home Άρθρα Γνωρίζοντας την Μακρινίτσα με οδηγούς τους ανθρώπους της
Γνωρίζοντας την Μακρινίτσα με οδηγούς τους ανθρώπους της

Η Άνοιξη ήρθε γεμάτη χρώματα, πράσινα και γαλάζια και το σούρουπο, κόκκινα και πορτοκαλί. Το νερό τρέχει από τις πηγές, τα δέντρα βγάζουν τα πρώτα φύλλα και ο νυχτερινός ουρανός είναι ξάστερος. Και οι εμπειρίες, σαν να κρέμονται κι αυτές από κάποιο δέντρο. Ωραίο το ταξίδι στη Μακρινίτσα, γεμάτο χαρά ζωής!

Κείμενο: Ντέμη Κουτσοσταμάτη
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Γνωρίζοντας την Μακρινίτσα με οδηγούς τους ανθρώπους της
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Μαγνησία

Η Άνοιξη ήρθε γεμάτη χρώματα, πράσινα και γαλάζια και το σούρουπο, κόκκινα και πορτοκαλί. Το νερό τρέχει από τις πηγές, τα δέντρα βγάζουν τα πρώτα φύλλα και ο νυχτερινός ουρανός είναι ξάστερος. Και οι εμπειρίες, σαν να κρέμονται κι αυτές από κάποιο δέντρο. Ωραίο το ταξίδι στη Μακρινίτσα, γεμάτο χαρά ζωής!

Περίπατος στον οικισμό: Το λαογραφικό μουσείο και η λαϊκή αρχιτεκτονική παράδοση

Η καινούρια μέρα ξημερώνει ηλιόλουστη στη Μακρινίτσα. Ο χειμώνας ξεθυμαίνει. Ετούτη η εποχή έχει κάποια ξεχωριστή γοητεία. Είναι ένας ενδιάμεσος σταθμός ανάμεσα σε χειμώνα και άνοιξη. Η απέραντη φύση προτού ξυπνήσει από το γαλήνιο λήθαργό της, για να παραδοθεί στην αγκαλιά του Έαρος, που θα τη γονιμοποιήσει, συγκεντρώνεται στον εαυτό της με στοχασμό υποβλητικό.

Στα σκαλάκια της πλατείας μια γυναίκα κοντοστέκεται και με χαιρετάει. Έπειτα συνεχίζουμε και οι δύο το δρόμο μας. Πηγαίνω στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου. Στεγάζεται στο αρχοντικό Τοπάλη. Ένα τριώροφο αρχοντικό, αντιπροσωπευτικό δείγμα της κλασικής πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, όπως διαμορφώθηκε στο τέλος του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα.

Θυμάμαι πως όποτε επισκεπτόμουν το Πήλιο όλοι με χαιρέτιζαν καλόκαρδα. Με διάθεση για κουβέντα. Αυτή η φιλική αντιμετώπιση πάντα με διευκόλυνε να εγκλιματιστώ και να αποσπάσω άγραφες πληροφορίες για τον τόπο. Ο πιο εποικοδομητικός οδηγός για να γνωρίσεις ένα μέρος είναι σίγουρα οι άνθρωποί του.

Στην πλατεία, υπό τη δροσιά των αιωνόβιων δέντρων και των ήχων της πηγής καλούμενης «τα λιοντάρια» ή «το αθάνατο νερό», έμεινα για λίγη ώρα να κοιτάζω τον ανοιχτό ορίζοντα με το φως του πρωινού. Ο Βόλος, ο Παγασητικός, η Πορταριά, το Σαρακηνό… Τι δέος και αγαλλίαση! Δίκαια ο Ευάγγελος Βενιζέλος, όταν επισκέφθηκε  τη Μακρινίτσα το 1934, την ονόμασε «το μπαλκόνι του Πηλίου». Από τότε έχει μείνει να λέγεται έτσι.

Συνεχίζω για το Μουσείο. Ο δρόμος ξεκινά από τα λίγα σκαλάκια που βρίσκονται στα ανατολικά της πλατείας. Υπάρχουν ευδιάκριτες πινακίδες που οδηγούν στο Μουσείο μέσα από καλντερίμι. Στο υπέρθυρο της εισόδου του αρχοντικού είναι χαραγμένη η χρονολογία που κτίστηκε: 1844. Έχει φρουριακή διαμόρφωση, με ελάχιστα μικρά και σιδερόφραχτα παράθυρα στο ισόγειο, που πληθαίνουν σταδιακά στους πάνω ορόφους. Είναι λιθόκτιστο στο μεγαλύτερο μέρος του εκτός από το νότιο τμήμα του τελευταίου ορόφου, που είναι κατασκευασμένο από ελαφριά κατασκευή (τσατμά). Αυτό προεξέχει ελαφρά από το λίθινο περίγραμμα της βάσης του κτιρίου, δημιουργώντας τα περίφημα σαχνισιά της παραδοσιακής πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής.

Το εσωτερικό του αρχοντικού είναι διαμορφωμένο σύμφωνα με τις ανάγκες της οικογένειας και τις κλιματολογικές συνθήκες, που υπαγόρευαν οι φυσικοί νόμοι. Έτσι, το ισόγειο, που διατηρεί όλες τις εποχές του χρόνου χαμηλή και σταθερή θερμοκρασία, χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση των προϊόντων της χρονιάς. Το μεσοπάτωμα με τα πολλά τζάκια και την ελάχιστη απώλεια θερμοκρασίας αποτελούσε τη χειμερινή διαμονή της οικογένειας και ο όροφος με το δοξάτο, το κιόσκι και τον καλόν οντά, ήταν η καλοκαιρινή διαμονή και ο χώρος υποδοχής. Το αρχοντικό δεν είναι μονάχα μια πρακτική και άνετη κατοικία. Κοσμείται από ζωγραφικό, λιθανάγλυφο και ξυλόγλυπτο διάκοσμο που εντυπωσιάζει με την ωραιότητά του.

Το σπίτι έχει πολύ ζεστό χαρακτήρα. Όλοι οι χώροι που είχαν ένα ιδιαίτερο ύφος, όπως ο καλός οντάς, η κουζίνα, το χειμωνιάτικο και άλλοι, έχουν διατηρήσει την αρχική λειτουργική τους μορφή, ζωντανεύοντας την εικόνα της πηλιορείτικης κατοικίας του 18ου και του 19ου αιώνα. Στους υπόλοιπους χώρους αναπτύσσονται κατά θεματικές ενότητες οι συλλογές, που αναδεικνύουν το λαϊκό πολιτισμό της περιοχής. Το 1998 εντάχθηκε στη συλλογή του Μουσείου μια σειρά πινάκων λαϊκής ζωγραφικής του Βολιώτη Θαλασσογράφου Ν. Χριστόπουλου προσφορά του ΕΟΤ.

Συνεχίζω τη βόλτα μου μέσα στον οικισμό παρατηρώντας τα σπίτια. Η Μακρινίτσα διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη την παραδοσιακή της φυσιογνωμία. Ίσως επειδή έχει ανακηρυχθεί διατηρητέος οικισμός και όλοι οφείλουν να συμμορφώνονται με κάποιες αρχές, όπως οι στέγες των σπιτιών να καλύπτονται υποχρεωτικά από τις γκρίζες στρογγυλές τοπικές πλάκες σχιστόλιθου. Ο Νίκος Μπέζος, που μας φιλοξένησε στο αρχοντικό Σισιλιάνου, μου είπε αργότερα πως αν έχει διατηρηθεί το ύφος της Μακρινίτσας, το οφείλει στο ότι είχε σχεδόν ερημώσει για αρκετά χρόνια.

Στο δρόμο συναντώ ένα πυργόσπιτο. Ξεχωρίζει από μακριά. Μια ψηλόκορμη κατασκευή. Φαίνεται να περιλαμβάνει τρία ή και τέσσερα πατώματα. Είναι λιθόκτιστο με ξυλοδεσιές ανά τακτά διαστήματα, εκτός από μεγάλα τμήματα του τελευταίου ορόφου, που προεξέχουν έντονα περιμετρικά με εξώστεγα. Αυτά άλλοτε τα έκαναν ανοιχτά ως χαγιάτια και άλλοτε κλειστά ως σαχνισιά. Τα πυργόσπιτα είναι οι πρωϊμότερες κατασκευές που έχουν διασωθεί στη Μακρινίτσα και ανάγονται στο τέλος του 17ου με αρχές του 18ου αιώνα.

Σταματώ για κάτι δροσερό στο καφενεδάκι «ο Θεόφιλος», λίγο πάνω από την πλατεία. Ο διάσημος Μυτιληνιός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ έχει φιλοτεχνήσει στο εσωτερικό του μια τοιχογραφία που αναπαριστά ένα γλέντι του πρωτοκλέφτη Κατσαντώνη με τα παλικάρια του σ’ ένα ορεινό τοπίο. Χρονολογείται από το 1910 και οι διαστάσεις της είναι εντυπωσιακές.

Περίπατος στον οικισμό: το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, οι κρήνες, τα βότανα και το Σαρακηνό

Η μέρα είναι ακόμα πολύ νέα και όμορφη. Ανηφορίζω προς το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα που λειτουργεί στη Μακρινίτσα από το 1999. Εκεί συναντώ τον Παναγιώτη Βίγκλα, καθηγητή του Κέντρου. Πρόκειται να κάνουμε μια βόλτα στη δυτική πλευρά της Μακρινίτσας.

Στεκόμαστε για λίγο στην πλατεία μπροστά από το ΚΠΕ, όπου τον επόμενο μήνα πρόκειται να στηθεί το άγαλμα της Μαργαρίτας Μπασδέκη, ηρωίδας της Μακρινίτσας, που πήρε μέρος στην επανάσταση του 1878. Φέτος η Μακρινίτσα γιόρτασε τα 130 χρόνια από τη μάχη της Μακρινίτσας, που έβαψε με αίμα το Σαρακηνό.

«Με τα παιδιά όταν βγαίνουμε από το Κέντρο», μου λέει ο Παναγιώτης Βίγκλας, «τους λέμε να προσέξουνε τα καλντερίμια, τις κάθετες πέτρες που έχουν αυτήν την απόσταση μεταξύ τους, κατάλληλη ώστε να μη γλιστράνε τα μουλάρια που κατεβαίνουν με τα φορτία». Βασική αρτηρία του χωριού είναι το ανηφορικό καλντερίμι που ξεκινά από το κατώτερο μέρος του χωριού και αφού περάσει από την πλατεία, φτάνει ως το υψηλότερο σημείο του. Το καλντερίμι αυτό φιδοσέρνεται ανάλογα με τις υψομετρικές διαφορές, ώστε η κλίση να μην είναι πολύ μεγάλη. Από την αρτηρία αυτή ξεκινούν πλαϊνά καλντερίμια προς όλα τα σημεία του χωριού.

Ένα από τα προγράμματα του ΚΠΕ αφορά τα βότανα της περιοχής. «Μόνο βλέποντας τον τοίχο εδώ την άνοιξη μπορούμε να βρούμε πολλά χρήσιμα βότανα». Κόβει και μου δείχνει ένα φυλλαράκι από μια βαλεριάνα, που έχει φυτρώσει ανάμεσα από τις πέτρες του τοίχου. Έχει ένα ωραίο κοκκινωπό άνθος και χρησιμεύει στο να καταλαγιάζει το άγχος και την αϋπνία. Παραδίπλα έχει ξεπηδήσει ένα περδικάκι. Ο λιθόκτιστος τοίχος είναι ένας καμβάς βοτάνων. «Το ξινολάχανα ή λάπατο, οι νοικοκυρές το βάζουν μαζί με τσουκνίδες στις χορτόπιτες». Σε κάθε βήμα που κάνουμε συναντούμε πολλά βότανα. Τριανταπέντε είδη φυτρώνουν στην περιοχή. Οι κάτοικοι τα εμπορεύονται στην είσοδο του χωριού και συμπληρώνουν έτσι το εισόδημα τους.

Κατεβαίνουμε το καλντερίμι που περνά δίπλα από το ΚΠΕ. Λίγα βήματα πιο κάτω παρατηρούμε μια από τις 55 κρήνες που έχει το χωριό, από τις οποίες οι 48 ανακαινίστηκαν το 1989 και είναι σε καλή κατάσταση. Οι άλλες έχουν αφεθεί στις τύχες τους.

Κατά κανόνα η κατασκευή των παραδοσιακών κρηνών που σώζονται σήμερα τοποθετείται στους τρεις τελευταίους αιώνες. Ο μεγάλος αριθμός τους οφείλεται αφενός στα άφθονα νερά και αφετέρου στη μεγάλη κλίση του εδάφους. Η Μακρινίτσα εκτείνεται από τα 300 μέχρι τα 850 μέτρα περίπου. Βέβαια, σημαντικό ρόλο για τη δημιουργία αυτού του πυκνού δικτύου κρηνών έπαιξε το ότι η Μακρινίτσα από το τέλος του 18ου αιώνα ήταν η πρωτεύουσα των βακουφιών του Πηλίου και είχε να καλύψει τις υδροδοτικές ανάγκες περίπου 4000 κατοίκων.

Η κρήνη που κοιτούμε ονομάζεται Βρυσούλι. Έχει την παραθύρα, ένα χώρο που βάζανε λουλούδια, εικονίσματα ή ένα καντηλάκι, τη χούφτα που πίνανε οι άνθρωποι και πιο κάτω τη γούρνα για τα ζώα. Ουσιαστικά η κρήνη εκείνο τον καιρό ήταν το κέντρο της καθημερινής ζωής του χωριού. Σε κάθε στροφή του καλντεριμιού υπήρχε μια κρήνη που ξεδιψούσε τον διαβάτη και υδροδοτούσε τα κοντινά σπίτια. Οι γυναίκες πήγαιναν καθημερινά στην κρήνη για να γεμίσουν το γκιούμι, ένα μεταλλικό δοχείο, και έβρισκαν την ευκαιρία να μάθουν τα νέα του χωριού από τις συγχωριανές τους. Εκεί επίσης, έπλεναν τα ρούχα, τις φλοκάτες και τα υφαντά τους. Την άνοιξη ή το καλοκαίρι γύρω από αυτές οργανώνονταν πανηγύρια και γαμήλια έθιμα και σε αυτές οι αγρότες πότιζαν τα ζώα τους και άρδευαν τους μπαξέδες τους.

Κατηφορίζοντας το ίδιο καλντερίμι συναντάμε ένα από τα πιο ξακουστά και ιστορικά αρχοντικά, το αρχοντικό Μουσλή. Τώρα είναι κλειστό και η σκεπή του έχει γείρει. Διασχίζουμε τη συνοικία της Αγίας Τριάδας, που πήρε τ’ όνομά της από την εκκλησία της περιοχής. Κάποια στιγμή το καλντερίμι σταματάει και συνεχίζουμε δεξιά σε μονοπάτι. Βρισκόμαστε στις άκρες του χωριού. Τα βότανα εκεί αφθονούν: καλέντουλα, φασκόμηλο, δυόσμος, ζαμπούκος, λάμιο, δεντρολίβανο, σκορπίδι, τσουκνίδα και δίπλα το αντίδοτό της η μολόχα. Με αναρίθμητες ευεργετικές και αναλγητικές ιδιότητες το καθένα. Ο Παναγιώτης Βίγκλας μου τις αριθμεί. Σήμερα δυστυχώς, έχουμε την τάση να μην τις εκτιμούμε.

Λίγα βήματα πιο κάτω συναντούμε την Κρήνη του Έρωτα. Είναι μια από τις απόμερες κρήνες που συναντιόντουσαν οι νέοι του χωριού με τις αγαπημένες τους. Στη συνέχεια το μονότοξο γεφύρι της «Πατωσιάς». Μπροστά μας υψώνεται ο λόφος του Σαρακηνού. Λόφος άγονος και πετρώδης. Το μονοπάτι βγάζει στην κορυφή του Σαρακηνού και μετά κατεβαίνει στο Φυτόκο. Παλιά ήταν κτηνοτροφική οδός. Τώρα αποτελεί μια εξαίσια διαδρομή για τους περιπατητές. Η θέα από το Σαρακηνό είναι θαυμάσια. Από εκεί τα σπίτια της Μακρινίτσας μοιάζουν με πέτρες που κατολισθαίνουν. Ο ήλιος τους στέλνει αφειδώλευτα τις ριπές του.

Στο ρέμα του Σαρακηνού η οικολογική καταστροφή είναι μεγάλη. Πριν από 2 χρόνια στις μεγάλες βροχές έσπασε το φράγμα μιας κοινοτικής χωματερής και όλα τα σκουπίδια της απλώθηκαν στην κοίτη. Ο Παναγιώτης Βίγκλας με πληροφορεί ότι οι υποσχέσεις λένε πως θα καθαριστεί. Μιλώντας για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση τραβήξαμε το δρόμο της επιστροφής. Το Κέντρο έχει βγάλει πάνω από 17.000 μαθητές έξω από τους τοίχους της τάξης, για να έρθουν σε επαφή με το περιβάλλον και τη λαϊκή παράδοση.

Ο πηγαιμός  στο μοναστήρι της Σουρβιάς

Πίσω στην πλατεία αντάμωσα τυχαία τον κοινοτάρχη της Μακρινίτσας, Γιάννη Κερασιώτη. Επιβιβαζόμαστε στο αγροτικό αμάξι της κοινότητας και φεύγουμε βόρεια από τον αγροτικό δρόμο της Μπράνης για τη μονή Σουρβιάς.

Κάνουμε μια πρώτη στάση στη γυναικεία ιερά μονή του Αγίου Γερασίμου. Ο Άγιος Γεράσιμος είναι ο προστάτης Άγιος όλης της περιφέρειας. Η μονή ιδρύθηκε το 1945. Περνώντας την πύλη ξεπροβάλλει ένας άλλος κόσμος, ο κόσμος του μοναχισμού και της άσκησης. Όλα φαίνονται καμωμένα με ιδιαίτερη φροντίδα. Είναι λίγο πριν τις τρεις το μεσημέρι και οι μοναχές αναπαύονται στα κελιά τους. Η μέρα τους άλλωστε έχει ξεκινήσει από τις 4:00. Σήμερα υπάρχουν στη μονή 16 μοναχές. Μας υποδέχεται η Ηγουμένη Ευπραξία και μας ανοίγει την πόρτα της εκκλησούλας. Αφού προσκυνήσαμε την τίμια κάρα και την εικόνα του Οσίου Γερασίμου μας φίλεψε γλυκό και καφέ στο Αρχονταρίκι.

Αποχαιρετίσαμε την καλοσυνάτη Ηγουμένη και ανηφορίσαμε προς το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία. Περίπου στα 3,4 χλμ από την πλατεία Μπράνη συναντάμε μια διασταύρωση. Η δεξιά κατεύθυνση είναι μια πανέμορφη δασική διαδρομή μήκους 9 χλμ περίπου που βγάζει στην άσφαλτο βόρεια από την κορυφή Πλιεσίδι. Εμείς ακολουθούμε την αριστερή κατεύθυνση.

Περνάμε την περιοχή Βρομόβρυση και μετά από 4 χλμ περίπου βρισκόμαστε στην περιοχή Παναγιάς Πουρνάρι και σε μια διασταύρωση, όπου στρίβουμε δεξιά. Συνεχίζουμε ευθεία. Μετά τη μονή Γοργοϋπηκόου βρίσκουμε τη διασταύρωση του αγροτικού δρόμου Βόλου-Λέστιανης και στρίβουμε δεξιά. Περνάμε την περιοχή Τσιλόπετρα και την περιοχή Μαυραθάρια και συναντάμε το ρέμα του Ξεριά και το βυζαντινό γεφύρι «Αλεβίζιου». Διασχίζουμε ένα από τα ωραιότερα δάση οξειάς. Συνεχίζοντας φτάνουμε στη διασταύρωση του Αγίου Αθανασίου και στρίβουμε δεξιά. Αριστερά ο δρόμος οδηγεί στην Κερασιά. Περνάμε την Παναγία Λέστιανη και ανηφορίζοντας βρίσκουμε τη Μονή.

Δύο ώρες περίπου βορειοδυτικά της Μακρινίτσας κείται η αρχαία μονή Σουρβιάς, απομεινάρι θαυμαστό ερημιάς και μεγαλείου. Η μονή της Σουρβιάς χτίστηκε το1627 από τον Όσιο Διονύσιο τον Ελυμπιώτη, στη θέση καλούμενη Λέστιανη, όπου βρίσκονται οι μεγάλης εκτάσεως αμπελώνες των Μακρινιτσιωτών.

Το όνομά του λένε πως το απόχτησε από τις σουρβιές που φυτρώνουν στην περιοχή του. Οι Τούρκοι το έκαψαν στην επανάσταση του 1878. Έπειτα ξαναχτίστηκε και ξανακάηκε το 1940, όταν μερικοί αγωγιάτες Ζαγοριανοί, που πήγαν εκεί για να προφυλαχτούν από το χιόνι, άφησαν τη φωτιά αφύλαχτη. Το μοναστήρι της Σουρβιάς υπήρξε μεγάλο και με καλή οργάνωση γύρω στα 1844. Οι πλατιές βάσεις του είναι ακόμα γερές. Κι ο ανατολικός τοίχος, που στέκει όρθιος φέρνει σημάδια από τα στενά χωρίσματα των κελιών. Λένε πως είχε σαράντα κελιά. Μονάχα η εκκλησία του η Αγία Τριάδα μένει κάπως απείραχτη από την καταστροφή, περιτριγυρισμένη από τοίχους και προφυλαγμένη μέσα σε μια στενή αυλή.

Ο ήλιος βασίλεψε. Ήρθε το σούρουπο, το πορτοκαλο-κοκκινωπό. Ξέφτισε το σούρουπο, έδωσε τόπο στη νύχτα. Το αυτοκίνητο πήγαινε, πήγαινε. Προσπεράσαμε τα μισοκοιμισμένα χωριά. Πίσω στη Μακρινίτσα είχε διακοπή ρεύματος. Με μιας η νύχτα ξαναβρήκε την ουσία της τη γεννημένη από αγέρα διάφανο και μυριάδες αστέρια. Ήταν σκοτάδι, μα σκοτάδι φεγγερό, βαθυκύανο που δε σκέπαζε τίποτα με τις σκιές του. Τα πάντα ξεχώριζαν. Μεγάλη σιωπή πλανιόταν παντού.

Πήλιο: το «Άγιον Όρος της Θεσσαλίας»

Η ομίχλη του επόμενου πρωινού πέφτει πυκνή κι ασάλευτη. Με αυτό τα το απότομο γύρισμά του ο χειμώνας γεμίζει τη Μακρινίτσα ηρεμία και μοναξιά. Οι σταχτιοί αχνοί του ουρανού προχωρούν αθόρυβα  μέσα στην πλατεία, σκαρφαλώνουν το Σαρακηνό, κατηφορίζουν τα καλντερίμια και περικυκλώνουν τις στέγες των σπιτιών. Ο Βόλος και η λιγοστή ζωή του χωριού χάνονται μέσα στο σταχτί σύννεφο.

Μέσα σ’ αυτήν την κατανυκτική ατμόσφαιρα επιθύμησα να επισκεφτώ τις εκκλησίες και τα παρεκκλήσια της Μακρινίτσας. Το Πήλιο έχει ονομασθεί και «Άγιον Όρος της Θεσσαλίας», εξαιτίας των μικρών και μεγάλων μοναστηριών, εκκλησιών και παρεκκλησιών. Η Μακρινίτσα, κεφαλοχώρι αρχοντικό, είναι κατάσπαρτη από μοναστήρια και ναούς.

Στην πλατεία της Μακρινίτσας βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Στο επιστύλιο της κύριας πύλης του ναού είναι χαραγμένη μια επιγραφή. Αριστερά της πόρτας υπάρχει ανάγλυφο που παριστάνει τους γονείς του Προδρόμου με μια επιγραφή από τη Βίβλο. Στο ανατολικό του μέρος έχει μία επτάπλευρη κόγχη, επικαλυμμένη με λευκό μάρμαρο. Έχει ωραία φυτικά και γεωμετρικά ανάγλυφα σε όλες τις πλευρές της. Δε λείπουν και οι ζωικές παραστάσεις όπως ένας δικέφαλος αετός,  ένα ελάφι, πουλιά κ.α.

Η λαμπρή περίοδος της λιθογλυπτικής του Πηλίου ξεκίνησε από τα μέσα του 18ου αιώνα. Τα συνεργεία των μαστόρων που χτίζουν εκκλησίες είχαν ειδικευμένους τεχνίτες λιθογράφους, τους πελεκάνους. Αυτοί σκάλιζαν επιγραφές υπέρθυρα και πλήθος άλλων διακοσμητικών αναγλύφων στην εξωτερική επιφάνεια των τοίχων και κυρίως στις κόγχες του ιερού.

Οι εκκλησίες της Αγίας Τριάδας και της Μεταμόρφωσης βρίσκονται λίγα βήματα πιο κάτω από την πλατεία, η πρώτη νοτιοδυτικά και η δεύτερη νοτιοανατολικά κοντά στο Λαογραφικό Μουσείο. Μισοερειπωμένες μετά τους σεισμούς επισκευάστηκαν τώρα από φιλόθρησκους ξένους. Εντυπωσιακή στην Αγία Τριάδα είναι η εξωτερική τοιχογραφία των αδελφών Πωγώνη, στην οποία απεικονίζεται ο Θεός, πράγμα σπάνιο. Ακόμη ιδιαίτερα είναι τα λιθανάγλυφα σύμβολά της, μεταξύ των οποίων ο μαστός που συμβόλιζε την ευγονία.

Ακολουθώ βορειοανατολική κατεύθυνση για την εκκλησία της Παναγίας. Το ψηλό κωδωνοστάσιο της υψώνεται σαν έκφραση ευλάβειας, αγαστό και αγέρωχο. Η εκκλησία βρίσκεται στο κέντρο μιας μεγάλης λιθόστρωτης αυλής με αιωνόβια κυπαρίσσια. Είναι μια μεγαλοπρεπή και επιβλητική βασιλική χωρίς τρούλο. Την περιβάλλουν πολλά παρεκκλήσια και η Μητρόπολη. Το τέμπλο της είναι ξυλόγλυπτο παλαιό έργο τέχνης και μέσα στην εκκλησία υπάρχει το ανάγλυφο της Παναγιάς, έργο του 13ου αιώνα. Το ανάγλυφο παριστάνει την Παναγία όρθια σε στάση δεομένης.

Η ιστορία της εκκλησίας της Παναγίας, μέσα από το βιβλίο «Η Μακρινίτσα του Πηλίου» της Αποστολίας Νάνου Σκοτεινιώτη, αναφέρει πως το χωριό δημιουργήθηκε περίπου πριν από 700 χρόνια., κοντά στη μονή της Παναγίας της Μακρινιτίσσης. Η Μονή της Μακρινιτίσσης ή Μονή της Θεοτόκου Οξείας Επισκέψεως συστήθηκε στον τόπο της σημερινής Εκκλησίας της Παναγίας, ανάμεσα στο 1204 και 1215. Το 17ο αιώνα έπεσε στην αφάνεια. Κανένας δεν ξέρει αν καταστράφηκε από τους Τούρκους ή εγκαταλείφθηκε. Στη θέση της κτίστηκε το 1767 η εκκλησία της Παναγίας στη Μακρινίτσα. Μάλιστα, λέγεται πως το μέρος που ήταν πρώτα η μονή γκρεμιζόταν, γι’ αυτό και η εκκλησία της Παναγίας κτίστηκε λίγο δυτικότερα σε στερεό έδαφος. Η εκκλησία αυτή γκρεμίστηκε από τους σεισμούς του 1955 και ξαναχτίστηκε το 1963, από τα θεμέλια στις ίδιες διαστάσεις. Μόνο ο εσωτερικός τοίχος δεν πειράχτηκε και υποστυλώθηκε με εσωτερικό άλλο τοίχωμα.

Στην είσοδο της νότιας πλευράς της εκκλησίας πάνω από την πόρτα είναι γραμμένη η χρονολογία 1767. Στη δυτική, την κύρια είσοδο του ναού, πάνω από την πόρτα, όπως και στην ανατολική πλευρά βρίσκονται έμμετρες κτητορικές επιγραφές, έργα των μαστόρων, όπου σε γνήσια γλώσσα της εποχής τους, εκθέτουν το ιστορικό του κτίσματος. Έμμετρες κτητορικές επιγραφές εντοπίζονται και στην πρόσοψη όπως και στη δεξιά πτέρυγα της Μητρόπολης. Στο πίσω μέρος η εκκλησία της Παναγίας έχει τρεις κόγχες, που τις στολίζουν πλήθος από περίτεχνα λιθανάγλυφα. γραμμικά σχέδια.

Προχωρώντας προς το νότιο μέρος του χωριού φτάνω στην εγκαταλελειμμένη και μισογκρεμισμένη από τους σεισμούς εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Δυστυχώς όμως δεν είναι προσπελάσιμη και τα αυτοκίνητα που έχουν σταθμεύσει μπροστά χαλούν την εικόνα της. Λίγο πιο χαμηλά είναι ο Άγιος Γεώργιος (1766). Λέγεται ότι οι κάτοικοι για να προφυλαχτούν από τους σεισμούς πήγαιναν να κοιμηθούν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, γιατί ήταν το μοναδικό σταθερό κτίσμα. Πάνω στην κύρια πύλη υπάρχει τοιχογραφία που παριστάνει τον Άγιο Γεώργιο. Από τη δυτική χαμηλή πόρτα του ναού, για να μη γίνεται αισθητή η παρουσία τους, έμπαιναν παλιά οι γυναίκες στους στενάχωρους και σκοτεινούς γυναικωνίτες.

Σε μικρή απόσταση από την εκκλησία αυτή βρίσκεται η πολύ ξεχωριστή εκκλησούλα του Αγίου Νικολάου (1787). Σχεδόν ακουμπάει στο Σαρακηνό, είναι κρυμμένη στην άκρη του μονοπατιού και σφύζει από λουλούδια. Δίπλα της τρέχει δροσερό νερό μια διπλή κρήνη. Ένας παλιός θρύλος λέει για την εκκλησία αυτή πως κάποτε, ένα πελώριο φίδι κατέβαινε από το Σαρακηνό κι έτρωγε το φυτίλι από το καντήλι του Αγίου κι έπινε το λάδι. Τις νύχτες το καντήλι ήταν σβηστό γιατί οι άνθρωποι δεν τολμούσαν να πλησιάσουν από το φόβο τους. Ο Άγιος Νικόλαος τιμώρησε το φίδι πετρώνοντάς το και από το ξάγναντο μπορείς να το ξεχωρίσεις με ευκολία.

Στη συνοικία της Κουκουράβας βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής. Ο ναός επισκευάστηκε τελευταία, ύστερα από τις ζημιές των σεισμών. Είναι ευρύχωρη με βαρύτιμες εικόνες κι φωτερό εσωτερικό. Υπάρχουν ακόμα και πλήθος άλλα ξωκλήσια και μικροκκλησιές στο χωριό που λαμποκοπούν σε μοναχικές κορυφές και πλαγιές. Μια φορά το χρόνο χτυπάει η καμπάνα τους και λειτουργούν σε μια επέτειο γιορτής. Του προφήτη Ηλία, της Αγίας Παρασκευής, του Αϊ-Γιαννιού της Κακουνάς, του Αϊ-Αντωνίου, του Αγίου Νικολάου, του Αϊ-Γιωργιού στο Μ’ντάν, της Παναγίας στη Λέστιανη, του Αϊ-Θανασάκη στη Λέστιανη. Όλο το χρόνο ελάχιστοι πια ανοίγουν την πόρτα τους.

Στο σπίτι μιας λαϊκής ζωγράφου

Το απομεσήμερο ήρθε συννεφιασμένο και ψυχρό.  Χτυπά το τηλέφωνο. «Η κυρία Κουϊκούμη ρωτά αν ισχύει το ραντεβού σας για τις 2.30». Απαντώ πως κατευθυνόμαστε ήδη προς τα εκεί. Η κυρά Ελένη μας υποδέχεται με θέρμη. Είναι γλυκομίλητη και περιποιητική. Τι ωραία να δανείζεσαι λίγη σπιτική ζεστασιά έπειτα από μια μεγάλη μέρα!

Η Ελένη Κουϊκούμη είναι λαϊκή ζωγράφος. Από μικρή την έλκυε το πινέλο. Κάθε γωνιά του σπιτιού της, πέρα από ιδιαίτερη φροντίδα μαρτυρεί το λεπτό καλλιτεχνικό της άγγιγμα. Ο διακριτικός ζωγραφικός διάκοσμος προσδίδει ένα ντελικάτο αισθητικό στοιχείο στα ταβάνια, στο τζάκι, στην κουζίνα. Τα δωμάτια αγκαλιάζει πολύχρωμη μπορντούρα, τέλεια φτιαγμένη.

Η κυρά Ελένη μου λέει πως απολαμβάνει περισσότερο να ζωγραφίζει ψευδοπαράθυρα. «Δεν μ’ αρέσει να εγκλωβίζομαι μέσα. Για μένα η μισή γοητεία είναι το ύψος. Άλλοι μου λένε που τη βρίσκεις τόση υπομονή. Όμως εγώ γυρίζω σπίτι ανακουφισμένη». Τα ψευδοπαράθυρα αρχικά μιμούνταν στο σχέδιο τους γύψινους φεγγίτες που βρίσκονταν πάνω από τα ήδη υπάρχοντα παράθυρα. Με την πάροδο του χρόνου θα αποδεσμευτούν και θα αποκτήσουν ένα ύφος αυτόνομο με μεγάλη ποικιλία στα σχέδια και στη χρήση των χρωμάτων.

Το σπίτι της Ελένης Κουϊκούμη έχει μεγάλη ιστορία, είναι από τα πιο παλιά στη συνοικία. Διέθετε μάλιστα το τελευταίο υφαντήριο στη Μακρινίτσα. Τώρα έχει μετατραπεί σε εργαστήριο. «Το υφαντήριο σταμάτησε να λειτουργεί το 1900 περίπου, όταν ο χαρακτήρας της Μακρινίτσας έγινε αγροτικός και κτηνοτροφικός», μου λέει η κυρά Ελένη. Από τη συζήτηση μαζί της μαθαίνεις πολλά για τη Μακρινίτσα. Την ιστορία, τους ανθρώπους, ολόκληρη τη ζωή του τόπου. Μιλούσαμε ώρες πολλές. Για τα βυρσοδεψεία που πήραν δάνεια και πέσαν έξω, όταν ήρθαν τα εργοστάσια, την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που ήταν η πιο όμορφη από όλες και τώρα ερημώνει, για τους παραθεριστές που έρχονταν κάθε καλοκαίρι και γέμιζε η πλατεία όργανα και μουσικές.

Η κυρά Ελένη με μετέφερε σε μια αλλοτινή Μακρινίτσα που έσφυζε από ζωή, γεμάτη δραστηριότητες και συναθροίσεις. Οι άνθρωποι παρατούσαν τα σπίτια και σμίγανε με τη χλαλοή που περιτυλίγει μια μεγάλη πολιτεία. Αργότερα ανακάλυψα και μιαν άλλη τέχνη της, τη μαγειρική. Το ίδιο φίνα με τη ζωγραφικό της ταλέντο.

Όταν πήρα το δρόμο του γυρισμού τα σύννεφα δεν είχαν σκορπίσει ακόμη. Για μια στιγμή στη δύση, τα σύννεφα αραίωσαν και ελευθέρωσαν ένα αχνορρόδινο κομμάτι τ’ ουρανού.

Δριστέλα: το πλυντήριο της φύσης και το Μέγα Ρέμα

Πηγαίνοντας στη Μακρινίτσα άκουσα για τους περίφημους ντριστελιάρηδες και τις δριστέλες τους, που μέχρι τότε αγνοούσα. Με τη σλάβικη λέξη δριστέλα ή ντριστέλα αποκαλείται η εγκατάσταση της υδροτριβής, δηλαδή της κατεργασίας και της πλύσης χοντρών υφασμάτων μονάχα με τη δύναμη του νερού. Θέλησα, λοιπόν, προτού λάβει τέλος το ταξίδι μου να γνωρίσω ετούτο το σπάνιο παραδοσιακό επάγγελμα.

Οι Μακρινιτσιώτες ξεκίνησαν να φτιάχνουνε τις πρώτες δριστέλες μετά το 1900. Πρωτεύοντα ρόλο στις δριστέλες παίζει το νερό, γι’ αυτό οι περισσότερες βρίσκονται στην Κουκουράβα, στο Μέγα Ρέμα, αρχή του ποταμού Κραυσίδωνα. Εκεί βρίσκονταν και τα ταμπάκικα, δηλαδή τα βυρσοδεψεία της. Το 1980 υπήρχαν 13 δριστέλες. Εκείνα τα πρώτα χρόνια ολόκληρα καραβάνια με μουλάρια και άλογα φέρνανε τα μάλλινα από μακριά, ταξιδεύοντας μέρες ατέλειωτες. Σήμερα υπάρχουν μόνο πέντε.

Ξεκινώ με την προσδοκία να πετύχω επί τω έργω τον κύριος Ηλία Κουφογιάννη. Είναι ντριστελιάρης εδώ και 40 χρόνια κι έχει τη δριστέλα του στην Κουκουράβα. Το πρωινό είναι ζεστό, ανοιξιάτικο. Στο αποχείμωνο, οι απρόοπτες και σύντομες εναλλαγές του καιρού προσδίδουν στο ταξίδι μια υπέροχη ενέργεια. Ο ήλιος αναδεικνύει τώρα μιαν άλλη απόχρωση του τοπίου, ανάλαφρη και εύφορη.

Ακολουθώ τον κοινοτικό δρόμο της Μακρινίτσας, που ξεκινά λίγο έξω από την πλατεία Μπράνη. Μετά από λίγα χιλιόμετρα συναντώ στα αριστερά μου, στην άκρη μιας στροφής, τη «Βρύση του μπάρμπα- Γιάννη» και λίγα μόνο βήματα πιο κάτω, δίπλα από έναν ξενώνα ονόματι «Αργυρώ» βρίσκω ένα κατηφορικό δρομάκι επιστρωμένο με χαλίκι, που οδηγεί κατευθείαν στη δριστέλα. Βέβαια, αυτή η διαδρομή γίνεται και μέσα από το φιδωτό καλντερίμι, που ξεκινά στην κεντρική πλατεία της Μακρινίτσας.

Προτού φτάσω στη δριστέλα στρίβω δεξιά στο χαλικόδρομο και κατηφορίζω σ’ ένα μονοπατάκι που βγάζει στο Μέγα Ρέμα. Το τοπίο μέσα στο Μέγα Ρέμα απλώνεται γενναιόδωρο μπροστά μου: οι ήχοι από το ποτάμι, οι όγκοι των βράχων και η πυκνή, η αδιαπέραστη βλάστηση. Το αεράκι μυρίζει βλαστερή υγρασία. Η γη χρησιμοποιώντας όλα τα στοιχεία της συνθέτει μοναδικές εικόνες. Το ξαναγέννημα της φύσης με παρασύρει σε μια ανεξήγητη ζωτικότητα.

Το ποτάμι βρίσκει το δόμο του μέσα από τους βράχους και περνάει κάτω από «το γεφύρι στα παλιά ταμπάκικα». Ένα από τα 11 συνολικά γεφύρια της Μακρινίτσας. Στην άλλη του γεφυριού υπάρχουν τα λίθινα απομεινάρια ενός παλιού βυρσοδεψείου. Στο εσωτερικό τους βρίσκεται εγκαταλελειμμένη ένα παλιό μηχάνημα που το έχει περικυκλώσει ο κισσός. Από εκεί ξεκινά και το μονοπάτι για Σταγιάτες. Μια πολύ ευχάριστη και σύντομη διαδρομή μέσα στο δάσος.

Στη δριστέλα ο κυρ- Ηλίας με υποδέχεται με καταδεκτικότητα. Αγαπάει το επάγγελμά του και όταν μιλάει γι’ αυτό τα μάτια του αστράφτουν από όρεξη. Το νερό μεταφέρεται από το ρέμα με αυλάκι ως τον κάναλο, ένα λαμαρινένιο σωλήνα. Μέσα από εκεί πέφτει άφθονο, γυρίζει, τρίβει, μπάζει και καθαρίζει τα ρουχικά που βρίσκονται μέσα στην βαθιά στρογγυλή κάδη, όπως ονομάζει την ξύλινη δεξαμενή. Όλη η κατασκευή θυμίζει ένα προϊστορικό πλυντήριο.

Όση ώρα μιλάμε οι φλοκάτες στριφογυρίζουν μέσα στη δριστέλα. Και θα υπομένουν την πίεση του νερού για αρκετές ώρες ακόμα.  Το νερό κάπου-κάπου πετάγεται και μας βρίσκει. Όταν τα ρουχικά έχουν πλυθεί τα απλώνουν παραταγμένα στις κονταρίδες, για να στεγνώσουν με φυσικό τρόπο. Και τότε η ρεματιά βάφεται με τα χρώματα τους. Από μακριά είναι σαν πινελιές τραβηγμένες σε μια μεριά του καμβά.

Η δουλειά των ντριστελιάρηδων είναι δουλειά δύσκολη και υπεύθυνη. Όλη μέρα βρίσκονται μέσα στα νερά, σηκώνουν μεγάλα βάρη, γιατί τα σκουτιά όταν βραχούν γίνονται ασήκωτα, και ακόμη ξενυχτούν, για να προσέξουν κάποια πλυσίματα. «Όταν ήμουν νέος σηκωνόμουν δυο και τρεις φορές το βράδυ για να βγάλω μια δριστελιά και να βάλω άλλη», μου λέει με νοσταλγία.

Το 1980 αρκετοί ντριστελιάρηδες αντιμετώπισαν πρόβλημα, γιατί ο δήμος Βόλου πήρε τα νερά που έως τότε έδιναν κίνηση στις δριστέλες τους. Αλλά όπως αποδείχθηκε ήταν άλλοι οι λόγοι που οι ντριστελιάρηδες έγιναν λιγότεροι και όχι το νερό. Το πιθανότερο είναι πως οι επόμενες γενιές ίσως διαβάσουν γι’ αυτές σε κάποια εγκυκλοπαίδεια.

Κάποιοι όταν λένε ή σκέφτονται την Μακρινίτσα, στην πραγματικότητα εννοούν μονάχα τον οικισμό της Μακρινίτσας. Άλλοι εξαντλούν την επίσκεψή τους στο κεντρικό καλντερίμι όπου είναι παραταγμένα τα τουριστικά καταστήματα. Ωστόσο μέσα σ’ αυτή την πελώρια περιοχή που  εκτείνεται δυτικά μέχρι την Κερασιά, βόρεια μέχρι τη Μονή Φλαμουρίου, ανατολικά μέχρι το ελατόρεμα και νότια μέχρι την Ιωλκό συναντήσαμε κρυμμένους θησαυρούς, λαϊκές παραδόσεις, πετρώδη βουνά και δάση με οξιές και έλατα, απόμερες μονές, καταπράσινες ρεματιές και πολλούς προσηνείς ανθρώπους.

 

Βιβλιογραφία

Η Μακρινίτσα του Πηλίου, Αποστολία Νάνου- Σκοτεινιώτη, Κοινότητα Μακρινίτσας, 1998

Η κοσμική αρχιτεκτονική της Μακρινίτσας, Κείμενο Δημήτρης Πάλιουρας, Αρχιτέκτονας Μηχανικός

Το Πήλιο και τα λιθόστρωτά του, Κείμενο Παπαδέλλης Παναγιώτης, Τοπογράφος Μηχανικός

Ανεξερεύνητο Πήλιο, Στέφανος Γ. Ψημένος, εκδόσεις Road

Διαμονή: αρχοντικό Σισιλιάνου τηλ. 24280-99556

Ευχαριστώ θερμά

τον Κοινοτάρχη Γιάννη Κερασιώτη και τις γραμματείες της Κοινότητας Ασημίνα Κοντοζήση και Σταυρούλα Αδαμάκη, το Νίκο Μπέζο και Μαρία Μπέζου για τη φιλοξενία τους, τον Παναγιώτη Βίγκλα, τον Ηλία Κουφογιάννη, την Ελένη Κουϊκούμη και την Ηγουμένη Ευπραξία, για τις πληροφορίες, το χρόνο και την καλή τους διάθεση και τέλος, την ταβέρνα α-β για τους περίφημους μεζέδες της.

Χρήσιμα τηλέφωνα

Κοινότητα Μακρινίτσας, τηλ. 24280-99140

Κέντρο Περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, τηλ. 24280-90010, 24289-69040

Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου, τηλ. 24280- 99505

Υδροτριβεία «ο Πάντος»: 24280-99109, 24280- 99100

 

back-button
next-button
makrinitsa makrinitsa_1 makrinitsa_2 makrinitsa_3 makrinitsa_4 makrinitsa_5 makrinitsa_6 makrinitsa_7 makrinitsa_8 makrinitsa_9 makrinitsa_10 makrinitsa_11 makrinitsa_12 makrinitsa_13 makrinitsa_14 makrinitsa_15 makrinitsa_16 makrinitsa_17
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories