home Άρθρα Γιανίτσαροι και Μπούλες. Το αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας
Γιανίτσαροι και Μπούλες. Το αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας

Οι «Γιαννίτσαροι και Μπούλες», έθιμο πανάρχαιο, με διονυσιακές ρίζες, φορτωμένο μνήμες από πολλές ιστορικές περιόδους και ταυτισμένο απόλυτα με τη γραφική μακεδονική πόλη της Νάουσας, «δεν πρέπει να ειδωθεί ως φολκλόρ και τούτο, γιατί είναι ιστορία, είναι παράδοση ετών, όλων εκείνων που κατάφεραν μέσα από αυτό να περάσουν και τον αγώνα τους».

Κείμενο: Μαρία Μπελογιάννη
Φωτογραφίες: Φωτογραφικό Αρχείο Τάκης Μπαΐτσης
Γιανίτσαροι και Μπούλες. Το αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας
Κατηγορίες: Παράδοση
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Ημαθία

Όταν ο ογδοντάρης πετάει τα παπούτσια του και μεταβάλλεται χορεύοντας σε παιδάκι, δε μπορείς να μην ενθουσιαστείς. Όταν βλέπεις όλους δίπλα σου να κλαίν και να σε κάμουν Γιανίτσαρο, ν’ αναφέρουν μνήμες και ιστορίες παλιές, να μιλιούνται μετά από παρεξηγήσεις χρόνων και ν’ αναφέρουν όλους εκείνους που τέτοιες ώρες ήταν στις δόξες τους, ενώ τώρα δεν είναι πια κοντά μας, δε μπορείς να μείνεις ασυγκίνητος.

Ίσως ο περαστικός απ’ αυτόν τον τόπο και όποιος δεν έχει ζήσει το έθιμο από κοντά να μη νοιώθει τίποτε. Απλά μόνο να θαυμάζει στολές, κορμοστασιά, χορό. Όσοι όμως έγιναν Γιαννίτσαροι και Μπούλες το είδαν με διαφορετικό μάτι. Αυτή την άλλη ματιά θα φροντίσει πιστεύω το «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ» να δώσει σε όλους τους αναγνώστες του. Έτσι θα έχουν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν την ιστορία ενός εθίμου συγκλονιστικού που κατάφερε να επιβιώσει στο πέρασμα του χρόνου, ενσωματώνοντας τους μύθους, τις παραδόσεις και τους αγώνες της περιοχής μας.

 

Φιλικά

Τάκης Μπαϊτσης

 

 

 

«Γιαννίτσαροι και Μπούλες». Το πιο αρμονικό συνταίριασμα του Διόνυσου και του Χριστού των Ελλήνων.

 

Οι «Γιαννίτσαροι και Μπούλες», έθιμο πανάρχαιο, με διονυσιακές ρίζες, φορτωμένο μνήμες από πολλές ιστορικές περιόδους και ταυτισμένο απόλυτα με τη γραφική μακεδονική πόλη της Νάουσας, «δεν πρέπει να ειδωθεί ως φολκλόρ και τούτο, γιατί είναι ιστορία, είναι παράδοση ετών, όλων εκείνων που κατάφεραν μέσα από αυτό να περάσουν και τον αγώνα τους».

 

 

Αλήθεια τι είναι «έθιμο»; Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη διαβάζουμε: «έθιμο, είναι παγιωμένη συνήθεια κοινωνικής ομάδας που διαμορφώθηκε από μακρά παράδοση κι επιβίωσε από γενιά σε γενιά». Δεν θα μπορούσε ένας ορισμός να αποδώσει καλύτερα αυτό που βιώνει ο ντόπιος Ναουσαίος ή αυτό που παρακολουθεί ο όλβιος επισκέπτης της Νάουσας την προτελευταία και την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς.

Το έθιμο του «Γιαννίτσαρου και της Μπούλας» που έλκει την καταγωγή του από το Διόνυσο και τη λατρεία του αναβιώνει κάθε χρόνο στη μακεδονική πόλη που ζει αυτές τις μέρες σε ρυθμούς «ένθεης μανίας», με τη βοήθεια του περίφημου ναουσαίικου κρασιού. Ακούσαμε μάλιστα ότι αυτές τις μέρες ξοδεύεται μέχρι και το τελευταίο βαρέλι από το περίφημο ξυνόμαυρου κρασί.

Τον τόνο στις καρναβαλικές εκδηλώσεις, οι οποίες αποτελούν προσκλητήριο γλεντιού, χαράς και διασκέδασης που απογειώνει τις αισθήσεις για δεκαπέντε ημέρες περίπου, δίνουν τα τοπικά φολκλορικά συγκροτήματα, τα σατυρικά άρματα και τα μπουλούκια καρναβαλιών. Τα τελευταία, έχοντας αποβάλλει κάθε ίχνος αστικού καθωσπρεπισμού γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και από ταβέρνα σε ταβέρνα και αφού τελειώσουν με τις επισκέψεις ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης χορεύοντας ξέφρενα σαν άλλοι σάτυροι και μαινάδες, κάτω από τους ήχους των ζουρνάδων και των νταουλιών και μ’ ένα μπουκάλι κρασί υπό μάλης να ξεδιψά, αλλά και να ζαλίζει ηδονικά.

Κι αν όλα αυτά αποτελούν αναμφίβολα εφαλτήριο διασκέδασης, συνήθειες από τις οποίες δεν μπορεί να ξεφύγει κανένας – γιατί ποιος μπορεί να αντισταθεί στην «ένθεη μανία»; – τι θα μπορούσε άραγε να είναι το έθιμο του «Γιαννίτσαρου και της Μπούλας» που ενδημεί μ’ αυτή τη μορφή, αποκλειστικά στη Νάουσα και είναι εξ ολοκλήρου ταυτισμένο με την ιστορία της, τα πάθη και τους αγώνες των κατοίκων της ανά τους αιώνες; Γιατί είναι βέβαιο πως το έθιμο αυτό δεν έχει το χαρακτήρα του καρναβαλιού, αντίθετα, είναι «μνημόσυνο», όπως μας πληροφόρησαν οι ντόπιοι και σαν τέτοιο το εκλάβαμε κι εμείς, τουλάχιστον στο πρώτο μέρος του εθιμοτυπικού που τηρείται κάθε χρόνο απαρέγκλιτα. Τι είναι άραγε αυτό που κάνει το γέρο Ναουσαίο να υπερηφανεύεται ότι ντύθηκε Γιαννίτσαρος, το παιδί, τον νέο, αλλά και τον μεσόκοπο να καμαρώνει, καθώς ντύνεται Γιαννίτσαρος και το βρέφος, χωρίς υπερβολή, να ανυπομονεί να γίνει τριών – τεσσάρων χρόνων, για να ντυθεί Γιαννίτσαρος; Να είναι εντολή γραμμένη στα γονίδια του κάθε Ναουσαίου, εντολή που «ξυπνά» κάθε χρόνο, μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων και θεριεύει και γίνεται φλόγα, όταν ανοίγει το Τριώδιο; Ποιος ξέρει; Πάντως, ένα είναι βέβαιο. Το έθιμο αυτό δεν μπορεί να το δει κανείς ως θέαμα, γιατί δεν θα το καταλάβει και είναι άδικο. Πρέπει να αφεθεί, να ανοίξει τα μάτια της ψυχής του και να αφεθεί στους ήχους του ζουρνά και του νταουλιού που λες και φτιάχτηκαν, για να ενθουσιάζουν, να πυροδοτούν την καρδιά, να θολώνουν το νου, να οδηγούν σε έκσταση, ό,τι δηλαδή αισθάνεται το καθένα μέλος του θιάσου, και να μπει στο χορό, τον λεβέντικο χορό, άλλοτε αργό κι άλλοτε ζωηρό και να αφεθεί να τον παρασύρει στη δίνη του. Μόνον έτσι μπορεί να απολαύσει κανείς το συγκινητικά ωραίο αυτό δρώμενο. Κι όταν κορυφωθεί η πράξη κι έρθει η κάθαρση, θα έχει αυτή την απερίγραπτη αίσθηση πληρότητας που ελάχιστα σημερινά δρώμενα προσφέρουν.  Σ’ αυτό βοηθά το ότι το έθιμο αυτό είναι κατάφορτο από μνήμες που αλληλοσυγκρούονται, αλλά και συνταιριάζουν μετά αρμονικά, ερωτικά θαρρείς, καθώς δεν μπορούν να υφίστανται μονάχες. Σαν ένα ζευγάρι ερωτευμένων που μαλώνουν συνεχώς, καθώς ο ένας θέλει να επιβληθεί στον άλλον και λίγο αργότερα, σμίγουν ερωτικά, γιατί ακόμα και η ολιγόλεπτη σιωπή που ακολουθεί και το κλείσιμο του καθενός στον εαυτό του είναι σκέτο βάσανο.

Αναμφίβολα, το έθιμο του «Γιαννίτσαρου και της Μπούλας» έχει καταβολές από τον Διόνυσο και τη λατρεία του. Δεν είναι, μάλιστα, λίγοι οι Ναουσαίοι που πιστεύουν πως η ονομασία «Γιαννίτσαρος» προέρχεται από το «Γιαννούσος» που αποτελεί παραφθορά του ονόματος «Διόνυσος», κάτι που είναι μάλλον υπερβολή, αν και δεν αποκλείεται[1]. Εκείνο όμως για το οποίο είμαστε σίγουροι είναι πως ο «Γιαννίτσαρος» δεν έχει καμία σχέση με τον Γενίτσαρο, τον εξισλαμισμένο χριστιανό δηλαδή, τον οποίο σε παιδική ηλικία τον άρπαξαν οι Τούρκοι με τη βία και τον εκπαίδευσαν, για να γίνει στρατιώτης του τουρκικού πεζικού, επομένως, πολέμιος της γενιάς του.

Τι γνωρίζουμε όμως για τη διονυσιακή λατρεία; Ο Διόνυσος (και Διόννυσος, Διώνυσος, Διένυσος, Δεόνυσος, Δεύνυσος και Ζόννυσος), γιος του Δία και της Σεμέλης, της κόρης του βασιλιά της Θήβας, Κάδμου, είναι ο αρχαίος ελληνικός θεός του κρασιού και γενικότερα της γονιμότητας, της βλάστησης και της ανάπτυξης των δυνάμεων της ζωής. Μυήθηκε στις τελετές που θα πάρουν κατόπιν το όνομά του από την Τιτανίδα Ρέα που τον θεράπευσε από την τρέλα, στην οποία τον είχε ρίξει η ζηλόφθονη Ήρα. Τις τελετές αυτές φρόντισε ο ίδιος να τις μεταδώσει σε πολλούς λαούς, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, στα οποία πάντα τον συντρόφευαν Σάτυροι, Σειληνοί και Μαινάδες. Το στοιχείο που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά της διονυσιακής από κάθε άλλη λατρεία είναι η έκσταση, το να βγαίνει δηλαδή κάποιος από τον εαυτό του, με τη βοήθεια του κρασιού, αλλά και του παράφορου χορού. Αυτό και μόνον έφθανε, για να χαρακτηρισθεί ο Διόνυσος ως Λύσιος, δηλαδή ο θεός που λυτρώνει τους ανθρώπους από τις έγνοιες και τα βάσανα της καθημερινής ζωής. Στα όργια, όπως ονομάζονταν οι θρησκευτικές τελετές του θεού, που ελάμβαναν χώρα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, κυρίως όμως στον Παρνασσό και σε βουνά της Μακεδονίας και της Θράκης, αρχικά έπαιρναν μέρος μόνο γυναίκες, οργανωμένες σε θιάσους. Ήταν οι Μαινάδες (ή Βάκχες ή Θυιάδες) που κρατούσαν στο ένα χέρι αναμμένο πυρσό και στο άλλο το θύρσο, ένα ραβδί στολισμένο με αμπελόφυλλα και κισσό κι ένα κουκουνάρι στην άκρη κι εβάκχευαν, έπεφταν δηλαδή σε θρησκευτική υστερία. Τα τύμπανα, ο αυλός και τα κύμβαλα συνόδευαν τους έξαλλους χορούς τους που τους χόρευαν με το κεφάλι ριγμένο πάντα πίσω, μέχρι που εξαντλημένες σωριάζονταν στο χώμα. Στους συντρόφους του Διονύσου ανήκουν οι Σειληνοί και οι Σάτυροι που κατά τους συγγραφείς των κλασικών χρόνων είναι δύο διαφορετικές ονομασίες που αφορούν όμως τους ίδιους αλογόμορφους, ιθυφαλλικούς δαίμονες – πνεύματα των βουνών και των δασών. Οι μεταγενέστεροι συγγραφείς τους ξεχώριζαν με βάση την ηλικία τους, έτσι η ονομασία Σειληνοί, προσδιορίζει τους γέρους ενώ η ονομασία Σάτυροι τους νέους. Και οι μεν και οι δε χορεύουν και παίζουν μουσική με τις Νύμφες πάνω στα πυκνά δασωμένα όρη. Από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. οι Σειληνοί αρχίζουν να γίνονται πρόπολοι, συνοδοί του Διονύσου, θιασώται. Το επόμενο στάδιο της εξέλιξης τους παρουσιάζει ως κωμαστές. Γίνονται τα δαιμονικά αρχέτυπα του κωμού και συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά των μεθυσμένων.. Τελικά, τους βλέπουμε να παίρνουν μέρος στα βακχικά όργια, μαζί με τις Μαινάδες που τώρα χορεύουν και παίζουν μουσική μαζί τους, όπως έκαναν πρώτα με τις Νύμφες. Το σημαντικό είναι ότι γίνονται το αρσενικό μέρος του «θιάσου» του Διονύσου, με αντίποδα θηλυκό τις «Μαινάδες». Είναι φανερό πως άνδρες, μεταμφιεσμένοι σε Σατύρους και Σειληνούς, έπαιρναν μέρος στις λατρευτικές εκδηλώσεις για το θεό Διόνυσο, παρέα με τις γυναίκες Μαινάδες. Για τη μεταμφίεσή τους – απαραίτητη προϋπόθεση για την «κοινωνία» με το θεό – χρησιμοποιούσαν μάσκες με γένια κι αυτιά ζώου και μια ποδιά γύρω από τους γοφούς που συγκρατούσε το δερμάτινο φαλλό και την ουρά του αλόγου. Βέβαια, ο φαλλός των Σατύρων δεν οδηγεί στην ερωτική πράξη με σκοπό τη διαιώνιση του είδους. Οι Μαινάδες διώχνουν τους Σατύρους που τις ενοχλούν χτυπώντας τους με το θύρσο. Η ερωτική διέγερση είναι εδώ αυτοσκοπός και δείγμα φυγής από τα καθημερινά.

Η «μανία» που φέρνει ο θεός Διόνυσος, η μεταβολή δηλαδή της συνείδησης του ατόμου συνδέεται βέβαια πρώτα – πρώτα με το κρασί και την έκσταση και τη μέθη που φέρνει. Όμως η «μανία» αυτή που αποτελεί το ζωντανό σημάδι πως κάποιος έγινε «ένθεος», δηλαδή ο θεός «μπήκε» μέσα του δεν είναι απαραίτητα δεμένη με το κρασί, αφού παρουσιάζεται και ανεξάρτητα απ’ αυτό. Η «μανία» έχει σχέση με τη λέξη «μένος» που σημαίνει τη δύναμη του νου, την ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου. Μανία λοιπόν δεν είναι μια απώλεια, να χάνει δηλαδή κανείς τα λογικά του, αλλά ένα δυνάμωμα, μια τόνωση της αίσθησης που έχει ο καθένας για την πνευματική του δύναμη. Το βίωμα όμως αυτό δεν μπορεί να το αποκτήσει κανείς μένοντας μόνος του, σε περισυλλογή. Είναι ένα μαζικό φαινόμενο που γίνεται μεταδοτικό. Αυτό εκφράζει ο μύθος για το «θίασο» του Διονύσου, τις μάζες των λατρευτριών και των λατρευτών που τον ακολουθούν και τραγουδούν για χάρη του το «διθύραμβο». Βέβαια, όποιος δίνεται στο θεό Διόνυσο πρέπει να απαρνηθεί και να αποβάλλει την «αστική» του ύπαρξη και να γίνει «μαινόμενος», να βγει δηλαδή από τους περιορισμούς της πόλης. Αυτό είναι ένα βίωμα του θείου που ταυτόχρονα φέρνει σωτηρία στον άνθρωπο.

Από τις γιορτές που τελούνταν στον ελληνικό χώρο προς τιμήν του Διονύσου, τη στενότερη σχέση με το φαινόμενο της «μανίας» έχουν τα «Αγριόνια» που γιορτάζονταν στις δωρικές και αιολικές περιοχές της Ελλάδας, την αυγή του καινούργιου χρόνου. Είναι μια γιορτή που ακολουθεί το εξής σχήμα: διάλυση της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων – αντιστροφή της – νέα αρχή, με επαναφορά της πρώτης αυτής τάξης. Η τάξη ανατρέπεται, αλλά στο τέλος αποκαθίσταται

Η παράθεση των στοιχείων αυτών, τα οποία αντλήσαμε από το εξαιρετικό έργο του Ιω. Κακριδή «Ελληνική Μυθολογία», κρίθηκε απαραίτητη, καθώς είναι τολμηρό μεν,  προκλητικό δε να εξιχνιάζει κανείς στοιχεία του παρελθόντος σε έθιμα του παρόντος. Και το έθιμο του «Γιαννίτσαρου και της Μπούλας» είναι μπολιασμένο με πολλά στοιχεία του παρελθόντος. Θα προσπαθήσουμε να τα εντοπίσουμε, παρουσιάζοντας όλη την ιεροτελεστία, με το αυστηρά προκαθορισμένο τυπικό που παραδίδεται αναλλοίωτη από γενιά σε γενιά. Ο στολισμός των χορευτών, η μουσική, τα βήματα του χορού, εφαρμόζονται πιστά.

Χαράματα στη Νάουσα. Τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Από μακριά φθάνει στα αυτιά μας ο ήχος του νταουλιού, βαρύς και πένθιμος. Τον συνοδεύει ο ζουρνάς που λες κι έχει αρχίσει ένα κλάμα δίχως τελειωμό. Γιατί να συμβαίνει αυτό μια μέρα χαράς κι ανεξάντλητου κεφιού, μια μέρα διασκέδασης;

Αρχίζει το «μάσιμο» (το μάζεμα) των Γιαννίτσαρων, των παλικαριών του θιάσου. Λίγα λεπτά πριν τελείωσε το στόλισμά τους, μια συγκινητική ιεροτελεστία που την παρακολουθούν συγγενείς, φίλοι και πολλοί καλεσμένοι της οικογένειας, ακόμα και ξένοι που είναι πάντα καλοδεχούμενοι. Πολύ καιρό πριν, σχεδόν αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, ο νέος που θα ντυθεί Γιαννίτσαρος, θα κοιτάξει να δει αν η στολή του είναι εντάξει. Μήπως παρουσιάζει φθορές; Μήπως λείπει κάτι; Μήπως κάτι δεν ήταν τόσο καλό πέρσι και η στολή δεν φάνταζε; Θα φροντίσει λοιπόν εγκαίρως να είναι όλα στην εντέλεια την καθορισμένη ώρα. Τη μεγαλύτερη αγωνία την έχουν τα μικρά παιδιά που θα ντυθούν για πρώτη φορά Γιαννίτσαροι ή Μπούλες. Οι γονείς τους παραγγέλνουν τη στολή τους σε ένα από τα πολλά εργαστήρια που υπάρχουν στη Νάουσα και η λαχτάρα να τη φορέσουν τα φυντανάκια φθάνει στο αποκορύφωμά της την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς.

Θα πρέπει εδώ να πούμε πως οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες βγαίνουν στους δρόμους της Νάουσας την πρώτη και τη δεύτερη Κυριακή της Αποκριάς και την Καθαρή Δευτέρα ενώ την Κυριακή της Ορθοδοξίας βγαίνουν μόνον στις περιοχές του Σπήλιου και του Παπαράντου. Εκεί ανανεώνεται το ραντεβού για την επόμενη χρονιά.

Στο σπίτι όπου θα ντυθεί ο Γιαννίτσαρος το τραπέζι είναι στρωμένο από νωρίς με όλα τα καλά, λογιών – λογιών πίτες, κολοκυθόπιτες, μουστόπιτες, τυρόπιτες και με τα παραδοσιακά γλυκά, όπως είναι ο μπακλαβάς, το κανταΐφι, το καρυδάκι γλυκό. Από αυτά θα κεραστούν όλοι οι καλεσμένοι που έρχονται, για να παρακολουθήσουν το ντύσιμο και να ξεπροβοδίσουν το Γιαννίτσαρο που ξεκινά για τον αγώνα. Γι’ αυτό και στην ατμόσφαιρα η συγκίνηση είναι διάχυτη, η δε μάνα του πολεμιστή με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυά της.

Τον κάθε νέο Γιαννίτσαρο ντύνει πάντα ένας παλιός Γιαννίτσαρος που στα νιάτα του είχε ξεφαντώσει κι αυτός μέσα στο «μπουλούκι». Αρχικά, θα φορέσει το «μπινιβρέκι» μετά τις άσπρες μάλινες κάλτες τα «σκουφούνια» στη συνέχεια τις «μπέτσφες», άσπρες μακριές κάλτσες πλεγμένες στη μηχανή, σαν κολάν. Πάνω στις μπέτσφες στο σημείο που φτάνουν τα σκουφούνια θα δέσει τις μαύρες βουδέτες, ένα είδος καλτσοδέτας με φούντα.Φούντα πλούσια έχουν και τα τσαρούχια που ολοκληρώνουν το στόλισμα των κάτω άκρων. Ακολουθεί η «κοντέλα», το κατάλευκο, φρεσκοπλυμένο και φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο, με τα φαρδιά, κεντητά μανίκια και κατόπιν η φουστανέλα με τα  «λαγκιόλια» (πιέτες). Αυτά είναι από 250 έως 500 ανάλογα με τη σωματική διάπλαση αυτού που τη φοράει. Φοριέται πάνω από το γόνατο και σημείο ύψους είναι το μήκος του χεριού στο μακρύ δάκτυλο. Για να σιδερωθεί χρειάζεται αρκετός κόπος και χρόνος κάπου έξι ώρες. Πάνω από το πουκάμισο φοριέται το «πισλί», ένα γιλέκο μαύρο με μανίκια, ανοιχτά στο κάτω μέρος, για να φαίνεται το πουκάμισο, αλλά και για να είναι ελεύθερα τα χέρια του χορευτή. Πάνω στο «πισλί», παλαιότερα, ραβόταν ένα λευκό κομμάτι πανί και πάνω σ’ αυτό ένα – ένα τα ασήμια. Τι ήταν τα ασήμια; «Ήταν διάφορα νομίσματα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα, τουρκικά, γαλλικά, αυστριακά κ.λ.π. που έκαναν τη στολή βαριά, κυριολεκτικά και μεταφορικά κι οπωσδήποτε εντυπωσιακή. Όσο πιο πολλά είναι τα νομίσματα τόσο πιο φανταχτερή είναι η στολή και τόσο πιο δυνατό το κουδούνισμά τους, όταν το παλικάρι τα κουνούσε επιδεικτικά, για να δείξει τη λεβεντιά του. Ή ακόμα όταν πηδούσε τρεις φορές κατά πως όριζε το έθιμο εμπρός σε κάθε γνωστό που συναντούσε, σύμβολο προτροπής για ξεσηκωμό κι αγώνα. Σήμερα, στις καινούργιες στολές που ράβονται, χρησιμοποιούνται δίφραγκα του 1926, δεκάρικα ή τάληρα κι επειδή κι αυτά τελειώνουν οι μερακλήδες ράφτες προσπαθούν να βγάλουν αντίγραφα από τα παλιά, για να μην χάσει η στολή την ομορφιά της.

Τα ασήμια ράβονταν πάνω στο «πισλί» όλο το βράδυ και φυσικά επειδή αυτό δεν έβγαινε, το παλικάρι ήταν αναγκασμένο να κοιμηθεί τη νύχτα σε μια καρέκλα, με όλο το βάρος των νομισμάτων πάνω στο θώρακά του. Σήμερα βέβαια, για να διευκολυνθούν τα παλικάρια, και να μπορούν να το βγάζουν το βράδυ και να το ξαναφορέσουν την άλλη μέρα, πάνω από το «πισλί» φοριέται ένα άλλο, μικρό, αμάνικο γιλέκο, πάνω από στο οποίο στερεώνονται τα νομίσματα του στήθους, αλλά και τα κοσμήματα της πλάτης. Αυτά τα τελευταία παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον. Αποτελούν το «κιουστέκι» που γεμίζει την πλάτη και κάνει τη στολή πολύ ξεχωριστή. Όσο πιο πλούσιο είναι το «κιουστέκι» και από καλό υλικό τόσο πιο ακριβή είναι η στολή – μπορεί να φθάσει και τις πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές μας είπε χαρακτηριστικά ο κ. Τόμτσης. Εξαιρετικά είναι οπωσδήποτε τα παλιά «κιουστέκια», ορισμένα από τα οποία είναι μουσειακά κομμάτια και φυλάσσονται ως κειμήλια από την οικογένεια που τα διαθέτει. Ελάχιστοι σήμερα φέρουν πάνω στη στολή τους τα πρωτότυπα, καθώς ο κίνδυνος να τα χάσουν πάνω στο χορό είναι πολύ μεγάλος. Ο κ. Τόμτσης μας είπε πως αρκετά από τα παλαιά «κιουστέκια» έχουν δοθεί για αντιγραφή σε παραδοσιακά εργαστήρια αργυροχρυσοχοϊας στα Γιάννενα κυρίως ή στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Αθήνα. Έτσι, τα νέα παιδιά μπορούν να υπερηφανεύονται ότι την πλάτη τους κοσμεί ένα έργο τέχνης, μόνο που δεν είναι το πρωτότυπο και γι’ αυτό στοιχίζει λιγότερο.

Για να ξαναγυρίσουμε στο θώρακα, ανάμεσα στα ασημένια νομίσματα, το διεισδυτικό μάτι θα διακρίνει σταυρούς, και φυλακτά διαφόρων σχημάτων που φέρουν σκαλιστές παραστάσεις αγίων τα λεγόμενα χαμαϊλιά. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε πως παρόλο που το έθιμο είναι παγανιστικό – ας μην ξεχνάμε πως εντάσσεται στις λατρευτικές εκδηλώσεις που σχετίζονται με την Άνοιξη, τη γονιμότητα, τη βλάστηση, την ευγονία και ό,τι άλλο εόρταζαν τους πρώτους μήνες του νέου χρόνου οι αρχαίοι Έλληνες – η εκκλησία μη μπορώντας να το αποβάλλει, το ενστερνίσθηκε, το αφομοίωσε και του πρόσθεσε τα δικά της στοιχεία, σταυρούς, φυλαχτά με τίμιο ξύλο κι αυτό το πάντρεμα είναι που κάνει το έθιμο εντυπωσιακό. Στη στολή του Γιαννίτσαρου συνυπάρχουν αρμονικά ο Διόνυσος και ο Χριστός. Αυτό και μόνον αρκεί, για να την κάνει συγκλονιστική.

Αφού φορεθεί το «πισλί» και το μικρό, αμάνικο γιλέκο με τα ασήμια στο θώρακα και το «κιουστέκι» στην πλάτη, σειρά έχει η ζώνη, το «σιλιάχι», όπως χαρακτηριστικά λέγεται. Είναι φαρδύ, δερμάτινο και σφίγγεται γερά στη μέση, πάνω από ένα ριγέ μαντήλι, το «μαφέσι», πάνω στο οποίο θα κρεμαστούν οι «παϊαντζήδες», τα ασημένια κοσμήματα που απλώνονται σαν κύματα πάνω στη φουστανέλα και λαμπυρίζουν στην πρώτη αχτίδα του ήλιου. Κάπου εδώ παίρνει τέλος το στόλισμα του σώματος. Μένει το κεφάλι, το στόλισμα του οποίου απαιτεί το δικό του τελετουργικό, για να είναι το αποτέλεσμα τέλειο.

Ήρθε λοιπόν η ώρα που ο τεχνίτης θα δέσει στο παλικάρι τον «πρόσωπο», τη μάσκα δηλαδή, που και μόνη της φθάνει, για να δώσει στο δρώμενο της Νάουσας ένα ιδιαίτερο ύφος. Εξαιρετική η τεχνική κατασκευής της, εξαιρετικό και το αποτέλεσμα. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι εκείνο που κάνει τη μάσκα να τραβά σα μαγνήτης το βλέμμα, να το αιχμαλωτίζει και να το αναγκάζει να ακολουθεί σε κάθε βήμα το παλικάρι. Μέχρι να βγει ο «πρόσωπος», να ανασάνει το παλικάρι, να ανασάνει η ψυχή του επισκέπτη, να καθαρθεί, καθώς αντικρίζει το ιδρωμένο αληθινό πρόσωπο κάτω από το ψεύτικο. Να είναι άραγε οι καταβολές από την αρχαία διονυσιακή λατρεία (η μάσκα των Σατύρων και των Μαινάδων ή το «προσωπείο» των ηθοποιών στο δράμα) που φορτίζουν συγκινησιακά τον «πρόσωπο» ή μήπως είναι η «ανατολίτικη» γοητεία έτσι όπως την αναδίδει το λευκό του χρώμα, τα άλυκα βαμμένα χείλη και οι δυο σχισμές στη θέση των ματιών;

Για να κατασκευασθεί ο «πρόσωπος», απαιτείται επιδεξιότητα και μεράκι. Αρχικά, ο τεχνίτης παίρνει ένα λεπτό καραβόπανο και στη συνέχεια το βουτά μέσα σε καθαρό κερί μέλισσας. Αφού στεγνώσει, το παίρνει και το προσαρμόζει σε ένα από τα δύο ξύλινα καλούπια προσώπου που έχει, ένα για τους μεγαλοπρόσωπους, μακροπρόσωπους και φαρδυπρόσωπους κι ένα για τους μικροπρόσωπους Γιαννίτσαρους. Αμέσως μετά αρχίζει να το δουλεύει πάνω στο καλούπι, δηλαδή να το πιέζει, ώστε να αποτυπωθούν τα βασικά χαρακτηριστικά. Μετά την πρώτη αποτύπωση, το ξανακερώνει, το βουτά δηλαδή και πάλι στο ίδιο κερί μέλισσας, το ξαναπροσαρμόζει στο καλούπι και το πιέζει για δεύτερη φορά. Ακολουθεί και Τρίτη. Όταν τελειώσει αυτή η διαδικασία, το εξωτερικό μέρος του καραβόπανου στρώνεται με γύψο και στη συνέχεια η μάσκα βάφεται άσπρη και λουστράρεται. Σειρά τώρα έχει η ζωγραφική. Ζωγραφίζονται τα φρύδια, τα τσίνορα (για τα μάτια αρκούν δύο σχισμές – αναρωτιέται κανείς πως βλέπει το παλικάρι και κυρίως πως αναπνέει, καθώς η μικρή τρύπα στην θέση του στόματος αφήνει ελάχιστο καθαρό αέρα να περάσει), το στόμα και τα μήλα του προσώπου. Τέλος, μπαίνει το μουστάκι. Το μουστάκι γίνεται με αλογότριχα και κατράμι και στη συνέχεια βάφεται μαύρο με λίγο χρυσό σε μερικά σημεία. Αφού προσαρμοσθεί και το μουστάκι, ο «πρόσωπος» είναι έτοιμος. Πρόκειται πραγματικά για ένα αριστούργημα που απαιτεί εξειδικευμένα άτομα για να είναι τέλειο, κυρίως όμως, απαιτεί υπομονή, αγάπη και μεράκι. Το δέσιμο του «πρόσωπου» πάνω στο πρόσωπο του παλικαριού με το «ταράμπουλο», ένα καρώ μεταξωτό αδίμητο ύφασμα τρίφυλο. Τα φύλα είναι ραμένα μεταξύ τους με ψαροκόκαλο. Τα ζουνάρια έχουν διάφορα μήκη και πλάτη, από 2,30μ. έως 3,60μ και 0,70 έως 1,10 αντίστοιχα. Απαιτεί δέσιμο τεχνικό γιατί το κάθε ένα έχει δικές του διαστάσεις και πρέπει να βγεί τέλειο σε εμφάνηση. Ελάχιστοι είναι οι τεχνίτες που δένουν ζουνάρια από παλιά ως σήμερα. Με το δέσιμο του «ταράμπουλου» ολοκληρώνεται το στόλισμα του Γιαννίτσαρου. Μένει να πάρει στο χέρι την πάλα, το καμπυλωτό σπαθί, (ο θύρσος των Μαινάδων;) και να την τοποθετήσει στο θηκάρι της που κρέμεται από τη μέση του κι είναι έτοιμος για τον αγώνα.

Ο θίασος όμως δεν αποτελείται μόνο από άνδρες, αλλά και από μία ή δύο γυναίκες, τις Μπούλες, που είναι άνδρες ντυμένοι με γυναικεία ρούχα (όπως ακριβώς συνέβαινε και στο αρχαίο ελληνικό θέατρο, όπου όχι μόνον τους ανδρικούς, αλλά και τους γυναικείους ρόλους τους υποδύονταν άνδρες). Το στόλισμα της Μπούλας είναι ευκολότερο μιας και η φορεσιά της που μιμείται τη φορεσιά της Ναουσαίας κυράς τα χρόνια της Τουρκοκρατίας είναι πολύ απλή. Αποτελείται από μια λουλουδάτη φαρδιά φούστα, μακριά μέχρι τους αστραγάλους, που κρατιέται ανοικτή με τη βοήθεια κρινολίνου. Στο πάνω μέρος  του σώματος η Μπούλα φοράει το «λιμπαντί», ένα βελούδινο γιλέκο με μανίκια στο χρώμα της πορφύρας και με κεντήματα στις άκρες. Ολομέταξες τραχηλιές στο στήθος και ζώνη με σκαλιστές πόρπες, τα «κολάνια», συμπληρώνουν το ήδη φανταχτερό σύνολο. Το πρόσωπό της είναι καλυμμένο με μάσκα. Ο «πρόσωπος» της Μπούλας είναι βαμμένος άσπρος, όπως του Γιαννίτσαρου και λουστραρισμένος και μόνον τα έντονα κόκκινα βαμμένα μήλα και τα χείλη κάνουν τη διαφορά. Η Μπούλα δεν φορά «ταράμπουλο», αλλά έχει στολισμένο το κεφάλι με κορδέλες πολύχρωμες, ψεύτικα λουλούδια και τούλια, όπως ακριβώς κάθε νύφη (μήπως πρόκειται για τη νύφη του μύθου των Προιτίδων;).

Όταν ο ζουρνάς και τα νταούλια φθάσουν κάτω από το σπίτι του παλικαριού παίζοντας το «μάσιμο», η συγκίνηση φθάνει στο αποκορύφωμα. Η στιγμή είναι μαγική. Όλοι οι συγκεντρωμένοι στο σπίτι του παλικαριού κλαίνε. Ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού. Το παλικάρι φεύγει για το βουνό, να γίνει κλέφτης, να αγωνισθεί για την πατρίδα κάνοντας κλεφτοπόλεμο με τους Τούρκους. Πηγαίνει κοντά στο παράθυρο, κοιτάζει έξω. Το βλέμμα του συναντά τα βλέμματα των συντρόφων του, των συναγωνιστών του. Τινάζεται δύο τρεις φορές με ανοιχτά τα χέρια. Χαιρετά έτσι τους συντρόφους που ήρθαν να τον πάρουν. Τα ασήμια βγάζουν ένα μοναδικό ήχο, δυνατό κι εύθυμο που σπάει το έντονα συγκινησιακό κλίμα που επιτείνει ο λυπητερός σκοπός του ζουρνά. Είναι πράγματι εκπληκτικό πως ένα πνευστό όργανο μπορεί να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να καθοδηγήσει το θυμικό. Εσύ δάκρυσε, εσύ στάσου περήφανος, εσύ πήδηξε ψηλά από χαρά. Κι όχι μόνο των μελών του θιάσου, αλλά και των παρευρισκομένων. Αλήθεια, γιατί να δακρύζουν οι καλεσμένοι και οι συγγενείς στο «μάσιμο»; Μια αναπαράσταση εθίμου είναι. Κι όμως ο ζουρνάς λες κι ανοίγει μ’ ένα μυστικό κλειδί την καρδιά κι αφήνει να ξεχυθούν όλοι οι χυμοί της αβίαστα. Το ίδιο συμβαίνει κι αργότερα, όταν χορεύουν τα παλικάρια. Παίζει ο ζουρνάς, ξεχειλίζουν από χαρά και τα παλικάρια, λες και είναι αυτοί που ξεγέλασαν τον Τούρκο και κάνουν κρυφά τον αγώνα. Δυναμώνει ο ζουρνάς και τα παλικάρια φθάνουν σε έκσταση λες κι έφθασε πράγματι το τέλος και ο ιερός σκοπός ευοδώθηκε, χωρίς προβλήματα. Να είναι άραγε η ίδια «ένθεη μανία» που καταλάμβανε το θίασο του Διονύσου με τα τύμπανα, τον αυλό και τα κύμβαλα να συνοδεύουν τους έξαλλους χορούς και να διεγείρουν τα ορμέμφυτα; Το παλικάρι χαιρετά έναν – έναν τους δικούς του πηδώντας τρεις φορές μπροστά από τον καθένα. Κατεβαίνει τη σκάλα του σπιτιού. Στην πόρτα κάνει τρεις φορές το σταυρό του και βγαίνει έξω, για να ενωθεί με το μπουλούκι που τραβά για το «μάσιμο» και των υπολοίπων.

Αφού μαζευτούν όλοι οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες τραβάνε, πάντα με τη συνοδεία των οργανοπαικτών, που παίζουν λυπητερό σκοπό για το Δημαρχείο της πόλης όπου θα παιχθεί η επόμενη πράξη του δράματος. Φθάνουν κάτω από το Δημαρχείο. Εκεί, στην πλατεία του Δημαρχείου, ο ζουρνάς αλλάζει για πρώτη φορά σκοπό. Παίζει το «ζαλιστό» και οι Γιαννίτσαροι σε ζευγάρια (να είναι άραγε τυχαίο που και ο διθύραμβος, το λατρευτικό τραγούδι του Διονύσου, χορευόταν σε δύο στοίχους χορευτών;) γέρνουν το σώμα τους προς τα πίσω και τινάζονται. Τα ασήμια βγάζουν έναν πανέμορφο ήχο που δένει περίφημα μ’ αυτό που θέλει να υποδηλώσει η κίνησή τους: αντίσταση και περηφάνια. Οι Μπούλες υποκλίνονται. Είναι μέσα στο «παιχνίδι» η στάση τους.

Η ώρα είναι δώδεκα περίπου. Οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες πρέπει, κατά το έθιμο, να πάρουν την άδεια του Δημάρχου, για να χορέψουν. Ο Δήμαρχος είναι σήμερα στη θέση του Τούρκου Μουντίρη των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Εδώ επιβάλλεται να σταθούμε λίγο. Να ανοίξουμε μια παρένθεση και να πληροφορήσουμε όσους δεν το γνωρίζουν πως κατά την Τουρκοκρατία η Νάουσα ήταν από τις ελάχιστες πόλεις που έχαιρε ιδιαίτερων προνομίων, καθώς δεν είχε τουρκικό στρατό. Είχε μόνο τον Μουντίρη, τον φοροεισπράκτορα και μια τυπική φρουρά που τους παρείχε προστασία. Κι όλα αυτά, γιατί ήταν εξαιρετικά πλούσια και οι κάτοικοί της ασχολούνταν αποκλειστικά με το εμπόριο και τις τέχνες. Καλλιεργούσαν αμπέλια που έβγαζαν το περίφημο ξυνόμαυρο κρασί που η εξαγωγή του έφθανε μέχρι την Αίγυπτο κι έτρεφαν μεταξοσκώληκες παράγοντας εξαιρετικό μετάξι. Η οικονομική ευμάρεια που αντανακλάται στις κατοικίες με την ιδιότυπη μακεδονική αρχιτεκτονική, στις εκκλησίες με τα εκπληκτικά ξυλόγλυπτα τέμπλα και στα δημόσια κτίρια προσέφερε στη Νάουσα και στους κατοίκους της μια άλλου είδους ζωή, απαλλαγμένη από τον φορτικό ζυγό των Τούρκων. Είναι η «ελευθέρα μητρόπολις των Χριστιανών της εντεύθεν του Αξιού Μακεδονίας». Παρόλα αυτά οι Ναουσαίοι (κι αυτό είναι προς τιμήν τους) ήταν  από τους πρώτους που βγήκαν στα βουνά, από τους πρώτους που συνέδραμαν οικονομικά τον αγώνα κι από τους πρώτους που έχασαν ολόκληρη την πόλη τους, καθώς οι Τούρκοι όταν έμαθαν τον ξεσηκωμό τους έριξαν πάνω τους όλο τους το μένος και ξεθεμελίωσαν τη Νάουσα τον Απρίλιο του 1822, ένα χρόνο μετά την κήρυξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Αυτόν τον αγώνα θυμίζει κάθε χρόνο στους ίδιους τους κατοίκους της πόλης, αλλά και στους επισκέπτες της το έθιμο του Γιαννίτσαρου και της Μπούλας.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας λοιπόν οι αντάρτες Ναουσαίοι που έκαναν τον αγώνα τους πάνω στα βουνά εκμεταλλεύονταν τα έθιμα της Αποκριάς και κατέβαιναν στην πόλη, για να δουν τους δικούς τους, να μεταφέρουν μηνύματα και να μαζέψουν χρήματα, για να τα κάνουν βόλια και τρόφιμα. Κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες, ανακατεύονταν με το πλήθος κι ανενόχλητοι έκαναν τη δουλειά τους. Τον πιο ουσιαστικό ρόλο τον είχε η Μπούλα. Αυτή έκανε τις επαφές, γι’ αυτό κι αν προσέξει κανείς το δρώμενο θα τη δει να ανεβοκατεβαίνει ανήσυχη μέσα στο μπουλούκι, κυρίως όταν οι Γιαννίτσαροι διασταυρώνουν τις πάλες τους χορεύοντας και τραβώντας πάνω τους την προσοχή. Η Μπούλα είναι νύφη. Τυχαία; Όχι βέβαια. Στις νύφες, καθώς ορίζουν τα γαμήλια έθιμα του τόπου, όλοι προσφέρουν κάτι. Έτσι, η Μπούλα πηγαίνει κοντά στον κόσμο, χαιρετά κι ανοίγει την τσέπη, για να της δώσουν χρήματα. Ακόμα και οι Τούρκοι λένε οι παλαιοί έδιναν χρήματα στη Μπούλα, χωρίς να φαντάζονται ότι τα χρήματα αυτά πήγαιναν για τον αγώνα των Ελλήνων εναντίον τους. Για να γίνουν όλα αυτά πρέπει οι μεταμφιεσμένοι να χορέψουν. Και την άδεια την έπαιρναν, όπως είπαμε από τον Μουντίρη. Η διαδικασία, πανομοιότυπη, όπως γινόταν παλιά, επαναλαμβάνεται σήμερα εμπρός στον Πρώτο πολίτη της πόλης και το δημοτικό συμβούλιο. Ο αρχηγός των Γιαννίτσαρων και μία Μπούλα ανεβαίνουν στο Δημαρχείο. Βγάζουν τον «πρόσωπο», για να βεβαιωθεί ο Δήμαρχος πως είναι καλά παιδιά, φιλήσυχοι πολίτες και προπαντός υπεράνω πάσης υποψίας. Την ώρα αυτή ο ζουρνάς αλλάζει σκοπό και παίζει το «Κάτω στη Ρόιδο», τη μόνη πατινάδα που οι Γιαννίτσαροι χορεύουν κουνώντας το μαντήλι. «Κάτω στη Ρόιδο, στη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια ρωμιοπούλα» λέει το τραγούδι που δεν επιλέγεται τυχαία, καθώς ο στόχος είναι η παραπλάνηση του Δημάρχου – Μουντίρη. Η στιχομυθία μεταξύ του Δημάρχου και του αρχηγού των Γιαννίτσαρων σήμερα έχει ως εξής:

Αρχηγός: Δήμαρχε ζητούμε την άδειά σου για να βγει το Μπουλούκι.

Δήμαρχος: Είναι όλα όπως πρέπει

Αρχηγός: Απόλυτα. Μπορείς να δεις.

Δήμαρχος: Έχετε την άδεια.

Ο αρχηγός παίρνει χέρι πηδώντας στα δυο του πόδια όλους στο Δημαρχείο και η Μπούλα φιλά τα χέρια του Δημάρχου και όλων. Όλοι δωρίζουν χρήματα. Στη συνέχεια παίρνει το δίσκο με τα κεράσματα και περιφέρεται κερνώντας όλους.

Αρχηγός: Αρχινάτε παλικάρια!

 

Κι αρχίζει ο χορός. Ο ζουρνάς παίζει το «Θούριο» του Ρήγα. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ριγούν από συγκίνηση. Οι πάλες βγαίνουν από τα θηκάρια. Αστράφτουν καλογυαλισμένες στο φως του ήλιου. Τα παλικάρια τις χτυπούν, καθώς χορεύουν αντικριστά και ο ήχος τους γίνεται κελάηδημα αηδονιού στα αυτιά. Η ατμόσφαιρα φορτίζεται συνεχώς. Σχηματίζοντας κύκλο οι Γιαννίτσαροι χορεύουν αμέσως μετά την «Παπαδιά». Συγκεκριμένα, χορεύει μόνον ο πρώτος και  καλύτερος. Οι υπόλοιποι ακολουθούν. Ακολουθεί η «Μακρυνίτσα», το τραγούδι που αφηγείται το χαλασμό της Νάουσας από τους Τούρκους την Άνοιξη του 1822. Ο χορός αυτός χορεύεται πάντα από την Μπούλα, συμβολικά, για όλες τις γυναίκες και τα κορίτσια των αγωνιστών που σαν άλλες Σουλιώτισσες προτίμησαν να πέσουν στα νερά της Αράπιτσας παρά στα χέρια των Τούρκων. Σειρά κατόπιν έχει ο «Νταβέλης» και ο «Νιζάμικος». Ο επισκέπτης βιώνει μοναδικές στιγμές και κοινωνεί τη λεβεντιά και την παλικαροσύνη που γαλούχησαν πολλές γενιές Ελλήνων.

Οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες ανακουφισμένοι από την άδεια του Δημάρχου εγκαταλείπουν την πλατεία του Δημαρχείου, για να περιοδεύσουν στην πόλη. Ο σκοπός είναι ιερός. Πρέπει να πείσουν όσο το δυνατόν περισσότερους να μπουν στον αγώνα. Κάθε γνωστό που συναντούν τον χαιρετούν πηδώντας τρεις φορές και κουνώντας συγχρόνως τα ασήμια με νόημα. Κι είναι σα να λένε «Μην κάθεστε! Ξεσηκωθείτε! Εμπρός! Για τη λευτεριά της πατρίδας!». Η Μπούλα, που κρύβει πίσω από τη φανταχτερή φορεσιά και τα πέπλα έναν αδίστακτο κι ακάματο αντάρτη, ανεβοκατεβαίνει ανάμεσα στους στοίχους των ενόπλων χορευτών και ησυχία δεν έχει. Μαζεύει χρήματα, μιλάει με τον κόσμο, μεταφέρει μηνύματα, στρατολογεί νέους.

Η διαδρομή που ακολουθεί το μπουλούκι, χορεύοντας πάντα, είναι συγκεκριμένη και γίνεται στα όρια της παλιάς πόλης. Πρώτη στάση το Τριώδι, ακολουθούν τα Καμένα, η Πουλιάνα, τα Μπατάνια, το Κιόσκι, ο ‘Αη-Γιώργης. Σε κάθε γειτονιά οι ένοπλοι χορευτές σταματούν, κάνουν κύκλο και χορεύουν πρώτοι όσοι μένουν εκεί. Ο ζουρνάς  και το νταούλι παίζουν κάθε φορά και διαφορετικά τραγούδια, χαρακτηριστικά του κάθε μαχαλά. Έτσι, τίποτα δεν είναι ίδιο, αφού αυτό ορίζει το έθιμο.

Ώρα 5-6 περίπου το Μπουλούκι φθάνει στ’ Αλώνια. Εδώ θα βγει ο «πρόσωπος» απ’ όλους. Παλιά εδώ έβγαινε μόνο από αυτούς που έμεναν στις γύρω γειτονιές. Όλοι οι υπόλοιποι θα αποκαλύπτονταν στον τελευταίο χορό στα «Καμένα». Ο ζουρνάς παίρνει φωτιά, πυροδοτεί τους χορευτές κι αυτοί κυριευμένοι από «μανία» από τη δύναμη αυτή, την ψυχική και πνευματική που ο αγώνας εμφυτεύει, οδηγούν την πράξη στο αποκορύφωμά της. Είναι η στιγμή που θα βγάλουν τον «πρόσωπο», θα αποκαλύψουν τον πραγματικό τους εαυτό και οι αντάρτες θα ανακατευθούν με τον κόσμο που παραληρεί κι αυτός κάτω από τους μεθυστικούς ήχους του ζουρνά και θα χαθούν ανάμεσά τους.

Η πλατεία Αλωνίων είναι το σημάδι όπου ο «πρόσωπος» τραβιέται. Η αγωνία κορυφώνεται. Κυρίως, για τους παρευρισκομένους επισκέπτες που ακολουθούσαν το μπουλούκι σε όλο το περιδιάβασμα της πόλης τόσες ώρες μετέχοντας – θέλοντας και μη ο ζουρνάς σε παρασύρει –  στα δρώμενα, ψυχικά έστω, και οι οποίοι επιθυμούν να δουν το πρόσωπο του παλικαριού, να θαυμάσουν το νιο και πολύ περισσότερο το γέροντα για την αντοχή και το κουράγιο τους να αντέχουν τόσες ώρες μια κέρινη μάσκα που γλιστρά πάνω στο ιδρωμένο πρόσωπο κι αφήνει ελάχιστο αέρα να περνά από τα περιορισμένα ανοίγματα, αλλά κι ένα βαρυφορτωμένο γιλέκο.

Η κάθαρση βέβαια είναι πιο μεγάλη για τους Γιαννίτσαρους και τις Μπούλες, αφού για μια ακόμη φορά ο σκοπός επιτεύχθηκε. Ακολουθεί γλέντι τρικούβερτο. Το κρασί, το περίφημο Ναουσαίικο ξυνόμαυρο, ρέει άφθονο και τα εδέσματα χάνονται μέσα στα πεινασμένα στόματα. Το γλέντι συνεχίζεται ως αργά τη νύχτα. Οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες γυρίζουν στα σπίτια τους να ξεκουραστούν για λίγο – παλαιότερα δεν κοιμόντουσαν, καθώς τα ρούχα δεν μπορούσαν να βγουν. Την Καθαρή Δευτέρα χωρίς τον «πρόσωπο» θα βγουν στους δρόμους να χορέψουν και πάλι, με κόσμο πολύ να τους ακολουθεί και το ζουρνά να παίζει και να τρελαίνει τις αισθήσεις. Το βράδυ θα ξαναπάνε στην πλατεία Αλωνίων. Θα χτυπήσουν μεταξύ τους τις πάλες και θα πουν συμβολικά: «Ό,τι είπαμε και δεν είπαμε εδώ να μείνει», καθώς κάποιες κουβέντες θα ειπώθηκαν που έπρεπε να μείνουν μυστικές. Στη συνέχεια ακουμπούν τις πάλες τους ελαφρά στο κεφάλι του ζουρνατζή ευχαριστώντας τον έτσι για την ανεκτίμητη προσφορά του και ανανεώνουν το ραντεβού για την επόμενη χρονιά.

Δε νομίζω πως υπάρχει άνθρωπος που μένει ασυγκίνητος στη θέα του Γιαννίτσαρου, αυτού του λεβέντη νέου ή γέρου που τιμά με τη στολή του και τη δράση του πατρίδα και θρησκεία. Πόσο μάλλον όταν συνειδητοποιεί πως το έθιμο αυτό αποτελεί συγκερασμό στοιχείων τόσο διαφορετικών μεταξύ τους, αλλά και τόσο ταιριαστών. Αλήθεια, τι είναι εκείνο που δένει τον «πρόσωπο» (στοιχείο παγανιστικό) με τη φουστανέλα (στοιχείο ελληνικό της επανάστασης του ’21) και με τον σταυρό ή τις εικόνες των αγίων που προβάλλουν ανάμεσα στα ασήμια (στοιχείο χριστιανικό); Αναμφισβήτητα, είναι η ελληνική ψυχή, ίδια και απαράλλαχτη μέσα σε όλους τους αιώνες. Είναι η ελληνική φωνή που αγωνίζεται για ιδανικά και κυρίως για ελεύθερο αέρα.

Το έθιμο του Γιαννίτσαρου και της Μπούλας που επιχωριάζει μ’ αυτήν ακριβώς τη μορφή αποκλειστικά στη Νάουσα, είναι η ίδια η Νάουσα. Είναι η ιστορία της, οι θρύλοι της, τα παραμύθια της, τα τραγούδια της. Εμφανίσθηκε επί Τουρκοκρατίας κι από τότε συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή. Την ορμή του ανέκοψε μόνο η γερμανική Κατοχή. Το 1954 το έθιμο ξανάρχισε με πρωτοβουλία του τότε Δημάρχου Φιλώτα Κόκκινου για να το συνεχίσει με ζήλο ο αντικαταστάτης του Δήμαρχος Αλέκος Χώνος. Οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες λόγω του εμφυλίου και της πυρπόλησης της Νάουσας που προέκυψαν απ’ αυτόν. Χάθηκαν άνθρωποι και πολύτιμα εξαρτήματα στολών του Γιαννίτσαρου και της Μπούλας. Σήμερα ο Όμιλος «Γενίτσαροι και Μπούλες» της Νάουσας που ιδρύθηκε το 1970 είναι ο επίσημος φορέας για την προστασία και προβολή του εθίμου. Στο ενεργητικό του έχει 300 χορευτές μικρούς και μεγάλους, την ελπίδα της πόλης.

Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για έναν τόπο από το να συνεχίζουν τα έθιμα και τις παραδόσεις του τα νέα παιδιά. Εκατό φυντανάκια, το νέο αίμα του συλλόγου αδημονούν να έρθει η αποκριά, να ντυθούν Γιαννίτσαροι και να χορέψουν στους μαχαλάδες της Νάουσας. Πρόκειται για στοιχείο πολύ ενθαρρυντικό, καθώς είναι βέβαιο πως το έθιμο θα συγκλονίζει τις ψυχές ντόπιων και ξένων για πολλά χρόνια ακόμη.

Στοιχείο που επίσης λειτουργεί εμψυχωτικά είναι και το γεγονός ότι υπάρχει νέα γενιά οργανοπαιχτών ζουρνά και νταουλιού. Είναι οι γιοι και τα εγγόνια του περίφημου ανά τον κόσμο ζουρνατζή, Βαγγέλη Ψαθά, αλλά και του Τρύφωνα Παπαρέντζη ή του Δημήτρη Αγγέλτση που κρατάνε το έθιμο με τη δύναμη των πνευμόνων τους.

Τελικά, τι είναι οι «Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες»; Είναι το νέο αίμα και το παλιό που χορεύουν δίπλα – δίπλα στους δρόμους και τα σοκάκια της Νάουσας. Είναι τα εργαστήρια που διακονούν τη ναουσαίικη κληρονομιά και υπόσχονται τη διατήρησή της. Κυρίως όμως, είναι οι «ωραίοι» κάτοικοι αυτής της αρχοντικής μακεδονίτικης πόλης που κοινωνούν κάθε χρόνο των «αχράντων μυστηρίων» ενός εθίμου που κανείς δεν γνωρίζει απόλυτα που αρχίζει και που τελειώνει η επίδραση του θεού Διονύσου, που αρχίζει και που τελειώνει η επίδραση του Χριστιανισμού, ενός εθίμου που είναι ταυτόχρονα παγανιστικό και χριστιανικό. Το μόνο βέβαιο είναι πως το έθιμο αυτό δεν είναι φολκλόρ. Όλα όσα ζήσαμε τις μέρες της Αποκριάς στη Νάουσα ήταν πέρα για πέρα αληθινά, γι’ αυτό και ήταν συγκλονιστικά.

 

Βιβλιογραφία

Τάκη Μπάιτση, «Οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες της Νιάουστας».

Συχνή αναφορά στο έθιμο γίνεται σε διάφορα τεύχη του περιοδικού «Νιάουστα»

 

Σήμερα έξι εργαστήρια φροντίζουν για τη συνέχηση της παράδοσης κατασκευάζοντας αξιόλογα αντίγραφα φορεσιών και εξαρτημάτων. Τα αναφέρουμε με τη σειρά:

  1. «Ανώγι» του κ. Τόμτση
  2. «Κονάκι» του κ. Καρύδα
  3. Η κ. Κολτσάκη Αντωνία
  4. Η κ. Μαλούνα Μαρία
  5. Ο κ. Μπάλκος Κώστας
  6. Η κ. Τσιάτσιου Κατίνα

 

 

 

Μαίρη Μπελογιάννη – Αργυροπούλου

[1] Επί Τουρκοκρατίας, στα Γιαννιτσά του νομού Πέλλης, η ονομασία «Γιαννιτσάς», διαλεκτικός τύπος του ονόματος Γιάννης, ήταν πολύ συχνή. Εχρησίμευε δε ως επώνυμο σημαίνοντος προσώπου της πόλης.

back-button
next-button
gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_1 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_2 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_3 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_4 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_5 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_6 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_7 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_8 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_9 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_10 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_11 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_12 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_13 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_14 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_15 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_16 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_17 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_18 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_19 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_20 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_21 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_22 gianitsaroi-kai-mpoules-to-apokriatiko-ethimo-tis-naousas_23
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories