ενημερώνει, ότι κατευθυνόμαστε προς τον «Αξιόλογο οικισμό της Βάργιανης». Ομολογώ, ότι είναι η πρώτη φορά που συναντώ σε πινακίδα τέτοιο πρωτότυπο προσδιορισμό κάποιου τόπου. Οι άνθρωποι δεν έχουν βέβαια άδικο, αφού ο τόπος τους είναι πράγματι αξιόλογος. Το είχαμε ήδη διαπιστώσει μια περίπου δεκαετία πριν. Τότε για πρώτη φορά ανηφορίσαμε τις αλλεπάλληλες στροφές με φίλους από την Ιτέα, που ήθελαν να μας προσφέρουν ένα γεύμα στα ορεινά. Δυστυχώς, τη συγκεκριμένη εκείνη μέρα, η ταβερνούλα του Κατινιώτη ήταν κλειστή.

4 ανηφορικά χιλιόμετρα με στροφές. Στην είσοδο του χωριού μας υποδέχεται μια πηγή με θαυμάσιο νερό, χτισμένη με λίθους λαξευτούς. Πολύ γρήγορα φτάνουμε στην κεντρική πλατεία, μικρή, γραφική και λιθόστρωτη. Στο βόρειο τμήμα δεσπόζει η πετρόχτιστη εκκλησούλα της Αγίας Παρασκευής. Ενσωματωμένο στην εκκλησία και χτισμένο με πελεκητή πέτρα είναι το καμπαναριό με το ρολόι του. Δίπλα στην εκκλησούλα σώζεται ακόμη ένα παλιό σπίτι με πολύ καλή τοιχοποιία. Εξίσου όμορφα είναι και τα υπόλοιπα κτίσματα που περιβάλλουν την πλατεία: το Κοινοτικό Γραφείο, μερικά σπίτια, οι δυο ταβέρνες. Όλα τα οικήματα είναι χαμηλά, πετρόχτιστα και με διακριτικό ύψος που δεν αλλοιώνει τον γραφικό χαρακτήρα της πλατείας. Ο γνώριμος γεροπλάτανος όμως απουσιάζει. Αντ’ αυτού ορθώνουν το νεαρό τους παράστημα μερικά πλατάνια, που θα χρειαστούν αρκετά χρόνια για να καλύψουν με τη σκιά τους τον χώρο της πλατείας. Ακούγεται ένα συνεχές κελάρυσμα νερού. Προέρχεται από μια πέτρινη πηγή στο δυτικό τμήμα της πλατείας, χτισμένη το 1993 από τον Πολιτιστικό Σύλλογο των απανταχού Βαργιαννιτών. Η πηγή πλαισιώνεται από ένα μακρύ πεζούλι με εξαίρετη τοιχοποιία και διαδοχικά τοξάκια, που προσδίδουν στο συνολικό κτίσμα κομψότητα και χάρη.

Στο υψόμετρο των 900 μέτρων ο αέρας είναι δροσερός και αμόλυντος. Κανένας θόρυβος δεν ταράζει την ηρεμία του τόπου. Οι συνθήκες είναι ιδανικές για λίγη χαλάρωση, για ένα καφεδάκι. Η ταβέρνα του «Ζέρβα» είναι ανοιχτή. Καθόμαστε σ’ ένα υπαίθριο τραπεζάκι. Στα περβάζια των παραθύρων γλάστρες με περιποιημένα λουλούδια. Στο εσωτερικό πέτρα, ξύλο, τζάκι και ωραία διακόσμηση. Η αντικρινή ταβέρνα έχει πάψει να λειτουργεί. Κάποτε είχε ζωηρή κίνηση η πλατεία του χωριού, με διάφορα μαγαζιά. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 άρχισε να φεύγει από τη Βάργιανη ο κόσμος. Για μια περίοδο 10 περίπου χρόνων είχε απομείνει μόνον η οικογένεια Κατινιώτη. Μετά άρχισε σταδιακά η επάνοδος, η ανακάλυψη του χωριού από τους ξένους και κυρίως από τους Αθηναίους. Η προνομιακή τοποθεσία της Βάργιανης προσείλωσε το ενδιαφέρον πολλών, που έχτισαν και εξακολουθούν να χτίζουν πέτρινα και – κατά κανόνα – ευπαρουσίαστα σπίτια σε διάφορα σημεία, μέσα και έξω απ’ το χωριό.

Σ’ έναν τέτοιο ωραίο τόπο η διανυκτέρευση είναι πολύ επιθυμητή. Κάποτε ήταν αδύνατη, σήμερα όμως υπάρχει ο ξενώνας «ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ» του Στάθη Κολλύρη. Ο οικοδεσπότης μας μας οδηγεί στο παραδοσιακό πέτρινο κατάλυμα, 100 μόλις μέτρα από την πλατεία αλλά στην βόρεια άκρη του χωριού. Το διαμέρισμά μας διαθέτει τα πάντα: τζάκι, ωραία επίπλωση, τηλεόραση και κεντρική θέρμανση, πολύ καλής ποιότητας στρώματα και κουζίνα με πληρέστατο εξοπλισμό. Από το μπαλκόνι αγναντεύουμε έναν ευρύτατο ορίζοντα, που εκτείνεται σ’ ένα τμήμα του κάμπου της Γραβιάς, στις κορυφές της Οίτης και στις κοντινές κορυφές της Γκιώνας. Δεν μπορούμε βέβαια να αποφύγουμε κάποια γυμνά σημεία στις πλαγιές της Γιώνας, που οφείλονται στις εξορύξεις του βωξίτη. Κατά τα άλλα ο ξενώνας του Στάθη είναι ένα πραγματικό ησυχαστήριο. Η πέτρινη βρύση, το κηπάκι με το γρασίδι και τα περιποιημένα λουλούδια φανερώνουν την καλαισθησία και το μεράκι του ιδιοκτήτη. Ξεκινάμε με τον Στάθη να γνωρίσουμε κάποιες από τις εξοχές της περιοχής. Με νότια κατεύθυνση συναντάμε αρχικά, μόλις 100 μέτρα απ’ την πλατεία, το λουλουδιασμένο μπαλκόνι της ταβέρνας του Κατινιώτη, που από χρόνια είναι διάσημη για την κουζίνα της και για τα ντόπια κρεατικά. Μερικά μέτρα δίπλα απ’ την ταβέρνα, κάτω από αιωνόβια πλατάνια, κελαρίζει βουνίσιο, ασίγαστο νερό. Είναι οι περίφημες πηγές «Μπουρμπούλα», που αποτελούνται από δυο γειτονικά συγκροτήματα. Το πρώτο έχει δυο στόμια με λαξευτές πέτρινες γούρνες, ενώ το δεύτερο πέντε στόμια! Ακόμα και σ’ αυτή την άνυδρη περίοδο όλα σχεδόν έχουν ικανοποιητική ροή εξαίρετου, παγωμένου νερού. Είναι αληθινή ευτυχία, ιδιαίτερα στους σημερινούς δύσκολους καιρούς, που όλο και περισσότερο σπανίζουν οι πηγές, να συναντάμε και να πίνουμε ένα τέτοιο φυσικό νερό.

Βγαίνουμε από το χωριό και μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά συναντάμε διακλάδωση και ανηφορίζουμε αριστερά. Ο δρόμος δεν είναι άσχημος, καλό είναι όμως να έχουμε 4Χ4. Πολύ γρήγορα συναντάμε το πέτρινο εκκλησάκι του Αγ. Αθανασίου και δεξαμενή νερού. Μετά από λίγο διακλαδίζεται ο δρόμος. Η αριστερή διακλάδωση τερματίζει σε απόσταση 1,5 περίπου χιλιομέτρου από την πλατεία του χωριού. Εδώ, σε υψόμετρο 1000 μέτρων, συναντάμε «του Τρούπ τη βρύση», με την ποτίστρα της και ικανοποιητική ροή πραγματικά παγωμένου νερού.

– Δεν είναι μόνον παγωμένο, είναι και πολύ χωνευτικό, λέει ο Στάθης.

– Ναι, την έχω συναντήσει αυτή την ιδιότητα και σε πολλούς άλλους τόπους στην Ελλάδα, του λέω γελώνας. Τρως ένα αρνί, πίνεις απ’ το θαυματουργό νερό και σε λίγη ώρα ξαναπεινάς.

– Έτσι ακριβώς συμβαίνει με τούτο το νερό, μου λέει ο Στάθης με κάθε σοβαρότητα.

Ένα μικρό κοπάδι κατοικιών πλησιάζει διστακτικά. Ίσως παράφαγαν και θέλουν να χωνέψουν. Αποχωρούμε διακριτικά και παίρνουμε την άλλη διακλάδωση, που μετά από ένα χιλιόμετρο περίπου τερματίζει στον λοφίσκο του Αη-Λιά. Πανέμορφο πλάτωμα με μερικά έλατα, πουρνάρια και κέδρα, υψόμετρο 1060 μέτρων και εκπληκτική θέα σ’ όλο τον κάμπο της Γραβιάς και στα γύρω βουνά. Σ’ ένα σημείο του ξέφωτου είναι ευδιάκριτα τα υπολλείμματα του ερειπωμένου εξωκκλησιού. 30 μέτρα πιο κάτω ξεκινάει ένα μονοπάτι σηματοδοτημένο με κόκκινη μπογιά. Το μονοπάτι τραβερσάρει την αντικρινή ελατοσκέπαστη πλαγιά της Πανάσαρης και  καταλήγει πάνω από την βυζαντινή μονή του 15ου αιώνα της Παντάνασσας ή Πανάσαρης. Ο λόφος του Αη-Λια απέχει μόλις 2,4 χλμ. από την πλατεία του χωριού.

Επιστρέφουμε από τον Αη-Λια στην πρώτη διασταύρωση που είχαμε συναντήσει 500 μέτρα έξω απ’ το χωριό. Συνεχίζουμε τον δασικό δρόμο με νότια κατεύθυνση μέσα σε πυκνό ελατοδάσος. Ρυάκια με νερό, λιγοστό αυτή την εποχή. Πλατάνια και κυκλάμινα. Θέση Κεφαλόβρυσο. Πάνω απ’ τα κεφάλια μας ορθοπλαγιές με κλίσεις τρομερές, προσιτές μόνον σε εκπαιδευμένους αναρριχητές. Ψηλότερα ορθώνονται διαδοχικές απόκρημνες κορυφές με τοπωνύμια όπως «Γαϊδουροσπηλιά», «Καράμπαμπας», «Κόκκινο Ζωνάρι» και τελευταία η «Φασουλόρραχη». Κάπου εκεί ανάμεσα, αθέατη και δυσπρόσιτη, φωλιάζει στα έγκατα του βουνού η ¨Νεραϊδοσπηλιά», με τους σταλαγμίτες και σταλακτίτες της. Είν’ ένα συνολικό τοπίο ιδιαίτερης αγριότητας και αλεπάλληλης ομορφιάς.

Αργά το βράδυ ηρεμούμε στο απλόχωρο μπαλκόνι του δωματίου μας. Το σκοτάδι της νύχτας διακόπτεται χαμηλά από τις φωτινές δέσμες των οχημάτων που κινούνται στον δρόμο Άμφισσας-Γραβιάς. Πού και πού εμφανίζεται κάποιο μεγάλο φορτηγό. Παρά την απόσταση ο βαρύς του ήχος φτάνει υπόκωφος ως τ’ αυτιά μας. Είναι ο μοναδικός θόρυβος που σπάει για λίγο την καθολική ησυχία της νύχτας. Μιας νύχτας που πέφτει γύρω μας ψυχρή και, σε συνδυασμό με το υψόμετρο, μας υποχρεώνει να φορέσουμε ρούχα ζεστά. Και είναι ακόμη μέσα Σεπτέμβρη…

 

ΟΡΕΙΝΗ ΔΙΑΣΧΙΣΗ

ΩΣ ΤΗ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΣΑΡΗΣ

 

Ο πρωινός ήλιος αργεί να ρίξει τις ακτίνες του στη Βάργιανη. Ο δυτικός προσανατολισμός και η ψηλή ράχη, ανατολικά πάνω απ’ το χωριό, κρατούν για κάποιες ώρες τον τόπο στη σκιά. Τη στιγμή που φωτίζει ο ήλιος την πλατεία, μπαίνουμε στο θηριώδες αγροτικό του Στάθη για μια μεγάλη ορεινή διάσχιση, αρχικά νότια της Βάργιανης, στη συνέχεια ανατολικά πίσω απ’ τα βουνά και στο τέλος βόρεια με κατάληξη στη Μονή Πανάσαρης, πάνω απ’ τη Γραβιά.

Ξεκινάμε τον κατηφορικό χωματόδρομο ακριβώς κάτω από την ταβέρνα του Κατινιώτη. Περιβόλια, μηλιές και καρυδιές φορτωμένες με καρπό. 800 μέτρα πιο κάτω συναντάμε στο πλάι του δρόμου την βρύση του Παπαγιάννη, χτισμένη το 1935 με πελεκητή πέτρα και λίθινη λαξευτή γούρνα. Σημαντική είναι η ξύλινη ποτίστρα από μονοκόμματο λαξευτό κορμό έλατου, που ξεπερνάει τα 5 μέτρα. Συνεχίζουμε σε θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον, κατάφυτο από οπωροφόρα δέντρα, έλατα και πλατάνια. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά, στην πρώτη διακλάδωση ανηφορίζουμε αριστερά σε απότομη στροφή και στη συνέχεια, σε νέα διακλάδωση, στρίβουμε δεξιά. Γενικά το δίκτυο των δρόμων είναι λίγο περίπλοκο. Χωρίς κατατοπιστικές πινακίδες ή κάποιον ντόπιο κινδυνεύει κάποιος να ταλαιπωρηθεί.

Αρχίζουν να κυριαρχούν αποκλειστικά τα έλατα. Ο δρόμος περνάει κάτω από τον μεγάλο χαρακτηριστικό βράχο «Κόκκινο Ζωνάρι», σε απόσταση 5 περίπου χιλιομέτρων απ’ το χωριό. Βρισκόμαστε ήδη σε υψόμετρο 960 μέτρων. Αμέσως μετά φτάνουμε στο ειδυλλιακό υψίπεδο της Καρυάς. Από εδώ και μετά αρχίζει η εδαφική επικράτεια του Δήμου Άμφισσας. Η θέα έχει αλλάξει εντελώς. Στα ΒΔ, πίσω από την Γκιώνα, εμφανίζεται ένα τμήμα των Βαρδουσίων, ενώ στο βάθος του νότιου ορίζοντα ατενίζουμε Κορινθιακό και Πελοπόννησο. Λίγο αργότερα συναντάμε μια διακλάδωση που κατηφορίζει δεξιά για Δροσοχώρι. Βρισκόμαστε ήδη 14 περίπου χλμ. μακρυά από τη Βάργιανη. Πανέμορφα τοπία εναλλάσσονται διαρκώς με πρωταγωνιστές τα έλατα. Χαμηλά στα νότια διακρίνουμε αχνά το Γαλαξείδι. Λίγη ώρα πριν αγναντεύαμε μόνον βουνίσιους ορίζοντες, τώρα ατενίζουμε και θάλασσα. Διαγράφονται πολύ ρεαλιστικά οι χωματόδρομοι που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στα παράλια του Κορινθιακού. Εμείς ωστόσο συνεχίζουμε και πολύ γρήγορα φτάνουμε σ’ έναν αυχένα με το εξωκκλήσι του Κοσμά του Αιτωλού, σε υψόμετρο 1350 μέτρων.

Βρισκόμαστε ήδη σε κομβικό σημείο της διαδρομής. Επιλέγουμε προσεκτικά την πορεία μας ακολουθώντας έναν καλό δασικό δρόμο με κατεύθυνση ΝΔ. (Μερικά χιλιόμετρα μετά ο δασικός αυτός δρόμος καταλήγει στην άσφαλτο πριν από την Αγόριανη). Σε απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων από το εξωκκλήσι αλλάζουμε εξ’ ολόκληρου προσανατολισμό και στρίβουμε σε μια αριστερή διακλάδωση προς τα βόρεια. Ειδυλλιακό τοπίο, υπέροχη διαδρομή. Ο καλός χωματόδρομος διασχίζει μια πανέμορφη κοιλάδα με κέδρα, έλατα και φτέρες, χρωματισμένες ήδη από τα ζεστά χρώματα του φθινοπώρου, κίτρινο και καφέ. Ένα ρυάκι ρέει ήσυχα, παράλληλα με το δρόμο. Να και μερικές ήρεμες αγελάδες στο λιβάδι.

Κινούμαστε τώρα ανάμεσα στις ελατοσκέπαστες πλαγιές δυο εντυπωσιακών βουνών, της Ψηλής Ράχης ανατολικά και του Γερολέκα δυτικά, στην θέση Αγροστήλια. Λίγο αργότερα στενεύει η κοιλάδα, γίνεται θεαματικό φαράγγι με κυρίαρχο θέαμα τις βραχώδεις ορθοπλαγιές της Ψηλής Ράχης και τα έλατα που είναι σκαρφαλωμένα στου σ κάθετους γκρεμούς. Κατηφορίζουμε συνεχώς. Συναντάμε την βρύση «Πουρνάρι» και στην διακλάδωση στρίβουμε δεξιά. Αλλεπάλληλες στροφές. Ανάμεσα από τα κλαδιά των ελάτων εμφανίζεται ο κάμπος της Γραβιάς. Εκκλησάκια του Αγ. Γεωργίου και του Προφήτη Ηλιά, το ελατοδάσος τελειώνει οριστικά. Βαλανιδιές, πουρνάρια και χαμηλή βλάστηση, άγριο φαράγγι και υψόμετρο 700 μέτρων. Λίγο χαμηλότερα ο οικισμός της Μαριολάτας.

Μέσα σε μεγάλες βαλανιδιές εμφανίζεται ξαφνικά ο πετρόχτιστος περίβολος της βυζαντινής Μονής της Παντάνασσας του 15ου αιώνα. Δυο δίδυμοι τρούλοι, χτισμένοι με την χαρακτηριστική βυζαντινή τοιχοποιία, προβάλλουν πάνω στη στέγη του Καθολικού. Θαυμάσια είναι και η τοιχοποιία του Καθολικού και πανέμορφη μπροστά στην είσοδο μια τεράστια φουντωτή δάφνη.

Ο πρόναος και ο κυρίως ναός είναι μικρών διαστάσεων. Οι τοίχοι τους είναι κατάγραφοι με αυστηρές μορφές αγίων και πλήθος παραστάσεων που δυστυχώς, με την πάροδο του χρόνου, έχουν χάσει μεγάλο μέρος από τη λαμπρότητα των χρωμάτων. Πολλές τοιχογραφίες είναι φθαρμένες ενώ άλλες φέρουν ίχνη φωτιάς. Εξακολουθούν, ωστόσο, να είναι πολύ υποβλητικές. Ωραίο είναι και το δάπεδο, λιθόστρωτο και παμπάλαιο.

Το φως στον ναΐσκο είναι λιγοστό. Εισχωρεί από στενόμακρα ανοίγματα που μοιάζουν με πολεμίστρες. Δυο στους τοίχους πριν από το Ιερό και από τέσσερα μικρότερα στους τρούλους. Η είσοδος του ναού φέρει μεγάλα λαξευτά αγκωνάρια, ενώ έξω από τον περίβολο υπάρχει πηγή νερού. Κατηφορίζουμε τα τελευταία λίγα χιλιόμετρα που απομένουν ως τη Γραβιά. Όταν φτάνουμε στη Βάργιανη έχουμε συμπληρώσει μια ορεινή κυκλική διαδρομή 45 περίπου χιλιομέτρων, με τοπία τόσο συναρπαστικά και ποικίλα, που αξίζουν και το τελευταίο λεπτό της πολύωρης περιπλάνησης.

 

ΟΡΕΙΝΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ «ΔΡΥΟΠΗ» ΣΤΟ ΟΙΝΟΧΩΡΙ

 

Μετά τις εντυπωσιακές εικόνες της Βάργιανης επόμενος σταθμός μας είναι το «Οινοχώρι», στα ΒΔ ψηλώματα του Δήμου Γραβιάς. Απόλυτα άγνωστος τόπος, ποτέ δεν έτυχε να τον επισκεφτούμε μέχρι τώρα. Για την πρώτη προσέγγιση επιλέγουμε μια ορεινή διαδρομή, που έχουμε ήδη επισημάνει τόσο στο χάρτη όσο και στο έδαφος. Αρχίζει από την δεξιά στροφή στον κεντρικό δρόμο Γραβιάς – Άμφισσας, 3,2 χλμ. μετά την διασταύρωση της Βάργιανης, ή 8,2 χλμ. μετά την Γραβιά.

Η διαδρομή μας σοκάρει αρκετά. Μετά τα ανέγιχτα χθεσινά τοπία, συναντάμε εκτεταμένες επιφανειακές απολήξεις Βωξίτη. Είναι όλα εκείνα τα γυμνά τμήματα εδάφους που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα ελατοδάση και αγναντεύαμε απέναντι από το μπαλκόνι μας στη Βάργιανη. Τώρα περνάμε ανάμεσά τους, μαζί και με αρκετά φορτηγά, που μεταφέρουν τον βωξίτη. Είναι βέβαια ορατές οι ενέργειες αποκατάστασης, που προς το παρών όμως, πολύ λίγο μπορούν να επουλώσουν τα χάσματα που έχουν δημιουργηθεί στις πλαγιές της Γκιώνας. Δεν είμαστε καθόλου αντίθετοι με την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου του τόπου, με την προϋπόθεση όμως ότι γίνεται με υπόγειες στοές, όπως είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε στο προηγούμενο τεύχος, στην αναφορά μας για το «Βαγονέτο». Αντίθετα, οι επιφανειακές ανασκαφές πληγώνουν το τοπίο σχεδόν ανεπανόρθωτα.

7,5 χλμ. μετά φτάνουμε σε μια υπέροχη κοιλάδα με πλατάνια. Ε΄δω σχηματίζεται μια τριπλή διακλάδωση. Δεξιά ο δρόμος κατευθύνεται προς «Καστέλλια», αριστερά ανηφορίζει προς το «Χάνι Ζαγγανά» και την «Καλοσκοπή», ενώ στην ευθεία συνεχίζει προς Οινοχώρι. Ένας εντυπωσιακός λόφος δεσπόζει στην κοιλάδα. Στην κορυφή του διακρίνονται κάποια ερειπωμένα κτίσματα, σαν υπολείμματα κάστρου.

– Ελπίζω να υπάρχει τρόπος να βγούμε στην κορυφή, λέει ο Πέτρος.

Αποδεικνύεται πολύ απλό. Ο δρόμος ανηφορίζει κυκλικά του λόφου και περνάει 200 περίπου μέτρα μακρυά από την κορυφή. Με εύκολη πρόσβαση περνάμε σε δυο λεπτά δίπλα από ένα ογκώδες, συμπαγές πέτρινο κτίσμα, που μοιάζει με τετράγωνο προμαχώνα. Αμέσως μετά η ισχυρή τοιχοποιία συνεχίζει με μεγάλους ογκόλιθους για 10 περίπου μέτρα. Πλησιάζοντας προς την κορυφή συναντάμε τοίχους με επιμελημένη ξερολιθιά,  προφανώς  υπολείμματα κάποιου οικήματος. Στο πλάτωμα της κορυφής, σε υψόμετρο 660 μέτρων, δεσπόζει ένας ισχυρός ερειπωμένος πύργος με ύψος 5 περίπου μέτρων και απέναντί του τμήμα τοίχου ελαφρότερης κατασκευής και ύψους πάνω από 5 μέτρα. Οι Α-ΝΑ πλαγιές του λόφου είναι απόκρημνες. Σε μερικά κάθετα πρανή σώζονται τμήματα υποστηρικτικής λιθοδομής με ενδιάμεσο κονίαμα. Στις Β-ΒΑ πλαγιές διακρίνονται σποραδικά τμήματα οχύρωσης ανάμεσα στα πουρνάρια. Ο πύργος πρέπει να ήταν μεσαιωνικό παρατηρητήριο με φρουρά. Η στρατηγική του θέση επόπτευε κάθε κίνηση στη διάβαση της κοιλάδας.

Πλησιάζουμε ήδη στο Οινοχώρι, που ως το 1927 ονομάζετο Άνω Κάνιανη. Μικρός σχετικά οικισμός, χτισμένος σε υψόμετρο 850 μέτρων και ηλιόλουστος σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας. Τα αυτοφυή δέντρα του δάσους, βαλανιδιές, πλατάνια, έλατα και πουρνάρια συναντούν τα οπωροφόρα δέντρα του χωριού, καρυδιές, μηλιές, καστανιές και κερασιές. Σ’ αυτόν τον κατάφυτο τόπο προβάλλουν διάσπαρτες οι κόκκινες σκεπές. Οι εκπλήξεις, ωστόσο, αρχίζουν 200 μέτρα πριν απ’ το χωριό. Εδώ, αριστερά του δρόμου, μια πινακιδούλα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας μας πληροφορεί για την ύπαρξη «Αρχαίας Οχύρωσης».

Ένα υποτυπώδες μονοπάτι με χωμάτινα σκαλοπάτια ανηφορίζει στο πρανές. Μετά από μερικές δεκάδες μέτρα αποκαλύπτεται μέσα στα πουρνάρια τμήμα αρχαίας οχύρωσης με ογκόλιθους λαξευτούς, που διακρίνονται κι απ’ τον δρόμο. Συνεχίζοντας λίγο ακόμη φτάνουμε σε ξέφωτο. Ορθογώνιοι ογκόλιθοι στο χορταριασμένο έδαφος υποδηλώνουν με τη θέση τους την θεμελίωση αρχαιότατης κατοικίας. Πολύ κοντά, κάτω από μια συστάδα πουρναριών, διακρίνονται και πάλι τμήματα οχύρωσης. Τα τμήματα της τείχισης με μεγάλους πελεκητούς λίθους και άριστο ισοδομικό σύστημα συνεχίζονται για αρκετές δεκάδες μέτρα στο πρανές πάνω από το δρόμο. Ωστόσο, αυτά τα σημαντικότατα υπολείμματα του αρχαίου τείχους είναι ασφυκτικά κυκλωμένα από χόρτα και πουρνάρια, ενώ και η πρόσβαση είναι ιδιαίτερα δυσχερής. Μήπως θάπρεπε, επιτέλους, να απομακρυνθεί η βλάστηση που παρεμβάλλεται στο τείχος; Με τέτοια δυσκολία πρόσβασης κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για το αρχαίο παρελθόν. Που ήταν πολύ σημαντικό στην ευρύτερη περιοχή, αφού εδώ βρισκόταν η Δωρική Τετράπολη. Μνημονεύοντας τις τέσσερις πόλεις ο Στράβων αναφέρει το Κυτίνιο, τον Ερινεό, την Πίνδο ή Ακύφα και το Βοίονι. Με κάθε επιφύλαξη το Κυτίνιο τοποθετείται στο Παλαιόσκαστρο Χλωμού, πάνω απ’ τη Γραβιά, ο Ερινεός στον χώρο της Παναγίας του νεκροταφείου Καστελλίων, η Πίνδος ή Ακύφας στη θέση «Πύργος» Καστελλίων και το Βοίου στη θέση του Άνω Καστελλίου. Η εκτός της τοπικής Τετράπολης Δρυόπη βρίσκεται στον χώρο του Οινοχωρίου, ενώ η αρχαία Χαράδρα στην Μαριολάτα.(1)

Πρέπει τέλος να σημειώσουμε, ότι στον χώρο της αρχαίας Δρυόπης, εδώ στο Οινοχώρι, βρέθηκαν τμήματα επιγραφών αλλά και πολλά νομίσματα των αρχαίων Οιταίων, Αιτωλών, Αινιάνων, Αχαιών, Φθιωτών, Αμφισσέων και Μαλιέων.

100 μέτρα μετά τις αρχαίες οχυρώσεις προς το χωριό ορθώνεται πλάι στο δρόμο, σαν φυτεμένος στην πυκνότατη ρεματιά, ο βράχος «Ψηλό Κοτρώνι’. Είναι ένας εντυπωσιακός συμπαγής ασβεστόλιθος, κατάλληλος και για αναρριχήσεις, με ύψος που πρέπει να κυμαίνεται στα 50 μέτρα. Κάποιοι βέβαια το υπολογίζουν σε 100.

Φτάνουμε στην πλατειούλα του χωριού, στρωμένη με πλάκες στο γρασίδι. Ωραιότατη είναι η εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, χτισμένη το 1897 σε προϋπάρχουσα εκκλησία. Η τοιχοποιία είναι εξαίρετη και ιδιαίτερα η πελεκητή πέτρα που καλύπτει τις γωνίες των τοίχων και την κόγχη του Ιερού. Στο περιβόλι του διπλανού σπιτιού λυγίζουν τα κλαδιά μιας φιρικιάς από το βάρος των πάμπολλων, αμάζευτων φιρικιών.

Απέναντι ακριβώς βρίσκεται ο Δημοτικός ξενώνας «ΔΡΥΟΠΗ», που διαχειρίζονται η Ιωάννα και ο Σταύρος Κλαουδάτος. Είναι τόσο αυθόρμητη και φιλική η υποδοχή τους, που μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά δημιουργείται μια ατμόσφαιρα υπέροχης οικειότητας, σαν να γνωριζόμαστε από χρόνια.

Πρώτα ένα καφεδάκι. Το πίνουμε στο γρασίδι της πλατειούλας, στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι με τους πάγκους. Σκιά, αγνό δροσερό αεράκι, μια αίσθηση εντελώς ξεχωριστή. Αμέσως μετά ο Σταύρος αναλαμβάνει την ξενάγησή μας, μέσα και γύρω απ’ το χωριό. Από τα πρώτα κιόλας βήματα αποδεικνύεται πανέμορφος τόπος το Οινοχώρι. Σπίτια περιποιημένα με λουλούδια και περιβόλια, οπωροφόρα δέντρα φορτωμένα με αναρίθμητα μήλα και καρύδια, δρομάκια με ήπιες κλίσεις, χαίρεσαι να βαδίζεις. Παντού ακούγεται κελάρυσμα νερού. Ρέει ασταμάτητα μέσα σε τσιμεντένια αυλάκια, που σχηματίζουν ένα αξιοθαύμαστο δίκτυο άρδευσης για τα περιβόλια των σπιτιών. Πού και πού συναντάμε σε διάφορα σημεία των αυλακιών τους «καταπότες» ή «αμπολές», τις εκτροπές δηλαδή από το κεντρικό δίκτυο, για το – εκ περιτροπής – πότισμα στα διάφορα περιβόλια. Να κι ένας παμπάλαιος αργαλειός στην στεγασμένη πυλωτή ενός σπιτιού. Σ’ ένα περιβόλι κρέμεται ένα μεγάλο κολοκύθι. Όρθιο δίπλα του ένα δεμάτι με μακρυές φασουλόβεργες. Ωραία μεγάλα κυδώνια. Μια κορομηλιά στο δρόμο είναι φορτωμένη με υπέροχα κορόμηλα. Φαίνεται πως κανείς δεν καταδέχεται αυτό το ταπεινό αλλά νοστιμώτατο φρουτάκι.

Περνάμε πλάι από το εκκλησάκι των Αγ. Αποστόλων, χτισμένο αρχικά το 1910. απέναντί του ένα πελώριο πουρνάρι, που στηρίζει τα γηρατειά του σε μια άσχημη τσιμεντένια κολώνα. Δεν θα μπορούσε να ήταν πέτρινη ή έστω καλυμμένη με πλάκες;

Ένα στενό, ειδυλλιακό μονοπάτι μας βγάζει στο δυτικό τμήμα του χωριού. Εδώ βρίσκεται η «Κατέρω», μια πανέμορφη, πλατανοσκέπαστη τοποθεσία με πηγή εξαιρετικού νερού.

-Είναι χωνευτικό; ρωτάω το Σταύρο.

-Δεν ξέρω, απαντάνει ο φίλος μας. Μου είναι άγνωστη αυτή του η ιδιότητα.

Σε μισό λεπτό βγαίνουμε στην άσφαλτο, μπροστά στο εκκλησάκι της Αγίας Ευαγγελίστριας του 1930 και απέναντι από το «Ψηλό Κοτρώνι». Επιστρέφουμε από την άσφαλτο, περνώντας μπροστά από μερικούς παλιούς πέτρινους οχυρώνες, με απλή αλλά όμορφη τοιχοποιία από ντόπια πέτρα και λεπτές ξυλοδεσιές.

-Ας κάνουμε μια μικρή ανάπαυλα, προτείνει ο Σταύρος. Να τσιμπήσουμε κάτι και μετά συνεχίζουμε.

Φανταζόμαστε με τον Πέτρο κάτι ελαφρύ, περίπου σαν τα σάντουϊτς που συνηθίζουμε να τρώμε τα μεσημέρια, όταν βρισκόμαστε σε αποστολή. Καθώς μπαίνουμε στον όμορφο χώρο εστίασης, δεν μπορούμε να πιστέψουμε στα μάτια μας. Η Ιωάννα έχει ήδη στρωμένο το τραπέζι, αρκούντως μεγάλο βέβαια για να χωρέσει όλα όσα έχει ετοιμάσει: κεφτέδες με σάλτσα φρέσκιας ντομάτας και κρεμμυδάκι, κόκκινα φασόλια μιας ιδιαίτερης ντόπιας ποικιλίας, χοιρινό επίσης με σάλτσα ντομάτας, μοσχάρι με σκόρδο και κεφαλοτύρι στη λαδόκολλα, μια μεγάλη σαλάτα και κόκκινο μπρούσκο κρασί, αν βέβαια δεν μου έχει κάτι διαφύγει.

-Περιμένετε κάποιους φίλους σας, έτσι δεν είναι; ρωτάω την Ιωάννα.

-Όχι για μας είναι, απαντάει.

Πως ν’ αντισταθούμε! Εγκράτεια και λιτότητα αναβάλλονται για άλλη φορά. Είναι αδύνατον να μην δοκιμάσουμε απ’ όλα. Το ένα είναι καλύτερο απ’ το άλλο. Δεν ξέρω δίπλα σε ποιον δάσκαλο μαθήτευσε η Ιωάννα, οι γεύσεις της όμως είναι μοναδικές! Μια ώρα αργότερα αναζητούμε το θαυματουργό, χωνευτικό νερό των υψιπέδων της Βάργιανη. Δυστυχώς, τίποτε δεν μπορεί να μας σώσει.

-Μην ανησυχείτε, λέει ο Σταύρος, δεν προβλέπεται πεζοπορία. Η περιήγηση θα είναι μόνον με αυτοκίνητο.

Βαθειές ανάσες λοιπόν, διπλός καφές και ξεκινάμε. Βγαίνουμε προς τα βόρεια, με κατεύθυνση προς Λαμία. Πάνω από το χωριό συναντάμε δυο δεξαμενές, μία μεταλλική 150 κυβικών για πυρόσβεση και μια υπόγεια τσιμεντένια ίδιας χωρητικότητας για ύδρευση, με νερό από το Κεφαλόβρυσο Καλοσκοπής. Για άρδευση των περιβολιών χρησιμοποιείται το νερό από το Κεφαλόβρυση του Οινοχωρίου. Είναι ένα ωραίο σημείο στα ψηλώματα του χωριού, κατάφυτο, αμφιθεατρικό, με μερικά παλιά σπίτια, ανάμεσά τους και ένα του 1875. ελάχιστα παλιά γλίτωσαν από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς στις 6 Ιουνίου 1943, όταν σκοτώθηκαν 7 άτομα και από τη φωτιά που έκαψε σχεδόν όλο το χωριό στις 17 Αυγούστου 1944.

Επιστρέφουμε στην άσφαλτο και λίγο πιο πάνω από τις δεξαμενές στρίβουμε δεξιά προς την τοποθεσία «Αμπέλια». Νωρίτερα συναντάμε δυο αμπελάκια, γεμάτα όμως με χόρτα. Καλός ο χωματόδρομος, περιμένουμε να συναντήσουμε τους αμπελώνες, στους οποίους προφανώς οφείλει την ονομασία του το χωριό. Περνούν τα χιλιόμετρα αλλά το μόνο που βλέπουμε είναι πλαγιές καλυμμένες με νεαρές βαλανιδιές.

-Γιατί το χωριό ονομάστηκε Οινοχώρι; ρωτάω τον Σταύρο.

-Γιατί κάποτε σ’ αυτές τις ηλιόλουστες πλαγιές καλλιεργούνται 4.500 στρέμματα με αμπέλια. Πριν μερικές δεκαετίες έφυγε το κόσμος κι εγκαταλείφθηκαν. Τη θέση του πήρε το δάσος. Ήταν μια απίστευτη εξέλιξη. Πού και πού διακρίνεται κάποια ριζούλα κλήματος ανάμεσα στα δέντρα. Τα δυο αμπελάκια που είδαμε στην άσφαλτο είναι τα τελευταία που έχουν απομείνει.

Συναντάμε πιο κάτω μερικές αιωνόβιες βαλανιδιές. Φτάνουμε στο σύγχρονο εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου, σε ξέφωτο με θέα πανοραμική. Επιστρέφουμε. Λίγο πριν από τις δεξαμενές νερού ανηφορίζουμε δασικό δρόμο δεξιά. Λίγα χιλιόμετρα μετά βρισκόμαστε στη θέση «Παλιοχώρι» του Σκλήθρου. Κυρίαρχη είναι η παρουσία ενός οροπεδίου σε υψόμετρο 1000 μέτρων. Ολόγυρα πλαγιές με ήπιες κλίσεις, ελατοδάση και δρυοδάση. Τόπος ειδυλλιακός, υπέροχος. Στην άκρη του οροπεδίου διασώζονται τα ερείπια μιας μικροσκοπικής, πετρόχτιστης εκκλησούλας. Η στέγη έχει καταπέσει, απομένουν μόνον τμήματα των τοίχων και η κόγχη του Ιερού. Ως αντιστάθμισμα, στην άλλη άκρη του οροπεδίου βρίσκεται το σύγχρονο, καλοχτισμένο εκκλησάκι της Παναγίας, όπου κάθε χρόνο στις 23 Αυγούστου γίνεται μεγάλο πανηγύρι. Για το σκοπό αυτό υπάρχει ωραίος χώρος αναψυχής με εγκαταστάσεις για τους πανηγυριστές και πηγή με πλούσια ροή νερού.

Καθώς επιστρέφουμε, στρίβουμε αριστερά με κατεύθυνση δυτική. Μερικά χιλιόμετρα μετά φτάνουμε στο εξωκκλήσι της Αγίας Τριάδας, σε υψόμετρο 1100 περίπου μέτρων. Τοποθεσία εκπληκτική με μερικά υπεραιωνόβια πλατάνια, εγκαταστάσεις για το πανηγύρι, πηγές νερού και ολόγυρα πυκνότερο ελατόδασος. Σε απόσταση 600 μέτρων συναντάμε το ασφάλτινο οδικό δίκτυο, που βόρεια οδηγεί στην Παύλιανη, ενώ νότια στην Καλοσκοπή και την Γραβιά.

Λίγο πριν από το πέσιμο της νύχτας φτάνουμε στην φιλόξενη ΔΡΥΟΠΗ. Καφεδάκι και ρεμβασμός στη δροσερή αυλή. Στα αυτιά μας το κελάρυσμα του νερού, που ρέει μισό αιώνα στα αυλάκια του χωριού.

 

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΛΟΣΚΟΠΗ

Βρίσκεται στο δυτικότερο άκρο του Δήμου της Γραβιάς. Είναι ταυτόχρονα το πιο απόμακρο και το πιο ορεινό χωριό, με υψόμετρο που φτάνει τα 1100 μέτρα. Είναι η παλιά «Κουκουβίστα» με το νέο όνομά της «Καλοσκοπή», «καλή σκοπιά» δηλαδή που από ψηλά αγναντεύει τα βάθη του ορίζοντα. Θέση εξαιρετική, στους ανατολικούς πρόποδες της Γκιώνας και στους νότιους της Οίτης. Πρωί – πρωί εδώ ρίχνει της πρώτες ακτίνες του ο ήλιος. Δάση απέραντα και ανεξάντλητα νερά. Ένας τόπος που κατοικείται από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας μέχρι σήμερα.

Ξεκινάμε πρωί από το Οινοχώρι με τον Σταύρο. Ακολουθούμε την θαυμάσια ορεινή διαδρομή, που τρία μόλις χρόνια πριν ήταν χωμάτινη, εντεταγμένη στις ειδικές διαδρομές του Ράλλυ Ακρόπολης. Διασχίζουμε πυκνότατα ελατοδάση και δρυοδάση. Μόνιμος σύντροφος των ματιών μας το υπερθέαμα του κατάφυτου ανατολικού όγκου της Γκιώνας. Στα 6 χλμ. συναντάμε δεξιά μας τις περίφημες πηγές του Κεφαλόβρυσου με το νερό του οποίου υδρεύονται τέσσερις οικισμοί: η Καλοσκοπή, το Οινοχώρι, τα Καστέλλια και το Σκλήθρο. Κάτω από το δρόμο βρίσκεται το εκκλησάκι των Αγίων Κων/νου και Ελένης. Ένας σκιουράκος διασχίζει την άσφαλτο και σκαρφαλώνει με την ταχύτητα ακροβάτη στον κορμό μιας καρυδιάς. Φτάνει ως τα ακραία λεπτά κλαδιά, αρπάζει ένα καρύδι, κατεβαίνει με την ίδια ταχύτητα και χάνεται στα χόρτα.

7.2 χλμ. μετά το Οινοχώρι φτάνουμε στα πρώτα σπίτια του χωριού. Οι συνέπειες της καταστροφικής μανίας των Γερμανών είναι κι εδώ ορατές. Στη διάρκεια της κατοχής έκαψαν το χωριό δυο φορές, την πρώτη το Πάσχα του ΄44 και τη δεύτερη τον Άυγουστο του ίδιου έτους. Γι’ αυτά τα γεγονότα χαρακτηρίστηκε η Καλοσκοπή «Μαρτυρικό Χωριό». Σ’ αυτή την μεγάλη καταστροφή οφείλεται, ότι τα παλιά σπίτια είναι τόσο λιγοστά. Στα χρόνια που ακολούθησαν η νέα αισθητική αντίληψη με την αλόγιστη χρήση του τσιμέντου αλλοίωσε την παραδοσιακή φυσιογνωμία του τόπου.

Θα θέλαμε επίσης να επισημάνουμε κάποιες μικρολεπτομέρειες, που, χωρίς να είναι σημαντικές, επηρεάζουν αρνητικά την εικόνα του τόσο προικισμένου από την τοποθεσία και τη φύση οικισμού. Είναι αρχικά η άτεχνη πλακόστρωση της πλατείας του Αγ. Γεωργίου. Δείχνει μια προχειρότητα που δεν συνάδει με την ομορφιά του τόπου. Ακριβώς μπροστά στην πλατεία, στο κορυφαίο σημείο του χωριού, ορθώνονται δυο παράλληλες κολώνες της ΔΕΗ. Τα πολλά καλώδια και ο ογκώδης μετασχηματιστής παρεμβάλλονται άγαρμπα στην οπτική γωνία του επισκέπτη που ατενίζει τον απέραντο ορίζοντα. Η Τρίτη μας παρατήρηση αφορά μια τσίγκινη σκεπή με τεράστιες επιφάνειες κάτω από το δρόμο της πλατείας, που επίσης επηρεάζει αρνητικά τη συνολική εικόνα προς τον κάμπο και τις μακρινές οροσειρές. Αν η Καλοσκοπή ήταν ένα οποιοδήποτε χωριό πιθανότατα θα αντιπαρερχόμασταν τούτες τις ατέλειες. Είναι όμως γενικά τόσο όμορφος ο τόπος, που αυτές οι αισθητικές αδυναμίες, γίνονται εμφανέστατες.

Οι κάτοικοι όμως, όσους τουλάχιστον γνωρίσαμε, είναι φιλικοί και ανοιχ΄τοκαρδοι, με πρώτο τον Πρόεδρο του χωριού Δημήτρη Τσιαμπά. Μας καλωσορίζεικαι μας κερνάει καφεδάκι στον υπαίθριο πλακόστρωτο χώρο της Κιβωτού, μιας ωραίας ταβέρνας κάτω απ’ τα πλατάνια. Εδώ καταστρώνουμε το σχέδιο δράσης για μια σύντομη γνωριμία με τον τόπο. Επισκεπτόμαστε αρχικά το Πολιτιστικό Κέντρο με την Μόνιμη Λαογραφική Έκθεση. Στεγάζεται στο μισό κτίριο του Δημοτικού Σχολείου που έκλεισε το 1987 από έλλειψη παιδιών. Το άλλο μισό χρησιμοποιείται ως ξενώνας.

Ωραίος χώρος και όμορφα εκθέματα. Πλήρεις σειρές εργαλείων τσαγκάρη και σαμαρά, παραδοσιακός αργαλειός και τοπικές φορεσιές, οικιακά σκεύη και αντικείμενα της καθημερινής ζωής, γεωργικά εργαλεία, μια καλή βιβλιοθήκη που λειτουργεί και ως δανειστική, παλιές φωτογραφίες και πολλά άλλα.

Μπροστά στην πλατεία μια άλλη πλατειούλα – με ωραία πλακόστρωση αυτή – φιλοξενεί το Ηρώο Πεσόντων καθώς και την προτομή του Παπανδρέα Μώρη, του θρυλικού «Παπαντριά», σύντροφου του Αθανάσιου Διάκου στη μάχη της Αλαμάνας και του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς. Ακριβώς μπροστά στολίζουν το δάπεδο τρία ωραία μαρμάρινα ανάγλυφα σε τέλειο σχήμα δωδεκάπλευρο. Τα δυο φέρουν διακοσμητικά σχέδια, ενώ το τρίτο την χρονολογία 1860 και τα αρχικά του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου, σε ανάμνηση του παλιού ναού που ευρίσκετο σ’ αυτό το σημείο πριν καταστραφεί από τους Γερμανούς. Συμπληρωματικά για την πλατεία αναφέρουμε, ότι κοντά στην εκκλησία, σε ιδιωτικό χώρο και με ιδιωτική πρωτοβουλία έχει στηθεί η προτομή του Άρη Βελουχιώτη.

Με τον Πρόεδρο και τον Νίκο Μώρη από την Καλοσκοπή κατηφορίζουμε τον απότομο κεντρικό δρόμο προς την κάτω γειτονιά. Πολλά δέντρα, κυρίως καρυδιές. Πολλά λουλούδια στις αυλές. Περνάμε από την τοποθεσία «Βριτσούλα». Πιο κάτω από τη θέση «Στρογγυλό» έχουμε ταυτόχρονη ωραία θέα Γκιώνας και χωριού. Με καλοσυντηρημένο χωματόδρομο από το Στρογγυλό φτάνουμε στο «Μεγάλο Ρέμα», που απέχει 2.3 χλμ. από την πλατεία του οικισμού. Η κατάφυτη από πλατάνια ρεματιά παρεμβάλλεται σαν φυσικό σύνορο ανάμεσα στην Καλοσκοπή και τους πρόποδες της Γκιώνας. Πανέμορφο το ρέμα εξακολουθεί να τρέχει ακόμα κι αυτή την εποχή. Η περιοχή λέγεται και «Κοτρώνι», από έναν μεγάλο βράχο που ορθώνεται πάνω από το μονότοξο γεφύρι του ρέματος. Είναι κατασκευασμένο το 1929 από τον Βουλευτή Σιμόπουλο της Άμφισσας, με πελεκητούς λίθους μεγάλων διαστάσεων. Δυστυχώς νεότεροι Έλληνες φρόντισαν να ενισχύσουν με τσιμέντο το άνω τμήμα του γεφυριού.

Επιστρέφοντας, μας εντυπωσιάζουν οι πολλές και υπέροχες ντάλιες, που κρέμονται από τον τοίχο μιας αυλής. Είναι η οδός Παπαντριά. Κατηφορίζοντας ακόμη λίγο τον τσιμεντόδρομο περνάμε από την γειτονιά της Παναγίας με το ομώνυμο εκκλησάκι και την πηγή με τις δυο πέτρινες γούρνες. Φτάνουμε στο τελευταίο κατοικημένο σημείο, την «Κατράχη». Η υψομετρική διαφο΄ρα ανάμεσα σ’ αυτό το σημείο και την άσφαλτο, πάνω απ’ το χωριό, είναι 145 μέτρα ακριβώς.

Φασόλια, πατάτες, κεράσια, μήλα και καρύδια είναι τα κυριότερα προϊόντα του χωριού. Οι χειμωνιάτικοι κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους 50, ενώ το καλοκαίρι συγκεντρώνονται πάνω από 500.

Αναχωρούμε για το Σκλήθρο, ελάχιστα χιλιόμετρα βόρεια του Οινοχωρίου. Εδώ μας υποδέχεται ο Πρόεδρος Ηλίας Πρέντζας. Κατάφυτος τόπος σε υψόμετρο 750 μέτρων. Πλατειούλα δίπλα στο δρόμο, εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με πελεκητές πέτρες στις γωνίες των τοίχων και στην κόγχη του Ιερού. Τρία πολύ όμορφα παλιά πιάτα είναι εντοιχισμένα στο άνω μέρος του Ιερού. Το ξύλινο τέμπλο είναι ζωγραφισμένο και φέρει αξιόλογες εικόνες, ενώ καλό είναι και το παλιό πλακόστρωτο δάπεδο.

Μια περιδιάβαση στον μικρό οικισμό μας αποκαλύπτει αρκετά παλιά σπίτια, που, παρά τη φθορά του χρόνου, διατηρούν εμφανή στοιχεία της καλής τους αρχιτεκτονικής. Τα περισσότερα είναι ακατοίκητα. Μαζί με τα πλατάνια και τα πάμπολλα οπωροφόρα δέντρα υπα΄ρχουν και σκήθρα απ’ τα όποια πήρε το όνομά του το χωριό. Ένα τέτοιο συναντάμε στο υψηλότερο σημείο του οικισμού, μέσα σ’ ένα αμπελάκι. Μας εντυπωσιάζει η  ταυτόχρονη παρουσία δυο διαφορετικών ειδών καρπών στο ίδιο δέντρο, στρόγγυλων αφ’ ενός και μακρόστενων κυλινδρικών αφ’ ετέρου. Μια ογκώδη οροσειρά με εντυπωσιακούς βράχους και πυκνότατη βλάστηση φράσσει καταλυτικά τον Β – ΒΔ ορίζοντα του χωριού. Είναι το φυσικό όριο ανάμεσα στους νονούς της Φωκίδας και της Φθιώτιδας. Οι τοπικές ονομασίες των διαδοχικών κορυφών είναι Σαρμανίτσα, Τρανή Σπηλιά και Κορομηλιά.

Επιστρέφουμε στο Οινοχώρι απόγευμα. Χωρίς να μας ρωτήσει η Ιωάννα, ετοιμάζει τα καφεδάκια. Μεταφερόμαστε στο γρασίδι της εκκλησίας, κάτω από τα δέντρα. Σπάνια έχουμε βρεθεί σε κατοικημένο περιβάλλον, έστω και ορεινού χωριού, που να μας χαρίζει τόση γαλήνη και ομορφιά.

-Απόψε δεν έχουμε μεγάλη ποικιλία, λέει η Ιωάννα. Μαγείρεψα μόνον δύο πράγματα.

Αυτά τα δυο πράγματα είναι αρνάκι ριγανάτο και τυρόπιτα με φύλλο εκπληκτικό. Τι παραπάνω θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε.

 

ΣΤΟΝ ΥΠΕΡΟΧΟ ΟΙΚΙΣΜΟ ΤΩΝ ΚΑΣΤΕΛΛΙΩΝ

Κατηφορίζουμε από Οινοχώρι και μετά το φράγκικο κάστρο μπαίνουμε στην κοιλάδα. Εδώ συναντάμε πανέμορφη υπαίθρια δεξαμενή γεμάτη με νερό, καθώς και τσιμεντένιο αυλάκι που διοχετεύει νερό της Καλοσκοπής στον οικισμό των Καστελλιών. Θαυμάσια η διαδρομή μέσα στην πλατανοσκέπαστη κοιλάδα του Πίνδου ή Κανιανίτη ποταμού. Μας εκπλήσσει ευχάριστα ένα ψηλό πλατάνι, που έχει διατηρηθεί απείραχτο ακριβώς στο κέντρο του οδοστρώματος. Στο άνω δεξί τμήμα του δρόμου είναι μόνιμη η παρουσία του αυλακιού των 4 χιλιομέτρων, που κατασκευάστηκε στην αρχή της δεκαετίας του ΄40 και από τότε τροφοδοτεί ανελλιπώς τα Καστέλλια με νερό.

Πολύ μεγάλος οικισμός τα Καστέλλια, χτισμένος με ήπια κλίση σε υψόμετρο 450 περίπου μέτρων. Ο Κανιανίτης ποταμός που περνάει από το κέντρο, δημιουργεί δύο σχεδόν ίσα τμήματα, το βόρειο ή «Δώθε Καστέλλια» (σύμφωνα με τους ντόπιους) και το νότιο ή «Πέρα Καστέλλια». Προσεγγίζοντας αρχικά το νότιο τμήμα μας εντυπωσιάζει μια πελώρια βαλανιδιά, με κυκλική πέτρινη περίφραξη, μεγάλων διαστάσεων ομπρέλλα κλαδιών και περίμετρο κορμού που ξεπερνάει τα 5 μέτρα.

Εξελίσσεται πανέμορφα ο οικισμός με πολλά παλιά σπίτια ωραίας αρχιτεκτονικής, άφθονα δέντρα και λουλούδια, περιποιημένα περιβόλια αλλά και πολλά αμπελάκια, κατάφορτα με σταφύλια διαφόρων ποικιλιών. Σε ορισμένα σημεία έχουμε την αίσθηση, ότι το χωριό είναι χτισμένο μέσα σε αμπελώνα. Να κι ένα πανέμορφο σπίτι με ωραία χρώματα στους τοίχους και αιωνόβιες μουριές. Μια ξύλινη πινακιδούλα στην αυλή αναγράφει: «Στο σπίτι του παππού». Πιο κάτω εμφανίζονται χαμηλά οικήματα, χτισμένα με πλιθιές. Ωραίο χωριό, απλόχωρο, ιδανικό για ξεκούραστους περιπάτους.

Ακόμη ειδυλλιακότερη είναι η χαλαρή περιδιάβαση στον εξαιρετικό πεζόδρομο που έχει δημιουργηθεί πάνω από το παλιό γεφύρι του ποταμού. Είναι μια θαυμάσια πλακόστρωση με μήκος που ξεπερνάει τα 300 μέτρα, καλαίσθητες κολώνες με λαξευτές πέτρες και τουβλάκια, γλόμπους για ρομαντικό νυχτερινό φωτισμό. Οι όχθες του ποταμού είναι κατάφυτες από πλατάνια, καρυδιές και πολλά άλλα δέντρα. Παγκάκια, δροσιά και απόλυτη ησυχία. Ένας μικρός παράδεισος στο κέντρο του οικισμού.

Περνάμε ήδη στα βόρεια, τα «Δώθε Καστέλλια». Εντυπωσιακό είναι το διώροφο Δημοτικό Σχολείο, που παραδόξως δεν λειτουργεί, παρά το μέγεθος του χωριού. Το βόρειο τμήμα δεν υπολείπεται του νότιου σε γραφικότητα και ομορφιά. Όλα τα στοιχεία που προσδίδουν ιδιαίτερη ταυτότητα και κάλλος σ’ έναν τόπο είναι παρόντα. Πετρόχτιστα σπίτια με πελεκητούς γωνιόλιθους και εξαίρετες αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Μερικά ακατοίκητα, άλλα ερειπωμένα, όλα ωστόσο εξακολουθούν να διατηρούν την γοητεία του παρελθόντος. Κάποιοι σοβαντισμένοι τοίχοι συνεχίζουν, έστω και αχνά, να φέρουν τους παλιούς, αυθεντικούς τους χρωματισμούς. Κάποιοι άλλοι έχουν ξυλοδεσιές και υπολείμματα τσατμά. Μεγάλα περιβόλια, μεγάλες αυλές, με λουλούδια, κληματαριές και αφθονία οπωροφόρων δέντρων, καρυδιές, μηλιές, συκιές, ροδιές. Να κι ένα καφενείο παλιό, πετρόχτιστο, εξαιρετικής αρχιτεκτονικής.

Η πινακίδα σ’ έναν τοίχο σπιτιού μας θυμίζει, πως μερικές χιλιάδες χρόνια πριν άκμαζε εδώ ο αρχαίος Ερεινεός. Ξεκινάμε να εντοπίσουμε τα ίχνη του παρελθόντος. Δεν είναι δύσκολο. Στην ΒΔ έξοδο του χωριού, πάνω από τη ρεματιά του ποταμού, αρχίζουν οι πλαγιές ενός κακοτράχαλου βουνού, με τραχύτατες ασβεστολιθικές πέτρες και πουρνάρια. Εδώ, κάτω ακριβώς από έναν χωμάτινο δρομίσκο, αποκαλύπτεται η αρχαία ακρόπολη της δωρικής πόλης Ερινεού.

Είναι ένα τείχος εκπληκτικό, με μεγάλους λαξευτούς ογκόλιθους, άριστα συναρμοσμένους μεταξύ τους. Σε κάποια σημεία το ύψος της τείχισης ξεπερνάει τα 2 μέτρα, ενώ το μήκος του ενιαίου σωζόμενου τμήματος πρέπει να φτάνει τα 40. Οι ογκόλιθοι έχουν πραγματικά μεγάλες διαστάσεις. Το μήκος κάποιου φτάνει το 1.70 μ., το ύψος το 1 μέτρο, ενώ το πάχος υπερβαίνει τα 70 εκατοστά. Παρατηρώντας προσεκτικά τα απότομα και πολύ άγρια πρανή του λόφου, διακρίνουμε ανάμεσα στα πουρνάρια και μερικά ακόμη υπολείμματα οχυρώσεων.

Καθώς επιστρέφουμε στο χωριό περνάμε δίπλα από ένα μαγαζί που δείχνει παλιό.

-Είναι το παραδοσιακό μπακάλικο του μπαρμπα – Θύμιου Αποστολόπουλου, λέει ο Σταύρος. Αν κι έχει ξεπεράσει τα 90, δουλεύει ακόμα.

Σταματάμε αμέσως και μπαίνουμε στο μαγαζί. Περίμενα να συναντήσω κάποιον συρρικνωμένο υπερήλικα, καθισμένο πίσω από το ταμείο. Αντ’ αυτού βλέπω έναν λεβεντόκορμο ηλικιωμένο, που δεν δείχνει ούτε 75.

-Χρειάζεστε κάτι; μας ρωταέι.

-Ψάχνω να βρω κάτι παλιό, κάτι σπάνιο.

-Σαν τι δηλαδή;

-Νά, κάτι που δεν πολυαγοράζει ο κόσμος.

-Ρίξε μια ματιά, κάτι θα βρεις.

Πανύψηλο το μαγαζί, πάνω από 6 μέτρα. Και τεράστιο. Οι τοίχοι του είναι καλυμμένοι με ράφια και διάφορα προϊόντα, ως απάνω. Μια μεγάλη ξύλινη σκάλα μπορεί να φτάσει μέχρι το τελευταίο ράφι. Μια πελάτισσα ζητάει κάτι από τον μπαρμπα – Θύμιο. Στηρίζει καλά τη σκάλα στο πάτωμα και ανεβαίνει με ευλυγισία εφήβου. Απίστευτο!

Ψαχουλεύοντας στα ράφια πετυχαίνω ένα παλιό τετράδιο δημοτικού, 4 μικρά πανέμορφα ποτηράκια ούζου και… τον ένα και μοναδικό κοντυλοφόρο, και μάλιστα με πένες, που έχει απομείνει μετά από τόσες δεκαετίες. Τα δίνω όλα στον μπαρμπα – Θύμιο. Μου τα τυλίγει προσεκτικά με εφημερίδες.

-Πόσο κάνουν; τον ρωτάω.

Κοιτάζει τα πραγματάκια, αρχίζει να υπολογίζει ψιθυριστά, μα κάποια στιγμή σταματάει.

-Τί να σου πάρω γι’ αυτά; Τίποτε δεν κάνουν.

60 χρόνια έχει συμπληρώσει σαν μπακάλης ο μπαρμπα – Θύμιος. Από μεράκι και μόνο ανοίγει πια το μαγαζί.

-Μπράβο σου, του λέει ο Σταύρος. Είσαι φαινόμενο να δουλεύεις στα 92.

-Ε, όχι και 92, του απαντάει. Βγάλε έναν χρόνο!

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΙΟΛΑΤΑ

Σπεύδουμε να προλάβουμε τον καλό καιρό. Οι προβλέψεις δίνουν παρατεταμένες βροχοπτώσεις. Βόρεια των Καστελλλιών συναντάμε σε μερικά λεπτά τον Αποστολιά, που η προηγούμενη ονομασία του ήταν Κάτω Κάνιανη. Η νέα ονομασία οφείλεται στον πολιούχο ναό των Αγ. Αποστόλων. Την ίδια ονομασία έχει και ο μεγάλος χείμαρρος, που πηγάζει από τα βόρεια του χωριού και συνεχίζει στον κάμπο.

Μικρός ο οικισμός, χτισμένος σε υψόμετρο 530 μέτρων στους ανατολικούς πρόποδες του κακοτράχαλου βουνού του Αγ. Βασιλείου. Κάτω απ’ το χωριό πολλά αμπελάκια καλύπτουν τις ομαλές λοφοπλαγιές. Χαριτωμένος τόπος, με ωραία θέα στα γύρω βουνά και στον κάμπο της Γραβιάς.

Η περιήγησή μας στο Δήμο Γραβιάς πλησιάζει στο τέλος της. Απομένει ο οικισμός της Μαριολέτας, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι είδαμε τα πάντα. Ποιος, πράγματι μπορεί να καυχηθεί, ότι γνωρίζει τα πάντα σ’ έναν τόπο!

Μετά τη Γραβιά κατευθυνόμαστε ΝΑ για Μαριολάτα. Αφήνουμε αριστερά μας την τοποθεσία «Ρεσινίκος», επίπεδη, πλατανοσκέπαστη με αιωνόβια πλατάνια. Εδώ γίνεται η πασίγνωστη εμποροπανήγυρη της Γραβιάς το τριήμερο του Αγ. Πνεύματος. Φαρδύς τσιμεντένιος δρόμος διασχίζει τον μακρόστενο οικισμό. Κάποια στιγμή στρίβουμε δεξιά. Ακολουθούμε πορεία παράλληλη, με την στιγμή, αυτή την εποχή, κοίτη του Χάραδρου ποταμού. Στο σημερινό χωριό τοποθετείται η αρχαία φωκική πόλη Χαράδρα, που πήρε την ονομασία της από τον ομώνυμο ποταμό. Ο Παυσανίας στα «Φωκικά» του αφιερώνει στην πόλη μικρή περιγραφή, παρατηρώντας ότι είναι κτισμένη πάνω σε γκρεμό. Εκεί οι άνθρωποι δεν έχουν πόσιμο νερό και αναγκάζονται να κατεβαίνουν στο Χάραδρο.

Διασχίζουμε προς τ’ αριστερά το στενό γεφυράκι του Χάραδρου και βρισκόμαστε μπροστά σε χώρο ανασκαφής, προφυλαγμένο με συρματόπλεγμα. Στο δάπεδο υπάρχουν διάσπαρτα κομμάτια κιόνων, λαξευτές πέτρες, τοιχοποιΐα που παραπέμπει στο Βυζάντιο. Είναι τα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 5ου αιώνα. Στο Α τμήμα της ανασκαφής σώζεται μικροσκοπικό εκκλησάκι των μέσων του 19ου αιώνα με ενσωματωμένα υλικά από την τοιχοποιΐα της βασιλικής. Χρειάζεται επείγουσα συντήρηση γιατί κινδυνεύει με κατάρρευση. Πίσω από το Ιερό έχουν αποκαλυφθεί στοές καμαροσκέπαστες με χοντρό κεραμίδι και συνδετικό κονίαμα.

Είναι εκτεταμένο και με ελαφρά κλίση χτισμένο το χωριό. Τα σπίτια είναι χαμηλά και, όπως πάντα, έχουν αυλές με δέντρα και λουλούδια. Από την βασιλική ανηφορίζουμε ένα τσιμεντένιο δρομάκι και μετά από 500 μέτρα βρισκόμαστε μπροστά σε τμήματα ακρόπολης της αρχαίας πόλης. Μέγιστο ύψος 4 μέτρα, λαξευτοί ογκόλιθοι μεγάλων διαστάσεων, κατασκευαστική τεχνική όμοια με τις προηγούμενες οχυρώσεις. Το μήκος είναι πολλά μέτρα αλλά εξαιτίας των πυκνών πουρναριών δεν μπορούμε να το υπολογίσουμε, έστω και με προσέγγιση. Τμήματα οχύρωσης σώζονται και κάτω από τον δρόμο. Συνεχίζουμε για 200 ακόμη μέτρα. Καταλήγουμε στο κοιμητήριο του χωριού, που βρίσκεται στον χώρο της αρχαίας ακρόπολης. Εδώ η τείχιση είναι χαμηλή αλλά διατηρείται σε μήκος πολλών δεκάδων μέτρων.

Με κατεύθυνση Ν. ΝΔ ανηφορίζουμε στο παλιό χωριό με ωραίο πλακοστρωμένο δρόμο, πλατειούλα με παλιά εκκλησούλα και εξαίρετο καμπαναριό, ωραία και μεγάλα πετρόχτιστα σπίτια, παλιά αλλά και νέα. Με υψόμετρο 440 μέτρων και ωραία θέα, το παλιό χωριό της Μαριολάτας δείχνει να εξελίσσεται σε δημοφιλή προορισμό.

Αργά το απόγευμα στο Οινοχώρι πολλά σύννεφα έχουν καλύψει τον ουρανό. Ο καιρός είναι ήρεμος, χωρίς αέρα αλλά ψυχρός. Ανάβει ο Σταύρος στην αυλή την μεγάλη ψησταριά. Είναι ευχάριστο να είμαστε δίπλα στα αναμμένα κάρβουνα. Απλώνει ο φίλος μας στη σχάρα, όχι παϊδάκια ή μπριζόλες όπως θα περίμενε κανείς, αλλά σαρδέλες και κεφαλόπουλα του Μαλιακού («ασπρούδες», όπως τα ονομάζει ο Σταύρος). Σε λίγα λεπτά η γαργαλιστική τους τσίκνα γεμίζει την ατμόσφαιρα, εδώ στο υψόμετρο των 900 μέτρων, δίπλα στα έλατα. Η Ιωάννα βέβαια ετοιμάζει μέσα τις δικές της σπεσιαλιτέ. Τελευταία βραδιά απόψε, η παρέα είναι μεγάλη.

back-button
next-button
gravia gravia_1 gravia_2 gravia_3 gravia_4 gravia_5 gravia_6 gravia_7 gravia_8 gravia_9 gravia_10 gravia_11 gravia_12 gravia_13 gravia_14 gravia_15 gravia_16 gravia_17 gravia_18
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories